ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
FRANCESCO CAPOTORTI
της 16ης Ιανουαρίου 1979 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Τα προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν στην υπό κρίση υπόθεση οφείλονται και αυτή τη φορά στο γερμανικό μονοπώλιο της αποσταγμένης αλκοόλης. Πρέπει, καταρχάς, να υπομνηστεί ότι, κατόπιν των εκδοθεισών από το Δικαστήριο αποφάσεων, της 17ης Φεβρουαρίου 1976, επί των υποθέσεων 45/75 (Rewe) και 91/75 (Miritz), η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, με το νόμο της 2ας Μαΐου 1976, τροποποίησε το σύστημα περί αλκοόλης και ελευθέρωσε, μεταξύ άλλων, τις εισαγωγές της, καταργώντας σχετικώς το αποκλειστικό δικαίωμα του μονοπωλίου. Αυτό συνετέλεσε σε άμεση αύξηση των εισαγωγών και σε αισθητή μείωση των τιμών πωλήσεως της αλκοόλης στη γερμανική αγορά. Πράγματι, το εθνικό μονοπώλιο, υποκείμενο εφεξής στον ανταγωνισμό προϊόντων, ελευθέρως εισαγομένων, αναγκάστηκε να μειώσει τις τιμές του πωλήσεως από 333 DM (γερμανικά μάρκα) ανά εκατόλιτρο αιθυλικής αλκοόλης σε 183 DM από τις 23 Φεβρουαρίου 1977, και σε 115 DM από τις 15 Ιουνίου 1977. Οι υψηλές τιμές αγοράς που εφάρμοζε το μονοπώλιο για τα αποστάγματα διατηρήθηκαν, ωστόσο, αμετάβλητες, πράγμα που θα αποτελούσε σοβαρή αιτία ελλείμματος του προϋπολογισμού του μονοπωλίου, στην περίπτωση που ο προαναφερθείς νόμος της 2ας Μαΐου 1976 δεν θα είχε προβλέψει την αύξηση του φόρου καταναλώσεως των αποσταγμάτων, ορίζοντάς τον σε 1500 έως 1650 DM ανά εκατόλιτρο. Εντούτοις, οι χρησιμοποιούντες αλκοόλη του μονοπωλίου και του αποστάγματος σιτηρών που δεν διατίθεται στο εμπόριο απευθείας από τον παραγωγό δεν περιελήφθησαν σ' αυτή την αύξηση. Με το νόμο της 5ης Ιουλίου 1976, ο φόρος καταναλώσεως υπέστη νέα αύξηση και ορίστηκε σε 1950 DM ανά εκατόλιτρο από 1ης Ιανουαρίου 1977.
Πρέπει να υπομνηστεί ότι αυτή η φορολογία εμφανίζεται υπό τρεις διαφορετικές μορφές, ήτοι:
α)
υπό τη μορφή του φόρου επί της κατά κυριολεξίαν αλκοόλης (Branntwein-steuer) που αφορά την αλκοόλη εσωτερικής παραγωγής που διατίθεται στο εμπόριο από το ομοσπονδιακό μονοπώλιο·
β)
υπό τη μορφή πρόσθετου φόρου επί της αλκοόλης (Branntweinaufschlag) που εφαρμόζεται επί αλκοόλης εσωτερικής παραγωγής, απηλλαγμένης της υποχρε ώσεως να παραδοθεί στο ομοσπονδιακό μονοπώλιο και, κατά συνέπεια, και επί της αλκοόλης που δεν παραδίδεται κατά παράβαση της εν λόγω υποχρεώσεως-
γ)
υπό τη μορφή αντισταθμιστικού τέλους υπέρ του μονοπωλίου (Monopolausglei-chsteuer) που αφορά την εισαγόμενη αλκοόλη.
Κατά την προαναφερθείσα γερμανική κανονιστική ρύθμιση, το ύψος του υπέρ του μονοπωλίου αντισταθμιστικού τέλους είναι ίσο προς το ύψος του φόρου επί της αλκοόλης και του πρόσθετου φόρου που εφαρμόζεται στη μη παραδιδόμενη στο μονοπώλιο αλκοόλη ή στην απηλλαγμένη της υποχρεώσεως παραδόσεως. Εντούτοις, για την αλκοόλη εσωτερικής παραγωγής, το ύψος του πρόσθετου φόρου δεν είναι πάντοτε το ίδιο. Πράγματι, αν πρόκειται περί αλκοόλης παραγόμενης στη Γερμανία από αποστακτήρια υπαγόμενα σε κατ' αποκοπήν φορολογία ή από αποστακτήρια «σφραγισμένα», των οποίων η ετήσια παραγωγή δεν υπερβαίνει τα 4 εκατόλιτρα αιθυλικής αλκοόλης ή από αποστακτήρια συνεταιρισμών φρούτων ή, τέλος, (εντός ορισμένων ορίων) από αυτόν που συγχρόνως είναι κύριος της πρώτης ύλης, προβλέπεται μείωση κατά 21 % τουλάχιστον και κατά 30,5 % κατ' ανώτατο όριο ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη πρώτη ύλη. Όσον αφορά, αντιθέτως, την εισαγόμενη αλκοόλη, η μείωση του αντισταθμιστικού τέλους δεν παρέχεται παρά στην αλκοόλη που έχει παραχθεί βάσει φρούτων από αποστακτήρια των οποίων η ετήσια παραγωγή δεν είναι ανώτερη των 4 εκατολίτρων αιθυλικής αλκοόλης.
Κατόπιν αυτού, θα εξετάσω την προκειμένη περίπτωση. Η προσφεύγουσα στην εκκρεμούσα ενώπιον του Finanzgericht του Αμβούργου διαδικασία είναι η επιχείρηση Hansen του Flensburg, κυρία αποστακτηρίου αλκοόλης και εισαγωγέας αλκοόλης από άλλα κράτη μέλη και τρίτες χώρες. Η διοίκηση των γερμανικών τελωνείων της ζήτησε να καταβάλει το αντισταθμιστικό τέλος υπέρ του μονοπωλίου επί ορισμένων ποσοτήτων εισαχθείσας από την προσφεύγουσα αλκοόλης και που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, η επιχείρηση Hansen, όμως, αμφισβήτησε τον υπολογισμό του φόρου στον οποίο προέβη το τελωνείο του Flensburg, θεωρώντας ότι το φορολογικό καθεστώς που θέσπισε ο νόμος της 2ας Μαΐου 1976 ήταν ασυμβίβαστο προς τα άρθρα 37 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το ασυμβίβαστο προκύπτει από το ότι ο φόρος καταναλώσεως που βαρύνει την εισαγόμενη αλκοόλη είναι υψηλότερος από αυτόν που πλήττει μέρος της παραγόμενης στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αλκοόλης, χάρη στο προεκτεθέν σύστημα μειώσεως του πρόσθετου φόρου επί της αλκοόλης.
Ενώπιον του γερμανικού δικαστηρίου, η επιχείρηση Hansen υποστήριξε επίσης ότι η είσπραξη του φόρου καταναλώσεως είχε ως αποκλειστικό σκοπό να χρηματοδοτήσει δραστηριότητες που απέβλεπαν στο να ευνοήσουν τους εγχώριους παραγωγούς για τους οποίους πρόκειται: έτσι, παραβιάσθηκε η απαγόρευση επιβολής φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Η ίδια επιχείρηση θεωρεί, επίσης, ότι η έκδοση του νόμου της 2ας Μαΐου 1976 συνιστά παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά το ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία εκπροθέσμως πληροφόρησε την Επιτροπή περί της αυξήσεως των επιβληθέντων στην αλκοόλη φόρων.
Στο πλαίσιο αυτής της διαφοράς, το Finanzgericht του Αμβούργου, με Διάταξη της 22ας Μαρτίου 1978, υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«I
Συνιστά το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ, σε σχέση με τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ, ειδικό νόμο (lex specialis) υπό την έννοια ότι τα κρατικά μέτρα που αφορούν την κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών και, ενδεχομένως, το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών, πρέπει να εκτιμώνται και σε σχέση με το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ, όταν τα εν λόγω κρατικά μέτρα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, μια ενίσχυση;
II.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
1.
Έχει το άρθρο 37, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, σε συνδυασμό με την παράγραφο 1, πρώτο εδάφιο, το οποίο απαγορεύει οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, την έννοια ότι αφορά και τα κρατικά μέτρα που επιβάλλουν για τα εισαγόμενα προϊόντα και για τα εγχώρια προϊόντα ενιαία αύξηση του φόρου καταναλώσεως, του οποίου η απόδοση, εγγραφόμενη στο γενικό προϋπολογισμό εμμέσως προορίζεται στο να αντισταθμίσει τις ζημίες κρατικού μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα, οι οποίες προκύπτουν από την καταβολή σε ορισμένους παραγωγούς τιμής υπερβολικής σε σχέση με τις ισχύουσες στο εσωτερικό της Κοινότητας συνθήκες αγοράς και από την ταυτόχρονη μείωση των τιμών πωλήσεως των εν λόγω προϊόντων, αγορασθέντων σε υπερβολικές τιμές;
2.
Έχει το άρθρο 37, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο απαγορεύει τη λήψη μέτρων που περιορίζουν την έκταση εφαρμογής των άρθρων των σχετικών με την κατάργηση των δασμών, την έννοια ότι αφορά και τα μέτρα του είδους που περιγράφονται στο ερώτημα II, 1;
3.
Παρέχει το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ άμεσα δικαιώματα, τα οποία τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διασφαλίζουν, στο θιγόμενο από αύξηση του φόρου καταναλώσεως που πλήττει κατά τον ίδιο τρόπο τα εισαγόμενα και τα εγχώρια προϊόντα, όταν αυτή η φορολογική αύξηση, λαμβανόμενη μεμονωμένως, συμβιβάζεται ασφαλώς με τη Συνθήκη ΕΟΚ, σε συνδυασμό, όμως, με άλλα μέτρα καθίσταται ασυμβίβαστη προς την εν λόγω Συνθήκη;
4.
Εκτείνεται το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 37 της Συνθήκης ΕΟΚ και στα μέτρα που αφορούν την εισαγωγή εμπορευμάτων προελεύσεως τρίτων χωρών και, σε ενδεχομένη περίπτωση, υπό ποίους όρους;
III.
Στην περίπτωση κατά την οποία η είσπραξη του φόρου καταναλώσεως συνιστά φόρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμό ή κατά την οποία στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 37 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εμπίπτουν οι εισαγωγές προελεύσεως τρίτων χωρών: παρέχει το άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως του Συμβουλίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1970 περί της συνδέσεως των υπεροπο-ντίων χωρών και εδαφών με την Κοινότητα (EE L 282/83) άμεσα δικαιώματα, τα οποία τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να διασφαλίζουν;»
Οι αμφιβολίες του παραπέμποντος δικαστηρίου, ως προς το αν το ισχύον στη Γερμανία καθεστώς της αλκοόλης συμβιβάζεται με τη Συνθήκη ΕΟΚ, προκύπτουν όχι μόνον από την ευνοϊκότερη φορολογική μεταχείριση, της οποίας τυγχάνει ορισμένο είδος εγχώριας αλκοόλης, σε σχέση με την εισαγόμενη αλκοόλη, αλλά και από γενικότερη αιτία, σχετική με την ίδια τη λειτουργία του γερμανικού μονοπωλίου της αποσταγμένης αλκοόλης. Κατά το παραπέμπον δικαστήριο, αυτό το μονοπώλιο δεν οργανώθηκε, κατά τρόπο που να εμφανίζει απλώς τα χαρακτηριστικά εθνικής οργανώσεως αγοράς. Ασκεί αρνητική επιρροή επί του εμπορίου και επί του ανταγωνισμού λόγω της συνδυασμένης ενεργείας των εξής παραγόντων: υποχρέωση πωλήσεως στο μονοπώλιο ορισμένης αλκοόλης και δυνατότητα πωλήσεως άλλης αλκοόλης σε τιμές αγοράς εγγυημένες στους παραγωγούς στις δύο περιπτώσεις καθορισμός της τιμής πωλήσεως στο κοινό κάτω του κόστους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υποστηρίζει τεχνητά την ανταγωνιστική ικανότητα εγχωρίων προϊόντων, σε σχέση με τα προϊόντα των άλλων κρατών μελών, ενώ μπορεί να υποτεθεί ότι, αν δεν υφίστατο το μονοπώλιο, ένα μέρος της εγχώριας παραγωγής θα έπρεπε να εξαφανιστεί από την αγορά.
2.
Ως προς το πρώτο ερώτημα, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η διατύπωσή του εγείρει ορισμένες αμφιβολίες: αυτό είναι ακόμα πιο ενοχλητικό διότι το σύνολο των προβλημάτων που θέτει το δεύτερο ερώτημα εξαρτάται από το αν θα δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Στην πραγματικότητα, όταν ο εθνικός δικαστής ερωτά αν το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ είναι «lex specialis» σε σχέση με τα άρθρα 92 και 93, φαίνεται να υποθέτει εφαρμογή του άρθρου 37 που θα είχε προτεραιότητα επί της τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 92 και του άρθρου 93 και ότι, ενδεχομένως, θα παρεξέκλινε από αυτές τις διατάξεις. Όταν όμως ο ίδιος δικαστής διευκρινίζει ότι αναφέρεται σε «εθνικά μέτρα που ασκούν επιρροή επί του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών και, ενδεχομένως, μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών», μέτρα που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, επιδοτήσεις, και ζητεί να πληροφορηθεί αν πρέπει να εκτιμηθούν επίσης υπό την έννοια του άρθρου 37, το πρόβλημα εμφανίζεται υπό νέα μορφή: πράγματι, εννοείται ότι τα μέτρα του εξεταζόμενου είδους εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 92 και 93 και το τεθέν πρόβλημα είναι μόνον αν, παράλληλα προς αυτά τα άρθρα, πρέπει να λαμβάνεται επίσης υπόψη και το άρθρο 37, όταν οι επιδοτήσεις συνδέονται με σύστημα κρατικού μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα. Σε τελευταία ανάλυση, αυτό που μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα είναι ότι ο Γερμανός δικαστής εγείρει το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ του άρθρου 37, αφενός, και των άρθρων 92 και 93, αφετέρου: κατά τη γνώμη μου, πρέπει να εξεταστεί αυτό το θέμα γενικά και στη συνέχεια να εξεταστούν τα διάφορα σημεία που συνθέτουν το δεύτερο ερώτημα.
Αρχίζω τονίζοντας ότι, στις διατάξεις του άρθρου 37 δεν μπορεί ασφαλώς να δοθεί η ερμηνεία ότι παρεκκλίνουν από τις διατάξεις που αφορούν τον τομέα των χορηγούμενων από τα κράτη ενισχύσεων. Ο προσανατολισμός του άρθρου 37 είναι σύμφωνος με ορισμένες βασικές αρχές της Συνθήκης ΕΟΚ: απαγόρευση διακρίσεων μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, κατάργηση των δασμών και των ποσοτικών περιορισμών. Η ενδεχόμενη παρέκκλιση από άλλη βασική αρχή (προστασία της ελευθερίας ανταγωνισμού, με τους αντίστοιχους περιορισμούς των κρατικών ενισχύσεων) θα απαιτούσε ρητή ρήτρα, η οποία αντιθέτως ελλείπει. Κατά συνέπεια, τα κράτη, ακόμα και αν χρησιμοποιούν εμπορικά μονοπώλια για να χορηγούν ενισχύσεις σε ορισμένες επιχειρήσεις, εξακολουθούν να υπόκεινται πλήρως στις διατάξεις των άρθρων 92 και 93.
Κατόπιν αυτού, πρέπει, ωστόσο, να υπομνηστεί ότι, όταν πρόκειται περί κρατικών ενισχύσεων χορηγούμενων μέσω μονοπωλίου για να διευκολυνθεί το εμπόριο γεωργικών προϊόντων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το άρθρο 42 της Συνθήκης, κατά το οποίο «οι διατάξεις του κεφαλαίου του σχετικού με τους κανόνες του ανταγωνισμού δεν εφαρμόζονται στην παραγωγή και στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων, παρά μόνο κατά το μέτρο που ορίζεται από το Συμβούλιο …». Και, με τον κανονισμό 26 της 4ης Απριλίου 1962, το Συμβούλιο αποφάσισε (στο άρθρο 4) ότι οι διατάξεις του άρθρου 93, παράγραφος 1 και παράγραφος 3, πρώτη πρόταση της Συνθήκης, «εφαρμόζονται στις ενισχύσεις τις χορηγούμενες για την παραγωγή ή την εμπορία των προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρυημα II της Συνθήκης».
To άρθρο 92 δεν αναφέρεται στην πραγματικότητα στον κανονισμό. Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 93, παράγραφος 1, αναθέτει στην Επιτροπή, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, να εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη αυτά και έχει, επιπλέον, την ευχέρεια να τους προτείνει «τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη και η λειτουργία της κοινής αγοράς». Ως προς την πρώτη πρόταση της παραγράφου 3, αυτή υποχρεώνει ασφαλώς τα κράτη να ενημερώνουν εγκαίρως την Επιτροπή περί των σχεδίων που τείνουν στη θέσπιση ή στην τροποποίηση ενισχύσεων, στο κοινοτικό θεσμικό όργανο, όμως, παρέχει μόνο την εξουσία να διατυπώνει σχετικώς τις παρατηρήσεις του.
Μπορεί από αυτό να συναχθεί ότι στο γεωργικό τομέα οι ουσιαστικοί περιορισμοί της εξουσίας των κρατών να χορηγούν ενισχύσεις, τους οποίους ορίζει το άρθρο 92, και η συνακόλουθη απονομή στην Επιτροπή της εξουσίας να εκδίδει αποφάσεις δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, παραμένουν πάντοτε άνευ αποτελέσματος;
Η Επιτροπή απάντησε κατ' αυτή την έννοια, στις 9 Δεκεμβρίου 1976, στο κοινοβουλευτικό ερώτημα 543/76 το σχετικό με την αναδιοργάνωση του εν λόγω μονοπωλίου (GU C 23 της 31.1.1977, σ. 12).
Εντούτοις μου φαίνεται ότι υφίστανται βάσιμοι λόγοι ώστε να αμφιβάλλει κανείς ότι αυτή η ερμηνεία συμβιβάζεται με το κοινοτικό σύστημα.
Στην εκδοθείσα στις 10 Δεκεμβρίου 1974 απόφαση επί της υποθέσεως 48/74, Charmasson (Raccolta 1974, σ. 1394), το Δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι παρεκκλίσεις που μια εθνική οργάνωση αγοράς μπορεί να θεσπίσει, εντός των απαραίτητων για τη λειτουργία της ορίων, «από τους γενικούς κανόνες της Συνθήκης» περιορίζονται εν πάση περιπτώσει στη μεταβατική περίοδο. Κατά τη λήξη αυτής της περιόδου, στην περίπτωση κατά την οποία μια κοινή οργάνωση αγοράς δεν έχει δημιουργηθεί στον τομέα των προϊόντων που έχουν ήδη υπαχθεί στην εθνική οργάνωση αγοράς, η τελευταία δεν μπορεί πλέον να λειτουργεί παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της Συνθήκης.
Παρόλον ότι σ' εκείνη την υπόθεση το πρόβλημα είχε κυρίως τεθεί σε σχέση με την απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, οι χρησιμοποιηθέντες γενικοί όροι στις σκέψεις της αποφάσεως και η λογική του ακολουθούντος αυτές τις σκέψεις συλλογισμού επιτρέπουν τη σκέψη ότι, η υποχρέωση μιας εθνικής οργανώσεως αγοράς να ενεργεί σύμφωνα με τη Συνθήκη δεν περιορίζεται στον τομέα των ποσοστώσεων. Πράγματι, η απόφαση Charmasson αναφέρθηκε ευρύτερα στην ανάγκη «προσαρμογής της εθνικής οργανώσεως στους προβλεπόμενους για την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς κανόνες» μεταξύ αυτών αναφέρονται ασφαλώς και οι απαγορεύσεις των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς και οι φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς. Σε άλλες υποθέσεις, το Δικαστήριο τόνισε το ότι αυτές οι απαγορεύσεις και η απαγόρευση φορολογικών διακρίσεων που θεσπίζει το άρθρο 95 της Συνθήκης αλληλοσυμπληρώνονται κατά συνέπεια, φαίνεται λογικό να θεωρηθεί ότι αυτή η διάταξη εφαρμόζεται εφεξής και στον τομέα της γεωργίας, ανεξαρτήτως της υπάρξεως κοινής οργανώσεως αγοράς.
Εξετάζοντας το αν, στο γεωργικό τομέα, έχουν εφαρμογή τα άρθρα 92 και 93, πρέπει να σημειωθεί ότι, στους διάφορους κανονισμούς περί θεσπίσεως κοινών οργανώσεων αγοράς, αναφέρεται διάταξη που ορίζει ότι αυτά τα άρθρα εφαρμόζονται στους διεπόμενους από έναν έκαστο των εν λόγω κανονισμών τομείς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να ιδρυθεί κοινή οργάνωση αγοράς για κάθε γεωργικό προϊόν. Γίνεται αντιληπτό το ότι ορισμένοι τομείς μπορούν να λειτουργούν ικανοποιητικά, σε σχέση με την επιδίωξη των αναφερόμενων στο άρθρο 39 της Συνθήκης στόχων, χωρίς να υπάγονται υποχρεωτικά σε ειδικό κοινοτικό σύστημα χαρακτηριζόμενο από μηχανισμούς προσανατολισμού και παρεμβάσεως στον τομέα της παραγωγής, του εμπορίου και των τιμών, υπό τον όρο να τηρούνται οι γενικοί κανόνες περί εγκαθιδρύσεως της κοινής αγοράς. Αντιθέτως, αν θεωρηθεί ότι, ακόμα και μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου — δηλαδή μετά το αναφερόμενο στο άρθρο 40, παράγραφος 1, της Συνθήκης χρονικό σημείο ως καθοριστικό για την εγκαθίδρυση της κοινής γεωργικής πολιτικής — τα κράτη μέλη εξακολουθούν να διαθέτουν ευρεία ελευθερία χορηγήσεως ενισχύσεων στους γεωργικούς τομείς που δεν αποτελούν το αντικείμενο κοινής οργανώσεως αγοράς, θα νομιμοποιείτο κατάσταση ασυμβίβαστη προς την πλήρη υπαγωγή του γεωργικού τομέα στους προαναφερθέντες γενικούς κανόνες. Πράγματι, εάν κάθε κράτος μέλος διέθετε την ανεξέλεγκτη ευχέρεια να επιδοτεί τις εγχώριες επιχειρήσεις θα είχε, σ' αυτούς τους τομείς τη δυνατότητα να εμποδίζει την κυκλοφορία των προϊόντων των άλλων κρατών μελών και να τοποθετεί την εγχώρια παραγωγή σε προνομιακή θέση επί του πεδίου του ανταγωνισμού. Η χορήγηση νέων ενισχύσεων από το κράτος θα μπορούσε να αποβεί το μέσο που θα επέτρεπε την επαναφορά, υπό άλλη μορφή, περιορισμών στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και την επίτευξη, μ' αυτό τον τρόπο, αποτελεσμάτων αναλόγων προς τα αποτελέσματα που συνεπάγονται τα μέτρα τα οποία θεωρήθηκαν ασυμβίβαστα προς τη Συνθήκη στην υπόθεση Charmasson.
Κατά συνέπεια, νομίζω ότι, στο πλαίσιο του συστήματος που μόλις περιέγραψα υπό το φως της νομολογίας του Δικαστηρίου, θα συνιστούσε παραμόρφωση του συστήματος η συνέχιση αναγνωρίσεως στα κράτη μέλη κάθε ελευθερίας επί ενισχύσεων στους γεωργικούς τομείς που δεν διέπονται, (και που ίσως ποτέ δεν θα διέπονται) από κοινή οργάνωση. Σύμφωνα με το σύστημα της Συνθήκης, μου φαίνεται απαραίτητο να γίνει δεκτό ότι, στη λήξη της μεταβατικής περιόδου, οι διατάξεις των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης εφαρμόζονται και στη γεωργία.
Δεν νομίζω ότι μπορεί βασίμως να αντιταχθεί σ' αυτή την άποψη το γεγονός ότι ο κανονισμός 26 του Συμβουλίου της 4ης Απριλίου 1962 περιορίζεται στο να δηλώνει ότι εφαρμόζονται (όπως το υπέμνησα ανωτέρω) οι μόνες διατάξεις της παραγράφου 1 και της πρώτης προτάσεως της παραγράφου 3 του άρθρου 93. Πράγματι, αμφιβάλλω, τουλάχιστον ως προς αυτό το τμήμα, αν πρέπει να θεωρηθεί ότι ο κανονισμός και ειδικότερα το άρθρο 4 του κανονισμού 26 εξακολουθεί να ισχύει. Σχετικώς, είναι χρήσιμο να υπομνηστεί ότι ο εν λόγω κανονισμός έχει ορίσει ότι εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις του κεφαλαίου του σχετικού με τους κανόνες ανταγωνισμού (επιφέροντας ορισμένες προσαρμογές όσον αφορά τα άρθρα 85, παράγραφος 1 και 91, παράγραφος 1, εξαιρέσει του άρθρου 92, του άρθρου 93, παράγραφοι 2 και 3 — του τελευταίου από της δευτέρας περιόδου — και του άρθρου 94. Η αιτία αυτού του προσανατολισμού αποκαλύπτεται με την τελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 26: υπήρχε η πρόθεση η Επιτροπή να έχει τη δυνατότητα «συντάξεως πίνακος με τις υφιστάμενες, τις νέες και τις σχεδιαζόμενες ενισχύσεις, υποβολής καταλλήλων παρατηρήσεων στα κράτη μέλη και προτάσεως των αναγκαίων μέτρων»· και αυτό «για τη θέσπιση, στο πλαίσιο της αναπτύξεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, κανόνων σχετικών με τις ενισχύσεις της παραγωγής ή της εμπορίας των γεωργικών προϊόντων». Ο αποκλεισμός του άρθρου 92, μεγάλου τμήματος του άρθρου 93 και του άρθρου 94 είχε, επομένως, προσωρινό χαρακτήρα εξάλλου, το σύνολο του κανονισμού 26 είχε προσωρινή λειτουργία, όπως σαφώς αποδεικνύουν οι όροι της πρώτης αιτιολογικής σκέψεως («οι ακόλουθες διατάξεις θα πρέπει να συμπληρωθούν, αφού ληφθεί υπόψη η εξέλιξη αυτής της πολιτικής») και της δεύτερης αιτιολογικής σκέψεως (η οποία, μεταξύ άλλων, προβλέπει «την περαιτέρω εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος ανταγωνισμού, προσαρμοσμένου στην ανάπτυξη της κοινής γεωργικής πολιτικής»). Και από το 1962 μέχρι σήμερα πραγματοποιήθηκαν, χωρίς καμιά αμφιβολία, σημαντικές εξελίξεις της κοινής γεωργικής πολιτικής· και είχα ήδη την ευκαιρία να τονίσω ότι οι κανόνες περί εγκαθιδρύσεως των κοινών οργανώσεων αγοράς που εν τω μεταξύ θεσπίστηκαν ρύθμισαν και το πρόβλημα επίσης των κρατικών ενισχύσεων. Παράλληλα, η νομολογία του Δικαστηρίου καθιέρωσε την αρχή της υπαγωγής των εθνικών γεωργικών οργανώσεων αγοράς στους βασικούς κανόνες της Συνθήκης ΕΟΚ. Το συμπέρασμα που δικαιολογημένα μπορεί να αντληθεί από αυτά τα στοιχεία είναι ότι, το άρθρο 4 του κανονισμού 26, κατέστη ασυμβίβαστο προς το σύστημα των κοινοτικών κανόνων που ισχύουν σήμερα στο γεωργικό τομέα και πρέπει να θεωρείται κατηργη-μένο λόγω αυτού του ασυμβιβάστου.
3.
Δεν επιθυμώ, ωστόσο, να αγνοήσω την υπόθεση κατά την οποία το άρθρο 4 του κανονισμού 26 εξακολουθεί να ισχύει, όπως το αντιμετωπίζει η Επιτροπή. Σ' αυτή την περίπτωση θα πρέπει επίσης να αποδοθεί εύλογη σημασία στην τήρηση των διατάξεων της παραγράφου 1 και της πρώτης προτάσεως της παραγράφου 3 του άρθρου 93 της Συνθήκης, που θα ήσαν οι μόνες διατάξεις οι σχετικές με τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας. Και πρέπει να διερωτηθεί κανείς περί της νομικής αξίας μέτρου κρατικής ενισχύσεως που θεσπίστηκε κατά παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3, πρώτη πρόταση.
Θεωρώ χρήσιμο να υπομνήσω αυτό που συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Είναι αναμφισβήτητο ότι, η αναδιοργάνωση του γερμανικού μονοπωλίου αλκοόλης που πραγματοποιήθηκε με τον προαναφερθέντα νόμο της 2ας Μαΐου 1976 είχε επίπτωση επί του συναφούς συστήματος των κρατικών ενισχύσεων, οι οποίες κυρίως συγκεκριμενοποιούνται με την εγγύηση αγοράς εκ μέρους του μονοπωλίου της αλκοόλης εγχώριας παραγωγής σε τιμή ανώτερη από την τιμή της αγοράς και που είχαν ως αποτέλεσμα την ανάγκη αυξήσεως του φόρου καταναλώσεως, για να αντιμετωπιστούν οι ζημίες οι προκύπτουσες από την αυξανόμενη διαφορά μεταξύ τιμής αγοράς της αλκοόλης από το μονοπώλιο και της ισχύουσας στην αγορά τιμής. Η Γερμανική Κυβέρνηση είχε, επομένως, κατά την έννοια του άρθρου 93, παράγραφος 3, πρώτη πρόταση, την υποχρέωση να πληροφορήσει την Επιτροπή περί του σχεδίου του νόμου αναδιοργανώσεως, που εισήγαγε νέο σύστημα χρηματοδοτήσεως της ενισχύσεως και αυτό εγκαίρως ώστε η Επιτροπή να είναι σε θέση να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της. Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση, ερμηνεύοτ ντας αυτή την υποχρέωση κατά τρόπο αρκετά ευρύ, ανέμενε την έγκριση του νομοσχεδίου από τη Βουλή για να κοινοποιήσει τον ήδη εγκριθέντα νόμο στην Επιτροπή, στις 23 Απριλίου 1976, δηλαδή 9 μόνο ημέρες πριν από την έκδοση του νόμου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (2 Μαΐου) και 14 ημέρες πριν από τη δημοσίευση στην Επίσημη Ομοσπονδιακή Εφημερίδα (7 Μαΐου). Στην ουσία, η Επιτροπή βρέθηκε, επομένως, προ τετελεσμένου γεγονότος και παραβιάσθηκε ανοιχτά η υποχρέωση έγκαιρης ενημερώσεως — που έχει ουσιώδη σημασία, διότι η μη τήρησή της εμποδίζει την Επιτροπή να εκφέρει λυσιτελώς την άποψή της επί της σχεδιαζόμενης ενισχύσεως.
Είναι γνωστό ότι βρισκόμαστε εκτός του πλαισίου της προβλεπόμενης στο άρθρο 169 διαδικασίας, την οποία η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν έπρεπε να κινήσει (δείχνοντας μ' αυτό τον τρόπο ότι υιοθετεί αρκετά ευρεία ερμηνεία του άρθρου 93, παράγραφος 3, πρώτη πρόταση). Μπορώ, επομένως, να επιδιώξω μόνο να αποδείξω, με γενικούς όρους, ποιες είναι οι συνέπειες που συνεπάγεται η παράβαση της τελευταίας αυτής διατάξεως. Κατά τη γνώμη μου, ένα εθνικό μέτρο που λαμβάνεται κατά παράβαση των ελαχίστων προϋποθέσεων, τις οποίες ορίζει η προαναφερθείσα διάταξη, δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά ως μη νόμιμο από την άποψη του κοινοτικού δικαίου. Μια άλλη άποψη θα συνίστατο στο να αποδίδεται περιορισμένη λειτουργία, επί του διαδικαστικού πεδίου, στην υποχρέωση ενημερώσεως της Επιτροπής περί οποιουδήποτε σχεδίου ενισχύσεως: το κράτος που δεν θα προέβαινε στην ενημέρωση θα παραβίαζε ασφαλώς αυτή την υποχρέωση, αλλά η εν λόγω παραβίαση δεν θα έθιγε τη νομιμότητα του περί ενισχύσεως μέτρου. Μια τόσο στενή ερμηνεία έρχεται ωστόσο σε πρόδηλη αντίφαση με τη σκέψη από την οποία ξεκίνησα: αναφέρομαι στην ανάγκη να αποδοθεί η προσήκουσα σημασία στο άρθρο 4 του κανονισμού 26, αν θεωρηθεί ότι εξακολουθεί να ισχύει. Κατά συνέπεια, αποκλίνω υπέρ της απόψεως της ελλείψεως νομιμότητας των εθνικών μέτρων που θεσπίζονται κατά παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3, πρώτη πρόταση. Επομένως, τα υποκείμενα δικαίου, στα οποία επιβάλλονται οι προβλεπόμενες από τα εν λόγω μέτρα υποχρεώσεις, δεν πρέπει να θεωρούν ότι οφείλουν να τις τηρούν.
4.
Με το δεύτερο ερώτημα, σημείο 1, ο Γερμανός δικαστής ερωτά κυρίως αν η απαγόρευση, που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 37 να λαμβάνουν νέα μέτρα που είναι αντίθετα προς την απαγόρευση διακρίσεων μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών, όσον αφορά τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, εφαρμόζεται και στα μέτρα επίσης περί αυξήσεως του φόρου καταναλώσεως ο οποίος, παρόλον ότι πλήττει ομοιόμορφα τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, αποβλέπει εμμέσως στο να καλύψει τις ζημίες κρατικού μονοπωλίου, οφειλόμενες σε έλλειψη ισορροπίας μεταξύ των εγγυημένων στους εγχώριους παραγωγούς υψηλών τιμών αγοράς και των χαμηλών τιμών πωλήσεως των προϊόντων.
Είναι σαφές ότι η διατύπωση αυτού του ερωτήματος αντανακλά την ειδική κατάσταση που δημιούργησε ο γερμανικός νόμος περί αναδιοργανώσεως του μονοπωλίου της αλκοόλης. Το ότι αυτός ο νόμος εισάγει διακρίσεις μπορεί να διαπιστωθεί από δύο απόψεις: πρώτον, διότι μόνον η αλκοόλη εγχώριας παραγωγής αγοράζεται από το μονοπώλιο σε τιμή ανώτερη από την ισχύουσα στην αγορά δεύτερον, διότι αυτός ο μηχανισμός αγοράς χρηματοδοτείται με φόρο καταναλώσεως που εφαρμόζεται και στα εισαγόμενα προϊόντα έτσι ώστε τα τελευταία δεν απολαύουν του ευεργετήματος της εγγυημένης τιμής αγοράς. Επιπλέον, υφίσταται τρίτη άποψη που πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια: τα χορηγούμενα σε ορισμένες κατηγορίες εγχωρίων παραγωγών φορολογικά πλεονεκτήματα δεν επεκτείνονται, παρά σ' ελάχιστο βαθμό, στους αλλοδαπούς παραγωγούς.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, θα περιοριστώ στην παρατήρηση ότι επαναφέρει το ζήτημα που ήδη εξήτασα της εφαρμογής των άρθρων 92 και 93. Πράγματι, η αγορά της εγχώριας αλκοόλης από το μονοπώλιο σε τιμή που διατηρεί τεχνητά σε υψηλό επίπεδο συνιστά μέσο που επιτρέπει τη διατήρηση παραγωγής, πραγματοποιούμενης με κόστος ανώτερο του κοινοτικού κόστους· συνιστά, επομένως, μορφή κρατικής ενισχύσεως της εγχώριας παραγωγής. Το γεγονός ότι αυτή η ενίσχυση χορηγείται στο πλαίσιο λειτουργίας εθνικού μονοπωλίου δεν επιτρέπει, όπως ήδη ανέφερα απαντώντας στο πρώτο ερώτημα, να εκτιμηθεί αυτή η κατάσταση διαφορετικά από την κατάσταση των ενισχύσεων που χορηγούνται εκτός μονοπωλίου. Ο διακριτικός χαρακτήρας είναι συμφυής με την ίδια την έννοια της κρατικής ενισχύσεως. Το πρόβλημα μεταφέρεται, επομένως, στο πεδίο του συμβιβαστού ενισχύσεων αυτού του τύπου με την κοινή αγορά, ειδικότερα σε σχέση με το γεωργικό τομέα.
Ως προς το δεύτερο πρόβλημα, νομίζω ότι πρέπει να υπομνηστεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου: είδος φόρου που πλήττει ορισμένα προϊόντα, εγχώρια και εισαγόμενα και που έχει ως σκοπό να χρηματοδοτήσει δραστηριότητες που αποβλέπουν ειδικώς στο να ευνοήσουν τα φορολογούμενα εγχώρια προϊόντα — για τα οποία μ' αυτό τον τρόπο αντισταθμίζεται το φορολογικό βάρος — πρέπει να εκτιμάται υπό το φως των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης (απαγόρευση φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς), παρά υπό το φως του άρθρου 95 που αφορά τους εισάγοντες διακρίσεις εσωτερικούς φόρους. Ένα τέτοιο φορολογικό σύστημα θ' αποτελούσε, πράγματι, μόνο φαινομενικά σύστημα εσωτερικής φορολογίας και θα έπρεπε, αντιθέτως, λόγω της προστατευτικής του φύσεως, να θεωρείται ως φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς (βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 1973, υπόθεση 77/72, Capolongo, Raccolta 1973, σ. 611, της 18ης Ιουνίου 1975, υπόθεση 94/74, IGAV, Raccolta 1975, σ. 699, της 29ης Μαΐου 1977, υπόθεση 105/76, Interzuccheri, Raccolta 1977, σ. 1030). Σύμφωνα μ' αυτή τη νομολογία, «ένας τέτοιος χαρακτηρισμός προϋποθέτει ωστόσο ότι υφίσταται αντίστοιχη σχέση σαφώς αποδειχθείσα μεταξύ, αφενός, της εισπράξεως φορολογικής συνεισφοράς επιβαλλόμενης αδιακρίτως επί των προϊόντων για τα οποία πρόκεται, εγχωρίων ή εισαγόμενων, και, αφετέρου, του εξασφαλιζόμενου πλεονεκτήματος, μέσω πόρων προερχομένων από την ίδια συνεισφορά, στα μόνα εγχώρια προϊόντα».
Είναι, επομένως, αναμφισβήτητο ότι η υποχρέωση μη επιβολής φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς συνεπάγεται την απαγόρευση επιβαρύνσεως των ανταγωνιστικών προϊόντων των άλλων κρατών μελών, μέσω της φορολογίας, με το βάρος (ή του τμήματος του βάρους) των ενισχύσεων που χορηγούνται στα εγχώρια προϊόντα. Και πρέπει ακόμα να τονιστεί ότι, παρόλον ότι η προαναφερθείσα υποχρέωση προκύπτει από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης, επιβεβαιώνεται από το άρθρο 37 όταν πρόκειται περί συστήματος εθνικού μονοπωλίου εμπορικού χαρακτήρα. Αρκεί, σχετικώς, να μη λησμονείται η παράγραφος 2 του άρθρου 37, η οποία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να απέχουν από «νέα μέτρα τα οποία είναι αντίθετα προς τις αρχές της παραγράφου 1 (ειδικότερα την προαναφερθείσα απαγόρευση διακρίσεως μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως) ή περιορίζουν την έκταση εφαρμογής των άρθρων των σχετικών με την κατάργηση των δασμών και των ποσοτικών περιορισμών μεταξύ των κρατών μελών».
Ως προς τη σχέση μεταξύ της εισπράξεως του φόρου και της χρηματοδοτήσεως της ενισχύσεως, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή του παραπέμποντος δικαστηρίου να τη διαπιστώσει. Ας μου επιτραπεί, ωστόσο, να σημειώσω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η σχέση αυτή φαίνεται ότι έχει αποδειχθεί με ρητή μνεία περιεχόμενη στην έκθεση που ακολούθησε το σχέδιο του ομοσπονδιακού νόμου της 2ας Μαΐου 1976' αναγνωρίζεται, πράγματι, εκεί ότι η αύξηση του φόρου καταναλώσεως επί της αλκοόλης έχει ως σκοπό την αντιστάθμιση της ζημίας, της προκύπτουσας για το μονοπώλιο από τη μείωση των τιμών πωλήσεως και την αρνητική διαφορά που προκύπτει εξ αυτού μεταξύ της εγγυημένης στους εγχώριους παραγωγούς από το μονοπώλιο τιμής αγοράς και της τιμής πωλήσεως στους καταναλωτές. Παρόλα αυτά, ο εκπρόσωπος της Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως της Γερμανίας υποστήριξε στην παρούσα διαδικασία τον «ουδέτερο» χαρακτήρα του φόρου, υποστηρίζοντας ότι τα αίτια που οδήγησαν το νομοθέτη στην αύξηση του φόρου καταναλώσεως ή οι περιστάσεις που καθόρισαν αυτή την αύξηση, έχουν μικρή σημασία, δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη του, «ο νομοθέτης μπορούσε να εξεύρει τους απαραίτητους πόρους του προϋπολογισμού κατά τον ίδιο τρόπο με αύξηση του ύψους οποιουδήποτε άλλου ομοσπονδιακού φόρου». Η επιχείρηση Hansen, από την πλευρά της, αμφισβητεί ότι τέτοια ελευθερία επιλογής σε θέματα φορολογίας υφίστατο πράγματι στην προκειμένη περίπτωση. Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι δεν υφίσταται λόγος να εξεταστεί ζήτημα που αφορά ειδικώς το εθνικό δίκαιο και που δεν έχει επίπτωση επί της ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου. Είτε είναι ορθό, είτε όχι, ότι ο εθνικός νομοθέτης μπορούσε ενδεχομένως να προσφύγει σε φορολογικά μέσα διαφορετικά από αυτό που επέλεξε για τη χρηματοδότηση της χορηγούμενης στους εγχώριους παραγωγούς αλκοόλης ενισχύσεως, αυτό που ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι ότι, σχετικώς με την ανάγκη εξευρέσεως νέων πόρων για να υποστηριχθεί η αύξηση του κόστους αυτών των ενισχύσεων, αποφασίστηκε η αύξηση φόρου, διαμορφωθέντος κατά τρόπο ώστε μέρος της χρηματοδοτήσεως της ενισχύσεως να υποστεί ομοειδές, εισαγόμενο από άλλα κράτη μέλη, προϊόν.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, ελάχιστη, κατά τη γνώμη μου, έχει σημασία το γεγονός ότι το προϊόν του εν λόγω φόρου, αντί να διατεθεί σε ειδικό ταμείο προοριζόμενο ειδικώς να χρηματοδοτήσει τις παρεμβάσεις του μονοπωλίου, καταβάλλεται στο γενικό προϋπολογισμό του κράτους, από τον οποίο στη συνέχεια αντλούνται τα απαραίτητα προς το σκοπό αυτό ποσά. Ομοίως, δεν νομίζω ότι η ουσία του προβλήματος μεταβάλλεται από την έλλειψη ακριβούς συμπτώσεως μεταξύ των εισπραττόμενων, χάρη στην αύξηση του εξεταζόμενου φόρου ποσών, και των ποσών που προορίζονται να καλύψουν το έλλειμμα του μονοπωλίου που προκύπτει από την υποστήριξη της εγχώριας παραγωγής αλκοόλης. Σε τελική ανάλυση, η πολιτικοοικονομική λειτουργία του εν λόγω μέτρου έχει, κατά τη γνώμη μου, μεγαλύτερη σημασία από την τυπική του όψη.
Οι προεκτιθέμενες σκέψεις έχουν καθοριστική σημασία και ως προς το σημείο 2 επίσης του δευτέρου ερωτήματος του Γερμανού δικαστή πράγματι, διευκρίνισα ήδη ποια είναι, κατά τη γνώμη μου, η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 37, παράγραφος 2, σε περίπτωση που παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με την περίπτωση που εξετάζεται εν προκειμένω.
5.
Απομένει η εξέταση του τελευταίου των προβλημάτων, των σχετικών με διακρίσεις, που αναφέρονται ανωτέρω στο πλαίσιο του σημείου 1 του ερωτήματος II, δηλαδή του προβλήματος της μεγαλύτερης επιπτώσεως που ο φόρος καταναλώσεως έχει επί των εισαγόμενων προϊόντων, σε σχέση με τα αντίστοιχα εγχώρια προϊόντα που ευνοούνται με ειδικό σύστημα μειώσεων.
Προκαταρκτικά, θα υπενθυμίσω ότι, στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΟΚ, ο φορολογικός τομέας ρυθμίζεται ειδικώς με τα άρθρα 95 έως 99. To Finanzgericht του Αμβούργου, κατά τη διατύπωση αυτών των ερωτημάτων, αναφέρθηκε ωστόσο πάντοτε στο άρθρο 37 και όχι στο άρθρο 95, παρόλον ότι αυτό αναφέρθηκε ενώπιον του Finanzgericht από την επιχείρηση Hansen και παρόλον, εξάλλου, ότι προσηκόντως μνημονεύθηκε στο σκεπτικό της Διατάξεως περί παραπομπής. Πρέπει, επομένως, να διασαφηνιστεί η υφιστάμενη μεταξύ του άρθρου 37 και του άρθρου 95 σχέση.
Το Δικαστήριο, στην εκδοθείσα στις 10 Οκτωβρίου απόφαση επί της υποθέσεως 148/77, Hansen & Balle κατά Hauptzollamt Flensburg, απήντησε σε προδικαστικά ερωτήματα υποβληθέντα από το ίδιο το Finanzgericht του Αμβούργου, ως προς την απαγόρευση διακρίσεων, κατά την είσπραξη εσωτερικών φόρων σχετικών με τη λειτουργία του γερμανικού μονοπωλίου αλκοόλης, και τα οποία ερωτήματα αναφέρονταν, τόσο στο άρθρο 37 όσο και στο άρθρο 97 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το Δικαστήριο προτίμησε να εξετάσει το πρόβλημα της διακρίσεως υπό το φως του άρθρου 95, δεδομένου ότι τα συστήματα παροχής πλεονεκτημάτων, τα οποία συνίστανται σε μειώσεις φόρων αναλόγων προς το φόρο, που προβλέπει ο γερμανικός νόμος περί μονοπωλίου αλκοόλης έναντι ορισμένων ομάδων αποστακτηρίων, μπορούν επίσης να υφίστανται εκτός οποιασδήποτε σχέσεως με εμπορικό μονοπώλιο και, επιπλέον, «το άρθρο 37 βασίζεται στην ίδια αρχή που βασίζεται και το άρθρο 95, δηλαδή στην κατάργηση οποιασδήποτε διακρίσεως στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών».
Το άρθρο 37 αποβλέπει ασφαλώς στο να συμμορφωθούν τα εθνικά μονοπώλια προς τους βασικούς κανόνες που διέπουν τη λειτουργία της κοινής αγοράς και, ειδικότερα, — όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978 — με τις διατάξεις που αποσκοπούν στο να αποφευχθεί η νόθευση των συνθηκών του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων του άρθρου 95 που προβλέπουν την απαγόρευση φορολογικών διακρίσεων. Κατά συνέπεια, εξετάζοντας τα ζητήματα ερμηνείας του άρθρου 37, περί των οποίων η παρούσα διαδικασία, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι καθιερούμενες επίσης από τη νομολογία του Δικαστηρίου αρχές με την ευκαιρία της ερμηνείας του άρθρου 95.
Όταν, στο πλαίσιο συστήματος εμπορικού μονοπωλίου, ένα κράτος μέλος χρησιμοποιεί τη φορολογία για να χρηματοδοτήσει ενίσχυση των εγχώριων παραγωγών, πρέπει το εν λόγω κράτος να τηρεί, εν πάση περιπτώσει, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 95. Είναι γνωστό ότι το εν λόγω άρθρο απαγορεύει οποιαδήποτε μορφή διακρίσεως, άμεσης ή έμμεσης, μεταξύ των προϊόντων ενός κράτους μέλους και των προϊόντων των άλλων κρατών μελών, κατά την εφαρμογή εσωτερικών φόρων που πλήττουν τόσο τα εγχώρια όσο και τα εισαγόμενα προϊόντα και αυτό, βάσει των ιδίων κριτηρίων. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την εκδοθείσα στις 17 Φεβρουαρίου 1976 απόφαση του Δικαστηρίου, επί της υποθέσεως 91/75, Miritz, το άρθρο 37 επεκτείνεται σε κάθε ενέργεια που έχει σχέση με την ύπαρξη μονοπωλίου και που έχει επίπτωση επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου ορισμένων προϊόντων «και αφορά μ' αυτό τον τρόπο τους φόρους που θα δημιουργούσαν, εις βάρος των εισαγόμενων προϊόντων, διακρίσεις σε σχέση με τα εγχώρια προϊόντα τα υπαγόμενα στο μονοπώλιο» (Raccolta 1976, σ. 230, όγδοη σκέψη). Αυτό δικαιολογεί την παρατήρηση που διατύπωσα στις προτάσεις μου της 4ης Ιουλίου 1978 στην υπόθεση 148/77, Hansen & Balle, δηλαδή ότι το περιεχόμενο απαγορεύσεως των διακρίσεων που επιβάλλει το άρθρο 37 σε περιπτώσεις, όπως οι αντιμετωπιζόμενες ανωτέρω, συγχέεται στην ουσία με το περιεχόμενο της απαγορεύσεως των διακρίσεων που αναφέρει το άρθρο 95.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ανέφερε το παραπέμπον δικαστήριο στη Διάταξή του, ο φόρος καταναλώσεως που πλήττει τα εγχώρια προϊόντα, κατ' εφαρμογή του γερμανικού νόμου της 2ας Μαΐου 1976, καταλήγει στο να είναι ελαφρότερος από αυτόν που εισπράττεται επί των ομοειδών εισαγόμενων προϊόντων. Πράγματι, όπως ανέφερα στην αρχή των παρουσών προτάσεών μου, ορισμένες κατηγορίες αποστακτηρίων (τα αποστακτήρια «υπό σύστημα κατ' αποκοπήν» και τα αποστακτήρια των συνεταιρισμών φρούτων) απολαύουν μερικής απαλλαγής του φόρου και σημαντικών μειώσεων, των οποίων δεν απολαύουν επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών.
Σχετικώς, πρέπει να υπομνηστούν τα διευκρινισθέντα από το Δικαστήριο κριτήρια στην προαναφερθείσα απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978 επί της υποθέσεως 148/77. «Τα παρεχόμενα από εθνική φορολογική νομοθεσία ευεργετήματα σε ορισμένους μόνο τύπους αλκοόλης ή σε ορισμένες κατηγορίες παραγωγών» δεν είναι αυτά καθαυτά ανεπίτρεπτα στο μέτρο που μπορούν «να εξυπηρετήσουν, πράγματι, θεμιτούς οικονομικούς ή κοινωνικούς σκοπούς, όπως είναι η χρησιμοποίηση, από το αποστακτήριο, ορισμένων πρώτων υλών, η διατήρηση της παραγωγής αλκοόλης υψηλής ποιότητας, ή η διατήρηση ορισμένων κατηγοριών εκμεταλλεύσεων, όπως είναι τα γεωργικά αποστακτήρια»· «κατά τις απαιτήσεις του άρθρου 95, παρόμοια συστήματα παροχής ευεργετημάτων πρέπει, ωστόσο, να επεκτείνονται χωρίς διάκριση στην αλκοόλη καταγωγής άλλων κρατών μελών». Ως προς τα προβλήματα ίσης μεταχειρίσεως που μπορεί να ανακύψουν από την εφαρμογή του άρθρου 95, λαμβανομένων υπόψη παραγόντων, όπως η φύση των προϊόντων, τα τεχνικά χαρακτηριστικά των εγκαταστάσεων, οι μέθοδοι αποστάξεως, οι λεπτομέρειες εφαρμογής του φόρου και οι μέθοδοι φορολογικού ελέγχου, με τους οποίους οι διάφορες νομοθεσίες συνδέουν τη χορήγηση των φορολογικών πλεονεκτημάτων, το Δικαστήριο τόνισε ότι «το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, αφορά τις διακρίσεις, τόσο άμεσες όσο και έμμεσες και ότι η εφαρμογή αυτής της διατάξεως βασίζεται όχι στην αυστηρή απαίτηση της ταυτότητας των προϊόντων, αλλά στον ομοειδή χαρακτήρα τους».
Αυτά τα κριτήρια είναι, κατά τη γνώμη μου, αρκετά για να επιτρέψουν στον εθνικό δικαστή να λύσει τα αναφυέντα στην προκειμένη περίπτωση προβλήματα, λόγω της διαφοροποιημένης φορολογικής μεταχείρισης εγχωρίων και εισαγόμενων προϊόντων.
6.
Το σημείο 3 του δευτέρου ερωτήματος βρίσκει ήδη στη νομολογία του Δικαστηρίου καταφατική απάντηση. Η εκδοθείσα στις 17 Φεβρουαρίου 1976 απόφαση επί της υποθέσεως 45/75, Rewe (Raccolta 1976, σ. 182) που είχε ως αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 37 της Συνθήκης ΕΟΚ, επίσης έναντι του γερμανικού μονοπωλίου αλκοόλης, δέχθηκε στην εικοστή τέταρτη σκέψη ότι «η απαγόρευση οποιασδήποτε διακρίσεως, όσον αφορά τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως των προϊόντων που παράγονται ή διατίθενται στο εμπόριο από τους υπηκόους των διαφόρων κρατών μελών, αποτελεί, στον τομέα της εφαρμογής της Συνθήκης, βασική αρχή η οποία, από την ίδια τη φύση της, αφορά άμεσα την οικονομική και νομική κατάσταση αυτών των υπηκόων. Ως παραπομπή σε σύνολο διατάξεων εφαρμοζόμενων πράγματι στους ημεδαπούς, μπορεί να γίνεται επίκληση αυτού του κανόνα απευθείας από τα υποκείμενα δικαίου». Η ίδια απόφαση διευκρίνισε, επιπλέον, ότι «στη λήξη της μεταβατικής περιόδου, η επιβαλλόμενη με το άρθρο 37 υποχρέωση είναι πλέον ανεπιφύλακτη και ούτε μπορεί να εξαρτηθεί, ως προς την εκτέλεσή της ή τα αποτελέσματά της, από την παρέμβαση οποιασδήποτε πράξεως, είτε της Κοινότητας είτε των κρατών μελών και μπορεί, από την ίδια τη φύση της, να παρέχει στα υποκείμενα δικαίου δικαιώματα που τα εσωτερικά δικαστήρια οφείλουν να διασφαλίζουν».
7.
To Finanzgericht του Αμβούργου υποβάλλει εξάλλου (στο σημείο 4 του δευτέρου ερωτήματος) το ερώτημα αν το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 37 της Συνθήκης ΕΟΚ εκτείνεται και στα μέτρα επίσης που αφορούν την εισαγωγή εμπορευμάτων προελεύσεως τρίτων χωρών και, σε ενδεχόμενη περίπτωση, υπό ποίους όρους.
Απαγορεύοντας νέα μέτρα αντίθετα προς τις αρχές της παραγράφου 1 του άρθρου 37, η παράγραφος 2 αυτού του άρθρου απαγορεύει πρώτον τα εισάγοντα διακρίσεις μέτρα «μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως» και αυτό, χωρίς να προβαίνει σε διάκριση ως προς την καταγωγή των εμπορευμάτων. Στο όευτερο μέρος της προαναφερθείσας παραγράφου 2, απαγορεύονται τα μέτρα που μπορούν να «περιορίζουν την έκταση εφαρμογής των άρθρων των σχετικών με την κατάργηση των δασμών και των ποσοτικών περιορισμών μεταξύ των κρατών μελών».
Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτού του είδους — στα οποία προφανώς εντάσσεται η επιβολή φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς — έχουν άμεση επίπτωση επί της εισαγωγής των εμπορευμάτων, μπορεί να υποτεθεί ότι ο παραπέμπων δικαστής, διατυπώνοντας το προαναφερθέν ερώτημα, απέβλεπε σ' αυτήν ιδίως την όψη του άρθρου 37. Και είναι αληθές ότι η σιωπηρή αναφορά της παραγράφου 2, δεύτερο μέρος, καταλήγει σε διατάξεις (τα άρθρα 12 έως 17 και 30 έως 36) των οποίων το πεδίο εφαρμογής περιορίζεται στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και αυτό είναι σύμφωνο προς το γεγονός ότι το άρθρο 37 διέπει τα μονοπώλια κυρίως ως οργανισμούς οι οποίοι ελέγχουν, διευθύνουν και επηρεάζουν τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές μεταξύ των κρατών μελών (παράγραφος 1, εδάφιο 2). Όμως, όταν διατυπώνεται η υπόθεση μέτρων, θεσπιζόμενων από μονοπώλιο ή συνδεόμενων με την ύπαρξή του, τα οποία αφορούν και την εισαγωγή εμπορευμάτων προελεύσεως τρίτων χωρών, δεν είναι δυνατό να μη ληφθούν υπόψη αυτές οι αρχές ή οι κανόνες οι οποίοι, παρόλον ότι δεν γίνεται υπόμνησή τους στο άρθρο 37, έχουν εφαρμογή και επί της ασκούμενης από τα μονοπώλια δραστηριότητας. Σχετικώς, επιθυμώ να αναφερθώ, ειδικώς, στην αρχή, κατά την οποία η απαγόρευση φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς εφαρμόζεται και στις εισαγωγές εμπορευμάτων προερχόμενων απευθείας από τρίτες χώρες· αυτή η αρχή σαφώς καθιερώνεται από το Δικαστήριο με την εκδοθείσα στις 13 Δεκεμβρίου 1973 απόφαση επί των υποθέσεων 37 και 38/73, Diamantarbeiders (Raccolta 1973, σ. 1610).
Περαιτέρω, η απαγόρευση του άρθρου 95, σχετικά με την οποία είδαμε ότι εφαρμόζεται και επί φορολογικών μέτρων, τα οποία ενδεχομένως θεσπίζονται στο πλαίσιο μονοπωλίων, τοποθετείται επίσης εκτός του γραμματικού πλαισίου του άρθρου 37. Μου φαίνεται σκόπιμο να διευκρινίσω, στην προκειμένη περίπτωση, ότι αυτή η απαγόρευση δεν μπορεί να επεκταθεί σε φορολογικά μέτρα που αφορούν εισαγόμενα από τρίτες χώρες εμπορεύματα, δεδομένου ότι αναφέρεται ρητώς στην περίπτωση φόρων εισαγόντων διακρίσεις που εφαρμόζονται στα προϊόντα των άλλων κρατών μελών.
Όσον αφορά το τρίτο και τελευταίο ερώτημα, παρατηρώ ότι η προσοχή του παραπέμποντος δικαστή που στρέφεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως του Συμβουλίου της 28ης Σεπτεμβρίου 1970 περί συνδέσεως των υπερπόντιων χωρών και εδαφών προς την ΕΟΚ δικαιολογείται, διότι αυτή η διάταξη επεκτείνει «την απαλλαγή από δασμούς και φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος» στην εισαγωγή στην Κοινότητα των προϊόντων αυτών των χωρών και εδαφών όμως, από τη στιγμή που θεωρείται ότι η απαγόρευση εφαρμογής (μέσω του μονοπωλίου ή στο πλαίσιο συστήματος μονοπωλίου) φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς εφαρμόζεται σε όλα τα εισαγόμενα από τρίτες χώρες εμπορεύματα, η απάντηση σ' αυτό το τρίτο ερώτημα δεν φαίνεται πλέον να παρουσιάζει ενδιαφέρον. Νομίζω ότι είναι πιο χρήσιμο να τονιστεί ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας αποφάσεως του Συμβουλίου υποχρεώνει τα κράτη μέλη να απέχουν από κάθε μέτρο ή πρακτική εσωτερικής φορολογικής φύσεως, που εισάγει άμεσα ή έμμεσα διάκριση μεταξύ των προϊόντων τους και των ομοειδών προϊόντων καταγωγής των υπερπόντιων χωρών και εδαφών που έχουν συνδεθεί με την Κοινότητα. Κατ' αυτό τον τρόπο, η καθιερούμενη με το άρθρο 95 αρχή επεκτείνεται στην πράξη στα προϊόντα καταγωγής αυτών των χωρών και γίνεται παρέκκλιση από το κριτήριο, που συνάγεται από το κείμενο του προαναφερθέντος άρθρου 95, της μη εφαρμογής στα εισαγόμενα από τρίτες χώρες εμπορεύματα της απαγορεύσεως επιβολής φόρων που εισάγουν διακρίσεις.
8.
Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Finanzgericht του Αμβούργου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τη Διάταξή του της 27ης Μαρτίου 1978:
1)
Τα εθνικά συστήματα χορηγήσεως ενισχύσεων στις επιχειρήσεις, ακόμα και αν συνδέονται με τη λειτουργία του εθνικού μονοπωλίου, και, στη λήξη της μεταβατικής περιόδου, ακόμα και αν αφορούν γεωργικά προϊόντα που δεν υπάγονται σε κοινή οργάνωση αγοράς, διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Η παραβίαση της υποχρεώσεως ενημερώσεως της Επιτροπής «εγκαίρως» περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν κρατικές ενισχύσεις (άρθρο 93, παράγραφος 3, πρώτη πρόταση της Συνθήκης ΕΟΚ) καθιστά, εξ αυτού και μόνο του λόγου, παράνομα τα μέτρα εθνικών ενισχύσεων.
3)
Το άρθρο 37, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, επιβάλλοντας στα κράτη μέλη την υποχρέωση να απέχουν από οποιοδήποτε νέο μέτρο, το οποίο είναι αντίθετο προς τις αρχές της παραγράφου 1, ή που περιορίζει την έκταση εφαρμογής των άρθρων των σχετικών με την κατάργηση των δασμών, απαγορεύει την αύξηση του φόρου καταναλώσεως που πλήττει ορισμένα εμπορεύματα, είτε εγχώρια είτε εισαγόμενα, και που έχει ως σκοπό, άμεσο ή έμμεσο, να χρηματοδοτήσει ενίσχυση χορηγούμενη από εθνικό μονοπώλιο στους εγχώριους παραγωγούς των ιδίων αυτών εμπορευμάτων.
4)
Η απαγόρευση φορολογικών διακρίσεων που επιβάλλει το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ και που εφαρμόζεται πλήρως στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 37 αντιτίθεται στο, ορισμένοι φόροι, μέσω διαφοροποιημένου συστήματος πλεονεκτημάτων και μειώσεων, να πλήττουν τα εγχώρια προϊόντα ελαφρότερα από τα εισαγόμενα.
5)
Οι διατάξεις του άρθρου 37 της Συνθήκης ΕΟΚ, στο μέτρο που περιλαμβάνουν παραπομπή στους κανόνες αυτής της ίδιας της Συνθήκης, οι οποίοι ισχύουν άμεσα έναντι των ιδιωτών, δημιουργούν δικαιώματα τα οποία τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να προστατεύουν.
6)
Η απαγόρευση εφαρμογής, από το μονοπώλιο ή σε σχέση με τη λειτουργία του, φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς εφαρμόζεται και έναντι των εμπορευμάτων επίσης, τα οποία εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες.
7)
Η απαγόρευση επιβολής φόρων που εισάγουν διακρίσεις, παρόλον ότι αυτή καθαυτή δεν έχει εφαρμογή επί προϊόντων εισαγόμενων από τρίτες χώρες, εφαρμόζεται στα προϊόντα προελεύσεως υπερπόντιων χωρών και εδαφών συνδεδεμένων με την Κοινότητα, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της αποφάσεως του Συμβουλίου της 29ης Σεπτεμβρίου 1970.
( *1 ) Γλώσσα του προποτΰπσυ: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy