ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRI MAYRAS
της 14ης Δεκεμβρίου 1978 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
I —
Ας μου επιτραπεί να αναπτύξω από κοινού τις προτάσεις μου επί των δύο αυτών υποθέσεων: πρόκειται για ερωτήματα που υποβλήθηκαν από το ίδιο Δικαστήριο, που ανέκυψαν στο πλαίσιο δικών όπου αντιδικεί η ίδια εταιρία με την ίδια διοίκηση, συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια της αυτής προφορικής διαδικασίας και, τέλος, αναφέρονται στο αυτό εθνικό σύστημα.
Είναι η πρώτη φορά, καθόσον γνωρίζω, που το Δικαστήριο καλείται να επιληφθεί των ρυθμίσεων οικονομικού χαρακτήρα που διέπουν την αλκοόλη στη Γαλλία. δεν τίθεται, ωστόσο, θέμα εξαντλητικής αναλύσεως, στο πλαίσιο των παρουσών υποθέσεων με αντικείμενο την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων, των άκρως τεχνικών διατάξεων των εν λόγω ρυθμίσεων, καθόσον μάλιστα η γαλλική Κυβέρνηση ούτε υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις ούτε ανέπτυξε προφορικές παρατηρήσεις στη δεύτερη υπόθεση (119/78).
Η διαχείριση του εν λόγω συστήματος έχει ανατεθεί στον οργανισμό service des alcools, μέσω του οποίου το κράτος «ελέγχει, διευθύνει ή επηρεάζει αισθητά, άμεσα ή έμμεσα, τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές μεταξύ των κρατών μελών» (άρθρο 37, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ)· αποτελεί «κρατικό μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα» κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου της ιδίας παραγράφου.
Το καθεστώς αυτό επιδεχόταν προφανώς — και ακόμη επιδέχεται — τροποποιήσεις στα πλαίσια των διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το μονοπώλιο που έχει παραχωρηθεί στο κράτος δεν αφορά — σε αντίθεση προς ό, τι συμβαίνει με τα καπνά — την παρασκευή των οινοπνευματωδών αλλά την αγορά και την πώληση ορισμένων οινοπνευματωδών με τον τρόπο αυτό, η παραγωγή ελέγχεται και ρυθμίζεται. το ίδιο το κράτος δεν παράγει αιθυλική αλκοόλη, αλλά υποχρεώνει τους παραγωγούς να διαθέτουν σ' αυτό την παραγωγή τους υπό ορισμένους όρους. σε αντάλλαγμα, το μονοπώλιο καταβάλλει στους παραγωγούς τη λεγόμενη τιμή «αναλήψεως της ευθύνης διαθέσεως», η οποία υπολογίζεται με αναφορά στη βασική τιμή που καθορίζει η διοίκηση του μονοπωλίου κατά τρόπο που να καλύπτει το μεσο κόστος παραγωγής ενός εκατολίτρου οινοπνεύματος.
Για ορισμένες αλκοόλες ισχύει αποκλειστικό δικαίωμα υπέρ του κράτους και δεν μπορούν να αγοραστούν παρά μόνο από αυτό: πρόκειται γενικά για ανακαθορισμένες αλκοόλες υψηλού αλκοολικού τίτλου, για βιομηχανικές και συνθετικές αλκοόλες, για αλκοόλες από σταφύλια, από μήλα και αχλάδια άλλες από αυτές που παρασκευάζονται από τους αποσταγματοποιούς ή που έχουν ελεγχόμενη ή ρυθμιζόμενη ονομασία προελεύσεως. Υφίσταται, επομένως, υποχρέωση διαθέσεως της παραγωγής ορισμένων μη καταναλώσιμων αλκοολών στο κράτος, υποχρέωση η οποία ισοδυναμεί με μονοπώλιο παραγωγής.
Το καθεστώς αυτό διέπεται από το άρθρο 358 του Code général des impôts (Γενικού Φορολογικού Κώδικα), το οποίο ανατρέχει σε ένα νόμο της 13ης Ιανουαρίου 1941 και αποτελεί μία από τις διατάξεις που ενδιαφέρουν το παραπέμπον εθνικό δικαστήριο. Ορίζει τα εξής:
«Διατίθεται υποχρεωτικά στο κράτος, εκπροσωπούμενο από το Service des alcools, η παραγωγή των αιθυλικών αλκοολών με εξαίρεση:
1)
τα αποστάγματα τα οποία δεν έχουν το χαρακτήρα ανακαθορισμένων οινοπνευματωδών:
α)
που παρασκευάζονται από τους αποσταγματοποιούς ή για λογαριασμό τους εντός των επιτρεπομένων ορίων
β)
που λαμβάνονται από την απόσταξη νωπών φρούτων πλην των μήλων, αχλαδιών και σταφυλιών ή των υποπροϊόντων τους·
γ)
που κέκτηνται δικαίωμα ελεγχομένης ή ρυθμιζομένης ονομασίας προελεύσεως·
2)
τα τζην…»
Ο Οργανισμός Οινοπνευματωδών αγοράζει τις υπαγόμενες στο κρατικό μονοπώλιο αλκοόλες εντός των ορίων ορισμένων ποσοστώσεων σε τιμές που καθορίζονται με υπουργική απόφαση. Το μονοπώλιο εκτείνεται επίσης στην πώληση των τελούντων υπό το καθεστώς του μονοπωλίου οινοπνευματωδών τα οποία ο Οργανισμός Οινοπνευματωδών μεταπωλεί χωρίς επεξεργασία ή μετά από ανακαθαρισμό. Για την εφαρμογή του εν λόγω συστήματος θεσπίστηκαν ρυθμίσεις που διέπουν την παραγωγή και τη μεταφορά οινοπνεύματος, ενώ οι επιχειρήσεις που παράγουν οινοπνευματώδη και είναι δυνατόν να υπάγονται στο μονοπώλιο υπόκεινται στην εποπτεία των υπηρεσιών έμμεσης φορολογίας (contributions indirectes).
Ωστόσο, με ειδική απόφαση του Οργανισμού Οινοπνευματωδών, είναι δυνατή η ελεύθερη διάθεση ορισμένων οινοπνευματωδών υπό την επιφύλαξη που θα αναφερθεί στη συνέχεια. Πρόκειται ιδίως για τα αποστάγματα με ελεγχομένη ή ρυθμιζομένη ονομασία προελεύσεως και για τα αποστάγματα που προέρχονται από την απόσταξη νωπών φρούτων (μήλων, αχλαδιών και σταφυλιών) ή των υποπροϊόντων τους: ενώ υφίσταται υποχρέωση διαθέσεως της παραγωγής ορισμένων οινοπνευματωδών καταναλώσιμων στην κατάσταση που βρίσκονται σε μία εγγυημένη τιμή και χωρίς δυνατότητα εκ νέου αγοράς, η εμπορία των εν λόγω αποσταγμάτων είναι ελεύθερη υπό τον όρο καταβολής ορισμένης επιβαρύνσεως.
Πέραν της απαγορεύσεως εισαγωγής καθαρών αλκοολών, η γαλλική ρύθμιση επιβάλλει απαγόρευση αποστάξεως «οποιασδήποτε εισαγομένης πρώτης ύλης, την οποία θεσπίζει το άρθρο 268 του παραρτήματος II του Γενικού Φορολογικού Κώδικα (CGI), νομοθέτημα εφαρμογής που περιέχεται στο διάταγμα 74-91 της 6ης Φεβρουαρίου 1974 (άρθρο 2) επί του οποίου γνωμοδότησε το Συμβούλιο Επικρατείας:
«Απαγορεύεται η απόσταξη οιασδήποτε εισαγομένης πρώτης ύλης, εξαιρουμένων των νωπών φρούτων πλην των μήλων, αχλαδιών ή σταφυλιών.»
Πρόκειται για τη δεύτερη διάταξη που ενδιαφέρει το εθνικό δικαστήριο.
Επί του παρόντος θα ασχοληθώ με το καθεστώς επιβαρύνσεως.
Πριν από το 1974, ο Κώδικας δεν προέβλεπε παρέκκλιση από την υποχρέωση διαθέσεως της παραγωγής στο κράτος, την οποία επέβαλλε το άρθρο 358. Ωστόσο, από την 1η Απριλίου 1974 και μέχρι την 29η Ιουλίου 1977, οι παραγωγοί πέτυχαν να τους επιτραπεί να παρακάμπτουν το μονοπώλιο παρασκευής του κράτους και να διατηρήσουν την ελεύθερη διάθεση ορισμένων αποσταγμάτων, υπό την προϋπόθεση καταβολής ορισμένου ποσού.
Το διάταγμα της 6ης Φεβρουαρίου 1974 εισήγαγε πράγματι το άρθρο 269 στο παράρτημα II του Κώδικα, το οποίο έχει ως εξής:
«Ο Οργανισμός Οινοπνευματωδών μπορεί να επιτρέψει στους παραγωγούς, κατόπιν αιτήσεως τους, την ελεύθερη διάθεση ορισμένων αλκοολών που υπόκεινται σε κρατικό μονοπώλιο, έναντι καταβολής ορισμένου ποσού του οποίου το ύψος δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διαφορά μεταξύ της ανωτάτης τιμής των αλκοολών που υπάγονται στο κρατικό μονοπώλιο και της κατωτάτης τιμής αγοράς των αλκοολών αγροτικής προελεύσεως που παρήχθησαν εντός του πλαισίου των ποσοστώσεων κατά τη διάρκεια της προηγουμένης περιόδου…»
Η εν λόγω διάταξη αντικαταστάθηκε, δυνάμει του διατάγματος της 25ης Ιουλίου 1977, με ισχύ από 29 Ιουλίου 1977, από τις ακόλουθες διατάξεις:
«Ο Οργανισμός Οινοπνευματωδών μπορεί να επιτρέψει στους παραγωγούς, κατόπιν αιτήσεώς τους, να διαθέτουν ελεύθερα αλκοόλες υπαγόμενες στο κρατικό μονοπώλιο, έναντι καταβολής ορισμένου ποσού του οποίου το ύψος δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διαφορά μεταξύ της ανωτάτης τιμής πωλήσεως των αλκοολών που υπάγονται στο κρατικό μονοπώλιο και της κατωτάτης τιμής των ιδίων αλκοολών η οποία εισπράχθηκε κατά τη διάρκεια της προηγουμένης περιόδου. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται επίσης επί των εισαγωγέων των ιδίων αλκοολών που παράγονται και προέρχονται από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή προέρχονται από τρίτες χώρες και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε ένα από τα εν λόγω κράτη μέλη.»
Κατά το άρθρο 2 της αποφάσεως της 25ης Ιουλίου 1977, περί καθορισμού τιμών πωλήσεων των αλκοολών που υπάγονται σε κρατικό μονοπώλιο:
«Οι κανονικές τιμές πωλήσεων των αλκοολών που υπάγονται στο κρατικό μονοπώλιο… συντίθεται από μία βασική τιμή και από ένα συμπληρωματικό ποσό ίσο προς την επιβάρυνση που προβλέπεται από το άρθρο 269 του παραρτήματος II του Γενικού Φορολογικού Κώδικα.»
Έτσι, η δυνατότητα εκ νέου αγοράς επεκτάθηκε σε όλες τις υποκείμενες στο μονοπώλιο αλκοόλες: οι παραγωγοί αιθυλικής αλκοόλης μπορούν να διαθέτουν ελεύθερα, χωρίς προηγούμενη άδεια, την παραγωγή τους, έναντι καταβολής της επιβαρύνσεως. Είναι προφανές ότι ο διακανονισμός αυτός έγινε με σκοπό τη συμμόρφωση προς τις διατάξεις του άρθρου 37 της Συνθήκης ΕΟΚ.
II —
Οι δύο κύριες δίκες, στα πλαίσια των οποίων έγιναν οι παρούσες παραπομπές για την έκδοση προδικαστικών αποφάσεων του Tribunal de grande instance de Lure, κινήθηκαν υπό τις ακόλουθες συνθήκες: η ανώνυμη εταιρία Distilleries Peureux δεν είναι «αποσταγματοποιός»: εκμεταλλεύεται στη Fougerolles μία σημαντική βιομηχανία με κύριο αντικείμενο την παραγωγή αλκοολών από φρούτα ·υπόκειται στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του ειδικού καθεστώτος που διέπει τις «επιχειρήσεις βιομηχανικής αποστάξεως φρούτων με πυρήνα και διαβροχής φρούτων με πυρήνα». Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποιεί είτε πρώτες ύλες γαλλικής προελεύσεως ή φρούτα διαβρεγμένα σε αλκοόλη προερχόμενα από κράτη της Κοινότητας ή άλλες χώρες.
Η εταιρία Peureux συγχρόνως εισάγει, παρασκευάζει και εξάγει αποστάγματα αχλαδιών τύπου William.
Φαίνεται ότι το εν λόγω προϊόν έλκει την ονομασία του από το όνομα «Bon-Chrétien Williams», ποικιλία αχλαδιάς που δίνει επιτραπέζια φρούτα, που φύεται στην Αγγλία και που πρέπει να εμβολιάζεται. Δεν είναι προφανής η σχέση μεταξύ του φρούτου αυτού και του «αποστάγματος αχλαδιού», εφόσον το ποτό αυτό, σε αντίθεση προς τον απίτη, παρασκευάζεται από αχλάδια άγρια και στυφά, εκτός εάν η ονομασία «απόσταγμα αχλαδιού William» οφείλεται στο γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις στο ποτό αυτό έχει εμβαπτισθεί ένα «αχλάδι Williams».
Στο εμπόριο, κυκλοφορούν ιδίως οι ακόλουθες ποικιλίες εμφιαλωμένων ποτών: William Pear 45o«La Duchesse», William Pear «Grundbacher», William Pear 45o«Klosterwald», Poire Williamine 43o«Morand», ελβετικό προϊόν.
To απόσταγμα αχλαδιού με αλκοολικό τίτλο άνω των 57o παρασκευάζεται κυρίως στην Ιταλία. Στη χώρα αυτή, η βιομηχανία αποστάξεως L. Psenner de Termeno (Bolzano) παρασκευάζει και εμπορεύεται το «εκλεκτό απόσταγμα αχλαδιού Williams» 40o σε φιάλες των 0,75 λίτρων και ένα «απόσταγμα αχλαδιού Williams» 40o σε φιάλες του 0,50 λίτρου, το οποίο περιέχει ένα νωπό αχλάδι.
Πρόκειται, όπως φαίνεται, για απλές ή φανταχτερές ονομασίες οι οποίες, στη Γαλλία τουλάχιστον δεν έχουν καμία σχέση με τα αποστάγματα του φρούτου αυτού που παρασκευάζονται με παραδοσιακό τρόπο από οικοτεχνίες σε ορισμένες περιοχές της Ανατολικής Γαλλίας. Δεν υπάρχει, γενικά, ονομασία προελεύσεως για το «αχλάδι William ή Williams» στη Γαλλία· μόνον ορισμένα ιδιοσκευάσματα της Αλσατίας υπάγονται στην κατηγορία αυτή.
Πράγματι, στο γαλλικό δίκαιο η ονομασία «απόσταγμα αχλαδιού» χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό χρησιμοποιείται για το απόσταγμα που προέρχεται αποκλειστικά από την αλκοολική ζύμωση και την απόσταξη του φρούτου αυτού. Το δικαίωμα επί της ονομασίας αυτής χάνεται για το εν λόγω οινοπνευματώδες όταν, μετά από ανακαθορισμό που ακολουθεί την απόσταξη, χάνει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του.
Ωστόσο, η ονομασία αυτή μπορεί να χρησιμοποιείται για το μίγμα διαφόρων αποσταγμάτων μεταξύ τους και με οινοπνευματώδη από φρούτα ή με βιομηχανική αλκοόλη, υπό την προϋπόθεση ότι η χρησιμοποιούμενη για το μίγμα ονομασία θα συνοδεύεται από κάποιο διακριτικό γνώρισμα που να διαφοροποιεί το μίγμα αυτό από το απόσταγμα του οποίου χρησιμοποιείται η ονομασία.
Δεν υπάρχει κοινοτικός ορισμός αυτού που πρέπει να νοείται ως «απόσταγμα αχλαδιού». Ωστόσο, κατά την πρόταση κανονισμού της Επιτροπής περί κοινής οργανώσεως της αγοράς της αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως και συμπληρωματικών διατάξεων για την αιθυλική αλκοόλη μη γεωργικής προελεύσεως καθώς και για ορισμένα προϊόντα που περιέχουν αλκοόλη, η οποία υποβλήθηκε στο Συμβούλιο στις 6 Μαρτίου 1972, το απόσταγμα φρούτων με πυρήνα είναι το απόσταγμα εκείνο που λαμβάνεται αποκλειστικά με απόσταξη γλεύκους των φρούτων αυτών που έχει υποστεί ζύμωση, το οποίο κατά την έξοδο από τα μηχανήματα αποστάξεως παρουσιάζει ανώτατο βαθμό 80o GL και ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που περιέχονται στον πίνακα των αναλυτικών προδιαγραφών. Ο ορισμός αυτός δεν περιλήφθηκε στην τροποποιημένη πρόταση κανονισμού της Επιτροπής περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως και συμπληρωματικών διατάξεων για ορισμένα προϊόντα που περιέχουν αιθυλική αλκοόλη, η οποία υποβλήθηκε στο Συμβούλιο στις 7 Δεκεμβρίου 1976.
Η εταιρία Peureux, εξάλλου, προέβη το 1976, στην απόσταξη «πορτοκαλιών διατηρημένων σε αλκοόλη» που, όπως φαίνεται εισήγαγε από την Ιταλία ως υπαγόμενα στην κλάση 20.06 Β I του κοινού δασμολογίου. Δεν γνωρίζω ακριβώς με ποια μορφή και ονομασία επρόκειτο να προβληθεί και να κυκλοφορήσει στην αγορά το προϊόν αυτό.
Κατά τις παρατηρήσεις της, η εταιρία Peureux σκόπευε να παρασκευάσει ένα ηδύποτο «τύπου Cointreau». Όπως γνωρίζετε, κύριοι δικαστές, το αυθεντικό Cointreau παρασκευάζεται στην Angers. Όταν η εταιρία ζήτησε από την αρμόδια διεύθυνση των φορολογικών υπηρεσιών (administration des contributions indirectes) να βεβαιώσει το δικαίωμά της χρήσεως της ονομασίας αυτής, η εν λόγω διεύθυνση της γνωστοποίησε, την 1η Μαρτίου 1977, ότι οι διατάξεις του άρθρου 268 του παραρτήματος II του CGI δεν επέτρεπε την απόσταξη της ουσίας αυτής στο γαλλικό έδαφος. Εν όψει του ότι επιβλήθηκε στην εταιρία, για την απόσταξη αυτή, η καταβολή του δεκαπλασίου του μη καταβληθέντος φόρου (ήτοι περισσότερο από 17 εκατομμύρια φράγκα), η εταιρία Peureux ζήτησε από το Tribunal de grande instance de Lure να ακυρώσει την απόφαση αυτή της διοικήσεως.
Περνώντας έτσι, κατά κάποιο τρόπο, στην αντεπίθεση, η εταιρία Peureux ενήγαγε, περαιτέρω, τη γαλλική διοίκηση ζητώντας την επιστροφή συνολικού ποσού 399435 φράγκων το οποίο κατέβαλε μεταξύ 6ης Φεβρουαρίου 1970 και 6ης Οκτωβρίου 1976 ως επιβάρυνση κατά την απόσταξη του αποστάγματος αχλαδιού Williams παρασκευής της, για το οποίο είχε ζητήσει και λάβει άδεια ελευθέρας διαθέσεως.
Αφού διαπίστωσε ότι η αγωγή της προσφεύγουσας είχε παραγραφεί για τα ποσά που καταβλήθηκαν πριν από την 31η Δεκεμβρίου 1974, το Tribunal de grande instance de Lure υπέβαλε στο Δικαστήριο το ερώτημα «αν η ύπαρξη μονοπωλίου υπέρ του γαλλικού κράτους για την παρασκευή ορισμένων αποσταγμάτων όπως το απόσταγμα αχλαδιού Williams, το οποίο συνεπάγεται την υπέρ του κράτους είσπραξη ορισμένου ποσού έναντι ανακτήσεως του δικαιώματος διαθέσεως συμβιβάζεται, με-τά την 1η Ιανουαρίου 1975 ή κάποια μεταγενέστερη ημερομηνία, προς τις διατάξεις του άρθρου 37 της Συνθήκης της Ρώμης η οποία απαγορεύει οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ως προς τις εισαγωγές και εξαγωγές» (υπόθεση 86/78).
Το ίδιο δικαστήριο ερωτά, στο πλαίσιο της υποθέσεως 119/78, «αν η απαγόρευση αποστάξεως στη Γαλλία οιασδήποτε εισαγομένης πρώτης ύλης, με εξαίρεση τα νωπά φρούτα εκτός από τα μήλα, τα αχλάδια και τα σταφύλια (άρθρο 268 του παραρτήματος II του CGI) συμβιβάζεται προς τα άρθρα 10 και 37 ή οποιαδήποτε άλλη διάταξη της Συνθήκης της Ρώμης που έχει σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία και εμπορία των προϊόντων που προέρχονται από τρίτες χώρες ιδίως όσον αφορά την απόσταξη πορτοκαλιών που διαβρέχονται σε αλκοόλη προελεύσεως Ιταλίας».
Σε σχέση με τα δύο αυτά ερωτήματα, θα πρέπει επιπλέον να σημειωθεί:
1)
ότι, απαντώντας στις 19 Απριλίου 1978 σε ένα γραπτό ερώτημα, η Επιτροπή κατέστησε γνωστό ότι η εξέταση των κανονιστικών ρυθμίσεων που στηρίζονται στο διάταγμα 77-842 της 25ης Ιουλίου 1977 — οι οποίες, εξάλλου, θα έπρεπε να καταστούν αντικείμενο και νομοθετικών μέτρων — συνεχιζόταν ακόμη. Δεν γνωρίζω σε ποιο στάδιο βρίσκεται η εξέταση αυτή·
2)
ότι, η απαγόρευση αποστάξεως πορτοκαλιών εμβαπτισμένων σε αλκοόλη αποτέλεσε, το Δεκέμβριο του 1977, το αντικείμενο τοποθετήσεως της Επιτροπής και ότι ελλείψει ικανοποιητικής απαντήσεως εκ μέρους της Γαλλικής Κυβερνήσεως, η Επιτροπή αποφάσισε, την άνοιξη του έτους αυτού, να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης. Στις προφορικές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή ανέφερε ότι, σε έγγραφο της 2ας Οκτωβρίου 1978, οι γαλλικές αρχές έδειξαν ότι είχαν επίγνωση της ανάγκης να προβούν στις κατάλληλες τροποποιήσεις νομοθετικού χαρακτήρα των σχετικών ρυθμίσεων και ότι προετοιμαζόταν ένα νομοσχέδιο.
III —
Προτού εξετασθούν οι επιπτώσεις του άρθρου 37 της Συνθήκης ΕΟΚ για τη γαλλική ρύθμιση η οποία θεσπίζει υποχρέωση παραχωρήσεως της παραγωγής στο μονοπώλιο, καθώς και το αντάλλαγμα για την εξαγορά της εν λόγω υποχρεώσεως που αποτελεί η προβλεπόμενη επιβάρυνση, και η οποία απαγορεύει την απόσταξη οιασδήποτε εισαγομένης πρώτης ύλης με εξαίρεση τα νωπά φρούτα εκτός από τα μήλα, τα αχλάδια ή τα σταφύλια, θα ήταν σκό πιμο να ερευνηθεί αν η διάταξη αυτή της Συνθήκης απαγορεύει αυτό που έχει επικρατήσει να αποκαλείται «διακρίσεις κατά την αντίστροφη έννοια» (δηλαδή εις βάρος των ημεδαπών), αφού η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης παραπονείται ότι είναι θύμα τέτοιας διακρίσεως στην πρώτη υπόθεση, και εάν το άρθρο 37 λειτουργεί ακόμη εν όψει καταστάσεων σαν αυτές των οποίων έχει επιληφθεί το εθνικό δικαστήριο στις δύο κύριες δίκες.
1.
Το άρθρο 7 απαγορεύει, εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης, κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας, με την επιφύλαξη των ηθικών διατάξεων που περιέχει η τελευταία.
Τίθεται, επομένως, το ερώτημα, εάν η Συνθήκη απαγορεύει γενικά αυτό που έχει επικρατήσει να αποκαλείται «διακρίσεις κατά την αντίστροφη έννοια».
Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να λάβει θέση επί του ζητήματος αυτού σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως. Στην απόφαση Kenny της 28ης Ιουνίου 1978, το Δικαστήριο έκρινε (σκέψη 18) ότι «απαγορεύοντας σε κάθε κράτος μέλος να εφαρμόζει, εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης, το δίκαιό του κατά διαφορετικό τρόπο ανάλογα με την ιθαγένεια, τα άρθρα 7 και 48 δεν αναφέρονται στις ενδεχόμενες διαφορές μεταχειρίσεως από ένα κράτος μέλος σε άλλο που είναι δυνατόν να οφείλονται στις υφιστάμενες διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών των διαφόρων κρατών μελών, εφόσον οι τελευταίες επηρεάζουν όλα τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και ανεξαρτήτων υπηκοότητος».
Εγώ ο ίδιος είχα θεωρήσει στις προτάσεις μου της υποθέσεως Thieffry (Recueil 1977, σ. 780) ότι το άρθρο 52 της Συνθήκης, που έχει σχέση με την ελευθερία εγκαταστάσεως, δεν συμβιβαζόταν με την ύπαρξη τέτοιων διακρίσεων και ο γενικός εισαγγελέας Reischl (υπόθεση Knoors, 115/78) καθώς και ο γενικός εισαγγελέας Warner (υπόθεση Auer, 136/78) υποστήριξαν, προχθές, την ίδια άποψη.
Όσον αφορά τον τομέα που ενδιαφέρει το εθνικό δικαστήριο, η απαγόρευση του άρθρου 7 συγκεκριμενοποιείται από τις διατάξεις του άρθρου 37, παράγραφος 1, και, επικουρικώς, του άρθρου 95. Όσον αφορά το άρθρο 37, παράγραφος 2, ο γενικός εισαγγελέας Dutheiller de Lamothe υποστήριξε, στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Cinzano (Recueil 1970, σ. 1105) ότι η εν λόγω διάταξη, «μολονότι απαγορεύει τη λήψη κάθε νέου μέτρου που ενέχει διάκριση εις βάρος των εισαγωγέων, δεν εμποδίζει την κατάργηση διακρίσεως που τυχόν υφίσταται εις βάρος ημεδαπών παραγωγών».
Ο γενικός εισαγγελέας Warner, εξάλλου, στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Manghera (Recueil 1976, σ. 108), διατύπωσε την άποψη ότι, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως του άρθρου 37 στο κεφάλαιο περί καταργήσεως των ποσοτικών περιορισμών στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, οι διακρίσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 37 «θα πρέπει να είναι οι διακρίσεις που γίνονται εις βάρος προϊόντων τα οποία παρασκευάζουν ή εμπορεύονται οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών».
Σχετικά με το άρθρο 95, το Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση επί της υποθέσεως Steinike της 22ας Μαρτίου 1977, ότι «το άρθρο 95 σκοπό έχει να καταργήσει τις διακρίσεις, άμεσες ή έμμεσες εις βάρος των εισαγομένων προϊόντων, όχι όμως και να δημιουργήσει υπέρ αυτών προνομιακό φορολογικό καθεστώς σε σχέση με τα εθνικά προϊόντα» (Recueil 1977, σκέψη 30, σ. 615).
Προσωπικά, κλίνω υπέρ της απόψεως ότι το άρθρο 37, εν όψει του ότι περιέχει τη φράση «να αποκλείεται, ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών», αναφέρεται μάλλον στις διακρίσεις επί της βάσει του γεωγραφικού τόπου παραγωγής, ανεξάρτητα από την εθνικότητα του προϊόντος. Πράγματι, οι διακρίσεις λόγω καταγωγής των προϊόντων δεν είναι λιγότερο επικριτέες από τις διακρίσεις λόγω ιθαγενείας των προσώπων που τα εμπορεύονται · και αν ακόμα μία διάκριση μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «καθαρά εθνική», δεν είναι απηλλαγμένη οιουδήποτε δεσμού με στοιχεία αλλοδαπότητος που τοποθετούνται σε άλλο κράτος μέλος· τίθεται, επομένως, σε κοινοτικό πλαίσιο. Θα πρέπει, ωστόσο, να προσθέσω, ευθύς αμέσως ότι η εξάλειψη διακρίσεων κατά την αντίστροφη έννοια δεν θα επιτευχθεί παρά μόνο στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως των αγορών ή με την προσέγγιση ή την εναρμόνιση των νομοθεσιών.
2. Θα προχωρήσω τώρα, στο ζήτημα, αν βρίσκει ακόμα εφαρμογή το άρθρο 37.
Στις γραπτές της παρατηρήσεις, η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη, την οποία ήδη υποστήριξε στην υπόθεση Hansen επί της οποίας το Δικαστήριο απεφάνθη με απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978 και όπως ακόμη υποστηρίζει σε μία δεύτερη υπόθεση Hansen, την 91/78, επί της οποίας το Δικαστήριο θα αποφανθεί προσεχώς, σύμφωνα με την οποία, από το τέλος της μεταβατικής περιόδου ΕΟΚ και μετά, δεν εφαρμόζεται πλέον το άρθρο 37 όσον αφορά όλα τα μέτρα που δεν έχουν σχέση με τα αποκλειστικά δικαιώματα των μονοπωλίων, αλλά τα άρθρα 12,30 έως 34,95 και, αν συντρέχει περίπτωση, 92. Επικουρικώς, υποστηρίζει ότι το άρθρο 37 δεν βρίσκει πλέον εφαρμογή επειδή το γαλλικό καθεστώς, εάν εξακολουθεί να αποτελεί μονοπώλιο παραγωγής, θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει τροποποιηθεί και δεν συνιστά πλέον μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου μετά από την έκδοση του διατάγματος 77-842 της 25ης Ιουλίου 1977. Το δικαίωμα παραγωγής αλκοόλης είναι το μόνο που εξακολουθεί να υπόκειται στο μονοπώλιο, υπό τον όρο ότι συμβιβάζεται προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων μεταξύ των κρατών μελών.
Ωστόσο, στις προφορικές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή, αν δεν απατώμαι, δηλώνει, ότι, εάν κατά παράβαση του άρθρου 37, παράγραφος 1, εξακολουθούν να ασκούνται αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής, εξαγωγής και εμπορίας από ένα εθνικό μονοπώλιο μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, η ειδική αυτή διάταξη εφαρμόζεται επί μέτρων τα οποία, σε περίπτωση μη υπάρξεως ενός τέτοιου οργανισμού, θα διέπονταν κανονικά από τα άρθρα 12, 30 ή 95.
Το ζήτημα αυτό εξετάστηκε από τον γενικό εισαγγελέα Capotorti στις προτάσεις του της 4ης Ιουλίου 1978, σελίδες 10 και 11 επί της υποθέσεως Hansen (απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978) που προαναφέρθηκε.
Το Δικαστήριο, νομίζω, δεν έχει λάβει ακόμη ρητώς θέση επί του σημείου αυτού, αν και στην εν λόγω απόφαση έκρινε (σκέψη 13) ότι «φαίνεται, συνεπώς, προτιμότερο να εξεταστεί το ζήτημα που τέθηκε από το εθνικό δικαστήριο πρωταρχικά υπό το πρίσμα του φορολογικού κανόνα του άρθρου 95, λόγω του γενικού του χαρακτήρα και όχι του άρθρου 37, που αναφέρεται ειδικά στο καθεστώς των ειδικών μονοπωλίων η μέθοδος αυτή δικαιολογείται περαιτέρω από το γεγονός ότι το άρθρο 37 στηρίζεται στην ίδια αρχή στην οποία στηρίζεται και το άρθρο 95, δηλαδή στην ανάγκη καταργήσεως οποιασδήποτε διακρίσεως στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών».
Ωστόσο, κατά την απόφαση Miritz της 17ης Φεβρουαρίου 1976 (Recueil 1976, σ. 230, σκέψη 8), «το άρθρο 37, παράγραφος 1, δεν αφορά αποκλειστικά τους ποσοτικούς περιορισμούς, αλλά απαγορεύει, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου οποιαδήποτε διάκριση ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών απ' αυτό συνάγεται ότι η εφαρμογή του δεν περιορίζεται στις εισαγωγές και εξαγωγές που αποτελούν το άμεσο αντικείμενο του μονοπωλίου αλλά εκτείνεται και σε κάθε μέτρο που συνδέεται με την ύπαρξή του και επηρεάζει το εμπόριο συγκεκριμένων προϊόντων, που υπόκεινται ή όχι σε μονοπώλιο, μεταξύ κρατών μελών (η φράση ελήφθη απευθείας από τη σκέψη 5 της αποφάσεως Cinzano της 16ης Δεκεμβρίου 1970, Recueil 1970, σ. 1096), και ότι, επομένως, αφορά τις φορολογικές επιβαρύνσεις που συνεπάγονται, εις βάρος των εισαγομένων προϊόντων, διακρίσεις σε σχέση με τα εθνικά προϊόντα που υπάγονται στο μονοπώλιο».
Το αποφασιστικό κριτήριο εν προκειμένω είναι το αν ορισμένα μέτρα που εντάσσονται στο πλαίσιο υπάρξεως του μονοπωλίου έχουν επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Και τα μέτρα, των οποίων τις επιπτώσεις στο εν λόγω εμπόριο επικρίνει η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης συνδέονται άμεσα με την ύπαρξη του μονοπωλίου. Θα πρέπει, επομένως, να διατυπώσω πολύ μεγάλες επιφυλάξεις για τις απόψεις της Επιτροπής. Αν κατάργηση των διακρίσεων που προκαλούνται άμεσα από τις διατάξεις που εφαρμόζονται επί των προϊόντων που υπόκεινται σε μονοπώλιο μπορούσε να επιτευχθεί με βάση τις διατάξεις της Συνθήκης που απαγορεύουν τις φορολογικές επιβαρύνσεις ή τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς (άρθρα 30 έως 34) ή τις διακρίσεις φορολογικής φύσεως (άρθρο 95), το άρθρο 37 θα εστερείτο χρησιμότητος. Επομένως, το αντικείμενο του εν λόγω άρθρου δεν περιορίζεται στην επιδίωξη και πραγματοποίηση του σκοπού αυτού και μόνο: η διάταξη αποσκοπεί στη διαρρύθμιση των μονοπωλίων, η οποία θα πρέπει, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου, «να προσαρμοστεί στην κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών για τα ίδια προϊόντα που προβλέπεται από τα άρθρα 30 μέχρι και 34».
Η ίδια η Επιτροπή επιδεικνύει κάποια αναποφασιστικότητα ως προς την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να λάβει χώρα η μεταβολή αυτή: λογικά, αυτό θα έπρεπε να συμβεί από την 1η Ιανουαρίου 1970. Όμως, κατά την Επιτροπή επήλθε μάλλον κατά τον Ιούλιο του 1977. Από την απάντηση που έδωσε στις 13 Δεκεμβρίου 1977 σε ένα γραπτό ερώτημα, προκύπτει ότι η διαρρύθμιση του γαλλικού οικονομικού καθεστώτος για τις αλκοόλες δεν ήταν οριστική κατά την ημερομηνία αυτή και ότι η εξέτασή της από την Επιτροπή δεν είχε ολοκληρωθεί.
Προσωπικά, έχω ζωηρές αμφιβολίες για το αν όλα τα κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα — και ιδίως το γαλλικό μονοπώλιο της αλκοόλης, όπως, άλλωστε και το γερμανικό μονοπώλιο, αν μου επιτρέπεται η παρατήρηση —, καθώς περιέχουν ρύθμιση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εθνική οργάνωση αγοράς, μεταρρυθμίστηκαν σύμφωνα με τις υποδείξεις του άρθρου 37, παράγραφος 1, ακόμη και τον Ιούλιο του 1977, και για το αν, με την κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής, εξαγωγής και εμπορίας, τα μονοπώλια έπαψαν να υφίστανται.
Απαντώντας, την 21η Μαΐου 1976, σε ένα γραπτό ερώτημα, η Επιτροπή δήλωνε ότι «δεδομένου ότι η Γαλλία, σε συνέχεια των αποφάσεων 45/75 (Rewe) και 91/75 (Miritz), δεν έχει ακόμα λάβει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να προσαρμόσει το μονοπώλιό της επί των αλκοολών στις απαιτήσεις της Συνθήκης ΕΟΚ, και ιδίως του άρθρου 37, η Επιτροπή, στις 12 Απριλίου 1976, κίνησε κατά του εν λόγω κράτους μέλους την διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης για περιπτώσεις παραβάσεως». Από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει σε ποιο στάδιο βρίσκεται η διαδικασία αυτή.
Είναι, επομένως, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να τοποθετηθεί το άρθρο 37 στο μουσείο των αχρήστων διατάξεων. Στην περίπτωση, όμως, αυτή, το άρθρο αυτό θα πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται στο ακέραιο.
3.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν πρέπει να παραβλέπεται μία σημαντική πλευρά του ζητήματος: είναι βέβαιο ότι το γαλλικό μονοπώλιο της αλκοόλης, παράλληλα με τη φορολογική του λειτουργία στην οποία θα επανέλθω, «ενέχει ρύθμιση η οποία σκοπό έχει να διευκολύνει τη διάθεση ή την αξιοποίηση των γεωργικών προϊόντων» κατά την έννοια του άρθρου 37, παράγραφος 4. Εξακολουθεί να είναι υποχρεωμένο να αγοράζει, εντός των ορισμένων ποσοστώσεων, τη γεωργική αιθυλική αλκοόλη και να εξασφαλίζει τη διάθεση και την αξιοποίησή της, που αποτελούν εγγύηση εξασφαλίσεως ορισμένου βιοτικού επιπέδου στους παραγωγούς. Στις 22 Δεκεμβρίου 1969, η Επιτροπή θεωρούσε «ότι ήταν αδύνατον να διαχωρισθεί η οριστική διαρρύθμιση του μονοπωλίου από την εγκαθίδρυση της κοινής οργανώσεως που προβλέπεται για την αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως. Απαντώντας σε γραπτή ερώτηση του Κοινοβουλίου, η Επιτροπή δήλωσε ακόμα, στις 28 Απριλίου 1971, ότι «η οριστική διαρρύθμιση του γαλλικού και γερμανικού μονοπωλίου των αλκοολών εξαρτάται από την εγκαθίδρυση κοινής οργανώσεως των αγορών αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως». Συμμερίζομαι πλήρως αυτή την άποψη.
Δεν χρειάζεται καν να υπενθυμίσω ότι η κοινή αυτή οργάνωση εξακολουθεί να μην υφίσταται και ότι το γαλλικό καθεστώς που διέπει τις αλκοόλες δεν έχει ασφαλώς διαρρυθμιστεί ακόμα μέχρι σήμερα κατά τρόπο που να μην έχει πλέον το χαρακτήρα εθνικής γεωργικής οργανώσεως, με τα μέτρα ενισχύσεως των εξαγωγών που κυρίως περιλαμβάνει.
Επαρκή απόδειξη περί αυτού αποτελούν οι αποφάσεις της Επιτροπής που επιτρέπουν την επιβολή φορολογικής επιβαρύνσεως, η οποία σκοπό έχει να αντισταθμίσει το «ανταγωνιστικό μειονέκτημα» το οποίο υφίστανται τα ομοειδή προϊόντα των άλλων κρατών μελών λόγω της εσωτερικής ρυθμίσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εθνική οργάνωση της αγοράς την οποία συνεπάγεται το γαλλικό μονοπώλιο.
Στον κανονισμό 1407/78 της 26ης Ιουνίου 1978, η Επιτροπή αναφέρει ότι «η διαφορά στις τιμές που διαπιστώνονται στη γαλλική αγορά και στις αγορές της Γερμανίας, του Βελγίου, του Λουξεμβούργου και των Κάτω Χωρών προκύπτει κυρίως από την πολιτική τιμών που εφαρμόζεται από τις υπηρεσίες για την αλκοόλη στη Γαλλία, πολιτική που συνίσταται στην πώληση αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως που προορίζεται για εξαγωγή σε μία μέση τιμή που είναι φανερά κατώτερη από την τιμή της ίδιας αλκοόλης που προορίζεται για κατανάλωση στην εσωτερική αγορά της Γαλλίας ότι, εντούτοις, διαφεύγουν από αυτή την πολιτική τιμών οι αλκοόλες που μπορούν να αφεθούν στην ελεύθερη διάθεση των παραγωγών, κατ' αίτησή τους, σύμφωνα με την πρόσφατη διευθέτηση του οικονομικού καθεστώτος της αλκοόλης στη Γαλλία»· στη συνέχεια διαπιστώνει ότι το Συμβούλιο «δεν έχει αποφανθεί, δυνάμει του άρθρου 42 της Συνθήκης, περί του εφαρμόσίμου επί της αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως των διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις», αυτό δε στην πραγματικότητα θα γίνει, στην καλύτερη περίπτωση, με τον κανονισμό περί κοινής οργανώσεως των αγορών του προϊόντος αυτού και ότι, «αν η Γαλλία διατηρήσει την ενίσχυση κατά την εξαγωγή αλκοόλης, οι δυσκολίες που προκύπτουν δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν παρά μόνο με τον καθορισμό, βάσει του άρθρου 46 της Συνθήκης, εισφοράς σχετικής με τις γαλλικές εξαγωγές που προορίζεται να αποκαταστήσει την ισορροπία». Φρονώ και εγώ ότι η διαφορά τιμής που επισημαίνει η Επιτροπή είναι αποτέλεσμα του γαλλικού καθεστώτος για τις αλκοόλες ως συνόλου, καθεστώτος το οποίο, κατά την Επιτροπή, θα έπρεπε να είναι «ουδέτερο» από την 1η Ιανουαρίου 1970, την 1η Απριλίου 1974 ή την 29η Ιουλίου 1977.
Με όλο, όμως, το σεβασμό που έχω για την Επιτροπή και σύμφωνα με την άποψή της, δεν νομίζω ότι η άδεια επιβολής εξισωτικής εισφοράς συνιστά το προσήκον και επαρκές μέτρο αντιμετωπίσεως της καταστάσεως αυτής.
Αν ήταν ακριβές, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι τα εμπόδια ή οι διακρίσεις που συνεπάγεται το γαλλικό καθεστώς που διέπει τις αλκοόλες βρίσκονταν σε άμεση αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 30 έως 34 και 95 της Συνθήκης από την 1η Ιανουαρίου 1970, την 1η Απριλίου 1974 ή την 29η Ιουλίου 1977, το άρθρο 46 δεν θα έβρισκε πλέον εφαρμογή από μία από τις τρεις αυτές ημερομηνίες και μετά. Αυτή ήταν, μέχρι τώρα τουλάχιστον, η άποψη των μεγάλων σχολιαστών. Το Δικαστήριο ανέφερε ρητά, στην απόφαση της 20ής Απριλίου 1978, Commissionnaires Reunis, ότι «τα άρθρα 45 και 46 αφορούν σαφώς την περίπτωση προσωρινής διατηρήσεως, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, εθνικών οργανώσεων αγοράς μέχρις ότου αυτές αντικατασταθούν από τις κοινές οργανώσεις».
Αντίθετα, η επίκληση αυτή του άρθρου 46 ευθυγραμμίζεται απόλυτα προς το άρθρο 37, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, το οποίο ορίζει ότι «σε περίπτωση που ένα προϊόν υπόκειται σε κρατικό μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα σε ένα μόνο ή σε περισσότερα κράτη μέλη, η Επιτροπή δύναται να επιτρέψει στα άλλα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα προστασίας, των οποίων καθορίζει τους όρους και τις λεπτομέρειες εφαρμογής για όσο χρόνο δεν έχει πραγματοποιηθεί η προσαρμογή που προβλέπεται στην παράγραφο 1». Αυτό φαίνεται να αποτελεί απόδειξη περί του ότι η εν λόγω προσαρμογή στην πραγματικότητα δεν έχει πραγματοποιηθεί.
Θα ήθελα επί πλέον να προσθέσω τις ακόλουθες σκέψεις:
Το άρθρο 33 της προτάσεως του κανονισμού περί αλκοόλης, το οποίο υπέβαλε η Επιτροπή στο Συμβούλιο στις 7 Δεκεμβρίου 1976 απαγορεύει, όσον αφορά τη γεωργική αλκοόλη, τα μονοπώλια παραγωγής και εμπορίας και όσον αφορά τη μη γεωργική αλκοόλη, τα μονοπώλια εμπορίας, δεδομένου ότι, το τελευταίο αυτό προϊόν παράγεται από επιχειρήσεις μεταξύ των οποίων λειτουργεί ο ανταγωνισμός. Αν, όμως, είχε πραγματοποιηθεί η διαρρύθμιση που προβλέπεται από το άρθρο 37 της Συνθήκης, η χρησιμότητα μιας τέτοιας διατάξεως θα ήταν ανύπαρκτη.
Τέλος, το Συμβούλιο κατέστησε σαφές, με την απόφασή του της 28ης Δεκεμβρίου 1972, ότι, κατά την άποψή του, τα μέτρα που σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου 19 που έχει προσαρτηθεί στην πράξη προσχωρήσεως, επιστροφών κατά την εξαγωγή οινοπνευματωδών ποτών από δημητριακά θα έπρεπε να θεσπιστούν συγχρόνως με τον μέλλοντα να εκδοθεί κανονισμό το σχετικό με τον τομέα του οινοπνεύματος. Η μη θέσπιση των εν λόγω μέτρων δεν σημαίνει ότι το πρωτόκολλο έχει χάσει κάθε σημασία.
Θεωρώ, επομένως, ότι το άρθρο 37, στο σύνολό του, εξακολουθεί να έχει πεδίο εφαρμογής και ότι εξακολουθεί να είναι αναγκαίο, ιδίως, «να εξασφαλιστούν, κατά την εφαρμογή των κανόνων του άρθρου 37, παράγραφος 4, ισοδύναμες εγγυήσεις για την απασχόληση και το βιοτικό επίπεδο των ενδιαφερομένων παραγωγών, λαμβάνοντας υπόψη το ρυθμό των δυνατών προσαρμογών και των αναγκαίων εξειδικεύσεων», διατύπωση ταυτόσημη με αυτήν που χρησιμοποιείται στο άρθρο 43, παράγραφος 3, α, προκειμένου να καταστεί δυνατό να αντικατασταθούν οι εθνικές οργανώσεις από μία κοινή οργάνωση. Αυτός είναι, νομίζω, ο μόνος τρόπος να αποφευχθούν οι ανυπέρβλητες δυσχέρειες τις οποίες δημιουργεί, εν όψει των διατάξεων της Συνθήκης που αναφέρονται στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη (άρθρα 92 έως 94) είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι έχουν κοινοποιηθεί εγκαίρως στην Επιτροπή, καθώς και ενόψει των φορολογικών διατάξεων (άρθρα 95 έως 99), και η αντιμετώπιση των καθεστώτων ενισχύσεως της αλκοόλης που έχουν θεσπιστεί στη Γαλλία και την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ως θεμάτων προϋπολογισμού ή φορολογικής πολιτικής προκειμένου να καλυφθεί η έλλειψη κοινής οργανώσεως αγορών χωρίς να παραβιάζεται το γράμμα των διατάξεων που απαγορεύουν τους ποσοτικούς περιορισμούς.
Βέβαια, στην απόφαση Manghera της 3ης Φεβρουαρίου 1976 (Recueil 1976, σ. 100) το Δικαστήριο έκρινε ότι «η υποχρέωση που επιβάλλεται από την παράγραφο 1 (του άρθρου 37) σκοπό έχει να εξασφαλίσει την τήρηση του θεμελιώδους κανόνα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο σύνολο της κοινής αγοράς, ιδίως με την κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών και των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών» (σκέψη 9)· «ο σκοπός αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί αν δεν εξασφαλισθεί, σε ένα κράτος μέλος όπου υφίσταται μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα, η ελεύθερη κυκλοφορία των προερχομένων από τα άλλα κράτη μέλη ομοειδών προς τα υποκείμενα στο εθνικό μονοπώλιο εμπορευμάτων» (σκέψη 10).
Στην υπόθεση, ωστόσο, αυτή ήταν ανύπαρκτη η πλευρά «γεωργική οργάνωση αγοράς»· όπως ανέφερε ο γενικός εισαγγελέας Warner στις προτάσεις του (Recueil 1976, σ. 106), «κανένα στοιχείο δεν δείχνει ότι το ιταλικό μονοπώλιο καπνού υπάρχει ή υπήρξε ποτέ προς το καθ' οιονδήποτε τρόπο συμφέρον των ιταλών καπνοκαλλιεργητών». Όμως, η γεωργική αυτή παράμετρος έχει θεμελιώδη σημασία στις παρούσες υποθέσεις. Μερικές ημέρες αργότερα, στην απόφαση Rewe της 17ης Φεβρουαρίου 1976 (Recueil 1976, σ. 197), το Δικαστήριο έκρινε ότι «ο αποκλεισμός, κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, οποιασδήποτε διακρίσεως στον εν λόγω τομέα (δηλαδή ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως των προϊόντων τα οποία παράγονται ή διατίθενται στο εμπόριο από τους υπηκόους διαφόρων κρατών μελών) συνιστά υποχρέωση παραγωγής συγκεκριμένου αποτελέσματος της οποίας η εκπλήρωση θα πρέπει να διευκολύνεται όχι όμως και να εξαρτάται, από το σταδιακό χαρακτήρα της προβλεπομένης διαρρυθμίσεως» (σκέψη 24).
Στην απόφαση Miritz, που εκδόθηκε την ίδια μέρα (Recueil 1976, σ. 229-230), το Δικαστήριο έκρινε ότι, «χωρίς να αξιώνει την κατάργηση των εν λόγω μονοπωλίων, η διάταξη αυτή επιβάλλει επιτακτικά τη διαρρύθμισή τους κατά τρόπο που να εξασφαλίζει, κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, την πλήρη εξάλειψη των διακρίσεων στις οποίες αναφέρεται». Στην συνέχεια το Δικαστήριο επαναλαμβάνει το κείμενο της σκέψεως 9 της αποφάσεως Manghera, αντικαθιστώντας, ωστόσο, τους ποσοτικούς περιορισμούς και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος με τους δασμούς και τις φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος.
Οι διαπιστώσεις αυτές διατυπώθηκαν σε σχέση με το γερμανικό μονοπώλιο αλκοόλης, το οποίο ακόμα βέβαια, έχει και κάποια γεωργική διάσταση (ιδίως από γεώμηλα). Μπορούν άραγε οι ίδιες διαπιστώσεις να ισχύσουν για ένα μονοπώλιο σαν το γαλλικό μονοπώλιο για τις αλκοόλες, όπου η γεωργική διάσταση φαίνεται πολύ πιο σημαντική (αλκοόλη από τεύτλα, ή μικρά παρακρατήματα);
Στην απόφαση Hansen της 10ης Οκτωβρίου 1978 (σκέψη 16), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι «στο παρόν στάδιο εξελίξεως του και ελλείψει ενοποιήσεως ή εναρμονίσεως των σχετικών διατάξεων, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να παρέχουν φορολογικά πλεονεκτήματα, με τη μορφή απαλλαγής ή μειώσεως των δασμών για ορισμένες μορφές αλκοολών ή υπέρ ορισμένων κατηγοριών παραγωγών». Νομίζω ότι αυτό ισοδυναμεί με επαναφορά, δια του άρθρου 95, των προσαρμογών που προβλέπονται από το άρθρο 37, παράγραφος 4, ας μου επιτραπεί δε να έχω ορισμένες αμφιβολίες όσον αφορά την ποιότητα του επιτυγχανομένου αποτελέσματος.
Ανακεφαλαιώνοντας τις μέχρι τούδε παρατηρήσεις μου, θεωρώ ότι ενδείκνυται να εξετασθεί η απαγόρευση των διακρίσεων ή των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς με αναφορά στις ειδικές διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν τα μονοπώλια, δηλαδή στο άρθρο 37 θεωρούμενο ως σύνολο. Η εφαρμογή της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου επί ενός μέτρου, έστω και νέου, που έχει ληφθεί στα πλαίσια μονοπωλίου που επιτελεί λειτουργία ισοδύναμη με αυτήν μιας εθνικής οργανώσεως γεωργικής αγοράς θα πρέπει να λαμβάνει χώρα τηρουμένων των όρων που αναφέρονται στο άρθρο 37, παράγραφος 4.
IV —
Αν υποτεθεί ότι κατά την εποχή στην οποία αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που ενδιαφέρουν το εθνικό δικαστήριο η απαγόρευση οποιασδήποτε διακρίσεως, ακόμη και κατά την αντίστροφη έννοια, που θεσπίζεται από το άρθρο 37 «ίσχυε άμεσα», θα έπρεπε περαιτέρω να πρόκειται για «ομοειδή» προϊόντα λαμβανομένης υπόψη της ρυθμίσεως περί των ονομασιών προελεύσεως.
Θα έπρεπε, πράγματι, να είναι γνωστό, εάν το παρασκευαζόμενο από την προσφεύγου σα προϊόν είναι ομοειδές προς τα προϊόντα καταγωγής ή προελεύσεως άλλων κρατών μελών (Ιταλία) σε σχέση με τα οποία θεωρεί ότι υφίσταται εις βάρος της διάκριση. Το θέμα αυτό απετέλεσε το αντικείμενο αντιπαραθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου μεταξύ των εκπροσώπων της προσφεύγουσας και των αντιπροσώπων και εμπειρογνωμόνων της Γαλλικής Κυβερνήσεως, λόγω δε της ασαφούς διατυπώσεως των εκατέρωθεν επιχειρημάτων, όπως και ο εισηγητής δικαστής δεν είμαι βέβαιος ότι κατάλαβα πολύ καλά.
Κατά τη γαλλική Κυβέρνηση, από το 1974 μέχρι το 1977, η αλκοόλη από αχλάδι William, κατά την έξοδό της από τη συσκευή αποστάξεως στη Γαλλία, εθεωρείτο ως πρώτη ύλη ή ακατέργαστη αλκοόλη και συνεπώς προϊόν υποκείμενο στο μονοπώλιο. Εάν αφηνόταν στην ελεύθερη διάθεση του παραγωγού, η αλκοόλη αυτή υποβαλλόταν στην καταβολή ορισμένης επιβαρύνσεως. Δεν γνωρίζω ακριβώς για ποια προϊόντα «αναζητεί» η προσφεύγουσα την καταβληθείσα επιβάρυνση. Φαίνεται ότι πρόκειται για την αλκοόλη αυτή ή για ένα ποτό με βάση την εν λόγω αλκοόλη, που καθίσταται κατάλληλο για κατανάλωση με την πρόσθεση νερού ή με απόσταξη στο βαθμό που χρειάζεται για να είναι καταναλώσιμο. Εάν πρόκειται για «οινοπνευματώδες» ποτό, «διακρινόμενο από τις αιθυλικές αλκοόλες χάρη στην παρουσία αρωματικών ουσιών ή χαρακτηριστικών γευστικών ιδιοτήτων», θα πρέπει να καταταγεί στην κλάση 22.09 CV, ενώ η «μη μετουσιωμένη αιθυλική αλκοόλη έχουσα αλκοολικό τίτλο λιγότερο των 80o» υπάγεται στην κλάση 22.09 Α.
Το «απόσταγμα αχλαδιού William» που εισάγεται χύμα στη Γαλλία από τις χώρες της ΕΟΚ εθεωρείτο επίσης ως ακατέργαστη πρώτη ύλη, και συνεπώς υπέκειτο στην εξισωτική εισφορά. Αντίθετα, εισαγόμενο σε φιάλες, το εν λόγω απόσταγμα έπρεπε να θεωρείται ως αλκοόλη χρησιμοποιήσιμη ή καταναλώσιμη ως είχε · βάσει του γεγονότος αυτού, δεν θα υποβαλλόταν στην καταβολή της επιβαρύνσεως εάν είχε παρασκευασθεί στη Γαλλία· υποβλήθηκε, ωστόσο, στην αντισταθμιστική εισφορά κατά την εισαγωγή επειδή δεν μπορούσε να της δοθεί η ονομασία «πόσιμο απόσταγμα». Προς υποστήριξη της απόψεώς της, η Γαλλική Κυβέρνηση επικαλείται το επίσημο δελτίο των γαλλικών τελωνείων κατά το οποίο «η έννοια των μη χρησιμοποιήσίμων ή καταναλωσίμων ως έχουν προϊόντων — ισοδύναμη προς την έννοια των ακατέργαστων υλών — καλύπτει τα προϊόντα που μπορούν να ανταγωνιστούν τις υποκείμενες στο κρατικό μονοπώλιο αλκοόλες στις αγορές διαθέσεώς τους. Στην κατηγορία αυτή θεωρείται ότι ανήκουν οι αλκοόλες και τα αποστάγματα που έχουν αλκοολικό τίτλο ίσο ή ανώτερο των 57o».
Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα κριτήρια αυτά δεν είναι έγκυρα. Κατά την άποψή της, η κατάταξη ενός προϊόντος δεν γίνεται ανάλογα με τα δοχεία στα οποία περιέχεται. Η άποψη αυτή, όπως διατυπώνεται, μου φαίνεται ανακριβής. Στην πραγματικότητα, η επίδραση της χωρητικότητας του δοχείου στο συντελεστή των δασμών προκύπτει απευθείας από τον πίνακα του κοινού δασμολογίου ο οποίος διακρίνει, όσον αφορά την κλάση 22.09 Α και Γ, αναλόγως του αν το προϊόν περιέχεται σε δοχεία δύο λίτρων το πολύ ή πλέον των δύο λίτρων.
Φαίνεται, επομένως, ότι πρόκειται για διάκριση όχι μόνο νομική ή δασμολογική αλλά και τεχνική, ποιοτική και τοπική και δεν θα ήταν παράλογο να υποστηριχθεί ότι η έκφραση «προϊόν χρησιμοποιήσιμο ή καταναλώσιμο ως έχει, περιέχον αιθυλική αλκοόλη» δεν είναι κατ' ανάγκη συνώνυμη της εκφράσεως «πόσιμο προϊόν», διότι υπάρχουν ποτά όπως το τζην ή η βότκα τα οποία, ανάλογα με τη μέθοδο παρασκευής, θεωρούνται ως αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως ή ως οινοπνευματώδη πο τά μολονότι παρουσιάζουν για τον καταναλωτή όμοια οργανοληπτικά χαρακτηριστικά.
Η επίλυση της διαφοράς που βρίσκεται στη βάση της υποθέσεως 86/78 προϋποθέτει την εκ των προτέρων λύση του προβλήματος της δασμολογικής ή τελωνειακής κατατάξεως του «αποστάγματος αχλαδιού William» που εισάγεται από τα κράτη μέλη και του «αποστάγματος αχλαδιού William» που ενδεχομένως εξάγεται από την προσφεύγουσα. Κατά την τελευταία, η διάκριση οφείλεται στο γεγονός ότι η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί τα «αποστάγματα αχλαδιού William» ως ακατέργαστη αλκοόλη όταν παράγεται στη Γαλλία, ενώ θεωρεί το ίδιο προϊόν ως οινοπνευματώδες ποτό όταν εισάγεται. Εν πάση περιπτώσει, το εθνικό δικαστήριο δεν υπέβαλε ερώτημα επί του σημείου αυτού και, εφόσον το δικαστήριο δεν διατάξει διεξαγωγή αποδείξεως, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει εάν το επίδικο προϊόν είναι ακατέργαστη αλκοόλη ή, αντίθετα, «πόσιμο απόσταγμα».
V —
Ίσως, ωστόσο, να μην χρειαστεί να αποφανθεί το Δικαστήριο επί όλων των λεπτών αυτών ζητημάτων για τους ακόλουθους λόγους:
Πρέπει να υπενθυμίσω ότι η υπόθεση 86/78 αφορά το αν συμβιβάζεται προς τη Συνθήκη ένα παρελθόν εθνικό σύστημα, ενώ η Επιτροπή δεν έχει ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου καμιά προσφυγή λόγω παραβάσεως σε σχέση με το θέμα αυτό. Κατά την προσφεύγουσα, το εν λόγω σύστημα ενείχε διάκριση λόγω του ότι οι αλκοόλες, οι προερχόμενες από κράτη μέλη οι οποίες δεν θα έπρεπε να υπόκεινται στην καταβολή της αντισταθμιστικής εισφοράς (ή της πρόσθετης αντισταθμιστικής εισφοράς), τύγχαναν τότε προνομιακής μεταχειρίσεως σε σχέση με τις εγχώριες αλκοόλες οι οποίες, για να «ελευθερωθούν» από το μονοπώλιο υποβάλλονταν στην καταβολή επιβαρύνσεως. Στη σύσταση που απηύθυνε στη Γαλλία στις 22 Δεκεμβρίου 1969, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή της χώρας αυτής στο γεγονός ότι η πρόσθετη αντισταθμιστική εισφορά που επιβαλλόταν κατά την εισαγωγή αλκοολών συνιστούσε διάκριση και ζήτησε την κατάργησή της. Στο κείμενο αυτό το οποίο δεν είναι δεσμευτικό (άρθρο 189) και συνιστά το μόνο μέσο που προβλέπεται ρητά από το άρθρο 37, παράγραφος 6, για την πραγματοποίηση της προσαρμογής που προβλέπει το εν λόγω άρθρο, κείμενο το οποίο δεν δημοσιεύθηκε παρά μόνο μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, η Επιτροπή εκθέτει ότι «το άνευ όρων άνοιγμα της γαλλικής αγοράς στα προϊόντα των άλλων κρατών μελών, πριν από τη θέση σε ισχύ της κοινής οργανώσεως των αγορών, θα μπορούσε… να έχει δυσμενείς συνέπειες για τη διάθεση της γαλλικής αιθυλικής αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως, καθώς και για την ανταγωνιστικότητα των γαλλικών αποσταγμάτων και, κατά συνέπεια, για την απασχόληση και το βιοτικό επίπεδο των παραγωγών ορισμένων πρώτων υλών». Αναφερόμενη στο άρθρο 37, παράγραφος 4, επισήμανε ότι θα ήταν ενδεχομένως αναγκαίο να ληφθούν ειδικά μέτρα μέχρι τη θέση σε ισχύ της κοινής οργανώσεως των αγορών και δεχόταν ως νόμιμη την επιβολή αντισταθμιστικής εισφοράς κατά την εισαγωγή της αλκοόλης και των αλκοολούχων ποτών.
1.
Κατά την προσφεύγουσα, από την 1η Ιανουαρίου 1970, οι παραγωγοί των άλλων κρατών μελών θα ήσαν ελεύθεροι να εξάγουν και να εμπορεύονται τα παρασκευάσματά τους στο κράτος όπου ίσχυε το μονοπώλιο, ενώ οι υπήκοοι του εν λόγω κράτους θα εξακολουθούσαν να στερούνται του δικαιώματος ελεύθερης εμπορίας της παραγωγής τους, τόσο εντός του ίδιου του κράτους τους όσο και στα λοιπά κράτη, ισχυρίζεται ότι, η είσπραξη της αντισταθμιστικής εισφοράς (ή επίφορου) ήταν παράνομη, ότι οι εισαγωγείς εισαγομένων προϊόντων δεν όφειλαν να την καταβάλουν και ότι, αν αυτό συνέβαινε, η καταβολή της επιβαρύνσεως εκ μέρους των γάλλων παραγωγών συνιστούσε διάκριση.
Όμως, η κατάσταση των παρασκευαστών και των εισαγωγέων των υπό κρίση προϊόντων, και αν ακόμη υποτεθεί ότι ήταν ομοειδή, δεν φαίνεται να ήταν πράγματι ταυτόσημη. Στην πραγματικότητα, το δικαίωμα των εξαγωγέων των κρατών μελών της ΕΟΚ να εξάγουν ελεύθερα αλκοόλη στη Γαλλία από την 1η Ιανουαρίου 1970, δια της καταβολής των προβλεπομένων δασμών, ήταν καθαρά θεωρητικό: δεν κατέστη δυνατό να αναγνωρισθεί παρά μόνο μετά την έκδοση των αποφάσεων Rewe και Miritz, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν έχουν κανονιστική ούτε αναδρομική ισχύ. Οι προερχόμενες από τα άλλα κράτη μέλη αλκοόλες, έναντι των οποίων η προσφεύγουσα θεωρεί ότι υπήρξε εις βάρος της διάκριση, υπέκειντο σε άλλους περιορισμούς. Μέχρι την 1η Απριλίου 1974, υπέκειντο στην πρόσθετη αντισταθμιστική εισφορά στην οποία αναφέρεται η σύσταση της Επιτροπής του 1969.
2.
Ακόμη και μετά την 1η Απριλίου 1974 και μέχρι την 29η Ιουλίου 1977, η εισαγωγή των αιθυλικών αλκοολών υποβαλλόταν στην καταβολή πρόσθετης αντισταθμιστικής εισφοράς, η οποία ήταν πάντα ίση, για την καθαρή αλκοόλη που περιείχετο στο προϊόν, «προς τη διαφορά μεταξύ της χαμηλότερης τιμής αγοράς που καταβλήθηκε από τον οργανισμό αλκοολών κατά το τέλος της προηγουμένης περιόδου και της τιμής πωλήσεως των αλκοολών που προορίζονται για αντίστοιχη χρήση», διατύπωση ανάλογη προς αυτήν που χρησιμοποιήθηκε μεταγενέστερα στο άρθρο 269 του παραρτήματος II για την επιβάρυνση. Η εισαγωγή των προϊόντων «που προορίζονται για πόση και περιέχουν αιθυλική αλκοόλη», τα οποία προέρχονταν από τα κράτη μέλη υπέκειντο, «όταν η ελαχίστη τιμή πωλήσεως της ουδέτερης πόσιμης αλκοόλης στη χώρα παραγωγής υπολείπεται της τιμής πωλήσεως που ισχύει στη Γαλλία για την αλκοόλη που προορίζεται για την ίδια χρήση», σε αντισταθμιστική εισφορά ίση προς τη διαφορά των δύο αυτών τιμών.
Είναι δυνατό η υποχρέωση που επιβαλλόταν πριν από τον Ιούλιο του 1977 στους παραγωγούς να παραδίδουν το σύνολο της παραγωγής τους στο κράτος να τους εμπόδιζε να εξάγουν την παραγωγή αυτή και να επηρέαζε, τουλάχιστον δυνάμει, το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Το γεγονός ότι το κράτος δεν αποκτά σε εύλογη από οικονομικής απόψεως τιμή παρά μόνο ένα μέρος της εθνικής παραγωγής, εκείνο που ο οργανισμός αλκοολών προτίθεται να διαθέσει, μπορεί να δημιουργήσει de facto ποσόστωση της εθνικής παραγωγής. Εξάλλου, αν οι παραγωγοί της ΕΟΚ είχαν το δικαίωμα να εμπορεύονται ελεύθερα την παραγωγή τους αλκοόλης στη Γαλλία, το αποτέλεσμα θα ήταν διάκριση εις βάρος των Γάλλων παραγωγών, που θα ανέτρεπε την ισορροπία στον ανταγωνισμό στην οποία αποβλέπει η Συνθήκη. Κάτι τέτοιο όμως, δεν συμβαίνει. Δεν αποκλείεται επίσης, εν όψει της επιβολής αντισταθμιστικής εισφοράς που θεσπίστηκε το 1974, το εγχώριο προϊόν να βρέθηκε, όσον αφορά την τελική του τιμή, σε ευνοϊκότερη θέση απ' ό, τι το ομοειδές εισαγόμενο προϊόν και η αντισταθμιστική εισφορά να αυξήθηκε όταν, στα πλαίσια της πολιτικής πωλήσεων που εφήρμοζε, η διοίκηση του κρατικού μονοπωλίου καθόριζε σε ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο την τιμή της πωλουμένης για ειδικούς σκοπούς αλκοόλης και, σε αντιστάθμισμα, καθόριζε την τιμή πωλήσεως της πόσιμης αλκοόλης σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο.
Ωστόσο, η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, ελλείψει κοινής οργανώσεως των αγορών της αλκοόλης, η υποχρέωση καταβολής ορισμένης επιβαρύνσεως που πλήττει μόνο τις ακατέργαστες αλκοόλες (και όχι τις χρησιμοποιήσιμες ή καταναλώσιμες ως έχουν αλκοόλες) αντισταθμίζεται, για τους γάλλους παρασκευαστές και χρήστες εγχώριας αλκοόλης που καταβάλλουν το εν λόγω ποσό της επιβαρύνσεως, πράγμα που δεν συμβαίνει με τις εισαγόμενες χρησιμοποιήσιμες ή καταναλώσιμες ως έχουν αλκοόλες, με την εξασφάλιση και εγγύηση ως προς τον εφοδιασμό.
Κατά το άρθρο 95, το οποίο επίσης επικαλείται η Επιτροπή, απαγορεύεται στα κράτη μέλη να επιβάλλουν στο εισαγόμενο προϊόν φόρο υψηλότερο εκείνου που ισχύει για το ομοειδές εγχώριο προϊόν: κατά την εποχή εκείνη, επιβαλλόταν — καλώς ή κακώς — στα εισαγόμενα προϊόντα φόρος ανάλογος εκείνου που επιβαλλόταν στα εγχώρια προϊόντα. Δεν υφίστατο, επομένως, ως προς το σημείο αυτό διάκριση. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, το εν λόγω άρθρο δεν απαγορεύει να επιβάλλεται ο αυτός φόρος στο εισαγόμενο και το ομοειδές εγχώριο προϊόν, και αν ακόμη ένα μέρος του φόρου επί του εγχωρίου προϊόντος προορίζεται για τη χρηματοδότηση κρατικού μονοπωλίου, ενώ ο φόρος επί του εισαγομένου προϊόντος εισπράττεται υπέρ του γενικού προϋπολογισμού του κράτους.
3.
Όμως, το εθνικό δικαστήριο ερωτά επίσης αν έχει χαρακτήρα διακρίσεως η μη επιβολή, μετά την 29η Ιουλίου 1977, της επιβαρύνσεως στην καθαρή αλκοόλη (πρώτη ύλη) που περιέχεται στα εισαγόμενα οινοπνευματώδη ποτά, ενώ, όταν περιέχεται σε οινοπνευματώδη ποτά παρασκευαζόμενα στη Γαλλία η ίδια αλκοόλη βαρύνεται με το εν λόγω ποσό. Μολονότι θεωρώ ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν έχει καμία χρησιμότητα για την επίλυση της διαφοράς που έχει υποβληθεί στο εθνικό δικαστήριο και ότι θα ήταν προτιμότερο να ασκηθεί για το θέμα αυτό προσφυγή λόγω παραβάσεως, θα παρατηρήσω τα ακόλουθα:
Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι το ποσό της επιβαρύνσεως που εισπράττεται από τον οργανισμό αλκοολών ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση του δικαιώματος ελεύθερης διαθέσεως στους γάλλους παραγωγούς των υποκειμένων στο κρατικό μονοπώλιο αλκοολών (και το οποίο ισούται προς το συμπληρωματικό ποσό επί της τιμής, το οποίο εισπράττεται στην περίπτωση εκ νέου παραχωρήσεως του δικαιώματος διαθέσεως από τον οργανισμό αλκοολών, συμπληρωματικό ποσό στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 2 της αποφάσεως της 25ης Ιουλίου 1977) ισούται προς το ποσό της επιβαρύνσεως που βαρύνει στη Γαλλία αλκοόλες που παράγονται σε άλλα κράτη μέλη και χρησιμοποιούνται ή καταναλώνονται στη Γαλλία. Στο βαθμό που η τελευταία αυτή επιβάρυνση εντάσσεται στο γενικό φορολογικό καθεστώς που διέπει τις αλκοόλες που χρησιμοποιούνται ή καταναλίσκονται στη Γαλλία, δεν συνιστά εμπόδιο για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και δεν προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 95.
Με άλλα λόγια, η επιβάρυνση του νέου πρώτου εδαφίου του άρθρου 269 αποτελεί το αντιστάθμισμα ενός συστήματος ενισχύσεως υπέρ της παραγωγής ή της εμπορίας της εγχώριας αλκοόλης γεωργικής προελεύσεως. Διατηρώ, ωστόσο, ζωηρές αμφιβολίες για το αν τηρήθηκαν οι όροι του άρθρου 93, παράγραφος 3, δεύτερη και τρίτη περίοδος, εν όψει του ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Miritz, θα έπρεπε να υφίσταται στα κράτη μέλη παραγωγής, από την 1η Ιανουαρίου 1970, καθεστώς «ελευθέρου εμπορίου» για την αιθυλική αλκοόλη γεωργικής προελεύσεως και το άρθρο 4 του κανονισμού 26 του Συμβουλίου της 4ης Απριλίου 1962 θα έπρεπε να έχει παύσει, και αυτό, να εφαρμόζεται.
Η «διάκριση» συνίσταται, κατά την προσφεύγουσα της κυρίας δίκης, στο γεγονός ότι οι γάλλοι παραγωγοί εξακολουθούν να υποχρεούνται να διαθέτουν την παραγωγή τους στο μονοπώλιο, εκτός εάν καταβάλουν την επιβάρυνση, ενώ στους παραγωγούς των άλλων κρατών μελών παραγωγής αναγνωρίζεται το δικαίωμα να εξάγουν στη Γαλλία. Παρά το ότι το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής και εξαγωγής έχει καταργηθεί, το μονοπώλιο, λόγω της υποχρεώσεως διαθέσεως σ' αυτό που επιβάλλεται στους ημεδαπούς παραγωγούς, επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα το εμπόριο. Όμως, η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε λόγω της υποχρεώσεως αγοράς σε εγγυημένη τιμή, που συνοδεύεται από την υποχρέωση διαθέσεως της παραγωγής που επιβάλλεται στους ημεδαπούς παραγωγούς: μόνον η κατάργηση της υποχρεώσεως αυτής, η οποία αποτελεί το αντιστάθμισμα του αποκλειστικού δικαιώματος αγοράς του οργανισμού αλκοολών, θα μπορούσε να εξαλείψει κάθε δυνατότητα διακρίσεως κατά την αντίστροφη έννοια. Όμως, κατά την άποψή μου, ένα τέτοιο μέτρο θα είχε επιπτώσεις για την ίδια την ύπαρξη του μονοπωλίου και θα προκαλούσε την καταργησή του, ενώ η διατήρηση των μονοπωλίων προβλέπεται ρητά από το άρθρο 222.
Κατά τα λοιπά, το ζήτημα αυτό αποτελεί ακόμα θέμα των διαπραγματεύσεων των σχετικών με την εγκαθίδρυση κοινής οργανώσεως των αγορών για την αιθυλική αλκοόλη. Αν και το ζήτημα δεν έχει ακόμα εξετασθεί από την άποψη αυτή στο πλαίσιο των παρουσών υποθέσεων, δεν αμφισβητείται ότι ο γαλλικός οργανισμός αλκοολών, αν δεν συνιστά «υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος», «έχει», τουλάχιστον, «χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου», κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2. Αποστολή ενός τέτοιου μονοπωλίου είναι να επιτύχει, μεταξύ άλλων, την είσπραξη των μεγαλυτέρων δυνατών φορολογικών εσόδων αν συμβιβάζεται με την καλύτερη δυνατή ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως αλκοόλης. Η απλή και καθαρή κατάργηση της υποχρεώσεως παραχωρήσεως της παραγωγής θα ματαίωνε την εκπλήρωση, από νομική ή πρακτική άποψη, της αποστολής που έχει ανατεθεί στον εν λόγω οργανισμό. Φυσικά παραμένει ανοικτό το ζήτημα εάν η διατήρηση της υποχρεώσεως αυτής επηρεάζει την ανάπτυξη του εμπορίου σε βαθμό που να αντίκειται στο συμφέρον της Κοινότητας. Το ζήτημα της σχετικής εκτιμήσεως είναι πολύ λεπτό, αφού συνδέεται με θέματα δημοσίας υγείας. Στην πραγματικότητα, πρέπει να συμβιβαστούν εντελώς αντιφατικοί σκοποί, που συνίστανται στο να μεγιστοποιηθούν, αφενός, τα φορολογικά έσοδα από την παραγωγή και την κατανάλωση αλκοόλης, να ευνοηθεί η ελεύθερη κυκλοφορία του προϊόντος και, αφετέρου, να μην αγνοηθεί το γεγονός ότι το οικονομικό καθεστώς της αλκοόλης δεν στερείται συνεπειών για την υγειονομική πολιτική και ότι η πλεονασματική παραγωγή αιθυλικής αλκοόλης θα ερχόταν σε αντίθεση προς την — δύσκολη — αναζήτηση ισορροπίας μεταξύ υψηλών φορολογικών εσόδων και δημοσίας υγείας. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι οι οιασδήποτε φύσεως δασμοί επί της αλκοόλης, πέραν της επιδιώξεως οργανώσεως αγοράς και εξασφαλίσεως φορολογικών εσόδων, δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας υγείας, ιδίως στα νέα κράτη μέλη.
Συγκεφαλαιώνοντας τις παρατηρήσεις μου σχετικά με την πρώτη υπόθεση θεωρώ ότι, ενώ, κατά την περίοδο 1974/1977 η οποία καλώς ελήφθη υπόψη από το εθνικό δικαστήριο, οι ημεδαποί παρασκευαστές υφίσταντο την επιβάρυνση για τα χρησιμοποιήσιμα και καταναλώσιμα ως είχαν προϊόντα που περιείχαν αλκοόλη εξαιρεθείσα του μονοπωλίου, το σχετικό βάρος τουλάχιστον εξισορροπείτο από τη φορολογική επιβάρυνση που επιβαλλόταν στα ομοειδή προϊόντα που εισάγονταν από τα άλλα κράτη μέλη. Το γεγονός ότι οι εν λόγω περιορισμοί η όροι αντέβαιναν ενδεχομένως προς τη Συνθήκη δεν μπορεί να προβληθεί επωφελώς από την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, αφού το ζήτημα του κύρους των εν λόγω περιορισμών εν όψει του κοινοτικού δικαίου δεν υποβλήθηκε ποτέ στο Δικαστήριο ούτε με απευθείας προσφυγή ούτε με την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος.
Η ίδια συλλογιστική ισχύει και ως προς την προβαλλόμενη διάκριση την οφειλόμενη στο γεγονός ότι οι γαλλικές εξαιρούμενες του μονοπωλίου αλκοόλες ή τα γαλλικά οινοπνευματώδη ποτά που περιείχαν τέτοια αλκοόλη ήταν λιγότερο ανταγωνιστικά στις εξωτερικές αγορές μετά την εισαγωγή της εν λόγω επιβαρύνσεως: στην περίπτωση εξαγωγής των προϊόντων αυτών, η επιβάρυνση που επιβαλλόταν στην εγχώρια εξαιρεθείσα του μονοπωλίου αλκοόλη που περιεχόταν σ' αυτά δεν εισπράττετο ή επιστρεφόταν.
VI —
1.
Ενώ η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι υφίσταται εις βάρος της διάκριση σε σχέση με τους ημεδαπούς εισαγωγείς «αποσταγμάτων αχλαδιού William»(υπόθεση 86/78), παραπονείται, στα πλαίσια της υποθέσεως 119/78, ότι τυγχάνει δυσμενούς μεταχειρίσεως σε σχέση με τους ημεδαπούς παρασκευαστές λικέρ, παραγωγούς αυθεντικού Cointreau. Φαίνεται — και το διατυπώνω με προσοχή επειδή δεν υπάρχει καμία επί πλέον πληροφορία στο φάκελο — ότι είχε πρόθεση να προχωρήσει σε «αναδιύλιση της αλκοόλης», η οποία δεν είναι μία απλή μετατροπή, αφού η αναδιύλιση αλκοολούχων υγρών αναλύεται στην εκ νέου διύλιση η οποία καταλήγει στην παρασκευή διαφορετικών προϊόντων κατά την έννοια της γαλλικής ρυθμίσεως ή σε εκ νέου διύλιση πρώτων υλών για την παραγωγή ή την παρασκευή μιας νέας ανακαθαρισμένης αλκοόλης υψηλής περιεκτικότητας. Όμως, η παραγωγή των ανακαθαρισμένων αλκοολών υψηλής περιεκτικότητας διατίθεται υποχρεωτικά στο κράτος δυνάμει του άρθρου 358 του Γενικού Φορολογικού Κώδικα για τον οποίο έκανα λόγο προηγουμένως.
Επομένως, η κυρία δίκη δεν είναι άσχετη προς την υπόθεση Miritz. Στην περίπτωση εκείνη επρόκειτο για ορισμένη ποσότητα αποσταγμάτων φλοιών εσπεριδοειδών ή συμπυκνωμένων εκχυλισμάτων διαφόρων αρωματικών ουσιών σε διάλυμα αλκοόλης που εισάγονταν από την Ιταλία, προϊόντων υπαγομένων στη δασμολογική κλάση 33.04, τα οποία χρησιμεύουν ως βάση για την παρασκευή ποτών της κλάσεως 22.06. Στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ίσχυε απαγόρευση εισαγωγής πριν από τη θέσπιση ενός νόμου της 23ης Δεκεμβρίου 1970, και το γερμανικό μονοπώλιο είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να εισάγει την αιθυλική αλκοόλη και τα προϊόντα που την περιέχουν. Πριν από την έκδοση του εν λόγω νόμου, η λειτουργία της γερμανικής αντισταθμιστικής εισφοράς εξασφαλιζόταν χάρη στο αποκλειστικό αυτό δικαίωμα το οποίο στην πράξη σήμαινε απαγόρευση εισαγωγής, εξαιρουμένων ορισμένων προϊόντων. Σε αντίθεση, όμως, προς ό, τι συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, το επίμαχο σημείο δεν ήταν η απαγόρευση εμπορίας του προϊόντος, αλλά η ανάκτηση του ποσού της εξισωτικής εισφοράς που θέσπισε η γερμανική νομοθεσία βάσει της περιεκτικότητας του εμπορεύματος σε αλκοόλη.
Κατά την προσφεύγουσα της κυρίας δίκης, επρόκειτο όχι για αλκοολογόνες (εμβαπτισμένες) πρώτες ύλες, αλλά για αλκοολούχες (εμβαπτισμένες) πρώτες ύλες που προορίζονταν για την παραγωγή αλκοολών ή αποσταγμάτων. Πράγματι, φρούτα των οποίων η ζύμωση διακόπηκε λόγω της εμβαπτίσεώς τους σε αλκοόλη υψηλού βαθμού δεν είναι αλκοολογόνες πρώτες ύλες: πρόκειται για αλκοολική διαβροχή. Αλλά, στην περίπτωση αυτή, θα επρόκειτο για προϊόν στο οποίο θα είχε γίνει προσθήκη μη μετουσιωμένης αιθυλικής αλκοόλης κάτω των 80o, γεωργικής προελεύσεως, προϊόν υπαγόμενο στην κλάση 22.09 Β, «σύνθετα αλκοολούχα παρασκευάσματα (καλούμενα “συμπεπυκνωμένα εκχυλίσματα”)», τα οποία προβλέπεται ότι θα πρέπει να διέπονται από τη μέλλουσα κοινή οργάνωση των αγορών.
Τίθεται, επομένως, όπως και στην παρούσα υπόθεση, ένα προκαταρκτικό ζήτημα κατατάξεως.
Δεν υφίσταται ακόμα κοινοτική έννοια του όρου αλκοολούχες ή αλκοολογόνες «πρώτες ύλες». Εξάλλου, στην απόφαση Hansen της 10ης Οκτωβρίου 1978 το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«Κατά το παρόν στάδιο εξελίξεως του και ελλείψει ενοποιήσεως ή εναρμονίσεως των σχετικών διατάξεων, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να παρέχουν φορολογικά πλεονεκτήματα, με τη μορφή φορολογικών απαλλαγών ή μειώσεων, σε ορισμένα είδη αλκοολών ή σε ορισμένες κατηγορίες παραγωγών οι φορολογικές διευκολύνσεις του είδους αυτού μπορούν, στην πραγματικότητα, να εξυπηρετούν θεμιτούς οικονομικούς ή κοινωνικούς σκοπούς, όπως η χρησιμοποίηση από τα αποστακτήρια ορισμένων πρώτων υλών, η διατήρηση της παραγωγής τυποποιημένων αλκοολών υψηλής ποιότητας, ή η διατήρηση ορισμένων κατηγοριών εκμεταλλεύσεων, όπως τα γεωργικά αποστακτήρια» (σκέψη 16).
«Στο πλαίσιο αυτό είναι δυνατό να ανακύψουν λεπτά ζητήματα ίσης μεταχειρίσεως, εν όψει των παραγόντων προς τους οποίους οι διάφορες εθνικές νομοθεσίες έχουν συνδέσει τη χορήγηση των υπό συζήτηση φορολογικών πλεονεκτημάτων, όπως η φύση των πρώτων υλών, τα τεχνικά χαρακτηριστικά των εγκαταστάσεων, οι μέθοδοι αποστάξεως, οι ειδικοί όροι επιβολής των φορολογικών επιβαρύνσεων και οι μέθοδοι του φορολογικού ελέγχου» (σκέψη 18).
Το εθνικό δικαστήριο απεφάνθη ότι «τα διαβρεχόμενα εντός αλκοόλης πορτοκάλια» για τα οποία πρόκειται, ως προοριζόμενα για απόσταξη, είναι πρώτες ύλες κατά την έννοια του άρθρου 268 του παραρτήματος II, φαίνεται δε ότι η διοίκηση αρνείται τη χορήγηση της αιτουμένης από την προσφεύγουσα αδείας, επειδή τα φρούτα έχουν εμπλουτισθεί με αλκοόλη άλλη από τη γεωργική αλκοόλη εγχώριας προελεύσεως: πρόκειται για αλκοόλη προερχόμενη από τρίτες χώρες ή για αλκοόλη παρασκευασμένη σε κράτος μέλος από πρώτες ύλες προερχόμενες από το εν λόγω κράτος μέλος ή από τρίτες χώρες, των οποίων όμως δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα η φύση και η χώρα παραγωγής.
2.
Υπενθυμίζω ότι στη Γαλλία, κατά το άρθρο 268 του παραρτήματος II του Γενικού Φορολογικού Κώδικα:
1)
επιτρέπεται η απόσταξη εισαγομένων νωπών φρούτων πλην των μήλων, αχλαδιών και σταφυλιών
2)
απαγορεύεται η απόσταξη εισαγομένων νωπών μήλων, αχλαδιών και σταφυλιών
3)
απαγορεύεται η απόσταξη άλλων εισαγομένων «πρώτων υλών».
Ήδη από την αρχή, πρέπει να εκφράσω ορισμένες αμφιβολίες για το αν η απαγόρευση αποστάξεως νωπών φρούτων, τουλάχιστον όσον αφορά τα αχλάδια, συμβιβάζεται προς τις διαρκείς δημοπρασίες που διενεργούνται από τον Ιταλικό Οργανισμό Παρεμβάσεως (ΑΙΜΑ) για τη διάθεση αχλαδιών που έχουν αποσυρθεί από την αγορά στις βιομηχανίες αποστάξεως, σαν αυτήν για την οποία εκδόθηκε η ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 10ης Ιουνίου 1978, ενώ ο κανονισμός 1562/70 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 1970, βάσει του οποίου οργανώθηκε μια τέτοια δημοπρασία, προβλέπει «την ίση μεταχείριση όλων των ενδιαφερομένων στην Κοινότητα» και την παροχή σε «κάθε βιομηχανία» της δυνατότητας «να υποβάλει προσφορά», υπό τον όρο ότι το προϊόν που κατοχυρώνεται θα μετατραπεί σε αλκοόλη με τίτλο άνω των 80o.
3.
Ωστόσο, το εθνικό δικαστήριο διαπίστωσε ότι, αφού διαβρεγμένα σε αλκοόλη πορτοκάλια εισάγονται, η αδυναμία αποστάξεώς τους θέτει θέμα παραβιάσεως της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στην κοινή αγορά και της απαγορεύσεως οποιασδήποτε διακρίσεως μεταξύ υπηκόων των κρατών μελών (άρθρο 37).
Κατά συνέπεια, και αν ακόμα αναγνωριζόταν στην προσφεύγουσα το δικαίωμα να εισάγει το υπό κρίση προϊόν — και η διοίκηση δέχεται ότι θεωρητικά έχει αυτό το δικαίωμα — δεν θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει όπως επιθυμεί.
Η διατύπωση του ερωτήματος που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο είναι κάπως ασαφής. Το άρθρο 10 αφορά τα προϊόντα που προέρχονται από τρίτες χώρες και τελούν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός κράτους μέλους, δεν αντιλαμβάνομαι δε κατά τι συμβάλλει το αναφερόμενο στο εν λόγω άρθρο ερώτημα για την επίλυση της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου εκκρεμούσης διαφοράς, εκτός εάν υποτεθεί ότι έχει γίνει «εκτροπή του εμπορίου» απο την Ιταλία, αν π.χ. τα πορτοκάλια προέρχονταν στην πραγματικότητα από την Ισπανία και είχαν υποστεί προσθήκη αλκοόλης, είτε στην Ισπανία, είτε στην Ιταλία, ανεξαρτήτως του αν η εν λόγω αλκοόλη προέρχεται από ιταλικές ή αλλοδαπές πρώτες ύλες. Επομένως, το ερώτημα θα πρέπει να διατυπωθεί εκ νέου ως εξής: Αντίκεινται τα άρθρα 10 και 37 ή οποιαδήποτε άλλη διάταξη της Συνθήκης σε εθνικό μέτρο που απαγορεύει την απόσταξη σε κάποιο κράτος μέλος πρώτων υλών που έχουν παραχθεί σε άλλο κράτος μέλος ή έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στο κράτος αυτό κατόπιν εισαγωγής από τρίτες χώρες;
Η προσφεύγουσα της κυρίας δίκης συνάγει από τη νομολογία στην υπόθεση Miritz ότι η απαγόρευση αποστάξεως πρώτων υλών (αλκοολούχων), σε συνδυασμό με την ύπαρξη του μονοπωλίου, εμποδίζει την εισαγωγή των πρώτων αυτών υλών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη και, ως εκ τούτου, συνιστά διάκριση στο βαθμό που οι ίδιες πρώτες ύλες είναι δυνατόν να υποβάλλονται ελεύθερα σε απόσταξη εφόσον είναι γαλλικής προελεύσεως. Εφόσον έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία μετά την εισαγωγή τους από τρίτες χώρες, οι εν λόγω ύλες έχουν υποβληθεί στους δασμούς ή τις εισφορές που προβλέπονται στην κλάση 20.06 Β I και η προσφεύγουσα θα ήθελε να έχει τη δυνατότητα να προβαίνει ελεύθερα στην απόσταξη αυτού που αποκαλεί «σύνθετα οινοπνευματώδη», χωρίς να απαλλάσσεται της καταβολής του «δασμού καταναλώσεως».
Στο σημείο αυτό ανακύπτει και πάλι το ίδιο ερώτημα: η κατάργηση της απαγορεύσεως αυτής δεν θα είχε, τελικά, ως συνέπεια την εξάλειψη, τουλάχιστον εν μέρει, του μονοπωλίου, καθ' ην στιγμή το άρθρο 37 επιτάσσει απλώς τη διαρρύθμισή του, υπό τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 4; Δεν μπορώ παρά να επαναλάβω τις αμφιβολίες που εξέφρασα ανωτέρω. Υπενθυμίζω επί πλέον ότι, δεδομένου ότι πρόκειται για αλκοόλη χρησιμοποιήσιμη ως έχει ή περιεχόμενη σε άλλα προϊόντα, που εισάγεται από χώρες που δεν είναι μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, βρίσκουν εφαρμογή οι διατάξεις της οδηγίας 69/74 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1969, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν το καθεστώς της τελωνειακής αποταμιεύσεως, καθώς και οι διατάξεις της οδηγίας 71/235 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1971, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις συνήθεις εργασίες οι οποίες είναι δυνατόν να πραγματοποιούνται στις τελωνειακές αποθήκες και στις ελεύθερες ζώνες.
Και αν ακόμα, όπως προτείνει η Επιτροπή, εξετασθεί το ζήτημα υπό το πρίσμα της γενικής ρυθμίσεως των άρθρων 30 και επόμενα της Συνθήκης, θα πρέπει, για να θεωρηθεί η επίδικη απαγόρευση αδικαιολόγητη, να μην ισχύει για τα «ομοειδή» εγχώρια προϊόντα ώστε τα τελευταία να επιτρέπεται να αποτελούν το αντικείμενο ελεύθερης εμπορικής δραστηριότητας. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει αν πράγματι συμβαίνει κάτι τέτοιο.
Στην περίπτωση αυτή και εφόσον οι υπό κρίση «πρώτες ύλες» δεν αποτελούν «σύνθετο αλκοολούχο παρασκεύασμα» της κλάσεως 22.09, η απαγόρευση αποστάξεως πορτοκαλιών διαβρεγμένων σε αλκοόλη που προέρχονται από την Ιταλία ή προέρχονται από τρίτες χώρες αλλά έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ιταλία θεωρώ ότι είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
4.
Αρχικά, τα φρούτα που υποβάλλονταν σε επεξεργασία ή συντηρούνταν με αλκοόλη δεν υπάγονταν στην κοινή οργάνωση των αγορών φρούτων και λαχανικών. Ομοίως, τα υποβαλλόμενα σε άλλη επεξεργασία ή συντήρηση φρούτα, με ή χωρίς την προσθήκη αλκοόλης και με προσθήση σακχάρεως δεν καλύπτονταν από την οδηγία 66/683 της Επιτροπής, της 7ης Νοεμβρίου 1966, περί καταργήσεως οιασδήποτε διαφοράς μεταχειρίσεως μεταξύ των εγχωρίων προϊόντων και των προϊόντων για τα οποία, δυνάμει των άρθρων 9 και 10 της Συνθήκης, πρέπει να ισχύσει η ελεύθερη κυκλοφορία. Εν πάση περιπτώσει, η οδηγία αυτή, δυνάμει του άρθρου της 3, δεν έβρισκε εφαρμογή επί των διατάξεων που εκδίδονταν βάσει του άρθρου 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης ή εντάσσονταν στο πλαίσιο εθνικής οργανώσεως γεωργικής αγοράς. Το άρθρο 5 της οδηγίας 70/50 της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1969, έχει το αυτό περιεχόμενο.
Όμως, τα «διαβρεγμένα σε αλκοόλη πορτοκάλια» καλύπτονται από τον κανονισμό 516/77 του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 1977, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των μεταποιημένων οπωροκηπευτικών και, εκτός αντιθέτων διατάξεων ή παρεκκλίσεως αποφασιζομένης από το Συμβούλιο προτάσει της Επιτροπής, η υπό κρίση απαγόρευση αποστάξεως είναι αντίθετη, από την 1η Απριλίου 1977, προς το άρθρο 13, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού.
Προτείνω να δοθεί στα υποβληθέντα ερωτήματα η εξής απάντηση:
Το Μάρτιο του 1977, η έννοια της «διακρίσεως μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως» κατά την έννοια του άρθρου 37 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν αναφερόταν στην είσπραξη υπέρ κρατικού μονοπωλίου ενός ποσού επιβαρύνσεως καταβαλλομένου έναντι της εκ νέου παραχωρήσεως του δικαιώματος διαθέσεως, ποσού το οποίο βαρύνει ορισμένες αλκοολούχες πρώτες ύλες, όταν το δικαίωμα ελεύθερης διαθέσεώς τους αφήνεται στους παραγωγούς και στην καταβολή του οποίου υπόκεινται επίσης τα ομοειδή προϊόντα τα προερχόμενα από τα άλλα κράτη μέλη, ούτε στην απαγόρευση αποστάξεως που ίσχυε σε ένα κράτος μέλος αδιακρίτως τόσο για τις πρώτες ύλες που προέρχονταν από τρίτη χώρα και είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος όσο και για τις εγχώριες πρώτες ύλες του αυτού είδους.
( *1 ) ΓΛΏΣΣΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΤΫΠΟΥ: Η ΓΑΛΛΙΚΉ.
Full & Egal Universal Law Academy