ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ HENRI MAYRAS
της 11ης Οκτωβρίου 1978 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
I —
Η εταιρία SOMAFER, με έδρα το UCKANGE στη LORRAINE, συμμετέσχε σε διαγωνισμό του Υπουργείου Εσωτερικών του SAARLAND για την εκτέλεση ορισμένων έργων κατεδαφίσεως στην περιοχή των εργοστασίων RÖCHLING-BURBACH.
Δεδομένου ότι οι εγγυήσεις ασφαλείας που παρέσχε η γαλλική εργολαβική εταιρία θεωρήθηκαν ανεπαρκείς από τη γερμανική εταιρία SAAR-FERGAS, η τελευταία της οποίας οι αγωγοί αερίου γειτνίαζαν άμεσα με το προς κατεδάφιση έργο, έκρινε ότι όφειλε να λάβει η ίδια συμπληρωματικά μέτρα προστασίας τα οποία γνωστοποίησε στην εταιρία SOMAFER στις 16 Ιανουαρίου 1974.
Αφού ειδοποίησε προσηκόντως το GEWER-BEAUFSICHTSAMT του SAARLAND, που έχει καθήκοντα αντίστοιχα με τα καθήκοντα των PONTS ΕΤ CHAUSSEES και του SERVICE DES MINES (Γεφυρών και οδοστρωμάτων και υπηρεσίας ορυχείων) στη Γαλλία, η SOMAFER έλαβε, στις 29 Ιανουαρίου 1974, άδεια εκτελέσεως των έργων από το Δήμαρχο του VOLKINGEN.
Προκειμένου να επιτύχει απόδοση των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε, η γερμανική εταιρία απέστειλε το τιμολόγιό της στην εταιρία SOMAFER στις 29 Οκτωβρίου 1974. Ο εκπρόσωπος της μητρικής επιχείρησης (HAUPTVERWALTUNG) στο UCKANGE, για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, στο BECK-INGEN του SAAR αρνήθηκε να εξοφλήσει το τιμολόγιο. Η SAAR-FERNGAS ήγειρε τότε αγωγή κατά της εταιρίας SOMAFER ενώπιον του δικαστηρίου στην περιφέρεια του οποίου είναι εγκατεστημένος ο «αντιπρόσωπος» στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, δηλαδή ενώπιον του LANDGERICHT του SAARBROCKEN.
Ας σημειωθεί παρεμπιπτόντως ότι στη Γαλλία οι διαφορές που αφορούν συμβάσεις με τη διοίκηση ή ζημίες δημοσίων έργων υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
Το τι διαδραματίστηκε στο BECKINGEN κατά τη διάρκεια των συζητήσεων που διεξήχθησαν μεταξύ του Υπουργείου Εσωτερικών και της επιθεωρήσεως εργασίας, αφενός, και της εταιρίας SOMAFER, αφετέρου, αμφισβητείται από τους διαδίκους και προκειμένου να λυθεί το πρόβλημα αυτό το OBERLANDESGERICHT SAARBRUCKEN σας υπέβαλε προδικαστικά ερωτήματα.
Πριν προχωρήσω στην εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η SAAR-FERNGAS επικαλέστηκε στην πρωτοβάθμια δίκη τη δικαιοδοσία του LANDGERICHT του SAARBRÜCKEN στηριζόμενη στο γεγονός ότι η SOMAFER είχε στο BECKINGEN υποκατάστημα κατά την έννοια του γερμανικού δικαίου (άρθρο 21 του γερμανικού κώδικα πολιτικής δικονομίας) και στο ότι το εν λόγω δικαστήριο ήταν το δικαστήριο «του τόπου που εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή» κατά την έννοια του άρθρου 5, περίπτωση 1, της σύμβασης των Βρυξελλών του 1968.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε και τα δύο αυτά επιχειρήματα, έκρινε όμως ότι είχε δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 5, περίπτωση 5 της ίδιας σύμβασης, διότι, κατά την άποψή του, η διάταξη αυτή βαίνει πέρα του εθνικού γερμανικού δικαίου· αναγνωρίζει ότι η σχέση με την εκμετάλλευση απλού υποκαταστήματος ή πρακτορείου μπορεί να θεμελιώσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου του τόπου όπου είναι εγκατεστημένο αυτό το υποκατάστημα ή πρακτορείο. Το LANDGERICHT έκρινε ότι η SOMAFER διέθετε στο BECKINGEN τουλάχιστον πρακτορείο κατά την έννοια του άρθρου 5, περίπτωση 5, της Σύμβασης· πράγματι χρησιμοποίησε το γραφείο που είχε στον τόπο αυτό για να συναλλάσσεται με τρίτους, εν πάση δε περιπτώσει είχε δώσει στη SAAR-FERNGAS την εντύπωση ότι το γραφείο αυτό συνιστούσε τέτοιο πρακτορείο. Στην εκτίμησή του αυτή, το LANDGERICHT βασίστηκε σε κριτήρια του γερμανικού δικαίου, κατά τη γνώμη του όμως, τα κριτήρια αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για την εφαρμογή του άρθρου 5, περίπτωση 5, της Σύμβασης.
Η επιχείρηση του SAARLAND υιοθέτησε την επιχειρηματολογία αυτή κατά τη δευτεροβάθμια δίκη. Εγκατέλειψε, επομένως, το επιχείρημα που είχε προβάλει επικουρικώς στην πρωτοβάθμια δίκη και το οποίο στηριζόταν στο άρθρο 23 του γερμανικού κώδικα πολιτικής δικονομίας. Η διάταξη αυτή που αποτελεί κανόνα ειδικής δικαιοδοσίας του εθνικού δικαίου προβλέπει ότι, σε περίπτωση που δεν υφίσταται κανένα άλλο αρμόδιο δικαστήριο στο γερμανικό έδαφος, οι αγωγές περιουσιακής φύσεως που στρέφονται κατά προσώπου το οποίο δεν έχει κατοικία στο εθνικό έδαφος υπάγονται στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκονται τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία ή αντικείμενα. Δυνάμει, όμως, του άρθρου 3 της σύμβασης του 1968, δεν μπορεί πλέον να γίνει επίκληση της εν λόγω διάταξης.
II —
Με το πρώτο ερώτημα, ερωτάται στην ουσία αν οι έννοιες «πρακτορείο», «υποκατάστημα» ή «κάθε άλλη εγκατάσταση» πρέπει να ερμηνεύονται με παραπομπή στο εθνικό δίκαιο ή αντίθετα, να ερμηνεύονται αυτόνομα.
1)
Υπέρ της παραπομπής στο εθνικό δίκαιο για τον προσδιορισμό του κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου μπορεί να λεχθεί ότι γενικώς παρουσιάζει σοβαρά πλεονεκτήματα η εφαρμογή του δικαίου του κράτους του επιληφθέντος δικαστηρίου ή του δικαίου που έχει εφαρμογή στην κύρια σχέση· είναι πράγματι σημαντικό να μπορούν να επιλύονται ταχέως τα ζητήματα δικαιοδοσίας. Για το δικαστήριο είναι πάντα ευχερέστερο να εφαρμόσει το δίκαιο της χώρας του . εξάλλου, σχεδόν όλα τα κριτήρια δικαιοδοσίας που προβλέπονται στη Σύμβαση συνδέονται με έννοιες που απαντώνται χρησιμοποιούμενες στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών για σκοπούς άλλους από τον προσδιορισμό της δικαιοδοσίας.
Ως προς τις έννοιες της κατοικίας των φυσικών προσώπων ή της έδρας των εταιριών των νομικών προσώπων, υποδιαίρεση ή υποκατηγορία των οποίων αποτελούν σε τελευταία ανάλυση οι έννοιες του άρθρου 5, περίπτωση 5, η Σύμβαση ρητώς προβλέπει την εφαρμογή του εσωτερικού δικαίου του επιληφθέντος δικαστηρίου (άρθρο 52, παράγραφος 1) ή των κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του δικάζοντος δικαστή (άρθρο 53).
Η αυτόνομη ερμηνεία των εννοιών του άρθρου 5, περίπτωση 5, δεν έχει καθαυτή καμία σχέση με την «απλούστερη των διατυπώσεων για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων» που αποτελεί το σκοπό που έχει αναθέσει στη Σύμβαση το άρθρο 220· αντίθετα θα συνιστούσε ταχύτερη λύση για την SAAR-FERNGAS να εναγάγει απευθείας την SOMAFER ενώπιον του δικαστηρίου της έδρας της για να επιτύχει κατά της εταιρίας αυτής την έκδοση καταδικαστικής αποφάσεως που θα ήταν άμεσα εκτελεστή στη Γαλλία.
Εξάλλου, είναι αμφισβητήσιμο το αν οι συντάκτες της σύμβασης είχαν την πρόθεση να δώσουν κοινό και αυτόνομο ορισμό του υποκαταστήματος, του πρακτορείου ή της εγκατάστασης. Παρόμοιος ορισμός θα κινδύνευε να ξεπεραστεί από την εξέλιξη των εθνικών δικαίων και νομολογιών. Αυτό καθαυτό το γεγονός ότι οι συντάκτες της Σύμβασης χρησιμοποίησαν την έκφραση «κάθε άλλη», δηλαδή ένα είδος «υπολειμματικής» κατηγορίας, προοριζόμενης να καλύψει όλες τις άλλες περιπτώσεις, έρχεται να επιβεβαιώσει ότι απέφυγαν να προσδώσουν ακριβές περιεχόμενο, τουλάχιστον στην έννοια της εγκατάστασης. Τέτοιος στόχος, αναγόμενος στη σφαίρα της ομοιόμορφης νομοθεσίας, θα ήταν ξένος προς τη Σύμβαση.
Τέλος, με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1976, στην υπόθεση TESSILI (RECUEIL σ. 1474), το Δικαστήριο έκρινε ως προς την ερμηνεία της Σύμβασης γενικά ότι, υπό ορισμένες συνθήκες, οι εκφράσεις και οι έννοιες που χρησιμοποιούνται από τη Σύμβαση (επρόκειτο ακριβώς και στην υπόθεση εκείνη, για έννοια που χρησιμοποιεί το άρθρο 5, την έννοια του «τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή») πρέπει να θεωρηθεί ότι παραπέμπουν στους ουσιαστικούς κανόνες του δικαίου που έχει εφαρμογή δυνάμει των κανόνων ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του δικαστηρίου που επελήφθη πρώτο της υπόθεσης.
2)
Υπέρ του αυτόνομου χαρακτήρα των εννοιών του άρθρου 5, περίπτωση 5, συνηγορούν, αντιστρόφως, οι εξής σκέψεις:
Ακόμα και αν το εσωτερικό δίκαιο του επιληφθέντος δικαστηρίου ή το εφαρμοστέο στην κύρια σχέση ιδιωτικό διεθνές δίκαιο εξαρτούν τη δικαιοδοσία από κριτήρια που πολύ ή λίγο ταυτίζονται με τα κριτήρια του άρθρου 5, περίπτωση 5 της Σύμβασης, είναι ελάχιστα πιθανό η τρέχουσα ερμηνεία των κριτηρίων αυτών από το εν λόγω εθνικό δικαστήριο να ενδείκνυται για τις υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης.
Στην απόφαση DE BLOOS της 6ης Οκτωβρίου 1976 (RECUEIL σ. 1497), το ίδιο το Δικαστήριο άρχισε να ερμηνεύει τις έννοιες του άρθρου 5, περίπτωση 5 κατά τρόπο ενιαίο και αυτόνομο κατά την αναζήτηση του περιεχόμενου της εννοίας του «υποκαταστήματος». Το προηγούμενο αυτό δεν μου φαίνεται, ωστόσο, αποφασιστικό καθαυτό, διότι η αρχή ορισμού που δόθηκε στην απόφαση αυτή έχει καθαρώς αρνητικό χαρακτήρα, διατυπώθηκε δε στο πλαίσιο των εσωτερικών σχέσεων μεταξύ εκδοχέα και εκχωρητή αποκλειστικού δικαιώματος πωλήσεως.
Λίγο αργότερα, στις 14 Οκτωβρίου 1976, στην υπόθεση LUFTTRANSPORTUNTER-NEHMEN (RECUEIL σ. 1541), το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια των «αστικών και εμπορικών υποθέσεων» του άρθρου 1 της Σύμβασης δεν μπορεί να ερμηνευτεί αποκλειστικά και μόνο βάσει του επιμερισμού των δικαιοδοσιών μεταξύ των διαφόρων δι-καιοδοτικών οργάνων που υφίστανται σε ορισμένα κράτη και ότι, επομένως, η υπό εξέταση έννοια έπρεπε να θεωρηθεί ως έννοια αυτόνομη, η οποία πρέπει να ερμηνευτεί με αναφορά, αφενός μεν, στους σκοπούς και στο σύστημα της Σύμβασης, αφετέρου δε, στις γενικές αρχές που συνάγονται από το σύνολο των συστημάτων των εθνικών δικαίων.
Στις 14 Ιουλίου 1977, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις BAVARIA FLUGGESELLS-CHAFT SCHWABE και GERMANAIR BEDARFSLUFTFAHRT (RECUEIL σ. 1518), το Δικαστήριο ανέφερε ότι την ερμηνευτική του μέθοδο ενέπνευσε η μέριμνα να διασφαλιστεί, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, η ισότητα και η ομοιομορφία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Σύμβαση για τα συμβαλλόμενα κράτη και τους ενδιαφερόμενους ιδιώτες και ότι η αρχή της ασφαλείας του δικαίου στην κοινοτική έννομη τάξη και οι σκοποί που επιδιώκει η Σύμβαση δυνάμει του άρθρου 220 της Συνθήκης, στο οποίο θεμελιώνεται, απαιτούν ομοιόμορφη σε όλα τα κράτη μέλη εφαρμογή των νομικών εννοιών και χαρακτηρισμών που συνάγει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της Σύμβασης.
Στην υπόθεση INDUSTRIAL DIAMOND SUPPLIES, το Δικαστήριο έκρινε στις 22 Νοεμβρίου 1977 (RECUEL σ. 2176), ότι αν η έννοια «τακτικό ένδικο μέσο» ερμηνευθεί με παραπομπή σε ένα εθνικό σύστημα δικαίου — είτε αυτό είναι το σύστημα του κράτους προελεύσεως είτε του κράτους αναγνωρίσεως ή εκτελέσεως — θα συνεπαγόταν σε ορισμένες περιπτώσεις την αδυναμία χαρακτηρισμού, με τον απαιτούμενο βαθμό βεβαιότητας, ενός συγκεκριμένου ένδικου μέσου ενόψει των άρθρων 30 και 38 της Σύμβασης και ότι η ερμηνεία της εννοίας του «τακτικού ένδικου μέσου» δεν μπορεί να επιχειρηθεί λυσιτελώς παρά μόνο στο πλαίσιο της Σύμβασης.
Τέλος, το Δικαστήριο ακολούθησε την ίδια συλλογιστική στην απόφαση της 21ης Ιουνίου 1978, στην υπόθεση BERTRAND, που αφορούσε την «πώληση ενσωμάτων κινητών πραγμάτων επί πιστώσει».
Βάσει των προηγουμένων πιστεύω, επομένως, ότι η δικαιοδοσία «ως προς διαφορές σχετικές με την εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκαταστάσεως», πρέπει να προσδιορίζεται αυτονόμως, με γνώμονα δηλαδή τους σκοπούς και το σύστημα της Σύμβασης του 1968, καθώς και τις γενικές αρχές που συνάγονται από τις εθνικές έννομες τάξεις.
Αυτή η «αυτόνομη» ερμηνεία πρέπει να εμπνέεται από τα δίκαια και τις νομολογίες των συμβαλλομένων στη Σύμβαση κρατών μελών ως προς τις συνέπειες από άποψη δωσιδικίας, εννοιών του υποκαταστήματος, του πρακτορείου ή της εγκαταστάσεως, καθώς και από τις εθνικές νομολογίες ως προς το θέμα της δωσιδικίας των δευτερευουσών εγκαταστάσεων των νομικών προσώπων, που προβλέπονται σε ορισμένες διμερείς συμβάσεις, οι οποίες έχουν συναφθεί μεταξύ των κρατών μελών πριν από τη Σύμβαση των Βρυξελλών.
Οι διμερείς αυτές συμβάσεις αναγνωρίζουν τον εν λόγω σύνδεσμο είτε βάσει αμέσως από το νόμο καθοριζόμενης δωσιδικίας είτε βάσει εμμέσως με τον ορισμό αντικλήτου καθιερούμενης δωσιδικίας. Δύναται, επομένως, να λεχθεί ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών «κωδικοποίησε» και μετέτρεψε σε πολυμερείς τις διμερείς διατάξεις, χωρίς, όμως, να ενοποιήσει τις διάφορες νομολογίες που αφορούν την εφαρμογή τους.
Αμεσος πρόδρομος του άρθρου 5, περίπτωση 5, της Σύμβασης των Βρυξελλών φαίνεται, έτσι, να είναι το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο δ, της γερμανο-ολλανδικής σύμβασης της 30ής Αυγούστου 1962, το οποίο ορίζει:
«Η δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους όπου εκδόθηκε η απόφαση αναγνωρίζεται, κατά την έννοια της παρούσας Σύμβασης:
(…) αν, στο κράτος που εκδόθηκε η απόφαση, ο εναγόμενος έχει εναχθεί στον τόπο της εμπορικής του εγκατάστασης ή υποκαταστήματος για διαφορές που αφορούν την εκμετάλλευση της εν λόγω εγκατάστασης ή υποκαταστήματος.»
Πρέπει όμως, να παρατηρηθεί ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών εισάγει με το άρθρο 5, περίπτωση 5, κριτήριο συνδέσμου με άμεση δωσιδικία στη θέση έμμεσης δωσιδικίας που ίσχυε στο πλαίσιο της αναγνώρισης και της εκτέλεσης και ως τεκμήριο διορισμού αντικλήτου.
Ακολουθώντας πάντα την ίδια γραμμή σκέψεως προτείνω να δοθεί και στο ερώτημα 1, β αρνητική απάντηση, διότι η προσφυγή σε νομικό χαρακτηρισμό βάσει του εφαρμοστέου στην κύρια σχέση δικαίου, σε διαφορά που φέρεται ενώπιον εθνικού δικαστηρίου, θα κατέληγε τελικά σε παραπομπή σε εθνικούς νόμους, οι οποίοι πιθανότατα διαφέρουν μεταξύ τους.
III —
Στην περίπτωση που η δικαιοδοσία ως προς διαφορές που ανάγονται στην εκμετάλλευση υποκαταστήματος, πρακτορείου ή κάθε άλλης εγκαταστάσεως θα έπρεπε να προσδιορίζεται κατά τρόπο αυτόνομο, το εθνικό δικαστήριο ερωτά, με το δεύτερο ερώτημά του, ποια ερμηνευτικά κριτήρια πρέπει να εφαρμοστούν για τις έννοιες του «υποκαταστήματος» και του «πρακτορείου» ενόψει της αυτονομίας της λήψεως αποφάσεων (ιδίως κατά τη σύναψη εμπορικών συμβάσεων) και της έκτασης των υλικών εγκαταστάσεων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αίτηση δεν αφορά την έννοια της «εγκαταστάσεως», μου φαίνεται, όμως, αναγκαίο να την περιλάβω στην εξέτασή μου.
Δύο παρατηρήσεις θα με καθοδηγήσουν στην προσπάθεια αυτή. Πρώτον, όποιος και αν είναι ο επιλεγείς σύνδεσμος, οι έννοιες που αναφέρονται στο τμήμα 2 της Σύμβασης («ειδικές δωσιδικίες») και ειδικότερα στο άρθρο 5, περίπτωση 5, πρέπει να ερμηνεύονται στενώς, διότι, δεν πρέπει να λησμονείται ότι υπάρχει μια άλλη γενική βάση δωσιδικίας, δηλαδή η κατοικία του εναγόμενου (άρθρου 2). Αυτός ο κανόνας συνάγεται από την απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Νοεμβρίου 1976 στην υπόθεση BIER (RECUEIL σ. 1735).
Δεύτερον, είναι δυσχερές να προσδιοριστούν κατά γενικό τρόπο τα χαρακτηριστικά της εγκατάστασης ή του πρακτορείου στα οποία έχει εφαρμογή η δωσιδικία του άρθρου 5, περίπτωση 5. Ενώ η έννοια του υποκαταστήματος έχει σχετικώς σαφή όρια, οι έννοιες του πρακτορείου ή της εγκατάστασης συνδέονται τις περισσότερες φορές με πραγματικά ζητήματα, τα οποία στις εθνικές νομολογίες αφήνονται κατά κανόνα στην κυρίαρχη κρίση του δικαστή της ουσίας. Συνεπώς, ακόμα και αν κριθεί ότι οι έννοιες του άρθρου 5, περίπτωση 5, έχουν αυτόνομο περιεχόμενο, είναι αναπόφευκτο ότι, για τον προσδιορισμό του περιεχομένου τους θα πρέπει να διευκρινιστούν πραγματικά περιστατικά, έργο που προσιδιάζει στον εθνικό δικαστή.
1)
Το ερώτημα αφορά την έννοια της «εκμετάλλευσης» εξίσου αν όχι περισσότερο από ό, τι αφορά την έννοια του υποκαταστήματος, του πρακτορείου ή της εγκατάστασης. Πρέπει, επομένως, να πρόκειται για διαφορά που ανάγεται στην εκμετάλλευση μιας από τις οντότητες αυτές και όχι για διαφορά με αντικείμενο που ανάγεται μόνο στη δραστηριότητα της μητρικής επιχείρησης ή που συγχέεται με αυτήν. Με άλλα λόγια, η αλλοδαπή εμπορική εταιρία πρέπει να εκμεταλλεύεται το αντικείμενό της στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία και η εν λόγω οντότητα πρέπει να είναι σε θέση να αναπτύσσει εκεί ιδία δραστηριότητα, διακρινόμενη από τη δραστηριότητα της μητρικής επιχείρησης, χωρίς όμως γι' αυτό και να έχει νομική προσωπικότητα.
Η Σύμβαση εμφανίζει αξιοσημείωτη έλλειψη τυπικότητας αναφέρει όχι μόνο το υποκατάστημα ή το πρακτορείο, που δεν έχουν ποτέ νομική προσωπικότητα, αν και υπάγονται — τουλάχιστον το υποκατάστημα — σε αρκετά σαφές νομικό καθεστώς, αλλά επίσης και για «κάθε άλλη» εγκατάσταση.
Το κοινό χαρακτηριστικό των εννοιών στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 5, περίπτωση 5 είναι, επομένως, ότι πρόκειται για οντότητες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα· πρέπει να σημειωθεί ιδιαιτέρως ότι το άρθρο δεν αναφέρει τη θυγατρική μιας επιχείρησης, για τον απλούστατο λόγο ότι η θυγατρική εταιρία έχει νομική προσωπικότητα και μπορεί, επομένως, να εναχθεί ενώπιον των δικαστηρίων του τόπου όπου είναι εγκατεστημένη.
Κατά συνέπεια, για να υφίσταται εκμετάλλευση, πρέπει η εταιρία να έχει στην αλ λοδαπή επαρκούς εκτάσεως υλικές εγκαταστάσεις, βιομηχανικές ή εμπορικές. Ορισμένα κριτήρια που καθιερώνονται από τη Σύμβαση της 29ης Φεβρουαρίου 1968 περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των εταιριών και των νομικών προσώπων θα μπορούσαν να εφαρμοστούν κατ' αναλογία εν προκειμένω, μετά τις αναγκαίες προσαρμογές, μολονότι η Σύμβαση αυτή έχει διαφορετικούς στόχους και δεν έχει ακόμα τεθεί σε ισχύ . για να αναγνωριστεί μια εταιρία ή ένα νομικό πρόσωπο πρέπει (άρθρο 3) να έχει σοβαρό δεσμό με την οικονομία ενός από τα εδάφη στα οποία εκτείνεται το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης· η οικεία εταιρία ή το νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει ότι άσκησε πράγματι τη δραστηριότητά του επί εύλογο χρονικό διάστημα στο συμβαλλόμενο κράτος σύμφωνα προς το δίκαιο δυνάμει του οποίου έχει συσταθεί (άρθρο 4).
2)
Αν και η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 5, περίπτωση 5, πρέπει να έχει μια κάποια αυτονομία κατά τη λήψη αποφάσεων και ιδίως να έχει την εξουσία να συνάπτει εμπορικές συναλλαγές για λογαριασμό της μητρικής επιχείρησης, πρέπει εντούτοις να υπόκειται στον έλεγχο και τη διεύθυνσή της.
Το Δικαστήριο καθιέρωσε την αρχή αυτή στην απόφαση DE BLOOS, που ανέφερα προηγουμένως.
«Ένα από τα ουσιώδη στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις έννοιες του υποκαταστήματος και του πρακτορείου είναι το γεγονός ότι υπόκεινται στην διεύθυνση και στον έλεγχο της μητρικής επιχείρησης.» (σκέψη 20)
Το Δικαστήριο επεξέτεινε το κριτήριο αυτό στην έννοια της εγκατάστασης:
«Όσον αφορά την έννοια της “εγκατάστασης” που αναφέρεται στο ίδιο άρθρο, τόσο από τους σκοπούς όσο και από το γράμμα της εν λόγω διάταξης συνάγεται ότι η έννοια αυτή χαρακτηρίζεται κατά το πνεύμα της Σύμβασης, από τα ίδια βασικά στοιχεία από τα οποία χαρακτηρίζονται και οι έννοιες του υποκαταστήματος ή του πρακτορείου.» (σκέψη 21)
Δεν μπορεί, ωστόσο, αυτομάτως να συναχθεί A CONTRARIO το συμπέρασμα ότι, στις σχέσεις με τρίτους, η οποιαδήποτε «αντιπροσωπεία» που δεσμεύεται από τις εντολές της μητρικής επιχείρησης δεν μπορεί νά χαρακτηρισθεί παρά μόνο ως υποκατάστημα ή πρακτορείο.
Τίθεται εδώ ένα λεπτό ζήτημα βάρους αποδείξεως . ποιον βαρύνει η απόδειξη της ύπαρξης αυτού του ελέγχου και αυτής της διεύθυνσης από τη μητρική επιχείρηση; Απαιτείται αυτός ο έλεγχος και αυτή η διεύθυνση να συνάγονται από καταστατικές διατάξεις που διέπουν τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ της μητρικής επιχείρησης και της εξαρτώμενης οντότητας, κατά τρόπον ώστε, η δεύτερη να έχει νομικώς την ικανότητα να δεσμεύει την πρώτη, ή είναι αρκετό το ότι η συμπεριφορά του υποκαταστήματος, του πρακτορείου ή της εγκατάστασης δημιουργούν στους τρίτους την εντύπωση ότι έχουν αυτή την εξουσία, ακόμα και όταν, από νομική άποψη, έχουν υπερβεί τα όρια της εντολής που τους δόθηκε; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό συμπλέκεται έτσι με την εξέταση του τρίτου ερωτήματος που υπέβαλε ο εθνικός δικαστής.
IV —
Είμαι της γνώμης ότι, ενόψει του ειδικού χαρακτήρα της δωσιδικίας του άρθρου 5, περίπτωση 5, πρέπει να διερευνηθεί η πραγματική κατάσταση πέρα από τα φαινόμενα και ότι τους τρίτους που επικαλούνται αυτή την εξαίρεση βαρύνει η απόδειξη του ότι η οντότητα την οποία θέλουν να εναγάγουν υπέκειτο πράγματι στον έλεγχο και στη διεύθυνση της μητρικής επιχείρησης και, ειδικότερα, ότι η εμπορική συναλλαγή στο πλαίσιο της οποίας ανέκυψε και η διαφορά εμπίπτει στα όρια αρμοδιότητας του υποκαταστήματος ή του πρακτορείου και είχε επαρκή σύνδεσμο με την εκμετάλλευση τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, βαρύνει την εταιρία του SAARLAND η απόδειξη ότι ο διαχειριστής του γραφείου της εταιρίας της Λωραίνης στο SAARLAND δεν αποτελούσε απλό εκτελεστικό όργανο ή τεχνικό πράκτορα, αλλά ότι είχε την εξουσία να προβεί στη σύναψη της εμπορικής σύμβασης και ότι οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν πράγματι από τον αντιπρόσωπο αυτόν και όχι από την έδρα της εταιρίας.
Στο σημείο αυτό θα ήταν χρήσιμο να υπο-μνηστεί μία διάταξη της γαλλο-γερμανικής συνθήκης περί του SAAR, της 26ης Οκτωβρίου 1956, παρά το ότι η διάταξη αυτή καθιερώνει έμμεση μόνο δωσιδικία και δεν ισχύει πλέον. Πρόκειται για το άρθρο 46 της συνθήκης αυτής, το οποίο όριζε:
«Όταν γάλλος πολίτης έχει στο SAAR ή όταν πολίτης του SAAR έχει στη Γαλλία εγκατάσταση ή υποκατάστημα βιομηχανικής, εμπορικής ή άλλης φύσεως, μπορούν για διαφορές ως προς συμβάσεις που καταρτίστηκαν απευθείας από την εγκατάσταση ή το υποκατάστημα να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων της χώρας όπου βρίσκεται η εγκατάσταση ή το πρακτορείο.»
Υπ' αυτές τις συνθήκες, έχω τη γνώμη ότι πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα περί φαινομενικής καταστάσεως στην οποία αναφέρεται ο εθνικός δικαστής στο τελευταίο του ερώτημα. Δεν γνωρίζω επακριβώς σε ποιο βαθμό γίνεται δεκτή η θεωρία αυτή στο γερμανικό δίκαιο όσον αφορά τις απλές εγκαταστάσεις, αλλά, και αν ακόμα γίνει δεκτό ότι το πρόβλημα των «πρακτικών συνεπειών» της φαινομενικής κατάστασης δεν αποτελεί ιδιομορφία του δικαίου αυτού, μου φαίνεται αμφίβολο ότι αποτελεί μέρος της έννομης τάξης όλων των κρατών μελών που έχουν συμβληθεί με τη Σύμβαση. Υπεράνω όλων, η αποδοχή ενός τέτοιου κριτηρίου θα άνοιγε την οδό σε κάθε είδους ερμηνεία και θα «εθνι κοποιούσε» κατά τρόπον τινά, ένα νομικό χαρακτηρισμό, ο οποίος υποτίθεται ότι πρέπει να ερμηνεύεται αυτόνομα. Πιστεύω ότι, ένδειξη προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί και το γεγονός ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου οι εντυπώσεις που δημιουργούνται από τη συμπεριφορά ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη σε μία σύμβαση, δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη ρητή παρέκταση της διεθνούς δωσιδικίας που προβλέπει το άρθρο 17 της Σύμβασης (ESTASI, 14 Δεκεμβρίου 1976, RECUEIL σ. 1832, και SEGOURA, με ίδια ημερομηνία, RECUEIL σ. 1852).
Προτείνω να αποφανθεί το Δικαστήριο ότι σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, για τους σκοπούς του άρθρου 5, περίπτωση 5, της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968, είναι αρκετό η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο αυτό να έχει συνάψει απευθείας τη σύμβαση στην οποία στηρίζεται η απαίτηση.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy