ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ HENRI MAYRAS
της 25ης Ιανουαρίου 1979 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά το κύρος της εισφοράς συνυπευθυνότητος του γάλακτος που καθιερώνει ο κανονισμός 1079/77 του Συμβουλίου, λεπτομέρειες εφαρμογής του οποίου καθορίστηκαν με τον κανονισμό 1822/77 της Επιτροπής.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για τυπική δίκη. Πράγματι, στη διαφορά της κύριας δίκης διακυβεύεται ασήμαντο συμφέρον, εφόσον αφορά το ποσό των 37 γερμανικών μάρκων και 31 pfennings που κράτησε ένα κατάστημα του Lübeck ως εισφορά συνυπευθυνότητος επί της τιμής περισσοτέρων από τέσσερις τόνους γάλακτος, τους οποίους παρέδωσε ο πατέρας του προσφεύγοντος της κύριας δίκης, και τα οποία κατέβαλε στο Hauptzollamt Hamburg-Jonas.
Επειδή απορρίφθηκε η αίτηση που άσκησε κατά της εισπράξεως της εισφοράς, ο Stölting προσέφυγε στο Finanzgericht του Αμβούργου υποστηρίζοντας ότι η είσπραξη της εισφοράς συνυπευθυνότητος δεν βρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος.
Παρ' όλον ότι δεν συμμερίζεται την άποψη αυτή, το τέταρτο τμήμα του Finanzgericht, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το γεγονός ότι η πλειοψηφία των 500000 περίπου χιλιάδων μελών του «Deutscher Bauernverband» αμφισβητεί την επιβολή της εν λόγω εισφοράς, θεώρησε ότι πρέπει να υποβάλει στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Είναι οι κανονισμοί (ΕΟΚ) 1079/77 του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1977 και 1822/77 της Επιτροπής της 5ης Αυγούστου 1977, για την είσπραξη εισφοράς συνυπευθυνότητος στον τομέα του γάλακτος άκυροι, λόγω του ότι η Συνθήκη ΕΟΚ δεν περιέχει νομικό έρεισμα για την θέσπιση των κανονισμών αυτών;
2.
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: προσβάλλει η είσπραξη της εισφοράς συνυπευθυνότη-τος από τους παραγωγούς γάλακτος την απαγόρευση των διακρίσεων του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή ο συντελεστής εισφοράς καθορίζεται σε λογιστικές μονάδες και επειδή η μετατροπή των συντελεστών εισφοράς, που είναι εκφρασμένοι σε λογιστικές μονάδες, σε εθνικά νομίσματα, σύμφωνα με τις “πράσινες” τιμές συναλλάγματος — η οποία στην προκειμένη περίπτωση προβλέπεται στον κανονισμό ΕΟΚ 878/77 του Συμβουλίου της 26ης Απριλίου 1977 — μπορεί να καταλήξει σε άννσες επιβαρύνσεις σε σχέση με την πραγματική νομισματική κατάσταση των κρατών μελών;
3.
Ποιες συνέπειες έχει η θετική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα για την εφαρμογή των κανονισμών αυτών;»
Η έρευνα των ερωτημάτων αυτών — και ιδίως του πρώτου — επιβάλλει να υπενθυμιστεί η κατάσταση της κοινοτικής αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων.
Η κατάσταση αυτή κυριαρχείται από ένα διαρθρωτικό πλεόνασμα, οι αιτίες του οποίου είναι γνωστές στο Δικαστήριο, και το οποίο έχει εκδηλωθεί εδώ και πολλά έτη.
Αφενός, η παραγωγή γάλακτος δεν έπαυσε να αυξάνει ιδίως λόγω αυξήσεως της αποδοτικότητας.
Αφετέρου, η κατανάλωση γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων έμεινε σταθερή ή μάλιστα μειώθηκε ελαφρά.
Υπό τις συνθήκες αυτές, οι παραδόσεις πλεονασμάτων γάλακτος στα γαλακτοπωλεία, δηλαδή οι ποσότητες γάλακτος που δεν μπορούν να διατεθούν στην κοινοτική τιμή της αγοράς, αυξήθηκαν κατά τέσσερις βαθμούς μεταξύ του 1975 και του 1977.
Παράλληλα αυξήθηκαν τα αποθέματα βουτύρου σε 260000 τόνους, ενώ τα αποθέματα παρέμβασης αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη υπερέβαιναν αισθητά το ένα εκατομμύριο τόνους.
Παρά τη λήψη, μεταξύ 1973 και 1977, μεμονωμένων μέτρων που αποσκοπούσαν στην εν μέρει απορρόφηση των πλεονασμάτων αυτών και στη σταθεροποίηση της αγοράς, τα οποία όμως αποδείχτηκαν ελάχιστα αποτελεσματικά, το πλεόνασμα που βάραινε την αγορά και τα πολύ μεγάλα έξοδα που προκάλεσε η κατάσταση αυτή (σχεδόν τρία δισεκατομμύρια λογιστικών μονάδων) επέβαλαν τη λήψη ριζικότερων μέτρων.
Έτσι, αφού το Συμβούλιο, το 1974, απέρριψε πρόταση για την καθιέρωση φόρου επί της παραγωγής στον τομέα του γάλακτος, γεννήθηκε η ιδέα της καθιερώσεως εισφοράς συνυπευθυνότητος, επιβαλλομένης ειδικά στους παραγωγούς γάλακτος. Επρόκειτο για πιο μακροπρόθεσμο μέτρο απ' ότι, για παράδειγμα, η υποχρεωτική αγορά αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη που επέβαλε ο κανονισμός 563/76 που κρίθηκε ανίσχυρος από αποφάσεις του Δικαστηρίου, της 5ης Ιουλίου 1977.
Τελικά, με τον κανονισμό 1079/77 του Συμβουλίου, που εκδόθηκε με σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θεσπίστηκε η εισφορά συνυπευθυνότητος για περίοδο που περιλαμβάνει τη γαλακτοκομική περίοδο 1979—1980 και μπορεί να παραταθεί.
Τρία χαρακτηριστικά συνάγονται από το καθεστώς που οργάνωσε ο κανονισμός αυτός:
Κατ' αρχήν η γενική εφαρμογή σε όλους τους παραγωγούς γάλακτος, στο σύνολο των ποσοτήτων γάλακτος που παραδίδονται στις επιχειρήσεις επεξεργασίας ή μεταποιήσεως του προϊόντος αυτού, καθώς και στις ποσότητες γάλακτος που πωλούνται απευθείας υπό τη μορφή άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων.
Δεν προβλέπονται παρά μόνο τρεις εξαιρέσεις από την αρχή αυτή, οι οποίες μου φαίνονται όλες πολύ περιορισμένες και απόλυτα δικαιολογημένες.
Η πρώτη αφορά την παραγωγή γάλακτος στις ορεινές περιοχές. Η δεύτερη εξαιρεί από την εισφορά τις ποσότητες γάλακτος που πωλούνται από έναν παραγωγό σε άλλον παραγωγό, στο μέτρο που ο τελευταίος τις διαθέτει στο εμπόριο κατευθείαν ως γάλα καταναλώσεως και μέχρι του συνολικού ορίου των τριών τόνων κατ' έτος. Τέλος, εξαιρούνται επίσης οι πολλοί μικροί παραγωγοί, στις περιοχές όπου, κατά το έτος 1976, η μέση ποσότητα γάλακτος που παραδόθηκε στις επιχειρήσεις μεταποιήσεως από τους παραγωγούς αυτούς ήταν κατώτερη των δέκα κιλών ανά ημέρα και ανά παραγωγό.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό της εισφοράς συνυπευθυνότητας είναι η εφαρμογή χαμηλού συντελεστή. Κυμαινόμενη, αρχικά, μεταξύ 1,5 και 4 % της ενδεικτικής τιμής, η εισφορά καθορίστηκε στο χαμηλότερο συντελεστή για την περίοδο από 16 Σεπτεμβρίου 1977 έως 30 Απριλίου 1978. Έπειτα, με τον κανονισμό 1001/78, το Συμβούλιο κατήργησε αυτόν τον κατώτατο συντελεστή και το ύψος της εισφοράς περιορίστηκε στο 0,5 % μόνο της ενδεικτικής τιμής.
Το τρίτο σημαντικό χαρακτηριστικό του καθεστώτος που καθιερώθηκε δεν είναι ο ειδικός προορισμός του συνόλου των εσόδων της εισφοράς, πράγμα που θα ήταν αντίθετο στην αρχή της καθολικότητας του προϋπολογισμού, αλλά το πρόγραμμα των μέτρων που πρέπει να ληφθούν «σε σχέση με την εισφορά» που η Επιτροπή υποχρεούται, σύμφωνα με το άρθρο 4 του βασικού κανονισμού, να προτείνει στο Συμβούλιο. Το πρόγραμμα αυτό διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της «συμβουλευτικής επιτροπής του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων», που υπάρχει από το 1964, και συζητήθηκε επίσης στο πλαίσιο μιας ειδικευμένης ομάδος που καλείται ομάδα συνυπευθυνότητας και συγκεντρώνει τους εκπροσώπους των παραγωγών και των μεταποιητών του γάλακτος.
Ο κατάλογος των μέτρων που ελήφθησαν ήδη, στο πλαίσιο αυτό, αποδεικνύεται στην πραγματικότητα πολύ φτωχός. Τα μέτρα αυτά αφορούν:
—
αφενός, την επέκταση του ήδη υφισταμένου καθεστώτος διαθέσεως γάλακτος στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, με την αύξηση του ποσού της συμμετοχής και του αριθμού των εν λόγω προϊόντων (κανονισμοί 1080/77 και 1039/78)·
—
αφετέρου, την αύξηση των δυνατοτήτων πωλήσεως σε μειωμένη τιμή βουτύρου που προορίζεται για την παρασκευή παγωτών και συμπυκνωμένου βουτύρου για την άμεση κατανάλωση (κανονισμοί 2379/77 και 649/78)
—
τέλος, ενέργειες προαγωγής, διαφημίσεως και έρευνας γαλακτοκομικών προϊόντων, τόσο στην κοινή αγορά όσο και έξω από την Κοινότητα, καθώς και ορισμένα μέτρα που αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας του γάλακτος στα κράτη μέλη.
Η Επιτροπή εντούτοις διαβεβαιώνει ότι αυτή τη στιγμή μελετώνται και άλλες διατάξεις, που μπορεί να θεσπιστούν στο μέλλον.
Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, δεν υφίσταται καθοριστική σχέση μεταξύ αυτών των διαφόρων μέτρων και της εισφοράς, τα έσοδα από την οποία δεν προορίζονταν για την υποστήριξη της εν λόγω αγοράς και η οποία εξάλλου, αν ληφθεί υπόψη ο ιδιαίτερα χαμηλός της συντελεστής, (0,5 %), αποδεικνύεται εντελώς ανεπαρκής για την αντιμετώπιση των δυσχερειών διαθέσεως και την εξισορρόπηση των δομών.
Στην πραγματικότητα η εισφορά έχει τη φύση φορολογικής επιβαρύνσεως εις βάρος του συνόλου των παραγωγών γάλακτος και όχι μέτρου παρεμβάσεως που τείνει στη σταθεροποίηση της οικείας αγοράς.
Ως φορολογική επιβάρυνση που αποσκοπεί να εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση της Κοινότητας, η εισφορά αυτή δεν μπορεί να βρει νομικό έρεισμα στο άρθρο 201 της Συνθήκης, η διαδικασία του οποίου δεν τηρήθηκε στην προκειμένη περίπτωση.
Ούτε μπορούσε να θεσπιστεί νόμιμα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 43, το οποίο παραχωρεί βέβαια στο Συμβούλιο το δικαίωμα να λαμβάνει τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, δεν επιτρέπει όμως την καθιέρωση φορολογικών επιβαρύνσεων εις βάρος των παραγωγών σε έναν συγκεκριμένο γεωργικό τομέα. Τέλος η εισφορά συνυπευθυνότητος δεν ανήκει στα μέτρα παρεμβάσεως που αποσκοπούν στη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών. Ένας τέτοιος χαρακτηρισμός δεν θα ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα.
Δεν νομίζω ότι αυτή η άποψη μπορεί να γίνει δεκτή.
1)
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός εκδόθηκε βάσει του άρθρου 43 της Συνθήκης το οποίο — από πλευράς διαδικασίας — καθορίζει τις συνθήκες διαμορφώσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής.
Από πλευράς ουσιαστικού δικαίου, οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 40 καθορίζουν τις εξουσίες της Κοινότητας. Η παράγραφος 3, συγκεκριμένα, ορίζει ότι η κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών δύναται να περιλαμβάνει «όλα τα αναγκαία μέτρα για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 39» πρέπει όμως να περιορίζεται στην επιδίωξη των στόχων αυτών και να αποκλείει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητος.
Μεταξύ αυτών των στόχων του άρθρου 39, παράγραφος 1, σημείο γ) αναγράφεται η «σταθεροποίηση των αγορών».
Τα κοινοτικά όργανα πρέπει βέβαια να συμβιβάζουν τους διάφορους στόχους της κοινής γεωργικής πολιτικής οι οποίοι, αν θεωρηθούν χωριστά, μπορεί να φαίνονται αντίθετοι και, ενδεχομένως, να αναγνωρίζουν στον ένα από αυτούς την πρόσκαιρη προτεραιότητα που επιβάλλει η οικονομική κατάσταση εν όψει της οποίας λαμβάνουν τις αποφάσεις τους.
Για το σκοπό αυτό διαθέτουν ιδιαίτερα ευρύτερο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας και μπορούν να λάβουν, πέρα από τα κλασικά μέτρα παρεμβάσεως που αναφέρονται στο αρθρό 40, παράγραφος 3, αποφάσεις εξαιρετικού χαρακτήρα και, συγκεκριμένα, να καθιερώσουν φορολογική επιβάρυνση εις βάρος των παραγωγών του ίδιου του τομέα που παρουσιάζει πλεόνασμα, όπως ακριβώς συνέβη στην περίπτωση του κανονισμού 1079/77, χωρίς να επιβάλλουν επιβαρύνσεις στους παραγωγούς άλλων γεωργικών τομέων, όπως είχε κάνει ο κανονισμός 563/76, περί υποχρεωτικής αγοράς αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη, ο οποίος είχε ως αντικείμενο τον περιορισμό των σημαντικών αποθεμάτων του προϊόντος αυτού.
Έτσι η εισφορά συνυπευθυνότητος αποσκοπεί, προληπτικά, στη σταθεροποίηση της αγοράς των γαλακτοκομικών προϊόντων.
Το Συμβούλιο, όπως και η Επιτροπή, θεωρούν από την πλευρά τους, ότι η εισφορά αποτελεί αποτελεσματικό μέσο για την επίτευξη του στόχου αυτού, διότι τείνει, συγκεκριμένα, στον περιορισμό της παραγωγής, και γι' αυτό πρέπει να θεωρείται ως «αρνητικό στοιχείο τιμής» και επομένως στην πραγματικότητα αντιστοιχεί προς μείωση της τιμής παρεμβάσεως.
Υπό τις συνθήκες αυτές τίθεται το ερώτημα μήπως η καθαρή και απλή μείωση της τιμής του γάλακτος θα ήταν προτιμότερη διότι, μετακυλιόμενη κατευθείαν στην κατανάλωση, θα επέτρεπε το συμβιβασμό του στόχου σταθεροποιήσεως της αγοράς με αυτόν που αναφέρεται στο άρθρο 39, παράγραφος 1, σημείο ε), δηλαδή, «να διασφαλίζει λογικές τιμές στους καταναλωτές». Το Συμβούλιο δεν απάντησε ρητά στο ερώτημα αυτό -όσον αφορά την Επιτροπή έδωσε γραπτή απάντηση που ήταν διφορούμενη από τεχνική άποψη, αλλά σαφής όσον αφορά το συμπέρασμα: η μείωση των εσόδων των παραγωγών γάλακτος, που προκύπτει από την εισφορά — αντίθετα από ότι η μείωση των τιμών παρεμβάσεως — δεν συμφέρει τον καταναλωτή που θα εξακολουθήσει να καταβάλλει τις ίδιες τιμές.
Η απάντηση αυτή επιβεβαιώνει μία επιλογή οικονομικής πολιτικής που είναι, νομίζω, εσφαλμένη από ορισμένες απόψεις. Η γνώμη μου, όμως, αυτή δεν αφορά παρά τη σκοπιμότητα της ρυθμίσεως και νομίζω ότι δεν μπορεί να θίξει το νομικό κύρος του προσβαλλόμενου κανονισμού.
Ας αναγνωρίσουμε τουλάχιστον ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η μείωση της εξασφαλιζόμενης τιμής γάλακτος σε λιγότερο υψηλό επίπεδο δεν θα έχει, στις περισσότερες περιπτώσεις, παρά έμμεση επίδραση και οπωσδήποτε ελάχιστη καθοριστική στην τιμή κατά την παραγωγή, ακόμη λιγότερο, χωρίς αμφιβολία, όσον αφορά τα παράγωγα προϊόντα. Αντίθετα όμως είναι αλήθεια ότι η εισφορά επιβαρύνει, άμεσα, το σύνολο της γαλακτοκομικής παραγωγής.
Ως προς το πλεονέκτημα που παρουσιάζει η ευκαμψία της παρέμβασης, δεν μου φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, καθόλου προφανές. Το σύστημα που καθιερώνεται, επιτρέπει βέβαια να προβλέπονται ορισμένες εξαρέσεις και διαφοροποιήσεις με πιο άνετες προϋποθέσεις από ότι θα επέτρεπε μία πολιτική μειώσεως της τιμής παρεμβάσεως. Δεν αποκλείεται όμως μια τέτοια μείωση να μπορεί να αντισταθμιστεί με ειδικά μέτρα βοήθειας προς τους παραγωγούς των ορεινών περιοχών και των περιοχών που μειονεκτούν.
Εντούτοις, είναι αλήθεια ότι το σύστημα της εισφοράς είναι μέσο πιο ευέλικτο από ότι η άμεση επέμβαση στην τιμή του γάλακτος, διότι μπορεί να επιτρέψει μια καλύτερη κλιμακωτή χρονική προσαρμογή, ή να καθορίσει μια προοδευτικότητα ικανή να λάβει υπόψη της τα πλεονάσματα που είναι ιδιαίτερα σημαντικά κατά την διάρκεια ορισμένων περιόδων του έτους, ιδίως κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Για το σκοπό όμως αυτό, θα έπρεπε, όχι μόνο να έχει οριστεί ο συντελεστής εισφοράς σε αρκετά σημαντικό ποσοστό, πράγμα που δεν συνέβη μέχρι τώρα, αλλά και να προσαρμόζεται, χρονικά, προς την εξέλιξη των οικονομικών συνθηκών που χαρακτηρίζουν τον εν λόγω γεωργικό τομέα, πράγμα που το Συμβούλιο δεν θεώρησε εφικτό.
Εντούτοις, όποιες και αν είναι οι αναμφισβήτητες ατέλειες του καθεστώτος που καθιερώνει ο κανονισμός 1079/77, είναι δύσκολο να μην του αναγνωρίσει κανείς το χαρακτήρα μηχανισμού ρυθμίσεως της αγοράς.
Καθοριστικό ως προς αυτό είναι νομίζω το γεγονός ότι οι ίδιοι οι παραγωγοί φέρουν την επιβάρυνση και συμβάλλουν έτσι στη μείωση — όχι στην επίλυση — του προβλήματος των πλεονασμάτων. Από την άποψη αυτή, το νόμιμο έρεισμα της εισφοράς συ-νυπευθυνότητος είναι το άρθρο 43 της Συνθήκης και δεν υπάρχει ανάγκη να γίνει επίκληση άλλων διατάξεων, όπως αυτών του άρθρου 201 και του άρθρου 235.
Αυτή η τελευταία διάταξη πρέπει να αποκλειστεί εντελώς διότι δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχει ήδη προβλεπόμενη εξουσιοδότηση. Όμως είπαμε ήδη ότι το ίδιο το άρθρο 43, στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί τέτοια εξουσιοδότηση για το Συμβούλιο.
2)
Το άρθρο 201, αφορά, ως γνωστό, τη δημιουργία ιδίων πόρων της Κοινότητας, ιδίως από έσοδα που προέρχονται από την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου.
Η διαδικασία δημιουργίας τέτοιων πόρων προβλέπει ότι το Συμβούλιο, κρίνοντας ομόφωνα, μπορεί, κατόπιν διαβουλεύσεως με τη Συνέλευση, να θεσπίσει διατάξεις, των οποίων θα συστήσει την αποδοχή από τα κράτη μέλη συμφώνως προς τους συνταγματικούς τους κανόνες. Το άρθρο 201 αποτελεί έτσι τη βάση των εσόδων τα οποία, χωρίς καμιά διάκριση, προορίζονται να καλύψουν το σύνολο των εξόδων που εγγράφονται στον προϋπολογισμό.
Όμως το άρθρο αυτό δεν αποκλείει καθόλου ότι, στο πλαίσιο ειδικών ρυθμίσεων, ιδίως όσον αφορά την κοινή γεωργική πολιτική, το Συμβούλιο έχει την εξουσία να δημιουργεί έσοδα τα οποία, λόγω του άμεσου δεσμού τους με μέτρα που επηρεάζουν τις σχετικές δαπάνες στον εν λόγω τομέα, περιορίζουν τη σημασία τους.
Αυτό προκύπτει, στην προκειμένη περίπτωση, από την απάντηση που έδωσε, στις 22 Σεπτεμβρίου 1978, το Συμβούλιο σε γραπτή κοινοβουλευτική ερώτηση για την εισφορά συνυπευθυνότητος, η είσπραξη της οποίας επιβάλλει την οικονομική συμμετοχή των παραγωγών γαλακτοκομικών προϊόντων στην κάλυψη ορισμένων κοινοτικών εξόδων.
Ως προς αυτό το Συμβούλιο υπενθυμίζει «ότι ο κανονισμός 1079/77 έχει ως σκοπό να δημιουργήσει αμεσότερο δεσμό μεταξύ της παραγωγής και των δυνατοτήτων διαθέσεως του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και να λάβει υπόψη του τα δημόσια συμφέροντα στον τομέα αυτό. Εξάλλου φαίνεται ότι η εισφορά ανήκει σε ένα σύνολο μέτρων που αποσκοπούν στην ρύθμιση και τη σταθεροποίηση της αγοράς και στη συμπλήρωση του υφισταμένου συστήματος παρεμβάσεως».
Κατά συνέπεια, συνάγει το Συμβούλιο, η εισφορά αυτή δεν πρέπει να θεωρείται ως φόρος· δεν ήταν επομένως αναγκαίο να γίνει αναφορά στο άρθρο 201, διότι το άρθρο 43 της Συνθήκης προσφέρει επαρκές νομικό έρεισμα.
Η Επιτροπή εξέφρασε ανάλογη γνώμη, στην απάντηση που έδωσε στις 12 Οκτωβρίου 1978 σε όμοια γραπτή ερώτηση του ίδιου βουλευτού, επιμένοντας στη σχέση που δημιουργεί το άρθρο 4 του κανονισμού μεταξύ της εισφοράς συνυπευθυνότητος και των ειδικών μέτρων που αποσκοπούν στη διεύρυνση των αγορών και στην ανεύρεση νέων δυνατοτήτων καταναλώσεως. Υπενθύμισε επίσης ότι, στο πλαίσιο των παρεμβάσεων που αποσκοπούν στη ρύθμιση των γεωργικών αγορών, υπάρχουν ήδη ορισμένα έσοδα που δεν αποτελούν «ίδιους πόρους», η δημιουργία των οποίων θα απαιτούσε την προσφυγή στη διαδικασία του άρθρου 201. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, με τις εγγυήσεις και τις ασφάλειες που συνάπτονται στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής και καταπίπτουν υπέρ της Κοινότητος.
Συμμερίζομαι αυτή την άποψη και θεωρώ ότι οι διατάξεις του άρθρου 201 δεν εφαρμόζονται στην εισφορά συνυπευθυνότητος.
3)
Θα εξετάσω τώρα το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το Finanzgericht του Αμβούργου.
Όπως είδαμε, το δικαστήριο αυτό αμφισβητεί το κύρος της εισπράξεως της εισφοράς συνυπευθυνότητος με την αιτιολογία ότι, επειδή ο συντελεστής της είναι καθορισμένος σε λογιστικές μονάδες και η μετατροπή σε εθνικά νομίσματα πραγματοποιείται σύμφωνα με τις αντιπροσωπευτικές τιμές συναλλάγματος, που καλούνται «πράσινες τιμές», το σύστημα αυτό μπορεί να δημιουργήσει άνισες επιβαρύνσεις, λαμβάνοντας υπόψη την πραγματική κατάσταση της σχέσης μεταξύ των νομισμάτων των κρατών μελών.
Δεν υπάρχει, άραγε, για το λόγο αυτό, παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ των παραγωγών των διαφόρων κρατών μελών;
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν αντίθετα ότι, η προσαρμογή της εισφοράς στις πραγματικές σχέσεις συναλλάγματος μεταξύ των νομισμάτων των κρατών μελών δεν συμβιβάζεται με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Η Επιτροπή στηρίζεται, στις γραπτές παρατηρήσεις, σε μία νομική βάση που δεν μπορεί, νομίζω, να αμφισβητηθεί. Πρόκειται για τον κανονισμό 878/77 του Συμβουλίου, περί των τιμών συναλλάγματος που πρέπει να εφαρμοστούν στο γεωργικό τομέα. Πράγματι, από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νομοθετικού αυτού κειμένου προκύπτει ότι:
«Όταν οι προς πραγμάτωση ενέργειες σε εφαρμογή των πράξεων περί κοινής γεωργικής πολιτικής… απαιτούν όπως τα νομίσματα που προβλέπονται στο άρθρο 2, μετατραπούν σε ένα άλλο νόμισμα ή σε λογιστικές μονάδες, η τιμή συναλλάγματος είναι, κατά παρέκκλιση του άρθρου 2 παράγραφος 1 του κανονισμού αριθ. 129, εκείνη που αντιστοιχεί στην αντιπροσωπευτική τιμή αυτού του νομίσματος.»
Όμως, όπως είπαμε, η επιβολή εισφοράς συνυπευθυνότητος ανήκει στην κατηγορία των πράξεων «περί κοινής γεωργικής πολιτικής» και πρέπει να θεωρείται ως στοιχείο του καθεστώτος των τιμών και των παρεμβάσεων στον τομέα των γαλακτοκομικών προϊόντων.
Κατά συνέπεια, είναι λογικό το ύψος της εισφοράς να καθορίζεται, σε κάθε κράτος μέλος, σε σχέση με τις αντιπροσωπευτικές τιμές. Εάν έπρεπε, όπως υποστηρίζει ο προσφεύγων της κύριας δίκης, το ύψος της εισφοράς να καθοριστεί βάσει των πραγματικών τιμών συναλλάγματος, τότε ακριβώς θα υπήρχε διάκριση, διότι θα ευνοούνταν αδικαιολόγητα οι παραγωγοί των κρατών με υπερτιμημένο νόμισμα έναντι αυτών που προέρχονται από χώρες με υποτιμημένο νόμισμα.
Η προβαλλόμενη δήθεν άνιση μεταχείριση δεν είχε επομένως παρά τυπικό χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα, μόνο η προσφυγή στις «πράσινες τιμές» επιτρέπει να αποφευχθούν οι διακρίσεις μεταξύ παραγωγών.
Αποκλίνω επομένως υπέρ του να δώσω αρνητική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το τρίτο ερώτημα στερείται, νομίζω, αντικειμένου.
Προτείνω να αποφανθεί το δικαστήριο ότι, από την εξέταση των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Finanzgericht του Αμβούργου δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θίξουν το κύρος του κανονισμού 1079/77 του Συμβουλίου περί εισφοράς συνυπευθυνότητος στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, ούτε αυτό του κανονισμού 1822/77 της Επιτροπής περί των λεπτομερειών εφαρμογής της εισφοράς αυτής.
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy