ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
FRANCESCO CAPOTORTI
της 11ης Ιουλίου 1978 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στην υπόθεση 102/77, HOFFMANN-LA ROCHE κατά CENTRAFARM (απόφαση της 23ης Μαΐου 1978), το Δικαστήριο ασχολήθηκε με μια υπόθεση, στην οποία ο ολλανδός εισαγωγέας φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος, που παρασκευάζεται και πωλείται σε πολλά κράτη μέλη, επανασυσκεύαζε τα εισαγόμενα από το Ηνωμένο Βασίλειο προϊόντα αντικαθιστώντας την αρχική συσκευασία, επικολλώντας όμως ύστερα στη νέα συσκευασία το ίδιο σήμα που ο κατασκευαστής είχε καταχωρίσει σε διάφορα κράτη μέλη.
Αντίθετα, αυτή τη φορά έχομε μια υπόθεση στην οποία ο εισαγωγέας (ο οποίος είναι για άλλη μια φορά η CENTRAFARM του Ρόττερνταμ) επέθεσε διαφορετικό σήμα - μολονότι αυτό ανήκει στον ίδιο κατασκευαστή - επί φαρμακευτικού προϊόντος που παρασκευάζεται σε διάφορα κράτη μέλη από επιχειρήσεις του ιδίου ομίλου και που διατίθεται στο εμπόριο σε καθένα από τα κράτη αυτά υπό διαφορετικές ονομασίες, όλα δε προστατεύονται από σήματα των οποίων δικαιούχος είναι η μητρική εταιρία.
Το εν λόγω φαρμακευτικό προϊόν είναι ηρεμιστικό, η γενική ονομασία του οποίου είναι «ΟΧΑΖΕΡΑΜΕ»: παρασκευάζεται και πωλείται στο Ηνωμένο Βασίλειο από την επιχείρηση JOHN WYETH AND BROTHERS LTD., με το σήμα SERENID, κατόπιν αδείας του δικαιούχου αυτού του σήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή της AMERICAN HOME PRODUCTS CORPORATION (AHPC) της Νέας Υόρκης, που είναι η μητρική εταιρία στον όμιλο της οποίας ανήκει η επιχείρηση JOHN WYETH. Μια άλλη εταιρία του ιδίου ομίλου, η WYETH LABORATORIA BV του Αμστερνταμ, εμπορεύεται στην BENELUX, πάντοτε με την άδεια της AHPC, ένα παρόμοιο φαρμακευτικό προϊόν, που έχει ως βάση το ΟΧΑΖΕΡΑΜΕ, με το σήμα SERE-STA, το οποίο έχει καταχωριστεί στο αρμόδιο γραφείο σημάτων της BENELUX στο όνομα της προαναφερθείσας αμερικανικής μητρικής εταιρίας.
Η επιχείρηση CENTRAFARM έχει θέσει στο εμπόριο στις Κάτω Χώρες συσκευασίες που περιέχουν δισκία ΟΧΑΖΕΡΑΜΕ, τις οποίες ισχυρίζεται ότι έχει εισαγάγει από το Ηνωμένο Βασίλειο (πρόκειται επομένως περί του SERENID), αφού επέθεσε στις συσκευασίες το σήμα SERESTA, την επιγραφή «CENTRAFARM BV ROTTERDAM» και τον αριθμό τηλεφώνου της.
Ο πρόεδρος του δικαστηρίου του Ρόττερνταμ, στον οποίο η AHPC υπέβαλε αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, υποχρέωσε τη CENTRAFARM να διακόψει την πώληση του προϊόντος με το σήμα SERESTA, διότι το θεώρησε σαν παραβίαση του αποκλειστικού δικαιώματος επί του σήματος αυτού, το οποίο στις Κάτω Χώρες ανήκε στην AHPC. Κατά την κύρια διαδικασία που ακολούθησε, το δικαστήριο του Ρόττερνταμ υπέβαλε τα εξής δύο ερώτημα-τα στο Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
«I.
Αν υποτεθεί ότι:
1)
για ορισμένο προϊόν, μια επιχείρηση ή διάφορες επιχειρήσεις που ανήκουν στον ίδιο όμιλο δικαιούνται να χρησιμοποιούν εμπορικά σήματα σε διάφορες χώρες της ΕΟΚ, δεδομένου ότι μόνο το σήμα Χ είναι καταχωρισμένο στο κράτος μέλος Α και ότι μόνο το σήμα Υ στο κράτος μέλος Β·
2)
εμπορεύματα με το σήμα Χ, αφού τεθούν σε κυκλοφορία στο κράτος μέλος Α από την επιχείρηση που είναι δικαιούχος του σήματος, εξάγονται από τρίτους που τα αποκτούν και εισάγονται στο κράτος μέλος Β·
3)
το πρόσωπο που εισάγει τα εμπορεύματα αυτά στο τελευταίο κράτος μέλος αφαιρεί απ' αυτά το σήμα Χ, επιθέτει το σήμα Υ, και στη συνέχεια θέτει τα εμπορεύματα σε κυκλοφορία στο κράτος αυτό·
4)
η νομοθεσία περί σημάτων στο αμέσως ανωτέρω αναφερόμενο κράτος μέλος παρέχει στο δικαιούχο του σήματος το δικαίωμα να εναντιώνεται με νόμιμα μέσα στη θέση σε κυκλοφορία από άλλους, μέσα σ' αυτή τη χώρα, εμπορευμάτων που φέρουν το σήμα Υ·
5)
εμποδίζουν οι κανόνες της Συνθήκης ΕΟΚ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, παρά τις διατάξεις του άρθρου 36, το δικαιούχο του σήματος να κάνει χρήση σ' αυτήν την περίπτωση του δικαιώματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό αριθμό 4;
II.
Έχει σημασία, για την απάντηση που θα δοθεί στο ερώτημα I, το κατά πόσο ισχύουν νομοθετικές κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις στο κράτος μέλος Β που συμφωνούν με τη σχετική οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 65/65/ΕΟΚ, της 26ης Ιανουαρίου 1965, υπό τον όρο ότι οι διατάξεις αυτές - ενδεχομένως κατά παρέκκλιση από την οδηγία, επ' αυτού του σημείου - βασίζονται στην υπόθεση ότι η εισαγωγή φαρμακευτικού προϊόντος από ένα άλλο κράτος μέλος στο κράτος μέλος Β είναι δυνατή υπό σήμα διαφορετικό από εκείνο που είναι καταχωρισμένο σ' αυτό το άλλο κράτος μέλος;»
Δεν είναι σαφές κατά πόσο, στην προκειμένη περίπτωση, αντίθετα προς την υπόθεση HOFFMANN-LA ROCHE που προανέφερα, η επέμβαση του εισαγωγέα περιορίζεται στην επίθεση διαφορετικής ετικέττας ή κατά πόσο έγιναν περαιτέρω αλλαγές στη συσκευασία του προϊόντος. Εν πάση περιπτώσει, αυτό είναι ένα θέμα που εκφεύγει από το πλαίσιο των ερωτημάτων που έθεσε το εθνικό δικαστήριο.
2.
Πρώτ' απ' όλα θα ήθελα να τονίσω ότι τα προβλήματα που ανακύπτουν με τα ερωτήματα αυτά πρέπει να εξεταστούν από τη σκοπιά ότι τα δύο εν λόγω προϊόντα είναι στην ουσία τα ίδια. Στη Διάταξή του περί παραπομπής, το δικαστήριο του Ρόττερνταμ εξέθεσε ότι «τα δισκία SERESTA και τα δισκία SERENID έχουν τις ίδιες θερα-πευτικές ιδιότητες 'εν τούτοις όμως, η σύνθεση και η γεύση τους είναι κάπως διαφορετικές». Αλλά, το ολλανδικό αυτό δικαστήριο, θέτοντας τα ερωτήματα στα οποία το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει, αναφέρθηκε σ' ένα μόνο εμπόρευμα, σ' ένα μόνο προϊόν.
Πράγματι, η διαφορετική γεύση των δισκίων, στα οποία αντιστοιχούν τα διαφορετικά σήματα, και η μικρή διαφορά στη σύνθεση δεν αποτελούν επαρκείς λόγους για να θεωρηθούν ως δύο διαφορετικά προϊόντα. Από αντικειμενική άποψη, εκείνο που είναι ουσιώδες για τη διάκριση ενός φαρμακευτικού προϊόντος είναι τα ενεργά συστατικά του και οι θεραπευτικές του ιδιότητες. Από την απόφασή σας της 20ής Μαΐου 1976 στην υπόθεση 104/75, DE PEIJPER (RACC. 1976, σ. 614), προκύπτει ότι οι διάφορες παραλλαγές ενός φαρμακευτικού παρασκευάσματος δεν μπορούν να θεωρηθούν ως διαφορετικά φάρμακα, παρά μόνον αν υφίστανται διαφορές που έχουν επιπτώσεις στο θεραπευτικό αποτέλεσμα. Είναι σαφές ότι από την άποψη αυτή το SERENID και το SERESTA είναι ταυτόσημα προϊόντα.
Από την υποκειμενική άποψη που προσιδιάζει στον καταναλωτή του προϊόντος (που μπορεί να είναι σημαντικός από εμπορική σκοπιά), πρέπει στη συνέχεια να παρατηρηθεί ότι οι δευτερεύουσες διαφορές που επισημάνθηκαν δεν έχουν καμμιά επίδραση στην επιλογή, όταν πρόκειται για προϊόν που μπορεί να αγοραστεί μόνο με ιατρική συνταγή. Πράγματι, θα πρέπει να υποτεθεί ότι μια τέτοια συνταγή βασίζεται σε στοιχεία πιο σημαντικά από τη γεύση. Τέλος, όταν πρόκειται για δισκία που προορίζονται εξ ολοκλήρου για κατάποση, η γεύση είναι σε τελευταία ανάλυση κάτι το αδιάφορο για τον καταναλωτή.
3.
Η λύση του προβλήματος, το οποίο θέτει ο εθνικός δικαστής με το πρώτο ερώτημά του, βρίσκεται στο άρθρο 36 της Συνθήκης της Ρώμης. Είναι γνωστό - και το έχετε πρόσφατα επιβεβαιώσει με την απόφαση στην υπόθεση 102/77 που ήδη προανέφερα - ότι η διάταξη αυτή που προβλέπει μια εξαίρεση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (και ιδίως στο άρθρο 30) επιτρέπει, μεταξύ άλλων, τις απαγορεύσεις ή τους περιορισμούς στις εισαγωγές, που δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας· η εξαίρεση όμως αυτή δεν βαίνει πέραν της προστασίας των δικαιωμάτων που συνιστούν το ειδικό αντικείμενο της εν λόγω ιδιοκτησίας. Αποτελεί εξ ίσου «JUS RECEPTUM» ότι το ειδικό αντικείμενο ενός σήματος συνίσταται στο να διασφαλίσει στο δικαιούχο το δικαίωμα χρή-σεώς του όσον αφορά ένα συγκεκριμένο προϊόν, ώστε να είναι ο πρώτος που το θέτει σε κυκλοφορία και να τον προστατεύει έτσι από ανταγωνιστές, οι οποίοι θέλουν ενδεχομένως να καταχραστούν τη θέση και τη φήμη του σήματος, πωλώντας παράνομα τα προϊόντα με αυτό το σήμα (σκέψη 7 της αποφάσεως που προαναφέρθηκε). Τέλος, θεωρείται ως ουσιώδης λειτουργία ενός σήματος η εγγύηση που παρέχεται στον καταναλωτή για την ταυτότητα της καταγωγής του προϊόντος επιτρέποντάς του να διακρίνει χωρίς τη δυνατότητα σύγχυσης το προϊόν αυτό από άλλα διαφορετικής προελεύσεως (βλέπετε την απόφαση που προανέφερα).
Η επιχείρηση CENTRAFARM, αναφερόμενη ακριβώς σ' αυτήν την ουσιώδη λειτουργία του σήματος, ισχυρίζεται ότι η αντικατάσταση του σήματος SERENID από το σήμα SERESTA δεν μπορεί να δημιουργήσει καμμιά σύγχυση ως προς την καταγωγή του προϊόντος, καθόσον αυτό παρασκευάζεται υπό τη μια ή την άλλη ονομασία από επιχειρήσεις που ανήκουν σε όμιλο που διευθύνει ο μοναδικός δικαιούχος και των δύο σημάτων. Κατά συνέπεια, η απαγόρευση που η AHCP επέβαλε στη CENTRAFARM ως προς τη χρήση μέσα στις Κάτω Χώρες του σήματος, του οποίου δικαιούχος είναι η πρώτη στη χώρα αυτή, για το χαρακτηρισμό του ΟΧΑΖΕΡΑΜΕ που παράγεται από τη βρεταννική επιχείρηση, η οποία έχει άδεια της AHCP, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τη σκοπιά της προστασίας της ουσιώδους λειτουργίας του σήματος. Η εν λόγω απαγόρευση εξυπηρετεί μόνο την προάσπιση του «GOODWILL» του σήματος στην αγορά των Κάτω Χωρών, ήτοι προστατεύει την εμπορική και διαφημιστική λειτουργία του ίδιου του σήματος επ' ωφελεία αποκλειστικά της AHCP. Αλλά, βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, αυτό θα παραβίαζε τα όρια της προστασίας του σήματος που επιτρέπει το άρθρο 36.
Κατ' αρχήν και ανεξάρτητα από το θέμα της προστασίας του «GOODWILL», ή μάλλον της φήμης του προϊόντος, κατά διάκριση από εκείνη του σήματος, μου φαίνεται, πράγματι, ότι πρέπει να ασχοληθούμε με το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ της εγγυήσεως της προέλευσης και συνεπώς της γνησιότητας του προϊόντος, αφενός, και της λειτουργίας του σήματος να εξατομικεύει πραγματικά το προϊόν, αφετέρου. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται περί δυο αχώριστων μορφών της ίδιας λειτουργίας· επί πλέον, έτσι το κρίνατε όταν αναφερθήκατε «στην εγγύηση της αναγνωρίσεως της καταγωγής των εμπορευμάτων στα οποία είχε επιτεθεί το σήμα». Όταν λέμε ότι το σήμα του κατασκευαστή εγγυάται την προέλευση του προϊόντος, τονίζουμε το σύνδεσμο μεταξύ προϊόντος και κατασκευαστή, που το σήμα, λόγω του αποκλειστικού του χαρακτήρα, επιτρέπει να προσδιοριστεί· όταν λέμε ότι το σήμα εξατομικεύει το προϊόν, τονίζουμε το σύνδεσμο μεταξύ σήματος και προϊόντος: αυτό το συγκεκριμένο προϊόν, του οποίου η ταυτότητα απορρέει όχι τόσο από το υλικό ή την εμφάνιση (τα οποία μπορεί να είναι κοινά σε άλλα προϊόντα του ίδιου είδους), όσο προπαντός από το γεγονός ότι ο δικαιούχος του σήματος το έχει «βαφτίσει» με το σήμα. Η απόδοση της ταυτότητας αυτής στο προϊόν τελεί προφανώς σε συνάρτηση με την εγγύηση της προέλευσης. Δεν αμφισβητείται ότι αυτός που «βαφτίζει» το προϊόν και εν συνεχεία καθίσταται δικαιούχος του σχετικού σήματος αποκτά αποκλειστικό δικαίωμα βιομηχανικής ή εμπορικής ιδιοκτησίας: αυτό εμποδίζει τους τρίτους να δίνουν διαφορετική ονομασία στο ίδιο προϊόν, έστω και αν αυτή η ονομασία αντιστοιχεί (όπως στην προκειμένη περίπτωση) σε άλλο σήμα που ανήκει στον ίδιο δικαιούχο. Κατά συνέπεια, οι τρίτοι δεν μπορούν να πωλήσουν με το τελευταίο σήμα ένα προϊόν το οποίο, ενώ προέρχεται από τον εν λόγω δικαιούχο (ή έχει κατασκευαστεί με τη συναίνεσή του από επιχείρηση που αυτός ελέγχει), δεν έχει σημανθεί, κατ' αυτό τον τρόπο από αυτόν. Αν ένας κατασκευαστής αποφασίσει να διαθέσει στο εμπόριο τμήμα της παραγωγής του χωρίς κανένα σήμα, αποτελεί βεβαίως παρανομία για τον τρίτο να επιθέσει σ' αυτό το σήμα που ο ίδιος κατασκευαστής επιθέτει κανονικά στα προϊόντα του. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και στην περίπτωση όπου ο παραγωγός σημαίνει με δύο ξεχωριστά σήματα στο ίδιο κράτος δύο προϊόντα που είναι κατ' ουσία ταυτόσημα.
Μπορεί να λεχθεί ότι σε μια περίπτωση, όπως η υπό κρίση εν προκειμένω, καθένα από τα σήματα του ίδιου δικαιούχου, εκτός του ότι εγγυώνται στον καταναλωτή την προέλευση του προϊόντος, εξυπηρετεί επίσης τη διάκριση, στον εμπορικό τομέα, καθενός από τα προϊόντα που σημαίνονται χωριστά από τον κατασκευαστή τους. Κατά τη γνώμη μου, και αυτή η λειτουργία, που το Δικαστήριο δεν είχε ακόμα την ευκαιρία να εξετάσει, αξίζει προστασίας, δεδομένου ότι συνδέεται στενά με τη λογική του δικαιώματος επί του σήματος. Η αντικατάσταση, από μη εξουσιοδοτημένο τρίτο, ενός σήματος από άλλο σήμα του ίδιου κατασκευαστή αποτελεί επέμβαση στην ευχέρεια που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο των δύο σημάτων κατά τη χρήση τους, ώστε να διακρίνονται τα προϊόντα του από τους πελάτες του. Κατά συνέπεια, ακόμα και στο κοινοτικό επίπεδο, αυτό πρέπει να θεωρηθεί κατ' αρχήν σαν παράνομη χρήση του σήματος, που αποβλέπει στην «εκμετάλλευση της θέσεως της επιχειρήσεως και της φήμης του σήματος» (για να επαναλάβω τις λέξεις που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1974 στην υπόθεση 16/74, CENTRAFARM κατά WINTHROP, RACC. 1974, σ. 1183).
Μου φαίνεται περιττό να χρονοτριβήσουμε για το περαιτέρω ζήτημα κατά πόσο η προστασία της φήμης που αποκτά το προϊόν αποτελεί μια από τις ουσιώδεις λειτουργίες του σήματος. Ασφαλώς, η Επιτροπή έχει δίκιο όταν παρατηρεί ότι μπορεί να γίνει επίκληση της προστασίας της φήμης για να σταματήσουν παράλληλες εισαγωγές, κάτι που είναι αντίθετο προς τη νομολογία του Δικαστηρίου 'πράγματι, μπορεί να λεχθεί ότι κάθε εισαγωγέας, που κάνει παράλληλες εισαγωγές, εκμεταλλεύεται τη φήμη του σήματος κάποιου άλλου. Πώς να εξηγήσουμε λοιπόν ότι έλαβε υπόψη το Δικαστήριο «την εκμετάλλευση της φήμης» στο εδάφιο που ανέφερα παραπάνω της αποφάσεως WINTHROP (όπως στη σκέψη 7 της αποφάσεως που προανέφερα, στην υπόθεση 102/77, HOFFMANN-LA ROCHE κατά CENTRAFARM); Νομίζω ότι η απάντηση είναι ότι το Δικαστήριο δεν συμπεριέλαβε πράγματι την προστασία της φήμης στην ουσιώδη λειτουργία του σήματος· απλώς δέχτηκε ότι η παράνομη χρήση του σήματος από τρίτους (ή το γεγονός της μη «προσήκουσας» επιθέσεώς του) μπορεί να θεωρηθεί ως μέσο εκμεταλλεύσεως της φήμης του ίδιου του σήματος. Αυτό αφήνει εκκρεμές το πρόβλημα της κρίσεως σε τι συνίσταται η παράνομη χρήση του σήματος· στην περίπτωσή μας, δεν χρειάζεται να επαναλάβω ότι μια τέτοια κατάχρηση συνίσταται στο γεγονός σφετερισμού της εξουσίας εξατομικεύσεως του προϊόντος, που ανήκει αποκλειστικά στο δικαιούχο του σήματος.
4.
Εν τούτοις, η CENTRAFARM έχει αμφισβητήσει τη νομιμότητα, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, της αρχικής καταστάσεως που δημιούργησε η AHCP από τη στιγμή που, για ένα και το αυτό προϊόν, καταχώρισε δύο διαφορετικά σήματα σε δύο διαφορετικά κράτη μέλη. Ακριβέστερα, η CENTRAFARM ισχυρίζεται ότι το γεγονός ότι επιτρέπεται σε μια ή περισσότερες συνδεόμενες επιχειρήσεις, που έχουν καταχωρίσει σε διάφορα κράτη μέλη διαφορετικά σήματα για ένα και το αυτό προϊόν, για να επωφεληθούν από τη διαφορά μεταξύ των εν λόγω σημάτων ώστε να εμποδίσουν τρίτους εισαγωγείς από τον ανταγωνισμό με το δικαιούχο του σήματος υπό όρους πλήρους ισότητας, είναι αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Σχετικά, επικαλείται την αρχή που έθεσε το Δικαστήριο, κατά την οποία το άρθρο 36 δεν επιτρέπει δικαίωμα επί του σήματος που είναι καταχωρισμένο σε διάφορα κράτη μέλη στο όνομα επιχειρήσεων, οι οποίες ανήκουν στον ίδιο όμιλο, να ασκηθεί έτσι ώστε να εμποδίζει έναν παράλληλο εισαγωγέα να πωλεί στο κράτος εισαγωγής, με το ίδιο σήμα, ένα προϊόν που έχει επίσης σημανθεί και τεθεί νόμιμα σε κυκλοφορία σε άλλη χώρα της Κοινότητας (βλέπε την προαναφερθείσα απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1974 στην υπόθεση 16/74, CENTRAFARM κατά WINTHROP).
Πάντως, η αρχή αυτή δεν έχει επίπτωση στην υπό συζήτηση περίπτωση. Πράγματι, ο κατασκευαστής δεν θέτει εδώ κανένα εμπόδιο στον εισαγωγέα, εν ονόματι του δικαιώματος επί του σήματος, για να τον εμποδίσει να διαθέσει στο εμπόριο το εν λόγω προϊόν στη χώρα εισαγωγής υπό το αρχικό του σήμα. Εξάλλου, ο εισαγωγέας δεν υποστηρίζει ότι η αρχική συσκευασία του προϊόντος δημιουργεί δυσχέρεια διαθέσεως στη χώρα εισαγωγής, όπως αυτό αντίθετα φάνηκε ότι συνέβαινε στην υπόθεση 102/77, HOFFMANN-LA ROCHE κατά CENTRAFARM, λόγω της αρχικής συσκευασίας που, όπως είπαν, δεν ήταν σύμφωνη, ως προς τις δόσεις του φαρμάκου που περιείχε, με τις απαιτήσεις των ιατρών και φαρμακοποιών του κράτους εισαγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, η δυσχέρεια διαθέσεως που επικαλείται η CENTRAFARM απορρέει από άλλες περιστάσεις: ήτοι από το γεγονός ότι το προϊόν, αποκαλούμενο αρχικά SERENID και πωλούμενο με την ονομασία αυτή στο Ηνωμένο Βασίλειο, βρίσκεται, μετά την εισαγωγή στις Κάτω Χώρες, σε μια αγορά όπου ένα προϊόν του ίδιου κατασκευαστή με ταυτόσημες θεραπευτικές ιδιότητες έχει ήδη καθιερωθεί με άλλη ονομασία (SERESTA).
Πρέπει να αναγνωριστεί ότι το γεγονός ότι τα δύο φαρμακευτικά προϊόντα προέρχονται από τον ίδιο παρασκευαστή δημιουργεί μια πιο σοβαρή κατάσταση από εκείνη που θα αντιμετώπιζε κάθε έμπορος που επιθυμεί να εισαγάγει ένα νέο προϊόν στην αγορά, ανταγωνιζόμενο άλλα προϊόντα που είναι ήδη γνωστά και καθιερωμένα. Πράγματι, σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, το να ενθαρρυνθεί η διάθεση του εισαγομένου προϊόντος δεν ανταποκρίνεται ούτε στα άμεσα συμφέροντα ούτε στην εμπορική στρατηγική του κατασκευαστή· και μολονότι αληθεύει ότι ο τρίτος εισαγωγέας μπορεί κάλλιστα να αναλάβει μόνος του την αναγκαία διαφήμιση για να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά το εγχώριο προϊόν, εξ ίσου αληθεύει ότι μια τέτοια επένδυση κεφαλαίων συνεπάγεται σοβαρούς κινδύνους για μια επιχείρηση που ούτε διαθέτει το αρχικό σήμα ούτε έχει κανένα έλεγχο επί της διαθέσεως στο χονδρικό εμπόριο του προϊόντος στη χώρα από την οποία γίνεται η προμήθεια. Εν τούτοις, γεγονός παραμένει ότι τέτοιες δυσχέρειες δεν αρκούν για να αποδειχθεί ότι δεν επιτρέπεται σ' ένα κατασκευαστή να χρησιμοποιεί διάφορα σήματα στα διάφορα κράτη μέλη προς εξατομίκευση προϊόντων που είναι ουσιαστικά ταυτόσημα 'ούτε κατά συνέπεια μπορούν να δικαιολογήσουν παραβίαση του δικαιώματος επί του σήματος εκ μέρους της επιχείρησης που τα εισάγει.
Είναι σαφές ότι, κατά τις εθνικές νομοθεσίες περί σημάτων - που βασίζονται στην αρχή της εδαφικότητας του δικαιώματος εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας - είναι κατά κανόνα αδιάφορο το αν μια επιχείρηση, που είναι σ' ένα κράτος δικαιούχος σήματος σχετικού με συγκεκριμένο προϊόν, είναι συγχρόνως δικαιούχος άλλου σήματος σε άλλο κράτος για το ίδιο προϊόν (ή για παρόμοιο προϊόν). Επί πλέον, μερικές φορές συμβαίνει μέσα στο ίδιο κράτος ένας παραγωγός να δίδει διαφορετικές ονομασίες, για λόγους εμπορικούς, σε προϊόντα που είναι κατ' ουσίαν ταυτόσημα: π.χ. για να δοθεί προφανής δικαιολογία σε μια διαφοροποίηση τιμών που καθίσταται αναγκαία από άλλες απαιτήσεις της αγοράς, για να ικανοποιηθούν πελάτες που επιθυμούν να διακρίνονται αγοράζοντας προϊόν που είναι διαφορετικά συσκευασμένο και θεωρείται ίσως ως είδος πολυτελείας, για να δίνεται στον πελάτη η εντύπωση ότι μπορεί να επιλέξει μέσα σε ευρύ κύκλο προϊόντων του ίδιου κατασκευαστή και ούτω καθεξής: σκοποί οι οποίοι, ενώ συχνά μπορούν να είναι πηγή ενοχλήσεως για τους καταναλωτές, θεωρούνται παρ' όλα αυτά μέχρι τώρα νόμιμοι από τα νομικά συστήματα των κρατών μας. Αν επομένως επιτρέπεται σε μια και την αυτή επιχείρηση, σε ένα κράτος, να χρησιμοποιεί διάφορα σήματα για να χαρακτηρίζει προϊόντα που διακρίνονται μόνο με δευτερεύοντα χαρακτηριστικά (χρώμα, συσκευασία κ.λπ.), λογικό είναι, σύμφωνα με την αποδεκτή έννοια της προστασίας του σήματος, να αναγνωρίζεται η δυνατότητα ένα και το αυτό προϊόν να φέρει διαφορετικά σήματα που ανήκουν στον ίδιο δικαιούχο σε διαφορετικά κράτη. Στο κοινοτικό επίπεδο, δεν μου φαίνεται ότι αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το άρθρο 36 της Συνθήκης της Ρώμης, εκτός απ' ό, τι πρόκειται να σας αναπτύξω πιο κάτω σχετικά με τον κίνδυνο που θα μπορούσε μια εμπορική στρατηγική αυτής της φύσεως να γίνει όργανο κατανομής των εθνικών αγορών.
Τέλος, πρέπει να διερωτηθούμε κατά πόσο η άποψη που μέχρι τώρα ανέπτυξα έχει επίσης εφαρμογή στον τομέα των φαρμακευτικών προϊόντων. Η αμφιβολία αυτή δικαιολογείται, διότι στον τομέα αυτό, πιο πολύ απ' ό, τι σε άλλους τομείς, πρακτικές και στρατηγικές της αγοράς, που βασίζονται στον τεχνητό πολλαπλασιασμό των εμπορικών ονομασιών των προϊόντων, μπορούν να θεωρηθούν ως φαινόμενο που είναι κοινωνικά επικίνδυνο, κατά το μέτρο που υφίσταται ο κίνδυνος να προκύψουν αδικαιολόγητες αυξήσεις του κόστους και άσκοπες περιπλοκές για τους ασφαλιστικούς οργανισμούς εις βάρος των καταναλωτών και προπαντός εκείνων που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες των εν λόγω οργανισμών. Πάντως, οι οδηγίες του Συμβουλίου 65/65 και 75/319, που είναι σχετικές με την προέλευση των εθνικών διατάξεων περί φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων, δεν ασχολήθηκαν με το φαινόμενο του τεχνητού πολλαπλασιασμού των ονομασιών των προϊόντων αυτών. Κατά συνέπεια, το φαινόμενο αυτό εξακολουθεί να υπάγεται στις εθνικές νομοθεσίες και δεν μπορεί να έχει καμιά σημασία εν προκειμένω.
5.
Απομένει να εξεταστεί το πρόβλημα υπό το πρίσμα του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 36, κατά το οποίο οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί των εισαγωγών που επιτρέπονται κατ' εξαίρεση από το άρθρο αυτό (και ιδίως, κατά συνέπεια, η προστασία του σήματος) «δεν πρέπει να συνιστούν μέσο αυθαίρετης διακρίσεως ή συγκεκαλυμμένου περιορισμού στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών». Στην απόφαση της 23ης Μαΐου 1978, HOFFMANN-LA ROCHE κατά CENTRAFARM, την οποία ανέφερα ήδη αρκετές φορές, το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι η συμπεριφορά του δικαιούχου του σήματος, που θα μπορούσε κατ' αρχήν να δικαιολογηθεί από το πρώτο εδάφιο του άρθρου 36, συνιστά συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο ενδοκοινοτικό εμπόριο κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, «αν αποδεικνύεται ότι η χρήση του δικαιώματος επί του σήματος από το δικαιούχο, λαμβανομένου υπ' όψη και του συστήματος διαθέσεως στο εμπόριο που αυτός εφαρμόζει, συμβάλλει στην τεχνητή κατανομή των αγορών μεταξύ των κρατών μελών» (πρέπει όμως να σημειωθεί ότι στην απόφαση αυτή ο αναφερόμενος όρος συντρέχει με άλλους όρους).
Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι η χρήση εκ μέρους μιας και της αυτής επιχειρήσεως ή διαφόρων επιχειρήσεων, νομικώς ή οικονομικώς συνδεομένων μεταξύ τους, διαφορετικών σημάτων από ένα κράτος μέλος σε άλλο για την περιγραφή προϊόντων που είναι ουσιαστικά ταυτόσημα καθιστά στην πράξη δυσκολότερη την καθιέρωση προϊόντος που εισάγεται από άλλο κράτος μέλος, όπου το παρόμοιο προϊόν έχει ήδη καθιερωθεί και του οποίου οι ιδιότητες είναι οι ίδιες, καίτοι η ονομασία είναι διαφορετική. Αυτό μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε μια πολιτική κατανομής της κοινής αγοράς και σε άλλες καταχρηστικές πρακτικές, που αποβλέπουν στη μεγίστη εκμετάλλευση των διαφόρων εθνικών αγορών (π.χ. με τιμές τεχνητά διαφοροποιημένες στα διάφορα κράτη).
Προκειμένου περί φαρμακευτικών προϊόντων που δεν μπορούν να αγοραστούν παρά μόνο με ιατρική συνταγή, σημασία μπορεί να δοθεί στην πιθανή ύπαρξη μιας πρακτικής κατά την οποία η συνταγή δεν αναφέρει την ονομασία του γένους του φαρμάκου, αλλά μόνο την εμπορική ονομασία με την οποία ο κατασκευαστής περιγράφει τα δικά του φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα. Αυτό αφαιρεί από τον καταναλωτή την ελευθερία επιλογής και από το φαρμακοποιό τη δυνατότητα να πωλεί ένα φάρμακο, το οποίο, ενώ έχει θεραπευτικές ιδιότητες και δόση ταυτόσημες με εκείνες της συνταγής και προέρχεται από τον ίδιο κατασκευαστή, έχει διαφορετική εμπορική ονομασία.
Σε μια τέτοια κατάσταση, ο τοπικός παραγωγός θα βρεθεί γενικά σε θέση ισχύος έναντι του εισαγωγέα ενός προϊόντος με ονομασία που είναι άγνωστη ή ανεπαρκώς γνωστή. Το φαινόμενο αυτό θα είναι πιο έντονο, αν ο ίδιος δικαιούχος του τοπικού σήματος, με τον οποίο πρέπει να συναγωνιστεί, ελέγχει την παραγωγή του εισαγόμενου προϊόντος.
Η πρακτική τού να δίνονται πολλές ονομασίες για ένα και το αυτό προϊόν, μια για κάθε κράτος μέλος, συνεπάγεται, επομένως, όσον αφορά τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα και για λόγους που προσιδιάζουν στον τομέα αυτό, σοβαρούς κινδύνους για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μέσα στην Κοινότητα. Γι' αυτό, έστω και αν δεν πρόκειται .περί απαγορευμένης πρακτικής, μου φαίνεται ότι, για την προστασία της ορθής λειτουργίας της κοινής αγοράς, είναι αναγκαίο να την υπαγάγομε σε όρους που θα μειώσουν στο ελάχιστο τον ενδεχόμενο κίνδυνο. Κατά τη γνώμη μου, ο πιο σημαντικός από τους όρους αυτούς θα ήταν να υποχρεώνεται η επιχείρηση (ή ο όμιλος συνδεομένων επιχειρήσεων που δρουν σε διαφορετικά κράτη), η οποία παράγει υπό διάφορα σήματα - ένα για κάθε κράτος μέλος - φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα που έχει ταυτόσημες θε-ραπευτικές ιδιότητες, να παρέχει επαρκή αντικειμενική δικαιολογία.
Στον αρμόδιο εθνικό δικαστή της ουσίας εναπόκειται να αποφαίνεται, κατά περίπτωση, κατά πόσο μπορεί να αποδειχθεί συγκεκαλυμμένος περιορισμός στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 36. Μια διαπίστωση αυτού του είδους εξαρτάται πράγματι από τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν κάθε ατομική υπόθεση: επομένως, η διαπίστωση δεν μπορεί να γίνει αφηρημένα, χωρίς να ληφθεί υπόψη το συγκεκριμένο πλαίσιο μιας δεδομένης καταστάσεως. Αλλά είναι βεβαίως σκόπιμο να καθοδηγείται ο εθνικός δικαστής από κριτήρια γενικής φύσεως σ' ένα τόσο λεπτό έργο 'ο όρος που σκιαγράφησα πιο πάνω θα μπορούσε να εξυπηρετήσει αυτό το σκοπό.
6.
Μετά από αυτά που είπα, και χωρίς να θέλω να επέμβω στη διακριτική ευχέρεια του εθνικού δικαστή, θεωρώ σκόπιμο να προσθέσω μερικές παρατηρήσεις όσον αφορά το λεπτό ζήτημα της αντικειμενικής δικαιολογίας της πολλαπλότητας διαφορετικών σημάτων για ένα και το αυτό προϊόν.
Έχω ήδη πεί ότι η πρακτική της χρησιμοποιήσεως διαφόρων ονομασιών, που καλύπτονται από διαφορετικά σήματα, για προϊόντα που είναι κατ' ουσίαν ταυτόσημα, μπορεί να δικαιολογηθεί από μερικούς λόγους και από λόγους ανταγωνισμού, όταν αποβλέπει στην αύξηση της σειράς των προϊόντων που μια επιχείρηση προσφέρει στους πελάτες της. Πάντως, όταν αυτή η διαφοροποίηση των σημάτων γίνεται από ένα μόνο δικαιούχο, όχι σ' ένα κράτος, αλλά σε διαφορετικά κράτη, και όταν ο δικαιούχος (ή άλλες επιχειρήσεις του ομίλου του) δεν κυκλοφορεί ο ίδιος τα προϊόντα του σε άλλα κράτη μέλη, μπορεί να αποκλειστεί το ότι αυτή η διαφοροποίηση αποβλέπει στην αύξηση της σειράς των προϊόντων που προσφέρονται στους πελάτες. Κατά την παρούσα διαδικασία, η ίδια η επιχείρηση AHCP δεν επικαλέστηκε ένα τέτοιο σκοπό, αλλ' απεναντίας αναφέρθηκε κατά γενικό τρόπο στις δυσχέρειες που ισχυρίζεται ότι απέρρευσαν από προηγούμενες καταχωρίσεις σημάτων σε ορισμένα κράτη μέλη, τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σύγχυση με εκείνο ή εκείνα που αυτή χρησιμοποιεί για το εν λόγω προϊόν σε άλλα κράτη μέλη.
Πρέπει σχετικά να αναγνωριστεί ότι όταν σε ένα κράτος, για προϊόντα του υπό εξέταση είδους (στην προκειμένη περίπτωση φαρμακευτικά προϊόντα), ένας τρίτος είναι ήδη δικαιούχος σήματος παρόμοιου με εκείνο με το οποίο μια επιχείρηση περιγράφει ένα συγκεκριμένο προϊόν σε άλλες χώρες, θα υπήρχε βάσιμη δικαιολογία για την ενδεχόμενη χρησιμοποίηση, από αυτήν την επιχείρηση στο κράτος αυτό, διαφορετικής ονομασίας για το ίδιο προϊόν. Αλλά σε μια τέτοια κατάσταση δεν είναι δυνατό να αποκλειστεί πλήρως η δυνατότητα καταχρήσεως. Ας υποθέσουμε π.χ. ότι στην επιλογή του πρώτου σήματος, για το κράτος Α, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση προσέφυγε σε μια ονομασία ήδη χρησιμοποιούμενη ή τουλάχιστο ήδη καταχωρισμένη στο όνομα τρίτων στο κράτος Β, απλώς και μόνο για να δικαιολογηθεί να δώσει στο ίδιο προϊόν διαφορετική ονομασία στο τελευταίο κράτος. Μια τέτοια περίπτωση θα παρουσίαζε επίσης το μειονέκτημα ότι θα καθιστούσε πολύ δυσχερή την απόδειξη της προθέσεως καταχρήσεως 'αλλά, γι' αυτόν ακριβώς το λόγο θα ήταν αναγκαίο να ελεγχθεί αυτή, υπό το πρίσμα της όλης συμπεριφοράς της επιχειρήσεως ή του ομίλου επιχειρήσεων για τους οποίους πρόκειται μέσα στην κοινή αγορά.
Στο υπόμνημα που υπέβαλε στην παρούσα υπόθεση η επιχείρηση CENTRAFARM, αναφερόμενη σε μια σειρά από έξι φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα που παράγει η AHCP, τόνισε το γεγονός ότι στο πλαίσιο των εγχωρίων νομοθεσιών περί σημάτων που εξετάζονται για το σκοπό αυτό (Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία και BENELUX) η αμερικανική επιχείρηση χρησιμοποιεί τρεις ή τέσσερις διαφορετικές ονομασίες για καθένα από τα εν λόγω προϊόντα. Οι ονομασίες που χρησιμοποιούνται στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιταλία, εκτός του ότι διαφέρουν πάντοτε μεταξύ τους, είναι επίσης διαφορετικές από εκείνες που χρησιμοποιούνται σε κάθε άλλο κράτος μέλος (με μια μόνη εξαίρεση που αφορά το προϊόν TAVOR που αποκαλείται έτσι τόσο στην Ιταλία όσο και στη Γερμανία).
Εν όψει αυτής της πρακτικής της AHCP, δεν χωρεί αμφιβολία ότι πρέπει να γίνει προσεκτική εξέταση, από το παραπέμπον δικαστήριο παραπομπής, αν αυτή η εταιρεία έχει κάνει καταχρηστική χρήση των δικαιωμάτων της επί του σήματος, ώστε να επιφέρει περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Η ύπαρξη μιας τέτοιας καταχρήσεως θα φαινόταν πολύ πιο πιθανή αν ήταν αληθές ότι, καθώς ισχυρίζεται η CENTRAFARM, η φαρμακοβιομηχανία στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ιταλία, λαμβανομένου υπόψη του επιπέδου του κόστους παραγωγής, έχει μεγαλύτερες δυνατότητες να ανταγωνιστεί επιτυχώς την παραγωγή άλλων κρατών μελών. Το γεγονός ότι στις δύο αυτές χώρες υπάρχει διαρκής διαφοροποίηση των σημάτων για τα ιδιοσκευάσματα που παράγει η AHCP, ή τουλάχιστον που παράγονται υπό τον έλεγ-χό της, θα μπορούσε να είναι αποκαλυπτικό στοιχείο όσον αφορά την πρόθεση της επιχειρήσεως αυτής να κατανείμει τις εθνικές αγορές, παρακωλύοντας την κυκλοφορία, στο υπόλοιπο της Κοινότητας, των προϊόντων της που κατασκευάζονται μέσα σ' αυτά τα κράτη.
Αν επομένως ο δικαστής της ουσίας, βάσει της εξετάσεως όλων των σημαντικών περιστατικών (και, ενδεχομένως, αν η κατάσταση της αγοράς και η συμπεριφορά των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων το δικαιολογεί, κάνοντας επίσης χρήση και τεκμηρίων), εκτιμήσει ότι η άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος αποβλέπει στην τεχνητή κατανομή των αγορών, αυτό θα αποτελέσει μια επιβεβαίωση της υπάρξεως «συγκεκαλυμμένου περιορισμού» στο ενδοκοινοτικό εμπόριο κατά την έννοια του άρθρου 36. Η συνέπεια πρέπει να είναι ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού πρέπει να κηρυχθεί ασυμβίβαστη προς το κοινοτικό δίκαιο, υπό τη μορφή της εναντιώσεως στην αντικατάσταση του σήματος στην οποία προβαίνει ο εισαγωγέας.
7.
Είναι απλούστερο να δοθεί απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα. Η οδηγία του Συμβουλίου 65/65 της 26ης Ιανουαρίου 1965 ρυθμίζει κατ' ουσίαν τους όρους και τους τρόπους εκδόσεως, αναστολής ή ανακλήσεως της άδειας για τη διάθεση στο εμπόριο των φαρμακευτικών προϊόντων. Δεν μου φαίνεται, επομένως, ότι αυτή μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίπτωση στην εφαρμογή του άρθρου 36 της Συνθήκης σχετικά με το δίκαιο των σημάτων. Κατά συνέπεια, το συμβιβαστό ή μη της εθνικής ρύθμισης με την οδηγία δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επιρροή στην απάντηση που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα. Οι παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν για το θέμα αυτό καθιστούν επίσης σαφές ότι, σε μια περίπτωση όπως η εξεταζόμενη εδώ, η ευχέρεια που αναγνωρίζεται σε τρίτο εισαγωγέα να πωλεί το προϊόν στο κράτος εισαγωγής με ονομασία διαφορετική από την ονομασία της καταγωγής (αλλά που δεν πρέπει να είναι εκείνη που χρησιμοποιείται από τον όμιλο των παραγωγών επιχειρήσεων στο κράτος αυτό) δεν θα τροποποιούσε τους όρους του προβλήματος ούτε κατά συνέπεια την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο παραπέμπον δικαστήριο.
8.
Τέλος, για όλους τους προηγούμενους λόγους, προτείνω να δοθούν από το Δικαστήριο, στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το ARRONDISSEMENTSRECHTBANK te Rotterdam, με την απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1977, οι ακόλουθες απαντήσεις:
1)
Αν μια επιχείρηση που παράγει ένα φαρμακευτικό προϊόν του έχει δώσει διαφορετικές ονομασίες, παρά την ταυτότητα των ενεργών στοιχείων και των θεραπευτικών του ιδιοτήτων, και έχει καταχωρίσει καθένα από τα αντίστοιχα σήματα σε διαφορετικό κράτος μέλος, το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ της επιτρέπει κατ' αρχήν να εναντιωθεί στην αντικατάσταση από τρίτο εισαγωγέα του αρχικού σήματος, το οποίο έχει επιτεθεί κανονικά στο προϊόν μέσα στο κράτος εξαγωγής, με το σήμα που κατέχει ή ίδια παραγωγός επιχείρηση στο κράτος εισαγωγής. Εν τούτοις, αυτή η συμπεριφορά αποτελεί συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών κατά την έννοια του άρθρου 36 και επομένως είναι αθέμιτη, όταν συμβάλλει στην κατανομή των εθνικών αγορών ειδικότερα δε, όταν ο δικαιούχος του σήματος δεν παρέχει επαρκή αντικειμενική δικαιολογία για τη χρήση διαφορετικών σημάτων, από τα οποία το καθένα έχει καταχωριστεί σε διαφορετικό κράτος μέλος, για το ίδιο προϊόν.
2)
Η ύπαρξη στο κράτος εισαγωγής ρυθμίσεως που συμβιβάζεται με την οδηγία του Συμβουλίου 65/65 της 26ης Ιανουαρίου 1965 και η δυνατότητα που η εν λόγω ρύθμιση αναγνωρίζει ενδεχομένως στον εισαγωγέα να θέσει σε πώληση το εισαγόμενο προϊόν με σήμα διαφορετικό από το αρχικό (και από εκείνο που χρησιμοποιεί ο παραγωγός του αντιστοίχου ιδιοσκευάσματος στο κράτος εισαγωγής) δεν αλλάζουν τους γενικούς όρους του προβλήματος.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy