ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 29ης Μαρτίου 1979 ( *1 )
Στην υπόθεση 119/77,
Nippon Seiko ΚΚ, Τόκυο (Ιαπωνία),
NSK Bearings Europe Ltd, Λονδίνου (Ηνωμένο Βασίλειο),
NSK Kugellager GmbH, Ratingen (Ο. Δ. Γερμανίας),
NSK France SA, Clichy (Γαλλία),
εκπροσωπούμενες από τους Jeremy Lever, Queen's Counsel of Gray's Inn, David Vaughan, barrister of Inner Temple και Christopher McGonigal και Robin Griffith, solicitors του γραφείου Coward Chance αντίστοιχα στο Λονδίνο και τις Βρυξέλλες, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο J. C Wolter, 2 rue Goethe,
προσφεύγουσες-ενάγουσες,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένου από τον Hans-Jiirgen Lambers, διευθυντή στη νομική υπηρεσία του Συμβουλίου, συνεπικουρούμενο από τους Francis Patrick Neill, Queen's Counsel of Gray's Inn, Mark Waller, barrister of Gray's Inn και Lawrence Collins, solicitor of the Supreme Court, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J. Ν. Van den Houten, Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, 2, place de Metz, Λουξεμβούργο,
και
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Robert Caspar Fischer, συνεπικουρούμενο από τους Thomas Bingham, Queen's Counsel of Gray's Inn και Francis Jacobs, barrister of Middle Temple, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Mario Cervino, bâtiment Jean Monnet, Kirchberg,
καθών-εναγομένων,
και
FEBMA (Federation of European Bearing Manufacturer's Associations) της Φραγκούρτης, εκπροσωπουμένης από τον Dietrich Ehle, του δικηγορικού συλλόγου Κολωνίας, συνεπικουρούμενο από τον Terence Μ. Lane, solicitor Λονδίνου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο την Jeanne Housse, δικαστική επιμελήτρια, 21, rue Aldringen,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο, αφενός, την ακύρωση του κανονισμού 1778/77 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1977, (OJ L 196, σ. 1) περί θεσπίσεως δασμού αντι-ντάμπινγκ για τους ένσφαιρους τριβείς και τους τριβείς με κωνικούς κυλίνδρους προελεύσεως Ιαπωνίας, και, αφετέρου, αγωγή αποζημιώσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, J. Mertens de Wilmars και Mackenzie Stuart, προέδρους τμήματος, Α. Μ. Donner, P. Pescatore, Μ. SØrensen, Α. O'Keeffe, G. Bosco και Α. Touffait, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J.-P. Warner
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο της 7ης Οκτωβρίου 1977, που περιήλθε στη γραμματεία στις 10 του ίδιου μηνός, οι προσφεύγουσες-ενάγουσες Nippon Seiko ΚΚ (στο εξής NSK), NSK Bearings Europe Ltd, NSK Kugellager και NSK France SA (στο εξής: οι θυγατρικές) άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή, βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης, κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η οποία στρέφεται κατά του κανονισμού 1778/77 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1977, περί θεσπίσεως δασμού αντιντάμπινγκ για τους ένσφαιρους τριβείς και τους τριβείς με κωνικούς κυλίνδρους προελεύσεως Ιαπωνίας (OJ L 196, σ. 1).
2
Η προσφυγή έχει ως κύριο αίτημα την ακύρωση του κανονισμού 1778/77, ως επικουρικό αίτημα την ακύρωσή του όσον αφορά τις προσφεύγουσες, και επι-κουρικότερον την ακύρωση μόνο του άρθρου 3, το οποίο προβλέπει την οριστική είσπραξη των ποσών που καλύπτονται με εγγύηση ως προσωρινός δασμός.
3
Με το ίδιο δικόγραφο, οι ενάγουσες ζήτησαν, βάσει των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης, να υποχρεωθούν το Συμβούλιο και η Επιτροπή να αποκαταστήσουν τη ζημία την οποία υπέστησαν οι θυγατρικές.
4
Με δικόγραφο της 17ης Οκτωβρίου 1977, η Federation of European Bearing Manufacturer's Associations (FEBMA — Ομοσπονδία Ευρωπαϊκών Ενώσεων Κατασκευαστών τριβέων) ζήτησε να της επιτραπεί να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου, καθού, η δε παρέμβαση έγινε δεκτή με Διάταξη του Δικαστηρίου της 16ης Νοεμβρίου 1977.
5
Ήδη, από την αρχή του έτους 1977, η Επιτροπή προέβη, δυνάμει του άρθρου 10 του κανονισμού 459/68 του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1968, περί αμύνης κατά των πρακτικών νταμπινγκ, πριμ ή επιδοτήσεων από χώρες μη μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (OJ L 93, σ. 1), στην εξέταση των πραγματικών περιστατικών με σκοπό να διαπιστώσει αν καθίστανται αναγκαία μέτρα αμύνης κατά πρακτικής ντάμπινγκ από τους ιάπωνες κατασκευαστές ενσφαίρων τριβέων (ρουλεμάν) και τριβέων με κωνικούς κυλίνδρους.
6
Δυνάμει του άρθρου 10, σε συνδυασμό με το άρθρου 15 του εν λόγω κανονισμού 459/68, η Επιτροπή θέσπισε, με τον κανονισμό της 261/77, της 4ης Φεβρουαρίου 1977 (OJ L 34, σ. 10), προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ ύψους 20 %, ο οποίος μειώθηκε σε 10 % για δύο παραγωγούς, για τους ένσφαιρους τριβείς, τους τριβείς με κωνικούς κυλίνδρους, τα εξαρτήματα και τα ανταλλακτικά τους προελεύσεως Ιαπωνίας, ο οποίος προσωρινός δασμός παρατάθηκε με τον κανονισμό 944/77 του Συμβουλίου, της 3ης Μαΐου 1977 (OJ L 112, σ. 1) δυνάμει του άρθρου 16 του βασικού κανονισμού 459/68.
7
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας που κίνησε η Επιτροπή, οι τέσσερις κυριότεροι ιάπωνες παραγωγοί, μεταξύ των οποίων η NSK, ανέλαβαν εκουσίως την υποχρέωση, υπό την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 459/68, να αναθεωρήσουν τις τιμές τους έτσι ώστε να εξαλείψουν το περιθώριο του ντάμπινγκ, υπογράφοντας σχετικό έγγραφο στις 20 Ιουνίου 1977, πράγμα το οποίο επέφερε αύξηση των τιμών τους εξαγωγής κατά 20 %.
8
Στη συνέχεια, ο κανονισμός 1778/77 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1977, θέσπισε, δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού 459, οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ 15 % για τα εν λόγω προϊόντα, ανέβαλε την εφαρμογή του και επέβαλε, όσον αφορά τα εξαγόμενα από τους τέσσερις κυριότερους ιάπωνες παραγωγούς προϊόντα, την οριστική είσπραξη των ποσών που καλύπτονταν με εγγύηση ως προσωρινός δασμός αντιντάμπινγκ τα οποία προβλέπονταν από τους εν λόγω κανονισμούς 261/77 και 944/74.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως
9
Τα καθών κοινοτικά όργανα προέβαλαν ένσταση απαραδέκτου, ισχυριζόμενα ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι κανονισμός και ότι, για το λόγο αυτό, οι προσφεύγουσες δεν νομιμοποιούνται να ζητήσουν την ακύρωσή της δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
Στην προκείμενη περίπτωση δεν πρόκειται για απόφαση που εκδόθηκε ως κανονισμός, καθώς ο κανονισμός 1778/77 αποτελεί στην ουσία ένα γενικό κανόνα που αφορά όλα τα εν λόγω προϊόντα καταγωγής Ιαπωνίας και ο οποίος έπρεπε να θεσπιστεί ως κανονισμός, σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 459/68 του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1968 περί αμύνης κατά των πρακτικών ντάμπινγκ, πριμ ή επιδοτήσεων από χώρες μη μέλη της ΕΟΚ (OJ L 93, σ. 1).
10
Οι προσφεύγουσες απαντούν ότι η προσβαλλόμενη πράξη, αν και είναι διατυπωμένη με γενικούς όρους, αφορά στην πραγματικότητα μόνο την πρώτη από τις προσφεύγουσες και τρεις άλλες ιαπωνικές επιχειρήσεις, παραγωγούς του εν λόγω προϊόντος (στο εξής: οι κυριότεροι παραγωγοί), καθώς και τις θυγατρικές τους στην Κοινότητα.
Η προκαταρτική της εκδόσεως του κανονισμού 1778/77 έρευνα περιορίστηκε καταρχάς σε ευρωπαϊκές θυγατρικές και στη συνέχεια στους κυριότερους παραγωγούς της Ιαπωνίας.
Ο συγκεκριμένος χαρακτήρας αυτού του μέτρου επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, αναστέλλει την εφαρμογή των θεσπιζόμενων δασμών αντιντάμπινγκ, δικαιολογώντας αυτή την αναστολή, στις προτελευταίες αιτιολογικές σκέψεις, βάσει του γεγονότος ότι οι τέσσερις κυριότεροι παραγωγοί ανέλαβαν την υποχρέωση να αναθεωρήσουν τις μελλοντικές τους τιμές.
Αυτός ο συγκεκριμένος χαρακτήρας επιβεβαιώνεται ακόμη από το άρθρο 3 του κανονισμού 1778/77, το οποίο δεν επιβάλλει την είσπραξη των ποσών που καλύπτονται με εγγύηση ως προσωρινός δασμός, παρά μόνο όσον αφορά τα προϊόντα που κατασκευάζονται και εξάγονται από τους κυριότερους παραγωγούς.
Επομένως, η προσβαλλόμενη πράξη συνιστά απόφαση η οποία δεν αφορά παρά μόνο τους κυριότερους παραγωγούς και τις θυγατρικές τους και θα έπρεπε, συνεπώς, να θεωρηθεί ως απόφαση έναντι τους, που εκδόθηκε ως κανονισμός.
11
Πριν από την εξέταση του παραδεκτού της προσφυγής, πρέπει να σημειωθεί ότι η NSK και οι θυγατρικές της συνδέονται με αρκετά στενούς δεσμούς ώστε να εκτιμήσει η Επιτροπή, κατά τη διάρκεια της εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών, ότι έπρεπε να εφαρμόσει σ' αυτές τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού 459/68, όσον αφορά τις τιμές εξαγωγής.
Υπό τις συνθήκες αυτές, όσον αφορά το ζήτημα αν η προσβαλλόμενη πράξη αφορά άμεσα και ατομικά τις προσφεύγουσες, δεν πρέπει να γίνεται διάκριση, μεταξύ των παραγωγών, αφενός, και των εισαγωγέων, αφετέρου.
12
Ο κανονισμός 1778/77 περιλαμβάνει ουσιαστικά τρεις διατάξεις:
—
το άρθρο 1 θεσπίζει οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ 15 % για τα εν λόγω προϊόντα, καταγωγής Ιαπωνίας, και αναστέλλει την εφαρμογή του, με την επιφύλαξη του άρθρου 2.
—
το άρθρο 2 ρυθμίζει τον έλεγχο των υποχρεώσεων που ανέλαβαν γραπτώς οι κυριότεροι ιάπωνες παραγωγοί και εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να θέσει τέλος στην αναστολή εάν κρίνει ότι οι υποχρεώσεις καταστρατηγούνται, δεν τηρούνται ή ανακλήθηκαν.
—
το άρθρο 3 επιβάλλει, όσον αφορά τα προϊόντα τα οποία κατασκευάζουν οι κυριότεροι παραγωγοί, την είσπραξη των ποσών που καλύπτονται με εγγύηση ως προσωρινός δασμός, κατ' εφαρμογή της θεσπίσεως, από προγενέστερους κανονισμούς, προσωρινού δασμού.
Αυτά τα τρία άρθρα πρέπει να εξεταστούν ξεχωριστά για να εκτιμηθεί το παραδεκτό της προσφυγής.
13
Από τις δύο αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1778/77, οι οποίες προηγούνται της τελευταίας, προκύπτει ότι η αναστολή, στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ προβλέπεται διότι «οι τέσσερις κυριότεροι ιάπωνες παραγωγοί ανέλαβαν την υποχρέωση έναντι της Επιτροπής να αναθεωρήσουν τις μελλοντικές τιμές τους».
«Εκτιμώντας ότι είναι, εντούτοις, απαραίτητο η Επιτροπή να ελέγχει στενά τις υποχρεώσεις και να ενεργεί αμέσως, εάν αυτές οι υποχρεώσεις παραβιάζονται ń καταστρατηγούνται ń ανακαλούνται», προβλέπεται στο άρθρο 2 του κανονισμού ότι «η Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, θα ελέγχει στενά την τήρηση των υποχρεώσεων αναθεωρήσεως των τιμών που ανέλαβαν οι κυριότεροι ιάπωνες παραγωγοί» και ότι «θα θέσει αμέσως τέλος … στην αναστολή όταν διαπιστώσει ότι αυτές οι υποχρεώσεις καταστρατηγούνται ń δεν τηρούνται ń ανακλήθηκαν».
Από τις αιτιολογικές σκέψεις αυτές προκύπτει ότι, όποιος και αν είναι σε άλλες περιπτώσεις ο χαρακτήρας τον οποίο μπορεί να έχει η επιβολή υπό αναστολή ενός δασμού αντιντάμπινγκ, στην προκειμένη περίπτωση το επίδικο μέτρο επιδιώκει να εξασφαλίσει την αυστηρή τήρηση των υπό εξέταση υποχρεώσεων με τη δημιουργία μιας πρόσθετης κυρώσεως.
Έτσι, αν και είναι διατυπωμένο σε γενικούς όρους, το άρθρο 1 δεν αφορά στην πραγματικότητα παρά μόνο την περίπτωση των κυριότερων ιαπώνων παραγωγών, μεταξύ αυτών και τη NSK, τους οποίους αφορά άμεσα και ατομικά λόγω των υποχρεώσεων αναθεωρήσεως των τιμών που είχαν αναλάβει.
Επομένως, η προσφυγή των προσφευγουσών κατά των άρθρων 1 και 2 είναι παραδεκτή.
14
Όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής καθόσον στρέφεται κατά του άρθρου 3, η διάταξη αυτή συνιστά συλλογική απόφαση που αφορά ατομικά κατονομαζόμενους αποδέκτες.
Αν και η είσπραξη ποσών τα οποία καλύπτονται με εγγύηση ως προσωρινός δασμός αντιντάμπινγκ αφορά, από τη φύση της, άμεσα κάθε εισαγωγέα που εισήγαγε τα εν λόγω προϊόντα όταν ίσχυαν αυτοί οι δασμοί, το άρθρο 3 διακρίνεται από την ιδιομορφία ότι δεν αφορά όλους τους εισαγωγείς, αλλά μόνο αυτούς οι οποίοι εισήγαγαν τα προϊόντα που κατασκεύασαν οι τέσσερις κυριότεροι ιάπωνες παραγωγοί τους οποίους κατονομάζει.
Ο ισχυρισμός των καθών κοινοτικών οργάνων και της παρεμβαίνουσας ότι μόνο οι εκτελεστικές πράξεις των εθνικών αρχών αφορούν άμεσα τους εισαγωγείς και ότι, επομένως, όφειλαν, σε ενδεχομένη περίπτωση, να απευθυνθούν ενώπιον των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων, παραβλέπει τον καθαρά αυτόματο χαρακτήρα αυτής της εκτελεστικής πράξεως η οποία, εξάλλου, γίνεται όχι δυνάμει παρεμβαλλομένων εθνικών κανόνων, αλλά δυνάμει μόνο της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
15
Επομένως, το άρθρο 3 του κανονισμού 1778/77 αφορά άμεσα και ατομικά τους εισαγωγείς αυτούς και, συνεπώς, η προσφυγή των θυγατρικών, υπό την ιδιότητά τους ως εισαγωγέων προϊόντων της NSK, είναι παραδεκτή.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή της NSK που στρέφεται κατά του άρθρου αυτού είναι επίσης παραδεκτή.
Επί της ουσίας της προσφυγής ακυρώσεως
16
Όσον αφορά τα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού 1778/77, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται στην ουσία, μεταξύ άλλων αιτιάσεων που στρέφονται κατά της αιτιολογίας αυτού του κανονισμού και κατά της διαδικασίας η οποία προηγήθηκε, από αυτόν, ότι ο κανονισμός 459/68 δεν επιτρέπει την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και, συγχρόνως, την αποδοχή της αναλήψεως υποχρεώσεως αναθεωρήσεως των τιμών εκ μέρους των ενδιαφερομένων παραγωγών.
17
Τα καθών κοινοτικά όργανα και η παρεμβαίνουσα αντιτάσσουν ότι, καθώς ο προσβαλλόμενος κανονισμός βασιζόταν όχι μόνο στο βασικό κανονισμό, αλλά και στο άρθρο 113 της Συνθήκης, αυτή η τελευταία διάταξη, η οποία εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο να λάβει μέτρα εμπορικής αμύνης σε περιπτώσεις ντάμπινγκ, παρέχει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να εκδώσει κανονισμό ad hoc, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του κανονισμού 459/68.
Θα έπρεπε επομένως να θεωρηθεί ότι το Συμβούλιο έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής στην προκειμένη περίπτωση.
Τέλος, καθώς από την έρευνα της Επιτροπής διαπιστώθηκε περιθώριο ντάμπινγκ, τουλάχιστον 15 %, το οποίο έβλαπτε την κοινοτική βιομηχανία, και, καθώς η NSK είχε έμμεσα αναγνωρίσει με την ανάληψη της σχετικής υποχρεώσεως ότι υπήρχε περιθώριο ντάμπινγκ 20 %, θα ήταν ελάχιστα ικανοποιητικό το να πρέπει να επαναλάβει την έρευνα σε περίπτωση αθετήσεως της υποχρεώσεως και πολύ πιο πρόσφορο να θέσει τέλος, σε μια τέτοια περίπτωση, στην αναστολή επιβολής του οριστικού δασμού που είχε θεσπιστεί με βάση πλήρως αποδεδειγμένα γεγονότα.
18
Το άρθρο 14 του βασικού κανονισμού 459/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2011/73 του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973 (OJ L 206, σ. 3), μετά από τη διάταξη της παραγράφου 1 όπου αναφέρεται ότι «όταν … δεν καθίσταται αναγκαίο κανένα μέτρο αμύνης … η διαδικασία περατούται», ορίζει στην παράγραφο 2:
«α)
Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται επίσης όταν, κατά τη διάρκεια της εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών, οι εξαγωγείς αναλαμβάνουν εκουσίως την υποχρέωση να αναθεωρήσουν τις τιμές τους έτσι ώστε να εξαλειφθεί το περιθώριο του ντάμπινγκ ή να διακόψουν τις εξαγωγές του οικείου προϊόντος προς την Κοινότητα, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή κρίνει αποδεκτή αυτή τη λύση, αφού ακούσει τις απόψεις της συμβουλευτικής επιτροπής.
β)
Όταν η Επιτροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου, δέχτηκε την ανάληψη υποχρεώσεως που αναφέρεται σ' αυτό, η έρευνα περί της ζημίας τερματίζεται εάν το ζητήσουν οι εξαγωγείς ń εάν το αποφασίσει η Επιτροπή, αφού ακούσει τις απόψεις της συμβουλευτικής επιτροπής. Αν η Επιτροπή, αφού ακούσει τις απόψεις της συμβουλευτικής επιτροπής, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται ζημία, η υποχρέωση που ανέλαβαν οι εισαγωγείς καθίσταται αυτομάτως ανίσχυρη, εκτός αν αυτοί επιβεβαιώνουν την ισχύ της.
γ)
Οι εξαγωγείς μπορούν να μην αναλάβουν τις υποχρεώσεις που αναφέρονται πιο πάνω ń να αρνηθούν να τις αναλάβουν παρά τη σχετική πρόσκληση της Επιτροπής, χωρίς αυτό να έχει δυσμενείς συνέπειες για την περίπτωσή τους. Εντούτοις, η Επιτροπή είναι ελεύθερη να θεωρήσει ότι η υλοποίηση της απειλής προκλήσεως ζημίας είναι πιθανότερη αν συνεχίζονται οι εισαγωγές που αποτελούν το αντικείμενο πρακτικής ντάμπινγκ.
δ)
Σε περίπτωση που η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η υποχρέωση των εξαγωγέων καταστρατηγείται, δεν τηρείται ń καταγγέλθηκε και ότι, για το λόγο αυτό, μπορούν να είναι απαραίτητα μέτρα αμύνης, ειδοποιεί αμέσως περί αυτού τα κράτη μέλη και αρχίζει εκ νέου την έρευνα των πραγματικών περιστατικών, υπό την έννοια του άρθρου 10.
ε)
Το άρθρο 18, παράγραφος 1, εφαρμόζεται mutatis mutandis στις υποχρεώσεις που ανέλαβαν οι εξαγωγείς βάσει του παρόντος άρθρου. Κάθε τροποποίηση αυτών των υποχρεώσεων γίνεται κατά την προβλεπόμενη στο παρόν άρθρο διαδικασία.»
19
Αντίθετα, για την περίπτωση που συνεχιστεί η έρευνα των πραγματικών περιστατικών, το άρθρο 17 του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι:
«1.
Όταν προκύπτει από την οριστική διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών ότι υφίσταται ντάμπινγκ και ζημία και όταν τα συμφέροντα της Κοινότητας απαιτούν την ανάληψη κοινοτικής δράσεως, η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο, αφού ακούσει τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής. Αυτή η πρόταση αφορά επίσης τα ζητήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 2.
2.
α)
Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία. Όταν εφαρμόζεται το άρθρο 15, παράγραφος 1, το Συμβούλιο καθορίζει, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 15, παράγραφος 2, σε ποιο βαθμό πρέπει να εισπραχθεί οριστικά το ποσό που καλύπτεται με εγγύηση ως προσωρινός δασμός.
β)
Η οριστική είσπραξη αυτού του ποσού δεν μπορεί να αποφασιστεί εάν δεν προκύπτει από την οριστική διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών ότι υφίσταται σημαντική ζημία και όχι απλώς απειλή σημαντικής ζημίας ń αισθητή καθυστέρηση στη δημιουργία μιας παραγωγής ń ότι μια τέτοια ζημία θα πραγματοποιείτο αν δεν εφαρμόζονταν προσωρινά μέτρα.»
20
Υπό το φως αυτών των διατάξεων δεν είναι θεμιτό να τερματίζεται μία διαδικασία αντιντάμπινγκ συχρόνως, αφενός με την αποδοχή από την Επιτροπή αναλήψεως υποχρεώσεως του εξαγωγέα ň των εξαγωγέων να αναθεωρήσουν τις τιμές τους και, αφετέρου, με την επιβολή από το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ.
Το επιχείρημα κατά το οποίο, στην υπό κρίση υπόθεση, οι εξαγωγείς δεν ανέλαβαν την υποχρέωση παρά μόνο μετά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, διότι η διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών δεν περατούται παρά μόνο κατά τη στιγμή που η Επιτροπή υποβάλλει τις προτάσεις της στο Συμβούλιο, ενώ είναι βέβαιο ότι η υποχρέωση αναλήφθηκε γραπτώς στις 20 Ιουνίου 1977, πριν από τη συνεδρίαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 459/68, συμβουλευτικής επιτροπής, η οποία έγινε στις 21 Ιουνίου 1977.
Η Επιτροπή αναφέρθηκε σ' αυτές τις υποχρεώσεις στην πρότασή της προς το Συμβούλιο της 4ης Ιουλίου 1977 και τις έκρινε «αποδεκτές».
Το Συμβούλιο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, αναφέρθηκε σ' αυτές τις υποχρεώσεις τόσο στις αιτιολογικές σκέψεις, όσο και στις διατάξεις του κανονισμού της 1778/77, θεωρώντας τες υπάρχουσες και ισχυρές.
Επομένως, το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν κοινοποίησε την αποδοχή της αναλήψεως υποχρεώσεων παρά μόνο στις 3 Αυγούστου 1977 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη του ότι αυτή η αποδοχή δεν έγινε παρά «με την επιφύλαξη» της θεσπίσεως υπό αναστολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ ως κυρώσεως.
22
Αντιθέτως, κατά τους όρους του προαναφερθέντος άρθρου 14, η ανάληψη υποχρεώσεως εκ μέρους του εξαγωγέα να αναθεωρήσει τις τιμές του επιφέρει την περάτωση της διαδικασίας, έτσι ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 17 του κανονισμού 459/68.
Ορίζοντας ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν επέρχεται παρά μόνο εάν «η Επιτροπή κρίνει αποδεκτή αυτή τη λύση αφού ακούσει τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής», το άρθρο 14 δεν προϋποθέτει καθόλου ότι η Επιτροπή και, σε ενδεχόμενη περίπτωση, το Συμβούλιο μπορούσαν να συνεχίσουν την προβλεπόμενη διαδικασία μέχρι το στάδιο του άρθρου 17 και να μη δεχθούν την ανάληψη υποχρεώσεως παρά μόνο συγχρόνως με τη θέσπιση οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ.
23
Πράγματι, ένας τέτοιος συνδυασμός πράξεων, από τη φύση τους αντιφατικών, είναι ασυμβίβαστος προς το σύστημα του βασικού κανονισμού.
Επομένως, το επιχείρημα που βασίζεται στην αποτελεσματικότητα αυτού του συνδυασμού για να ελεγχθεί η τήρηση της υποχρέωσης και για να μπορεί να επιβληθεί κύρωση σε κάθε παράβαση δεν μπορεί να γίνει δεκτό, καθώς οι διατάξεις του κανονισμού 459/68 και ιδίως το άρθρο 14, παράγραφος 2, σημείο α, προβλέπουν ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει εκ νέου τα πραγματικά περιστατικά, υπό την έννοια του άρθρου 10.
Η διάταξη αυτή προϋποθέτει ότι η Επιτροπή μπορεί, εάν θεωρεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις, να προβεί αμέσως στη θέσπιση προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ ń να λάβει άλλα αναγκαία μέτρα, επιβάλλει όμως οι πράξεις αυτές να εκδίδονται ενόψει της καταστάσεως που δημιουργείται από την αθέτηση της υποχρεώσεως.
Εν πάση περιπτώσει, ο κανονισμός 459/68 επιδιώκει να εξασφαλίσει ότι η λήψη των σχετικών μέτρων γίνεται τηρώντας τις διατυπώσεις και εγγυήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 10.
24
Το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο ο κανονισμός 1778/77 αποτελεί μέτρο sui generis, βασισμένο άμεσα στο άρθρο 113 της Συνθήκης και μη υποκείμενο στις διατάξεις του κανονισμού 459/68 αντιβαίνει προς το γεγονός ότι όλη η εν λόγω διαδικασία διεξήχθη στο πλαίσιο διατάξεων που θεσπίστηκαν από αυτό τον τελευταίο κανονισμό.
Το Συμβούλιο, αφού εκδώσει ένα γενικό κανονισμό με σκοπό να θέσει σε εφαρμογή έναν από τους στόχους του άρθρου 113 της Συνθήκης, δεν μπορεί να παρεκκλίνει από τους κανόνες που θεσπίστηκαν με τον τρόπο αυτό, κατά την εφαρμογή τους σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, χωρίς να διαταράξει το νομοθετικό σύστημα της Κοινότητας και να θίξει την ίση μεταχείριση των πολιτών ενώπιον του νόμου.
25
Επομένως, η προσφυγή είναι βάσιμη ως προς αυτό το σημείο.
26
Όσον αφορά την προσφυγή, καθόσον στρέφεται κατά του άρθρου 3 του κανονισμού 1778/77, η κρίση περί των άρθρων 1 και 2 του κανονισμού αυτού πρέπει να ισχύει και για το άρθρο 3.
Πράγματι, εφόσον οι υποχρεώσεις που ανέλαβαν οι τέσσερις κυριότεροι ιάπωνες παραγωγείς είχαν ως συνέπεια το ότι η διαδικασία έπρεπε να περατωθεί δυνάμει του άρθρου 14 του βασικού κανονισμού, έπεται ότι δεν έπρεπε να εφαρμοστεί το άρθρο 17, διάταξη που εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο να αποφασίσει την είσπραξη των ποσών που καλύπτονταν με εγγύηση ως προσωρινός δασμός.
Εξάλλου, προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 17 ότι μια τέτοια απόφαση δεν έπρεπε να εκδοθεί παρά μόνο συγχρόνως με την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ.
27
Από αυτά προκύπτει ιδίως ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να προτείνει την έκδοση απόφασης, περί εισπράξεως των ποσών που καλύπτονται με εγγύηση, παρά μόνο εάν προτείνει «μία κοινοτική ενέργεια», δηλαδή τη θέσπιση οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ.
Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το άρθρο 16, παράγραφος 2, το οποίο ορίζει ότι η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει στο Συμβούλιο πρόταση περί αναλήψεως κοινοτικής δράσεως ένα τουλάχιστον μήνα πριν από την εκπνοή του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ.
Επιβεβαιώνεται επίσης από το γράμμα της παραγράφου 2, στοιχείο b, του άρθρου 17.
28
Πράγματι, κατά το άρθρο 19, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, δεν μπορεί να εισπραχθεί προσωρινός δασμός αντιντάμπινγκ παρά μόνο εφόσον έχει διαπιστωθεί περιθώριο ντάμπινγκ και σημαντική ζημία.
Έτσι φαίνεται ότι το αντιλαμβάνεται το ίδιο το Συμβούλιο, καθόσον προβλέπεται στο άρθρο 3 του προσβαλλόμενου κανονισμού ότι τα ποσά που έχουν καλυφθεί με εγγύηση «εισπράττονται οριστικά στο μέτρο που δεν υπερβαίνουν το ύψος του δασμού που καθορίζεται στον παρόντα κανονισμό», δηλαδή το ύψος του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ, η επιβολή του οποίου είχε ανασταλεί.
29
Επομένως η προσφυγή είναι βάσιμη και ως προς αυτό το σημείο.
Εφόσον το άρθρο 4 του κανονισμού 1778/77 δεν ρυθμίζει παρά μόνο την εφαρμογή των προηγουμένων διατάξεων, τίποτα δεν εμποδίζει την ακύρωση του κανονισμού στο σύνολό του.
30
Από τις προηγούμενες παρατηρήσεις, καθώς και από τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες στις παράλληλες προσφυγές 113/77, 11/77, 120/77 και 121/77, προκύπτει ότι ο κανονισμός 1778/77 πάσχει από έλλειψη νομιμότητας και ότι, επομένως, η προσφυγή είναι βάσιμη.
Συνεπώς, πρέπει να ακυρωθεί, σύμφωνα με το αίτημα των προσφευγουσών.
Εντούτοις πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ακύρωση του κανονισμού 1778/77 δεν επηρεάζει καθόλου τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν οι κυριότεροι ιάπωνες παραγωγοί να αναθεωρήσουν τις τιμές τους έτσι ώστε να εξαλειφθεί το περιθώριο ντάμπινγκ και ότι, επομένως, αυτές οι υποχρεώσεις εξακολουθούν να είναι καθ' όλα ισχυρές και να διέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 14, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 του κανονισμού 459/68.
Επί της αγωγής αποζημιώσεως
31
Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι η κοινοτική δράση τους προκάλεσε ζημία, ζητούν δε την αποκατάστασή της δυνάμει των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης.
Καταρχάς, όφειλαν να καταβάλουν ως προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ ορισμένα ποσά και επιβαρύνθηκαν με άλλα έξοδα.
32
Εντούτοις, όσον αφορά τα ήδη καταβληθέντα ποσά του προσωρινού δασμού, η υποχρέωση καταβολής αυτών των ποσών εξέλειψε λόγω της ακυρώσεως του άρθρου 3 του κανονισμού 1778/77.
Όσον αφορά τα άλλα έξοδα, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, κατά το άρθρο 15 του κανονισμού 459/68, η Επιτροπή νομιμοποιείται να θεσπίζει προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ «όταν προκύπτει από προκαταρκτική εξέταση των πραγματικών περιστατικών ότι υφίσταται ντάμπινγκ και όταν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για την ύπαρξη ζημίας και όταν τα συμφέροντα της Κοινότητας καθιστούν αναγκαία την άμεση ανάληψη δράσεως».
Η διάταξη αυτή παρέχει στην Επιτροπή αρκετό περιθώριο εκτιμήσεως, οι δε ενάγουσες δεν προσκόμισαν στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι, η Επιτροπή, κατά την άσκηση αυτής της ευχέρειας, διέπραξε σφάλματα ń στερούμενες νομιμότητας πράξεις, φύσεως τέτοιας ώστε να υπέχει ευθύνη η Κοινότητα.
33
Κατά δεύτερο λόγο, οι ενάγουσες υπέστησαν απώλειες πωλήσεων και επομένως, απώλεια κερδών, λόγω των φερομένων ως μη νομίμων υποχρεώσεων οι οποίες τους είχαν επιβληθεί από το άρθρο 5 του εγγράφου αναλήψεως υποχρεώσεως που υπέγραψε η NSK περί αναθεωρήσεως των τιμών της.
Με το άρθρο αυτό η NSK υποχρεώνεται να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να επεκτείνει στα μη καταγόμενα από την Ιαπωνία προϊόντα της την αναθεώρηση των τιμών για την οποία είχε αναλάβει την υποχρέωση για τα προϊόντα καταγωγής Ιαπωνίας, πράγμα το οποίο της επέβαλε αύξηση τιμών, ακόμα και για τα κατασκευαζόμενα στην Κοινότητα προϊόντα, ιδίως στα εργοστάσια της θυγατρικής της NSK Bearings Europe Limited.
34
Το αίτημα των εναγουσών έγινε δεκτό στην προσφυγή ακυρώσεως λόγω της υποχρεώσεως που ανέλαβε η NSK και την οποία απεδέχθη η Επιτροπή.
Επομένως, δεν μπορούν να επικαλεστούν τη φερομένη έλλειψη νομιμότητας αυτής της ανάληψης υποχρεώσεως για να στηρίξουν ευθύνη της Κοινότητας.
35
Επομένως, η αγωγή αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει τον κανονισμό 1778/77 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1977, περί θεσπίσεως δασμού αντιντάμπινγκ για τους ένσφαιρους τριβείς και τους τριβείς με κωνικούς κυλίνδρους προελεύσεως Ιαπωνίας.
2)
Απορρίπτει την αγωγή αποζημιώσεως.
Kutscher
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Donner
Pescatore
Sørensen
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 29 Μαρτίου 1979.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Μαρτίου 1979.
Kutscher
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Donner
Pescatore
Sørensen
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy