ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GERHARD REISCHL
της 2ας Μαΐου 1979 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η υπόθεση, επί της οποίας αναπτύσσω σήμερα τις προτάσεις μου, αφορά απόφαση της Επιτροπής, εκδοθείσα στις 8 Δεκεμβρίου 1977, κατ' εφαρμογή του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, και επιβάλλουσα κυρώσεις στην εταιρία Hugin Kassaregister ΑΒ (στο εξής: Hugin ΑΒ) και στη βρεττανική θυγατρική της Hugin Cash Registers Ltd. (στο εξής: Hugin UK) για καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης.
Η Hugin ΑΒ, συσταθείσα το 1928 στη Στοκχόλμη και πλήρως ελεγχόμενη από την Ομοσπονδία των Σουηδών καταναλωτών Kooperativa Förbundet, κατασκευάζει ταμιακές μηχανές και άλλες συσκευές του ιδίου τύπου. Η εταιρία ελέγχει το 12 % της κοινοτικής αγοράς και ειδικότερα το 13 % της αγοράς στο Ηνωμένο Βασίλειο, που παρουσιάζει ειδικότερη σημασία στην προκειμένη περίπτωση, ενώ τα μερίδια των άλλων κατασκευαστών είναι αντιστοίχως 36, 15 και 13 % στην κοινοτική αγορά και 34, 18 και 16 % στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου. Η εμπορία των μηχανών στην Κοινότητα ανατέθηκε, εν μέρει, σε θυγατρικές της Hugin ΑΒ, αυτή δε είναι η περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου, του Βελγίου, της Δανίας, της Γαλλίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, και εν μέρει — όπως στην Ιρλανδία, τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες — σε γενικούς αντιπροσώπους ή αποκλειστικούς διανομείς, με τους οποίους συνήψε, από το 1971 έως το 1976, συμβάσεις διαθέσεως στο εμπόριο.
Η εμπορική πολιτική της Hugin ΑΒ χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι η συντήρηση και η επισκευή των ταμιακών μηχανών Hugin διασφαλίζονται αποκλειστικά από τεχνικούς στην υπηρεσία της Hugin ΑΒ ή των θυγατρικών και αποκλειστικών διανομέων της, έτσι ώστε ανεξάρτητες επιχειρήσεις που δρουν σ' αυτό τον τομέα αποκλείονται της εξυπηρετήσεως πελατών.
Μέχρι το 1968, υπήρχαν στο Ηνωμένο Βασίλειο δύο εταιρίες που είχαν την αποκλειστικότητα της πωλήσεως των ταμιακών μηχανών Hugin, στις οποίες η Hugin ΑΒ δεν είχε καμιά συμμετοχή: η Cash Machines Ltd., θυγατρική της English Cooperative Wholesale Society, εξασφάλιζε την πώληση στους συνεταιρισμούς, η άλλη — η εταιρία Gledhill — ήταν υπεύθυνη για την πώληση στους άλλους αγοραστές. Το 1969, η σύμβαση με τη Gledhill έληξε, ενώ η Cash Machines ανέλαβε τις αντίστοιχες εμπορικές δραστηριότητες, τροποποιώντας την επωνυμία της σε Hugin Great Britain Ltd. (στο εξής: Hugin GB). Προφανώς, επειδή η Hugin GB συνήντησε ορισμένες οικονομικές δυσκολίες, η Hugin ΑΒ δημιούργησε στο Ηνωμένο Βασίλειο τη βρεττανική θυγατρική Hugin Cash Registers Ltd. (Hugin UK) που προαναφέρθηκε. Κατά τους όρους της συμφωνίας που συνήφθη το Μάρτιο 1972, μεταξύ της Hugin GB καν της θυγατρικής εταιρίας, αφενός, και της Hugin ΑΒ και Hugin UK, αφετέρου, η Hugin UK ανέλαβε μέρος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Hugin GB. Η τελευταία τροποποίησε τότε την εταιρική της επωνυνία σε Century Cash Registers Ltd. και κατέστη μη εμπορική εταιρία.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο υφίσταται επίσης εταιρία που έχει συσταθεί στο Λονδίνο προ εικοσιπενταετίας, η Liptons Cash Registers and Business Equipment Ltd. (στο εξής: Liptons), η οποία συντηρεί, επισκευάζει, πωλεί και εκμισθώνει ταμιακές μηχανές των περισσοτέρων κατασκευαστών. Από το τέλος του 1950 και μέχρι το 1969 η εταιρία αυτή αγόραζε ανταλλακτικά Hugin από την Cash Machines Ltd., που είχε την ιδιότητα του εισαγωγέα ταμιακών μηχανών Hugin. Δυνάμει συμφωνίας διαρκείας πέντε ετών, η οποία συνήφθη το 1969, με τη Hugin GB, ιδίως με την εισαγωγή του δεκαδικού συστήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Liptons ονομάστηκε γενικός αντιπρόσωπος για την πώληση των ταμιακών μηχανών Hugin στην Αγγλία, τη Σκωτία και την Ουαλία. Η Hugin GB κατήγγειλε αυτή τη συμφωνία τον Απρίλιο 1972· εν πάση περιπτώσει, όπως προκύπτει από επιστολή του προέδρου της Hugin GB της 10ης Ιανουαρίου 1973, η Hugin UK δεν ανέλαβε αυτή τη συμφωνία στο πλαίσιο της προαναφερθείσας συμφωνίας του Μαρτίου 1972. Κατά τη διάρκεια της περιόδου που η Liptons ήταν γενικός αντιπρόσωπος της Hugin GB, η τελευταία φαίνεται ότι είχε αναλάβει την ευθύνη της εξυπηρετήσεως των πελατών. Φαίνεται, ωστόσο, ότι κατά τα έτη 1969 έως 1971, τεχνίτες της Liptons συμμετείχαν επίσης στη συντήρηση των πωλούμενων καινούριων ταμιακών μηχανών Hugin. Επιπλέον, η Liptons συνέχισε την εξυπηρέτηση των πελατών στο πλαίσιο της δικής της εκμεταλλεύσεως — αποκατάσταση της λειτουργίας και πώληση μεταχειρισμένων μηχανών και, από το 1970, εκμίσθωση ταμιακών μη χανών — και προς το σκοπό αυτό, ελάμβανε, όπως ελέχθη, τα αναγκαία ανταλλακτικά από τη Hugin GB. Μετά τη σύσταση της Hugin UK και τη θέση σε εφαρμογή νέας οργανώσεως πωλήσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο, με τη βοήθεια δεκατριών διανομέων, ο καθένας από τους οποίους ήταν αρμόδιος για ορισμένη περιοχή, χωρίς όμως οι ίδιοι να διασφαλίζουν την εξυπηρέτηση των πελατών, η εταιρία Liptons η οποία, όπως ελέχθη ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν εν γνώσει, από το 1971, των διαπραγματεύσεων με τη Hugin GB και τις πιθανές συνέπειες αυτών των διαπραγματεύσεων, δέχθηκε από τη Hugin UK, τον Απρίλιο 1972, προσφορά συνάψεως συμβάσεως με την οποία η Liptons καθίστατο εγκεκριμένος αντιπρόσωπος στην περιοχή του Λονδίνου. Κατά τη διάρκεια αυτών των διαπραγματεύσεων, η Liptons εξακολουθούσε να προμηθεύεται ταμιακές μηχανές και ανταλλακτικά από τη Hugin UK. Όταν η Liptons, τον Οκτώβριο 1972, απέρριψε την ανωτέρω προσφορά της Hugin UK, με την αιτιολογία ότι η περιοχή που της παρεχωρείτο και τα περιθώρια κέρδους ήταν πολύ μικρά, η Hugin UK αρνήθηκε να της παραδίδει ταμιακές μηχανές στη χονδρική τιμή, καθώς και τα ανταλλακτικά για ταμιακές μηχανές Hugin.
Ενώπιον αυτής της αρνήσεως, η Liptons απευθύνθηκε στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τον Οκτώβριο 1975, ζητώντας από την Επιτροπή να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 3 του κανονισμού 17. Η Επιτροπή, με απόφαση της 22ας Απριλίου 1977, ικανοποίησε την αίτηση της Liptons. Η Επιτροπή, αφού απηύθυνε διάφορες αιτήσεις πληροφοριών στους ενδιαφερομένους και τους άκουσε με την ευκαιρία ακροάσεως το 1977, περάτωσε τη διαδικασία με απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 1977 (που δημοσιεύθηκε στο Abl. L 22 της 27ης Ιανουαρίου 1978, σ. 23).
Η εν λόγω απόφαση διαπιστώνει (άρθρο 1) ότι η Hugin ΑΒ και η Hugin UK παρέβησαν τις διατάξεις του άρθρου 86 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος από την 1η Ιανουαρίου 1973, αρνούμενες να προμηθεύσουν τη Liptons με ανταλλακτικά ταμιακών μηχανών Hugin, και ότι, μ' αυτό τον τρόπο, η Hugin ΑΒ παρέβη επίσης τις διατάξεις του εν λόγω άρθρου 86 με το να απαγορεύει στις θυγατρικές της και στους διανομείς της στην κοινή αγορά να πωλούν τα εν λόγω ανταλλακτικά εκτός του δικτύου διανομής της. Με την απόφαση επιβάλλεται (άρθρο 2) στις προαναφερθείσες δύο εταιρίες πρόστιμο 50000 λογιστικών μονάδων, ήτοι 20833 λιρών Αγγλίας, πληρωτέων εντός τριών μηνών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως. Το άρθρο 3 ορίζει ότι οι εν λόγω εταιρίες έχουν την υποχρέωση να παύσουν αμελλητί τις διαπιστωθείσες παραβάσεις και ότι η Hugin UK πρέπει να υποβάλει στην Επιτροπή προς έγκριση, εντός προθεσμίας ενός μηνός από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως, προτάσεις σχετικές με την επανάληψη της παραδόσεως των ανταλλακτικών ταμιακών μηχανών Hugin. Τέλος, για την περίπτωση κατά την οποία η Hugin UK δεν εκπληρώσει την αναφερομένη στο άρθρο 3 υποχρέωση, το άρθρο 4 ορίζει χρηματική ποινή 1000 λογιστικών μονάδων ανά ημέρα καθυστερήσεως.
Οι προσφεύγουσες προσέφυγαν κατ' αυτής της αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ζήτησαν την ακύρωση της αποφάσεως ή, επικουρικώς, την ακύρωση ή τη μείωση του επιβληθέντος από την Επιτροπή προστίμου.
Η Hugin UK εξεπλήρωσε τις επιβληθείσες σ' αυτήν υποχρεώσεις. Με επιστολή της 3ης Ιανουαρίου 1978, που απηύθυνε στην Επιτροπή, δήλωσε ότι ήταν διατεθειμένη να παραδώσει ανταλλακτικά στη Liptons και εξέφρασε σχετικώς την επιθυμία να της δοθεί κατάλογος των πλέον επειγουσών αναγκών της Liptons, καθώς και εκτίμηση των πιθανών αναγκών για το προσεχές πεντά μηνο. Εν τούτοις, δεν έλαβε εκ μέρους της Liptons — που και σ' αυτήν κοινοποιήθηκε η απόφαση της Επιτροπής — παρά ασήμαντες παραγγελίες κατά τη διάρκεια των μετά τη λήψη της επιστολής αυτής μηνών.
I —
Για την εξέταση της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει καταρχάς να αναζητηθεί αν, όπως υπέθετε η Επιτροπή, οι προσφεύγουσες κατείχαν δεσπόζουσα θέση, κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Σ' αυτή την υπόθεση στηρίζεται η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία θεωρεί την Hugin ΑΒ και την κατά 100 % θυγατρική της εταιρία ως μία και την αυτή οικονομική μονάδα, όσον αφορά την παράδοση ανταλλακτικών Hugin. Πράγματι, κατά την Επιτροπή, τα εν λόγω ανταλλακτικά δεν μπορούν να αντικατασταθούν από ανταλλακτικά ταμιακών μηχανών άλλων κατασκευαστών και ούτε μπορούν να κατασκευαστούν κατ' άλλο τρόπο, ιδίως λόγω των αποκλειστικών δικαιωμάτων που κατέχει η Hugin ΑΒ, όσον αφορά τα περισσότερα ανταλλακτικά. Ευρισκόμεθα, επομένως, ως προς αυτό, ενώπιον χαρακτηριστικού μονοπωλίου εκ μέρους της Hugin. Επιπλέον, πάντοτε κατά την Επιτροπή, δεν είναι δυνατό να συντηρηθούν ικανοποιητικώς οι μηχανές Hugin ελλείψει γνήσιων ανταλλακτικών, έτσι ώστε η Hugin κατέχει για τις μηχανές της δεσπόζουσα θέση και στον τομέα της εξυπηρετήσεως των πελατών, ειδικότερα έναντι των εταιριών εκμισθώσεως μηχανών Hugin.
Οι προσφεύγουσες θεωρούν, από την πλευρά τους, καταρχάς, ότι η Επιτροπή όρισε κατά πολύ στενό τρόπο την οικεία αγορά — παράδοση ανταλλακτικών Hugin και συντήρηση ταμιακών μηχανών Hugin — και ότι θα έπρεπε στην πραγματικότητα να αντιμετωπιστούν αυτές οι παροχές, σε συνάρτηση με την αγορά των ταμιακών μηχανών. Οι εν λόγω παροχές συνιστούν στοιχείο εξαιρετικά μεγάλου ανταγωνισμού, όπως αποδεικνύει το κατεχόμενο από τη Hugin μερίδιο της αγοράς και η αυξανομένη επιτυχία των Ιαπώνων κατασκευαστών στις χώρες της κοινής αγοράς. Κατά συνέπεια, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι είναι αδύνατο να υποτεθεί δεσπόζουσα θέση του ομίλου Hugin, σε σχέση με τους αγοραστές των ταμιακών μηχανών Hugin, και ως προς το ό, τι αφορά τα ανταλλακτικά και την εξυπηρέτηση πελατών. Η συμπεριφορά της Hugin στην αγορά ενισχύει, κατ' αυτές, την εν λόγω άποψη, καθόσον η πελατεία δεν υπέστη καμία ζημία, δεδομένου ότι η εξυπηρέτηση πελατών, συμπεριλαμβανομένης της προμηθείας ανταλλακτικών, προσφέρεται σε πολύ χαμηλές τιμές, και μάλιστα λειτουργεί με ζημία για τη Hugin. Είναι απολύτως εσφαλμένο να περιορίζεται το πεδίο της έρευνας στο μόνο ζήτημα αν μπορεί να υπάρχει δεσπόζουσα θέση έναντι επιχειρήσεων όπως η Liptons. Οποιαδήποτε εξάρτηση μιας τέτοιας επιχειρήσεως από τη Hugin αποκλείεται, λόγω του ότι μπορούν επίσης να εξευρεθούν ανταλλακτικά Hugin με άλλο τρόπο, για παράδειγμα, από παλαιές ταμιακές μηχανές Hugin που προορίζονται για διάλυση, ή κατασκευάζοντάς τες αλλαχού, πράγμα που δεν μπορεί να εμποδιστεί από τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας της Hugin.
1.
Όσον αφορά αυτή τη διαφορά απόψεων, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η προμήθεια ανταλλακτικών και η συντήρηση ταμιακών μηχανών συνιστούν ανταγωνιστικά στοιχεία στην αγορά των ταμιακών μηχανών, που οι πελάτες λαμβάνουν φυσικά υπόψη όταν αγοράζουν ταμιακές μηχανές. Αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των όρων πωλήσεως, όπως ορθώς παρατήρησαν οι προσφεύγουσες, στο μέτρο που ο κατασκευαστής, κατά κανόνα όπως φαίνεται, εγγυάται τη συσκευή (ανταλλακτικά και εργατικά) επί ένα έτος και στο μέτρο που οι πελάτες ενημερώνονται λεπτομερώς και ως προς τους όρους εξυπηρετήσεως κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που προηγούνται της πωλήσεως, και μπορούν να συνάψουν συμφωνητικά συντηρήσεως και επισκευής έναντι τιμής κατ' αποκοπήν, που εγγυώνται την κανονική συντήρηση, συμπεριλαμβανομένης της προμηθείας ανταλλακτικών. Αυτές οι σκέψεις επιτρέπουν, χωρίς αμφιβολία, να χαρακτηρισθεί η εξυπηρέτηση πελατών κατά μία έννοια ως παρεπόμενη δραστηριότητα της πωλήσεως ταμιακών μηχανών.
Εν τούτοις, είμαι της γνώμης ότι αυτή η διαπίστωση δεν οδηγεί κατ' ανάγκη στο συμπέρασμα ότι τέτοιες παροχές δεν πρέπει να εξεταστούν παρά σε σχέση με την αγορά των ταμιακών μηχανών και ότι στερούνται οποιασδήποτε ανεξάρτητης σημασίας, αποκλείοντας μ' αυτό τον τρόπο την ύπαρξη ειδικής αγοράς για ανταλλακτικά και εξυπηρέτηση πελατών. Όταν ένας πελάτης αγοράζει μια ταμιακή μηχανή, για την οποία επισημαίνεται μέση διάρκεια χρήσεως 8 ετών, η ζήτησή του δεν μπορεί να αφορά, στη συνέχεια και επί ορισμένο χρόνο παρά ανταλλακτικά για τη συντήρηση. Όμως, όχι αμελητέα μερίδα της πελατείας — κατά τις προσφεύγουσες πλέον του 1/3 — δεν κάνει χρήση της δυνατότητας να συνάψει συμφωνητικά συντηρήσεως με τη Hugin και προτιμά, ανάλογα με τις ανάγκες της, να κάνει παραγγελίες για τη συντήρηση και για την προμήθεια ανταλλακτικών. Επίσης, δεν μπορεί να αγνοηθεί η ύπαρξη ανεξαρτήτων εργαστηρίων ειδικευμένων σ' αυτό τον τομέα — υφίστανται περίπου 40 στο Ηνωμένο Βασίλειο, εκτός της Liptons — ούτε ότι υφίστανται άλλοι κατασκευαστές ταμιακών μηχανών που ακολουθούν πολιτική εξυπηρετήσεως πελατών διαφορετική από την πολιτική της Hugin και που προμηθεύουν για το λόγο αυτό ανταλλακτικά στα ανεξάρτητα εργαστήρια. Αυτό συμβαίνει, σύμφωνα με τις προσκομισθείσες από την Επιτροπή αποδείξεις, προκειμένου περί των εταιριών NCR, Sweda, Anker και Gross.
Θεωρώ, επομένως, ότι η Επιτροπή ορθώς δέχθηκε την ύπαρξη αγοράς για τα ανταλλακτικά και την εξυπηρέτηση πελατών, για να θέσει στη συνέχεια το ζήτημα αν η Hugin κατείχε δεσπόζουσα θέση στην έτσι οριοθετηθείσα αγορά. Ούτε, εξάλλου, πρέπει να εξεταστεί αν πρόκειται περί σημαντικής σε μέγεθος αγοράς, διότι αυτό ασφαλώς δεν έχει καμία σημασία ενόψει του άρθρου 86, υπό τον όρο η δεσπόζουσα θέση να αφορά τουλάχιστον σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς. Εν πάση περιπτώσει, ο κύκλος εργασιών της Hugin, ο σχετικός με τα ανταλλακτικά και τη συντήρηση — όπως προκύπτει από τις προσκομισθείσες από την Επιτροπή ενδείξεις — αποδεικνύει ότι δεν πρόκειται καθόλου περί εντελώς δευτερεύουσας αγοράς.
2.
Αν ληφθεί ως αφετηρία αυτή η οριοθέτηση της αγοράς, το μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι τα ανταλλακτικά για τις διάφορες κατασκευές δεν μπορούν να αντικατασταθούν μεταξύ τους αλλά, τουναντίον, λόγω της ποικιλίας των τύπων, προσαρμόζονται στους αντίστοιχους μηχανισμούς, είναι ασφαλώς σημαντικό, για να εκτιμηθεί η θέση της Hugin στην αγορά των ανταλλακτικών Hugin. Μπορεί, επομένως, πράγματι να γίνεται λόγος περί μονοπωλίου της Hugin, όσον αφορά την προμήθεια των ανταλλακτικών Hugin και να υποτεθεί, συνεπώς, η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 86, όπως ήδη έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση General Motors (υπόθεση 26/75, General Motors Continental NV κατά Επιτροπής, απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1975, Slg. 1975, σ. 1367). Το Δικαστήριο δέχθηκε σ' εκείνη την υπόθεση την ύπαρξη ξεχωριστής αγοράς για ορισμένες παροχές υπηρεσιών — έκδοση πιστοποιητικών εγκρίσεως αυτοκινήτων οχημάτων — και διαπίστωσε ότι η General Motors κατείχε μονοπωλιακή θέση, δεδομένου ότι η βελγική θυγατρική της ήταν η μόνη που μπορούσε να εκδώσει τα εν λόγω πιστοποιητικά εγκρίσεως για οχήματα General Motors εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη.
Η εγερθείσα από τη Hugin αντίρρηση, κατά την οποία τα ανταλλακτικά Hugin μπορούσαν επίσης να κατασκευαστούν αλλαχού, ουδόλως μεταβάλλει αυτή την κατάσταση. Μια τέτοια παραγωγή δεν υφίσταται στην πραγματικότητα και είναι, άλλωστε, πολύ λίγο πιθανό να υπάρξει μια μέρα. Δεν παρίσταται ανάγκη, σχετικώς, να εξεταστεί το ένδικο σημείο αν υφίστανται εμπόδια νομικής φύσεως για μια τέτοια παραγωγή και, ιδίως, αν το Design Copy Act του 1968 απαγορεύει μια τέτοια παραγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο, του οποίου η αγορά ενδιαφέρει ειδικότερα την προκειμένη περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, οι διευκρινίσεις που παρέσχε η Επιτροπή στο παράρτημα V του υπομνήματος ανταπαντήσεώς της δημιουργούν την εντύπωση ότι οι υφιστάμενες αμφιβολίες και η απειλή σοβαρών κυρώσεων καθιστούν την απόπειρα κατασκευής ανταλλακτικών Hugin πολύ παρακινδυνευμένη. Επιπλέον, οι κατασκευαστές που δεν εξαρτώνται από τη Hugin δεν θα μπορούσαν να το πράξουν, λόγω της τεχνολογικής προόδου της Hugin. Μια τέτοια κατασκευή δεν θα ήταν ούτε αποδοτική και δεν θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, ενόψει της μικρής της σημασίας, να ανταγωνιστεί τη Hugin, δεδομένου ιδίως ότι, λόγω του μεγάλου αριθμού και της ποικιλίας των ανταλλακτικών, η κατασκευή θα έπρεπε κάθε φορά να αφορά μικρές σειρές ανταλλακτικών. Ενόψει αυτής της καταστάσεως και λαμβανομένης υπόψη της μικρής αξίας των επιμέρους ανταλλακτικών, η οποία, κατά μέσο όρο, αντιπροσωπεύει μόνο το 3 % της αξίας της ταμιακής μηχανής, ασφαλώς δεν είναι δυνατό, τουλάχιστον ενόσω η Hugin δεν ζητάει όλως υπερβολικές τιμές, να στηρίζεται κανείς στο ότι μπορεί να εξεύρει επιχείρηση που να κατασκευάσει ανταλλακτικά Hugin.
Το συμπέρασμα ότι η Hugin πράγματι κατέχει μονοπώλιο για την προμήθεια ανταλλακτικών Hugin δεν ανατρέπεται με τη δεύτερη αντίρρηση, κατά την οποία είναι δυνατό να προμηθευθεί κανείς ανταλλακτικά, όχι μόνο από τον κατασκευαστή, αλλά και από τη διάλυση παλαιών ταμιακών μηχα νών. Ασφαλώς, δεν μπορεί να αποσιωπηθεί μια τέτοια πρακτική, στην οποία η εταιρία Liptons προφανώς κατέφυγε, εν μέρει, υπό την πίεση των γεγονότων, λόγω της αρνήσεως της Hugin να της προμηθεύσει ανταλλακτικά. Είναι, όμως, βέβαιο ότι δεν είναι δυνατό, για διάφορους λόγους, να θεωρηθεί αυτή η πηγή εφοδιασμού ως πράγματι ανταγωνιστική. Έτσι, αναφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το 30 % περίπου των ταμιακών μηχανών που παραλαμβάνουν οι κατασκευαστές και οι οποίες εμφανίζονται στην αγορά μεταχειρισμένων μηχανών, πωλούνται ή εκμισθώνονται αφού αποκατασταθεί η λειτουργία τους. Είναι λιγότερο αποδοτική, όπως απέδειξε η Liptons, η διάλυσή τους για να ληφθούν ανταλλακτικά — πράγμα που κοστίζει ακριβά — παρά να αποκατασταθεί η λειτουργία τους έναντι σχετικώς μικρής δαπάνης και να καταστούν, έτσι, εκ νέου εκμεταλλεύσιμες ταμιακές μηχανές, των οποίων η αξία υπερβαίνει κατά πολύ την τιμή των ανταλλακτικών. Όταν η αποκατάσταση αποδεικνύεται αδύνατη — υπ' αυτή την προϋπόθεση τα ανταλλακτικά μπορούν να αποκτηθούν σε φθηνή τιμή — πρέπει να ληφθεί υπόψη, αφενός, ότι ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας αυτών των ανταλλακτικών μετριάζεται από την ανάγκη διατηρήσεως σημαντικού αποθέματος μεταχειρισμένων συσκευών και από το γεγονός ότι πρέπει πολύ συχνά να διαλυθούν πολλές μηχανές για να ληφθεί ένα ανταλλακτικό. Αφετέρου, πρέπει να σημειωθεί ότι, μ' αυτό τον τρόπο, μπορεί κανείς να προμηθευθεί αποκλειστικά μεταχειρισμένα ανταλλακτικά και, σε πολλές περιπτώσεις, ακριβώς όχι ανταλλακτικά που φθείρονται ταχύτερα. Αν αναφερθεί κανείς στα όσα ελέχθησαν περί της εξαιρετικά ταχείας εξελίξεως της τεχνικής των ταμιακών μηχανών, είναι αδύνατο, να εξασφαλιστεί η επ' αυτής της βάσεως προσήκουσα συντήρηση, παρά μόνο για πολύ μικρό βαθμό, όταν πρόκειται περί τύπου μηχανής σχετικώς πρόσφατου.
Μπορεί, επομένως, να διαπιστωθεί πράγματι ότι η Hugin κατέχει, όσον αφορά τα γνή σια ανταλλακτικά, θέση τουλάχιστον προσεγγίζουσα το μονοπώλιο και ότι, στο μέτρο που υφίσταται ανταγωνισμός, υπό τη μορφή μεταχειρισμένων ανταλλακτικών, αυτός ο ανταγωνισμός δεν μπορεί σε τίποτε να μεταβάλει το γεγονός ότι η Hugin κατέχει δεσπόζουσα θέση για τα ανταλλακτικά. Αυτή η διαπίστωση επιβάλλεται, πολλώ μάλλον που η νομολογία δέχθηκε ήδη την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως, και σε περιπτώσεις όπου υφίσταται ανταγωνισμός.
3.
Εν τούτοις, λαμβανομένων υπόψη των προβληθέντων από τις προσφεύγουσες επιχειρημάτων, όσον αφορά τη σχέση που υφίσταται μεταξύ της εξυπηρετήσεως πελατών και του ανταγωνισμού στην αγορά των ταμιακών μηχανών και λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας (για παράδειγμα στην υπόθεση 26/76, Metro SB-Großmärkte GmbH & Co. κατά Επιτροπής, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1977, σ. 1875), κατά την οποία δεσπόζουσα θέση δεν υφίσταται παρά εφόσον ο παραγωγός μπορεί να ενεργεί σε σημαντικό βαθμό χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη στάση των ανταγωνιστών του, των πελατών του και των καταναλωτών του, δεν μπορεί κανείς να αρκεσθεί σ' αυτή τη διαπίστωση. Πρέπει, αντιθέτως, να εξεταστεί αν αυτή η προϋπόθεση της δεσπόζουσας θέσης πληρούται στην προκειμένη περίπτωση. Πρέπει να εξεταστούν, πρώτον, οι σχέσεις μεταξύ Hugin και των συνήθων χρηστών, αυτών που αγοράζουν ταμιακές μηχανές για τις ανάγκες του εμπορίου τους. Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί αν είναι δυνατό να εξατομικευθεί ειδική κατηγορία πελατών που ζητούν ανταλλακτικά και οι οποίοι — όπως η Liptons — έχουν ανάγκη αυτών των ανταλλακτικών για τη συντήρηση ταμιακών μηχανών που ανήκουν σε τρίτους ή που τους ανήκουν (και που σ' αυτή την τελευταία περίπτωση εκμισθώνουν), ή για την αποκατάσταση της λειτουργίας παλαιών συσκευών και, σε καταφατική περίπτωση, σε ποιο βαθμό εξαρτάται αυτός ο όμιλος πελατών από τη Hugin.
α)
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι δεν διαθέτουν, στην πραγματικότητα, κανένα περιθώριο που να τους επιτρέπει να υιοθετήσουν ανεξάρτητη συμπεριφορά έναντι των συνήθων αγοραστών ταμιακών μηχανών. Πράγματι, αν όριζαν πολύ υψηλές τιμές, θα διέτρεχαν αμέσως τον κίνδυνο να απωλέσουν πελάτες, εφόσον οι τελευταίοι έχουν προφανώς τη δυνατότητα να αντικαταστήσουν τις ταμιακές μηχανές πριν λήξει η διάρκεια χρησιμοποιήσεώς τους και να τις δώσουν, ως μερικό, αντάλλαγμα για την απόκτηση καινούριων. Παρατηρούν, επιπλέον, ότι η αγορά των ταμιακών μηχανών δεν παρουσιάζει επέκταση, αλλά αντιθέτως, σε ποσοστό περίπου 95 %, αποτελεί αγορά προϊόντων που μπορούν να αντικατασταθούν. Ορίζοντας πολύ υψηλές τιμές για τα ανταλλακτικά, θα διέτρεχαν, συνεπώς, τον κίνδυνο οι πελάτες τους, στο τέλος της κανονικής διαρκείας χρησιμοποιήσεως μιας ταμιακής μηχανής, να στραφούν προς άλλη μάρκα, εξ ου η ανάγκη, κατ' αυτές, να ορίζουν ανταγωνιστικές τιμές.
Ασφαλώς, είμαι της γνώμης ότι μπορεί να γίνει δεκτό ότι τέτοιες σκέψεις μπορούν να εμποδίσουν τις προσφεύγουσες από του να ορίσουν υπερβολικές τιμές για τα ανταλλακτικά. Νομίζω, ωστόσο, ότι διαθέτουν τουλάχιστον ορισμένο περιθώριο χειρισμού που τους επιτρέπει ανεξάρτητη συμπεριφορά, κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Πρέπει, πρώτον, να γίνει σύγκριση μεταξύ της αξίας των ανταλλακτικών σε σχέση με την αξία των ταμιακών μηχανών και της αξίας της συντηρήσεως. Βάσει του κύκλου εργασιών των προσφευγουσών, η Επιτροπή μπόρεσε να αποδείξει ότι τα ανταλλακτικά κοστίζουν κατά μέσο όρο 3 % της τιμής των συσκευών. Η αξία τους είναι επίσης σχετικώς μικρή, σε σχέση με το κόστος της ετήσιας συντηρήσεως, για την οποία οι προσφεύγουσες χρεώνουν 25 λίρες, ήτοι περί που 1/18 της τιμής της ταμιακής μηχανής. Μπορεί, συνεπώς, να υποτεθεί ότι οι κατασκευαστές μπορούν να αυξήσουν και μάλιστα σημαντικά, την τιμή των ανταλλακτικών, χωρίς μια τέτοια αύξηση να είναι ικανή να ασκήσει επίπτωση επί της επιλογής, από τον πελάτη, ορισμένης μάρκας ταμιακής μηχανής.
Εξάλλου, η δυνατότητα για το χρήστη ταμιακής μηχανής να αντικαταστήσει τη μηχανή πριν από το τέλος της κανονικής περιόδου χρησιμοποιήσεως των 8 ετών και να αποφύγει, έτσι, ενδεχόμενες αυξήσεις τιμών των ανταλλακτικών, προφανώς δεν μειώνει καθόλου το περιθώριο χειρισμού που διαθέτουν οι προμηθευτές ανταλλακτικών. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, μπόρεσε, πράγματι, να αποδειχθεί, με τη βοήθεια δηλώσεων συλλεγεισών από κατασκευαστές ταμιακών μηχανών, ότι, καταρχήν, μεταχειρισμένες ταμιακές μηχανές δεν γίνονταν δεκτές ως μερικό αντάλλαγμα καινούριας (για παράδειγμα από τη Sweda), και ότι, και αν αυτό συνέβαινε, δεν υπήρχαν σαφώς ορισμένες τιμές — ενώ η Anker και η Sweda επιφύλασσαν σ' αυτές το δικαίωμα να καθορίζουν αυτή την τιμή, ανά περίπτωση, στο μέτρο που θα δέχονταν να λάβουν παλαιά μηχανή ως μερικό αντάλλαγμα της τιμής καινούριας — ή οι τιμές ήταν εξαιρετικά χαμηλές, όπως στην NCR (οι ηλεκτρικές ταμιακές μηχανές διατιμώνται μεταξύ 10 και 50 λιρών, οι δε ηλεκτρονικές ταμιακές μηχανές διατιμώνται 50 λίρες). Επιπλέον, ελέχθη ενώπιον του Δικαστηρίου ότι μόνον οι συνήθεις τύποι μηχανών γίνονταν δεκτοί, ενώ η παράδοση παλαιάς μηχανής έναντι του τιμήματος καινούριας έπρεπε να καταλήξει σε αγορά τουλάχιστον αξίας 500 λιρών επιπλέον της αξίας της παραδιδόμενης παλαιάς ταμιακής μηχανής. Αυτό επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών, όσον αφορά την προμήθεια ανταλλακτικών από παλαιές συσκευές, δηλαδή ότι η τιμή των παλαιών συσκευών είναι τόσο χαμηλή, ώστε η διάλυσή τους θα συνιστούσε αποδοτική δραστηριότητα. Όταν αναφέρουν, εξάλλου, (αντιφάσκοντας σχετικώς επ' αυτού) ότι μπορεί ακόμα να επιτευχθεί το 90 % της τιμής της καινούριας συσκευής μετά χρησιμοποίηση ενός έτους — πρέπει εδώ να πρόκειται περί όλως εξαιρετικών αντικαταστάσεων. Επιπλέον, η σύγκριση μεταξύ της αξίας της αποσβέσεως, έπειτα από ένα έτος (της τάξεως του 12 % της αξίας της συσκευής) και της προαναφερθείσας μικρής αξίας των ανταλλακτικών επιτρέπει επίσης να αντιληφθεί κανείς ότι, ακόμα και δυνατότητες επιστροφής τόσο ευνοϊκές, όπως οι προαναφερθείσες, καταλήγουν, σε τελική ανάλυση, σε ζημία του αγοραστή· σχετικώς επίσης, ο κατασκευαστής παραμένει κύριος του παιχνιδιού σε μεγάλο βαθμό, όσον αφορά την παράδοση ανταλλακτικών, για τον καθορισμό των τιμών αυτών και μπορεί να αντλήσει πλήρως οφέλη από αυτό το περιθώριο χειρισμού, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο της πρόωρης διακοπής των σχέσεών του με τους πελάτες του.
β)
Όμως, δεν παρίσταται ανάγκη, σε τελική ανάλυση, διευκρινίσεως αυτού του σημείου μέχρι των λεπτομερειών του, δεδομένου ότι είναι δυνατό — όπως ορθώς δέχεται η Επιτροπή — να εξατομικευθεί ειδική κατηγορία πελατών που ζητεί ανταλλακτικά, ήτοι να εξατομικευθούν οι ανεξάρτητες εταιρίες εξυπηρετήσεως πελατών, που είναι ειδικευμένες στη συντήρηση των ταμιακών μηχανών, για τις οποίες πρέπει να γίνει δεκτή πραγματική σχέση εξαρτήσεως, σαφέστερα διακρινόμενη ακόμα σε σχέση με τη Hugin και η οποία αφήνει στον εν λόγω κατασκευαστή σημαντικό περιθώριο χειρισμού για να ενεργήσει ανεξάρτητα επί των τιμών.
Πρέπει, πράγματι, να θεωρηθεί καταρχάς ότι η πώληση ανταλλακτικών πραγματοποιείται σε δύο επίπεδα. Αφενός, στο επίπεδο πωλήσεως σε «κανονικούς» πελάτες (αγοραστές ταμιακών μηχανών) και, αφετέρου, στο επίπεδο εργαστηρίων συντηρή σεως και επισκευών, και ότι οποιαδήποτε μελέτη της αγοράς πρέπει κατ' ανάγκη να διακρίνει μεταξύ των δύο αυτών επιπέδων, στο μέτρο που αντιμετωπίζεται η ικανοποίηση διαφορετικών αναγκών. To Bundesgerichtshof ακολούθησε ταυτόσημη συλλογιστική, στην απόφασή του της 26ης Οκτωβρίου 1978 (WuW 2/1973, σ. 118), που και αυτή εκδόθηκε σε υπόθεση αρνήσεως παραδόσεως ανταλλακτικών ταμιακών μηχανών σε ανεξάρτητη επιχείρηση επισκευών. To Bundesgerichtshof τόνισε, σ' αυτή την απόφαση, ότι τα ανταλλακτικά για προϊόντα υψηλής τεχνολογίας — παρόλον ότι αντιπροσωπεύουν παράμετρο του ανταγωνισμού στην αγορά του κυρίου προϊόντος, λόγω της σχέσεως συναφείας με το τελευταίο — συνιστούν διακεκριμένη αγορά. Όσον αφορά την οριοθέτηση της αγοράς, το κριτήριο είναι ο χαρακτήρας καταλληλότητας του προϊόντος, σε σχέση με την ικανοποίηση των αναγκών του επιχειρηματία. Όμως, σχετικώς, δεν είναι δυνατό, λαμβανομένου υπόψη του ότι πρόκειται περί διακεκριμένων οικονομικών λειτουργιών και διαφόρων επιπέδων οικονομικής δραστηριότητας, να εξομοιωθεί η ζήτηση των καταναλωτών με τη ζήτηση των μεσαζόντων ή των επιχειρήσεων συντηρήσεως.
Είναι πρόδηλο, εξάλλου, ότι επιχειρήσεις που είναι ειδικευμένες στη συντήρηση των μηχανών Hugin, στην αποκατάσταση της λειτουρίας και την πώληση αυτών των μηχανών, καθώς και στην εκμίσθωση καινούργιων ή μεταχειρισμένων μηχανών Hugin σε καταστήματα, τελούν σε σχέση εξαρτήσεως πολύ πιο έντονη έναντι της Hugin — όσον αφορά την παράδοση ανταλλακτικών Hugin — παρά οι συνήθεις χρήστες ταμιακών μηχανών. Αν επιθυμούν να αντιδράσουν κατά των υπερβολικών τιμών πωλήσεως των ανταλλακτικών, οι πρώτες συναντούν, χωρίς καμιά αμφιβολία, πολύ μεγαλύτερες δυσχέρειες από τους τελευταίους για να αλλάξουν μάρκα. Υπενθυμίζω, σχετικώς, το επιχείρημα — που δεν αμφισβητήθηκε — κατά το οποίο υφίσταντο, κατά τα έτη 1972-1973 πολλές ταμιακές μη χανές Hugin, οι οποίες είχαν διανεμηθεί από τη Liptons και έπρεπε να συντηρηθούν.
Ορισμένες από αυτές ήταν, χωρίς αμφιβολία, συσκευές μισθωμένες για βραχύτερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα που η Liptons είχε την υποχρέωση να συντηρεί. Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Liptons διέθετε επίσης προσωπικό ειδικά επιμορφωμένο στην τεχνική των ταμιακών μηχανών Hugin και το οποίο δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί επωφελώς παρά μόνο σ' αυτό τον τομέα. Δεδομένης μιας τέτοιας σχέσεως εξαρτήσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Hugin διέθετε σημαντικό περιθώριο χειρισμού που της επέτρεπε να τηρήσει ανεξάρτητη συμπεριφορά. Μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως βέβαιο ότι η Hugin κατέχει, τουλάχιστον έναντι της Liptons και παρόμοιων επιχειρήσεων, δεσπόζουσα θέση όσον αφορά τα ανταλλακτικά Hugin.
Φαίνεται ότι δεν παρίσταται ανάγκη να εξεταστούν, περαιτέρω, οι συμπληρωματικές παρατηρήσεις που ανέπτυξε η Επιτροπή σ' αυτό το πλαίσιο, σχετικά με κρίση απαντώμενη σε πολλές περιπτώσεις στην νομολογία, κατά την οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται δεσπόζουσα θέση, εφόσον η οικεία επιχείρηση «μπορεί να εμποδίσει τον πραγματικό ανταγωνισμό» (βλ. για παράδειγμα, την απόφαση που εξεδόθη επί της υποθέσεως 78/70 Deutsche Grammophon Gesellschaft Metro SB-Großmärkte, απόφαση της 8ης Ιουνίου 1971, Slg. 1971, σ. 487). Είναι, επομένως, δυνατό, χωρίς αμφιβολία, να αφεθεί ανοικτό το ζήτημα αν τα πραγματικά περιστατικά της προκειμένης περιπτώσεως υπάγονται πράγματι σ' αυτό τον ορισμό. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να γίνει δεκτό το συμπέρασμα ότι η Hugin έχει προφανώς τη δυνατότητα, χωρίς να φοβείται αρνητικές αντιδράσεις εκ μέρους των «συνήθων» πελατών της, να ακολουθεί, ως προς τα ανταλλακτικά της, πολιτική που να αποκλείει τις ανεξάρτητες επιχειρήσεις συντηρήσεως και επισκευών από τον τομέα των μηχανών Hugin.
4.
Για να είμαι πλήρης, πρέπει επίσης να εξετάσω δύο άλλα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες, για να διερωτηθώ αν είναι ικανά να ανατρέψουν το συμπέρασμα στο οποίο προσωρινώς κατέληξα. Το πρώτο επιχείρημα συνίσταται στο να συναχθεί ότι η Liptons δεν τελεί σε σχέση εξαρτήσεως από τη Hugin, λόγω του ότι, κατόπιν της εκδοθείσας το 1978 από την Επιτροπή αποφάσεως, η Liptons δεν απηύθυνε στη Hugin παρά ασήμαντη παραγγελία που επιπλέον δεν αφορούσε παρά εξαρτήματα χρησιμοποιούμενα αποκλειστικώς στο πλαίσιο της συντηρήσεως των μηχανών, τα οποία η Hugin ισχυρίζεται ότι πάντα ήταν διατεθειμένη να προμηθεύσει στο παρελθόν. Το δεύτερο επιχείρημα αναφέρεται στη συμπεριφορά, στην πράξη, της Hugin εντός της αγοράς, η οποία, λαμβανομένου υπόψη του ότι οι τιμές που ζητεί για τη συντήρηση των μηχανών είναι εξαιρετικά χαμηλές και μάλιστα καταλήγουν σε ζημία, ασφαλώς δεν συνιστά ένδειξη υπάρξεως δεσπόζουσας θέσεως.
α)
Επί του πρώτου σημείου, πρέπει κατά τη γνώμη μου να παρατηρηθεί ότι η εκδηλω-θεασα από τη Liptons συμπεριφορά, πέντε περίπου έτη μετά τη διακοπή των εμπορικών της σχέσεων με τη Hugin, δεν επιτρέπει παρά πολύ δύσκολα να συναχθούν συμπεράσματα ως προς το αν η Liptons τελούσε σε ευρεία εξάρτηση από τη Hugin κατά τα έτη 1972-1973. Τείνω μάλλον να πιστέψω ότι αυτή η συμπεριφορά εντάσσεται φυσικά στη διακοπή των εμπορικών σχέσεων με τη Liptons που η Hugin είχε την πρόθεση να επιφέρει, και η οποία υποχρέωσε τη Liptons να προμηθεύεται ανταλλακτικά διαλύοντας μεταχειρισμένες ταμιακές μηχανές και η οποία απεικονίζεται επίσης με τους αριθμούς που προσκόμισε η Επιτροπή, ως προς την εξέλιξη των εισπράξεων της Liptons από τη συντήρηση Kat εκμίσθωση ταμιακών μηχανών Hugin, κατά τη διάρκεια των ετών 1972-1977.
Επιπλέον, η Liptons μπόρεσε να παράσχει βάσιμες επεξηγήσεις ως προς τον πολύ περιορισμένο χαρακτήρα των προαναφερθεισών παραγγελιών. Κατά τις δοθείσες επεξηγήσεις, η Liptons θέλησε καταρχάς να μάθει μ' αυτό τον τρόπο τις πράγματι εφαρμοζόμενες από τη Hugin τιμές. Καταρχάς, οι τιμοκατάλογοι καθυστέρησαν σημαντικά. Στη συνέχεια, οι επισημανθείσες τιμές τόνιζαν τη βούληση της Hugin να μην παραχωρήσει παρά μικρά περιθώρια κέρδους. Αυτό το γεγονός, εξεταζόμενο ομού με τα προαναφερθέντα δεδομένα, ήταν ασφαλώς ικανό να μην ενθαρρύνει στην αρχή σημαντικότερες παραγγελίες, ακόμα και αν το κόστος των ανταλλακτικών δεν αυξήθηκε καθόλου. Αυτό δεν σημαίνει όμως — πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να γίνουν αντιληπτές κατ' αυτή την έννοια οι επεξηγήσεις της Liptons — ότι, μετά από την οριστική διευκρίνιση της καταστάσεως, οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ των δύο εταιριών δεν μπορούσαν να λάβουν νέα ώθηση. Δεν αποκλείεται, επομένως, η Liptons να μπορέσει να δώσει σημαντικότερες παραγγελίες αν η Hugin χηρηγήσει λογικότερους όρους.
β)
Όσον αφορά, αφετέρου, τη συμπεριφορά της Hugin εντός της αγοράς — και ακόμα και αν είναι βέβαιο ότι η καταχρηστική συμπεριφορά συνιστά σοβαρή ένδειξη υπέρ της υπάρξεως δεσπόζουσας θέσεως — δεν αρκεί να γίνει επίκληση της ελλείψεως καταχρήσεως για να διαπιστωθεί η έλλειψη δεσπόζουσας θέσεως. Περαιτέρω, δεν παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί αν το ποσό που προέβλεπε η Hugin για τα συμφωνητικά συντηρήσεως είναι πράγματι πολύ χαμηλό και εάν η τιμή που χρέωνε η Hugin για τη συντήρηση, που δεν αποτελούσε το αντικείμενο συμφωνητικού συντηρήσεως μικρής ή μεγάλης διαρκείας, δεν είναι στην πραγματικότητα υψηλότερο από το ποσό που ζητούν οι ανταγωνιστές της. Ούτε πα ρίσταται ανάγκη να εξεταστεί το επιχείρημα της Hugin, κατά το οποίο το κατ' αποκοπή ποσό, το οποίο προβλεπόταν για τα συμφωνητικά συντηρήσεως, δεν κάλυπτε στην πραγματικότητα το κόστος της ετήσιας επιθεωρήσεως, έτσι ώστε η Hugin υφίστατο ζημίες ακόμα και αν αφαιρεθεί από τους υπολογισμούς που προσκομίζει το κόστος των καλυπτομένων από την εγγύηση εργασιών. Πρέπει, παρόλα αυτά, να διατυπωθεί τουλάχιστον η παρατήρηση σ' αυτό το πλαίσιο ότι, κατά τις δηλώσεις της Επιτροπής, που δεν ανασκευάστηκαν, η σχετική με τη συντήρηση των μηχανών δραστηριότητα της Liptons προφανώς απέδωσε κέρδη, πράγμα που επιτρέπει τη σκέψη ότι οι εφαρμοζόμενες από τη Hugin τιμές αποτελούν την έκφραση στρατηγικής της αγοράς, παρά το αποτέλεσμα ασκούμενης από τους ανταγωνιστές πιέσεως.
II —
Εάν, κατά συνέπεια, η διαπίστωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η Hugin κατείχε δεσπόζουσα θέση στην αγορά των ανταλλακτικών Hugin και διότι αυτή η θέση επιτρέπει και τη μονοπώληση της αγοράς της εξυπηρετήσεως πελατών εντός αυτής της αγοράς, δεν μπορεί να ανατραπεί, πρέπει να εξεταστεί επιπλέον τώρα αν η Hugin εκμεταλλεύεται καταχρηστικώς τη θέση της, όπως της προσάπτεται.
Η Επιτροπή διαβλέπει καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής της δεσπόζουσας θέσεως στο γεγονός ότι η Hugin αρνείται, χωρίς επαρκή αντικειμενική δικαιολογία, να προμηθεύει ανταλλακτικά στις ανεξάρτητες επιχειρήσεις που έχουν ειδικευθεί στη συντήρηση και την εκμίσθωση ταμιακών μηχανών Hugin και απαγορεύει, εξάλλου, στις θυγατρικές και τους αντιπροσώπους της να παραδίδουν τέτοια ανταλλακτικά. Κατά την Επιτροπή, η εν λόγω συμπεριφορά είναι ιδιαίτερα καταχρηστική έναντι της Liptons, δεδομένου ότι αυτή η εταιρία προμηθεύεται από μακρού ήδη χρόνου ανταλλακτικά Hugin, υπήρξε το 1972 ένας από τους κυ ρίους πελάτες ανταλλακτικών και, επιπλέον, αυτή η εταιρία υπήρξε επί έτη ο πλέον σημαντικός διανομέας συσκευών Hugin στην Αγγλία, τη Σκωτία και την Ουαλία. Η Επιτροπή προσθέτει ότι δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, σχετικώς, αντικειμενικά η άρνηση παραδόσεως, με την επίκληση του γεγονότος ότι η Liptons δεν είναι πλέον εκπρόσωπος της Hugin από το 1972.
1.
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται κατ' αυτής της αιτιάσεως, πρώτον, ότι η πολιτική που ακολούθησαν, και την οποία επέκρινε η Επιτροπή, δεν καταλήγει στον ουσιαστικό περιορισμό του ανταγωνισμού, δεδομένης της μικρής σημασίας που έχει το εμπόριο της συντηρήσεως και των ανταλλακτικών ταμιακών μηχανών πράγματι, δεν απαντώνται σ' αυτή την αγορά ανεξάρτητες εταιρίες. Για να μπορεί να γίνεται λόγος περί περιορισμού του ανταγωνισμού, θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι μια τέτοια κατάσταση συντελεί ευνοϊκά στην αύξηση του ανταγωνισμού στην αγορά ταμιακών μηχανών που είναι ήδη έντονος. Όσον αφορά ειδικότερα τη Liptons, η Hugin ήταν διατεθειμένη, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες, κατά το Σεπτέμβριο 1972, να προμηθεύουν στη Liptons ανταλλακτικά, αναγκαία για την αποκατάσταση της λειτουργίας ταμιακών μηχανών, η Liptons όμως δεν δέχθηκε αυτή την προσφορά. Θεωρούν ότι η Liptons είναι μικρός πελάτης τον οποίο, στην πραγματικότητα, η Hugin δεν ανταγωνίζεται, δεδομένου ότι απευθύνεται σε πελατεία διαφορετική από την πελατεία της Hugin. Τέλος, η Liptons δεν εξαφανίστηκε από την αγορά ούτε επηρεάστηκαν οι δραστηριότητας της. Κατά τις προσφεύγουσες, η Liptons μπόρεσε να προμηθευθεί ανταλλακτικά από μεταχειρισμένες ταμιακές μηχανές και μπόρεσε επίσης να συνεχίσει, όπως αποδεικνύει η εξέλιξη του κύκλου εργασιών της, τις δραστηριότητές της στον τομέα της εκμισθώσεως ταμιακών μηχανών Hugin. Ορισμένα σημεία κρίσεως που μπόρεσαν ενδεχομένως να παρατηρηθούν τοποθετούνται στο εσωτερικό της αντιπληθω ριστικής τάσεως που ακολούθησε τη μεγάλη οικονομική ανάπτυξη των ετών 1971 και 1972.
α)
Πρέπει, από τούδε, να γίνει δεκτό ότι ορθώς η Επιτροπή αναφέρεται στο άρθρο 86, από τη στιγμή που μια επιχείρηση, απολαύουσα δεσπόζουσας θέσεως, μεταχειρίζεται τη θέση της για να εξαφανίσει το μόνο πραγματικό ανταγωνιστή της σε δευτερεύουσα αγορά, και για να μονοπωλήσει έτσι την εν λόγω δευτερεύουσα αγορά που συνδέεται με την αγορά στην οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση. Πρόκειται, σ' αυτή την περίπτωση, περί αθέμιτης αλλοιώσεως της δομής του ανταγωνισμού, με την ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσεως· οδηγούμαι επίσης στο να συσχετίσω αυτή τη στάση με την απαγόρευση απαιτήσεως προσθέτων παροχών, που θεσπίζουν τα άρθρα 86, στοιχείο δ και 85, στοιχείο ε, δεδομένου ότι οι χρήστες ταμιακών μηχανών που επιθυμούν να προμηθευθούν ανταλλακτικά έχουν την πρόσθετη υποχρέωση να αναθέσουν τη συντήρηση των μηχανών τους στη Hugin.
Η Επιτροπή είχε την ευκαιρία, σχετικώς, να παραπέμψει στις εθνικές πρακτικές σ' αυτό τον τομέα, για παράδειγμα στην πρακτική της British Monopolies Commission στη Μεγάλη Βρεττανία και του American Anti-Trust Office στις Ηνωμένες Πολιτείες, ως προς τον αποκλεισμό ανεξαρτήτων εταιριών που είναι ειδικευμένες στην εμφάνιση φιλμ, ή στη νομολογία του Bundesgerichts-hof, όσον αφορά την προαναφερθείσα άρνηση προμηθείας ανταλλακτικών σε επιχείρηση ειδικευμένη στη συντήρηση ταμιακών μηχανών. Σχετικώς, η εκδοθείσα στις διάσημες υποθέσεις «ζάχαρη» απόφαση (συνεκδικασθείσες υποθέσεις 40 έως 48, 50, 54 έως 56, 111, 113 και 114/73, Suiker Unie και λοιποί κατά Επιτροπής, απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1975, Slg. 1975, σ. 1663) παρουσιάζει επίσης ορισμένο ενδιαφέρον. Σ' αυτές τις υποθέσεις, η εφαρμογή του άρθρου 86, στοιχείο β, στους περιορισμούς των αγορών διαθέσεως των ανταγωνιστικών επιχειρήσεων κρίθηκε βάσιμη. Μπορώ να υπομνήσω, επιπλέον, την απόφαση που εκδόθηκε στις υποθέσεις 6 και 7/73 (Istituto Chemioterapico Italiano κατά Επιτροπής, απόφαση της 16ης Μαρτίου 1974, Slg. 1974, σ. 223), καθώς και την απόφαση «Bananes Chiquita» στην υπόθεση 27/76 (United Brands κατά Επιτροπής, απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1978, Slg. 1978, σ. 207). Στην πρώτη υπόθεση, όπως είναι γνωστό, η άρνηση παραδόσεως πρώτων υλών, από επιχείρηση κατέχουσα δεσπόζουσα θέση στην αγορά των πρώτων υλών, θεωρήθηκε ως καταχρηστική, καθόσον είχε ως αποτέλεσμα να περιορίσει τον ανταγωνισμό στην αγορά όπου διατίθενται τα παράγωγα προϊόντα. Στη δεύτερη υπόθεση, η διακοπή των παραδόσεων από το United Brands σε Δανό διανομέα, παλαιό πελάτη που τηρούσε τα εμπορικά έθιμα, και του οποίου οι παραγγελίες ήσαν φυσιολογικές, θεωρήθηκε ως καταχρηστική λόγω του ότι περιόριζε τις αγορές διαθέσεως και επιδίωκε αθέμιτο σκοπό — την ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσεως του προμηθευτή.
β)
Οι προσφεύγουσες, από την πλευρά τους, ισχυρίζονται στην προκειμένη περίπτωση ότι, η άρνηση προμηθείας ανταλλακτικών δεν επηρεάζει στην πραγματικότητα τον ανταγωνισμό, δεδομένου ότι δεν υφίστανται πράγματι ανεξάρτητες εταιρίες συντηρήσεως και επισκευών όμως, πρέπει να παρατηρήσω επ' αυτού του σημείου ότι άλλοι κατασκευαστές παραδίδουν, άνευ όρων, ανταλλακτικά σε ανεξάρτητες εταιρίες παροχής υπηρεσιών. Αυτό ήδη αποδεικνύει ότι υφίσταται πράγματι ανταγωνισμός στον τομέα της εξυπηρετήσεως των πελατών ταμιακών μηχανών. Επιπλέον, η Liptons δεν ήταν η μόνη επιχείρηση που αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας· έγινε επίσης λόγος περίπου σαράντα άλλων εταιριών του ίδιου τύπου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Δεν υπάρχει, προς το παρόν, λόγος να εξεταστεί αν αυτές οι άλλες επιχειρήσεις ασχολούνται στην πραγματικό τητα μόνο με μεταχειρισμένες ταμιακές μηχανές, για τις οποίες είναι δυνατό να προμηθευτούν ανταλλακτικά από ταμιακές μηχανές που δεν έχουν πλέον καμιά αξία, ή που δεν είναι απλώς σε θέση — όπως άλλωστε ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες — να παράσχουν συντήρηση ποιότητας. Εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να αμφισβητήσουν ότι η Liptons τουλάχιστον, επί πολλά έτη, προμηθευόταν ανταλλακτικά από τη Hugin και συνέβαλλε στη συντήρηση των ταμιακών μηχανών Hugin τεχνικοί της Liptons επιμορφώθηκαν προς το σκοπό αυτό απευθείας από τη Hugin.
γ)
Συμμερίζομαι, εξάλλου, την άποψη της Επιτροπής, κατά την οποία μια επιχείρηση που αρνείται να παραδώσει σε ανεξάρτητες επιχειρήσεις γνήσια καινούρια ανταλλακτικά που δεν είναι δυνατόν να προμηθεύσει άλλος, και μονοπωλεί έτσι την εξυπηρέτηση των πελατών — στο μέτρο που αυτή η εξυπηρέτηση εξαρτάται από τον εφοδιασμό σε καινούρια ανταλλακτικά — δεν μπορεί να επικαλείται το γεγονός ότι η εν λόγω αγορά έχει μικρή σημασία και ότι δεν προκύπτουν αισθητοί περιορισμοί του ανταγωνισμού.
Στις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση Hoffmann-La Roche είχα ήδη τονίσει ότι η θεωρία του αν είναι «αισθητός» ένας περιορισμός του ανταγωνισμού που αναπτύχθηκε σε σχέση με το άρθρο 85, δηλαδή σε ένα τομέα όπου ο περιορισμός πραγματικού και υφιστάμενου ανταγωνισμού οφείλεται, αυτός καθαυτός, απλώς σε συμφωνίες. Σ' αυτό το πλαίσιο, η εν λόγω θεωρία είναι απόλυτα λογική. Αυτό, αντιθέτως, δεν συμβαίνει προκειμένου περί αγοράς όπου ο ανταγωνισμός εξαφανίζεται σχεδόν στο μέτρο που μια επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση, αλλέως θα γινόταν ανεκτό — πράγμα που μου φαίνεται απαράδεκτο — μια επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά να μπορεί να εξαφανίσει, χωρίς δυσκολία, μικρές επιχειρήσεις με το πρόσχημα ότι οι τελευταίες δεν κατέχουν παρά αμελητέα θέση στην αγορά.
Επιπλέον, δεν πρόκειται αποκλειστικά, στην προκειμένη περίπτωση, περί μεγεθών που θα μπορούσαν εξ υπαρχής να θεωρηθούν ως αμελητέα ποσότης. Οι προσφεύγουσες διαπράττουν, πράγματι, το σφάλμα να μη λαμβάνουν υπόψη παρά τους υφιστάμενους ανταγωνιστές και τον κύκλο εργασιών τους. Αν, αντιθέτως, ληφθεί υπόψη η έκταση της εν λόγω αγοράς, όπως νομίζω ότι είναι ορθό να γίνει, δηλαδή ο κύκλος εργασιών της Hugin σε ανταλλακτικά και σε εξυπηρέτηση πελατών, είτε στο σύνολο των χωρών της κοινής αγοράς ή αποκλειστικά στο Ηνωμένο Βασίλειο (οι αριθμοί αναφέρονται στην ένδικη απόφαση), δεν μπορεί ασφαλώς να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι ο αποκλεισμός απ' αυτό το πεδίο δραστηριότητας ανεξαρτήτων επιχειρήσεων που είναι ειδικευμένες στη συντήρηση και στις επισκευές — οι τελευταίες θα μπορούσαν, άλλωστε, να αναπτύξουν περαιτέρω το μερίδιό τους της αγοράς — συνιστά αμελητέο γεγονός, και για το λόγο αυτό άσχετο από την άποψη του δικαίου του ανταγωνισμού.
δ)
Ούτε μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός, για να δικαιολογηθεί η απόπειρα μονοπω-λήσεως — και επ' αυτού του σημείου υιοθετώ την άποψη της Επιτροπής — ότι η συγκέντρωση της υπηρεσίας εξυπηρετήσεως πελατών στη Hugin επέτρεπε την αύξηση του ανταγωνισμού στην αγορά των ταμιακών μηχανών, προς όφελος των καταναλωτών.
Είμαι της γνώμης ότι πρέπει να εγερθούν αντιρρήσεις αρχής εναντίον ενός τέτοιου «υπολογισμού» της καταστάσεως που μπορεί να εξαφανίσει πλήρως ανεξάρτητες επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και, επομέ νως, να μεταβάλει ριζικώς τη δομή του ανταγωνισμού. Κανένα επιχείρημα δεν μπορεί να αντληθεί από τη νομολογία προς στήριξη της απόψεως των προσφευγουσών. Αυτό συμβαίνει με τις υποθέσεις «ζάχαρη», που προαναφέρθηκαν, στις οποίες αναφέρθηκαν οι προσφεύγουσες σ' αυτό το πλαίσιο. Ναι μεν ρήτρες απαγορεύσεως ανταγωνισμού, περιεχόμενες στις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπεύσεως, δεν κρίθηκαν ότι συνιστούν κατάχρηση, αυτό όμως αποκλειστικά στο μέτρο που μια τέτοια απαγόρευση είναι σύμφωνη προς το σκοπό και την ουσία της εν λόγω σχέσεως, δεδομένου ότι οι εμπορικοί αντιπρόσωποι πρέπει να θεωρούνται συνήθως ότι αποτελούν μαζί με την επιχείρηση που αντιπροσωπεύουν μια οικονομική μονάδα. Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η απόφαση έκρινε επίσης ότι μια τέτοια συμβατική ρήτρα μπορεί να συνιστά κατάχρηση στην περίπτωση κατά την οποία οι ξένοι ανταγωνιστές βρίσκονται, στη συνέχεια, σε αδυναμία να απευθύνονται σε ανεξάρτητες επιχειρήσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με την απόφαση Metro της οποίας, και αυτής, έγινε επίκληση στην προκειμένη περίπτωση (υπόθεση 26/76). Σε εκείνη την υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε θεμιτούς ορισμένους περιορισμούς του ανταγωνισμού, εφόσον απέβλεπαν στην ενίσχυση του ανταγωνισμού σε άλλους τομείς, μόνο όμως σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, στο πλαίσιο, επομένως, αποφάσεως της Επιτροπής για την οποία η τελευταία διαθέτει εξουσία εκτιμήσεως· το σημαντικό σημείο ήταν ότι τέτοιες σχέσεις δεν απέβλεπαν στην εξαφάνιση ενός σταδίου εμπορίας και ότι το σύστημα επιλεκτικής διανομής, που το Δικαστήριο είχε κληθεί να εξετάσει τότε, άφηνε αρκετή θέση για πραγματικό ανταγωνισμό των εγκεκριμένων αντιπροσώπων του ίδιου προϊόντος.
Αν υποτεθεί ότι γίνονται δεκτές σκέψεις, όπως οι αναπτυχθείσες από τις προσφεύγουσες στο πλαίσιο του άρθρου 86; θα ήταν επίσης δυνατό να τονιστεί κυρίως το γεγο νός ότι οι σκέψεις αυτές δεν απέδειξαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ότι η εμπορική πολιτική τους είχε το προαναφερθέν αποτέλεσμα — δηλαδή την ενίσχυση του ανταγωνισμού μεταξύ κατασκευαστών ταμιακών μηχανών — και ότι αυτό το αποτέλεσμα είχε ευνοϊκές επιπτώσεις για τους καταναλωτές, στον τομέα ακριβώς της εξυπηρετήσεως των πελατών και της προμηθείας ανταλλακτικών.
ε)
Οι προσφεύγουσες δεν μπορούν ιδίως να ισχυριστούν ότι δεν εκμεταλλεύθηκαν καταχρηστικώς τη δεσπόζουσα θέση τους έναντι της Liptons, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω εταιρία είχε διάφορο κύκλο πελατών από αυτόν της Hugin, και δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως ανταγωνίστριά τους. Όπως είναι γνωστό, οι προσφεύγουσες επικαλούνται, προς στήριξη αυτού του επιχειρήματος, το γεγονός ότι η Liptons δεν διασφαλίζει την εξυπηρέτηση των πελατών για τις καινούριες ταμιακές μηχανές αλλά, πριν απ' όλα, ασχολείται με την αποκατάσταση της λειτουρίας απλού τύπου μηχανών που πωλούνται σε μικρές επιχειρήσεις, καθώς και με την εκμίσθωση ταμιακών μηχανών, ενώ η Hugin εφοδιάζει κατά προτίμηση, αποκλειστικά με καινούριες ταμιακές μηχανές, σχετικώς σημαντικές αλυσίδες εμπορικών καταστημάτων και δεν εκμισθώνει ταμιακές μηχανές παρά σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Όπως, πράγματι, προκύπτει από το γενόμενο διακανονισμό με τη Hugin GB, η Liptons, πράγματι, συνέβαλε και αυτή σε ορισμένο βαθμό στην εξυπηρέτηση πελατών κατά τα έτη 1969 έως 1971 και δεν ασχολείτο μόνο με την προσαρμογή των ταμιακών μηχανών στο δεκαδικό σύστημα. Δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να γίνει δεκτό, ως ανταπόδειξη, η προσκομισθείσα από τις προσφεύγουσες επιστολή της Liptons του Νοεμβρίου 1972, με την οποία χρήστες ταμιακών μηχανών παραπέμφθηκαν στη Hugin για την εξυπηρέτηση, ούτε τρία τιμολόγια που εξέδωσε η Hugin στη Liptons κατά την περίοδο μεταξύ Ιουλίου και Οκτωβρίου 1972, αυτές δε οι πράξεις εξηγούνται πλήρως από το γεγονός ότι η Hugin δεν είχε θέσει στη διάθεση της Liptons επαρκή ανταλλακτικά. Μπορεί, εξάλλου, να γίνει δεκτή η ύπαρξη ανταγωνισμού με τη Hugin καθόσον, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι η Liptons δεν διασφάλιζε πραγματική εξυπηρέτηση πελατών για τις καινούριες ταμιακές μηχανές, η εν λόγω εταιρία πωλεί, αντιθέτως, ταμιακές μηχανές των οποίων έχει αποκαταστήσει τη λειτουργία και εκμισθώνει ταμιακές μηχανές Hugin, έτσι ώστε η μείωση του κύκλου εργασιών σ' αυτό τον τομέα, συνδεδεμένη με την άρνηση προμηθείας ανταλλακτικών, ευνοεί τη Hugin, ως προμηθευτή νέων ταμιακών μηχανών.
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα κατά το οποίο η Liptons δεν φαίνεται, ενόψει του κύκλου εργασιών της, ως σοβαρός ανταγωνιστής. Για το λόγο αυτό μπορεί να παραμείνει ως έχει το ζήτημα αν οι προβληθέντες από τις προσφεύγουσες αριθμοί, όσον αφορά τις πωλήσεις της Liptons για το έτος 1974, ανταποκρίνονται σε κανονική εξέλιξη των εργασιών, μετά το τέλος της μεγάλης οικονομικής αναπτύξεως που διαπιστώθηκε στον κλάδο των ταμιακών μηχανών, κατά τα έτη 1971 και 1972, ή αν προκύπτουν, τουλάχιστον εν μέρει, από την εφαρμοσθείσα εμπορική πολιτική της Hugin. Το μόνο πράγμα που μου φαίνεται σημαντικό είναι ότι η Liptons επί έτη ήταν ο μόνος σοβαρός ανταγωνιστής για τη συντήρηση των ταμιακών μηχανών Hugin στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Επίσης, είναι αδιάφορο το αν η Hugin, το Σεπτέμβριο 1972, δήλωσε ότι ήταν έτοιμη να προμηθεύσει ορισμένα ανταλλακτικά και το ότι η Liptons δεν έδωσε συνέχεια σ' αυτή την προσφορά. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι το αν επρόκειτο περί μοναδικής προσφοράς — όπως πιστεύει η Liptons — ή, αντιθέτως, αν επρόκειτο στην πραγματικότητα περί απόπειρας μακροπρόθεσμης λύσεως του ζητήματος, αλλά το ότι δεν έγινε λόγος στη συγκεκριμένη περίπτωση παρά περί της δραστηριότητας της Liptons στον τομέα της αποκαταστάσεως της λειτουργίας μεταχειρισμένων ταμιακών μηχανών με άλλα λόγια, η Hugin δεν ήταν διατεθειμένη να παραδώσει ανταλλακτικά για άλλους σημαντικούς τομείς δραστηριότητας, δηλαδή για την εξυπηρέτηση των πελατών εν γένει και την εκμίσθωση μηχανών.
Τέλος, είναι αδύνατο να αντικρουσθεί η ύπαρξη καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως έναντι της Liptons με την προβολή του ισχυρισμού ότι η εν λόγω εταιρία δεν εξαφανίστηκε από την οικονομική ζωή και ότι η μείωση του κύκλου εργασιών της ήταν περισσότερο το αποτέλεσμα της οικονομικής εξελίξεως εν γένει, παρά της εμπορικής πολιτικής της Hugin, εφόσον κυρίως η Hugin ήταν πάντα διατεθειμένη να εξυπηρετήσει τους πελάτες και για τις ταμιακές μηχανές που είχαν εκμισθωθεί από τη Liptons, ή των οποίων η λειτουργία είχε αποκατασταθεί από αυτήν. Πρέπει, πρώτον, να τονιστεί ότι δεν μπορεί να περιοριστεί η έννοια της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 86, στη μόνη περίπτωση, κατά την οποία ο ένοχος δίδει με την ίδια ευκαιρία τη χαριστική βολή σε ανταγωνιστή. Αυτό ακριβώς επισημαίνει η υπόθεση United Brands, όπου έγινε εφαρμογή του άρθρου 86, παρόλον ότι ο πωλητής, θύμα εμπορικού αποκλεισμού, μπόρεσε να συνεχίσει τις δραστηριότητές του, διανέμοντας άλλης προελεύσεως μπανάνες. Εξάλλου, μπορεί να γίνει δεκτό, άνευ ετέρου, ότι η εμπορική πολιτική της Hugin είχε αρνητικό αποτέλεσμα επί της οικονομικής δραστηριότητας της Liptons. Εν πάση περιπτώσει, αυτή η πολιτική κατέστησε, στην πραγματικότητα, αδύνατη τη χρησιμοποίηση γνήσιων ανταλλακτικών για τη συντήρηση των ταμιακών μηχανών Hugin, ενώ ο εφοδιασμός αυτών των ανταλλακτικών προηγουμένως ήταν πράγματι εξασφαλισμένος σε ορισμένο βαθμό. Πρέπει, εξάλλου, να γίνει δεκτό ότι η άρνηση παραδόσεως — ακόμα και αν η Hugin είναι διατεθειμένη να εξασφαλίσει την εξυπηρέτηση των πελατών — είχε επίπτωση επί του όγκου των εργασιών που είχαν σχέση με την αποκατάσταση της λειτουργίας και την εκμίσθωση των ταμιακών μηχανών, δεδομένου ότι, ελλείψει ρητής διαβεβαιώσεως εκ μέρους της Hugin επ' αυτού του σημείου, είναι πρόδηλο ότι όλοι οι πελάτες της Liptons δεν μπορούν να βασιστούν στην ταχεία εξυπηρέτησή τους από τη Hugin, ούτε να δεχθούν να έχουν να κάνουν με δύο διαφορετικές επιχειρήσεις. Η ακριβής εκτίμηση αυτού του διαφυγόντος κέρδους δεν έχει σημασία στην προκειμένη περίπτωση. Αρκεί, αντιθέτως, να γίνει αναφορά στην εξέλιξη των εσόδων της Liptons από τη συντήρηση και την εκμίσθωση ταμιακών μηχανών Hugin, κατά τη διάρκεια των ετών 1970 έως 1975. Σε απόλυτους αριθμούς (για τους οποίους πρέπει ακόμα να ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός) και σε ποσοστά αυτή η εξέλιξη αποκαλύπτει μείωση του κύκλου εργασιών.
2.
Οι προσφεύγουσες επιχειρούν, περαιτέρω, να αποδείξουν ότι το άρθρο 86 δεν αφορά τη συμπεριφορά τους, επικαλούμενες λόγους που δικαιολογούνται «αντικειμενικώς». Αναφέρονται στη σημασία που έχει εξυπηρέτηση, ανταποκρινόμενη στα πλέον αυστηρά κριτήρια εφόσον πρόκειται περί προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, όπως είναι οι σύγχρονες ταμιακές μηχανές. Μια τέτοια εξυπηρέτηση είναι μάλιστα απαραίτητη, καθόσον συνιστά προσόν για μικρές ή μέσες επιχειρήσεις που ακολουθούν επεκτατική πολιτική. Όταν, επομένως, η εταιρία Hugin εξασφαλίζει την εξυπηρέτηση των πελατών μόνο με τους δικούς της τεχνικούς, ακολουθεί, στην ουσία, πολιτική που το Δικαστήριο, επανειλημμένα ήδη, αρνήθηκε να ελέγξει, σε σχέση με το δίκαιο του ανταγωνισμού, στο πλαίσιο των συστημάτων επιλεκτικής διανομής. Ειδικότερα, δεν μπορεί να επικριθεί ο αποκλεισμός της Liptons από την εξυπηρέτηση των πελατών. Επ' αυτού του σημείου, δεν αρκεί, κατά τις προσφεύγουσες, να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, κατά το χρονικό σημείο που τέθηκε τέρμα στις μεταξύ προσφευγουσών και Liptons σχέσεις (το φθινόπωρο 1972), το άρθρο 86 δεν είχε εφαρμογή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Άλλο σημαντικό σημείο είναι ότι ήταν σαφές, από την αρχή, για τη Liptons ότι μόνο προσωρινά θα μπορούσε να συμμετάσχει στην οργάνωση της Hugin για τη συντήρηση και την επισκευή, διότι η Liptons δεν ήταν, στην πραγματικότητα, σε θέση, κατά τις προσφεύγουσες, να εξασφαλίσει πρώτης τάξεως εξυπηρέτηση πελατών αυτή η εταιρία, κατά τις προσφεύγουσες, ουδέποτε, πράγματι, προσέφερε πραγματική εξυπηρέτηση πελατών — ακόμα και κατά τα έτη 1969 έως 1971 — και, επιπλέον, δεν είναι εξοικειωμένη με τις νέες τεχνικές που είναι αποτέλεσμα εξαιρετικά ταχείας τεχνικής εξελίξεως.
α)
Όσον αφορά αυτή την επιχειρηματολογία, είναι, ασφαλώς, δυνατό να γίνει δεκτό ότι η αγορά των ταμιακών μηχανών και η συντήρησή τους εμφανίζει ορισμένο αριθμό ιδιαιτεροτήτων που δεν απαντώνται στις αγορές άλλων τεχνικών συσκευών. Αυτές οι ιδιαιτερότητες συνδέονται με το γεγονός ότι υφίσταται μεγάλη ποικιλία τύπων, προσαρμοσμένων σε ειδικές ανάγκες, που παράγονται στην αγορά σε μικρές σειρές και υπόκεινται σε ταχεία τεχνική εξέλιξη. Η συντήρησή τους καθιστά αναγκαία την ύπαρξη αποθεμάτων σχετικώς δαπανηρών, καθώς και ειδική επιμόρφωση, η οποία περιορίζεται εν μέρει σε ορισμένους τύπους που πρέπει διαρκώς να συγχρονίζονται.
Εν τούτοις, πρόκειται περί απλού χαρακτηριστικού της αγοράς των ταμιακών μηχανών και, επομένως, δεν εφαρμόζεται αποκλειστικά στις ταμιακές μηχανές Hugin. Παρουσιάζει ενδιαφέρον, εν πάση περιπτώσει, η διαπίστωση ότι άλλοι κατασκευαστές δεν επιφυλάσσουν την εξυπηρέτηση των πελατών, ούτε στους ίδιους ούτε στους αποκλειστικούς αντιπροσώπους τους και, τουναντίον, επιτρέπουν και σε άλλες ανε ξάρτητες εταιρίες συντηρήσεως και επισκευών να ασχολούνται μ' αυτή τη συντήρηση και τις επισκευές, ενδεχομένως με την επιφύλαξη εφαρμογής ορισμένων περιοριστικών κριτηρίων. Στην περίπτωση της NCR, αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά με πειστικότητα από το γεγονός ότι αυτή η εταιρία περιόρισε τις δραστηριότητές της στην αγορά ταμιακών μηχανών και ούτε μπορεί να εξηγηθεί, εξάλλου, από τη διαφορά μεγέθους των επιχειρήσεων. Πράγματι, μικροί κατασκευαστές, που ακολουθούν, όπως και η Hugin, επεκτατική πολιτική και που μεριμνούν, όπως και εκείνη, για τη διατήρηση της καλής φήμης των προϊόντων τους, ακολουθούν πιο φιλελεύθερη πολιτική. Από αυτό συνάγω το συμπέρασμα ότι η επικρινόμενη πολιτική της Hugin — εξυπηρέτηση πελατών αποκλειστικά από τεχνικούς της Hugin — δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με αναφορά στις ιδιαιτερότητες του προϊόντος. Είναι δυνατό, σχετικά, να γίνει αναφορά και πάλι στην απόφαση του Bundesgerichtshof που ορθώς τονίζει ότι, η ανεπάρκεια εξυπηρετήσεως πελατών από τρίτους δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη αρνητικά συμπεράσματα ως προς την ποιότητα των προϊόντων.
Όσον αφορά, δεύτερον, την απόπειρα δικαιολογήσεως που στηρίζεται στην πρακτική και τη νομολογία σε θέματα συστημάτων επιλεκτικής διανομής, είναι πρόδηλο ότι πρέπει να γίνουν δεκτές με επιφύλαξη μονομερείς πρακτικές, ακόμα και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες έχουν συναφθεί και κοινοποιηθεί στην Επιτροπή συμφωνίες, συναφθείσες με ανεξάρτητους επιχειρηματίες που φαίνονται νόμιμες. Είναι, εξάλλου, εσφαλμένη η αντίληψη ότι τέτοια συστήματα διανομής δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, λόγω του ότι είναι σύμφωνα προς το δίκαιο του ανταγωνισμού. Η εκδοθείσα επί της υποθέσεως 26/76 απόφαση αρκείται στο να διαπιστώσει ότι ένα τέτοιο σύστημα επιλεκτικής διανομής είναι σύμφωνο προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, υπό τον όρο η επιλογή των επισήμων εκπροσώπων να γίνεται σε συνάρτηση με αντικειμενικά ποιοτικά κριτήρια και αυτά τα κριτήρια να εφαρμόζονται κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις. Συγχρόνως, ξεκινά από τη σκέψη ότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, μπορεί να εφαρμοστεί πλήρως ενδεχομένως και πρέπει, συνεπώς, για να εκτιμηθεί αν υφίσταται λόγος εξαιρέσεων βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, να ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία και να ληφθεί κυρίως μέριμνα ώστε τέτοια συστήματα να μην έχουν ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση του ανταγωνισμού. Αν, εξάλλου, ληφθεί υπόψη ότι, στην απόφαση BMW, της οποίας, και αυτής, έγινε επίκληση, η Επιτροπή ρητώς απήτησε ανεξάρτητα εργαστήρια να μπορούν να εξασφαλίζουν την εξυπηρέτηση πελατών — μπορεί να επιβάλει τέτοιες υποχρεώσεις δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3 — βλέπομε ότι είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί, με την αναφορά στις εφαρμοστέες σε σύστημα επιλεκτικής διανομής αρχές, το εφαρμοζόμενο στην προκειμένη περίπτωση σύστημα, στο οποίο δεν επιτρέπεται σε ανεξάρτητα εργαστήρια να εξασφαλίζουν την εξυπηρέτηση των πελατών και στο οποίο δεν υφίσταται πραγματικός ανταγωνισμός για τη συγκεκριμένη μάρκα, λόγω του ότι δεν υφίσταται παρά μόνο ένας αρμόδιος αποκλειστικός αντιπρόσωπος σε κάθε κράτος μέλος.
β)
Όσον αφορά, εξάλλου, το ειδικό ζήτημα αν ο αποκλεισμός της Liptons ήταν δικαιολογημένος, ασφαλώς είναι αδιάφορο το ότι το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν είχε ακόμα εφαρμογή στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά το χρονικό σημείο της διακοπής των εμπορικών σχέσεων με τη Liptons. Αυτό που κυρίως είναι επίμαχο, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, είναι η γενική εμπορική πολιτική που εφαρμόζει η Hugin επί μακρόν, και η οποία άλλωστε δεν τροποποιήθηκε κατόπιν της προσχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου στην Κοινότητα. Δεν έχει επίσης μεγάλη σημασία, κατά τη γνώμη μου, το ότι η Liptons, σύμφωνα με τις συναφθείσες με τη Hugin GB συμφωνίες, συμμετέσχε προσωρινώς στην εξυπη ρέτηση πελατών και το ότι ήταν επίσης σαφές για τη Liptons το 1972 ότι θα εξακολουθούσε η προμήθεια των ανταλλακτικών μόνο μέχρι της συνάψεως συμβάσεως διανομής. Τα γεγονότα αυτά δεν επηρεάζουν καθόλου την έλλειψη νομιμότητας της γενικής εμπορικής πολιτικής της Hugin που οδήγησε στην εξαφάνιση της Liptons.
Σχετικώς, πρέπει να σημειωθεί, υπέρ της Liptons, το γεγονός ότι διατηρούσε από πολλών ετών εμπορικές σχέσεις με τη Hugin GB, πράγμα που δεν αγνοούσε η Hugin ΑΒ. Αντιθέτως, λόγω του αναντιρρήτως λογικού χαρακτήρα των προβληθέντων από τη Liptons ισχυρισμών (περιορισμός του τομέα δραστηριότητας και μείωση του περιθωρίου κέρδους), η άρνηση που προέβαλε η εν λόγω εταιρία στην προσφορά συνάψεως συμφωνίας από τη Hugin δεν πρέπει να έχει συνέπειες.
Τέλος, το επιχείρημα κατά το οποίο ήταν απαραίτητο να αποκλειστεί η Liptons από την εξυπηρέτηση των πελατών, λόγω του ότι αυτή η επιχείρηση δεν συγκέντρωνε τις ειδικές προϋποθέσεις που απαιτούσε η Hugin σ' αυτό τον τομέα, δεν φαίνεται, ούτε αυτό, πειστικό. Παρόλον ότι είναι δύσκολο να εξακριβωθεί ο ρόλος που πραγματικά διαδραμάτισε η Liptons, ως προς την εξυπηρέτηση των πελατών, πριν από το 1972 — η Επιτροπή θα μπορούσε να παράσχει συμπληρωματικές διευκρινίσεις επ' αυτού — είναι, ωστόσο, βέβαιο ότι κατά την εποχή που η Hugin GB ήταν αποκλειστικός εισαγωγέας για το Ηνωμένο Βασίλειο, η Liptons εξασφάλισε, σε ορισμένο βαθμό, τη συντήρηση και οι τεχνικοί της Liptons επιμορφώθηκαν, για το σκοπό αυτό, από τη Hugin ΑΒ. Εξάλλου, η Liptons φαίνεται να είναι σε θέση να εξασφαλίζει τη συντήρηση ταμιακών μηχανών NCR ανάλογης τεχνολογίας. Επιπλέον, δεν προσκομίστηκαν συγκεκριμένες αποδείξεις των ισχυρισμών των προσφευγουσών, κατά τους οποίους η Liptons δεν διασφάλιζε ικανοποιητική εξυπηρέτηση πελατών κατά την προ της διακοπής των εμπορικών σχέσεων με τη Hugin περίοδο — ενώ η Hugin φαίνεται να μη δίσταζε να δεχθεί τη Liptons στο δίκτυο διανομής της, πράγμα που υποθέτει ότι η τελευταία πληρούσε, κατ' αυτήν, τις απαραίτητες προϋποθέσεις (ποιότητας) προς το σκοπό αυτό. Ως προς το επιχείρημα, κατά το οποίο η Liptons δεν συγκεντρώνει πλέον τώρα τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, το γεγονός ότι η εν λόγω εταιρία δεν είναι ενημερωμένη περί της πλέον πρόσφατης εξελίξεως της τεχνικής, στον τομέα των ταμιακών μηχανών Hugin, δεν μπορεί να προβάλλεται από τις προσφεύγουσες, στο μέτρο που η ευθύνη αυτής της ελλείψεως ενημερότητας βαρύνει ακριβώς τον όμιλο Hugin, που ουδέποτε πρότεινε στη Liptons να συνεχίσει να διασφαλίζει την επιμόρφωση των τεχνικών της, ούτε εφοδίασε τη Liptons, και αυτό αντίθετα από τους άλλους κατασκευαστές, με τεκμηρίωση περί των χαρακτηριστικών των νέων τύπων.
γ)
Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν υφίσταται κανένα αντικειμενικό στοιχείο, ικανό να αποκλείσει την εμπορική πολιτική των προσφευγουσών στον τομέα της εξυπηρετήσεως των πελατών, κυρίως έναντι της Liptons, από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86.
3.
Εν τούτοις, το αν ορθώς γίνεται επίκληση, στην προκειμένη περίπτωση, του άρθρου 86 δεν εξαντλείται για το λόγο αυτό. Είναι γνωστό ότι δεν αρκεί, προς το σκοπό αυτό, να αποδειχθεί η δεσπόζουσα θέση σε σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς και η καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής της θέσεως· η συνδρομή αυτών των περιστάσεων δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86 παρά κατά το μέτρο που «δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών». Αντιμετωπίζω τώρα το ζήτημα — που κατά τη γνώμη μου είναι ιδιαίτερα κρί σιμο — της οριοθετήσεως του τομέα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου σε σχέση με το εθνικό δίκαιο. Όπως τόνισε το Δικαστήριο, στις υποθέσεις 56 και 58/64 (Consten GmbH και Grundig-Verkaufs-GmbH κατά Επιτροπής, απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966, Slg. 1966, σ. 429), καθώς και στις υποθέσεις 6 και 7/73, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προαναφερθείσα έκφραση προς το σκοπό της εν λόγω οριοθετήσεως. Η εφαρμογή αυτού του κριτηρίου πρέπει να επιτρέψει την απάντηση στο ερώτημα αν ορθώς η Επιτροπή επελήφθη περιπτώσεως, όπως η προκειμένη, ή αν — όπως στην εκδικασθείσα από το Bundesgerichtshof υπόθεση — η εφαρμογή μέτρων κατά το εθνικό δίκαιο θα ήταν πλέον ενδεδειγμένη.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, προφανώς, την τελευταία αυτή άποψη. Παρατηρούν ότι η Liptons, που είναι η επιχείρηση την οποία αφορά ειδικότερα η προσβαλλομένη απόφαση, δεν ασκεί οικονομικές δραστηριότητες παρά στην περιοχή του Λονδίνου. Ακόμα και κατά την εποχή που η Liptons ασκούσε, ως επίσημος εκπρόσωπος της Hugin GB, δραστηριότητες στο σύνολο του βρεττανικού εδάφους, η διανομή ταμιακών μηχανών ουδέποτε, κατ' αυτές, υπερέβη τα σύνορα, πράγμα που στην ουσία εξηγείται από την ανάγκη προσαρμογής των ταμιακών μηχανών στις ειδικές απαιτήσεις κάθε χώρας (γλώσσα, νόμισμα κ.λπ.), καθόσον η μετατροπή ταμιακών μηχανών προς εξαγωγή τους δεν είναι αποδοτική. Επίσης, κατά τις προσφεύγουσες, η Liptons ουδέποτε εξυπηρέτησε πελάτες εκτός των εθνικών συνόρων. Και, στο μέτρο που η ένδικη απόφαση στηρίζεται στη γενική εμπορική πολιτική της Hugin, δυνάμει της οποίας η Hugin δεν παραδίδει, καταρχήν, ανταλλακτικά εκτός του δικτύου διανομής της, το σημαντικό σημείο, κατά τις προσφεύγουσες (ιδίως υπό το φως της διευκρινίσεως στην οποία προέβησαν σχετικώς), είναι ότι αυτή η πολιτική δεν περιέχει καμία απαγόρευση εξαγωγής. Επιπλέον, μπορεί να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι οι αγοραστές ταμιακών μηχανών Hugin δεν απευθύνονται στους πωλητές άλλης χώρας, αλλά στον εγγύτερο εθνικό διανομέα και ότι αυτό εντελώς φυσικά συμβαίνει και για την εξυπηρέτηση των πελατών.
α)
Θα πρέπει, καταρχάς, να διευκρινιστεί, σ' αυτό το πλαίσιο, ποια έννοια έχουν οι όροι του άρθρου 86, που απαντώνται και στο άρθρο 85, ειδικότερα υπό το φως της προηγούμενης νομολογίας.
Κατ' αυτή τη νομολογία, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία — όπως άλλωστε το υπονοούν οι χρησιμοποιούμενοι όροι — ότι δεν πρέπει απλώς να λαμβάνονται υπόψη οι σημερινές και χειροπιαστές επιπτώσεις επί του εμπορίου μεταξύ των κρατών. Πρέπει, αντιθέτως, όπως αναφέρεται στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 56/65 (Société Technique Minière κατά Maschinenbau Ulm GmbH, απόφαση της 30ής Ιουνίου 1966, Slg. 1966, σ. 338), να λαμβάνονται υπόψη οι άμεσες και έμμεσες επιδράσεις, πραγματικές ή δυνάμει, επί των εμπορικών ρευμάτων μεταξύ κρατών μελών. Πρόκειται, επομένως, περί του αν η υποβαλλομένη στην κρίση του Δικαστηρίου συμπεριφορά συνιστά εμπόδιο στην υλοποίηση ενιαίας αγοράς και αν μπορεί να προβλεφθεί, σε επαρκή βαθμό πιθανότητας, ότι μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο.
Οι εκδοθείσες επί των υποθέσεων 6/73 και 7/73 και 27/76 αποφάσεις δεν επιτρέπουν, κατά τη γνώμη μου, ούτε αυτές να αντιμετωπιστεί διαφορετική ερμηνεία, όσον αφορά το άρθρο 86. Το Δικαστήριο τόνισε, ασφαλώς, στην πρώτη από τις εν λόγω αποφάσεις ότι, πρέπει να τεκμαίρεται επηρεασμός αυτής της αγοράς, εφόσον η επι-κρινομένη συμπεριφορά είχε επιπτώσεις επί της δομής του ανταγωνισμού, εντός της κοινής αγοράς και, σε περίπτωση εξαφανίσεως ανταγωνιστή εγκατεστημένου στην κοινή αγορά, είναι αδιάφορο αν η καταχρηστική συμπεριφορά αφορά δραστηριό τητες σχετικές με τις εξαγωγές ή δραστηριότητες εντός της κοινής αγοράς. Ανάλογοι όροι απαντώνται στην απόφαση United Brands, όπου δηλαδή αναφέρεται ότι, σε περίπτωση εξαφανίσεως ανταγωνιστή εγκατεστημένου στην κοινή αγορά, «είναι αδιάφορο αν αυτή η συμπεριφορά αφορά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών». Πρέπει, ωστόσο, να ληφθεί υπόψη ότι, στην πρώτη απόφαση (υποθέσεις 6/73 και 7/73), το Δικαστήριο απέδωσε ορισμένη σημασία στο γεγονός ότι οι επιχειρήσεις, για τις οποίες επρόκειτο, εξήγαγαν προϊόντα σε δύο κράτη μέλη και ότι αυτή η δραστηριότητα ετίθετο σε κίνδυνο από τον επικρινόμενο εμπορικό αποκλεισμό. Επίσης, η δεύτερη απόφαση έλαβε υπόψη, ως σημαντικό στοιχείο, το γεγονός ότι η δανική εταιρία, για την οποία επρόκειτο, δεν είχε πλέον τη δυνατότητα να αγοράζει μπανάνες στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και να τις διαθέτει στο εμπόριο στη Δανία. Τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση, δεν επρόκειτο, επομένως, περί συμπεριφοράς περιορισμένης στο έδαφος ενός μόνο κράτους μέλους που δεν επηρέαζε το μεταξύ κρατών εμπόριο. Θεωρώ, εν πάση περιπτώσει, απαράδεκτο το κριτήριο του «επηρεασμού του εμπορίου» να συμπίπτει με το κριτήριο του επηρεασμού του ανταγωνισμού. Αυτή θα ήταν ερμηνεία αντίθετη προς το ίδιο το γράμμα της διατάξεως, κατά το οποίο έχει εξαιρετική σημασία ο «επηρεασμός του εμπορίου» για τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής αυτής της διατάξεως, πράγμα που συνεπάγεται ότι το τελευταίο αυτό στοιχείο πρέπει κατ' ανάγκη να έχει ιδιαίτερη έννοια.
β)
Αν, επομένως, εξετάσω τώρα αν η γενική εμπορική πολιτική της Hugin — μη παράδοση ανταλλακτικών σε ανεξάρτητα εργαστήρια — και αν η συμπεριφορά της Hugin έναντι της Liptons επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών ή αν τουλάχιστον είναι ικανή, με αρκετές πιθανότητες, να ασκήσει μια τέτοια επιρροή, πρέπει, επ' αυτού του σημείου, να προβώ στις ακόλουθες λεπτομερείς παρατηρήσεις:
αα)
Όσον αφορά τη γενική εμπορική πολιτική της Hugin, εντός της κοινής αγοράς, η Hugin ουδέποτε είχε την πρόθεση να επιβάλει, παρά τη διατύπωση ορισμένων ρητρών στις συναφθείσες με τους διανομείς συμφωνίες και στις οδηγίες που απηύθυνε στις θυγατρικές, πραγματική απαγόρευση εξαγωγής των ανταλλακτικών, αλλά απλώς είχε την πρόθεση να επιβάλει απαγόρευση παραδόσεως σε επιχειρήσεις που δεν συμμετείχαν στο δικό της δίκτυο διανομής. Η Hugin είχε ήδη τονίσει αυτό το σημείο κατά την ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής. Στη συνέχεια, η Hugin συνέταξε διευκρινίσεις κατ' αυτήν την έννοια, των οποίων τα σχέδια ανακοινώθηκαν στην Επιτροπή στις 7 Νοεμβρίου 1977, πριν παραδοθούν στο ταχυδρομείο, τέλος Νοεμβρίου 1977. Δεν αποκλείεται, επομένως, ένας διανομέας να προμηθεύεται ανταλλακτικά από διανομέα ή θυγατρική που είναι εγκατεστημένη σε άλλο κράτος μέλος, ακόμα και αν σκεφθεί κανείς ότι αυτό πολύ σπάνια θα πραγματοποιηθεί.
Εξάλλου, όσον αφορά την απαγόρευση παραδόσεως ανταλλακτικών σε ανεξάρτητες επιχειρήσεις εξυπηρετήσεως πελατών, πράγμα που είχε ως συνέπεια γι' αυτές να αδυνατούν να εξασφαλίσουν τη συντήρηση ταμιακών μηχανών Hugin και που κατέστησε σημαντικά δυσχερέστερες τις άλλες τους δραστηριότητες, όπως την εκμίσθωση ταμιακών μηχανών Hugin και την αποκατάσταση της λειτουργίας μεταχειρισμένων ταμιακών μηχανών Hugin, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν έγινε καμιά συγκεκριμένη έρευνα της αγοράς, εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, που να επιτρέπει το συμπέρασμα ότι επηρεάστηκε το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, λόγω της εν λόγω απαγορεύσεως. Τελούμε, συνεπώς, σε άγνοια ως προς την ύπαρξη επιχειρήσεων αυτού του είδους σε άλλα κράτη μέλη και, στην περίπτωση που υπάρχουν, δεν γνωρίζομε αν δρουν σε διεθνή κλίμακα ή αν τουλάχιστον είναι σε θέση να το πράξουν. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υποτεθεί ότι αυτό είναι πολύ λίγο πιθανό, δεδομένου ότι, κατόπιν των όσων ελέχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου, οι ιδιαιτερότητες της οικείας αγοράς δεν ενθαρρύνουν ιδιαίτερα την ύπαρξη ανεξαρτήτων εταιριών παροχής υπηρεσιών, σχετικά σημαντικών, ειδικευμένων στη συντήρηση και την επισκευή ταμιακών μηχανών.
Όσον αφορά τη γενική εμπορική πολιτική της Hugin — θα ομιλήσω αμέσως μετά για την ειδική περίπτωση της Liptons — είναι, κατά συνέπεια, αδύνατο να κριθούν οι επιπτώσεις που μια τέτοια πολιτική μπορεί να έχει στο εμπόριο μεταξύ κρατών. Είμαι πεπεισμένος, ως προς εμέ, ότι δεν αρκεί η διαπίστωση της αλλοιώσεως της δομής του ανταγωνισμού σε κάθε ένα από τα κράτη μέλη, δεδομένου ότι η επίπτωση μπορεί να είναι απλώς τοπική. Επομένως, δεν μου απομένει παρά να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε επαρκείς αποδείξεις για να δικαιολογήσει την εφαρμογή του άρθρου 86, όσον αφορά την προαναφερθείσα γενική εμπορική πολιτική της Hugin.
ββ)
Όσον αφορά τη συμπεριφορά της Hugin έναντι της Liptons, πρέπει να ληφθούν, καταρχάς, υπόψη οι επιπτώσεις της αρνήσεως παραδόσεως ανταλλακτικών στο επίπεδο της συντηρήσεως ταμιακών μηχανών Hugin, της αποκαταστάσεως της λειτουργίας μεταχειρισμένων ταμιακών μηχανών και της εκμισθώσεως και, σε τελική ανάλυση, οι επιπτώσεις επί της οικονομικής δραστηριότητας της Liptons στο πλαίσιο της πωλήσεως εμπορευμάτων και παροχής υπηρεσιών πρέπει να ληφθεί, περαιτέρω, υπόψη η αδυναμία της Liptons να προμηθευθεί ανταλλακτικά σε άλλα κράτη μέλη.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, είναι γεγονός ότι, βάσει των διευκρινίσεων που παρασχέθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικα σίας, η Liptons ασφαλώς πώλησε καινούριες ταμιακές μηχανές Hugin σε όλο το έδαφος της Μεγάλης Βρεττανίας μέχρι το 1972, ακόμα και αν, εκτός της περιοχής του Λονδίνου, δεν διέθετε δικό της σύστημα διανομής, αλλά κατέφευγε απλώς σε εκπροσώπους. Εν τούτοις, τέτοιες δραστηριότητες δεν αφορούν την υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι η Liptons αρνήθηκε να συμμετάσχει στο δίκτυο διανομής της Hugin. Το επίμαχο σημείο είναι οι δραστηριότητες που έχουν σχέση με τη συντήρηση των ταμιακών μηχανών, την αποκατάσταση της λειτουργίας μεταχειρισμένων ταμιακών μηχανών και την εκμίσθωση ταμιακών μηχανών. Σχετικώς, είναι πρόδηλο και βέβαιο ότι το πεδίο δραστηριότητας της Liptons περιοριζόταν στην πόλη του Λονδίνου και σε ένα τομέα 50 μιλίων γύρω από το Λονδίνο και ότι, εκτός αυτής της περιοχής, δεν απαντάται δραστηριότητα της εν λόγω επιχειρήσεως. Ειδικότερα, η Liptons ουδέποτε ανέπτυξε δραστηριότητα στη διεθνή αγορά, ακόμα και όταν της παρεχόταν πραγματική δυνατότητα ως προς αυτό, τουλάχιστον στην Ιρλανδία, όπου δεν τίθενται τα προβλήματα προσαρμογής. Κανένας, άλλωστε, δεν έκανε μνεία τέτοιων σχεδίων, για παράδειγμα στο πλαίσιο επεκτάσεως των δραστηριοτήτων της εταιρίας, ενώ τίποτε δεν αντετίθετο σ' αυτό, όσον αφορά τις ταμιακές μηχανές άλλων κατασκευαστών. Επίσης, είναι δεδομένο ότι η Liptons ουδέποτε εξασφάλισε την εξυπηρέτηση πελατών, εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου, και, ουδέποτε, έκανε συγκεκριμένα σχέδια σχετικά μ' αυτό το θέμα. Υπ' αυτές τις συνθήκες, είμαι υποχρεωμένος να διαπιστώσω ότι δεν συντρέχει το κριτήριο «του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών», λαμβανομένου υπόψη του ότι, κατ' εμέ, δεν είναι αρκετή σχετικώς απλή αόριστη δυνατότητα. Είναι απαραίτητο, αντιθέτως, να αποδειχθεί ότι είναι πιθανές τέτοιες εμπορικές σχέσεις και ότι μπορεί να εμποδιστεί η ανάπτυξη τους.
Προσθέτω αμέσως ότι το αυτό συμβαίνει, όσον αφορά το δεύτερο σημείο που μας απασχολεί στην προκειμένη περίπτωση. Ασφαλώς, είναι αναμφισβήτητο ότι η Liptons εις μάτην επεζήτησε να προμηθευτεί ανταλλακτικά σε άλλα κράτη μέλη, όταν η Hugin αρνήθηκε να προβεί στην παράδοσή τους. Εν τούτοις, προδήλως δεν πρόκειται περί «κανονικών» πράξεων. Είναι, πράγματι, πρόδηλο — όπως οι ίδιοι οι διάδικοι δέχθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας — ότι οι επιχειρήσεις συντηρήσεως και επισκευών στρέφονται φυσικά προς την εγγύτερη εταιρία Hugin ή, στην περίπτωση που αυτή δεν διαθέτει στο απόθεμά της τα ανταλλακτικά, απευθείας προς τη Hugin ΑΒ στη Σουηδία. Αν υποτεθεί ότι η άρνηση παραδόσεως εκτός του δικτύου Hugin είναι παράνομη — αληθώς δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί απαγορεύσεως εξαγωγής — δεν θα μπορούσε να πρόκειται, στην περίπτωση της Liptons — και καμιά αντίθετη ένδειξη δεν συνελέγη από άλλες επιχειρήσεις συντηρήσεως — παρά περί προμηθειών αποκλειστικά στο εσωτερικό ενός κράτους, ή περί παραγγελιών σε τρίτη χώρα. Τόσο στη μια όσο και στη άλλη περίπτωση, δεν υφίσταται η σχέση μεταξύ του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών και του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των εν λόγω κρατών, κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ.
γγ)
Κατά συνέπεια, δεν μου απομένει πλέον παρά να δεχθώ — χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξετάσω αν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών επηρεάζεται αισθητά σε σχέση με το άρθρο 86 — ότι η καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεως, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεδειγμένη στη προκειμένη περίπτωση, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 86, λόγω του ότι δεν πρόκειται παρά περί καθαρώς τοπικού φαινομένου, Kat δεν μπορεί να συνιστά υπόθεση υπαγόμενη στο εσωτερικό δίκαιο του ανταγωνισμού.
III —
Έπεται ότι η γενομένη από την Επιτροπή στο άρθρο 1 της αποφασεώς της διαπίστωση, κατά την οποία οι προσφεύγουσες παρέβησαν τις διατάξεις του άρθρου 86, δεν μπορεί να γίνει δεκτή και ότι πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η στρεφομένη κατά της εν λόγω αποφάσεως προσφυγή ακυρώσεως. Από αυτό προκύπτει, επίσης, ότι οι επιβληθείσες με το άρθρο 2 κυρώσεις και η διαταχθείσα χρηματική ποινή στο άρθρο 4 στερούνται νομικής βάσεως. Συνεπώς, και σύμφωνα με τα αιτήματα των προσφευγουσών, πρέπει να ακυρωθεί το σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Αυτή η διαπίστωση καθιστά περιττή την εξέταση ειδικότερα των επιχειρημάτων που προβλήθησαν ως προς τον καθορισμό του προστίμου.
Τέλος, το συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξα, καθιστά επίσης περιττή την εξέταση περί του αν πρέπει να επικριθούν οι όροι της υποχρεώσεως παραδόσεως, όπως ορίζονται στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως.
IV —
Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω την ακύρωση της προσβαλλομένης από τη Hugin ΑΒ και τη Hugin UK απόφασης της Επιτροπής και την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy