ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GERHARD REISCHL
της 8ης Μαρτίου 1979 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Τα δύο προδικαστικά ερωτήματα, επί των οποίων διατυπώνω σήμερα τη γνώμη μου, αφορούν την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα των σιτηρών, όπως καθορίστηκε από τον κανονισμό του Συμβουλίου 120/67 της 13ης Ιουνίου 1967 (ABl. 1967, σ. 2269).
Σκοπός αυτής της κοινής οργανώσεως αγοράς είναι η εξασφάλιση ορισμένου εισοδήματος στους παραγωγούς της Κοινότητας. Για το λόγο αυτό καθορίζονται ενδεικτικές τιμές, στο ύψος των οποίων πρέπει να σταθεροποιούνται οι τιμές της αγοράς. Οι τι-μές καθορίζονται για το Duisburg «στο στάδιο του χονδρικού εμπορίου, για εμπόρευμα που έχει παραδοθεί στην αποθήκη και δεν έχει εκφορτωθεί». Προς διασφάλιση του κοινοτικού επιπέδου τιμών οι εισαγωγές από τρίτες χώρες ανυψώνονται, με τη βοήθεια εισφορών, στο κοινοτικό επίπεδο. Προς το σκοπό αυτό παράγονται από τις ενδεικτικές τιμές οι αποκαλούμενες τιμές κατωφλίου, που δεν είναι τίποτε άλλο από τις ενδεικτικές τιμές που αναφέρονται στον κύριο τόπο εισαγωγής, το Ρόττερνταμ. Οι τιμές αυτές προκύπτουν αφού αφαιρεθούν από τις ενδεικτικές τιμές οι δαπάνες μεταφορτώσεως στο Ρόττερνταμ, οι δαπάνες μεταφοράς από το Ρόττερνταμ στο Duisburg και ένα περιθώριο εμπορικού κέρδους του εισαγωγέα. Τότε η εισφορά αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της τιμής κατωφλίου, μειωμένης κατά την τιμή cif για το Ρόττερνταμ (άρθρο 13 του κανονισμού 120/67). Αυτό ισχύει για τα σιτηρά που παράγονται στην Κοινότητα.
Επειδή δεν καθορίζονται ενδεικτικές τιμές για άλλα προϊόντα που παράγονται σε μικρές ποσότητες ή δεν παράγονται καθόλου στην Κοινότητα, τα οποία, όπως για παράδειγμα ο σόργος, βρίσκονται σε ανταγωνισμό με εγχώρια προϊόντα, οι κρίσιμες τιμές κατωφλίου, προς τις οποίες προσανατολίζεται η εισφορά, δεν μπορούν να καθοριστούν με το εκτεθέν σύστημα. Αντίθετα, το άρθρο 5, παράγραφος 2 του κανονισμού 120/67 προβλέπει ότι οι τιμές κατωφλίου για τέτοια προϊόντα καθορίζονται έτσι ώστε οι τιμές για τα εγχώρια ανταγωνιστικά σιτηρά να φθάνουν, στην αγορά του Duisburg, το ύψος των ενδεικτικών τιμών. Αυτό σημαίνει για το σόργο ότι η τιμή κατωφλίου του πρέπει να καθορίζεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μη διαταράσσεται η αγορά κριθής και αραβοσίτου του Duisburg.
Το πρόβλημα στις κύριες υποθέσεις είναι αν υπολογίστηκε σωστά η τιμή κατωφλίου που καθορίστηκε για το μαλακό σιτάρι με τον κανονισμό του Συμβουλίου 1173/75, της 28ης Απριλίου 1975 (ABl. 1975 L 117 της 7.5.1975, σ. 6) και για το σόργο με τον κανονισμό του Συμβουλίου 1427/74, της 4ης Ιουνίου 1974 (ABl. 1974 L 151 της 8.6.1974, σ. 1). Για την προσφεύγουσα στις κύριες υποθέσεις αυτό έχει σημασία επειδή κατά τον Αύγουστο του 1975 παρέλαβε πιστοποιητικά εισαγωγής για μαλακό σιτάρι με προκαθορισμό της εισφοράς για τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 1975 (υπόθεση 131/78) και τον Ιούλιο 1974 πιστοποιητικά εισαγωγής για σόργο με προκαθορισμό της εισφοράς για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο 1974 (υπόθεση 150/78). Η προσφεύγουσα έχει τη γνώμη ότι και στις δύο περιπτώσεις οι τιμές κατωφλίου καθορίστηκαν σε πολύ υψηλό επίπεδο, επειδή οι προκαταρκτικές δαπάνες, για τις οποίες γίνεται λόγος στις αιτιολογικές σκέψεις των δύο προαναφερθέντων κανονισμών (πλέον ευνοϊκά έξοδα μεταφοράς μεταξύ Ρόττερνταμ και Duisburg, δαπάνες μεταφορτώσεως στο Ρόττερνταμ και περιθώριο εμπορικού κέρδους του εισαγωγέα) ελήφθησαν ανεπαρκώς υπόψη. Για το λόγο αυτό άσκησε ένσταση κατά των αποφάσεων περί επιβολής εισφοράς και μετά την απόρριψή της άσκησε προσφυγή στο Finanzgericht της Έσσης. Το δικαστήριο αυτό με Διατάξεις της 3ης Μαΐου και της 6ης Ιουνίου 1978 ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακολούθων ερωτημάτων:
1.
Υπόθεση 131/78:
«Είναι άκυρος και συνεπώς ανεφάρμοστος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1173/75 του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1975 περί καθορισμού της τιμής κατωφλίου για τα σιτηρά για την περίοδο εμπορίας 1975/76 (ABl. L 117, σ. 6), καθόσον αφορά το μαλακό σιτάρι, επειδή αντίκειται στο άρθρο 5, παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 120/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967 (ABl. 1967, σ. 2269), που τροποποιήθηκε προσφάτως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 85/75 (ABl. L 128, σ. 12);»
2.
Υπόθεση 150/78:
«Είναι άκυρος και συνεπώς ανεφάρμοστος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1427/74 του Συμβουλίου, της 4ης Ιουνίου 1974, περί καθορισμού της τιμής κατωφλίου για τα σιτηρά για την περίοδο εμπορίας 1974/75 (ABl. L 151, σ. 1), καθόσον αφορά το σόργο, επειδή αντίκειται στο άρθρο 5, παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 120/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967 (ABl. 1967, σ. 2269), που τροποποιήθηκε προσφάτως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1125/74 (ABl. L 128, σ. 12);»
Επί των ερωτημάτων αυτών έχω την ακόλουθη γνώμη:
I — Επί του κύρους του κανονισμού 1173/75, καθόσον καθορίζεται με αυτόν η τιμή κατωφλίου για το μαλακό σιτάρι
1.
Επιτρέψτε μου να προτάξω στην εξέταση αυτού του ερωτήματος μία σύντομη ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας για να καταστεί σαφές ποιες αρχές μπορούν να θεωρούνται δεδομένες.
Με την απόφαση στην υπόθεση 76/70 (Ludwig Wünsche & Co. κατά Hauptzollamt Ludwigshafen, απόφαση της 12.5.1971, SLg 1971, σ. 393) έγινε δεκτό ότι για τον υπολογισμό της τιμής κατωφλίου έχει σημασία να λαμβάνονται υπόψη οι δαπάνες εμπορίας που προέκυψαν από τον κρίσιμο μεθοριακό τόπο εισαγωγής μέχρι την περιοχή όπου ισχύει η βασική ενδεικτική τιμή. Επειδή όμως πρόκειται για γενικό σύστημα επιβολής εισφορών, δεν έχουν αποφασιστική σημασία οι δαπάνες εμπορίας που προέκυψαν πραγματικά στη συγκεκριμένη περίπτωση. Είναι ορθότερο, αντίθετα, να γίνεται κατ' αποκοπή υπολογισμός των δαπανών που είναι αναπόφευκτες για κάθε εισαγωγέα.
Η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε και εν μέρει έγινε πιο συγκεκριμένη με την απόφαση στην υπόθεση 11/73 (Getreide-Import ΕΠΕ κατά Einfuhr- und Vorratsstelle für Getreide und Futtermittel, απόφαση της 12.7.1973, Slg. 1973, σ. 919). Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, σημασία έχουν οι δαπάνες εμπορίας, οι οποίες βαρύνουν κάθε εισαγωγέα κατά τη διεκπεραίωση της εισαγωγής και των συνδεομένων με αυτή διατυπώσεων. Ως προς τα έξοδα μεταφοράς ειδικότερα τονίστηκε ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα συνήθη έξοδα μεταφοράς, πράγμα που πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπεται να λαμβάνονται ως βάση οι πλέον ευνοϊκές δυνατότητες μεταφοράς.
2.
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη έχει τη γνώμη ότι κατά τον καθορισμό της τιμής κατωφλίου για μαλακό σιτάρι για το έτος 1975 δεν υπολογίστηκαν σωστά οι δαπάνες εμπορίας που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με τη νομολογία, όσον αφορά τα έξοδα μεταφοράς από το Ρόττερνταμ στο Duisburg, τις δαπάνες μεταφορτώσεως στο λιμάνι του Ρόττερνταμ, καθώς και το περιθώριο εμπορικού κέρδους του εισαγωγέα, στο οποίο περιλαμβάνεται και μία σειρά μικροτέρων κονδυλίων, όπως τελωνειακά τέλη διεκπεραιώσεως, εγγυήσεις και δαπάνες για τον έλεγχο κατά την άφιξη. Επ' αυτού πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα:
α) Επί των εξόδων μεταφοράς
αα)
Αν αντιλαμβάνομαι ορθά τις δηλώσεις της προσφεύγουσας κατά τη διαδικασία, η αμφιβολία της ως προς το αν ελήφθησαν σωστά υπόψη τα έξοδα μεταφοράς προέκυψε κυρίως από ένα έγγραφο, του οποίου έλαβε γνώση και που προοριζόταν για μία συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε το Μάιο του 1974 και η οποία ασχολήθηκε με τον καθορισμό της τιμής κατωφλίου. Από το έγγραφο αυτό που προοριζόταν για τη γερμανική αντιπροσωπεία κατέστη δυνατό να συναχθεί ότι η ιταλική αντιπροσωπεία επιδίωξε να ληφθεί υπόψη υψηλότερος ναύλος από εκείνο που είχε προτείνει η Επιτροπή — δηλαδή 3,10 λογιστικές μονάδες αντί 1,02 λογιστική μονάδα — και επίσης ότι η δανική αντιπροσωπεία θεώρησε σωστό υψηλότερο ναύλο (1,80 λογιστικές μονάδες) από εκείνο που αποτέλεσε βάση της αποφάσεως του Συμβουλίου (1,25 λογιστικές μονάδες).
Αυτό όμως δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία για την προκειμένη υπόθεση. Αφενός δεν μπορεί να συναχθεί από το αναφερθέν έγγραφο ότι οι υψηλότερες τιμές που υποστηρίχθηκαν από την ιταλική και δανική αντιπροσωπεία στηρίζονταν σε συγκεκριμένους υπολογισμούς από το κύκλωμα των μεταφορών. Πραγματικά, δεν μπορεί να αποκλειστεί οι υπολογισμοί αυτοί να προέκυψαν υπό την επίδραση σκέψεων εμπορικής πολιτικής, επειδή τα δύο αναφερθέντα κράτη ενδιαφέρονταν για μείωση του κόστους των εισαγωγών, που θα μπορούσε να επιτευχθεί με μείωση της τιμής κατωφλίου και μείωση της διαφοράς προς την τιμή cif. Δεν πρέπει εξάλλου να παραγνωρίζεται ότι οι αναφερθέντες αριθμοί αναφέρονταν στην περίοδο εμπορίας 1974-75, ενώ η κύρια υπόθεση αφορά την περίοδο εμπορίας 1975-76. Οι κρίσιμες τιμές όμως για το έτος αυτό — σύμφωνα με διαβεβαιώσεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής — καθορίστηκαν ομόφωνα· καμία αντιπροσωπεία συνεπώς δεν είχε τη γνώμη ότι ο ναύλος, για τον οποίο προβλέφθηκε ελαφρώς υψηλότερο ποσό από ό, τι για το προηγούμενο έτος (1,30 λογιστικές μονάδες αντί 1,25 λογιστικές μονάδες), υπολογίστηκε πολύ χαμηλά.
ββ)
Η προσφεύγουσα αιτιάται περαιτέρω ότι κατά τον καθορισμό των τιμών κατωφλίου δεν ελήφθη επαρκώς υπόψη η προβλεπόμενη εξέλιξη του πληθωρισμού.
Και το επιχείρημα όμως αυτό είναι ασφαλώς — όπως αποδείχθηκε κατά τη διαδικασία — χωρίς σημασία για τα έξοδα μεταφοράς. Σχετικά μπορώ να παραπέμψω αφενός στο παράρτημα I των γραπτών προτάσεων της Επιτροπής, όπου συνοψίζονται τα αριθμητικά στοιχεία, τα οποία ελήφθησαν υπόψη από την περίοδο εμπορίας 1969-70. Αυτά αποδεικνύουν ότι οι τιμές δεν παρέμειναν αμετάβλητες, αλλά αυξήθηκαν σε ορισμένο βαθμό και μάλιστα ακριβώς από την περίοδο εμπορίας 1974-75 στην περίοδο εμπορίας 1975-76. Σημαντική είναι άλλωστε η πειστική δήλωση της Επιτροπής ότι η ναυσιπλοΐα του Ρήνου με την υπερδυναμικότητά της, οι οποία τελεί επίσης υπό την επίδραση των πρακτικών ντάμπινγκ των χωρών του ανατολικού μπλοκ, διεξάγεται υπό άγριο ανταγωνισμό, ο οποίος κρατά σταθερά χαμηλούς τους ναύλους. Έτσι εξηγείται ότι εδώ δεν σημειώνεται καμία εξέλιξη αντίστοιχη με τη γενική πληθωριστική εξέλιξη του κόστους και ως εκ τούτου δεν προκαλεί απορία το γεγονός — όπως εξήγησε η Επιτροπή χωρίς να αντικρουστεί — ότι ακόμη κατά το έτος 1978 οι ισχύοντες ναύλοι κυμαίνονταν μεταξύ 4,75 DM και 5 DM ανά τόνο.
γγ)
Η προσφεύγουσα εξάλλου στηρίζεται, όσον αφορά την άποψή της ότι οι ναύλοι προσδιορίστηκαν πολύ χαμηλά, σε έναν υπολογισμό που προκύπτει από δύο συντελεστές, αφενός το ναύλο για την εσωτερική διαδρομή Emmerich-Duisburg, όπως προκύπτει από τον πίνακα ναύλων και κομίστρων της εσωτερικής ναυσιπλοίας, της 20ής Ιουνίου 1975, και αφετέρου το ναύλο για το τμήμα διαδρομής που διανύεται στο εξωτερικό (Ρόττερνταμ-Emmerich), που υπολογίστηκε με βάση την τιμή ανά χιλιόμετρο, όπως ίσχυε για το έτος 1975-76, σύμφωνα με σχετική οδηγία του Bundesernahrungsministerium (Ομοσπονδιακού Υπουργείου Τροφίμων) σχετικά με χορήγηση ενισχύσεων στους ναύλους. Έτσι προκύπτουν ναύλοι ύψους 8,86 DM ανά τόνο σε σύγκριση με τους οποίους τα 4,76 DM ανά τόνο που αποτέλεσαν τη βάση του κανονισμού περί τιμής κατωφλίου είναι πολύ χαμηλά.
Όπως παραδέχεται όμως η ίδια η προσφεύγουσα, τα προαναφερθέντα αριθμητικά στοιχεία συνιστούν υπολογισμό βάσει υποδείγματος που έγινε για τελείως συγκεκριμένο σκοπό και τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με τον πραγματικό ναύλο — που είναι ο μόνος που έχει εν προκειμένω σημασία. Στην πραγματικότητα, στη διεθνή συγκοινωνία επί του Ρήνου δεν γίνονται τέτοιου είδους πολύπλοκοι υπολογισμοί, αλλά ισχύουν μόνο διεθνείς ναύλοι που έχουν συμφωνηθεί κατόπιν ελευθέρων διαπραγματεύσεων. Για να κριθεί επομένως το κύρος του κανονισμού περί καθορισμού της τιμής κατωφλίου δεν έχει αποφασιστική σημασία ένας τέτοιος υπολογισμός βάσει υποδείγματος, αλλά μόνον ο πραγματικά ισχύων ναύλος.
Σχετικά μπορώ να παραπέμψω σε έναν υπολογισμό που προσκόμισε η ίδια η προσφεύγουσα και προέρχεται από την επιχείρηση εσωτερικής ναυσιπλοΐας Rhenus AG. Σύμφωνα με αυτόν, οι ναύλοι για φορτία από 300 μέχρι 500 τόνους με ετήσιες συμβάσεις για μεταφορά σιτηρών από το Ρόττερνταμ στο Duisburg ανέρχονταν κατά τις αρχές του 1975 σε περίπου 4,80 DM ανά τόνο.
Η Επιτροπή εξάλλου εξήγησε ότι οι δαπάνες για τους ναύλους, τις οποίες πρότεινε και που ελήφθησαν υπόψη κατά τον καθορισμό της τιμής κατωφλίου, προέκυψαν από αδιάλειπτες επαφές με σχετικούς οικονομικούς κύκλους (το Nederlandse particuliere Rijnvaart Centrale και το Peterson's Havenbedrijf), ιδίως δε με δύο επιχειρήσεις, πλοιοκτήτριες μεγάλου αριθμού πλοίων επί του Ρήνου. Πρέπει φυσικά να ληφθεί υπόψη ότι το ποσό των 4,76 DM ανά τόνο που αποτέλεσε τη βάση αναφέρεται σε φορτία μεταξύ 500 και 1500 τόνων.
Αν όμως συγκρίνει κανείς τις τιμές — 4,76 DM ανά τόνο και 4,80 DM ανά τόνο — απομένει πραγματικά μια ελάχιστη διαφορά, που ερμηνεύεται εύκολα από το γεγονός ότι τα διαφορετικά ποσά ναύλου αναφέρονται σε διαφορετικά μεγέθη πλοίων. Η προσφεύγουσα λοιπόν απέδειξε με τον υπολογισμό που η ίδια προσκόμισε ότι οι αρχές της Κοινότητας ξεκίνησαν από ορθές τιμές. Για το λόγο αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει σημασία ούτε αν η Επιτροπή μπορούσε να πάρει ως βάση για τους υπολογισμούς της το μέσο όρο των δύο πλέον ευνοϊκών μηνών της περιόδου αναφοράς ούτε αν έπρεπε να πάρει ως βάση τον ετήσιο μέσο όρο· ούτε όμως αυτός ο τελευταίος, όπως απέδειξε η Επιτροπή στηριζόμενη στους παρατεθέντες ναύλους για το έτος 1974, δεν απέκλινε σε αξιόλογη έκταση από την πρώτη αναφερθείσα τιμή.
Από την εξέταση λοιπόν της τιμής κατωφλίου που μας ενδιαφέρει εδώ δύσκολα μπορεί να προσάψει κανείς κάτι στον παράγοντα έξοδα μεταφοράς.
β) Επί των δαπανών μεταφορτώσεως στο λιμάνι του Ρόττερνταμ
Οι αρχές της Κοινότητας πήραν σχετικά ως βάση το ποσό του 1,83 DM ανά τόνο, ενώ η προσφεύγουσα θεωρεί ως ορθό το ποσό των 3,15 DM ανά τόνο. Η προσφεύγουσα επικαλείται σχετικά τον τιμοκατάλογο της Vereniging van Nederlandse Graanfactors en Graanexpediteurs και ισχυρίζεται ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τους όρους του Χρηματιστηρίου Σιτηρών του λιμένα του Ρόττερνταμ, η χρησιμοποίηση μεταφορέα είναι αναπόφευκτη για τον εισαγωγέα και σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη. Η Επιτροπή αντίθετα στηρίχθηκε στους transhipment tariffs (τιμοκαταλόγους μεταφορτώσεως από πλοίο σε πλοίο) της Grainwave BV, σύμφωνα με τους οποίους οι πραγματικές δαπάνες μεταφορτώσεως για μαλακό σιτάρι από την 1η Ιουλίου 1974 ανέρχονταν σε 1,43 ολλανδικά φιορίνια ανά τόνο και από την 1η Μαΐου 1975 σε 1,64 ολλανδικά φιορίνια ανά τόνο.
Έχω την εντύπωση ότι η αιτίαση της προσφεύγουσας είναι αβάσιμη και ως προς το σημείο αυτό.
Συγκεκριμένα, οι υψηλότερες τιμές τις οποίες παραθέτει, εξηγούνται εν μέρει από το ότι οι πίνακες που επικαλείται αναφέρουν τιμές «που συμπεριλαμβάνουν το ζύγισμα, τον έλεγχο καθώς και τη νυχτερινή και βραδινή εργασία και την εργασία κατά το Σάββατο και την Κυριακή». Επομένως, περιλαμβάνουν έκτακτες παροχές, οι o-ποίες δεν υφίστανται πάντοτε και ως εκ τούτου δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «αναπόφευκτες». Παράλληλα αφορούν διαδικασίες, τις δαπάνες των οποίων — όπως τις δαπάνες για το ζύγισμα και τον έλεγχο — έλαβε υπόψη της η Επιτροπή στο πλαίσιο του περιθωρίου εμπορικού κέρδους. Καθόσον όμως πρέπει να θεωρηθούν κατά τα λοιπά δικαιολογημένες λόγω της απαραίτητης χρησιμοποιήσεως μεταφορέα στο λιμάνι του Ρόττερνταμ, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της Επιτροπής, οι Ολλανδοί εισαγωγείς του Ρόττερνταμ δεν χρειάζεται να καταφεύγουν στις υπηρεσίες ενός πράκτορα, και επομένως και οι δαπάνες αυτές δεν είναι αναπόφευκτες. Επιπλέον, η Επιτροπή μπόρεσε να αποδείξει και ότι η ισχυρή αύξηση του περιθωρίου του εμπορικού κέρδους που πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο εμπορίας 1974/75 επαρκούσε για την κάλυψη αυτών των δαπανών.
Επομένως, δεν ευσταθεί ούτε και ότι οι δαπάνες μεταφορτώσεως ελήφθησαν ανεπαρκώς υπόψη.
γ) Επί του περιθωρίου εμπορικού κέρδους και άλλων δαπανών
Ο αριθμός τον οποίο ανέφερε η προσφεύγουσα σ' αυτή την αλληλουχία (4,55 DM) αποκλίνει ελάχιστα (4,40 DM) από το ποσό που καθόρισαν οι αρχές της Κοινότητας. Μια τέτοια διαφορά μπορεί ασφαλώς να αγνοηθεί χωρίς δυσκολία κατά τη νομική εκτίμηση ενόψει των σημαντικών διακυμάνσεων των τιμών cif, για τις οποίες μας μίλησε η Επιτροπή κατά την προφορική διαδικασία. Εξάλλου, έχω την εντύπωση ότι αυτή η απόκλιση δεν οφείλεται στο ότι οι αρχές της Κοινότητας αγνόησαν ορισμένα από τα κονδύλια που ανέφερε η προσφεύγουσα. Κατά την προφορική διαδικασία, εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν υπεισήλθε σχετικά σε περαιτέρω λεπτομέρειες ούτε και αντέκρουσε την άποψη της Επιτροπής ότι η διαφορά οφείλεται κατά βάση στη διαφορετική αντίληψη ως προς την έκταση του περιθωρίου εμπορικού κέρδους. Είναι όμως βέβαιο ότι οι αρχές της Κοινότητας έχουν εδώ κάποιο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας και μια διαφορά ύψους 15 Pfennig ανά τόνο πολύ δύσκολα θα μπορούσε να θεμελιώσει κακή χρήση διακριτικής εξουσίας.
3.
Γενικά διαπιστώνεται ότι κατά τη διαδικασία δεν προέκυψαν λόγοι που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν αμφιβολίες ως προς το κύρος του κανονισμού 1173/75.
II — Επί του κύρους του κανονισμού 1427/74 καθόσον καθόρισε την τιμή κατωφλίου για το σόργο
Επί του ερωτήματος αυτού η προσφεύγουσα πρόβαλε στο πλαίσιο της υποθέσεως 150/78 ουσιαστικά την ίδια επιχειρηματολογία όπως και επί του κανονισμού περί καθορισμού της τιμής κατωφλίου για το μαλακό σιτάρι. Για το λόγο αυτό θεωρώ τις αιτιάσεις της προσφεύγουσας σχετικά και με τον καθορισμό της τιμής κατωφλίου για το σόργο ως αβάσιμες και μάλιστα τόσο ως προς το γενικό της ισχυρισμό ότι είναι απαραίτητο να λαμβάνεται υπόψη η προβλεπόμενη εξέλιξη του πληθωρισμού, όσο και ως προς τον υπολογισμό των εξόδων μεταφοράς από το Ρόττερνταμ στο Duisburg με καταμερισμό της διαδρομής και επίκληση της γερμανικής οδηγίας περί ενισχύσεως των ναύλων, καθώς και των δαπανών μεταφορτώσεως στο Ρόττερνταμ και του περιθωρίου εμπορικού κέρδους.
Δεν μπορεί εξάλλου να θεωρηθεί ότι αποδείχτηκε — η υπόθεση 150/78 αφορά προηγούμενη περίοδο εμπορίας — ούτε ότι κατά την περίοδο εμπορίας 1974-75 ίσχυσαν υψηλότεροι ναύλοι απ' ό, τι κατά την επακολουθήσασα περίοδο εμπορίας. Ούτε αρκεί σχετικώς και το ήδη αναφερθέν έγγραφο που προετοίμασε τη συνεδρίαση του Μαΐου 1974 και περιείχε τις ιταλικές και δανικές απόψεις επί των ναύλων, καθώς και η βεβαίωση της Rhenus AG, την οποία προσκόμισε η προσφεύγουσα, σύμφωνα με την ο-ποία επί ετησίων συμβάσεων για μεταφορά σιτηρών από το Ρόττερνταμ στο Duisburg στις αρχές του 1974 οι ναύλοι για φορτία από 300 μέχρι 500 τόνους ανέρχονταν περίπου σε 6 DM ανά τόνο.
Αυτό, τέλος, μπορεί να μείνει κατά μέρος και για λόγους που συνδέονται με τις αρχές υπολογισμού της τιμής κατωφλίου για ένα είδος σιτηρού, όπως ο σόργος (άρθρο 1, στοιχείο α του κανονισμού 120/67), ο ο-ποίος δεν παράγεται στην Κοινότητα.
Όπως εξέθεσα ήδη από την αρχή, δεν καθορίζεται για τα σιτηρά αυτά ενδεικτική τιμή, επειδή δεν υπάρχει ανάγκη εξασφαλίσεως του εισοδήματος· για το λόγο αυτό δεν υπάρχει και μαθηματικός τρόπος επαγωγής της τιμής κατωφλίου από την ενδεικτική τιμή, όπως ισχύει για παράδειγμα για το μαλακό σιτάρι. Η τιμή κατωφλίου, αντίθετα, καθορίζεται κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2 του κανονισμού 120/67 κατά τρόπον ώστε να φθάνει για τα εγχώρια σιτηρά, που χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές, προς τα οποία — όπως ως προς τον αραβόσιτο και την κριθή — βρίσκεται σε ανταγωνισμό λόγω της όμοιας θρεπτικής τους αξίας, το ύψος της ενδεικτικής τιμής στο Duisburg, δηλαδή η τιμή αυτών των προϊόντων δεν συμπιέζεται ούτε περιορίζονται οι δυνατότητες διαθέσεώς τους. Επομένως, ε-δώ υπάρχει σαφώς περιθώριο για διακριτική άσκηση οικονομικής πολιτικής.
Κατά τη γνώμη μου όμως, εδώ δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η διακριτική αυτή εξουσία δεν ασκήθηκε ορθά. Από την Επιτροπή ακούσαμε σχετικά ότι με τις προτάσεις της, τις οποίες υιοθέτησε το Συμβούλιο, προσανατολίστηκε στις σχέσεις ανταγωνισμού μεταξύ σόργου αφενός και κριθής και αραβοσίτου αφετέρου, όπως αντικατοπτρίζονται στις τιμές της παγκόσμιας αγοράς και τις υπολογισθείσες τιμές cif-Ρόττερνταμ. Οι τιμές αυτές βρίσκονταν για το σόργο εν μέρει χαμηλότερα και εν μέρει υψηλότερα από το επίπεδο των τιμών κριθής και αραβοσίτου· κυμαίνονταν μεταξύ 83 % και 107 % της τιμής αυτής. Έτσι θα δικαιολογούνταν χωρίς δυσκολία ο καθορισμός της τιμής κατωφλίου για το σόργο πάνω από το επίπεδο που ισχύει για την κριθή και τον αραβόσιτο. Στην πραγματικότητα όμως, για την περίοδο εμπορίας 1974-75, η τιμή κατωφλίου για τον αραβόσιτο βρισκόταν στις 106,60 λογιστικές μονάδες και για την κριθή στις 107,55 λογιστικές μονάδες, ενώ για το σόργο ίσχυε μόνο η — ευνοϊκότερη — τιμή των 105,55 λογιστικών μονάδων.
Με τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν μπορεί πράγματι να γίνει δεκτό ότι ο καθορισμός της τιμής κατωφλίου για το σόργο με τον κανονισμό 1427/74 δεν είναι σύμφωνος με τις σχετικές αρχές του άρθρου 5, παράγραφος 2 του κανονισμού 120/67.
III —
Επομένως, το μόνο που μπορώ να προτείνω, είναι να δοθεί στα προδικαστικά ερωτήματα του Finanzgericht της Έσσης η απάντηση ότι δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να προκαλέσουν αμφιβολίες ως προς το κύρος των κανονισμών 1173/75 και 1427/74.
( *1 ) Γλώσσα τσυ πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy