ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ HENRI MAYRAS
ΤΗΣ 18ΗΣ ΙΑΝΟΥΑΡΊΟΥ 1979 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ο κανονισμός του Συμβουλίου 543/69, που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 75 της Συνθήκης ΕΟΚ, απέβλεπε στην εναρμόνιση ορισμένων κοινοτικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών, ειδικότερα όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας των πληρωμάτων και προς το συμφέρον της οδικής ασφαλείας.
Καθιστούσε, ιδίως, υποχρεωτική την τηρηση, από τα μελη του πληρώματος, ατομικού βιβλιαρίου ελέγχου που είχε ως σκοπό να διασφαλίσει την τηρηση της διαρκείας του χρόνου οδηγήσεως και της ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης.
Ήδη, όμως, από της εκδόσεως αυτού του κειμένου, ήταν γνωστό ότι η χρήση μηχανικής συσκευής ελέγχου, του ταχογράφου, έπρεπε, στο εγγύς μελλον, να αντικαταστήσει το ατομικό βιβλιάριο ελέγχου.
Για το λόγο αυτό, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 20 Ιουλίου 1970, τον κανονισμό 1463/70 καθιστώντας υποχρεωτικές, με την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων, την εγκατάσταση και τη χρήση συσκευών ελέγχου προσηκόντως εγκεκριμένων, επί των οχημάτων οδικής μεταφοράς επιβατών ή εμπορευμάτων, εχόντων άδεια κυκλοφορίας σε οποιοδήποτε κράτος μελος.
Αυτή η υποχρέωση είχε εφαρμογή, από την 1η Ιανουαρίου 1975, στα οχήματα που ελάμβαναν για πρώτη φορά απ' αυτή την ημερομηνία την άδεια κυκλοφορίας και, ασχέτως ημερομηνίας θέσεώς τους σε κυκλοφορία, σε όλα τα οχήματα που πραγματοποιούσαν μεταφορές επικινδύνων εμπορευμάτων.
Από 1ης Ιανουαρίου 1978 και τα άλλα οχήματα έπρεπε να είναι εφοδιασμένα με αυτή τη συσκευή.
Δυνάμει του άρθρου 21 του κανονισμού (παράγραφος 1):
«Τα κράτη μελη θεσπίζουν εγκαίρως και κατόπιν διαβουλεύσεων με την Επιτροπή τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
Οι διατάξεις αυτές αφορούν μεταξύ άλλων την οργάνωση, τη διαδικασία και τα μεσα για τη διενέργεια ελέγχων καθώς και τις ποινές που θα επιβάλλονται σε περίπτωση παραβάσεων.»
Οι διατάξεις του κανονισμού 1463/70 μετριάστηκαν, για πρώτη φορά, με τον μεταγενέστερο κανονισμό 1787/73, ιδίως για να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ορισμένες συσκευές ελέγχου, σύμφωνες προς ορισμένες εθνικές νομοθεσίες, είχαν ήδη τεθεί σε υπηρεσία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1975.
Όσον αφορά τα νέα κράτη μέλη και, ειδικότερα, το Ηνωμένο Βασίλειο, η πράξη προσχωρήσεως (άρθρο 133 όπως συμπληρώθηκε με το σημείο 4 του τίτλου III του παραρτήματος VII), είχε ως συνέπεια να καθυστερήσει κατά ένα έτος η θέση σε εφαρμογή του κανονισμού 1463/70, που έπρεπε έτσι να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1976.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν εξεπλήρωσε πλήρως τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη σχετική με τη χρήση της συσκευής ελέγχου κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, κατά το ότι, αφενός, δεν ακολούθησε την προβλεπόμενη στο άρθρο 21 του κανονισμού διαδικασία διαβουλεύσεων και κατά το ότι, αφετέρου, δεν έθεσε σε εφαρμογή παρά ένα σύστημα προαιρετικής χρήσεως αυτών των συσκευών ελέγχου, τόσο για τις εθνικές όσο και για τις διεθνείς μεταφορές.
Για το λόγο αυτό, κατόπιν ανταλλαγής αλληλογραφίας μεταξύ της διευθύνσεως μεταφορών της Επιτροπής και της Μόνιμης Αντιπροσωπείας του Ηνωμένου Βασιλείου, στις 30 Ιανουαρίου και 21 Φεβρουαρίου 1976, η Επιτροπή επιβεβαίωσε, στις 25 Ιουνίου 1976, στο Υπουργείο Εξωτερικών και του Commonwealth, ότι «προαιρετικό σύστημα» επί του θέματος δεν ήταν δυνατό να διασφαλίσει την αυστηρή εφαρμογή του κανονισμού 1463/70.
Έτσι ζήτησε από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου να τροποποιήσει το σχέδιο του εσωτερικού κανονισμού, για να το καταστήσει σύμφωνο προς το εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο.
Αυτή η πρωτοβουλία δεν έσχε τα προεξοφληθέντα αποτελέσματα, καθόσον η Βρετανική Κυβέρνηση σαφώς επιβεβαίωσε τη βούλησή της να μη συμμορφωθεί πλήρως προς την κοινοτική νομοθεσία για πρακτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, με αιτιολογημένη γνώμη της 13ης Φεβρουαρίου 1978, η Επιτροπή κάλεσε το Ηνωμένο Βασίλειο να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί προς τον κανονισμό 1463/70. Δεδομένου ότι η Βρετανική Κυβέρνηση απάντησε, στις 14 Απριλίου 1978, ότι δεν είχε την πρόθεση να λάβει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τα απαιτούμενα υπό της Επιτροπής μέτρα, η τελευταία άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης.
Η άμυνα του Ηνωμένου Βασιλείου στηρίζεται σε δύο σκέψεις:
Πρώτον, αρνείται να δεχθεί ότι δεν διαβουλεύθηκε με την Επιτροπή υπό όρους συμφώνους προς τους επιβαλλόμενους με το άρθρο 21 του επίμαχου κανονισμού του Συμβουλίου. Επικαλείται, σχετικώς, το γεγονός ότι, ήδη από τις2 Σεπτεμβρίου 1975, δηλαδή πριν ακόμα καταστεί υποχρεωτική η εγκατάσταση και χρήση της συσκευής ελέγχου, υπέβαλε στην Επιτροπή υπόμνημα, στο οποίο ανέφερε τα «σοβαρά εμπόδια» επί των οποίων προσέκρουε η υποχρεωτική χρήση αυτής της συσκευής επί του εθνικού πεδίου και υπενθυμίζει ότι, στο έγγραφό του της 25ης Φεβρουαρίου 1976, ο μόνιμος αντιπρόσωπος του Ηνωμένου Βασιλείου ανακοίνωσε στη διεύθυνση μεταφορών της Επιτροπής το σύνολο των αντιμετωπιζομένων από την Κυβέρνηση μέτρων, επισύροντας την προσοχή της Επιτροπής επί του γεγονότος ότι το προτεινόμενο εσωτερικό κείμενο είχε ως αντικείμενο να δημιουργήσει προαιρετικό σύστημα, εφαρμοζόμενο τόσο στις εθνικές όσο και στις διεθνείς μεταφορές, ικανό να επιτρέψει τη χρησιμοποίηση συσκευών ελέγχου που θα είχαν ως σκοπό, σ' αυτή την περίπτωση, να αντικαταστήσουν τα εις το παρελθόν προβλεπόμενα βιβλιάρια ελέγχου.
Λεπτομερείς κανόνες είχαν θεσπιστεί, τόσο για την προμήθεια, τη χρήση, τον έλεγχο και τη διατήρηση των διαγραμμάτων των συσκευών ελέγχου για να διασφαλιστεί η τήρηση του χρόνου οδηγήσεως και της αναπαύσεως των οδηγών, ποινικές δε κυρώσεις είχαν προβλεφθεί προς το σκοπό αυτό.
Επίσης, σαφείς διατάξεις είχαν ήδη θεσπιστεί περί της κατασκευής, εγκρίσεως και σφραγίσεως του υλικού.
Το συντεταγμένο μ' αυτόν τον τρόπο κείμενο δεν ανταποκρινόταν προφανώς με τις επιτακτικές διατάξεις του κανονισμού 1463/70· έτσι η Επιτροπή δεν μπορούσε παρά να το απορρίψει, προσθέτοντας στην απάντησή της παρατηρήσεις που θα επέτρεπαν στην Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου — αν εντούτοις η τελευταία τις ελάμβανε υπόψη, να υποβάλει νέες προτάσεις σύμφωνες, αυτή τη φορά, με το άρθρο 21 του κανονισμού του Συμβουλίου.
Όμως, το ίδιο το καθού ομολογεί όχι μόνον ότι δεν έπραξε τίποτα, αλλά ότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι καθορισθέντες από το Συμβούλιο «στόχοι» θα μπορούσαν να επιτευχθούν ευκολότερα στο Ηνωμένο Βασίλειο με τις θεσπισθείσες από τις βρετανικές αρχές διατάξεις.
Είμαι της γνώμης ότι αυτή η επιχειρηματολογία πρέπει ν' απορριφθεί. Η Επιτροπή δεν υποστηρίζει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο παρέλειψε εντελώς να προβεί σε διαβουλεύσεις μετ' αυτής ως προς την εφαρμογή του κανονισμού 1463/70. Ορθώς, όμως, θεωρεί ότι η διαβούλευση, η οποία ουδέποτε είχε ως αντικείμενο την πλήρη εφαρμογή του κανονισμού, αλλά μόνο επί μέρους μέτρα, χαρακτηριζόταν από καθοριστικές παραλείψεις και, επομένως, δεν ήταν η προσήκουσα κατά την έννοια του άρθρου 21. Αυτή η διαπίστωση είναι άλλωστε προφανής και εκ της ομολογίας της Κυβερνήσεως του καθού ότι εκ προθέσεως αρνήθηκε να προβεί στην πλήρη εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού.
Ως προς εμέ, συνάγω εξ αυτού το συμπέρασμα ότι η προσαπτόμενη από την Επιτροπή πρώτη αιτίαση είναι αποδεδειγμένη και ότι, γι' αυτό και μόνο το λόγο, το Ηνωμένο Βασίλειο παρέβη, τουλάχιστον εν μέρει, τις υποχρεώσεις που νομίμως του επέβαλε κοινοτικό νομοθετικό κείμενο, δεσμευτικό καθόλα του τα στοιχεία και που ίσχυε άμεσα σε όλα τα κράτη μέλη, κατά τους ίδιους τους όρους του άρθρου 189 της Συνθήκης.
Όσον αφορά την παραβίαση της υποχρεώσεως να θέσει πράγματι σε εφαρμογή, το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1976, τις διατάξεις του κανονισμού 1463/70, το Ηνωμένο Βασίλειο, υπενθυμίζοντας συγχρόνως ότι υποστήριξε τους στόχους της κοινής πολιτικής στον τομέα των οδικών μεταφορών, ιδίως καθόσον αφορούν τη βελτίωση της οδικής ασφαλείας και την κοινωνική πρόοδο των εργαζομένων, επικαλείται σύνολο σκέψεων περί των πρακτικών συνεπειών, τις οποίες, κατά τη γνώμη του, θα είχε η υποχρέωση εγκαταστάσεως των συσκευών ελέγχου.
Το καθού θεωρεί, κατ' αρχάς, ότι, λαμβανομένης υπόψη της δεδηλωμένης αντιδράσεως των επαγγελματικών κύκλων και ιδίως των πληρωμάτων, δεν μπορούσε να αποκλειστεί σοβαρός κίνδυνος απεργιών, σε ένα σημαντικό και ευαίσθητο τομέα της οικονομίας.
Προσθέτει ότι το κόστος του έργου (εκατό εκατομμύρια λιρών για την εγκατάσταση των συσκευών — σαράντα εκατομμύρια περίπου ανά έτος για τη συντήρησή τους) φαίνεται απαγορευτικό σε σχέση με τα πλεονεκτήματα που μπορούσαν να προκύψουν από αυτό.
Τρίτον, η Βρετανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, στην πραγματικότητα, δεδομένου ότι τα πραγματοποιούντα διεθνείς μεταφορές οχήματα πρέπει να είναι εφοδιασμένα με συσκευή ελέγχου, τα άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας δεν θα υφίσταντο καμιά ζημία λόγω του ότι η εγκατάσταση αυτών των συσκευών δεν είναι, δυνάμει της εσωτερικής νομοθεσίας, υποχρεωτική για τις μεταφορές στο εθνικό έδαφος.
Μου φαίνεται ότι κανένα από αυτά τα επιχειρήματα δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Πρέπει να υπομνηστεί, για μια ακόμη φορά, ότι η διαφορά αναφύεται στο πλαίσιο της εφαρμογής κανονισμού, δεσμευτικού ως προς όλα τα μέρη του και εφαρμοστέου σε καθορισμένη ημερομηνία — την 1η Ιανουαρίου 1976 — στο Ηνωμένο Βασίλειο, τουλάχιστον για ορισμένες κατηγορίες οχημάτων.
Δυσχέρειες εσωτερικής φύσεως, είτε πολιτικής, είτε οικονομικής, είτε δημοσιονομικής είτε κοινωνικής φύσεως, δεν μπορούν νομίμως να αντιτάσσονται στην εφαρμογή ενός τέτοιου κειμένου.
Αυτό παγίως έκρινε το Δικαστήριο και πρόσφατα ακόμα με την απόφαση της 11ης Απριλίου 1978 (υπόθεση 100/77, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Rec. σ. 879), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ιδίως ότι «η καθής — η οποία δεν αμφισβητεί τις προσαπτόμενες παραβάσεις — δεν μπορεί να επικαλεστεί εσωτερικές δυσχέρειες ή διατάξεις της εθνικής της έννομης τάξης για να δικαιολογήσει την μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από κοινοτικές οδηγίες».
Η συλλογιστική αυτή ισχύει, a fortiori, για την εφαρμογή κανονισμού.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, υποστηρίζοντας ότι η συμπεριφορά του δεν προκάλεσε καμία ζημία στα άλλα κράτη μέλη και στην ίδια την Κοινότητα, είναι σαν να υποστηρίζει ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι ένα κράτος μέλος έχει την εξουσία, ακόμη και έναντι κανονισμού, να εκτιμήσει το μέτρο στο οποίο πρέπει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη και ότι θα μπορούσε να αποδεσμευτεί αυτών των υποχρεώσεων, εφόσον η συμπεριφορά του δεν θα συνεπαγόταν καμιά ζημία των άλλων κρατών μελών ή της Κοινότητας.
Το άρθρο 189 της Συνθήκης σαφώς αντιτίθεται, όμως, σε μια τέτοια ερμηνεία που θα έθετε σε κίνδυνο το σύνολο του συστήματος της υποχρεωτικής εφαρμογής των κανονισμών, που μπορεί να αντιτάσσεται σε κάθε κράτος μέλος.
Επιπλέον, τίποτε δεν είναι λιγότερο βέβαιο από την έλλειψη κάθε ζημίας που υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ οδικών μεταφορέων των διαφόρων κρατών μελών επηρεάζονται, πράγματι, όταν σε ένα από τα κράτη μέλη η εσωτερική κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει στους μεταφορείς να μην υποβληθούν στα έξοδα εγκαταστάσεως και χρήσεως των συσκευών ελέγχου, έστω και για τις εσωτερικές μεταφορές.
Προσθέτω ότι, όπως προκύπτει από τη δοθείσα στην ερώτηση του Δικαστηρίου απάντηση, οι επαγγελματικές οργανώσεις των αρχικών έξι κρατών μελών της Κοινότητας δεν αντιτάχθηκαν, κατ' αρχήν, στην αντικατάσταση του ατομικού βιβλιαρίου ελέγχου, το οποίο αρχικά προέβλεπε ο κανονισμός 543/69, από τη συσκευή ελέγχου. Απλώς, εξεδήλωσαν την επιθυμία τους να αναβληθούν οι ημερομηνίες θέσεως σε εφαρμογή της χρήσεως αυτών των συσκευών για ορισμένες κατηγορίες οχημάτων και ζήτησαν να εξαιρεθούν απλώς ορισμένες άλλες κατηγορίες.
Αυτά τα αιτήματα ικανοποιήθηκαν, σε τελική ανάλυση, εν μέρει, με τις λιγότερο αυστηρές διατάξεις που το Συμβούλιο, τελικά, παρενέβαλε στον κανονισμό 1463/70 με τον κανονισμό 2828/77.
Όσον αφορά τη Δανία, η Επιτροπή πιστεύει ότι μπορεί να επισημάνει ότι καμιά σοβαρή δυσχέρεια δεν ανέκυψε, και ότι η Κυβέρνηση αυτής της χώρας συνέβαλε ειδικώς στη θέσπιση του τελευταίου αυτού κανονισμού.
Στην Ιρλανδία, αντιθέτως, η αντίδραση των μεταφορέων και του προσωπικού τους είχε οδηγήσει την Κυβέρνηση στο να αναβάλει τη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων για την εφαρμογή του κανονισμού 1463/70 στις εσωτερικές μεταφορές. Όμως, κατόπιν παρεμβάσεως της Επιτροπής, η Ιρλανδική Κυβέρνηση τελικά υπέκυψε, δηλώσασα ότι είναι διατεθειμένη να θεσπίσει την αιτούμενη κανονιστική ρύθμιση τηρώντας σχετικώς εγκεκριμένο από την Επιτροπή χρονοδιάγραμμα.
Σε τελική ανάλυση, μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο έλαβε και διατήρησε αρνητική στάση, αρνούμενο να καταστήσει υποχρεωτική τη χρήση των συσκευών ελέγχου. Όχι μόνο γνωστοποίησε σαφώς τη θέση της στην Επιτροπή, αλλά και την κατέστησε δημόσια, επισημαίνοντας, χωρίς διφορούμενα λόγια, στα ενδιαφερόμενα συνδικάτα τη βούλησή της να μη λάβει τα μέτρα, ιδίως νομοθετικά, που είναι αναγκαία προς το σκοπό αυτό, τουλάχιστον για τις εθνικές μεταφορές.
Την ίδια στάση τήρησε ενώπιον του Κοινοβουλίου καθώς και στην τηλεόραση.
Ευρισκόμεθα, επομένως, ενώπιον προφανούς αρνήσεως, εκφρασθείσας δημοσίως και επιβεβαιωθείσας, κράτους μέλους να εκπληρώσει — τουλάχιστον εν μέρει — υποχρεώσεις που νομίμως του επιβλήθηκαν.
Από τη στιγμή που, όπως είχε το δικαίωμα, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή λόγω παραβάσεως, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, θεωρώ, αντιθέτως προς ότι υποστηρίζει η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ότι η Συνθήκη δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να απαλλάξει αυτό το κράτος μέλος από μέρος ή το σύνολο των εν λόγω υποχρεώσεων, έστω και για λόγους επιεικείας.
Μια τέτοια απαλλαγή θα ήταν αντίθετη προς την ίδια την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των κρατών μελών.
Εξάλλου, τα μέτρα αμύνης που χρησιμοποίησε η Κυβέρνηση του καθού δεν αποδεικνύουν ότι το Ηνωμένο Βασίλειο κατέβαλε σοβαρή προσπάθεια για να εκπληρώσει αυτές τις υποχρεώσεις του.
Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, αρνηθέν να θεσπίσει, εντός της ταχθείσας σ' αυτό προθεσμίας, ορισμένα νομοθετικά, κανονιστικά ή διοικητικά μέτρα, προς εφαρμογή του κανονισμού του Συμβουλίου 1463/70 περί καθιερώσεως συσκευής ελέγχου στον τομέα των οδικών μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών μεταφορών, και αρνηθέν να διαβουλευθεί μετά της Επιτροπής επί των εν λόγω μέτρων, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη, και ιδίως τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει το άρθρο 23, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, όπως έχει τροποποιηθεί.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy