ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
HENRI MAYRAS
της 26ης Οκτωβρίου 1978 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η υπό κρίση προδικαστική υπόθεση, για την οποία κανένα κράτος μέλος και κανένα άλλο όργανο πλην της Επιτροπής δεν έδειξαν ενδιαφέρον, δεν θα μας απασχολήσει πολύ.
Με σύμβαση της 1ης Αυγούστου 1977 ο ενάγων της κύριας δίκης ανέλαβε την υποχρέωση να εκπονήσει έναντι αμοιβής για λογαριασμό της εναγομένης, εισαγωγέα οπωρών, σειρά μελετών της αγοράς ορισμένων γεωργικών προϊόντων στην Ισπανία και στην Πορτογαλία. Οι μελέτες αυτές έπρεπε να είναι έτοιμες κατά την ημερομηνία προσχωρήσεως των εν λόγω κρατών, η οποία όπως γνωρίζομε δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμη.
Η προτελευταία ρήτρα της σύμβασης αυτής προβλέπει ότι η σύμβαση έχει πενταετή διάρκεια και ότι, στην περίπτωση που η προσχώρηση των εν λόγω χωρών αποδειχθεί εκ του νόμου ή εκ των πραγμάτων αδύνατη, ο εναγόμενος θα έχει το δικαίωμα να την καταγγείλει χωρίς υποχρέωση να αποζημιώσει τον ενάγοντα. Η σύμβαση όριζε ότι «το ζήτημα της εκ του νόμου αδυναμίας κρίνεται με απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων».
Με επιστολή της 29ης Ιανουαρίου 1978, ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο να του καταβάλει τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε. Ο εναγόμενος απέρριψε το αίτημα στις 31 Ιανουαρίου 1978· συγχρόνως ο τελευταίος κατήγγειλε τη σύμβαση για τον λόγο ότι η προσχώρηση της Ελλάδος, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας ήταν νομικώς αδύνατη, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών κειμένων όπως είχαν τότε.
Είναι πιθανό, κύριοι, η διαφορά αυτή να επινοήθηκε εξ ολοκλήρου προκειμένου να αναγκάσει το Δικαστήριο να «αποφανθεί» επί ζητήματος που ενδιαφέρει βεβαίως σε πολύ μεγάλο βαθμό τους εμπόρους, αλλά που δεν έχει παρά αρκετά χαλαρή σχέση με την επίδικη σύμβαση. Δεδομένου εξάλλου ότι καλέσατε ρητώς την Επιτροπή να λάβει θέση εγγράφως ως προς το αν συμβιβάζονται ρήτρες σαν την τελευταία (ακριβέστερα την προτελευταία) παράγραφο της επίδικης σύμβασης με την κοινοτική δημόσια τάξη, σχετικές ερωτήσεις υποβλήθηκαν δε και κατά την διάρκεια των αγορεύσεων, είναι πιθανό να θεωρείτε ότι τα άτομα δεν μπορούν, με ρήτρα διαιτησίας, να θεμελιώσουν αρμοδιότητα που παρέχεται στο Δικαστήριο μόνο υπό τους όρους του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η εφαρμογή αυτής της αρμοδιότητας δεν είναι αυτόματη ακόμα και όταν πρόκειται για εθνικά δικαστήρια, οι αποφάσεις των οποίων δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου. Εξάλλου, τα δικαστήρια στα οποία αναφέρεται η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 177 πρέπει να κρίνουν ότι η απόφαση του Δικαστηρίου είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους απόφασης· με άλλα λόγια, το εθνικό δικαστήριο πρέπει οπωσδήποτε να «διαγνώσει» πριν κάνει χρήση της δυνατότητας που του αναγνωρίζει το άρθρο 177, διαφορετικά παραβιάζει τόσο την οικεία εθνική όσο και την κοινοτική έννομη τάξη.
Εν προκειμένω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σας υποβάλλει τα προδικαστικά ερωτήματα «κατ' αίτηση των διαδίκων», μπορούμε δε να υποθέσομε ότι έκρινε ότι δεσμεύεται προς τούτο από τη ρήτρα, σύμφωνα με την οποία το ζήτημα αν είναι νομικώς αδύνατη η προσχώρηση επιλύεται με απόφαση του Δικαστηρίου.
Ο διευθυντής της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής παρατήρησε πάντως, ορθώς κατά τη γνώμη μου, ότι είναι αμφίβολο αν η εν λόγω φράση αποτελεί ρήτρα διαιτησίας: αναφέρεται μεν προδήλως στη διαδικασία του άρθρου 177, δεν σημαίνει όμως ότι το Δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί επί όλων των ζητημάτων που μπορούν να προκύψουν από τη σύμβαση. Με την προσθήκη της ρήτρας αυτής οι συμβαλλόμενοι απλώς συμφώνησαν ως προς την ακολουθητέα διαδικασία, χωρίς πάντως να δεσμεύουν το εθνικό δικαστήριο. Το τελευταίο ερμήνευσε εξάλλου την εν λόγω φράση ως απλή πρόταση· καίτοι απευθύνεται στο Δικαστήριο «κατ' αίτηση των διαδίκων», διατύπωση που απαντά άλλωστε συχνά στις Διατάξεις παραπομπής, αναφέρεται ρητά στο άρθρο 177, παράγραφος 2, της Συνθήκης και εκθέτει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι είναι αναγκαία η απόφαση του Δικαστηρίου για την έκδοση της δικής του απόφασης. Επομένως, αν αποφάσισε να ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 177, το έπραξε βάσει δικών του θεωρήσεων.
Έχετε μάλιστα κρίνει ότι νομοτύπως επιλαμβάνεστε αιτήσεων για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που σας υπέβαλαν ορισμένα ιταλικά δικαστήρια βάσει των ισχυρισμών του προσφεύγοντος και μόνο, ακόμα και αν δεν έχει προηγηθεί συζήτηση μεταξύ των διαδίκων, τα δε προδικαστικά ερωτήματα έχουν διατυπωθεί μόνο από τον προσφεύγοντα.
Δεν θα ασχοληθώ πάντως περισσότερο μ' αυτό το προκαταρκτικό ζήτημα. Πρώτον, επειδή αυτό θα συνιστούσε ανάμιξη στην ερμηνεία της σύμβασης, στην εκτίμηση της σοβαρότητας που έχει η διαφορά για τον εθνικό δικαστή και στην αντίληψη που έχει σχηματίσει ο τελευταίος για τις εξουσίες ή τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 177. Η έρευνα αυτή ανήκει ενδεχομένως στα δευτεροβάθμια εθνικά δικαστήρια ή στα δικαστήρια που αποφαίνονται σε τελευταίο βαθμό.
Δεύτερον, διότι εν πάση περιπτώσει δεν νομίζω ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να δώσει απάντηση στο υποβληθέν «QUAESTIO JURIS».
Με τα δύο πρώτα ερωτήματα, καλείσθε να αποφανθείτε όχι επί των τυπικών, αλλά επί των ουσιαστικών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 237 της Συνθήκης ΕΟΚ, μεμονωμένως θεωρούμενο ή σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις της Συνθήκης για την προσχώρηση νέων ευρωπαϊκών κρατών στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακος και Χάλυβος και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενεργείας δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, δεδομένου ότι η παραπομπή στηρίζεται στο άρθρο 177 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας.
Αλλά η ζητούμενη απάντηση εξαρτάται ιδίως, σύμφωνα με το άρθρο 237 της Συνθήκης ΕΟΚ, από την προσαρμογή ουσιαστικών διατάξεων της Συνθήκης που πραγματοποιείται ύστερα από επίπονες διαπραγματεύσεις πολιτικού κυρίως χαρακτήρα.
Ακόμα και αν η προσχώρηση των εν λόγω κρατών είναι νομικώς δυνατή — δεν αμφιβάλλω γι' αυτό — πρέπει πάντως, για την πραγματοποίηση της και σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις του άρθρου 237, να τηρηθούν συγκεκριμένοι τυπικοί όροι: το Συμβούλιο πρέπει να αποφανθεί ομοφώνως αφού λάβει τη γνώμη της Επιτροπής· στη συνέχεια πρέπει να επέλθει συμφωνία μεταξύ των κρατών μελών, η οποία, τέλος, πρέπει να επικυρωθεί από όλα τα συμβαλλόμενα κράτη κατά τους αντίστοιχους συνταγματικούς τους κανόνες.
Κατά συνέπεια, ακόμα και αν τα προδικαστικά ερωτήματα αναφέρονται στην ερμηνεία ουσιαστικών διατάξεων της Συνθήκης, η ερμηνεία αυτή πρέπει κατ' ανάγκη να μεταφέρεται πρώτα σε άλλες πράξεις κοινοτικές, διεθνείς ή εθνικές. Αντίθετα με τα προβλεπόμενα στο πλαίσιο της «μικρής αναθεώρησης» του άρθρου 95 ΕΚΑΧ ή στο πλαίσιο του άρθρου 228 ΕΟΚ, δεν μπορεί και δεν πρέπει να ζητηθεί επίσημα η γνωμοδότηση του Δικαστηρίου. Έτσι, οι ουσιαστικές νομικές προϋποθέσεις της προσχωρήσεως νέων ευρωπαϊκών κρατών στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες καθορίζονται μόνο με διαδικασία που ορίζουν προς τούτο τα άρθρα 237 ΕΟΚ, 205 ΕΚΑΕ και 98 ΕΚΑΧ. Η δικαστική ερμηνεία που δίνεται στο πλαίσιο του άρθρου 177 ΕΟΚ τοποθετείται σε διαφορετικό επίπεδο.
Το τρίτο ερώτημα, αντίθετα με τα προηγούμενα, δεν ανάγεται σε «πρωτοβουλία» των διαδίκων, αλλά υποβάλλεται αυτεπαγγέλτως από το εθνικό δικαστήριο. Αναφέρεται δε στο ζήτημα αν η προσχώρηση της Ισπανίας, της Πορτογαλίας και της Ελλάδος (χώρα την οποία πάντως δεν αφορούν οι επίδικες μελέτες «MARKETING») κατέστη αδύνατη στο προβλεπτό μέλλον για λόγους που ανάγονται στο κοινοτικό δίκαιο. Όπως παρατηρούν η Επιτροπή και η εναγομένη στην κύρια δίκη, το ερώτημα αυτό αφορά όχι την ερμηνεία, αλλά την εφαρμογή της Συνθήκης και, όπως και τα προηγούμενα ερωτήματα, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά σας.
Προτείνω λοιπόν να κρίνετε ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί, στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, επί των ουσιαστικών νομικών ορίων που διέπουν την προσχώρηση τρίτων ευρωπαϊκών κρατών στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy