ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN-PIERRE WARNER
της 12ης Ιουνίου 1979 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Εισαγωγή
Οι υπό κρίση προσφυγές ασκήθησαν από την BMW Belgium NV («BMW Belgium»), καθώς και από 47 αποκλειστικούς αντιπροσώπους BMW στο Βέλγιο, κατά αποφάσεως της Επιτροπής, υπό ημερομηνία 23 Δεκεμβρίου 1977 (78/115/ΕΟΚ, OJ L 46 της 17.2.1978, σ. 33). Στο άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως η Επιτροπή αναφέρει ότι οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις παρέβησαν το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, συμφωνώντας, βάσει δύο εγκυκλίων υπό ημερομηνία 29 Σεπτεμβρίου 1975, γενική απαγόρευση εξαγωγών και διατηρώντας αυτή την απαγόρευση από τις 29 Σεπτεμβρίου 1975 μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου 1976. Με το άρθρο 2 της ίδιας αποφάσεως, επιβλήθηκαν πρόστιμα λόγω της αναφερόμενης στο άρθρο 1 παραβάσεως, 150000 λογιστικών μονάδων (ήτοι 7500000 βελγικών φράγκων) στην περίπτωση της BMW Belgium και 2000, 1500 ή 1000 λογιστικών μονάδων (ήτοι, αντιστοίχως, 100000, 75000 και 50000 βελγικών φράγκων) στην περίπτωση των αποκλειστικών αντιπροσώπων.
Το Δικαστήριο καλείται να λύσει δύο κύρια ζητήματα:
1.
Ερμήνευσε η Επιτροπή ορθώς τις δύο εγκυκλίους της 29ης Σεπτεμβρίου 1975, θεωρούμενες σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι όροι τους έγιναν δεκτοί από τους 47 εν λόγω αποκλειστικούς αντιπροσώπους, ως συνιστώσες συμφωνία, απαγορεύουσα κάθε επανεξαγωγή νέων αυτοκινήτων BMW από το Βέλγιο; Οι προσφεύγουσες συμφωνούν (όπως νομίζω) ότι μια τέτοια συμφωνία θα συνιστούσε παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1· υποστηρίζουν ότι οι εγκύκλιοι αφορούσαν μόνο τις πωλήσεις στους μη εγκεκριμένους μεταπωλητές, τις πραγματοποιούμενες κατά παράβαση των συναφθεισών συμβάσεων μεταξύ των αποκλειστικών αντιπροσώπων BMW στο Βέλγιο και της BMW Belgium.
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, είναι ανάλογα τα επιβληθέντα στους προσφεύγοντες πρόστιμα;
Η BMW Belgium είναι θυγατρική κατά 100 % της πολύ γνωστής Bayerische Motoren Werke AG του Μόναχου, που στο εξής, για να ακολουθήσω το παράδειγμα των διαδίκων, θα αποκαλώ «BMW München».
Τα συμφωνητικά-πρότυπα, στο πλαίσιο των οποίων η BMW München παραδίδει τα προϊόντα της στους Γερμανούς αποκλειστικούς αντιπροσώπους αποτέλεσαν το αντικείμενο αποφάσεως της Επιτροπής, υπό ημερομηνία 13 Δεκεμβρίου 1974 (75/73/ΕΟΚ, OJ L 29 της 2.2.1975, σ. 1) με την οποία κηρύχθηκε ανεφάρμοστη σ' αυτά τα συμβόλαια η απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1, επί ορισμένη περίοδο, σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3. Με αυτά τα συμφωνητικά, η BMW διατηρεί σύστημα εκλεκτικής διανομής μέσω εγκεκριμένων αποκλειστικών αντιπροσώπων. Ένα από τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του συστήματος συνίσταται στο γεγονός ότι απαγορεύει στους συγκεκριμένους αποκλειστικούς αντιπροσώπους να μεταπωλούν προϊόντα BMW σε μη εγκεκριμένους μεταπωλητές. Τους επιτρέπεται πάντοτε να μεταπωλούν σε άλλους εγκεκριμένους αποκλειστικούς αντιπροσώπους ή σε καταναλωτές, όχι μόνο στο εσωτερικό της δικής τους περιφερείας που τους έχει παραχωρηθεί, αλλά και οπουδήποτε αλλού στην κοινή αγορά· αγορές μπορούν να πραγματοποιούνται για λογαριασμό καταναλωτών (και υποθέτω, παρόλον ότι αυτό δεν προκύπτει ρητώς από τη δικογραφία, για λογαριασμό άλλων εγκεκριμένων αποκλειστικών αντιπροσώπων) μέσω μη εγκεκριμένων μεταπωλητών, οι οποίοι ενεργούν ως απλοί μεσολαβητές. Τα συμφωνητικά, όπως είχαν αρχικά κοινοποιηθεί στην Επιτροπή από τη BMW München, προέβλεπαν, γενική απαγόρευση των αποκλειστικών αντιπροσώπων BMW να εξάγουν προς άλλα κράτη μέλη. Η Επιτροπή εξήρτησε τη χορήγηση της εξαιρέσεως βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3, από την κατάργηση αυτής της απαγορεύσεως (βλ. παραγράφους 11, 12 και 34 της αποφάσεως).
Τα προϊόντα BMW εισάγονται στο Βέλγιο από την εταιρία BMW Belgium και διανέμονται μέσω παρόμοιου δικτύου εγκεκριμένων αποκλειστικών αντιπροσώπων. Η τυπική μορφή του συμφωνητικού που καταρτίζεται με τους Βέλγους αποκλειστικούς αντιπροσώπους αντιστοιχεί κατά πολύ με την τυπική μορφή των συμφωνητικών που καταρτίζονται με τους Γερμανούς αποκλειστικούς αντιπροσώπους. Δεν περιέχουν καμιά απαγόρευση εξαγωγής. Το άρθρο 1 προβλέπει τα εξής:
«… Απαγορεύεται, ωστόσο, στον αποκλειστικό αντιπρόσωπο να προβαίνει σε οποιαδήποτε πώληση οχημάτων ή εξαρτημάτων σε μεταπωλητές, οι οποίοι δεν έχουν εγκριθεί για τη διανομή των συμβατικών προϊόντων, εκτός της περιπτώσεως γνησίων ανταλλακτικών και γνησίου εξοπλισμού που ζητούνται για επισκευές…»
Στις 13 Ιανουαρίου 1975, η BMW Belgium κοινοποίησε το συμφωνητικό-πρότυπο προς την Επιτροπή και ζήτησε εξαίρεση βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3. Καμιά απόφαση δεν ελήφθη μέχρι σήμερα επ' αυτής της αιτήσεως. Η Επιτροπή εξήγησε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι, αφού αποσαφήνισε τη στάση της αρχής σχετικά με τα συστήματα εκλεκτικής διανομής, χορηγώντας προσωρινή εξαίρεση για τα καταρτισθέντα μεταξύ BMW και Γερμανών αποκλειστικών αντιπροσώπων συμφωνητικά, προβαίνει τώρα στη γενική εξέταση του συστήματος διανομής των προϊόντων BMW στο σύνολο της κοινής αγοράς. Ορισμένα από τα συμφωνητικά (ιδίως τα συμβόλαια που ισχύουν στη Γαλλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο) δεν της κοινοποιήθηκαν πριν από το 1977 και 1978. Η Επιτροπή ανησυχεί σοβαρώς διαπιστώνουσα τη διατήρηση των διαφορών τιμών για τα οχήματα, τις μοτοσυκλέτ-τες και τα εξαρτήματα BMW μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών. Ελπίζει, ωστόσο, ότι θα δυνηθεί να περατώσει την έρευνά της σε σύντομο χρόνο μετά το πέρας της παρούσας διαδικασίας.
Το 1975, οι τιμές των καινούργιων οχημάτων BMW ήσαν σαφώς κατώτερες στο Βέλγιο παρά στα άλλα κράτη μέλη, αυτή δε η κατάσταση οφείλετο, εν μέρει τουλάχιστον, σε επιβληθέν από τη Βελγική Κυβέρνηση πάγωμα των τιμών μεταξύ 5ης Μαίου και 1ης Σεπτεμβρίου 1975.
Το επίπεδο των εφαρμοζόμενων στο Βέλγιο τιμών προκάλεσε έντονη αύξηση των επανεξαγωγών οχημάτων BMW από αυτή τη χώρα. Ορισμένες από τις εν λόγω επανεξαγωγές πραγματοποιήθηκαν για μη εγκεκριμένους αντιπροσώπους, οι οποίοι ενεργούσαν για ίδιο λογαριασμό.
Η BMW Belgium αντέδρασε απευθύνοντας σε ορισμένους Βέλγους αποκλειστικούς αντιπροσώπους ορισμένες επιστολές, υπενθυμίζοντάς τους τους όρους του άρθρου 1 του συμφωνητικού τους (βλ. τις επιστολές Μαΐου και Ιουνίου 1975, στο παράρτημα V του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 32/78). Απέστειλε επίσης ορισμένες εγκυκλίους σε όλους τους αποκλειστικούς αντιπροσώπους BMW του Βελγίου. Δεδομένου ότι αυτές οι εγκύκλιοι διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στην υπό κρίση υπόθεση, θα πρέπει να αναγνώσω ολόκληρο το κείμενό τους. Έχουν συνταχθεί στα γαλλικά και στα ολλανδικά και θα τις αναγνώσω στα γαλλικά. Δεν αμφισβητήθηκε η συμφωνία μεταξύ των δύο γλωσσικών αποδόσεων.
Η πρώτη εγκύκλιος έφερε την ημερομηνία της 4ης Ιουλίου 1975 και ήταν διατυπωμένη ως εξής:
«Πωλήσεις στην αλλοδαπή
Κύριοι,
Πρέπει να σας γνωρίσω ότι τα εργοστάσιά μας του Μονάχου μας γνωστοποίησαν το γεγονός ότι πολλοί αποκλειστικοί αντιπρόσωποι πώλησαν οχήματα BMW στις Κάτω Χώρες και στη Γερμανία. Αυτό το γεγονός δύσκολα κατανοείται από εμάς σε περίοδο κατά την οποία πρέπει να παραδίδουμε τα οχήματά μας βάσει περιορισμένων ποσοστώσεων.
Από την άλλη πλευρά πρέπει να επιστήσομε την προσοχή σας επί του γεγονότος ότι ο κάθε αποκλειστικός αντιπρόσωπος BMW ανέλαβε την υποχρέωση, υπογράφοντας το συμφωνητικό αποκλειστικής αντιπροσωπεύσεως BMW, να μην προμηθεύει προϊόντα BMW σε μη εγκεκριμένους για την πώληση των συμβατικών προϊόντων BMW μεταπωλητές.
Αποκλειστικοί αντιπρόσωποι που πωλούν οχήματα μέσω τέτοιων μεταπωλητών στο Βέλγιο ή στην αλλοδαπή διέπραξαν σοβαρή παράβαση των όρων του συμφωνητικού αποκλειστικής αντιπροσωπεύσεως BMW.
Πρέπει να σας καταστήσουμε γνωστό ότι οφείλουμε να αντιδράσουμε με αυστηρότητα και, στην ανάγκη, να καταγγείλουμε τη σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσώπευσης BMW στην περίπτωση διαπράξεως τέτοιων παραβάσεων.»
Θα σημειώσετε, κύριοι, ότι η BMW Belgium εξέφραζε ήδη σ' αυτή την εγκύκλιο την ανησυχία που την κατείχε λόγω του ότι πραγματοποιούνταν επανεξαγωγές από το Βέλγιο, οποιεσδήποτε κι αν ήταν αυτές.
Δεν υφίσταται, όμως, καμιά αμφιβολία ότι τονιζόταν η απαγόρευση πωλήσεων σε μη εγκεκριμένους μεταπωλητές.
Παρά αυτήν την εγκύκλιο, συνεχίστηκαν οι επανεξαγωγές από το Βέλγιο, συμπεριλαμβανομένων των πωλήσεων σε μη εγκεκριμένους μεταπωλητές. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται αντίγραφα ορισμένων επιστολών που απεύθυνε η BMW Belgium σε Βέλγους αποκλειστικούς αντιπροσώπους, σχετικά με τέτοιες επανεξαγωγές, τον Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο 1975 (βλ. παράρτημα 5 του υπομνήματος αντικρούσεως, καθώς και παραρτήματα 7 και 8 του υπομνήματος ανταπαντήσεως στην υπόθεση 32/78). Με ορισμένες απ' αυτές τις επιστολές δεν επιδιώκετο να επιτευχθεί η απλή παύση των πωλήσεων σε μη εγκεκριμένους μεταπωλητές. Ορισμένες επιστολές ήταν διατυπωμένες κατά τέτοιο τρόπο ώστε να νοείται ότι, ακόμα και οι πραγματοποιούμενες μέσω τέτοιων μεταπωλητών πωλήσεις (ενεργούντων ως μεσολαβητών) σε καταναλωτές απαγορεύονταν και ορισμένες μάλιστα επιστολές άφηναν να εννοηθεί ότι δεν έπρεπε να πραγματοποιείται καμιά απολύτως πώληση στην αλλοδαπή. Ενώπιον των όρων μιας από αυτές τις επιστολές, των οποίων έλαβε αντίγραφο, η BMW München, έχουσα χωρίς αμφιβολία συναίσθηση των υποχρεώσεών της βάσει του κοινοτικού δικαίου, θορυβήθηκε από αυτή τη στάση και έγραψε στη BMW Belgium, στις 22 Ιουλίου 1975, εφιστώντας την προσοχή της τελευταίας «για μια επιπλέον φορά» («noch einmal») επί του γεγονότος ότι η επανεξαγωγή δεν συνιστά, αυτή καθευατή, παραβίαση της συμβάσεως αποκλειστικής αντιπροσωπεύσεως και ζητώντας της να ασχολείται αποκλειστικά με τις καταχρηστικές πωλήσεις σε μεταπωλητές (παράρτημα 10 του υπομνήματος ανταπαντήσεως στην υπόθεση 32/78).
Οι δύο εγκύκλιοι, βάσει των οποίων η Επιτροπή έκρινε ότι παραβιάστηκε το άρθρο 85 της Συνθήκης, απεστάλησαν στις 29 Σεπτεμβρίου 1975. Η BMW Belgium είχε υποβάλει τα σχέδια αυτών των εγκυκλίων, για τη σύνταξη του τελικού κειμένου, στο νομικό της σύμβουλο (αυτός δεν περιλαμβάνεται στον αριθμό των δικηγόρων που αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου). Επιστρέφοντας τα τροποποιηθέντα από αυτόν σχέδια στη BMW Belgium, στις 26 Σεπτεμβρίου 1975, ο εν λόγω δικηγόρος έγραψε τα εξής (παράρτημα του υπομνήματος ανταπαντήσεως):
«Κύριοι,
BMW/Πωλήσεις στην αλλοδαπή/σχετικόν 27466
Εξήτασα τα έγγραφα που μου υποβλήθηκαν από τον Thyssen κατά την τελευταία μας συνάντηση.
Είχα τότε την ευκαιρία να του ανακοινώσω διάφορες παρατηρήσεις και τροποποιήσεις οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, έπρεπε να επενεχθούν σ' αυτό το κείμενο, ώστε να αποφευχθεί η κατάφορη αντίφασή του προς τις διατάξεις του άρθρου 85 της Συνθήκης της Ρώμης.
Εξαφάνισα στο μέτρο του δυνατού κάθε μνεία σχετική με περιοριστικά μέτρα που θα μπορούσε να λάβει η BMW AG έναντι της βελγικής αγοράς στο σύνολό της. Μου φαίνεται ότι το απλό γεγονός αναγγελίας των εν λόγω απειλών, έστω και χωρίς ενδεχομένως να προχωρήσει κανείς στην εκτέλεσή τους, συνιστά ήδη παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας και θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από έναν αποκλειστικό αντιπρόσωπο ή από κάθε πρόσωπο που θα επιθυμούσε να βλάψει τη BMW.
A fortiori στην περίπτωση που θα έπρεπε να ληφθούν πράγματι μέτρα, η παράβαση της κοινοτικής νομοθεσίας θα ήταν πρόδηλη.
Υποθέτω ότι δεν θα παραλείψετε να επιστήσετε την προσοχή της μητρικής σας εταιρίας επ' αυτού του σημείου.
Οφείλω επίσης να επιστήσω την προσοχή σας επί του γεγονότος ότι, πολύ μεγάλες καθυστερήσεις παραδόσεως ή μη παραδόσεις που θα οφείλονταν σε τέτοια μέτρα, θα συνεπάγονταν πολύ πιθανώς πολλές δίκες μεταξύ της επιχειρήσεως σας και των αποκλειστικών σας αντιπροσώπων, καθώς και μεταξύ των αποκλειστικών σας αντιπροσώπων και των πελατών τους.
Εφιστώ, τέλος, την προσοχή σας επί του γεγονότος ότι το κείμενο των εγκυκλίων, όπως συντάχθηκαν και αναθεωρήθηκαν από εμέ, συνιστούν αναμφισβήτητα το ανώτατο όριο, του οποίου δεν μπορεί να γίνει υπέρβαση χωρίς ανάληψη βεβαίων κινδύνων.
Ήδη, υπό τη σημερινή και μετριασμένη μορφή τους, οι εν λόγω εγκύκλιοι τοποθετούνται αναμφισβήτητα στο όριο του οποίου δεν πρέπει να γίνει υπέρβαση.
Εννοείται ότι παραμένω στην απόλυτο διάθεσή σας για κάθε συμπληρωματική πληροφορία».
Η πρώτη από τις δύο εγκυκλίους που φέρουν την ημερομηνία της 29ης Σεπτεμβρίου 1975 απευθυνόταν από τη BMW Belgium σε όλους τους Βέλγους αποκλειστικούς αντιπροσώπους. Η διατύπωσή της ήταν η εξής:
«Πώληση καινούργιων οχημάτων BMW στην αλλοδαπή
Κύριοι,
Εκτός ατομικών επιστολών προς διάφορους αποκλειστικούς αντιπροσώπους, ήδη επιστήσαμε, στις 4 Ιουλίου 1975, την προσοχή όλων σας επί των συνομολογηθεισών ρητρών της συμβάσεως αποκλειστικής αντιπροσωπεύσεως BMW που αφορά την πώληση των προϊόντων BMW.
Εν τούτοις, πρέπει να διαπιστώσουμε ότι λαμβάνομε πάντοτε εκθέσεις από τα εργοστάσιά μας του Μόναχου και από τον εισαγωγέα των Κάτω Χωρών, σχετικά με τις πωλήσεις οχημάτων BMW σ' αυτές τις χώρες από τους Βέλγους αποκλειστικούς αντιπροσώπους και, δυστυχώς, πρέπει να συναγάγομε το συμπέρασμα ότι αυτοί δεν μπορούν ή δεν επιθυμούν να αντιληφθούν τις συνέπειες των πράξεών τους.
Κατά τη διάρκεια έκτακτης συνεδριάσεως του συμβουλευτικού συμβουλίου των αποκλειστικών αντιπροσώπων, εκθέσαμε τα εξής:
1.
Ορισμένος αριθμός αποκλειστικών αντιπροσώπων παραδίδει οχήματα στη Γερμανία και στις Κάτω Χώρες. Αυτό είναι εξακριβωμένο γεγονός.
2.
Υπάρχουν δύο λόγοι αυτού του φαινομένου:
1ο
Η διαφορά τιμής.
2ο
Πολύ πιθανώς το γεγονός ότι ορισμένοι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι διαθέτουν πολύ σημαντικό ή κακώς συνδυασμένο απόθεμα.
3.
Ο καθένας εύκολα αντιλαμβάνεται ότι τα εργοστάσια BMW του Μόναχου μπορούν να συναγάγουν δύο μόνο συμπεράσματα:
α)
οι τιμές στο Βέλγιο είναι πολύ χαμηλές·
β)
οι Βέλγοι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι διαθέτουν υπερβολικά αποθέματα.
Οι συνέπειες αυτών των συμπερασμάτων θα είναι οι εξής:
α)
οι τιμές μας θα προσαρμοστούν όσο το δυνατόν ταχύτερα προς τις τιμές των γύρω χωρών
β)
η παράδοση των καινούργιων οχημάτων για το Βέλγιο θα ελαττωθεί από τον Οκτώβριο 1975.
4.
Δημιουργείτε για τους ίδιους τους εαυτούς σας ήδη μεγάλα μειονεκτήματα λόγω του γεγονότος ότι πωλείτε, σε περίοδο που δεν διατίθενται αρκετά οχήματα, σε πελάτες οι οποίοι:
α)
δεν θα εμφανισθούν ποτέ στο συνεργείο σας
β)
στους οποίους δεν θα μπορέσετε ποτέ να πωλήσετε εξαρτήματα ή βοηθητικό εξοπλισμό
γ)
που δεν θα σας παράσχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσετε πρόσθετο κέρδος από τη μεταπώληση του μεταχειρισμένου οχήματός τους
δ)
που δεν θα αγοράσουν ποτέ από σας δεύτερο ή τρίτο BMW όπως γενικά συμβαίνει με τους πελάτες της ίδιας της περιοχής σας.
5.
Εκτός όλων αυτών δημιουργείτε τεράστιες δυσχέρειες για τους εαυτούς σας και τους συναδέλφους σας ενόψει των μέτρων που η BMW München λογικά θα οδηγηθεί να λάβει, αυτό δε σημαίνει σημαντική μείωση των ποσοτήτων των οχημάτων που προβλέπονται κυρίως για το Βέλγιο.
Πιστεύομε, επομένως, ότι σ' αυτή την κατάσταση υπάρχει μόνο μια λύση: κανένας αποκλειστικός αντιπρόσωπος BMW στο Βέλγιο δεν θα πωλήσει στο μέλλον οχήματα στην αλλοδαπή ή σε επιχειρήσεις που θα προμήθευαν οχήματα στην αλλοδαπή.
Πρόκειται περί ζητήματος αλληλεγγύης και προστασίας του βελγικού δικτύου.
Αυτή η απόλυτη αλληλεγγύη του πλήρους δικτύου BMW και η τήρηση αυτής της πολιτικής πωλήσεων θα είναι τα μόνα επιχειρήματα που θα επιτρέψουν την ανανέωση της εμπιστοσύνης προς το βελγικό δίκτυο BMW.
Παρακαλώ να συμφωνήσετε με αυτές τις προτάσεις υπογράφοντας το αντίγραφο της συνημμένης επιστολής.
Θα βρείτε, συνημμένη στην παρούσα, μια δήλωση των μελών του συμβουλευτικού συμβουλίου των αποκλειστικών αντιπροσώπων που ομοφώνως συμφωνούν με τα επιχειρήματά μας και που θα επεξηγήσουν την άποψή τους προσωπικώς κατά τη διάρκεια των περιφερειακών συναντήσεων.»
Η δεύτερη εγκύκλιος της 29ης Σεπτεμβρίου 1975 απευθυνόταν σε όλους τους Βέλγους αποκλειστικούς αντιπροσώπους BMW από το συμβουλευτικό συμβούλιο των αποκλειστικών αντιπροσώπων. Πρόκειται εδώ, φαίνεται περί οργάνου του οποίου τη σύνθεση αποτελούν εκλεγόμενα από τους αποκλειστικούς αντιπροσώπους μέλη και που είναι επιφορτισμένο να ενεργεί ως σύνδεσμος μεταξύ των τελευταίων και της BMW Belgium. Κατά την κρίσιμη εποχή απαρτίζετο από 8 μέλη, τα οποία ήσαν είτε κύριοι εταιριών που είχαν την ιδιότητα του αποκλειστικού αντιπροσώπου BMW είτε διευθυντών τέτοιων εταιριών. Αναφέρθηκε ενώπιόν μας ότι τα εν λόγω πρόσωπα απλώς είχαν εναποθέσει την υπογραφή τους κάτω από έγγραφο που της υποβλήθηκε για λογαριασμό της BMW Belgium. Το εν λόγω έγγραφο είχε ως εξής:
«Πωλήσεις στην αλλοδαπή»
Κύριε συνάδελφε,
Ως μέλη του συμβουλευτικού συμβουλίου των αποκλειστικών αντιπροσώπων, συμφωνούμε όλοι με τα εκτιθέμενα από τη BMW Belgium, στην επιστολή της της 29ης Σεπτεμβρίου 1975, πραγματικά περιστατικά.
Νομίζουμε ότι είναι πράγματι λυπηρό το πλήρες δίκτυο των αποκλειστικών αντιπροσώπων να υφίσταται δυσμενείς συνέπειες που οφείλονται στο γεγονός ότι ορισμένος αριθμός αποκλειστικών αντιπροσώπων δεν ακολούθησε τις συμβουλές του εισαγωγέα της 4ης Ιουλίου 1975 και εξακολούθησε να παραδίδει οχήματα στην αλλοδαπή.
Ζητήσαμε να μας γνωστοποιηθούν τα ονόματα αυτών των αποκλειστικών αντιπροσώπων ώστε ημείς, που αποτελούμε το συμβουλευτικό συμβούλιο των αποκλειστικών αντιπροσώπων, να είμαστε σε θέση να γνωρίσουμε σε όλους εσάς ποιοι από τους συναδέλφους σας είναι υπεύθυνοι για την ενδεχόμενη μείωση των ποσοτήτων των οχημάτων με δύο θύρες και 518 για το Βέλγιο.
Το συμβουλευτικό συμβούλιο των αποκλειστικών αντιπροσώπων θεωρεί ως το σημαντικότερο έργο του να δίδει προς το δίκτυο BMW καλές συμβουλές. Σ' αυτή την περίπτωση, αυτή η συμβουλή μπορεί αποκλειστικά να είναι η ακόλουθη: «Καμιά πλέον πώληση εκτός του Βελγίου!»
Θα κληθείτε εντός των προσεχών ημερών σε περιφερειακές συναντήσεις κατά τη διάρκεια των οποίων θα επιθυμούσαμε να σας παράσχουμε λεπτομερέστερες πληροφορίες περί αυτού του σημαντικού προβλήματος.»
47 αποκλειστικοί αντιπρόσωποι επί 90, δηλαδή οι 47 αποκλειστικοί αντιπρόσωποι που άσκησαν τις υπό κρίση προσφυγές, δέχθηκαν την πρόσκληση, την περιεχόμενη στην πρώτη εγκύκλιο, να υπογράψουν αντίγραφό της, εκφράζοντες τη συμφωνία τους προς αυτήν.
Περιφερειακές συναντήσεις έλαβαν χώρα στις 13 και 31 Οκτωβρίου 1975, όπως είχε αναγγελθεί με τις εγκυκλίους, αλλά δεν φαίνεται να αποκαλύφθηκε σε αυτές ο, τιδήποτε εξαιρετικά σημαντικό.
Οι δικηγόροι της BMW Belgium τόνισαν τη σημασία άλλης εγκυκλίου, φέρουσας αυτή τη φορά την ημερομηνία της 2ας Οκτωβρίου 1975 και αφορώσας ειδικώς τις δραστηριότητες επιχειρήσεως υπό την ονομασία Pentacom NV, στην Αμβέρσα (παράρτημα 1 των απαντήσεων της BMW στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου). Η εν λόγω εγκύκλιος είχε ως εξής:
«Κύριοι,
Μόλις πληροφορούμεθα ότι η προαναφερθείσα επιχείρηση ενεργεί ως μεσάζουσα για λογαριασμό Γερμανών εισαγωγέων και μάλιστα Γερμανών αποκλειστικών αντιπροσώπων BMW για να αγοράζει από Βέλγους αποκλειστικούς αντιπροσώπους οχήματα προοριζόμενα για τη Γερμανία.
Σε μια συγκεκριμένη περίπτωση μας ανακοινώθηκε ότι η επιχείρηση Pentacom παρήγγειλε οχήματα, δήθεν για το Βέλγιο, και τα απέστειλε στη συνέχεια στη Γερμανία.
Θεωρούμε, επομένως, χρήσιμο να επιστήσουμε την προσοχή σας επί του άρθρου της συμβάσεως αποκλειστικής αντιπροσωπεύσεως BMW που αναφέρεται σ' αυτό το θέμα και που δεν σας επιτρέπει να πωλείτε οχήματα μέσω μη εγκεκριμένων μεταπωλητών.»
Υποστήριξαν ότι αυτή η εγκύκλιος αποδεικνύει ότι η πραγματική μέριμνα της BMW Belgium ήταν να επιτύχει την τήρηση της περιλαμβανόμενης στα συναφθέντα με τους αποκλειστικούς αντιπροσώπους BMW συμφωνητικά ρήτρας, η οποία απαγόρευε στους τελευταίους να πωλούν σε μη εγκεκριμένους μεταπωλητές. Οι όροι αυτής της εγκυκλίου μου φαίνονται, ωστόσο, διφορούμενοι. Για ποιο λόγο, αν αυτός ήταν ο μόνος επιδιωκόμενος σκοπός, περιλαμβάνει η εγκύκλιος τις λέξεις: «ακόμα και για λογαριασμό Γερμανών αποκλειστικών αντιπροσώπων BMW»; Και για ποιο λόγο επίσης γίνεται λόγος στην εγκύκλιο περί παραγγελιών δοθεισών από την επιχείρηση Pentacom «δήθεν για το Βέλγιο»; Αν η Pentacom δεν ήταν εγκεκριμένος μεταπωλητής, οι πραγματοποιηθείσες προς αυτή την επιχείρηση πωλήσεις συνιστούσαν παράβαση του συμφωνητικού, ακόμα και αν τα εν λόγω οχήματα προορίζονταν για τη βελγική αγορά. Δεν είχε σημασία αν ο πραγματικός προορισμός των οχημάτων ήταν η βελγική αγορά. Δεν είχε σημασία αν ο πραγματικός προορισμός των οχημάτων ήταν η γερμανική αγορά. Επιπλέον, η δεύτερη φράση μπορούσε βασίμως να προκαλέσει σύγχυση: οι πωλήσεις «μέσω» μη εγκεκριμένου μεταπωλητή επιτρέπονταν όταν ο τελευταίος ενεργούσε ως μεσάζων για λογαριασμό άλλου πελάτη ή άλλου εγκεκριμένου αποκλειστικού αντιπροσώπου.
Η BMW München, ενημερωθείσα από τη BMW Belgium επί του περιεχομένου των εγκυκλίων της 29ης Σεπτεμβρίου 1975, απηύθυνε στην τελευταία επιστολή, στις 17 Οκτωβρίου 1975, συγχαίροντάς την για την πρωτοβουλία που έλαβε να σταματήσει τις πωλήσεις προς μη εγκεκριμένους μεταπωλητές, συνεχίζοντας, όμως, την επιστολή της ως εξής:
«Όπως ήδη επισημάναμε στις 17 Ιανουαρίου, 23 Ιουνίου και 22 Ιουλίου 1975, πρέπει να σας ζητήσουμε εκ νέου, σχετικά με όλα τα ληφθέντα μέτρα, να μη σας διαφύγει ότι:
—
καμιά ενέργεια εναντίον των αποκλειστικών σας αντιπροσώπων δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί λόγω του ότι επανεξήγαγαν οχήματα· προειδοποιήσεις δεν μπορούν να γίνουν παρά στην περίπτωση που υπάρχουν υπόνοιες για έναν αποκλειστικό αντιπρόσωπο ότι πωλεί οχήματα σε μη εγκεκριμένους μεταπωλητές, κατά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων,
—
δεν μπορείτε να απειλείτε τους αποκλειστικούς σας αντιπροσώπους με ενέργεια κατ' αυτών, εκτός εάν αυτό αποδεικνύεται απαραίτητο λόγω αποδεδειγμένης παραβιάσεως των συμφωνητικών τους.
Οι παρούσες οδηγίες πρέπει επίσης να τηρηθούν στο πλαίσιο κάθε αλληλογραφίας που ανταλλάσσεται μεταξύ BMW Belgium SA και του βελγικού δικτύου διανομής.»
Η δικογραφία περιέχει επίσης αντίγραφα ορισμένων επιστολών, απευθυνόμενων από τη BMW σε ορισμένους από τους Βέλγους αποκλειστικούς αντιπροσώπους της τον Οκτώβριο 1975. Είναι διατυπωμένες με όρους που στην πράξη οποιαδήποτε εξαγωγή ταυτίζεται με παράβαση της συμβάσεως αποκλειστικής αντιπροσωπεύσεως (βλ. παράρτημα 5 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 32/78).
Μεγάλο μέρος των προσκομισθεισών ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείξεων και των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν ενώπιόν του έχουν σχέση με τις δραστηριότητες δύο γερμανικών επιχειρήσεων, της Automobilimporte C. Heuer, Dillingen («Heuer») και της MGH Motorgesellschaft mbH, Herford («MGH»). Πρόκειται περί δύο μη εγκεκριμένων μεταπωλητών και οι προσκομισθείσες αποδείξεις μας ωθούν στο να δεχθούμε τον ισχυριμό της BMW Belgium ότι ουδέποτε ασχολήθηκαν με το εμπόριο των οχημάτων BMW, εκτός για δικό τους λογαριασμό, παρόλον ότι μπορεί να άσκησαν εμπορία για άλλες μάρκες. Από αυτό προκύπτει ότι, οποιαδήποτε πώληση πραγματοποιήθηκε από αποκλειστικό αντιπρόσωπο BMW σε μια από τις δύο αυτές επιχειρήσεις πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση της συμβάσεώς του αποκλειστικής αντιπροσωπεύσεως. Φαίνεται ότι έγιναν ορισμένες πωλήσεις αυτού του είδους.
Μου φαίνεται, ωστόσο, ότι οι δραστηριότητες της Heuer και της MGH ενδιαφέρουν την προκειμένη περίπτωση από δύο μόνο απόψεις, και από δύο μόνο απόψεις προκάλεσαν την υπό κρίση υπόθεση.
Πρώτον, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία που κατέληξε στην απόφασή της της 23ης Δεκεμβρίου 1977, κατόπιν καταγγελιών που κατέθεσαν η Heuer και η MGH στις 24 Νοεμβρίου και 9 Δεκεμβρίου 1975 αντιστοίχως, βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 17. Η BMW Belgium προέβαλε με συντομία το ζήτημα αν αυτές οι διαδικασίες μπορεί να είναι νόμιμες, εφόσον ούτε η Heuer ούτε η MGH μπορούσαν να επικαλεστούν οποιοδήποτε έννομο συμφέρον. Εδώ πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, περί αβασίμου επιχειρήματος. Η Επιτροπή είχε το απόλυτο δικαίωμα να κινήσει τη διαδικασία «αυτεπαγγέλτως», οποιαδήποτε κι αν ήταν η ιδιότητά της Heuer και της MGH.
Δεύτερον, φάνηκε, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, ότι είναι δεδομένο ότι, κατόπιν αγωγής που ήγειρε η MGH κατά της BMW Belgium ενώπιον του tribunal de commerce της Αμβέρσας, η τελευταία απηύθυνε επίσης, στις 20 Φεβρουαρίου 1976, νέα εγκύκλιο στους αποκλειστικούς αντιπροσώπους της BMW στο Βέλγιο. Η εν λόγω εγκύκλιος είχε ως εξής:
«Πώληση καινούργιων οχημάτων BMW σε μη εγκεκριμένους μεταπωλητές»
«Κύριοι,
Με την επιστολή μας της 29ης Σεπτεμβρίου 1975 επιστήσαμε την προσοχή σας επί της νέας καταστάσεως της βελγικής αγοράς, κατόπιν της πωλήσεως καινούργιων οχημάτων BMW σε μεταπωλητές εγκατεστημένους στην αλλοδαπή κατά τη διάρκεια του έτους 1975.
Σας είχαμε τότε, επί του θέματος αυτού, δώσει διάφορες συμβουλές και είχαμε επιστήσει την προσοχή σας επ' αυτού που θεωρούσαμε και πάντοτε θεωρούμε ότι είναι το προσωπικό σας συμφέρον.
Αντιθέτως προς την πρόθεσή μας, μας αναφέρθηκε ότι η εν λόγω εγκύκλιος, καθώς και το παράρτημά της, θεωρήθηκαν από τρίτους ότι μπορούσαν να αποτελούν οδηγίες του εισαγωγέα προς το δίκτυό του διανομής.
Αν αυτό συνέβη, επιθυμούμε με την παρούσα να θέσουμε τέρμα σε οποιαδήποτε σύγχυση επ' αυτού του θέματος.
Δεν υπήρξε ποτέ και εξακολουθεί να μην υπάρχει πρόθεση, είτε ημών είτε του συμβουλευτικού συμβουλίου των αποκλειστικών αντιπροσώπων, να σας απευθύνουμε σαφείς οδηγίες ή να σας διατυπώνουμε απαγορεύσεις επανεξαγωγών. Εν πάση περιπτώσει σας ζητούμε να θεωρήσετε την εγκύκλιό μας της 29ης Σεπτεμβρίου 1975, καθόσον θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως απαγόρευση επανεξαγωγών, ως άκυρη.
Ο σκοπός της επιστολής μας της 29ης Σεπτεμβρίου 1975 συνίστατο στο να σας υπομνήσουμε ότι, δυνάμει της συμβάσεως αποκλειστικής αντιπροσωπεύσεως που υπογράψατε, η πώληση οχημάτων BMW σε μη εγκεκριμένους μεταπωλητές, τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στην αλλοδαπή, απαγορεύεται.
Σε καμιά περίπτωση δεν θελήσαμε και ούτε επιθυμούμε να εμποδίσουμε τον αποκλειστικό αντιπρόσωπο BMW από το να διαπραγματεύεται με μεσάζοντα ειδικού πελάτη, αντιτασσόμεθα όμως στο να διαπραγματεύονται οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι με μεταπωλητές.
Θα επιθυμούσαμε να επιστήσουμε την προσοχή σας, για μια ακόμη φορά, επί του γεγονότος ότι το προσωπικό οικονομικό σας συμφέρον δεν περιορίζεται μόνο στην πώληση καινούργιων οχημάτων BMW και επ' αυτού συμφωνεί το συμβουλευτικό συμβούλιο των αποκλειστικών αντιπροσώπων.
Ο πελάτης που απευθύνεται σε σας και για τη συντήρηση της BMW του είναι επίσης αγοραστής εξαρτημάτων και βοηθητικού εξοπλισμού και χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες σας, πράγμα που συνιστά επίσης πηγή σημαντικών κερδών.
Αυτή η παρατήρηση ισχύει και για την περίπτωση ενδεχόμενης αποδοχής μεταχειρισμένου αυτοκινήτου έναντι της τιμής καινούργιου.
Εν συμπεράσματι, ο ικανοποιημένος πελάτης σας θα αγοράσει και την προσεχή του BMW.
Ελπίζουμε ότι αυτές οι διευκρινίσεις διαλύουν τις ενδεχόμενες αμφιβολίες που θα μπορούσατε να έχετε ως προς τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των εγκεκριμένων αποκλειστικών αντιπροσώπων BMW στο Βέλγιο.»
Η Επιτροπή θεώρησε ότι η παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, έπαυσε στις 20 Φεβρουαρίου 1976 προφανώς λόγω αυτής της εγκυκλίου.
Η ερμηνεία των εγκυκλίων της 29ης Σεπτεμβρίου 1975
Θα μπορώ να είμαι σχετικά σύντομος ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στις εγκυκλίους της 29ης Σεπτεμβρίου 1975.
Η αναφερομένη στην εγκύκλιο της BMW Βελγίου δήλωση: «πιστεύουμε, επομένως, ότι σ' αυτή την κατάσταση υπάρχει μια μόνο λύση: κανένας αποκλειστικός αντιπρόσωπος BMW στο Βέλγιο δεν θα πωλήσει στο μέλλον οχήματα στην αλλοδαπή ή σε επιχειρήσεις που θα προμήθευαν οχήματα στην αλλοδαπή», καθώς και η δήλωση η περιεχόμενη στην εγκύκλιο του συμβουλευτικού συμβουλίου των αποκλειστικών αντιπροσώπων: «… αυτή η συμβουλή μπορεί να είναι μόνο η εξής: καμιά πλέον πώληση εκτός του Βελγίου!», δεν είναι καθόλου διφορούμενες και μόνο μια ερμηνεία μπορεί να δοθεί σ' αυτές. Επιπλέον, το περιεχόμενο των εγκυκλίων στο σύνολό τους ενισχύει αυτή την ίδια ερμηνεία. Είναι η περίπτωση του τίτλου καθεμιάς από αυτές, είναι η περίπτωση επίσης των επιχειρημάτων που αναπτύσσονται σ' αυτές: πρόκειται περί επιχειρημάτων που στρέφονται κατά της εξαγωγής και όχι απλώς περί επιχειρημάτων κατά της πωλήσεως σε μη εγκεκριμένους μεταπωλητές. Είναι, τέλος, η περίπτωση κυρώσεων που επισημαίνονται: αύξηση των βελγικών τιμών, μείωση των παραδόσεων στους Βέλγους αποκλειστικούς αντιπροσώπους εν γένει, όχι όμως καταγγελία των συμβάσεων αποκλειστικής αντιπροσωπεύσεως των αποκλειστικών αντιπροσώπων που πωλούν σε μη εγκεκριμένους μεταπωλητές. Οι προσφεύγουσες στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό στην πρώτη φράση της εγκυκλίου της BMW Belgium όπου αυτή αναφέρεται στην εγκύκλιο της 4ης Ιουλίου 1975, αυτή, όμως, η φράση, δεν είναι ικανή να ανατρέψει τη συνέχεια του κειμένου και, εν πάση περιπτώσει, όπως επισήμανα ενωρίτερα, η εγκύκλιος της 4ης Ιουλίου 1975 εξέφραζε ήδη την ανησυχία που προκαλούσε στη BMW Belgium η επανεξαγωγή οχημάτων από το Βέλγιο.
Τα επιχειρήματα που οι προσφεύγοντες αντλούν από παράγοντες ξένους προς το κείμενο των εγκυκλίων, αυτών καθεαυτών, δεν μας προκαλούν μεγαλύτερη εντύπωση.
Ελέχθη καταρχάς ότι η BMW Belgium πρέπει να θεωρηθεί ότι επιδίωξε να ενεργήσει σύμφωνα με την ευχή της BMW München που περιοριζόταν στην απαγόρευση εξαγωγών υπέρ μη εγκεκριμένων μεταπωλητών. Αναφέρθηκε και μέρος των προτάσεών μου στις υποθέσεις 6 και 7/73, Commercial Solvents κατά Επιτροπής (Ecr. 1974, σ. 264). Μπορώ εν συντομία να απαντήσω ότι η BMW Belgium σαφώς υπερέβη τις οδηγίες που είχε από τη BMW München, όπως προκύπτει από τις ίδιες τις επιστολές της τελευταίας αυτής εταιρίας.
Δεύτερον, ελέχθη ότι οι εγκύκλιοι πρέπει να αναγνωστούν υπό το φως των επιστολών που η BMW Belgium απέστειλε στους αποκλειστικούς αντιπροσώπους κατά την περίοδο από Μαΐου μέχρι Οκτωβρίου 1975. Οι εν λόγω, όμως, επιστολές, όπως ανέφερα, δεν συμβιβάζονταν ομοιόμορφα με την επιθυμία της BMW Belgium να περιοριστεί στο να εμποδίσει μόνο τις πωλήσεις σε μη εγκεκριμένους μεταπωλητές. Και αυτές οι επιστολές δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να έχουν επίπτωση επί της εννοίας που οι εγκύκλιοι είχαν για τους αποκλειστικούς αντιπροσώπους, οι οποίοι δεν τις είχαν λάβει.
Τρίτον, ελέχθη ότι οι δραστηριότητες των μη εγκεκριμένων μεταπωλητών, ειδικότερα οι δραστηριότητες της Heuer και της MGH, ήσαν τόσο εμφανείς κατά την κρίσιμη εποχή ώστε οι αποδέκτες των εγκυκλίων αποκλειστικοί αντιπρόσωποι έπρεπε να συναγάγουν αυτομάτως το συμπέρασμα ότι αφορούσαν το τιθέμενο από αυτές τις δραστηριότητες πρόβλημα. Αυτό είναι δυνατό, η ανάγνωση όμως των εγκυκλίων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η λύση του προβλήματος έπρεπε να είναι η ολική απαγόρευση εξαγωγών.
Τέλος, ειπώθηκε ότι η συμπεριφορά των μερών μετά την αποστολή των εγκυκλίων αποδείκνυε ότι δεν τις αντιλαμβάνονταν ως ολική απαγόρευση εξαγωγών, δεδομένου ότι συνεχίστηκαν, μετά από αυτή την ημερομηνία, οι εξαγωγές και η BMW Belgium δεν προέβαλε αντίρρηση παρά στις περιπτώσεις πωλήσεων σε μη εγκεκριμένους μεταπωλητές. Νομίζω ότι αυτή η επιχειρηματολογία δεν είναι πειστική. Σύμφωνα με τους αριθμούς που προσκόμισε η BMW Belgium, σε απάντηση μιας από τις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η εν λόγω εταιρία έλαβε γνώση, μεταξύ Οκτωβρίου 1975 και Φεβρουαρίου 1976, 59 περιπτώσεων επανεξαγωγής καινούργιων οχημάτων που πραγματοποίησαν Βέλγοι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι BMW. Μπόρεσε να εξακριβώσει την ταυτότητα των αγοραστών σε 28 μόνο περιπτώσεις. Σε δύο περιπτώσεις, αγοραστής ήταν αποκλειστικός αντιπρόσωπος BMW· σε 8 περιπτώσεις, πρόκειτο περί ιδιωτών και, σε 18 περιπτώσεις, πρόκειτο περί μη εγκεκριμένου μεταπωλητή. Οποιαδήποτε κι αν είναι τα συμπεράσματα που μπορεί να συναχθούν απ' αυτούς τους αριθμούς, δεν προκύπτει από αυτά ότι οι αποδέκτες των εγκυκλίων τις αντιλήφθηκαν ως απαγορεύουσες αποκλειστικώς την εξαγωγή υπέρ μη εγκεκριμένων μεταπωλητών. Όσον αφορά την επικαλούμενη συμπεριφορά της BMW Belgium (περί της οποίας δεν υπάρχουν ισχυρές αποδείξεις για τη μεταγενέστερη του Οκτωβρίου 1975 περίοδο), θα μπορούσε να εξηγηθεί ως συνέπεια της επιστολής της BMW München, της 17ης Οκτωβρίου 1975.
Νομίζω, επομένως, ότι ορθώς η Επιτροπή ερμήνευσε τις εγκυκλίους της 29ης Οκτωβρίου 1975 ως αποσκοπούσες στο να επιβάλουν ολική απαγόρευση εξαγωγών. Κατόπιν αυτού, υφίσταται σαφώς παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης από την BMW Belgium, από τα μέλη του συμβουλευτικού συμβουλίου των αποκλειστικών αντιπροσώπων και από τους άλλους αποκλειστικούς αντιπροσώπους, οι οποίοι υπέγραψαν την πρώτη εγκύκλιο, χωρίς να έχουν σημασία τα πραγματικά αποτελέσματα των ενεργειών τους (βλ. υπόθεση 19/77, Miller κατά Επιτροπής Ecr. 1978, σ. 131).
Τα πρόστιμα
Έρχομαι τώρα στο ζήτημα αν τα επιβληθέντα από την Επιτροπή στις προσφεύγουσες πρόστιμα είναι ανάλογα.
Νομίζω, σχετικώς, ότι είναι σημαντικό να μη λησμονείται το περιεχόμενο του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 17, καθόσον ενδιαφέρει την υπό κρίση υπόθεση. Η εν λόγω διάταξη έχει ως εξής:
«Η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει με απόφαση στις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα ύψους 1000 μέχρις 1000000 λογιστικών μονάδων, ή και ποσό μεγαλύτερο από αυτό μέχρι ποσοστού 10 % του κύκλου εργασιών που πραγματοποιήθηκε κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο από μία των επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν συνεργήσει στην παράβαση, όταν εκ προθέσεως ή εξ αμελείας: α) διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου 85, παράγραφος 1 και του άρθρου 86 της Συνθήκης…
Κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, εκτός από τη σοβαρότητα της παραβάσεως, και η διάρκειά της.»
Στην υπόθεση Miller (Ecr. 1978, σ. 161), τόνισα (μεταξύ άλλων) ότι η διακριτική εξουσία, την οποία διαθέτει η Επιτροπή για τον καθορισμό του ύψους του προστίμου, πρέπει συνεπώς να θεωρείται ότι τοποθετείται μεταξύ 0 % και 10 % του κύκλου εργασιών της οικείας επιχειρήσεως· ότι πρόστιμο ίσο προς το 10 % του κύκλου εργασιών μπορεί να θεωρείται ως ανάλογο στην περίπτωση παραβάσεως εκ προθέσεως, μεγίστης σοβαρότητας και σημαντικής διαρκείας, ενώ στο άλλο άκρο της κλίμακας των ποινών, η παράβαση εξ απλής αμελείας, ασήμαντης βαρύτητας και μόνο μικρής διαρκείας χρήζει προστίμου κατώτερου του 1 % του κύκλου εργασιών, στην περίπτωση κατά την οποία οι περιστάσεις επιβάλλουν ωστόσο την επιβολή προστίμου. Εξέφρασα επίσης τη γνώμη ότι, το κατώτατο όριο των 1000 λογιστικών μονάδων έχει την έννοια ότι κανένα πρόστιμο δεν πρέπει να επιβάλλεται, όταν η παράβαση χρήζει προστίμου κατώτερου του εν λόγω ποσού.
Το άρθρο 17 του κανονισμού 17 απονέμει στο Δικαστήριο πλήρη δικαιοδοσία για να ελέγχει τις αποφάσεις με τις οποίες η Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο· το Δικαστήριο μπορεί, δυνάμει αυτού του άρθρου, να άρει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο. Από αυτό, ωστόσο, δεν έπεται, κατά τη γνώμη μου, ότι το Δικαστήριο πρέπει, σε κάθε περίπτωση της οποίας επιλαμβάνεται, να υποκαταστήσει τη δική του εκτίμηση του ανάλογου προστίμου στην εκτίμηση της Επιτροπής.
Είμαι της γνώμης ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να τροποποιεί το ποσό του επιβληθέντος από την Επιτροπή προστίμου, παρά μόνον αν σχηματίσει την κρίση ότι η Επιτροπή, ορίζοντας το πρόστιμο, υπέπεσε σε χαρακτηριστική νομική ή πραγματική πλάνη. Μια τέτοια πλάνη μπορεί φυσικά να είναι είτε σιωπηρή είτε ρητή στην απόφαση της Επιτροπής για την οποία πρόκειται.
Επί δύο άλλων ερμηνευτικών σημείων των άρθρων 15 και 17 του κανονισμού 17, οι διάδικοι αναφέρθηκαν στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mayras στην υπόθεση 26/75, General Motors κατά Επιτροπής (Ecr. 1975, σ. 1389 έως 1391).
Υποστήριξαν, καταρχάς, ότι ο γενικός εισαγγελέας Mayras όρισε με αυθεντία αυτό που συνιστά, κατά το άρθρο 15, παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, ή του άρθρου 86 της Συνθήκης «εκ προθέσεως» και αυτό το οποίο, αντιστρόφως, δεν συνιστά παρά παράβαση εξ αμελείας. Δεν κατανοώ, ωστόσο, τη γνώμη που εξέφρασε επ' αυτού του σημείου ως αποσκοπούσα στο να δώσει εξαντλητικό ορισμό αυτών των εννοιών. Ο γενικός εισαγγελέας Mayras είχε, πιστεύω, την πρόθεση να αναλύσει απλώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως για τα οποία πρόκειτο και να αποδείξει, ειδικότερα, γιατί η General Motors δεν είχε, κατά τη γνώμη του, παραβεί το άρθρο 86 της Συνθήκης εκ προθέσεως. Εν πάση περιπτώσει, οι προτάσεις σε εκείνη την υπόθεση είναι τώρα ξεπερασμένες, κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Miller. Το Δικαστήριο έκρινε με αυτήν ότι, αυτός ο οποίος υιοθέτησε ή αποδέχθηκε ρήτρα για την οποία πρέπει να γνώριζε ότι είχε ως αντικείμενο να περιορίσει τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, πρέπει να θεωρείται ότι ενήργησε εκ προθέσεως πράξη απαγορευόμενη από τη Συνθήκη, είτε είχε γνώση ή όχι ότι παραβίαζε την απαγόρευση του άρθρου 85 (βλ. 18η σκέψη της αποφάσεως).
Δεύτερον, τονίστηκε ότι ο γενικός εισαγγελέας Mayras είχε εκφράσει στις προτάσεις του τη γνώμη ότι, όταν η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμο σε μία επιχείρηση λόγω του ότι η τελευταία παρέβη το άρθρο 85, παράγραφος 1, ή το άρθρο 86 της Συνθήκης «εκ προθέσεως», το Δικαστήριο δεν μπορεί, αν θεωρεί ότι η επιχείρηση απλώς ενήργησε «εξ αμελείας», να τροποποιήσει αναλόγως το πρόστιμο, πρέπει όμως, απλώς να το άρει. Καθόσον με αφορά, πιστεύω ότι πρέπει με σεβασμό να εκφέρω διαφορετική γνώμη. Οι απονεμόμενες στο Δικαστήριο με το άρθρο 17 του κανονισμού 17 εξουσίες είναι από τις ευρύτερες και επαρκούν, κατά τη γνώμη μου, για να του επιτρέπουν να πράττει, εν πάση περιπτώσει, αυτό το οποίο θεωρεί ορθή απονομή της δικαιοσύνης.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η BMW Belgium και τα 8 μέλη του συμβουλευτικού συμβουλίου των αποκλειστικών αντιπροσώπων είχαν παραβεί το άρθρο 85, παράγραφος 1, εκ προθέσεως και ότι οι άλλοι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι, με το να υπογράψουν αντίγραφο της πρώτης εγκυκλίου, ενήργησαν έτσι «τουλάχιστον εξ αμελείας».
Όπως ανέφερα από την αρχή, η Επιτροπή επέβαλε στην BMW Belgium πρόστιμο 150000 λογιστικών μονάδων, ήτοι 7500000 βελγικών φράγκων. Αυτό το πρόστιμο αποδεικνύεται ότι είναι κατώτερο από το ήμισυ τοις % του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε η BMW Belgium κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους που έληξε στις 30 Σεπτεμβρίου 1975 (βλ. παράρτημα 6 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση 32/78) και τοποθετείται, συνεπώς, στην κατώτατη βαθμίδα της κλίμακος των προβλεπόμενων με το άρθρο 15 του κανονισμού 17 ποινών. Εν τούτοις, η BMW Belgium επιζητεί να επιτύχει την άρση του προστίμου ή, επικουρικώς, τη μείωσή του.
Τα προβληθέντα από τη BMW Belgium επιχειρήματα, προς υποστήριξη του αιτήματός της περί άρσεως ή μειώσεως του προστίμου, στηρίζονται στην ίδια βάση επί της οποίας στηρίζει την ερμηνεία που ισχυρίζεται ότι πρέπει να δοθεί στις εγκυκλίους. Ο μόνος σκοπός της BMW Belgium, ελέχθη, είναι να παύσουν οι πωλήσεις σε μη εγκεκριμένους μεταπωλητές. Στην περίπτωση, ωστόσο, που η Επιτροπή ορθώς, όπως πιστεύω, εξετίμησε ότι οι εγκύκλιοι είχαν, σύμφωνα με τη διατύπωσή τους, ως αντικείμενο να επιβάλλουν γενική απαγόρευση εξαγωγών και αυτό το γεγονός ήταν το ουσιώδες συστατικό στοιχείο της παραβάσεως του άρθρου 85, παράγραφος 1, το ποσό του προστίμου πρέπει να ανταποκρίνεται σ' αυτό.
Η BMW Belgium προέβαλε τρεις ειδικούς ισχυρισμούς επ' αυτού του σημείου.
Πρώτον, υποστήριξε ότι το πρόστιμο επιβλήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 15, παράγραφος 5, του κανονισμού 17, το οποίο απαγορεύει την επιβολή προστίμου, μεταξύ άλλων, «για πράξεις μεταγενέστερες της κοινοποιήσεως στην Επιτροπή και προγενέστερες της αποφάσεως με την οποία δέχεται ή αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3 της Συνθήκης, εφόσον εμπίπτουν στα όρια της δραστηριότητος που περιγράφεται στην κοινοποίηση». Η ασυλία που παρέχει αυτή η διάταξη δεν μπορεί, ωστόσο, να επεκταθεί στην απαγόρευση εξαγωγών, την περιεχόμενη στις εγκυκλίους, η οποία ποτέ δεν αποτέλεσε αντικείμενο κοινοποιήσεως προς την Επιτροπή και σχετικά με την οποία ποτέ δεν ζητήθηκε εξαίρεση βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 3. Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι η ασυλία επεκτεινόταν στην απαγόρευση πωλήσεως σε μη εγκεκριμένους μεταπωλητές, που προβλέπει το άρθρο 1 του καταρτισθέντος με κάθε αποκλειστικό αντιπρόσωπο συμφωνητικού, το πρόστιμο, όμως, δεν επιβλήθηκε γι' αυτή την αιτία.
Η BMW Belgium υποστήριξε, περαιτέρω, ότι, αν παρέβη το άρθρο 85, παράγραφος 1, δεν το έπραξε εκ προθέσεως αλλά, αν αυτό συνέβη, εξ αμελείας, δεδομένου ότι η πραγματική της πρόθεση υπήρξε αποκλειστικά να θέσει τέρμα στις πωλήσεις στους μη εγκεκριμένους μεταπωλητές. Αναφέρθηκε στο γεγονός ότι έλαβε την πρόνοια να συμβουλευθεί το νομικό της σύμβουλο επί του κειμένου των εγκυκλίων. Υπό το φως των στοιχείων της δικογραφίας και της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Miller πιστεύω ότι αυτό το επιχείρημα δεν μπορεί να πείσει. Η BMW Belgium εκ προθέσεως έθεσε σε κυκλοφορία έγγραφα διατυπωμένα με τρόπο που περιορίζουν τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της κοινής αγοράς· και δεν μπορεί βασίμως να υποστηρίξει ότι δεν είχε αντιληφθεί το πρόδηλο περιεχόμενο αυτών των εγγράφων. Δεν έχει σημασία αν η BMW Belgium δεν είχε στο μυαλό της τους όρους του άρθρου 85. Πράγματι, ο νομικός της σύμβουλος ρητώς αναφέρθηκε σ' αυτό το άρθρο. Στην υπόθεση Miller, το Δικαστήριο έκρινε (αντιθέτως προς τη γνώμη που είχα εκφράσει) ότι η γνώμη του νομικού συμβούλου της Miller δεν μπορούσε να αποτελέσει ελαφρυντική περίσταση. Στην προκειμένη περίπτωση, η γνώμη του νομικού συμβούλου ήταν, νομίζω, μάλλον επιβαρυντική περίσταση. Επέτρεπε να θεωρηθεί ότι ο εν λόγω νομικός σύμβουλος είχε κρίνει τις εγκυκλίους αντίθετες προς το άρθρο 85, αλλά έλπιζε ότι το ασυμβίβαστό τους προς αυτή τη διάταξη της Συνθήκης δεν θα ήταν «πολύ κατάφορο», κατόπιν των τροποποιήσεων που επέφερε στο κείμενο των εγκυκλίων.
Τρίτον, η BMW Belgium υποστήριξε ότι, το πρόστιμο ήταν πολύ υψηλό λαμβανομένης υπόψη της μικρής διαρκείας της παραβάσεως και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι είχε ασήμαντα αποτελέσματα. Όμως, η Επιτροπή ρητώς έλαβε υπόψη αυτούς τους δύο παράγοντες όταν ανέφερε, στην παράγραφο 26 της αποφάσεώς της ότι: «τα πρόστιμα που πρέπει να επιβληθούν στη BMW Belgium και στις 7 επιχειρήσεις πρέπει να καθορισθούν λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η συμφωνία δεν ίσχυσε παρά επί σχετικώς μικρή περίοδο και ότι αυτές οι επιπτώσεις δεν μπορούν να υπολογισθούν ποσοτικά με ακρίβεια».
Πιστεύω, για το λόγο αυτό, ότι πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του το αίτημα της BMW Belgium περί άρσεως του προστίμου ή μειώσεως του ποσού του.
Θα εξετάσω τώρα τα επιβληθέντα στους αποκλειστικούς αντιπροσώπους ποσά των προστίμων.
Η Επιτροπή επέβαλε σε 5 από τα 8 μέλη του συμβουλευτικού συμβουλίου πρόστιμο 2000 λογιστικών μονάδων ή 100000 βελγικών φράγκων σε έκαστο στα 3 άλλα μέλη, επέβαλε πρόστιμο 1500 λογιστικών μονάδων ή 75000 βελγικών φράγκων σε έκαστο. Ο αντίστοιχος κύκλος εργασιών των 5 πρώτων, κατά το 1975, ανερχόταν σε ποσό μεταξύ39842000 βελγικών φράγκων και 79913367 βελγικών φράγκων, ενώ ο κύκλος εργασιών των τριών τελευταίων ανερχόταν σε ποσό μεταξύ 12202675 βελγικών φράγκων και 22213431 βελγικών φράγκων (βλ. παράρτημα 5 της προσφυγής στην υπόθεση 42/78). Αυτό εξηγεί τη διαφορά μεταξύ του ποσού των προστίμων που τους επιβλήθηκαν.
Στους 39 αποκλειστικούς αντιπροσώπους που δεν ήσαν μέλη του συμβουλευτικού συμβουλίου, αλλά που υπέγραψαν την πρώτη εγκύκλιο, η Επιτροπή επέβαλε το ελάχιστο πρόστιμο των 1000 λογιστικών μονάδων, ήτοι 50000 βελγικών φράγκων. Δεν προσκομίστηκε καμιά πληροφορία στο Δικαστήριο περί του αντίστοιχου ποσού του κύκλου εργασιών των εν λόγω αποκλειστικών αντιπροσώπων, οι δικηγόροι τους, όμως, δεν προέβαλαν κανένα ισχυρισμό επ' αυτού του θέματος.
Όσον αφορά αυτούς τους 39 αποκλειστικούς αντιπροσώπους, το μόνο πρόβλημα που μπορεί να τεθεί είναι αν επιτρέπεται η Επιτροπή να τους καταδικάσει σε οποιοδήποτε πρόστιμο. Το πρόστιμο δεν μπορεί να μειωθεί. Οι δικηγόροι τους άλλωστε δεν επεζήτησαν να υποστηρίξουν ότι η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να τους επιβάλει πρόστιμο ή ότι επλανήθη ασκούσα αυτή την εξουσία έναντι τους. Ελέχθη ότι η υπό κρίση υπόθεση ήταν η μόνη, στην οποία η Επιτροπή είχε επιβάλει πρόστιμα σε αποκλειστικούς αντιπροσώπους, στους οποίους ο προμηθευτής τους είχε επιβάλει περιορισμό, αντί να επιβάλει πρόστιμο απλώς σ' αυτό τον ίδιο προμηθευτή. Η Επιτροπή απήντησε ότι η υπό κρίση υπόθεση εμφανίζει χαρακτηριστικά που είναι ανύπαρκτα σε άλλες υποθέσεις. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο δεν μπορεί να θεωρήσει ότι, αν η Επιτροπή δεν επέβαλε πρόστιμα σε αποκλειστικούς αντιπροσώπους σε άλλες υποθέσεις, δεν μπορεί να το πράξει σε καμιά περίπτωση — αυτό θα ισοδυναμούσε με μερική ακύρωση του κανονισμού 17.
Όλοι οι αποκλειστικοί αντιπρόσωποι επέμειναν στο γεγονός ότι τελούν σε οικονομική εξάρτηση από τη BMW Belgium, ώστε τους ήταν δύσκολο να αντισταθούν στις προερχόμενες απ' αυτήν την εταιρία πιέσεις. Η Επιτροπή έλαβε πλήρως υπόψη αυτό το γεγονός, καθορίζοντας το ποσό των προστίμων που τους επέβαλε. Νομίζω, όμως, ότι και αυτοί και άλλοι, ευρισκόμενοι σε παρόμοια κατάσταση, θα μπορούν στο μέλλον να ανθίστανται ευκολότερα στις καταχρηστικές πιέσεις προμηθευτή, αν μπορούν να επικαλούνται την υπό κρίση υπόθεση και να αποδεικνύουν, μ' αυτό τον τρόπο, ότι υποχωρώντας σε παρόμοιες πιέσεις, διατρέχουν τον κίνδυνο να τους επιβληθεί πρόστιμο.
Ελέχθη, για λογαριασμό των μελών του συμβουλευτικού συμβουλίου, ότι η Επιτροπή επλανήθη, κρίνοντας ότι είχαν παραβεί το άρθρο 85 εκ προθέσεως παρά εξ αμελείας. Δεν το πιστεύω. Τα μέλη του συμβουλευτικού συμβουλίου, έστω και κατόπιν εντολής της BMW Belgium, υπέγραψαν τη δεύτερη εγκύκλιο εν πλήρη γνώση του περιεχομένου της. Δεν μπορούν να το έχουν πράξει σε στιγμή απροσεξίας. Και εδώ έχει σημασία η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Miller. Αλλά ακόμα και αν υποτεθεί ότι οι πράξεις τους πρέπει να θεωρηθούν ως πράξεις εξ αμελείας, δεν βλέπω πώς τα πρόστιμα που τους επιβλήθηκαν θα μπορούσαν να μειωθούν καταλλήλως. Αυτοί διαδραμάτισαν ενεργητικότερο ρόλο από τους 39 άλλους αποκλειστικούς αντιπροσώπους και η ιδιότητά τους, ως μελών του συμβουλευτικού συμβουλίου, τους επέβαλε ηυξημένες ευθύνες. Αυτό που έκαμαν απέβλεπε στο να επαναφέρει στη γραμμή τους συναδέλφους τους αποκλειστικούς αντιπροσώπους BMW. Η εγκύκλιος την οποία υπέγραψαν περιείχε μάλιστα απειλή στρεφόμενη κατ' αυτών που θα ηρνούντο να συμμορφωθούν.
Συμπέρασμα
Κατά συνέπεια, προτείνω την απόρριψη των προσφυγών.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy