ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
FRANCESCO CAPOTORTI
Της 1ης Φεβρουαρίου 1979 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το προδικαστικό ερώτημα που σας έχει υποβληθεί στην παρούσα υπόθεση αφορά την ερμηνεία μιας από τις διατάξεις «περί μη σωρεύσεως» του κανονισμού 1408/71, περί της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων και, ειδικότερα, του άρθρου 79, παράγραφος 3, η οποία αναφέρεται στο κεφάλαιο που ασχολείται κυρίως με τα οικογενειακά επιδόματα για τα συντηρούμενα τέκνα των δικαιούχων συντάξεως.
Ο ενάγων της κύριας δίκης Rossi, Ιταλός υπήκοος, εργάστηκε καταρχάς στην Ιταλία ως γεωργός, έπειτα στο Βέλγιο ως εργάτης, από το 1948 έως το 1958. Προσβλήθηκε όμως από επαγγελματική νόσο και κατόπιν αυτού του χορηγήθηκε, από το 1964, σύνταξη αναπηρίας, η οποία του καταβάλλεται από τον αρμόδιο για τέτοιες παροχές Βελγικό Οργανισμό.
Πέραν της συντάξεως εισέπραττε στο Βέλγιο μέχρι το Φεβρουάριο του 1973 οικογενειακά επιδόματα για τις δύο κόρες του. Όμως, από το Μάρτιο του 1973, η καταβολή των επιδομάτων ανεστάλη λόγω του ότι η σύζυγος του ενάγοντος ασκούσε στην Ιταλία επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία, κατά το Βελγικό Οργανισμό, μπορούσε να της παράσχει το δικαίωμα λήψεως των επιδομάτων για τα τέκνα από τον αντίστοιχο ιταλικό οργανισμό.
Τότε ζήτησε η Rossi από το Istituto Nazionale della Previdenza Sociale (Εθνικό Ίδρυμα Κοινωνικής Πρόνοιας) να της καταβάλει τα εν λόγω επιδόματα. Με απόφαση της 13ης Απριλίου 1976, το INPS απέρριψε την αίτησή της κρίνοντας ότι «ως αρχηγός οικογενείας, για τη χορήγηση των οικογενειακών επιδομάτων που αφορούν τα τέκνα, μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ο πατέρας και αυτή η ιδιότητα δεν μπορεί να μεταφερθεί σε άλλο πρόσωπο όταν ο πατέρας δεν είναι ούτε ανάπηρος ούτε άνεργος».
Μετά από την άρνηση των δύο αυτών οργανισμών προνοίας, ο Rossi προσέφυγε στο Tribunal du Travail (Εργατικό Δικαστήριο) του Charleroi, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο, με απόφασή του της 19ης Απριλίου 1978, τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Καθιστά ανενεργό την εφαρμογή του άρθρου 79, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου της ΕΟΚ το γεγονός ότι η ιταλική νομοθεσία δεν επιτρέπει, για τη χορήγηση οικογενειακών επιδομάτων, τη μεταφορά της ιδιότητας του αρχηγού οικογενείας στη σύζυγο όταν ο σύζυγος είναι δικαιούχος συντάξεως (από το Fonds des maladies professionnelles — Ταμείο επαγγελματικών νόσων), η οποία καταβάλλεται από άλλο κράτος μέλος;
Με άλλα λόγια, πρέπει να αναλάβει ο Βελγικός Οργανισμός την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων, ακόμα και αν υφίσταται στην Ιταλία δικαίωμα λόγω της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας από ένα μέλος της οικογενείας του συνταξιούχου, το οποίο όμως είναι ατελές λόγω ιδιομορφίας της ιταλικής νομοθεσίας;
2)
Εφόσον γίνει δεκτό ότι η θέση του Ιταλικού Οργανισμού δεν είναι τώρα πλέον νόμιμη βάσει της αρχής της ισότητας δικαιωμάτων μεταξύ ανδρών και γυναικών, δεν θα έπρεπε να καταβάλει ο Βελγικός Οργανισμός τη διαφορά μεταξύ των ιταλικών και των βελγικών οικογενειακών επιδομάτων, ώστε να διαφυλαχθούν τα κεκτημένα δυνάμει της νομοθεσίας της χώρας της τελευταίας απασχόλησης δικαιώματα και να αποφευχθεί έτσι η άνιση μεταχείριση μεταξύ εργαζομένων που όφειλαν να πληρούν τις ίδιες προϋποθέσεις για να τους χορηγηθεί σύνταξη;»
2.
Για να γίνει κατανοητό το περιεχόμενο του άρθρου 79, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, πρέπει να ληφθούν καταρχάς υπόψη οι κανόνες βάσει των οποίων χορηγούνται οι παροχές για τα συντηρούμενα τέκνα των δικαιούχων συντάξεως (άρθρο 77, παράγραφος 2). Όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η σύνταξη οφείλεται βάσει της νομοθεσίας ενός μόνο κράτους μέλους, οι παροχές χορηγούνται «σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για τη σύνταξη» (στοιχείο α). Όμως, το άρθρο 79, παράγραφος 3, ορίζει στη συνέχεια ότι, όταν τα τέκνα δικαιούνται οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους λόγω ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, «το δικαίωμα παροχών που οφείλονται κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 και των άρθρων 77 και 78 αναστέλλεται».
Αυτή η διάταξη περί μη σωρεύσεως επιτελεί την ίδια λειτουργία με τον περιεχόμενο στο άρθρο 76 ανάλογο κανόνα, ο οποίος αφορά τους εργαζομένους και τους ανέργους. Πράγματι το άρθρο 76 προβλέπει ότι «το δικαίωμα οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων που οφείλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 73 ή 74 αναστέλλεται, αν λόγω της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητος οφείλονται επίσης οικογενειακές παροχές ή επιδόματα δυνάμει της νομοθεσίας του Κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογενείας». Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, η διαφορά μεταξύ των δύο κανόνων είναι αμελητέα: και οι δύο αφορούν την περίπτωση σωρεύσεως του δικαιώματος οικογενειακών επιδομάτων λόγω της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας σε άλλο κράτος μέλος.
Υπό τις συνθήκες αυτές θεωρώ ότι οι αρχές του δικαίου τις οποίες διατύπωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Ragazzoni, παραπέμποντας ευθέως στο άρθρο 76 (απόφαση που εκδόθηκε στις 20 Απριλίου 1978 στην υπόθεση 134/77, Racc. 1978, σ. 963) παρέχουν επίσης τα απαραίτητα κριτήρια ώστε να ερμηνευθεί το άρθρο 79, παράγραφος 3, και να δοθεί απάντηση στο πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το δικαστήριο της κύριας δίκης. Στην προαναφερθείσα υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 76 του κανονισμού 1408/71 αναστολή του δικαιώματος λήψεως οικογενειακών παροχών και επιδομάτων δεν εφαρμόζεται όταν ο πατέρας εργάζεται στο εξωτερικό σε ένα κράτος μέλος και όταν η μητέρα, η οποία εργάζεται ως μισθωτή στη χώρα κατοικίας των λοιπών μελών της οικογενείας, δεν έχει αποκτήσει, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτής της χώρας, το δικαίωμα λήψεως οικογενειακών επιδομάτων, είτε διότι ως αρχηγός οικογενείας δεν αναγνωρίζεται παρά μόνο ο πατέρας είτε διότι οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η παροχή στη μητέρα του δικαιώματος να εισπράττει τα επιδόματα δεν πληρούνται.
Στην προκειμένη υπόθεση ελάχιστα ενδιαφέρει το αν οι τόποι κατοικίας του πατέρα και της μητέρας είναι διαφορετικοί ή αν συμπίπτουν, εφόσον ο πατέρας είναι δικαιούχος συντάξεως. Πράγματι, το άρθρο 79, παράγραφος 3, περιορίζεται, όπως είδαμε, στο να ορίσει την προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία τα τέκνα παρέχουν το δικαίωμα λήψεως οικογενειακών επιδομάτων κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους (που μπορεί να αποτελεί επίσης και τη χώρα κατοικίας του συνταξιούχου) λόγω ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας (συνήθως, αλλά όχι κατ' ανάγκη, της μητέρας). Επομένως, αποφασιστικό είναι το ζήτημα αν το δικαίωμα λήψεως οικογενειακών επιδομάτων για τα τέκνα αποκτήθηκε ή όχι σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο ασκείται η επαγγελματική δραστηριότητα της μητέρας λόγω της ασκήσεως αυτής της δραστηριότητας. Αν η απάντηση είναι αρνητική, είναι προφανές ότι δεν επέρχεται η προβλεπόμενη από το άρθρο 79, παράγραφος 3, αναστολή.
Είδαμε ότι, σύμφωνα με τις ισχύουσες Ιταλικές διατάξεις κατά το χρόνο υποβολής της αιτήσεως στο INPS από τη Rossi, δεν αναγνωριζόταν δικαίωμα λήψεως οικογενειακών επιδομάτων για τα τέκνα σε περίπτωση ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας από τη μητέρα, διότι ως αρχηγός οικογενείας δεν αναγνωριζόταν παρά μόνο ο πατέρας. Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή του νόμου 903 της 9ης Δεκεμβρίου 1977 (που άρχισε να ισχύει στις 18 Δεκεμβρίου 1977) έγινε δεκτή η δυνατότητα να μπορεί να εισπράττει τα οικογενειακά επιδόματα και η γυναίκα η οποία ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα. Αυτό φυσικά προϋποθέτει κατ' ανάγκη αίτηση του ενδιαφερομένου και δήλωση του συζύγου που να εκφράζει τη βούλησή του να παραιτηθεί από το δικαίωμα λήψεως επιδομάτων για τα ίδια μέλη της οικογενείας, στην περίπτωση κατά την οποία έχει τέτοιο δικαίωμα και το ασκεί. Εφόσον δεν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις δεν μπορεί να λεχθεί ότι η γυναίκα που ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα έχει δικαίωμα να της καταβάλλονται επιδόματα για τα τέκνα: Επομένως πραγματοποιείται η αρνητική περίπτωση που προαναφέρθηκε για την εφαρμογή του άρθρου 79, παράγραφος 3.
3.
Το δεύτερο ερώτημα που υποβάλλει το δικαστήριο του Charleroi στηρίζεται στην υπόθεση σύμφωνα με την οποία η άποψη του Ιταλικού Οργανισμού Κοινωνικής Πρόνοιας «δεν είναι τώρα πλέον νόμιμη βάσει της αρχής της ισότητας δικαιωμάτων μεταξύ ανδρών και γυναικών». Αυτή η υπόθεση είναι προφανώς ξεπερασμένη λόγω της ήδη προαναφερθείσας τροποποίησης της νομοθεσίας στην Ιταλία, η οποία θα έπρεπε να επιτρέψει σήμερα στη Rossi — εάν υπέβαλλε εκ νέου αίτηση στο INPS — να επιτύχει τη χορήγηση οικογενειακών επιδομάτων για τα τέκνα της. Όμως ακριβώς γι' αυτό το λόγο — καθώς και λόγω του γενικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζει ο ισχυρισμός — πιστεύω ότι πρέπει να δοθεί απάντηση και στο δεύτερο ερώτημα του δικαστηρίου της κύριας δίκης.
Ας υποτεθεί λοιπόν ότι μία μητέρα, η οποία ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα, έχει αποκτήσει δικαίωμα λήψεως οικογενειακών επιδομάτων κατά την ιταλική νομοθεσία. Σ' αυτή την περίπτωση, ο πατέρας θα μπορέσει να ζητήσει από το Βελγικό Οργανισμό να καταβάλει τη διαφορά μεταξύ του ποσού των καταβαλλόμενων επιδομάτων δυνάμει της ιταλικής νομοθεσίας και του, ενδεχομένως ανώτερου, ποσού, το οποίο οφείλεται δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας;
Με άλλα λόγια: η προβλεπόμενη στο προαναφερθέν άρθρο 79, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 αναστολή, θα είναι πάντοτε και αναγκαστικά ολική ή μπορεί να είναι μερική στην περίπτωση που είναι μικρότερο το ποσό των εισπραττόμενων επιδομάτων, τις οποίες καταβάλλει το άλλο κράτος μέλος, στο έδαφος του οποίου η μητέρα ασκεί την επαγγελματική της δραστηριότητα;
Επ' αυτού του ζητήματος έχουν προταθεί διάφορες λύσεις από τους παρεμβάντες στην παρούσα διαδικασία.
Κατά τη βελγική κυβέρνηση, καμία διάταξη του κανονισμού 1408/71 δεν παρέχει το δικαίωμα λήψεως συμπληρωματικών οικογενειακών επιδομάτων από χώρα διαφορετική από εκείνη που υποχρεούται να καταβάλλει τα επιδόματα.
Αντίθετα, ο ενάγων της κύριας δίκης υποστήριξε ότι, εφόσον η καταβολή των παροχών για τα τέκνα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 77 του προαναφερθέντος κανονισμού, η εφαρμογή του άρθρου 79, παράγραφος 3, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του δικαιώματος λήψεως οικογενειακών επιδομάτων λόγω της εφαρμογής μιας λιγότερο ευνοϊκής διατάξεως της νομοθεσίας της χώρας στην οποία η μητέρα ασκεί την επαγγελματική της δραστηριότητα. Κατά τα λοιπά, δεν προκύπτει με σαφήνεια αν, κατά τη γνώμη του ενάγοντος, η υποχρέωση καταβολής συμπληρωματικού επιδόματος στηρίζεται στη βελγική νομοθεσία ή στο κοινοτικό δίκαιο.
Η θέση που υποστήριξε σχετικά η Επιτροπή, κατά τη διάρκεια της φάσεως της προφορικής διαδικασίας, είναι σαφέστερη. Η Επιτροπή, η οποία είχε αρχικά την ίδια άποψη με την βελγική κυβέρνηση, υποστήριξε στη συνέχεια ότι το άρθρο 79, παράγραφος 3, δεν μπορούσε να παρεμποδίσει την εφαρμογή της ευνοϊκότερης Βελγικής νομοθεσίας και αναφέρθηκε στο άρθρο 60, τελευταία παράγραφος, του βασιλικού διατάγματος της 19ης Δεκεμβρίου 1939, σύμφωνα με το οποίο «si les allocations familiales dues à un autre titre sont inférieures a celles dont l'octroi est prévu par la présente loi, la personne qui est en droit d'invoquer celle-ci peut prétendre a la différence», («εάν τα οφειλόμενα για άλλο λόγο οικογενειακά επιδόματα είναι κατώτερα από εκείνα των οποίων η χορήγηση προβλέπεται από τον παρόντα νόμο, το πρόσωπο που δικαιούται να τον επικαλεστεί μπορεί να αξιώσει τη διαφορά»).
Τέλος, σύμφωνα με την υποστηριζόμενη από την ιταλική κυβέρνηση άποψη, το άρθρο 79, παράγραφος 3, το οποίο προϋποθέτει ότι το δικαίωμα λήψεως οικογενειακών επιδομάτων για τα τέκνα διέπεται από τη νομοθεσία του κράτους που καταβάλλει τη σύνταξη (δυνάμει του άρθρου 77, παράγραφος 2, α), δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να οδηγήσει απλώς στην εφαρμογή μιας λιγότερο ευνοϊκής διατάξεως της νομοθεσίας της χώρας στην οποία η μητέρα ασκεί την επαγγελματική δραστηριότητα.
Συνεπώς, το άρθρο 79, παράγραφος 3, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι η αναστολή είναι ολική ή μερική ανάλογα με το αν το ποσό των επιδομάτων που συνάπτονται με τη σύνταξη είναι ίσο (ή κατώτερο) ή ανώτερο από το ποσό των επιδομάτων που καταβάλλονται από το άλλο κράτος μέλος.
4.
Προς υποστήριξη της άποψης της Βελγικής κυβερνήσεως θα μπορούσε να γίνει επίκληση ενός επιχειρήματος, το οποίο αφορά το γράμμα της διατάξεως. Το άρθρο 79, παράγραφος 3, ομιλεί για «αναστολή» χωρίς επιθετικό προσδιορισμό, έτσι ώστε φαίνεται λογικό να συναχθεί από αυτό ότι θέλησε να αναφερθεί αποκλειστικά στην ολική αναστολή, δηλαδή ότι ο κανονισμός προβλέπει την εναλλακτική εφαρμογή των δύο σχετικών νομοθεσιών, ανεξάρτητα από τις ενδεχομένως επιζήμιες συνέπειες για τα κεκτημένα δικαιώματα του εργαζομένου και δεν επιτρέπει την ολοκληρωμένη, ούτως ειπείν, εφαρμογή, των δύο νομοθεσιών για να προστατευτούν αυτά τα δικαιώματα.
Εν τούτοις σ' αυτό το αυστηρά τυπικό επιχείρημα μπορεί να αντιταχθεί ότι το γράμμα της διατάξεως δεν αποκλείει μια διαφορετική ερμηνεία, πλέον σύμφωνη προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού συστήματος, ερμηνεία την οποία με οδηγούν να προτιμήσω δύο ουσιώδη επιχειρήματα.
Υπενθυμίζω, κατ' αρχήν, ότι μεταξύ των στόχων του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνεται, στην έβδομη αιτιολογική σκέψη, η εφαρμογή του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ κατά τρόπον ώστε «να εξασφαλίζονται στους εργαζομένους, οι οποίοι διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητος τα κεκτημένα δικαιώματα και πλεονεκτήματα», χωρίς οι διατάξεις του κανονισμού «να δύνανται να προκαλέσουν αδικαιολόγητες σωρεύσεις».
Κατά συνέπεια, ναι μεν είναι βέβαιο ότι η κοινοτική νομοθεσία στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων επιδιώκει να αποτρέψει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των εργαζομένων λόγω της συρροής διαφόρων νομοθεσιών, αλλά είναι επίσης βέβαιο ότι μεταξύ των στόχων της δεν συμπεριλαμβάνεται ο καθορισμός και η εφαρμογή, σε περίπτωση συγκρούσεως νόμων, μιας μόνο νομοθεσίας, κατ' αποκλεισμό κάθε άλλης, ακόμα και όταν τούτο θίγει τα κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων.
Κατά δεύτερο λόγο, ο κανονισμός 1408/71 δεν πρέπει να ερμηνευθεί παρά μόνο υπό το φως των αρχών που εκτίθενται στο άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ στον τομέα της Κοινωνικής Ασφαλίσεως και, γενικότερα, «υπό το φως του πνεύματος του και των στόχων της Συνθήκης» (βλ. απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1976 στην υπόθεση 17/76, Brack, Racc. 1976, σ. 1429, 19η σκέψη). Το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να δεχτεί ότι «Ο σκοπός των άρθρων 48 έως 51 της Συνθήκης δεν θα επιτυγχανόταν, αλλά θα αγνοούνταν αν ο εργαζόμενος έπρεπε, για να κάμει χρήση της ελεύθερης κυκλοφορίας που του εξασφαλίζεται, να υποστεί απώλεια των ήδη κεκτημένων σε ένα από τα κράτη μέλη δικαιωμάτων, χωρίς αντικατάστασή τους από παροχές τουλάχιστον ισοδύναμες» (απόφαση που εκδόθηκε στις 15 Ιουλίου 1964 στην υπόθεση 100/63, Van der Veen, Racc. 1964, σ. 1091). Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινήθηκαν και οι αποφάσεις που εκδόθηκαν στις 9 Ιουνίου 1964 στην υπόθεση 92/63, Nonnenmacher, Racc. 1964, σ. 557, στις 10 Δεκεμβρίου 1969 στην υπόθεση, 34/69, Caisse de pension des employés privés, Racc. 1975, σ. 1473.
Ακόμα υπευνθυμίζω ιδίως την απόφαση που εκδόθηκε στις 21 Οκτωβρίου στην υπόθεση 24/75, Petroni, Racc. 1975, σ. 1149, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 46, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71 είναι ασυμβίβαστο με το άρθρο 51 της Συνθήκης, καθόσον επιβάλλει περιορισμό στη σώρευση δύο παροχών, οι οποίες έχουν αποκτηθεί σε διαφορετικά κράτη μέλη με μείωση του ποσού μιας παροχής που έχει αποκτηθεί δυνάμει μόνο της εθνικής νομοθεσίας.
Στη συνέχεια, η απόφαση της 13ης Ιουλίου 1976, υπόθεση 19/76, Triches, Racc. 1976, σ. 1243, επιβεβαίωσε ότι «τα μέτρα που λαμβάνει το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 51 δεν πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα να στερήσουν το διακινούμενο εργαζόμενο από δικαίωμα που απέκτησε σύμφωνα με τη νομοθεσία μόνο του κράτους μέλους στο οποίο εργάστηκε».
Κατά τη διάρκεια των πλέον πρόσφατων ετών αυτή η τάση παγιώθηκε. Αυτό φαίνεται, μεταξύ άλλων, από τις αποφάσεις της 3ης Φεβρουαρίου 1977, υπόθεση 62/76, Strehl, Racc. 1977, σ. 211, και της 13ης Οκτωβρίου 1977, υπόθεση 112/76, Manzoni, Racc. 1977, σ. 1647.
5.
Οι παρατηρήσεις που εξέθεσα με οδηγούν να απορρίψω την άποψη της Βελγικής Κυβερνήσεως: πράγματι, η ερμηνεία που υποστηρίζει η κυβέρνηση αυτή είναι ασυμβίβαστη τόσο με το πνεύμα και τους στόχους του κανονισμού 1408/71, όσο και με τις αρχές που συνάγονται από τα άρθρα 48 έως 51 της Συνθήκης ΕΟΚ (ιδίως με την αρχή, σύμφωνα με την οποία ο εργαζόμενος δεν μπορεί να τύχει, λόγω των διατάξεων περί μη σωρεύσεως του προαναφερθέντος κανονισμού, λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως από εκείνη την οποία του αναγνωρίζει η εθνική νομοθεσία συγκεκριμένου κράτους μέλους).
Υφίστανται λοιπόν δύο δυνατές ερμηνείες της εν λόγω διατάξεως. Σύμφωνα με την πρώτη ερμηνεία, το άρθρο 79, παράγραφος 3, δεν θίγει την εφαρμογή ενδεχομένως ευνοϊκότερων εθνικών διατάξεων που προβλέπουν την καταβολή συμπληρωμάτων όταν το ποσό των οικογενειακών επιδομάτων, οι οποίες καταβάλλονται σ' ένα κράτος μέλος, είναι μικρότερο από το ποσό των επιδομάτων που χορηγούνται στο κράτος που καταβάλλει τη σύνταξη. Αντίθετα, σύμφωνα με μια διαφορετική ερμηνεία, το κοινοτικό δίκαιο διέπει πλήρως και αυτόνομα (δηλαδή ανεξάρτητα από τις σχετικές εθνικές νομοθεσίες) την περίπτωση σωρεύσεως συνδυαζόμενης με διαφορά μεταξύ του ποσού των οικογενειακών επιδομάτων στις δύο χώρες, αναγνωρίζοντας στον εργαζόμενο το δικαίωμα να εισπράττει, προς συμπλήρωση, τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών από τον οργανισμό που υποχρεούται να του καταβάλλει τη σύνταξη.
Στην προκειμένη περίπτωση, τόσο η πρώτη, όσο και η δεύτερη ερμηνεία καταλήγουν στην αναγνώριση στον εργαζόμενο του δικαιώματος να εισπράττει συμπληρωματικά επιδόματα από το βελγικό οργανισμό. Σε γενικές γραμμές όμως πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το δικαίωμα προς λήψη συμπληρωματικών επιδομάτων θα αναγνωριστεί ή θα αποκλειστεί ανάλογα με το αν η νομοθεσία του κράτους που καταβάλλει τα μεγαλύτερα επιδόματα προβλέπει ή όχι το δικαίωμα του εργαζομένου να εισπράττει συμπληρωματικά επιδόματα. Στη βελγική νομοθεσία προβλέπεται αυτή η συμπληρωματική παροχή, αλλά είναι δυνατό να μην υφίσταται τέτοια ειδική διάταξη στις άλλες νομοθεσίες, πράγμα που έχει ως συνέπεια το ότι ο εργαζόμενος δεν θα έχει δικαίωμα προς λήψη των συμπληρωματικών παροχών παρά μόνο αν θεωρηθεί η κοινοτική νομοθεσία ως άμεση πηγή αυτού του δικαίου.
Φαίνεται καθαρά ότι η προτεινόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία επιτρέπει να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες, ακριβώς λόγω της εφαρμογής του άρθρου 79, παράγραφος 3, ο εργαζόμενος δεν θα μπορεί να διατηρήσει τα δικαιώματα που απέκτησε στο κράτος όπου άσκησε τη δραστηριότητά του και θα κατέληγε, επομένως, στο να τυγχάνει λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης. Δεν θεωρώ ότι μια τέτοια σκέψη είναι σύμφωνη προς τους στόχους του άρθρου 79, παράγραφος 3, ερμηνευόμενου υπό το φως των γενικών αρχών που προαναφέρθηκαν.
Πράγματι, το άρθρο 79, παράγραφος 3, έχει ως σκοπό να εξαλείψει τον κίνδυνο σωρευτικής εφαρμογής δύο εθνικών συστημάτων: αλλά για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα, δεν νομίζω ότι είναι απαραίτητο να καταλήξουμε στη θυσία των κεκτημένων δικαιωμάτων τα οποία συμβιβάζονται με την εφαρμογή του κανόνα περί μη σωρεύσεως.
Αντίθετα, οι γενικές αρχές επιβάλλουν να συμβιβαστεί η ανάγκη αποφυγής της σωρεύσεως με εκείνη της εξασφάλισης του σεβασμού των κεκτημένων δικαιωμάτων.
Στο ίδιο πνεύμα εξάλλου κινείται και η αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ εργαζομένων που οφείλουν να πληρούν τις ίδιες προϋποθέσεις για να τους χορηγηθεί σύνταξη. Πράγματι, αυτή η αρχή θα διακυβευόταν εάν γινόταν δεκτό ότι ένας εργαζόμενος μπορεί να τύχει, στο πλαίσιο της κοινωνικής ασφάλισης, λιγότερο ευνοϊκής μεταχείρισης από άλλους εργαζομένους, οι οποίοι άσκησαν την ίδια δραστηριότητα στο κράτος που καταβάλλει τη σύνταξη, απλώς και μόνο επειδή η νομοθεσία ενός άλλου κράτους μέλους προβλέπει την καταβολή επιδομάτων της ίδιας φύσεως και για τον ίδιο λόγο, αλλά μικρότερου ύψους.
Συνεπώς, εάν αυτά είναι τα κριτήρια βάσει των οποίων πρέπει να ερμηνευθεί η σχετική με τη σώρευση κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, δεν μπορώ να δεχθώ μιαν άποψη που περιορίζει το άρθρο 79, παράγραφος 3, σε διάταξη συγκρούσεως νόμων και η οποία δεν λαμβάνει υπόψη την ανάγκη εξασφαλίσεως σε κάθε περίπτωση στον εργαζόμενο της πλέον ευνοϊκής μεταχειρίσεως και της προστασίας των κεκτημένων δικαιωμάτων.
Επομένως, πρέπει να προτιμηθεί, κατά τη γνώμη μου, μία ερμηνεία που να επιτρέπει την εναρμόνιση του άρθρου 79, παράγραφος 3, με τις γενικές αρχές, δηλαδή την ερμηνεία που δέχεται ότι η εν λόγω διάταξη επάγεται αναστολή της καταβολής των οικογενειακών επιδομάτων για τα συντηρούμενα τέκνα, τα οποία παρέχονται από τον οργανισμό που καταβάλλει τη σύνταξη στον πατέρα, στο σύνολό τους μόνο όταν τα επιδόματα είναι ίσα ή μικρότερα από τα επιδόματα που καταβάλλονται στη χώρα όπου η μητέρα ασκεί την επαγγελματική της δραστηριότητα, μερικώς δε όταν τα πρώτα επιδόματα είναι μεγαλύτερα από τα δεύτερα.
6.
Επομένως, καταλήγοντας προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στα δύο ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunal du Travail του Charleroi, με απόφαση του της 19ης Απριλίου 1978:
1.
Κατά την έννοια του άρθρου 79, παράγραφος 3, του κανονισμού 1408/71, η αναστολή του δικαιώματος λήψεως οικογενειακών επιδομάτων για τα συντηρούμενα από τον πατέρα τέκνα, ο οποίος δικαιούται συντάξεως βάσει της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, δεν εφαρμόζεται αν η μητέρα δεν έχει αποκτήσει δικαίωμα λήψεως αυτών των ίδιων επιδομάτων δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, λόγω του ότι ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα ή διότι ως αρχηγός οικογενείας δεν αναγνωρίζεται παρά μόνον ο πατέρας ή, εν πάση περιπτώσει, διότι οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η χορήγηση στη μητέρα του δικαιώματος λήψεως των επιδομάτων δεν πληρούνται.
2.
Όταν τα οικογενειακά επιδόματα για τα τέκνα, τα οποία συνδέονται με σύνταξη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 77 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, είναι μεγαλύτερα από τα επιδόματα που καταβάλλονται στη χώρα όπου η μητέρα ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα, ο δικαιούχος της συντάξεως έχει το δικαίωμα να εισπράττει, παρά την προβλεπόμενη από το άρθρο 79, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού αναστολή, συμπληρωματικό επίδομα ίσο προς τη διαφορά μεταξύ του υψηλότερου επιδόματος το οποίο προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους στο οποίο καταβάλλεται η σύνταξη και του μικρότερου επιδόματος που καταβάλλεται στο άλλο κράτος μέλος.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy