ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRI MAYRAS
της 23ης Μαΐου 1978 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
I —
Η υπό κρίση προδικαστική υπόθεση σας υποβλήθηκε από το NATIONAL INSURANCE COMMISSIONER, που είναι αρμόδιος στο Ηνωμένο Βασίλειο να δικάζει προσφυγές επί ορισμένων διαφορών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Θα σας ωθήσει να ασχοληθείτε και πάλι με την κατάσταση, ως προς τις παροχές σε χρήμα ασφαλίσεως ασθενείας, των εργαζομένων «που δεν βρίσκονται στη Μεγάλη Βρετανία» κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71.
Κατ' αντίθεση προς την υπόθεση BRACK, επί της οποίας αποφανθήκατε με την απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1976 (RECUEIL σ. 1430), στην υπό κρίση περίπτωση πρόκειται για διαμονή ή κατοικία κάπως ιδιόρρυθμου χαρακτήρα, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος εξέτιε ποινή φυλακίσεως σε άλλο κράτος μέλος.
θα αναγκαστώ λοιπόν να υπεισέλθω στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης των κρατουμένων, ο οποίος — αν δεν απατώμαι — δεν έχει ποτέ απασχολήσει τη νομολογία του Δικαστηρίου σας. Πράγματι, η υπόθεση WELCHNER (απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1967, REC. σ. 428) αφορούσε περίοδο αιχμαλωσίας πολέμου.
Διάδικοι στην κύρια δίκη είναι ένας υπήκοος της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, τώρα κάτοικος Αγγλίας, και ο INSURANCE OFFICER, που αντιπροσωπεύει το βρετανικό Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Ασφαλίσεως.
Στις 9 Ιανουαρίου 1973, ο KENNY κρίθηκε ένοχος προξενήσεως σωματικών βλαβών κατά της συζύγου του από το CENTRAL CRIMINAL COURT του Δουβλίνου και καταδικάστηκε για το λόγο αυτό σε δωδεκάμηνη φυλάκιση με αναστολή, υπό τον όρο να τηρήσει την απαγόρευση διαμονής στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας πλησίον του τόπου κατοικίας της συζύγου του επί μία διετία. Επειδή παρέβη την απαγόρευση αυτή στις 16 Ιουνίου 1973, ο ενδιαφερόμενος συνελήφθη και υποχρεώθηκε, στις 28 Ιουνίου, να εκτίσει δωδεκάμηνη ποινή φυλακίσεως στη φυλακή του MOUNTJOY.
Κατά τη διάρκεια της έκτισης της ποινής του, ο ενδιαφερόμενος κρίθηκε ανίκανος προς εργασία λόγω έλκους του δωδεκαδακτύλου, συνοδευόμενου από αιματέμεση, που πιστοποιήθηκε μάλιστα πριν από τη φυλάκισή του και, επειδή η κατάσταση της υγείας του απαιτούσε περίθαλψη που δεν μπορούσε να του χορηγηθεί μέσα στο σωφρονιστικό κατάστημα ή στο ιατρείο του, μεταφέρθηκε, στις 23 Οκτωβρίου 1973, στο MATER HOSPITAL, που βρίσκεται κοντά μεν στη φυλακή, αλλά είναι ανεξάρτητο προς αυτή. Παρέμεινε εκεί μέχρι τις 2 Νοεμβρίου 1973, οπότε και επανήλθε στη φυλακή. Απολύθηκε προ της συμπληρώσεως του χρόνου της ποινής του λόγω καλής διαγωγής στις 28 Μαρτίου 1974.
Μετά την απόλυσή του, ο ενδιαφερόμενος αξίωσε από τον αγγλικό φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως την καταβολή παροχών σε χρήμα λόγω της ασφαλίσεως ασθενείας για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που διάρκεσε η ανικανότητά του προς εργασία λόγω της ασθένειάς του, τόσο στη φυλακή όσο και στο νοσοκομείο.
Δεν είναι ακριβώς γνωστό τι επάγγελμα ασκούσε, είναι όμως αποδεδειγμένο ότι, αφότου υπηρέτησε στο βρετανικό στρατό, η τελευταία θέση απασχόλησης την οποία κατείχε στις 19 Ιανουαρίου 1973, λίγο πριν την περίοδο στην οποία αναφερόταν η αίτησή του, ήταν στην Αγγλία δεν αμφισβητείται επίσης ότι, κατά την εν λόγω περίοδο, υπαγόταν, κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, στη νομοθεσία της Μεγάλης Βρετανίας, μέρους δηλαδή του Ηνωμένου Βασιλείου.
Οι αγγλικές υπηρεσίες αρνήθηκαν, ωστόσο, να του χορηγήσουν τις παροχές ασθενείας σε χρήμα για την εν λόγω περίοδο. Η άποψη του INSURANCE OFFICER είναι η ακόλουθη: το άρθρο 1, στοιχείο α, ψηφίο ι, του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι για την εφαρμογή του κανονισμού ως «εργαζόμενος» νοείται κάθε πρόσωπο, το οποίο είναι ασφαλισμένο δυνάμει υποχρεωτικής ασφαλίσεως (ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως) κατά ενός ή περισσοτέρων κινδύνων που αντιστοιχούν στους κλάδους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που εφαρμόζεται στους μισθωτούς (υπό την επιφύλαξη των περιορισμών που αναφέρονται στο παράρτημα V).
Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ιε, «ως αρμόδιος φορέας» νοείται: ι) ο φορέας, στον οποίο ο ενδιαφερόμενος υπάγεται κατά το χρόνο της αιτήσεως παροχών (…)». Δεδομένου ότι ο προσφεύγων είχε απασχοληθεί ως μισθωτός στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι τις 19 Ιουνίου 1973, η αξίωση παροχών ασθενείας την οποία προέβαλε έπρεπε να εξεταστεί από φορέα του Ηνωμένου Βασιλείου.
Κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο β, «ο εργαζόμενος που κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος μέλος και καλύπτει τους όρους που απαιτούνται από τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους για να έχει δικαίωμα παροχών, αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον συντρέχει περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 18, λαμβάνει στο κράτος της κατοικίας του: (…) β) παροχές εις χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει αυτός (…)».
Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, «ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, η νομοθεσία του οποίου εξαρτά την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, λαμβάνει υπόψη, κατά το μέτρο που απαιτείται, τις περιόδους ασφαλίσεως που επραγματοποιήθησαν υπό τη νομοθεσία παντός άλλου κράτους μέλους, ως να επρόκειτο για περιόδους που επραγματοποιήθησαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός».
Ομοίως, το άρθρο 22, παράγραφος 1, ορίζει: «Ο εργαζόμενος, ο οποίος πληροί τις απαιτούμενες από τη νομοθεσία του κράτους προϋποθέσεις για να έχει δικαίωμα παροχών, αφού ληφθούν υπόψη ενδεχομένως οι διατάξεις του άρθρου 18, και
α)
του οποίου η κατάσταση απαιτεί άμεση χορήγηση παροχών κατά τη διάρκεια διαμονής στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (…) έχει δικαίωμα:
(…)
ιι)
παροχών εις χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν (…)»
Ένας εργαζόμενος που διακινείται εντός της Κοινότητας έχει δικαίωμα λήψεως παροχών ασθενείας σε χρήμα εφόσον «πληροί τις απαιτούμενες από τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους προϋποθέσεις για να έχει δικαίωμα παροχών», οι παροχές δε αυτές είναι οι καταβαλλόμενες από τον αρμόδιο φορέα «σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται από το φορέα αυτόν».
Από την άλλη πλευρά, το άρθρο 49 του NATIONAL INSURANCE ACT 1965, που ίσχυε κατά το υπό κρίση χρονικό διάστημα και που περιελήφθη και πάλι σχεδόν αυτούσιο στο άρθρο 85, παράγραφος 5, του SOCIAL SECURITY ACT 1975, ορίζει:
«1.
Εκτός αν οριστεί άλλως με REGULATION, ο ασφαλισμένος χάνει το δικαίωμα λήψεως παροχής και δεν καταβάλλεται προσαύξηση παροχής στο σύζυγο του ασφαλισμένου για περίοδο κατά την οποία ο ασφαλισμένος
(α)
βρίσκεται εκτός Μεγάλης Βρετανίας· ή
(β)
εκτίει στερητική της ελευθερίας ποινή ή τελεί υπό νόμιμη κράτηση» («DETENTION IN LEGAL CUSTODY»).
(Στο εξής χρησιμοποιώ τον όρο «νόμιμη κράτηση» για την απόδοση της έκφρασης αυτής.)
Τροποποιητικές διατάξεις εισήχθησαν με το REGULATION 11 των GENERAL BENEFIT REGULATIONS 1970, κατά το οποίο η απώλεια του δικαιώματος δεν επέρχεται, παρά μόνον αν η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του κρατουμένου καταλήξει σε επιβολή ποινής. Ομοίως, δεν επέρχεται για οποιαδήποτε περίοδο κατά τη διάρκεια της έκτισης της ποινής του, κατά την οποία τελούσε υπό κράτηση, αν κατά την περίοδο αυτή υπέκειτο σε κράτηση σε νοσοκομείο ή παρόμοιο ίδρυμα στη Μεγάλη Βρετανία λόγω διανοητικών διαταραχών, εκτός εάν, κατόπιν καταδικαστικής αποφάσεως ή εντάλματος κρατήσεως εκδιδόμενου από δικαστήριο κατόπιν ποινικής διώξεως, εξέτιε στερητική της ελευθερίας ποινή σε φυλακή και μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο ή παρόμοιο ίδρυμα, ενόσω εξέτιε ποινή βάσει της αποφάσεως ή του εντάλματος αυτού.
Μόνο ο εγκλεισμός σε φυλακή που έχει σχέση με πλημμέλημα ή με κακούργημα συνεπάγεται την αναστολή του δικαιώματος λήψεως παροχών: δεν υπάρχει αναστολή σε περίπτωση κρατήσεως λόγω οφειλών, δηλαδή σε περίπτωση προσωποκρατήσεως.
Όπως βλέπετε, λοιπόν, κύριοι, η φύση της φυλάκισης ή της κράτησης, κατά τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν είναι αδιάφορη για να κριθεί η διατήρηση ή μη των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου ως προς τις παροχές ασθενείας. Από την άλλη πλευρά δεν στερείται σημασίας το αν ο ενδιαφερόμενος κρατήθηκε στο ιατρείο του σωφρονιστικού καταστήματος ή σε νοσοκομείο ανεξάρτητο από τη φυλακή.
Η απουσία από τη Μεγάλη Βρετανία, που ήταν ο πρώτος λόγος της αρνήσεως χορηγήσεως των παροχών και που εξακολουθεί να αναφέρεται ως πρώτος λόγος στο SOCIAL SECURITY ACT 1975, δεν μπορεί προφανώς να προβληθεί έναντι εργαζομένων των κρατών μελών που μετακινούνται εντός της Κοινότητας, και τούτο δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 18 και 19 του κανονισμού.
Ο αρμόδιος φορέας όμως υποστηρίζει ότι η έκφραση «στερητική της ελευθερίας ποινή ή νόμιμη κράτηση» δεν αφορά μόνο τη φυλάκιση, αλλά και κάθε κράτηση που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την ποινική δίωξη. Αφορά ειδικότερα την κράτηση σε νοσοκομείο ή σε παρόμοιο ίδρυμα κατόπιν ποινικής διώξεως.
Εξ άλλου, είναι μεν αληθές ότι ο προσφεύγων εισήχθη σε νοσοκομείο, αυτό όμως έγινε κατά τη διάρκεια του χρόνου της ποινής, την οποία εξέτιε, και όχι διότι του είχε επιβληθεί μέτρο κρατήσεως σε νοσοκομείο.
Τέλος, ο αποκλεισμός του δικαιώματος λήψεως παροχών καλύπτει οποιαδήποτε κράτηση, ανεξάρτητα από τον τόπο όπου πραγματοποιήθηκε και όχι μόνο στη Μεγάλη Βρετανία.
Επομένως, η χορήγηση παροχών ασθενείας σε χρήμα στον προσφεύγοντα στην κύρια δίκη για την εν λόγω περίοδο απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι, κατά το κρίσιμο έτος συνεισφορών, του επιβλήθηκε μέτρο νόμιμης κράτησης.
Αν αντιλήφθηκα ορθώς το αγγλικό σύστημα, το γεγονός και μόνο του εγκλεισμού σε φυλακή ή της νόμιμης κράτησης συνεπάγεται, με απλά λόγια, την απώλεια του δικαιώματος λήψεως παροχών σε χρήμα, η οποία προστίθεται την ποινική κύρωση, την οποία υποχρεώθηκε να εκτίσει ο ενδιαφερόμενος κατόπιν της παραβάσεως της απαγόρευσης διαμονής που του είχε επιβληθεί. Πρόκειται λοιπόν στην πραγματικότητα για παρεπόμενη ποινή.
Εννοείται ότι θα πρέπει ακόμη ο εθνικός δικαστής να αποφανθεί επί του ζητήματος αν η καταδίκη με αναστολή που απήγγειλε το CENTRAL CRIMINAL COURT του Δουβλίνου συνιστά «ποινή» κατά την έννοια του άρθρου 49, παράγραφος 1, στοιχείο Β του NATIONAL INSURANCE ACT 1965 και του REGULATION 11 του 1970. Θα πρέπει επίσης να κρίνει αν η κράτηση κοντά σε μια φυλακή μπορεί, κατά το αγγλικό δίκαιο, να εξομοιωθεί προς κράτηση εντός της φυλακής.
Ο εν λόγω δικαστής ενδιαφέρεται ήδη από τώρα να πληροφορηθεί αν η κοινοτική ρύθμιση περί της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας ή αν οι θεμελιώδεις αρχές στις οποίες στηρίζεται η εν λόγω ρύθμιση περιορίζουν την έκταση της εφαρμογής της αγγλικής ρύθμισης στις περιόδους φυλακίσεως ή κρατήσεως στη Μεγάλη Βρετανία, καθιστώντας έτσι απρόβλητη έναντι των ασφαλισμένων στα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως την απώλεια δικαιώματος που απορρέει από στερητική της ελευθερίας ποινή που εκτίθηκε ή κράτηση που πραγματοποιήθηκε σε άλλο κράτος μέλος, ή αν, αντιθέτως, η κοινοτική αυτή ρύθμιση ή οι κοινοτικές αυτές αρχές τον παραπέμπουν υποχρεωτικά στην αγγλική ρύθμιση.
Γι' αυτό και σας υπέβαλε τα ακόλουθα τρία ερωτήματα:
«1)
Στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, το άρθρο 7 της Συνθήκης της Ρώμης έχει άμεση εφαρμογή στα κράτη μέλη;
2)
Μπορεί ο αρμόδιος φορέας κράτους μέλους, που είναι επιφορτισμένος είτε από το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο β, είτε από το άρθρο 22, παράγραφος 1, στοιχείο α, ψηφίο ιι, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 με την καταβολή παροχών σε χρήμα σε εργαζόμενο που δεν είναι υπήκοος του κράτους μέλους αυτού, σύμφωνα με τη νομοθεσία την οποία εφαρμόζει,
(1)
να θεωρεί περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ως ισοδύναμα προς αντίστοιχα περιστατικά που συμβαίνουν στο δικό του κράτος, τα οποία, αν είχαν συμβεί στο δικό του κράτος θα στερούσαν εν όλω ή εν μέρει τον ενδιαφερόμενο εργαζόμενο από το δικαίωμα λήψεως των παροχών και,
(2)
επομένως, να αρνηθεί την καταβολή της παροχής;
3)
Θα διέφερε η απάντηση στο προηγούμενο ερώτημα αν ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος ήταν υπήκοος του κράτους μέλους, στο οποίο ανήκει ο αρμόδιος φορέας;»
II —
Η αφηρημένη απάντηση την οποία θα δώσετε στα ερωτήματα αυτά φαίνεται ότι θα πρέπει να βαίνει πέρα από την υπό κρίση περίπτωση· πράγματι, πρέπει να επιλυθεί το ζήτημα αν η κράτηση, η φυλάκιση ή οποιοδήποτε άλλο περιστατικό που συμβαίνει σε κάποιο κράτος μέλος — και όχι μόνο στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, το ποινικό σύστημα της οποίας εξακολουθεί να είναι ακόμη αρκετά συγγενές προς το αγγλικό σύστημα, παρά το ότι εμφανίζει, μετά την ανεξαρτητοποίηση της Ιρλανδίας, ορισμένα πρωτότυπα χαρακτηριστικά — συνιστά νόμιμο λόγο απώλειας του δικαιώματος λήψεως παροχών ασθενείας σε χρήμα στα άλλα κράτη μέλη, και όχι μόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο, τόσο για τον εργαζόμενο όσο και για το σύζυγό του.
Αντιθέτως προς ό, τι προτείνει η Επιτροπή, θα εξετάσω τα ερωτήματα με τη σειρά με την οποία υποβάλλονται, συνδυάζοντας ωστόσο το πρώτο με το τρίτο.
1.
Είναι αποδεδειγμένο ότι η ανικανότητα του ενδιαφερομένου προς εργασία προϋπήρχε της φυλάκισής του, πράγμα που δεν είναι καθόλου παράδοξο, αν ληφθεί υπόψη η φύση της ασθένειάς του, καθώς και ότι, αν δεν είχε μεταβεί στην Ιρλανδία, θα μπορούσαν να είχαν αρχίσει να του καταβάλλονται παροχές κατά το πέρας της «προπαρασκευαστικής προθεσμίας». Εξ άλλου, είναι αποδεδειγμένο ότι ο προσφεύγων έπασχε, επί ένα μέρος τουλάχιστον της διάρκειας της κράτησής του, από την ίδια ανικανότητα με εκείνη που του είχε ή που έπρεπε να του είχε αναγνωριστεί πριν από τη φυλάκισή του. Δεν υποστηρίζεται, τέλος, ότι λόγω της κρατήσεώς του καθίστατο αδύνατο στο αγγλικό ταμείο να αναθέσει σε ιατρό της επιλογής του να πιστοποιήσει τη σωματική ανικανότητα του ασφαλισμένου προς εξακολούθηση ή προς εκ νέου ανάληψη της εργασίας του. Άλλωστε, ο NATIONAL COMMISSIONER αναγνωρίζει ότι η ανικανότητα αυτή εξακολουθούσε να υφίσταται μέχρι την απόλυση του ενδιαφερομένου στις 28 Μαρτίου 1974 από τις φυλακές.
2.
Ο μόνος λόγος, για τον οποίο ο COMMISSIONER δεν δέχτηκε το αίτημα του προσφεύγοντος, είναι ότι η χορήγηση των παροχών στην περίπτωσή του θα συνιστούσε διάκριση σε βάρος των υπηκόων του Ηνωμένου Βασιλείου, που δεν είναι διακινούμενοι εργαζόμενοι και που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση και υπόκεινται στην αγγλική νομοθεσία. Η Επιτροπή, από την άλλη πλευρά, τονίζει τη διαφορά αυτή μεταχειρίσεως αναφέροντας και το παράδειγμα του διακινούμενου εργαζομένου, ο οποίος, αντί να επανέλθει στη χώρα καταγωγής του (τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας) αποφασίζει να παραμείνει στη χώρα, όπου και εκτίει την ποινή φυλακίσεως (στο Ηνωμένο Βασίλειο).
Έτσι εξηγείται το ερώτημα το σχετικό με την «άμεση εφαρμογή» του άρθρου 7 της Συνθήκης της Ρώμης, που ορίζει, όπως ξέρετε, στην πρώτη παράγραφο ότι:
«Εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσης Συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεών της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας.»
Ο κανόνας της «εθνικής μεταχειρίσεως (των αλλοδαπών)» συνιστά, πράγματι, μία από τις θεμελιώδεις νομικές διατάξεις της Κοινότητας· ο κανόνας αυτός, παραπέμποντας στο σύνολο των νομοθετικών διατάξεων που πράγματι εφαρμόζει η χώρα εγκαταστάσεως στους ημεδαπούς, μπορεί, κατ' ουσία, να τύχει απευθείας επικλήσεως από τους υπηκόους όλων των άλλων κρατών μελών (βλ., π.χ., απόφαση REYNERS της 21ης Ιουνίου 1974, REC. σ. 651). Κάθε δικαστήριο κράτους μέλους είναι, επομένως, αρμόδιο να αντλήσει τις συνέπειες της ενδεχόμενης παράβασης του κανόνα της απαγόρευσης των διακρίσεων, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφασή του στην υπόθεση WALRAVE της 12ης Δεκεμβρίου 1974 (REC. σ. 1421).
3.
Το άρθρο 7 απαγορεύει, επομένως σε ένα κράτος μέλος να μεταχειρίζεται τους υπηκόους άλλων κρατών μελών δυσμενέστερα από ό, τι τους ημεδαπούς. Η διάταξη αυτή, κατά τον COHEN JONATHAN (REVUE DU MARCHE COMMUN 1978, σ. 74, «LA COUR DES COMMUNAUTÉS ET LES DROITS DE L'HOMME» [Το Δικαστήριο των Κοινοτήτων και τα ανθρώπινα δικαιώματα]), «εκφράζει απλώς μια οικονομική αναγκαιότητα — που είναι η εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας — χωρίς να έχει στην πραγματικότητα κοινωνικούς ή ανθρωπιστικούς στόχους».
Μπορεί από τον κανόνα αυτό να συναχθεί ότι επιβάλλει σε ένα κράτος μέλος να μη μεταχειρίζεται τους υπηκόους άλλων κρατών μελών ευνοϊκότερα από ό, τι τους ημεδαπούς, λόγω νομοθετικών ή άλλων διαφορών; Με άλλα λόγια, ενέχει το άρθρο 7 μια αρχή που έχει άμεση εφαρμογή και την οποία τα εθνικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να διαφυλάττουν, έστω και αν στρέφεται σε βάρος των ιδιωτών; Αυτό είναι το πρόβλημα που φαίνεται να απασχολεί περισσότερο το NATIONAL COMMISSIONER και το οποίο προσπαθεί να εκφράσει με το τρίτο ερώτημά του.
Μου φαίνεται σαφές ότι το άρθρο 7 δεν αφορά τις ενδεχόμενες ανισότητες μεταχειρίσεως και τις στρεβλώσεις που μπορούν να προκύψουν, ως προς τα πρόσωπα και τις επιχειρήσεις που υπάγονται στη δικαιοδοσία της Κοινότητας, από τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των νομοθεσιών των διαφόρων κρατών μελών, εφόσον οι νομοθεσίες αυτές επηρεάζουν κάθε πρόσωπο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής τους, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια και ασχέτως της ιθαγένειάς τους (απόφαση WILHELM της 13ης Φεβρουαρίου 1969, REC. σ. 16). Η κρίση αυτή ισχύει εξίσου στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης, όπως και στον τομέα του δικαίου περί συμφωνιών επιχειρήσεων.
Η απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας δεν αντίκειται ούτε στην εφαρμογή διαφορετικού φορολογικού συστήματος ανάλογα με τον τόπο κατοικίας του φορολογουμένου, όπως έκρινε το FINANZGE-RICHT DÜSSELDORF στις 8 Μαΐου 1974 (SPERL 1974, No 545). Δεν προκύπτει από τις Συνθήκες ότι, επί φορολογικών ζητημάτων, η εφορία υποχρεούται να εξομοιώνει το έδαφος των κρατών μελών προς το εθνικό έδαφος. Αλλιώς, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι επιβάλλεται επίσης η τήρηση και ενός άλλου κανόνα, κατά τον οποίο ο φέρων ορισμένη ιθαγένεια δεν πρέπει να τυγχάνει διαφορετικής μεταχειρίσεως από τους συμπατριώτες του, αναλόγως του αν διαμένει στο κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοος ή σε άλλο κράτος μέλος.
Δεν νομίζω, επομένως, ότι ο κανόνας αυτός, έτσι όπως τον διατύπωσα, έχει «άμεσο αποτέλεσμα» κατά την έννοια την οποία δίνετε στην έκφραση αυτή, κατά το μέτρο που μπορεί να στραφεί εις βάρος των ιδιωτών γι' αυτόν, άλλωστε, το λόγο οι ιδιώτες αυτοί δεν μπορούν να τον επικαλεστούν.
III —
Αντιθέτως, η θεμελιώδης αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας ρυθμίζεται ειδικά στα κεφάλαια του τίτλου III του δεύτερου μέρους της Συνθήκης, που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, το δικαίωμα εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 μεταφέρει την αρχή αυτή στον τομέα της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς που διακινούνται εντός της Κοινότητας:
«Τα πρόσωπα που κατοικούν στο έδαφος ενός από τα κράτη μέλη και για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού, υπόκεινται στις υποχρεώσεις και απολαύουν των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους υπό τους ίδιους όρους με τους υπηκόους του, υπό την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων του παρόντος κανονισμού.»
Αν θεωρηθεί ότι ως «υποχρέωση» πρέπει να νοείται και κάθε περίπτωση που συνεπάγεται την απώλεια δικαιώματος επί παροχών, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ένα γεγονός που συμβαίνει σε ένα κράτος μέλος (τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας) πρέπει να έχει τις ίδιες συνέπειες με ανάλογο γεγονός που συμβαίνει σε άλλο κράτος μέλος (το Ηνωμένο Βασίλειο). Αλλιώς, υπάρχει κίνδυνος να παραχθεί «αντίστροφη» διάκριση εις βάρος των ημεδαπών εργαζομένων του Ηνωμένου Βασιλείου, που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, ή εις βάρος των διακινουμένων εργαζομένων, οι οποίοι, αντί να επιστρέψουν στη χώρα καταγωγής τους, αποφασίζουν να παραμείνουν στη χώρα, όπου πραγματοποιείται η φυλάκιση (εν προκειμένω, το Ηνωμένο Βασίλειο).
Εγώ νομίζω ότι ο όρος «υποχρέωση» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 3 του κανονισμού 1408/71 αναφέρεται αυστηρά και μόνο στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης: πρόκειται για τις προϋποθέσεις που θέτει η εθνική νομοθεσία για την κτήση, τη διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος επί κοινωνικής ασφαλίσεως (προϋποθέσεις υπαγωγής, ελάχιστος αριθμός ωρών εργασίας, εξαρτημένης ή εξομοιούμενης προς αυτή, ελάχιστος χρόνος ασφαλίσεως, κ.λπ.) και όχι για διατάξεις ξένες προς την κοινωνική ασφάλιση, σχετικές, παραδείγματος χάρη, με το «πολιτικό» καθεστώς των ασφαλισμένων.
Όπως ακριβώς το άρθρο 7 της Συνθήκης, και το άρθρο 3 του κανονισμού 1408/71 αφορά την εξομοίωση των υπηκόων καθενός από τα κράτη μέλη προς τους ημεδαπούς του κράτους υποδοχής, όχι όμως και την εξομοίωση πραγματικών περιστατικών που συνέβησαν το έδαφος του καθενός από τα κράτη μέλη προς«ανάλογα» περιστατικά που συμβαίνουν στο έδαφος του κράτους υποδοχής ή του αρμοδίου κράτους.
IV —
Υπάρχει, όμως, άραγε, ειδικά, στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης, ένας τέτοιος κανόνας που να απαγορεύει τις «αντίστροφες» διακρίσεις και που να απορρέει από γενική αρχή του άγραφου κοινοτικού δικαίου;
Στην υπόθεση D'AMICO, επί της οποίας το Δικαστήριο απεφάνθη με απόφαση της 9ης Ιουλίου 1975 (REC. σ. 891), ο γενικός εισαγγελέας ALBERTO TRABUCCHI ανέπτυξε τα εξής στις προτάσεις του της 12ης Ιουνίου 1975:
«Θα ήταν ασφαλώς υπερβολικό να υποστηριχτεί ότι, κατά γενικό κανόνα, ως προς την εφαρμογή των εθνικών κοινωνικών νομοθεσιών στους κοινοτικούς εργαζομένους, η αρχή της εδαφικότητας έχει από κάθε άποψη εγκαταλειφθεί θα ήταν όμως εξίσου ανεπίτρεπτο να ληφθεί ως σημείο αφετηρίας η αντίθετη σκέψη, κατά την οποία, κατά γενικό κανόνα, εν όψει της εφαρμογής εθνικής κοινωνικής νομοθεσίας, αποκλείεται να ασκήσουν επιρροή περιστατικά που συνέβησαν εκτός του εδάφους του οικείου κράτους, εκτός αν ρητή διάταξη ορίζει άλλως. Η νομολογία του Δικαστηρίου μας δείχνει ότι περιστατικά που συνέβησαν εκτός του εδάφους συγκεκριμένου κράτους μέλους πρέπει να εξομοιώνονται, έστω και ελλείψει ειδικών διατάξεων που προβλέπουν αυτή την εξομοίωση, προς αντίστοιχα περιστατικά, τα οποία κατά την εθνική νομοθεσία θεωρούνται ως γενεσιουργά εννόμων αποτελεσμάτων μόνον όταν συμβαίνουν στην εθνική επικράτεια» (REC. σ. 902).
Ο γενικός εισαγγελέας αναφερόταν στο σημείο αυτό ιδίως στην απόφαση που εκδόθηκε επί της υποθέσεως UGLIOLA (15 Οκτωβρίου 1969, REC. σ. 363) που αναφερόταν στο κατά πόσο εθνική νομοθεσία, που όριζε ότι η σύμβαση εργασίας διετηρείτο κατά την περίοδο της στρατιωτικής θητείας, εφαρμοζόταν προκειμένου για θητεία που εκπληρώθηκε σε άλλο κράτος μέλος.
Η υπόθεση αυτή δεν αφορούσε την κοινωνική ασφάλιση, αλλά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνατε ότι, βάσει της αρχής της ίσης μεταχείρισης που υλοποιείται, δυνάμει του άρθρου 48, με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση επί του δικαιώματος προς εργασία, οι περίοδοι στρατιωτικής θητείας που συμπληρώθηκαν σε άλλο κράτος μέλος έπρεπε να ληφθούν υπόψη.
Στον τομέα όμως της κοινωνικής ασφάλισης, απέστητε σαφώς από τη θέση αυτή, ακριβώς με την απόφασή σας στην υπόθεση D'AMICO, κρίνοντας ότι δεν έπρεπε, προκειμένου για την κτήση του δικαιώματος επί παροχών σε άλλο κράτος μέλος, να ληφθούν υπόψη περίοδοι που συμπληρώθηκαν σε άλλο κράτος μέλος και που, μολονότι είναι, ως εκ της φύσεώς τους, εξομοιούμενες περίοδοι, κατά το εσωτερικό δίκαιο του εν λόγω κράτους, δεν λαμβάνονται υπόψη για τη συμπλήρωση της περιόδου ασφαλίσεως που είναι αναγκαία για την κτήση του δικαιώματος επί των παροχών, δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό των παροχών, η δε συμπλήρωσή τους, προ της υποβολής της αιτήσεως, αποτελεί συμπληρωματική απλώς προϋπόθεση, από την οποία εξαρτάται το δικαίωμα επί των παροχών.
Είναι αλήθεια ότι καμία κοινοτική διάταξη δεν αποκλείει την απώλεια δικαιώματος λόγω φυλακίσεως σε κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, ούτε όμως και καμιά διάταξη προβλέπει μια τέτοια απώλεια. Ασφαλώς, αν στην απαρίθμηση των περιστάσεων που δικαιολογούν την αναστολή της καταβολής των παροχών ανεργίας το έντυπο υπόδειγμα που έχει καταρτιστεί από τη διοικητική επιτροπή των διακινουμένων εργαζομένων δεν περιλαμβάνει τη φυλάκιση ή την κράτηση, η περίσταση αυτή δεν απαγορεύει, αυτή καθαυτή, σε ένα κράτος μέλος να θεωρεί το περιστατικό αυτό ως λόγο απώλειας δικαιώματος, υπό τον όρο ότι υπάρχει γενική αρχή του δικαίου κοινή στα συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών που να επιβάλλει να λαμβάνεται αυτό υπόψη.
Υπό την οπτική γωνία του «ευρωπαϊκού δικαστικού χώρου», νομίζω πράγματι ότι θα έπρεπε, σε κάθε κράτος μέλος, να λαμβάνονται υπόψη ανάλογα περιστατικά που συνέβησαν σε άλλο κράτος μέλος θα έπρεπε όμως τότε τα περιστατικά να κρίνονται χωρίς διάκριση, είτε ενδέχεται να αποβούν υπέρ των ενδιαφερομένων είτε ενδέχεται να αποβούν δυσμενή γι' αυτούς.
Στην προαναφερθείσα απόφαση, δεχτήκατε ότι δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ένα περιστατικό, που συνδέεται ωστόσο στενά προς την κοινωνική ασφάλιση, που μπορούσε να αποβεί προς όφελος εργαζομένου που διακινείται εντός της Κοινότητας· δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς θα μπορούσε το Δικαστήριο, στην προκειμένη περίπτωση, να κρίνει ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη, δυνάμει άγραφης διατάξεως του κοινοτικού δικαίου της κοινωνικής ασφαλίσεως, ένα περιστατικό που ενδέχεται να αποβεί εις βάρος ενός τέτοιου εργαζομένου.
Με μια απόφαση, από την οποία έχει παρέλθει ήδη πολύς χρόνος, το LANDESSOZIALGERICHT Baden-Württemberg έκρινε, στις 30 Αυγούστου 1968 (SPERL 1968, No 3337) ότι «το άρθρο 8 του κανονισμού 3 (το οποίο αντιστοιχεί ουσιαστικά προς το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71) αποσκοπεί κατά κύριο λόγο στην απαγόρευση κάθε διακρίσεως ή δημιουργίας μειονεκτήματος εις βάρος των διακινουμένων εργαζομένων έναντι των ημεδαπών κράτους μέλους που διαμένουν σ' αυτό, όχι όμως και αντιστρόφως, και στον αποκλεισμό ευνοϊκότερης μεταχειρίσεως που θα μπορούσε να προκύψει από τις κοινοτικές διατάξεις που εφαρμόζονται στους διακινούμενους εργαζομένους».
V —
Παραμένει να ερευνηθεί αν υφίσταται γενική αρχή κοινή στα δίκαια των κρατών μελών που να επιτρέπει στον αρμόδιο φορέα να εξομοιώνει τα περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους προς ανάλογα περιστατικά, τα οποία, αν είχαν συμβεί στο δικό του κράτος, θα συνεπάγονταν την άρση μέρους ή και ολόκληρου του δικαιώματος επί παροχών ασφαλίσεως ασθενείας σε χρήμα.
Ενόψει ενός τέτοιου νομικού και όχι πραγματικού ζητήματος, η απάντηση ότι εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να κρίνει αν ένα πρόσωπο που είναι φυλακισμένο σε ένα κράτος μέλος, είτε είναι υπήκοός του είτε όχι, βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με τους ημεδαπούς ή με πρόσωπα καταγόμενα από άλλο κράτος μέλος που τελούν υπό κράτηση σ' αυτό το κράτος, δεν θα ήταν ικανοποιητική.
Το γεγονός ότι ο κανονισμός 1408/71 αποσκοπεί αποκλειστικά στο συντονισμό και όχι στην εναρμόνιση της εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως των κρατών μελών δεν μπορεί να οδηγήσει, άνευ ετέρου, στο συμπέρασμα ότι πρέπει να υπάρξει ευθυγράμμιση προς το καθεστώς που ισχύει για τους κρατουμένους στο κράτος μέλος του παραπέμποντος δικαστή. Μια τέτοια παραπομπή στο εθνικό δίκαιο θα κατέληγε, ελλείψει εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο, σε ευθυγράμμιση του κοινοτικού δικαίου προς το δίκαιο του παραπέμποντος εθνικού δικαστηρίου και προς τις αντιλήψεις που ισχύουν στο δίκαιο αυτό.
Πριν πραγματοποιηθεί ένα τέτοιο βήμα, θα έπρεπε να γίνει επισταμένη συγκριτική μελέτη του δικαίου, προκειμένου να ερευνηθεί, σε όλα τα κράτη μέλη, ποια είναι η επίπτωση της φυλάκισης ή της κράτησης επί του δικαιώματος επί παροχών ασφαλίσεως ασθενείας σε χρήμα, για να μπορέσει να υποστηριχτεί ότι «κατ' ουσίαν» η κατάσταση είναι η ίδια, είτε οι εργαζόμενοι τελούν υπό κράτηση στο κράτος του οποίου φέρουν την ιθαγένεια είτε στο κράτος όπου εργάζονται. Μια τέτοια έρευνα νομίζω πως είναι εξίσου σημαντική όσο και, παραδείγματος χάρη, η κατάρτιση πίνακος μέτρων υγειονομικού ελέγχου στα σύνορα των κρατών μελών επί εισαγωγής ζώων και κρέατος από τρίτες χώρες.
Εγώ τουλάχιστον μπόρεσα να κάνω μια επί τροχάδην εξέταση του καθεστώτος που ισχύει στο κράτος μέλος καταγωγής μου.
Πρέπει, κατ' αρχήν, να γίνει σαφής διάκριση μεταξύ του προβλήματος που μας ενδιαφέρει και του καθεστώτος που ισχύει επί καταδίκων που εκτελούν εργασία στη φυλακή ως προς την αποζημίωση λόγω εργατικών ατυχημάτων.
Οι Προσωρινές Ευρωπαϊκές Συμφωνίες επί της Κοινωνικής Ασφαλίσεως που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν αντιμετώπιζαν καθόλου το πρόβλημα αυτό.
Είχαν διατυπωθεί, ωστόσο, ορισμένες επιφυλάξεις, που απαριθμούνταν στο παράρτημα III της κάθε μιας από τις Συμφωνίες αυτές, από τα συμβαλλόμενα μέρη. Οι επιφυλάξεις αυτές αφορούσαν ιδίως, για τη Γαλλία, τη νομοθεσία περί της αποζημιώσεως λόγω εργατικών ατυχημάτων των κρατουμένων. Οι παροχές που προβλέπονταν από τη νομοθεσία αυτή δεν μπορούσαν λοιπόν να χορηγηθούν στο πλαίσιο των Προσωρινών Συμφωνιών και δεν χορηγούνταν παρά μόνον αν είχε συναφθεί με την οικεία χώρα ειδική συμφωνία. Στη Γαλλία, η επιφύλαξη αυτή ήρθη από την 1η Οκτωβρίου 1962. Με διάταγμα της 19ης Νοεμβρίου 1962 καταργήθηκε ο περιορισμός του άρθρου L.416-5o του Κώδικα Κοινωνικής Ασφαλίσεως ως προς την εξασφάλιση από τους κινδύνους εργατικών ατυχημάτων των αλλοδαπών κρατουμένων που εκτελούν εργασία στη φυλακή. Από τις 23 Νοεμβρίου 1962, συνεπώς, οι αλλοδαποί κρατούμενοι καλύπτονται, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τους γάλλους κρατουμένους, από τον κίνδυνο κάθε ατυχήματος που συμβαίνει από ή κατά την εργασία που εκτελούν στη φυλακή.
Πρέπει στη συνέχεια να διακριθεί από την περίπτωση που μας ενδιαφέρει το πρόβλημα των παροχών ασφαλίσεως ασθενείας σε είδος, εφόσον οι φροντίδες προς τους κρατουμένους παρέχονται δωρεάν στο ιατρείο ή στο νοσοκομείο.
Όσον αφορά τη χορήγηση παροχών ασφαλίσεως ασθενείας σε χρήμα (ημερήσιες αποζημιώσεις), το καθεστώς των κρατουμένων έχει ως εξής:
Δεν γίνεται διάκριση ανάλογα με το λόγο της στέρησης της ελευθερίας, ανάλογα δηλαδή με το αν επιβάλλεται για λόγους διοικητικούς ή προλήψεως ή προς έκτιση ποινής, ή ανάλογα με το αν παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κρατουμένου, ή αν αυτός αθωωθεί με δικαστική απόφαση.
Ο υπαγόμενος σε σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, ο οποίος κατά την έναρξη της φυλάκισής του θα είχε δικαίωμα επί ημερησίων αποζημιώσεων κατόπιν διακοπής της εργασίας του λόγω ασθενείας, δικαιούται να λάβει τις αποζημιώσεις αυτές κατά τη διάρκεια της ανικανότητάς του. Η προϋπόθεση είναι η διακοπή της εργασίας να έγινε προ της φυλακίσεως αρκεί επομένως το δικαίωμα λήψεως ημερησίων αποζημιώσεων να αναγνωρίστηκε πριν από την κράτηση. Το δικαίωμα επί των παροχών διατηρείται εν πάση περιπτώσει όταν ο ασφαλισμένος τις εισέπραττε πράγματι κατά την ημέρα της φυλάκισης αντιθέτως, δεν έχει σημασία το ότι η καταβολή των παροχών δεν επαναλαμβάνεται μετά την απόλυση από τη φυλακή.
Κατά πάγια νομολογία του γαλλικού COUR DE CASSATION, η οποία αναπτύχθηκε ιδίως σε σχέση με εργαζομένους βορειοαφρικανικής καταγωγής, τα ταμεία έχουν έννομη υποχρέωση καταβολής των ημερησίων παροχών, που δεν έχουν χαρακτήρα αμοιβής ούτε αντισταθμίσματός της και που καταβάλλονται λόγω της εισπράξεως εισφορών από τον ασφαλισμένο, για όσο χρόνο η ασθένεια συνεπάγεται για τον ενδιαφερόμενο ανικανότητα προς εργασία, «χωρίς να είναι υποχρεωμένα να εξετάσουν οποιοδήποτε άλλο γεγονός που εμποδίζει τον εν λόγω ασφαλισμένο να επιδοθεί σε δραστηριότητα μισθωτού». Επιπλέον, εφόσον οι κρατούμενοι δεν μπορούν να τύχουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης από τους νοσηλευόμενους σε νοσοκομείο, οι μειώσεις που επιβάλλονται στις ημερήσιες αποζημιώσεις που καταβάλλονται στις δύο αυτές κατηγορίες προσώπων είναι οι ίδιες.
Επομένως, κατά το γαλλικό δίκαιο, η φυλάκιση ή η κράτηση δεν αποκλείουν ανικανότητα προς εργασία προερχόμενη από περιστάσεις προγενέστερες της φυλάκισης.
Δεν γνωρίζω ακριβώς ποιο είναι, βάσει των πληροφοριών που παρέσχε, με πάσα επιφύλαξη, επ' ακροατηρίου η Επιτροπή, το καθεστώς στα λοιπά κράτη μέλη πέραν του Ηνωμένου Βασιλείου και της Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, πάντως δεν συντρέχει κανένας λόγος το κοινοτικό δίκαιο να ευθυγραμμιστεί προς το δίκαιο κάποιου απ' αυτά, ούτε να δεχτεί το Δικαστήριο ότι υφίσταται γενική αρχή κοινή στα δίκαια των κρατών μελών, κατά την οποία η όλη ρύθμιση που ισχύει σε ένα κράτος μέλος επί της στερήσεως της ελευθερίας των εργαζομένων ισχύει και όταν κρατούνται στα λοιπά κράτη μέλη.
Στο θέμα αυτό υπάρχει ένα πραγματικό κενό του κοινοτικού δικαίου και, στον τομέα αυτό όπως και σε πολλούς άλλους, προσφέρεται ευρύ πεδίο δράσεως στον «κοινοτικό νομοθέτη».
Τέλος, αν υπάρχει κίνδυνος να προκύψει «αντίστροφη» διάκριση εις βάρος των ημεδαπών, οι οποίοι δεν εξήλθαν από το Ηνωμένο Βασίλειο, διάκριση οφειλόμενη στην έλλειψη εναρμονίσεως των καθεστώτων που ισχύουν ως προς την κοινωνική ασφάλιση των κρατουμένων, η αποδοχή της εξομοίωσης την οποία υποστηρίζει ο INSURANCE OFFICER θα γεννούσε, αυτή πλέον, άλλες ανισότητες. Αρκεί να φανταστεί κανείς τις ακόλουθες περιπτώσεις: ένας άγγλος εργαζόμενος που απασχολήθηκε σε άλλο κράτος μέλος (τη Γαλλία, παραδείγματος χάρη) και κατοικεί στο κράτος αυτό, όπου ας υποτεθεί ότι δεν προβλέπεται η απώλεια του δικαιώματος, θα είχε δικαίωμα επί των παροχών ασφαλείας ασθενείας σε χρήμα, έστω και αν ήταν κρατούμενος στην Αγγλία -ένας γάλλος, ο οποίος, αφού εργάστηκε στην Αγγλία, επέστρεψε στη Γαλλία και φυλακίστηκε υπό τις ίδιες συνθήκες με τον προσφεύγοντα στην κύρια δίκη, θα τύγχανε λοιπόν διαφορετικής μεταχειρίσεως από ένα γάλλο, ο οποίος, χωρίς να φύγει από τη Γαλλία, θα λάμβανε εκεί, έστω και φυλακισμένος, τις ημερήσιες αποζημιώσεις λόγω ασθενείας τέλος, αν ο προσφεύγων είχε υποστεί στέρηση της ελευθερίας του στη Γαλλία αντί της Ιρλανδίας και αν του επιβαλλόταν η απώλεια του δικαιώματος που προβλέπεται από τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου, θα υφίστατο διάκριση σε σχέση με τους γάλλους που διαμένουν στη Γαλλία. Τέτοιες ανισότητες που επιβαρύνουν την ποινική κύρωση μπορούν να επιφέρουν εμμέσως περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
Για να παραθέσω τη διατύπωση που χρησιμοποίησε μέλος του παρόντος Δικαστηρίου (PIERRE PESCATORE, Ανακοίνωση προς την κοινοβουλευτική σύσκεψη περί των δικαιωμάτων του ανθρώπου, Βιέννη 1971) «κατά την εργασία συγκρίσεως και προσεγγίσεως, στην οποία θα πρέπει να επιδοθεί το Δικαστήριο, θα είναι υποχρεωμένο, εκ των πραγμάτων, να λαμβάνει εκάστοτε υπόψη το υψηλότερο επίπεδο προστασίας, δεδομένου ότι δυσχερώς μπορεί να νοηθεί πώς θα μπορούσε το κοινοτικό δίκαιο να διατηρήσει το κύρος του, αν επρόκειτο να κατέβει κάτω από ένα επίπεδο προστασίας, το οποίο στο ένα ή στο άλλο κράτος μέλος θεωρείται στοιχειώδες». Όπως αναφέρει ακόμη ο COHEN JONATHAN (προαναφερθέν άρθρο, σ. 97), «το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου έχει ως αποστολή να αναζητεί το υψηλότερο επίπεδο προστασίας: δεν έχει σημασία αν αυτό το βρίσκει σε εθνικό ή σε διεθνή κανόνα που δεν γίνεται ομόφωνα δεκτός από όλα τα κράτη μέλη».
VI —
Τέλος, ανεξάρτητα από την απάντηση που θα δώσετε στα ερωτήματα που σας έχουν υποβληθεί, νομίζω, όπως ήδη ανέφερα, ότι πρέπει να αποφύγετε να επεκταθείτε πέραν του προβλήματος της καταβολής των παροχών ασθενείας σε χρήμα στους κρατουμένους ασφαλισμένους και να αποφανθείτε απλώς, όπως σας προτείνει ο INSURANCE OFFICER με τις γραπτές του παρατηρήσεις, ότι κάθε περιστατικό που συνέβη σε ένα κράτος μέλος και που ενδέχεται να αποβεί εις βάρος ασφαλισμένου εξομοιούται προς ανάλογο περιστατικό που θα μπορούσε να συμβεί στο αρμόδιο κράτος, επεκτείνοντας τον κανόνα αυτό και προκειμένου περί των μελών της οικογενείας των κρατουμένων ασφαλισμένων.
Σχετικώς θεωρώ ανεπίτρεπτο να επιβάλλονται επαχθείς συνέπειες στο σύζυγο ή τα τέκνα, οι οποίοι δεν φέρουν καμιά ευθύνη για τα σφάλματα του αρχηγού της οικογενείας και οι οποίοι όχι μόνο στερούνται του προσώπου που πρέπει κανονικά να φροντίζει για τις ανάγκες τους, αλλά και στερούνται των μέσων για να αντιμετωπίσουν τις αντιξοότητες όταν συμβαίνει ένα γεγονός που θα δικαιολογούσε, κανονικά, την παρέμβαση της κοινωνικής ασφαλίσεως.
Προτείνω να αποφανθείτε ότι ούτε το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, ούτε τα άρθρα 19 και 22 του κανονισμού 1408/71, ούτε κάποια αρχή του κοινοτικού δικαίου ή γενική αρχή κοινή στα δίκαια των κρατών μελών επιβάλλει στα εθνικά δικαστήρια να προστατεύουν τα δικαιώματα των υπηκόων του αρμοδίου κράτους, οι οποίοι, λόγω των συνεπειών τις οποίες η νομοθεσία του κράτους αυτού συνδέει προς τη νόμιμη κράτηση στο έδαφός του ως προς τις παροχές ασφαλίσεως ασθενείας σε χρήμα, υφίστανται δυσμενέστερη μεταχείριση από τους εργαζομένους άλλων κρατών μελών ή τα μέλη της οικογένειας τους, που κατοικούν στο αρμόδιο κράτος και που κρατούνται υπό ανάλογες συνθήκες στο κράτος της καταγωγής τους ή σε άλλο κράτος μέλος
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy