ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ GERHARD REISCHL
της 24ης Ιανουαρίου 1979 ( 1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Για να διασφαλιστεί η λειτουργία του ανταγωνισμού και για να εξασφαλιστεί ο εφοδιασμός των βιομηχανιών μεταποιήσεως σε κατεψυγμένο κρέας, η κοινή οργάνωση στον τομέα αγοράς του βοείου κρέατος [κανονισμός (ΕΟΚ) 805/68, EE ειδ. έκδ. 03/003, σ. 72 επ.] προβλέπει ειδικό σύστημα εισαγωγών, δηλαδή την ολική ή μερική αναστολή της εισφοράς για εισαγωγές από τρίτες χώρες. Αρχικά, το εν λόγω σύστημα προέβλεπε ότι το κρέας που προοριζόταν για την παραγωγή corned-beef σε κονσέρβες μπορούσε να εισάγεται χωρίς εισφορά και χωρίς ποσοτικούς περιορισμούς. Όσον αφορά το κρέας που προοριζόταν για την παραγωγή άλλων προϊόντων, το καθεστώς προέβλεπε μερική ή ολική αναστολή της εισφοράς, σε συνάρτηση με ποσότητες καθοριζόμενες σε ετήσιο πίνακα εκτιμήσεως· όταν τα αποθέματα των αποθηκών παρεμβάσεως έφθαναν σε ορισμένο επίπεδο, ήταν δυνατό να εξαρτηθεί η αναστολή της εισφοράς από την απόκτηση ορισμένων ποσοτήτων κρέατος, κατεχόμενων από τους οργανισμούς παρεμβάσεως.
Το 1974, επελθούσα στην αγορά κρίση — διότι σημαντικά πλεονάσματα δημιουργούνταν στην κοινοτική αγορά — κατέστησαν αναγκαία την εφαρμογή μέτρων διασφαλίσεως που αφορούσαν επίσης τις αναφερθείσες εισαγωγές οι οποίες απήλαυαν προνομιακού καθεστώτος. Αυτή η κατάσταση διατηρήθηκε μεχρι την 1η Απριλίου 1977.
Το 1977, προκειμένου να προστατευθεί η κοινή αγορά, οι εφαρμοζόμενοι στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες κανόνες, καθώς και το ειδικό καθεστώς εισαγωγών για τις βιομηχανίες μεταποιήσεως κατεψυγμένου κρέατος, αποτέλεσαν το αντικείμενο ευρείας αναθεώρησης. το άρθρο 14 του κανονισμού 805/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 425/77 της 14ης Φεβρουαρίου 1977 (ee ειδ. έκδ. 03/017, σ. 192 επ.) προβλέπει εφεξής, στην παράγραφο 1, στοιχείο α, ολική αναστολή της εισφοράς «όταν πρόκειται για κρέατα που προορίζονται για την παρασκευή κονσερβών και δεν περιλαμβάνουν άλλα συστατικά χαρακτηριστικά εκτός από κρέας βοοειδών και πηκτή» (CORNED-BEEF), και στην παράγραφο 1, στοιχείο β, ολική ή μερική αναστολή της εισφοράς για τα κρέατα που προορίζονται για την παρασκευή άλλων προϊόντων. σχετικώς, το Συμβούλιο καταρτίζει πίνακα εκτιμήσεως των κρεάτων που είναι δυνατό να εισαχθούν υπό το ειδικό καθεστώς, σ' αυτόν δε τον πίνακα μνημονεύονται χωριστά ποσότητες κρεάτων ανάλογα με τον προαναφερθέντα προορισμό τους. Εξάλλου, το άρθρο 14, παράγραφος 3 προβλέπει ότι:
«Για τα κρέατα που αναφέρονται στην παράγραφο 1:
α)
Η εισαγωγή με ολική ή μερική αναστολή της εισφοράς εξαρτάται από την προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής, εκδιδομένου εντός των ορίων των ποσοτήτων που προβλέπονται ανά τρίμηνο
β)
η εισαγωγή με ολική αναστολή της εισφοράς δύναται, κατά το αναγκαίο μέτρο, να εξαρτάται από την προσκόμιση συμφωνητικού αγοράς κατεψυγμένων κρεάτων, κατεχομένων από οργανισμό παρεμβάσεως.»
Επί πλέον, το άρθρο 14, παράγραφος 4, προβλέπει ότι, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27, καθορίζονται:
«α)
κάθε τρίμηνο, οι ποσότητες που δύνανται να εισαχθούν χωριστά για τα κρέατα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, υπό α και β, καθώς και το ποσοστό αναστολής της εισφοράς για τα κρέατα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, υπό β
β)
η σχέση μεταξύ των ποσοτήτων που δύνανται να εισαχθούν και των ποσοτήτων στις οποίες αναφέρονται τα συμφωνητικά αγοράς που αναφέρονται στην παράγραφο 3, υπό β».
Τα μέτρα εφαρμογής αυτής της διατάξεως αναφέρονται σε πολλούς κανονισμούς αυτής της Επιτροπής. Έτσι, ο κανονισμός 585/77 περί της εφαρμογής ορισμένων ειδικών καθεστώτων εφαρμογής στον τομέα του βοείου κρέατος (ABL L 75 της 23.3.1977, σ. 5), όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς 1384/77 (EE ειδ. έκδ. 03/018, σ. 164) και 2901/77 (ABL L 338 της 28.12.1977, σ. 9) περιέχει τον ορισμό των επιχειρηματιών που δικαιούνται να ζητήσουν πιστοποιητικά εισαγωγής και τις διατάξεις περί υποχρεώσεως περί μεταποιήσεως του εισαγομένου κρέατος. Ειδικώς, όσον αφορά την προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 11 α προβλέπει τα εξής:
«1. Για να υπαχθεί στο ειδικό σύστημα εισαγωγών που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, υπό β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68:
α)
η αίτηση χορηγήσεως πιστοποιητικού ή οι αιτήσεις χορηγήσεως πιστοποιητικών που υποβάλλονται από τον ίδιο ενδιαφερόμενο συνοδεύονται από συμφωνητικό αγοράς κατεψυγμένων κρεάτων κατεχομένων από οργανισμό παρεμβάσεως, καταρτισθέν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2900/77 κατά το τρίμηνο εντός του οποίου υποβάλλεται η αίτηση, καθώς και από την απόδειξη καταβολής του τιμήματος αγοράς που αναφέρεται σ' αυτό το συμφωνητικό…
…
2. Οι αιτήσεις χορηγήσεως πιστοποιητικών γίνονται αποδεκτές μόνον εφόσον:
α)
ο αιτών είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, τουλάχιστον, από 12 μηνών ασκεί δραστηριότητα στον τομέα των ζώντων ζώων και των κρεάτων και ο οποίος είναι εγγεγραμμένος σε δημόσιο βιβλίο κράτους μέλους·
β)
στην περίπτωση του άρθρου 9, ο αιτών προσκομίζει την απόδειξη, κατά τρόπο ικανοποιούντα τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση, ότι η παρασκευή κονσερβών εντός της υποδεικνυομένης την αίτηση επιχειρήσεως έχει τη συγκατάθεση του υπευθύνου της επιχειρήσεως αυτής.
…
5. Κατά την υποβολή των αιτήσεων χορηγήσεως πιστοποιητικού, ο αιτών αναλαμβάνει τη γραπτή υποχρέωση είτε να πραγματοποιήσει ο ίδιος είτε να ενεργήσει για την υπό ιδία του ευθύνη πραγματοποίηση, εντός του εμφαινομένου στη δήλωση αυτή κράτους μέλους και στο οποίο τα προϊόντα θα τεθούν στην ελεύθερη κυκλοφορία, αναλόγως περιπτώσεως:
α)
των εργασιών μεταποιήσεως που αναφέρονται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχείο α, του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68·
β)
των εργασιών μεταποιήσεως που αναφέρονται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, υπό β, του ιδίου κανονισμού.
…»
Στον κανονισμό της Επιτροπής 597/77 (ABL L 76 της 24.3.1977, σ. 1) «περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής των αναφερομένων στο ειδικό καθεστώς εισαγωγής ορισμένων κατεψυγμένων βοείων κρεάτων προοριζομένων για μεταποίηση», ενδείκνυται να τονιστεί το άρθρο 2, κατά το οποίο οι διατάξεις του άρθρου 14, παράγραφος 3, υπό β, του κανονισμού 805/68 μπορούν να εφαρμοστούν εφόσον διαπιστώνεται ότι οι κατεχόμενες από τους οργανισμούς παρεμβάσεως ποσότητες κατεψυγμένου κρέατος υπερβαίνουν ή είναι δυνατό να υπερβούν 10000 τόνους. Επί πλέον, ενδείκνυται να αναφερθεί ο κανονισμός 2900/77 της Επιτροπής περί των λεπτομερειών πωλήσεως του κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως βοείου κρέατος για να επιτραπεί η εισαγωγή με ολική αναστολή της εισφοράς κατεψυγμένου βοείου κρέατος που προορίζεται για μεταποίηση (ABL L 338 της 29.12.1977, σ. 6). Το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει:
«1. Η εισαγωγή με ολική αναστολή της εισφοράς που προβλέπει το άρθρο 14, παράγραφος 3, υπό β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 εξαρτάται από την προσκόμιση συμφωνητικού αγοράς κατεχόμενου από οργανισμό παρεμβάσεως κατεψυγμένου κρέατος, που έχει καταρτιστεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
2. Η πώληση διενεργείται κατά την προβλεπόμενη από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 216/69 διαδικασία διαγωνισμού, και ιδίως κατά τα άρθρα 6 έως 14, υπό την επιφύλαξη των ειδικών και εισαγουσών παρεκκλίσεις διατάξεων του παρόντος κανονισμού.»
Το άρθρο 2 έχει ως εξής:
«1. Γενική προκήρυξη του διαγωνισμού δημοσιεύεται το αργότερο κατά την ημερομηνία της δημοσιεύσεως του πρώτου των ειδικών διαγωνισμών.
2. Στο πλαίσιο συστήματος διαγωνισμών, οι οργανισμοί παρεμβάσεως προβαίνουν σε ειδικούς διαγωνισμούς ανά τρίμηνο.
…»
Κατά το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού οι προσφορές δεν μπορούσαν να κατατεθούν την πρώτη φορά παρά μεταξύ 20ής και 30ής Ιανουαρίου 1978 έπρεπε να αφορούν ολική ποσότητα πέντε τόνων κατά κατώτατο όριο και εκατό τόνων κατ' ανώτατο όριο. Το άρθρο 4 προβλέπει ότι τη δεκάτη ογδόη ημέρα εκάστου τριμήνου (για πρώτη φορά στις 6 Φεβρουαρίου 1978), τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τον πίνακα των υποβαλλόντων προσφορά και την ποσότητα των προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο των κατατεθεισών προσφορών. Τέλος, το άρθρο 5 προβλέπει επίσης ότι είναι δυνατό να καθοριστούν διαφορετικές κατώτατες τιμές, ανάλογα με τη χρήση για την οποία προορίζεται το κρέας.
Ο πίνακας εκτιμήσεως του Συμβουλίου «που αφορά το βόειο κρέας που προορίζεται στη βιομηχανία μεταποιήσεως για την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1978», ο αναφερόμενος στο άρθρο 14 του κανονισμού 805/68, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 23ης Δεκεμβρίου 1977 (L 330, σ. 30). Κατά τον εν λόγω πίνακα, έπρεπε να θεωρηθεί ότι για το έτος 1978 το έλλειμμα σε κρέατα μεταποιήσεως θα ανερχόταν σε 50000 τόνους. Λαμβανομένης υπόψη της «αποκτηθείσας πείρας το 1977», αυτή η ποσότητα είχε χωριστεί κατά τρόπο ώστε «α) 20000 τόνοι κρέατος, προοριζόμενου για την παρασκευή κονσερβών και μη περιλαμβάνοντος άλλα συστατικά χαρακτηριστικά εκτός από κρέας βοοειδών και πηκτή, μπορούσαν να τύχουν ολικής αναστολής της εισφοράς και β) 30000 τόνοι κρέατος, προοριζομένου για τη βιομηχανία μεταποιήσεως προς παρασκευή προϊόντων άλλων εκτός από τις κονσέρβες που αναφέρονται υπό α, μπορούσαν να τύχουν ολικής ή μερικής αναστολής της εισφοράς».
«Γενική προκήρυξη περιοδικών διαγωνισμών αφορώντων την πώληση κατεψυγμένου βοείου κρέατος, κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως, για να επιτραπεί η εισαγωγή με ολική αναστολή της εισφοράς κατεψυγμένου βοείου κρέατος για μεταποίηση» δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 13ης Ιανουαρίου 1978 (C 11, σ. 16). Η εν λόγω προκήρυξη περιλαμβάνει «τις νομικές βάσεις αυτής της πωλήσεως» και διευκρινίζεται σ' αυτήν ότι το εμπόρευμα παραδίδεται στον πλειοδότη. Επί πλέον, στο σημείο 6, στοιχείο β, αναφέρεται ότι:
«αν η προσφερομένη τιμή είναι κατώτερη από την καθοριζόμενη από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατωτάτη τιμή, η προσφορά δεν λαμβάνεται υπόψη»,
και το σημείο 6, στοιχείο δ, έχει ως εξής:
«κάθε πρόσωπο που υποβάλλει προσφορά ενημερώνεται αμελλητί από τον οργανισμό παρεμβάσεως περί του αποτελέσματος της συμμετοχής του…».
Στη σελίδα 34 του ιδίου φύλου της Επίσημης Εφημερίδας δημοσιεύτηκε «προκήρυξη διαγωνισμού ItP1 — κανονισμός (ΕΟΚ) 2900/77 — περί πωλήσεως βοείου κρέατος μετά οστών, κατεψυγμένου και αποθεματοποιημένου από τον ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως». Διευκρινίζεται σ' αυτήν την προκήρυξη, μεταξύ άλλων, η ποσότητα κρέατος που τίθεται προς πώληση από τον ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως.
Η προσφεύγουσα, εταιρία SIMMENTHAL, παραγωγός κονσερβών που λειτουργεί από το 1923, είναι ειδικευμένη στην παρασκευή CORNED-BEEF και η οποία, κατά τις δηλώσεις της, μεταποιεί κατά μέσο όρο 20000 τόνους βοείου κρέατος ετησίως, συμμετέσχε και αυτή στον εν λόγω διαγωνισμό. Δυστυχώς, η αίτησή της απορρίφθηκε, διότι η προσφορά που κατέθεσε αποδείχθηκε ότι ήταν κατώτερη από την ορισθείσα από την Επιτροπή κατωτάτη τιμή, με απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 1978 (ABL L 69, σ. 36) που όριζε επίσης το ανώτατο όριο τής ποσότητας βοείου κρέατος που μπορούσε να εισαχθεί κατά το πρώτο τρίμηνο 1978. Η προσφεύγουσα ενημερώθηκε σχετικώς με έγγραφο του ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως, του ΑΙΜΑ, της 23ης Φεβρουαρίου 1978.
Πεισθείσα ότι η απόφαση της Επιτροπής, καθώς και το σύστημα επί του οποίου ερείδεται η εν λόγω απόφαση, επιδέχονται παρατηρήσεις από πολλών απόψεων, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου στις 13 Απριλίου 1978. Αρχικώς, η εν λόγω προσφυγή ακυρώσεως αφορούσε περιορισμένο αριθμό πράξεων, συγκεκριμένα:
—
την απόφαση της Επιτροπής της 15ης Φεβρουαρίου 1978,
—
την προκήρυξη διαγωνισμού «ItP1 — κανονισμός (ΕΟΚ) 2901/77»,
—
τη γενική προκήρυξη περιοδικών διαγωνισμών αφορώντων την πώληση κατεψυγμένου βοείου κρέατος, κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως, για να επιτραπεί η εισαγωγή με ολική αναστολή της εισφοράς, κατεψυγμένου βοείου κρέατος προοριζόμενου για μεταποίηση,
—
τον κανονισμό 585/77, ειδικώς το άρθρο 11, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1384/77 και το άρθρο 11 α, που εισήγαγε ο κανονισμός 2901/77,
—
τον κανονισμό 2900/77 και
—
τον κανονισμό 2901/77, καθόσον αφορά την ολική αναστολή της εισφοράς, στο πλαίσιο ειδικού συστήματος εισαγωγής κατεψυγμένου βοείου κρέατος.
Ολίγες ημέρες μετά την κατάθεση της προσφυγής, τα αιτήματά της τροποποιήθηκαν κατά την έννοια ότι η προσφεύγουσα ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι οι εν λόγω πράξεις είναι άκυρες ή ανεφάρμοστες· στο υπόμνημα απαντήσεως, διευκρίνισε περαιτέρω τα αιτήματα της, ζητώντας μόνο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 15ης Φεβρουαρίου 1978 και, κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναγνωριστεί το ανεφάρμοστο των περιεχομένων στην προσφυγή πράξεων. Όσον αφορά τα αιτήματα της προσφεύγουσας, η άποψή μου είναι η ακόλουθη:
I — Επί του παραδεκτού
Όπως είναι γνωστό, η Επιτροπή διατύπωσε διάφορες παρατηρήσεις ως προς το παραδεκτό της προσφυγής.
1.
Καθόσον, σύμφωνα με την αρχική τους διατύπωση, τα αιτήματα δεν αφορούν μόνο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 15ης Φεβρουαρίου 1978, αλλά και την ακύρωση ορισμένου αριθμού πράξεων γενικής ισχύος, πρέπει πράγματι, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, να διαπιστωθεί ότι είναι απαράδεκτα και αυτό ανεξάρτητα από τη φύση των εν λόγω πράξεων, λόγω του μόνου γεγονότος ότι έχουν παρέλθει οι σχετικές προθεσμίες, ακόμα και αν παρεκταθούν λόγω αποστάσεως.
Ωστόσο, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, ολίγες ημέρες μετά την κατάθεση της προσφυγής και, όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής της 15ης Φεβρουαρίου 1978, εντός της απαιτούμενης για την άσκηση προσφυγής προθεσμίας, τα αιτήματα αποτέλεσαν αντικείμενο της προαναφερθείσας διόρθωσης. Κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων και στο υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα διευκρίνισε, σχετικώς, ότι γι' αυτήν είχε σημασία μόνο η ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 15ης Φεβρουαρίου 1978 και, όσον αφορά τις περιεχόμενες στην προσφυγή άλλες πράξεις, ήθελε απλώς να επιτύχει την αναγνώρισή τους ως ανεφαρμόστων. Νομίζω ότι αυτή η διευκρίνιση δεν δίνει λαβή σε καμιά παρατήρηση. Κατά συνέπεια, θα εξετάσω τα αιτήματα της προσφυγής, όπως αναφέρονται στο υπόμνημα της απαντήσεως και θα περιοριστώ στο να εξετάσω αν αυτά είναι παραδεκτά.
2.
Αυτό ασφαλώς δεν συμβαίνει με το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 15ης Φεβρουαρίου 1978, τουλάχιστον καθόσον η εξέταση περιορίζεται στην τήρηση της καθορισμένης για την άσκηση προσφυγής προθεσμίας, καθώς και στο αν η εν λόγω απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα.
Επί του πρώτου σημείου αρκεί να αναφερθώ στις ημερομηνίες της αποφάσεως και της δημοσίευσής της — 15 Φεβρουαρίου 1978 και 11 Μαρτίου 1978 — και να διαπιστώσω ότι η εγγραφή της προσφυγής στο πρωτόκολλο του Δικαστηρίου φέρει την ημερομηνία 13 Απριλίου 1978.
Ως προς το δεύτερο σημείο, αρκεί να υπομνηστούν τα προκείμενα πραγματικά περιστατικά, όπως προκύπτουν από το ιστορικό. Όσον αφορά την προκήρυξη διαγωνισμού που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 13 Ιανουαρίου 1978, οι προσφορές έπρεπε να κατατεθούν το αργότερο στις 30 Ιανουαρίου 1978. Τα ουσιώδη στοιχεία που έπρεπε να περιλαμβάνουν — όνομα του υποβάλλοντος την προσφορά, ποσότητα κρέατος και τιμή αγοράς — κοινοποιήθηκαν μετά ταύτα στην Επιτροπή. Στηριζόμενη στο σύνολο των προσφορών, η Επιτροπή όρισε τις κατώτατες τιμές και τις ποσότητες βοείου κρέατος που έπρεπε να εισαχθούν. Έτσι, ήταν δεδομένο ότι προσφορές, όπως αυτές της προσφεύγουσας που ήσαν κατώτερες της κατωτάτης τιμής, δεν λαμβάνονταν υπόψη και ότι σ' αυτούς τους διαγωνισθέντες δεν μπορούσαν να δοθούν πιστοποιητικά εισαγωγής. Ακόμα και αν, κατά το άρθρο 3, η εν λόγω απόφαση απευθυνόταν στα κράτη μέλη, είναι ωστόσο αναμφισβήτητο ότι αφορούσε άμεσα την προσφεύγουσα δεδομένου ότι τα κράτη μέλη δεν διέθεταν κανένα περιθώριο ενεργείας. Επίσης, η απόφαση αφορά την προσφεύγουσα ατομικά πράγματι, η απόφαση δεν είχε εφαρμογή παρά μόνο στους ενδιαφερόμενους που είχαν καταθέσει την προσφορά τους εντός της ταχθείσας προθεσμίας, δηλαδή σε ορισμένη κατηγορία προσώπων δυναμένων να εξατομικευθούν, και που δεν είναι ανάγκη να διευκρινιστεί για να γνωσθεί αν αφορά ατομικά την προσφεύγουσα. Κάθε πρόσθετη σκέψη επ' αυτού φαίνεται επομένως περιττή αν αναφερθώ στη νομολογία που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα. Σ' αυτή τη συγκυρία, η απόφαση που εκδόθηκε στις υποθέσεις 41-44/70 (απόφαση της 13ης Μαρτίου 1971, NV INTERNATIONAL FRUIT COMPANY και λοιποί κατά Επιτροπής, Slg. 1971, σ. 411) είναι απολύτως σαφής. Στο πλαίσιο συστήματος διασφαλίσεως εφαρμοζόμενου στην εισαγωγή επιτραπέζιων μήλων, επρόκειτο συγκεκριμένα περί πιστοποιητικών εισαγωγής που έπρεπε να ζητηθούν εντός ορισμένης προθεσμίας η Επιτροπή ενημερωνόταν και αποφάσιζε μετά ταύτα, εν όψει της καταστάσεως της αγοράς, και των υποβληθεισών αιτήσεων, περί της ποσότητας του εμπορεύματος που θα έπρεπε να εισαχθεί. Εφόσον, το Δικαστήριο, στηριζόμενο στο γεγονός ότι ο αριθμός των κατατεθεισών αιτήσεων ήταν ορισμένος κατά την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής και ότι η τελευταία δεν άφηνε κανένα περιθώριο εκτιμήσεως στα κράτη μέλη, έκρινε τότε ότι η απόφαση της Επιτροπής αφορούσε άμεσα και ατομικά τις προσφεύγουσες, οι οποίες επίσης είχαν ζητήσει πιστοποιητικά εισαγωγής, προφανώς το αυτό πρέπει να συμβεί στην υπό κρίση υπόθεση.
3.
Είναι αληθές, ότι οι παρατηρήσεις της Επιτροπής ως προς το παραδεκτό της προσφυγής έχουν και ένα άλλο σκοπό. Η Επιτροπή θεωρεί, αφενός, ότι η προσφεύγουσα δεν έχει συμφέρον από την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 15ης Φεβρουαρίου 1978. Πράγματι, κατά την Επιτροπή, η προσφεύγουσα δεν θα αντλούσε κανένα όφελος διότι είναι αδύνατο να αφαιρεθεί αναδρομικά το ευεργέτημα της διαδικασίας διαγωνισμού από τους υποβαλόντας προσφορά, των οποίων η προσφορά είχε τότε γίνει δεκτή και οι οποίοι οι ίδιοι ενήργησαν αναλόγως και διότι, μετά το πέρας της διαδικασίας του διαγωνισμού, οι προσφορές που δεν ελήφθησαν υπόψη κατέστησαν άνευ αντικειμένου. Επί πλέον, η Επιτροπή τονίζει ότι, στην ουσία, η προσφεύγουσα επιθυμεί να προσβάλει μόνο τις οικείες πράξεις γενικού περιεχομένου, δηλαδή επιθυμεί την αναθεώρηση του ειδικού συστήματος εισαγωγών. Όμως, σχετικώς, η Επιτροπή παρατηρεί, αφενός, ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να επιτύχει την αναγνώριση ως ανεφαρμόστων των εν λόγω διατάξεων στο διατακτικό αποφάσεως· πράγματι, το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν είναι αυτόνομο μέσο έννομης προστασίας, αλλά προσφέρει απλώς συμπληρωματικό μέσο για την αμφισβήτηση πράξεων γενικού περιεχομένου που αποτελούν τη νομική βάση ατομικής αποφάσεως. Η Επιτροπή θεωρεί, αφετέρου, ότι υφίσταται πραγματική καταστρατήγηση της διαδικασίας, διότι η προσφεύγουσα, παρακάμπτουσα το άρθρο 173 που δεν της επιτρέπει να προσβάλλει απευθείας κανονισμούς γενικής ισχύος, προσπαθεί να χρησιμοποιήσει το άρθρο 184 για να επιτύχει τον ίδιο σκοπό μ' αυτόν τον τρόπο, επί πλέον, αμύνεται λιγότερο των προσωπικών συμφερόντων και περισσότερο των συμφερόντων της βιομηχανίας μεταποιήσεως. Τέλος, ανεξαρτήτως της δυνατότητας να αναζητηθεί προστασία αυτών των δικαιωμάτων επί εθνικού επιπέδου, και να επιτευχθεί έτσι ευρύτερη και αποτελεσματικότερη εξέταση του κύρους διατάξεων κοινοτικού δικαίου, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσφεύγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον για να προσβάλλει τις προαναφερθείσες πράξεις γενικής ισχύος. Πράγματι, η κατάργηση του ειδικού συστήματος εισαγωγών δεν παρουσιάζει κανένα όφελος για την προσφεύγουσα και, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατό, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας, να δοθούν συγκεκριμένες οδηγίες ως προς το περιεχόμενο αποφάσεων πολιτικοοικονομικής φύσεως, δεν διαθέτει επίσης την εγγύηση να δύναται, στο μέλλον, να εισάγει κρέας χωρίς την καταβολή εισφοράς.
Επ' αυτών των αντιρρήσεων έχω να παρατηρήσω τα εξής:
α)
Δεν νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί απολύτως ότι, η προσφεύγουσα δεν έχει συμφέρον από την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 15ης Φεβρουαρίου 1978, διότι τα αποτελέσματά της δεν μπορούν να ακυρωθούν αναδρομικώς μετά το πέρας της πρώτης διαδικασίας διαγωνισμού και διότι δεν είναι δυνατό να διαταχθεί η επανάληψη αυτής της διαδικασίας, στην οποία θα συμμετείχε η προσφεύγουσα. Στην περίπτωση που θα θεωρούνταν τέτοιες σκέψεις καθοριστικές, δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να ασκηθεί προσφυγή κατά αποφάσεων τέτοιας φύσεως, πράγμα που ασφαλώς δεν μπορεί να υποστηριχθεί. Πρέπει, επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, να γίνει δεκτή άλλη δικαιολογία του εννόμου συμφέροντος. Έτσι θα πρέπει, για παράδειγμα, να γίνει σκέψη περί της δυνατότητας διεκδικήσεως αποζημιώσεως, που η προσφεύγουσα δεν επικαλείται φυσικά λόγω των ελαχίστων πιθανοτήτων να επιτύχει μια τέτοια αγωγή της, μετά από την πρώτη εφαρμογή μιας τέτοιας διαδικασίας διαγωνισμού. Ή θα πρέπει απλώς να θεωρηθεί ως επαρκές συμφέρον το γεγονός ότι πρέπει να αναμένεται η εξακολούθηση της διαδικασίας υπό τις ίδιες συνθήκες, πράγμα που αναμφιβόλως είναι ορθό στο πλαίσιο ενός τέτοιου συστήματος που έχει καθιερωθεί μακροπρόθεσμα και το οποίο θα εφαρμόζεται περιοδικά.
β)
Για την εκτίμηση των μέσων έννομης προστασίας, δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, ασφαλώς δεν πρέπει να γίνει παραπομπή σε ενδεχόμενα εθνικά μέσα έννομης προστασίας και στις αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Είναι αναμφισβήτητο ότι, το σύστημα προστασίας των δικαιωμάτων επί κοινοτικού επιπέδου είναι αυτόνομο· κατά συνέπεια, τα διατιθέμενα μέσα έννομης προστασίας δεν πρέπει να εκτιμώνται παρά μόνο σύμφωνα με τα κριτήρια του κοινοτικού δικαίου. Κανένα στοιχείο της Συνθήκης δεν επισημαίνει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να στηριχθεί κανείς σε κάποιο επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με τα εθνικά μέσα έννομης προστασίας. Άλλωστε, μια τέτοια ερμηνεία θα ήγειρε σοβαρότατες αντιρρήσεις. Πράγματι, είτε θα σήμαινε ότι το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα για να επιλαμβάνεται των εθνικών μέσων έννομης προστασίας, δηλαδή ότι θα έπρεπε να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο, πράγμα που παρουσιάζει συχνά δυσχέρειες. Είτε, σε αντίθετη περίπτωση, θα έπρεπε, όταν ανακύπτουν προβλήματα, να αναζητείται κατ' αρχάς η επίλυση τους επί εθνικού επιπέδου, έτσι ώστε το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε κατά συνέπεια να επιληφθεί παρά μετά την οριστική διαπίστωση ότι δεν υφίσταται πράγματι μέσο έννομης προστασίας επί εθνικού επιπέδου, πράγμα που, ανάλογα με τις περιστάσεις, θα απαιτούσε ορισμένο χρόνο. Φαίνεται σαφές ότι καμιά από αυτές τις δύο λύσεις δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν πρέπει να ασχοληθώ περαιτέρω αν, στην προκειμένη περίπτωση, η απάντηση του ΑΙΜΑ της 23ης Φεβρουαρίου 1978 έπρεπε να αμφισβητηθεί, ή αν το πρόβλημα που υποβάλλεται στην κρίση του Δικαστηρίου θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαφορετικής εθνικής διαδικασίας, για παράδειγμα μέσω προσφυγής κατά της ειδοποιήσεως προς καταβολή εισφοράς. Θα ήθελα, όμως, τουλάχιστον να παρατηρήσω σχετικώς ότι μου φαίνονται πειστικές οι παρατηρήσεις της προσφεύγουσας και του εκπροσώπου της Ιταλικής Κυβερνήσεως, που στηρίζονται στη νομολογία του ιταλικού ακυρωτικού σχετικά με τα μέσα έννομης προστασίας ενώπιον ιταλικού δι-καιοδοτικού οργάνου κατά αποφάσεων του ΑΙΜΑ, στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανακοίνωση του αποτελέσματος διακριτικής αποφάσεως, ληφθείσας επί κοινοτικού επιπέδου.
γ)
Εφόσον γίνει δεκτό ότι είναι δυνατή η προσβολή της αποφάσεως της Επιτροπής της 15ης Φεβρουαρίου 1978, έπεται επίσης, κατ' αρχήν, ότι ορθώς περιελήφθησαν στην αμφισβήτηση οι πράξεις και οι κανονισμοί γενικής ισχύος που χρησιμεύουν ως νομική βάση της αποφάσεως. Ακόμα και αν είναι σαφές ότι η αμφισβήτηση απευθύνεται, στην πραγματικότητα, κατά της κανονιστικής ρυθμίσεως γενικής ισχύος, δεν μπορεί ωστόσο να γίνει λόγος περί καταστρατηγήσεως της διαδικασίας ούτε μπορεί να διατυπωθεί η αντίρρηση ότι η προσφεύγουσα στερείται εννόμου συμφέροντος.
Ορθώς, υπ' αυτές τις συνθήκες, η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε — ότι επ' αυτού του σημείου μπορούσε να στηριχθεί στη νομολογία — ότι εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση αντιπροσωπεύει την άμεση εφαρμογή κανόνα γενικής ισχύος, η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του γενικού κανόνα απορρέει από γενική αρχή του δικαίου. Σχετικώς θα περιοριστώ στο να αναφέρω τις αποφάσεις που εκδόθηκαν στην υπόθεση 9/56 (MERONI & CO, INDUSTRIE METALLURGICHE κατά Ανωτάτης Αρχής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, απόφαση της 13ης Ιουνίου 1958, Slg 1958, σ. 9), στην υπόθεση 15/57 (COMPAGNIE DES HAUTS FOURNEAUX DE CHASSE κατά Ανωτάτης Αρχής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, απόφαση της 12ης Ιουνίου 1958, Slg 1958, σ. 159), στην υπόθεση 18/62 (EMILIA BARGE κατά Ανωτάτης Αρχής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1963, Slg 1963, σ. 561) και στην υπόθεση 32/65 (Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966, Slg 1966, σ. 457). Αφετέρου, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, σχετικά με μια τέτοια ένσταση που δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά ειδικό μέσο, η ειδική απόδειξη εννόμου συμφέροντος δεν είναι αναγκαία (βλ. την εκδοθείσα στις υποθέσεις 41 έως 44/70 απόφαση). Αν συνέβαινε το αντίθετο, θα μπορούσε πράγματι να γίνει λόγος περί ακατανόητης διακρίσεως μεταξύ των απ' ευθείας προσφυγών, σε σχέση με τις αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια πράγματι, είναι γνωστό ότι στο πλαίσιο των αιτήσεων εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, ακόμα και αν το τιθέμενο ζήτημα κύρους αφορά κανονισμό γενικής ισχύος, το Δικαστήριο δεν ελέγχει αν μια τέτοια εξέταση είναι πράγματι αναγκαία ως προς την εθνική διαδικασία.
Επί πλέον, όμως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στην πραγματικότητα, δεν είναι δυνατό να αμφισβητηθεί το έννομο συμφέρον που έχει η προσφεύγουσα, ως προς το δικαστικό έλεγχο των προαναφερθεισών πράξεων γενικής ισχύος και ως προς την αναγνώριση του ανεφαρμόστόυ τους. Πράγματι, ουδόλως πρόκειται περί καταργήσεως του συστήματος προνομιακών εισαγωγών στο σύνολό του, αλλά απλώς περί αμφισβητήσεως ορισμένων λεπτομερειών εφαρμογής του. Στην περίπτωση που η εν λόγω κριτική αποδειχθεί βάσιμη, θα μπορούσε να επακολουθήσει ευνοϊκή για την προσφεύγουσα τροποποίηση. Αντιστρόφως, σε μια τέτοια περίπτωση, κανείς δεν σκέπτεται να καταργήσει στο σύνολό του το σύστημα εισαγωγών, του οποίου η κατ' αρχήν αναγκαιότητα αναγνωρίστηκε με το άρθρο 14 του κανονισμού 805/68, κατόπιν της επιπτώσεως της κοινής οργανώσεως των αγορών και του συστήματος της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου (GATT) που εφαρμόζεται επί των εισαγωγών επί της βιομηχανίας μεταποιήσεως.
δ)
Έτι εφόσον φαίνεται ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή καμιά από τις εξετασθείσες αντιρρήσεις στο πλαίσιο του παραδεκτού της προσφυγής, δεν απομένει παρά να εξεταστεί αν η δήλωση περί ανεφαρμόστου ενός ή περισσοτέρων από τους οικείους κανονισμούς μπορεί ενδεχομένως να αναφερθεί στο διατακτικό της αποφάσεως. Σχετικώς, φαίνεται ότι είμαι υποχρεωμένος να ταχθώ με την αρνητική γνώμη της Επιτροπής, λόγω του ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας πράξεων γενικής ισχύος δεν συνιστά παρά ειδικό μέσο έννομης προστασίας. Εν τούτοις, η λύση αυτή δεν καταλήγει αναγκαστικά στο να θεωρηθεί ότι η προσφυγή, με την οποία προφανώς ζητείται μια τέτοια αναγνώριση στο διατακτικό της αποφάσεως, πρέπει να θεωρείται απαράδεκτη μπορεί απλώς να οδηγήσει στο να εξεταστούν οι συνέπειες της υποβολής ενός τέτοιου μέσου έννομης προστασίας στην απόφαση, στο μέρος που το Δικαστήριο θα εκτιμήσει κατάλληλο.
II — Επί της ουσίας
Για την εξέταση του βασίμου της προσφυγής, με το οποίο θα ασχοληθώ τώρα, θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω κατ' αρχάς τις αντιρρήσεις επί της ουσίας που η προσφεύγουσα προβάλλει κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως και του συστήματος επί του οποίου βασίζεται η εν λόγω απόφαση, για να μην ασχοληθώ παρά στη συνέχεια με τις προβληθείσες τυπικές και διαδικαστικές πλημμέλειες.
1.
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί, κυρίως, τον προσδιορισμό της κατηγορίας των προσώπων που υπήχθησαν στο ειδικό σύστημα εισαγωγής που συνδυάζεται με την αγορά κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέατος. Θεωρεί ότι, με το να μην περιορίζεται η κατηγορία των ενδιαφερομένων στις βιομηχανίες μεταποιήσεως, για τις οποίες θεσπίστηκε το ειδικό σύστημα εισαγωγών, και με το να μη προβλέπεται υποχρέωση μεταποιήσεως για το αγοραζόμενο από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέας, δημιουργήθηκε δυσμενής διάκριση για τις βιομηχανίες μεταποιήσεως, οι οποίες κατ' αρχήν έπρεπε να απολαύουν ευνοϊκού συστήματος. Η εν λόγω επέκταση της κατηγορίας των συμμετεχόντων κατέληξε επίσης στο να λαμβάνει ο κάθε υποβάλλων προσφορά πολύ μικρές ποσότητες κρέατος. Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, θα ήταν δικαιότερο, περιορίζοντας την εφαρμογή του συστήματος στις βιομηχανίες μεταποιήσεως ή, τουλάχιστον αναγνωρίζοντάς τους μια προτεραιότητα, να γίνεται κατανομή ανάλογα με τις ικανότητες μεταποιήσεως και τα εμπορικά ρεύματα που έχουν διαπιστωθεί μέχρι τώρα. Επί πλέον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει — και αυτό πρέπει επίσης να ενταχθεί στο πλαίσιο της κριτικής που αφορά την κατηγορία των ενδιαφερομένων — ότι κακώς η Επιτροπή στηρίχθηκε ιδίως σε προσφορές εμπορικών μεσαζόντων, μέρος των οποίων δεν συμμετέχουν σε διαγωνισμούς παρά με κερδοσκοπικούς σκοπούς και έτσι καθόρισε πολύ υψηλές κατώτατες τιμές. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι, μ' αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το στόχο του ειδικού συστήματος εισαγωγής κρέατος από τρίτες χώρες σε ευνοϊκές τιμές. Κατά την άποψή της, πρέπει να ληφθεί ως αφετηρία ότι το πλεονέκτημα της απαλλαγής από την εισφορά εξαφανίζεται στην πράξη από τον καθορισμό πολύ υψηλών κατωτάτων τιμών παρανόμως δεν ελήφθη τουλάχιστον υπόψη ο επιδιωκόμενος σκοπός, δηλαδή να ευνοηθεί η βιομηχανία μεταποιήσεως με ευνοϊκότερο σύστημα υπέρ των αναπτυχθεισών προσπαθειών για τη διάθεση των αποθεμάτων των αποθηκών παρεμβάσεως και, μ' αυτό τον τρόπο, επιβλήθηκαν στις βιομηχανίες μεταποιήσεως επιβαρύνσεις που κανονικά έπρεπε να βαρύνουν το σύνολο. Τέλος, προσάπτεπται επίσης στην Επιτροπή ότι καθόρισε διαφορετικές κατώτατες τιμές ανάλογα με τα κράτη μέλη, και, έτσι, ενήργησε αντιθέτως προς την αρχή της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου.
α)
Όσον αφορά αυτές τις αντιρρήσεις, πρέπει να σημειωθεί, προκαταρκτικά, ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί την αρχή επί της οποίας στηρίζεται ο προκείμενος κανονισμός, δηλαδή τον συνδυασμό των εισαγωγών από τρίτες χώρες σε ευνοϊκές τιμές με την πώληση του κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέατος. Οποιαδήποτε άλλωστε άλλη άποψη δεν θα ήταν λογική, λόγω των πλεονασμάτων βοείου κρέατος εντός της Κοινότητας, τα οποία, στις αρχές του έτους 1978, όπως αναφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, οδήγησαν σε αποθέματα 450000 τόνων.
Εντούτοις, οποιοσδήποτε δέχεται αυτή την αρχή συναινεί, συγχρόνως, στους περιορισμούς των προνομιακών εισαγωγών και αναγνωρίζει, επίσης, την ανάγκη εξαρτήσεως της χορηγήσεως πλεονεκτημάτων κατά την εισαγωγή από ορισμένα ανταλλάγματα που αφορούν το γενικό συμφέρον. Σχετικώς, είναι πασιφανές ότι τα κοινοτικά θεσμικά όργανα απολαύουν ευρέως περιθωρίου δράσεως για να εκτιμήσουν αυτά τα δύο στοιχεία. A PRIORI ουδόλως αποκλείεται, κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας εκτιμήσεως, οι περιστάσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη και ιδίως οι διάφορες καταστάσεις της αγοράς να συνεπιφέρουν αισθητή μείωση των πλεονεκτημάτων λόγω εισαγωγής. Αν προκύψουν τέτοιες μειώσεις, πρέπει, εν πάση περιπτώσει, κατά την εξέταση του ζητήματος αν τα συμφέροντα της βιομηχανίας μεταποιήσεως τηρήθηκαν επαρκώς, να ληφθεί επίσης υπόψη ότι, στο πλαίσιο του συστήματος στο σύνο-λό του, η εν λόγω βιομηχανία απολαύει επίσης άλλων σημαντικών προνομίων. Σχετικώς, μπορούν να αναφερθούν, για παράδειγμα, οι εισαγωγές με απαλλαγή της εισφοράς στο πλαίσιο τελωνειακών ποσοστώσεων της GATT, ή των ποσοστώσεων εισαγωγής που εφαρμόζονται στα προϊόντα των χωρών ΑΚΕ. Προστίθενται σ' αυτά επίσης οι χορηγούμενες για τις ιδιωτικές αποθήκες ενισχύσεις. Επί πλέον, δεν πρέπει ακριβώς να λησμονούνται οι ειδικές πωλήσεις κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέατος σε μειωμένες τιμές προς τη βιομηχανία μεταποιήσεως, όπως αυτές που έλαβαν χώρα, για παράδειγμα, το Νοέμβριο 1977 και τον Αύγουστο 1978 και, επ' ευκαιρία των οποίων, οι ιταλικές βιομηχανίες μεταποιήσεως έλαβαν αντιστοίχως 4000 και 3000 τόνους σε σχετικώς ευνοϊκές τιμές, δηλαδή στην τιμή των 950 λογιστικών μονάδων τον τόνο.
β)
Όσον αφορά, περαιτέρω, το ζήτημα του καθορισμού της κατηγορίας των προσώπων, στους οποίους επετράπη η συμμετοχή στην προκειμένη περίπτωση, είναι γνωστό ότι η Επιτροπή προσέδωσε σημασία στην αρχή που θέσπισε το άρθρο 7 του κανονισμού 805/68 για τη διάθεση των αγοραζόμενων από τους οργανισμούς παρεμβάσεως προϊόντων, κατά την οποία εξασφαλίζεται «η ισότητα προσβάσεως στα εμπορεύματα και η ισότητα στη μεταχείριση των αγοραστών». Αντιστρόφως, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, θα έπρεπε να ληφθεί κυρίως πρόνοια ώστε να ευνοηθεί η βιομηχανία μεταποιήσεως. Προς αποφυγή δυσμενούς έναντι της διακρίσεως, θα έπρεπε να της επιτραπεί η συμμετοχή στην εν λόγω ειδική δράση. Αληθώς, μια τέτοια συμπεριφορά δεν είναι αντίθετη προς την αρχή που επικαλείται η Επιτροπή. Πράγματι, ο κανονισμός 98/69 (κατά τη διατύπωση του κανο νισμού 429/77, ABL L 61 της 5.3.1977, σ. 18) δίδει αυθεντική ερμηνεία της εν λόγω αρχής. Κατ' εφαρμογή αυτού του κανονισμού, διαφοροποιήσεις βάσει αντικειμενικών κριτηρίων γίνονται απόλυτα δεκτές είναι 1-δίως δυνατό να προβλεφθούν εξαιρέσεις — και αυτό εφαρμόζεται επίσης στο σύστημα του συνδυασμού εισαγωγής και αγοράς από τον οργανισμό παρεμβάσεως — εφόσον πρόκειται περί διαθέσεως προϊόντων που προορίζονται για ειδική χρήση. Κατά την προσφεύγουσα, παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον το ότι στο πλαίσιο αναλόγου ειδικού συστήματος εισαγωγών (εισαγωγή αρρένων νεαρών βοοειδών προοριζομένων για πάχυνση σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού 805/68), ο κανονισμός 2902/77, διαφέρων κατ' αυτό από τον κανονισμό 2900/77 που στην πραγματικότητα δίνει προτεραιότητα το εμπόριο, έδωσε χωρίς αμφιβολία προτεραιότητα στους γεωργικούς παραγωγούς.
Όσον αφορά αυτή την αντίρρηση, πρέπει να τονιστεί, κατ' αρχάς, ότι η τελευταία διατυπωθείσα παρατήρηση ασφαλώς δεν συνιστά βάσιμο επιχείρημα, διότι το σύστημα εισαγωγών που έχει εφαρμογή στα νέα βοοειδή περιορίζεται στην ολική ή μερική αναστολή της εισφοράς (άρθρο 13 του κανονισμού 805/78 όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 425/77, EE ειδ. έκδ. 03/017, σ. 192 επ.), δηλαδή δεν προβλέπει συνδυασμό με τη διάθεση κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέατος, όπως πράττει το άρθρο 14 του κανονισμού 805/68.
Ένα άλλο στοιχείο μου φαίνεται επίσης πειστικό: το ότι η κανονιστική ρύθμιση δεν μπορούσε να περιοριστεί στη βιομηχανία μεταποιήσεως, διότι πρόκειται περί εισαγωγής κρέατος και πολλοί ενδιαφερόμενοι — και στην Ιταλία αυτό έχει εφαρμογή επίσης τουλάχιστον για τις μικρές επιχειρήσεις μεταποιήσεως — δεν εισάγουν απ' ευθείας, αλλά μέσω του εμπορίου. Τέτοιοι επιχειρηματίες δεν θα μπορούσαν να επωφεληθούν του προνομιακού συστήματος στο πλαίσιο της προτεινόμενης από την προσφεύγουσα κανονιστικής ρυθμίσεως και το αποτέλεσμα αυτό θα συνιστούσε ασφαλώς δυσμενή διάκριση. Πράγματι, το άρθρο 11 του κανονισμού 585/77, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1384/77, παρεμβάλλει εμπόδια στη χορήγηση πιστοποιητικών εισαγωγής στο όνομά τους και στην περαιτέρω εκχώρησή τους στους εισαγωγείς.
Εξάλλου, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο συνδυασμός βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού 805/68 είναι, κατ' αρχήν, δυνατός εφόσον δεν υφίσταται κανένας σαφής σχετικός περιορισμός κατά συνέπεια, όχι μόνο είναι δυνατό να συνδεθούν εισαγωγές, με απαλλαγή εισφοράς, με τη διάθεση κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέατος που δεν χρησιμοποιείται για μεταποίηση, αλλά επίσης να συνδυαστούν με τη διάθεση κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέατος γενικά, δηλαδή με την πώληση κρεάτων που προορίζονται για συνήθη χρήση. Φαίνεται ότι, υπό τις προκείμενες συνθήκες, έγινε επιλογή στην πραγματικότητα της δεύτερης δυνατότητας. Αυτό μπορεί να συναχθεί από δήλωση της προσφεύγουσας, κατά την οποία δεν επρόκειτο περί κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέατος που προοριζόταν για τη βιομηχανία μεταποιήσεως. Αυτή η γνώμη ενισχύεται επίσης από τον πίνακα εκτιμήσεως του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 1977, που ήδη αναφέρθηκε, επί του οποίου βασιζόταν η προκήρυξη του διαγωνισμού του μηνός Ιανουαρίου 1978. Αυτός ο πίνακας εμφάνιζε τις ανάγκες της βιομηχανίας μεταποιήσεως, αφενός, και τις διαθέσιμες ποσότητες εντός της Κοινότητας, αφετέρου, που αντιπροσώπευαν, μεταξύ άλλων, δημόσια και ιδιωτικά αποθέματα, τελωνειακές ποσοστώσεις και εισαγωγές από τις χώρες ΑΚΕ. Αν απ' αυτό είχε συναχθεί το συμπέρασμα ότι απέμενε έλλειμμα 50000 τόνων για τις ανάγκες της βιομηχανίας μεταποιήσεως, για την οποία έπρεπε να προβλεφθούν ειδικές εισαγωγές, αυτό μπορεί απλώς να σημαίνει ότι δεν θεωρήθηκε αναγκαίο να επιφυλαχθούν για τη βιομηχανία μεταποιήσεως τα κατεχόμενα από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέατα σε συνδυασμό με εισαγωγές. Όμως, αν πρόκειται περί συνδυασμού τέτοιας φύσεως, προφανώς αποκλείεται πρόβλεψη υποχρεώσεως μεταποιήσεως των εν λόγω κατεχομένων από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρεάτων, όπως ζητεί η προσφεύγουσα. Φαίνεται επίσης παράλογο να επιφυλαχθεί η διάθεση αυτών των κρεάτων, που κατέχουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως, στις βιομηχανίες μεταποιήσεως, διότι έτσι οι τελευταίες θα οδηγούνταν στο να διαδραματίσουν ρόλο ξένο προς τη λειτουργία τους, δηλαδή να ενεργήσουν ως έμποροι. Σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει, αντιθέτως, να τονιστεί η αρχή του άρθρου 7 του κανονισμού 805/68 και, όπως το έπραξε η Επιτροπή, να διασφαλιστεί η ισότητα προσβάσεως όλων των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών στο συνδυασμό εισαγωγής και αγοράς κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως, κρέατος.
Σ' αυτό προστίθεται επίσης — και φαίνεται έτσι σαφέστατα ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή υπέρβαση εξουσίας — το γεγονός ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος, στην πραγματικότητα, περί ίσης μεταχειρίσεως όλων των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών και ότι αποδείχθηκε, αντιθέτως, ότι η βιομηχανία μεταποιήσεως κατείχε προνομιακή θέση. Πράγματι, ελήφθη επαρκής πρόνοια ώστε οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες, στους οποίους επετράπη να προβούν σε προνομιακές εισαγωγές, να προορίσουν τα εισαγόμενα κρέατα στην καθορισθείσα χρήση, δηλαδή στην μεταποίηση. Σχετικώς, υπενθυμίζω το άρθρο 9 του κανονισμού 585/77, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1384/77, κατά το οποίο το πιστοποιητικό πρέπει να αναφέρει την εγκατάσταση όπου θα λάβει χώρα η μεταποίηση του κρέατος σε κονσέρβες. Επί πλέον, κατά το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού, ο αιτών τη χορήγηση πιστοποιητικού εισαγωγής οφείλει να αναλάβει την υποχρέωση είτε να πραγματοποιήσει ο ίδιος είτε να ενεργήσει για την υπό ιδία του ευθύνη πραγματοποίηση, εντός του εμφαινομένου στη δήλωση αυτή κράτους μέλους, των εργασιών μεταποιήσεως και οφείλει να προσκομίσει την απόδειξη ότι η παρασκευή κονσερβών εντός της υποδεικνυομένης στην αίτηση επιχειρήσεως έχει την συγκατάθεση του υπευθύνου της επιχειρήσεως αυτής. Εξάλλου, αναφέρομαι στο άρθρο 11 α διατυπωμένο κατ' αυτήν την έννοια, και το οποίο, όπως ορίζει ο κανονισμός 2901/77, συμπληρώνει τον κανονισμό 585/77.
Εν όψει αυτών των στοιχείων, δεν είναι πράγματι δυνατό να λεχθεί ότι η κανονιστική ρύθμιση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως νόμιμη, παρά μόνο αν είχε καταρτιστεί σύμφωνα με τις προτάσεις της προσφεύγουσας. Ακριβώς, δεδομένου ότι αυτή η κανονιστική ρύθμιση λαμβάνει υπόψη, τόσο την αρχή της ισότητας προσβάσεων στο κατεχόμενο από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέας, όσο και την αρχή του προνομιακού συστήματος για την βιομηχανία μεταποιήσεως, πρέπει, αντιθέτως, να διαπιστωθεί ότι τηρεί τους κανόνες της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος και ότι ουδόλως παραβιάζει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
γ)
Κατόπιν αυτών των σκέψεων, τίθεται το ερώτημα αν είναι δυνατό να διατυπωθούν αντιρρήσεις, στηριζόμενες κατά της αρχής της λήψεως υπόψη των προσφερθεισών τιμών και κατά των καθορισθεισών κατωτάτων τιμών, επ' αυτής της βάσεως, καθώς και κατά του γεγονότος ότι η ίδια ποσότητα εφαρμοζόταν σε κάθε ένα που συμμετείχε στο διαγωνισμό. Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, θα ήταν δικαιότερη η κατανομή ποσοτήτων ανάλογα με τις ικανότητες μεταποιήσεως. Επί πλέον, θεωρεί ότι το σύστημα απαιτεί οι τιμές να βρίσκονται στο επίπεδο των τιμών του διεθνούς εμπορίου. Κατά την άποψή της, δεν είναι προφανώς δυνατό να επιτευχθεί αυτό το επίπεδο τιμών αν λαμβάνονται υπόψη όλες οι δυνατές προσφορές τιμών, δηλαδή οι τιμές των επιχειρήσεων μεταποιήσεως, οι οποίες, λόγω της διαφοροποιήσεως της δραστηριότητάς τους, ή λόγω των προϊόντων που παράγουν, εργάζονται με μικρότερο κόστος, καθώς και τις προσφορές άλλων ενδιαφερομένων επιχειρηματιών που διαθέτουν το κατεχόμενο από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέας στο λιανικό εμπόριο με ευνοϊκούς γι' αυτούς όρους και πωλούν το εισαγόμενο κρέας στη βιομηχανία μεταποιήσεως, πραγματοποιώντας ουσιαστικό κέρδος.
Όσον αφορά αυτό το σύνολο των ζητημάτων, η αναπτυχθείσα άποψη, κατά την οποία οι διαθέσιμες ποσότητες έπρεπε να κατανεμηθούν ανάλογα με τις ικανότητες μεταποιήσεως, στηρίζεται προφανώς στην ιδέα ότι, μόνο η βιομηχανία μεταποιήσεως έπρεπε να υπαχθεί στο ειδικό σύστημα εισαγωγών, η οποία ωστόσο πρέπει να απορριφθεί όπως ήδη απέδειξα. Η Επιτροπή εξέθεσε επίσης, κατά πειστικό τρόπο, επ' αυτού του σημείου, ότι ακόμα και αν περιοριζόταν η πρόσβαση στη διαδικασία στη βιομηχανία μεταποιήσεως, πολύ μεγάλες δυσκολίες θα εμφανίζονταν για τον καθορισμό των ικανοτήτων μεταποιήσεως. Επί πλέον, λόγω του ότι, στα άλλα κράτη μέλη, υφίστανται μεγαλύτερες επιχειρήσεις μεταποιήσεως, αυτό το σύστημα θα ήταν ακριβώς δυσμενές για τις μικρότερες ιταλικές επιχειρήσεις και θα εμπόδιζε μ' αυτόν τον τρόπο, την επίτευξη περιφερειακής ισορροπίας.
Όσον αφορά τον τρόπο καθορισμού της τιμής, φαίνεται επίσης προφανώς εσφαλμένος ο ισχυρισμός ότι πρέπει κατ' ανάγκη να επιχειρείται προσέγγιση, κατά γενικό κανόνα, με τις τιμές που ισχύουν στη διεθνή αγορά. Παρ' όλον ότι είναι αληθές ότι αυτό πρέπει να συμβαίνει, όσον αφορά το εισαγόμενο κρέας και ότι επίσης πρέπει να συμβαίνει στην ουσία, όταν χρησιμοποιούνται οι υπηρεσίες των εμπορικών μεσαζόντων και όταν προστίθεται σ' αυτό αντίστοιχο περιθώριο κέρδους, εφόσον η υποχρέωση μεταποιήσεως επιτρέπει σ' αυτή τη βιομηχανία να κατέχει ισχυρή θέση και απαγορεύει συνεπώς την επιβολή υπερβολικών όρων στους εισαγωγείς, εν τούτοις αυτό δεν ισχύει για το κατεχόμενο από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέας, λόγω του ότι δεν προορίζεται υποχρεωτικά για μεταποίηση. Ορθώς πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε η τιμή να φθάνει ορισμένο επίπεδο. Αφενός, αυτό εξυπηρετεί το συμφέρον των οργανισμών παρεμβάσεως που πρέπει να τηρείται με το σύστημα του συνδυασμού εισαγωγής και αγοράς του κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέατος. Αφετέρου, δεν πρέπει να παροράται ότι, μόνο αν λαμβάνονται υπόψη υψηλότερες προσφορές, μπορεί να αποτραπεί η ριζική μείωση των διαθεσίμων ποσοτήτων, πράγμα που δυστυχώς συνέβη το 1977, κατά την εφαρμογή άλλου συστήματος.
Σ' αυτή τη συγκυρία, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δεν είναι απολύτως σαφής ο λόγος για τον οποίο μόνο έμποροι μπορούν να επιτύχουν υψηλότερες τιμές για το κατεχόμενο από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέας, που δεν προορίζεται A PRIORI για μεταποίηση. Στην πραγματικότητα, τίποτα δεν απαγορεύει στις επιχειρήσεις μεταποιήσεως που συμμετέχουν στο διαγωνισμό να τηρήσουν ανάλογη στάση και να αποφύγουν, μ' αυτόν τον τρόπο, να υποστούν ζημίες, αγοράζοντας κατεχόμενο από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέας.
Τέλος, κατόπιν όλων αυτών των σκέψεων, δεν είναι δυνατό να χαρακτηριστεί ως αδικαιολόγητος ο περιορισμός των ποσοτήτων ανά συμμετέχοντα στο διαγωνισμό. Πράγματι, αν δεν υφίστατο κανένας περιορισμός, οι ισχυρότερες οικονομικές επιχειρήσεις, οι οποίες μπορούν να προσφέρουν μεγαλύτερη τιμή, θα αποκτούσαν το μεγαλύτερο μέρος του διαθεσίμου κρέατος. Προς το συμφέρον ισορροπημένης κατανομής πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί, ασφαλώς ο ποσοτικός περιορισμός ως δίκαιος και δικαιολογημένος.
δ)
Δεν απομένει παρά το ερώτημα αν στην προκειμένη περίπτωση οι κατώτατες τιμές καθορίστηκαν σε πολύ υψηλό επίπεδο, έτσι ώστε, στην πράξη, καταργούσαν το παρεχόμενο στη βιομηχανία μεταποιήσεως με το ειδικό σύστημα εισαγωγών πλεονέκτημα, ή περιόριζαν, με δυσανάλογο τρόπο, τα πλεονεκτήματα αυτού του συστήματος. Επί πλέον, πρέπει να εξεταστεί η διατυπωθείσα κατά της Επιτροπής αιτίαση, κατά την οποία η τελευταία κακώς καθόρισε κατώτατες τιμές διαφορετικές, ανάλογα με τα κράτη μέλη.
Όσον αφορά τον καθορισμό των τιμών, η προσφεύγουσα παρατηρεί, προς στήριξη της άποψής της, ότι, κατά την κρίσιμη εποχή, οι τιμές ανέρχονταν σε 900 λογιστικές μονάδες ανά τόνο περίπου στη διεθνή αγορά, ότι η κανονική τιμή του κατεχόμενου από τον οργανισμό παρεμβάσεως κρέατος ανερχόταν σε 1300 λογιστικές μονάδες ανά τόνο περίπου, η κατωτάτη όμως τιμή που καθόρισε η Επιτροπή ανερχόταν σε 1600 λογιστικές μονάδες ανά τόνο. Η προσφεύγουσα, όμως, αγνοεί, αφενός, ότι δεν υφίστατο υποχρέωση μεταποιήσεως του βοείου κρέατος των οργανισμών παρεμβάσεως και ότι αυτό το κρέας μπορούσε να διατεθεί στην αγορά με ευνοϊκούς όρους τόσο από τη βιομηχανία μεταποιήσεως όσο και από τους εμπόρους. Δεν υφίσταται, επομένως, κανένας λόγος καθορισμού μέσης τιμής για το προοριζόμενο για μεταποίηση κρέας, βάσει της τιμής του κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέατος, όπως προέκυψε από το διαγωνισμό και της τιμής του εισαγομένου κρέατος. Αφετέρου, ακόμα και αν υποτεθεί ότι μεταποιείται το κατεχόμενο από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά γενικό κανόνα, η εν λόγω ποσότητα — η οποία, όπως είναι γνωστό ήταν 100 τόνων κατά ανώτατο όριο — συμπληρωνόταν με πολύ σημαντικότερη ποσότητα εισαγομένου κρέατος — υπενθυμίζω, σχετικώς, τη δήλωση της προσφεύγουσας, κατά την οποία πριν από το 1974 εισήγαγε ετησίως 10000 τόνους κρέατος προελεύσεως τρίτων χωρών — το οποίο οι άλλοι μετέχοντες στο διαγωνισμό, οι οποίοι δεν μεταποιούν το κρέας οι ίδιοι, αγοράζουν διότι υφίσταται ως προς αυτό το κρέας υποχρέωση μεταποιήσεως. Αν υπολογιστεί η τιμή αγοράς επ' αυτής της βάσεως, υφίσταται πάντοτε πλεονέκτημα υπέρ της βιομηχανίας μεταποιήσεως, λόγω της οικονομίας της εισφοράς κατά πλέον των 1000 λογιστικών μονάδων ανά τόνο, ακόμα και αν ληφθεί υπόψη περιθώριο κέρδους — η απόδειξη ότι το περιθώριο κέρδους ήταν γενικά 20 % δεν προσκομίστηκε — και ακόμα σε περίπτωση αγοράς μικροτέρων ποσοτήτων κρέατος κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως σε τιμή υπερβαίνουσα κατά 300 λογιστικές μονάδες ανά τόνο περίπου τη συνήθη τιμή πωλήσεως του κρέατος των οργανισμών παρεμβάσεως· αυτό δε το πλεονέκτημα επιτρέπει να αποκλειστεί ο ισχυρισμός ότι, κατά ανεπίτρεπτο τρόπο, δεν ελήφθη υπόψη ο στόχος της κανονιστικής ρυθμίσεως που συνίσταται στο να απολαύει η βιομηχανία μεταποιήσεως ειδικού συστήματος εισαγωγών.
Όσον αφορά τον καθορισμό διαφορετικών κατωτάτων τιμών, ανάλογα με τα κράτη μέλη, πρέπει να τονιστεί, κατ' αρχάς, ότι δεδομένου ότι το κατώτερο επίπεδο επελέγη για την Ιταλία, το σύστημα ακριβώς είχε ως συνέπεια πλεονέκτημα για τις ιταλικές επιχειρήσεις. Επί πλέον, η Επιτροπή κατέδειξε ότι ένα τέτοιο μέτρο στηρίζεται σε αντικειμενικούς λόγους και, κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι συνιστά δυσμενή διάκριση. Έτσι, οι τιμές που εφαρμόζουν οι οργανισμοί διαφέρουν ήδη από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διάφορες ποιότητες, οι διαφορετικές συνθήκες της αγοράς και του ανταγωνισμού, πράγμα που επίσης καταλήγει στο ότι οι συνήθεις τιμές πωλήσεως που εφαρμόζουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως για το κατεχόμενο απ' αυτούς κρέας δεν είναι ενιαίες για όλα τα κράτη μέλη. Στην περίπτωση που δεν θα είχαν ληφθεί υπόψη αυτά τα στοιχεία και στην περίπτωση που, κατά το διαγωνισμό, δεν θα είχε ληφθεί μέριμνα ώστε η κατωτάτη τιμή στα κράτη μέλη να αντανακλά περίπου την ίδια διαφορά μεταξύ της συνήθους τιμής πωλήσεως του κρέατος των οργανισμών παρεμβάσεως — στην Ιταλία η διαφορά ήταν μάλιστα κατώτερη από τη διαφορά των άλλων κρατών μελών — το σύστημα θα είχε καταλήξει σε διατάραξη της περιφερειακής ισορροπίας και οι ιταλοί αγοραστές θα ήσαν αυτοί ακριβώς που θα βρίσκονταν σε δυσμενέστερη θέση, από την άποψη της ποσότητας, σε σχέση με τους ενδιαφερόμενους άλλων κρατών μελών. Όμως, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, κανένα πειστικό στοιχείο δεν προσκομίστηκε προς απόδειξη του ότι ήταν αναγκαίο να καθοριστούν οι κατώτατες τιμές για την Ιταλία σε ακόμα κατώτερο επίπεδο. Στην πραγματικότητα, αυτό θα προκαλούσε αισθητή διατάραξη της περιφερειακής ισορροπίας, εις βάρος άλλων κρατών μελών και, ειδικώς, αυτό θα είχε καταστήσει αναγκαίο τον καθορισμό των κατωτάτων τιμών σε ακόμα ανώτερο επίπεδο του επιπέδου στο οποίο καθορίστηκαν, διότι τα άλλα κράτη μέλη δεν θα είχαν στη διάθεσή τους παρά λιγότερο σημαντικές ποσότητες.
ε)
Εν συμπεράσματι, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διατυπωθείσα από την προσφεύγουσα αντίρρηση, κατά την οποία το σύστημα εισάγει διακρίσεις και δεν λαμβάνει υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, δεν είναι περισσότερο βάσιμη από την ανάλογη αντίρρηση που διατυπώθηκε έναντι της απ' ευθείας αμφισβητηθείσας απόφασης.
2.
Θα ασχοληθώ τώρα με την κριτική της προσφεύγουσας, ως προς την εφαρμοσθείσα διαδικασία. Κατά την άποψή της, η αρχή της αμεροληψίας της διοικήσεως απαιτούσε οι προσφορές να παραμείνουν ανώνυμες. Κατά συνέπεια, η διοίκηση όφειλε να ενεργήσει κατά τρόπο ανάλογο με τον προβλεπόμενο στην οδηγία 71/305 για τους διαγωνισμούς δημοσίων έργων. Αντ' αυτού, τόσο οι εθνικές διοικήσεις, των οποίων οι αντιπρόσωποι εδρεύουν την επιτροπή διαχειρίσεως, όσο και η Επιτροπή έλαβαν γνώση των ονομάτων των υποβαλλόντων προσφορές και του περιεχομένου των προσφορών τους, πράγμα που επέτρεψε τον καθορισμό των κατωτάτων τιμών και των ποσοτήτων, έτσι ώστε να αποκλειστούν ανεπιθύμητοι διαγωνιζόμενοι.
Σχετικώς, πρέπει να διαπιστωθεί, κατ' αρχάς, ότι βάσει του εφαρμοστέου συστήματος κατά το οποίο — βλ. άρθρο 3 του κανονισμού 2900/77 — αποκλείεται, προς το συμφέρον δικαίας κατανομής, μια επιχείρηση να καταθέτει περισσότερες προσφορές σε περισσότερα κράτη μέλη, δεν μπορεί να απαγορευθεί στην Επιτροπή, η οποία οφείλει να προβεί στους αναγκαίους ελέγχους επ' αυτού του σημείου, να λάβει γνώση των ονομάτων των διαγωνιζομένων. Επί πλέον, κατόπιν της εκθέσεως του τρόπου που ακολουθήθηκε και ο οποίος εκτέθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν επιδέχεται αντιρρήσεις στο μέτρο που φαίνεται ότι καταρτίστηκαν δύο πίνακες, ο ένας στον οποίο αναφέρονται οι προσφορές κατά σειρά σπουδαιότητας, χωρίς να αναφέρεται το όνομα του υποβαλλόντος την προσφορά, και ο άλλος στον οποίο αναφέρονται οι διαγωνιζόμενοι κατά αλφαβητική σειρά. Όμως, και αν, μέσω των εκπροσώπων των εθνικών διοικήσεων στην επιτροπή διαχειρίσεως, η Επιτροπή πληροφορείται στην πραγματικότητα ποια προσφορά προέρχεται από ποιο διαγωνιζόμενο, καμιά αντίρρηση αρχής δεν μπορεί να διατυπωθεί γι' αυτό το λόγο. Πράγματι, δεν είναι δυνατό να αποκαλυφθεί κίνδυνος ύποπτου χειρισμού εκ μέρους της Επιτροπής, διότι η απόφασή της προφανώς ελήφθη, κατ' ουσίαν, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, δηλαδή της προσφερθείσας τιμής και διαφοράς αισθητώς ίσης για τα κράτη μέλη, σε σχέση με τη συνήθη τιμή πωλήσεως του κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέατος.
Κατά συνέπεια, δεν νομίζω ότι η μη λήψη ειδικού μέτρου για τη διασφάλιση της ανωνυμίας των προσφορών, όπως ακριβώς τον φαντάζεται η προσφεύγουσα, συνιστά λόγο ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
3.
Τέλος, απομένει να εξεταστεί η προβαλλομένη από την προσφεύγουσα αιτίαση, κατά την οποία, τόσο οι κανονισμοί όσο και οι πράξεις γενικής ισχύος που χρησιμεύουν ως νομική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και η ίδια η απόφαση, δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένοι. Εφόσον ο βασικός κανονισμός 805/68, χωρίς να ορίζει αποφασιστικά κριτήρια επ' αυτού, δεν αναφέρει παρά τη δυνατότητα να εξαρτηθούν εισαγωγές με απαλλαγή της εισφοράς από την αγορά από οργανισμούς παρεμβάσεως και, εφόσον ο κανονισμός 597/77 δεν προβλέπει παρά κατώτατο όριο αποθέματος των οργανισμών παρεμβάσεως για το σχετικό συνδυασμό, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι, η πράξη κοινοτικού δικαίου, στην οποία το σύστημα του συνδυασμού εισαγωγής με αγορά από οργανισμό παρεμβάσεως προβλέφθηκε για πρώτη φορά για το έτος 1978, όφειλε να περιέχει περισσότερες διευκρινίσεις. Ειδικότερα, ήταν αναγκαίο να καθορίζει το μέγεθος των αποθεμάτων των οργανισμών παρεμβάσεως και τις ποσότητες τις προοριζόμενες για βιομηχανική μεταποίηση, κατά την έννοια του άρθρου 9 του κανονισμού 1896/73 (ABL L 193 της 14.7.1973, σ. 18)· επίσης, όφειλε να περιέχει ορισμένες ενδείξεις, ως προς τη σχέση μεταξύ των ποσοτήτων που έπρεπε να εισαχθούν και των ποσοτήτων που είναι δυνατό να αγοραστούν από οργανισμούς παρεμβάσεως και που καθορίζεται στο παράρτημα του κανονισμού 2901/77. Επιπλέον, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, ήταν αναγκαίο η αμφισβητούμενη απόφαση, η οποία καθορίζει τις εισακτέες ποσότητες και τις κατώτατες τιμές, να αναφέρει κριτήρια για τον καθορισμό των κατωτάτων τιμών και αυτό κατά διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με τα συστήματα μεταποιήσεως και με τα κράτη μέλη. Θεωρεί ότι, ιδίως, αυτή η απόφαση όφειλε να περιέχει επεξηγήσεις περί του καθορισμού των ποσοτήτων, των οποίων επιτρέπεται η εισαγωγή, κατά τις διάφορες περιόδους και περί της κατανομής τους μεταξύ των κρατών μελών και των συστημάτων μεταποιήσεως που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
Όσον αφορά αυτές τις αιτιάσεις, πρέπει, ασφαλώς, να γίνει δεκτό ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η αιτιολογία των διαφόρων επίμαχων πράξεων δεν είναι πράγματι πολύ σαφής. Αφετέρου, η νομολογία έχει δεχθεί — περιορίζομαι σχετικώς στην υπόμνηση της αποφάσεως που εκδόθηκε πρόσφατα στην υπόθεση 87/78 (WELDING κατά HAUPTZOLLAMT HAMBURG-WALTERSHOF, απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 1978) — ότι οι απαιτήσεις για την αιτιολογία πράξεων γενικής ισχύος — και από ορισμένη άποψη αυτό αφορά επίσης την απόφαση περί καθορισμού των κατωτάτων τιμών — δεν πρέπει να είναι πολύ αυστηρές. Έτσι δεν απαιτείται να αιτιολογείται κάθε λεπτομερειακό σημείο, αλλά αρκεί συχνά — ιδίως αν ληφθεί υπόψη η συνέπεια του κανόνα — να γίνεται αναφορά στη γενική κατάσταση και στους γενικούς στόχους της κανονιστικής ρυθμίσεως.
Αν εξεταστεί η κριτική της προσφεύγουσας υπό αυτό το πρίσμα, είναι σημαντικό κατ' αρχάς — και αυτό αφορά το πρώτο σκέλος της αιτιάσεως — η εφαρμογή του συστήματος συνδυασμού εισαγωγής και αγοράς να εξαρτάται προδήλως από το επίπεδο των δυσχερειών που απαντώνται στην αγορά της Κοινότητας, δηλαδή από το μέγεθος των αποθεμάτων των οργανισμών παρεμβάσεως. Αυτό σημαίνει το άρθρο 2 του κανονισμού 597/77 κατά το οποίο, εφόσον τα αποθέματα των οργανισμών παρεμβάσεως υπερβαίνουν ορισμένη κατωτάτη ποσότητα, μπορεί να εφαρμοστεί το σύστημα του συνδυασμού εισαγωγής και αγοράς. Το να ορίζεται, εξάλλου, από τον κανονισμό που εφαρμόζει το σύστημα το πραγματικό μέγεθος των αποθεμάτων δεν μου φαίνεται αναγκαίο, εφόσον καταρτίζονται συχνές εκθέσεις, έτσι ώστε οι ενδιαφερόμενοι κύκλοι είναι πλήρως ενημερωμένοι επ' αυτού του σημείου. Επίσης, δεν θεωρώ απολύτως αναγκαίο η κανονιστική ρύθμιση να διευκρινίζει περισσότερο τη σχέση μεταξύ των ποσοτήτων, των οποίων επιτρέπεται η εισαγωγή, και των ποσοτήτων κρέατος που πρέπει να αγοραστούν από τους οργανισμούς παρεμβάσεως. Είναι προφανές ότι αυτό εξαρτάται επίσης από το μέγεθος των αποθεμάτων των οργανισμών παρεμβάσεως και, επ' αυτού του σημείου, είναι επίσης ενδιαφέρον να σημειωθεί αυτό που εκθέτει ο προβλεπόμενος στο άρθρο 14 του κανονισμού 805/68 πίνακας εκτιμήσεως του Συμβουλίου.
Όσον αφορά τον καθορισμό κατωτάτων τιμών, έχει, εξάλλου, σημασία η γενική προκήρυξη περιοδικών διαγωνισμών (ABL C 11 της 13.1.1978, σ. 16) να περιέχει τους γενικούς όρους που έχουν εφαρμογή στην πώληση του κατεχόμενου από τους οργανισμούς παρεμβάσεως κρέατος και το ότι οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 2900/77 κάνουν επίσης λόγο περί διαγωνισμού κατά την έννοια του κανονισμού 216/69 (ABL L 28 της 5.2.1969, σ. 10). Στον τελευταίο αυτό κανονισμό, ο σκοπός των διαγωνισμών είναι να επιτυγχάνονται ευνοϊκές τιμές, λαμβάνοντας υπόψη την πραγματική κατάσταση της αγοράς. Εξάλλου, στις «αιτιολογικές σκέψεις» του κανονισμού 2900/77, γίνεται επίσης λόγος περί διαφορετικών κατωτάτων τιμών. Έτσι, και κατά τη γενική προκήρυξη διαγωνισμού που προαναφέρθηκε, έπρεπε να είναι σαφές ότι οι κατώτατες τιμές αποτελούν συνάρτηση των κατατιθεμένων προσφορών, οι οποίες, και αυτές, εξαρτώνται από την κατάσταση της αγοράς και από τις διαθέσιμες ποσότητες και, μ' αυτόν τον τρόπο, επίσης καθορίζεται κατανομή, κατά τα διάφορα συστήματα και ανάλογα με τα κράτη μέλη. Το ότι καμία συμπληρωματική ένδειξη δεν παρέχεται, ως προς την κατανομή του ελλείμματος στα τρίμηνα του έτους 1978, πρέπει χωρίς αμφιβολία να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η Επιτροπή προέβη σχετικώς σε απλή διαίρεση δια του τέσσερα, διότι στηρίχθηκε σε σχετικώς κανονική εξέλιξη της αγοράς. Εκτός απ' αυτές τις ενδείξεις, θα μπορούσε, ίσως, κανείς να αναμένει συμπληρωματικές επεξηγήσεις επί του επιδιωκόμενου σκοπού, δηλαδή επί της επιτεύξεως δικαίας κατανομής μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας, χάρη στον καθορισμό κατωτάτων τιμών, πράγμα που, κατά κάποιο τρόπο, αποτελεί εξαίρεση από την αρχή του καθοριστικού χαρακτήρα των ανωτάτων προσφορών. Δεν θεωρώ, όμως, ότι η έλλειψη τέτοιων ενδείξεων αποτελεί σοβαρή πλημμέλεια, λόγω του πρόδηλου γεγονότος ότι υφίστανται ποιοτικές διαφορές και διαφορές στο επίπεδο των συνθηκών της αγοράς μεταξύ των κρατών μελών, οι οποίες έπρεπε ασφαλώς να ληφθούν υπόψη και, αφετέρου, λόγω του γεγονότος, ουσιώδους για την προκειμένη περίπτωση, ότι οι διαφορές μεταξύ των κατωτάτων τιμών ευνοούσαν ακριβώς τους ιταλούς επιχειρηματίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η προσφεύγουσα.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, παρ' όλο ότι δεν είναι δυνατό να απορριφθούν όλες οι αντιρρήσεις, όσον αφορά την αιτιολογία της αποφάσεως — εν πάση περιπτώσει, εφόσον εξεταστεί στο σύνολό της δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί χαρακτηριστικών παραβιάσεων — δεν είναι δυνατό να κηρυχθεί ανεφάρμοστη ή να ακυρωθεί, για τυπικές πλημμέλειες, η κανονιστική ρύθμιση που είναι έγκυρη κατ' ουσία ούτε η απόφαση της Επιτροπής που στηρίζεται σ' αυτήν.
III —
Εν συμπεράσματι, πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι η προσφυγή της εταιρίας SIMMENTHAL, καθόσον αφορά την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 15 Φεβρουαρίου 1978 και καθόσον, ως λόγο ακυρώσεως επικαλείται την έλλειψη νομιμότητας ορισμένων κανονισμών και πράξεων γενικής ισχύος, είναι παραδεκτή, αλλά πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Υπ' αυτές τις συνθήκες, πρέπει επίσης η προσφεύγουσα να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα τον πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy