ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GERHARD REISCHL
της 21ης Φεβρουαρίου 1979 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης αμφισβητείται, αν ο προσφεύγων, Ιταλός υπήκοος που κατοικεί στο Gottingen, έχασε το δικαίωμα του για παροχές λόγω ανεργίας μετά από διαμονή πέραν των τριών μηνών στην Ιταλία.
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 1, περίπτωση γ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, ένας εργαζόμενος που βρίσκεται σε πλήρη ανεργία και έχει δικαίωμα παροχών, μεταβαίνει δε σε άλλο κράτος μέλος για να αναζητήσει εργασία, διατηρεί το δικαίωμα παροχών επί χρονικό διάστημα τριών μηνών κατ' ανώτατο όριο από την ημερομηνία κατά την οποία ο άνεργος έπαυσε να είναι στη διάθεση των υπηρεσιών απασχολήσεως του κράτους από το οποίο αναχώρησε. Το άρθρο 69, παράγραφος 2, ορίζει ότι:
«Αν ο ενδιαφερόμενος επιστρέψει στο αρμόδιο κράτος πριν από τη λήξη της περιόδου, κατά την οποία έχει δικαίωμα παροχών δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου 1, περίπτωση γ, συνεχίζει να έχει δικαίωμα παροχών σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού· χάνει κάθε δικαίωμα παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του αρμοδίου κράτους, αν δεν επιστρέψει εκεί πριν από τη λήξη της περιόδου αυτής. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η προθεσμία αυτή δύναται να παραταθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες ή τους αρμόδιους φορείς.»
To Arbeitsamt του Gottingen κατέβαλε στον προσφεύγοντα από τις 13 Δεκεμβρίου 1976 μέχρι τις 18 Δεκεμβρίου 1976 επίδομα ανεργίας. Στις 17 Δεκεμβρίου 1976 χορηγήθηκε στον προσφεύγοντα, μετά από αίτησή του, βεβαίωση κατά το έντυπο Ε 303 [διατήρηση του δικαιώματος παροχών λόγω ανεργίας κατά το άρθρο 83, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 574/72], επειδή ήθελε να ταξιδέψει στις 19 Δεκεμβρίου 1976 στην Ιταλία, για να αναζητήσει εκεί εργασία. Το έντυπο αυτό βεβαίωνε ότι είχε δικαίωμα παροχών λόγω ανεργίας για τρεις μήνες, δηλαδή από τις 19 Δεκεμβρίου 1976 μέχρι τις 18 Μαρτίου 1977. Συγχρόνως ο προσφεύγων έλαβε το έντυπο παρατηρήσεων Ε 303/5 στην ιταλική γλώσσα, όπου του εφιστάτο η προσοχή ότι, κατ' αρχήν, μετά τη λήξη της προθεσμίας των τριών μηνών αποσβέννυται κάθε δικαίωμα γερμανικών παροχών λόγω ανεργίας που ενδεχομένως υφίσταται ακόμα, αν ο δικαιούχος δεν επιστρέψει μέσα στην προθεσμία αυτή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία.
Στις 19 Δεκεμβρίου 1976 πήγε ο προσφεύγων στο Erchi της Ιταλίας με σκοπό να αναζητήσει εργασία, όπου, όπως προέκυψε από σχετική αίτηση προς την εκεί δημοτική Υπηρεσία Ευρέσεως Εργασίας, ούτε κατά το χρονικό εκείνο σημείο ούτε κατά τις επόμενες εβδομάδες υπήρχε προοπτική ευρέσεως κάποιας απασχολήσεως.
Στις 16 Μαρτίου 1977, δύο ημέρες πριν από τη λήξη της προθεσμίας επιστροφής, ο προσφεύγων ασθένησε από πυελίτιδα και κυστίτιδα και ήταν ανίκανος προς εργασία μέχρι τις 14 Μαΐου 1977.
Μετά την ανάρρωσή του επέστρεψε στις 15 Μαΐου 1977 στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και στις 16 Μαΐου 1977 ζήτησε από το Arbeitsamt του Gottingen να του εγκριθεί εκ νέου επίδομα ανεργίας, επειδή, συνεπεία της ασθενείας του, δεν μπόρεσε να επιστρέψει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μέσα στην τρίμηνη προθεσμία. To Arbeitsamt απέρριψε την αίτηση με την αιτιολογία ότι δεν ήταν δυνατή η κατ' εξαίρεση παράταση της τρίμηνης προθεσμίας κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, επειδή η παραμονή του προσφεύγοντος στον τόπο όπου είχε μεταβεί προς αναζήτηση εργασίας, δεν ήταν απαραίτητη για το σκοπό της αναζητήσεως εργασίας πολύ πριν αρχίσει η ανικανότητα προς εργασία. Εάν παρ' όλα αυτά ο προσφεύγων αποφάσισε, παρεκκλίνοντας από το σκοπό του άρθρου 69, να παραμείνει περαιτέρω στην Ιταλία, τότε έπρεπε να φέρει και τον κίνδυνο, κατά τη διάρκεια αυτής της παραμονής που οφειλόταν σε άλλα κίνητρα, να εμποδιστεί από απρόβλεπτα γεγονότα, όπως ανικανότητα προς εργασία, ή εμπρόθεσμη επιστροφή του στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Ο Coccioli, μετά από άκαρπη ένσταση κατά της απορριπτικής αποφάσεως του Arbeitsamt, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Sozialgericht του Hildesheim. Το δικαστήριο αυτό με διάταξη της 8ης Ιουνίου 1978 ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακολούθων ερωτημάτων:
«1.
Είναι θεμιτή η παράταση της προθεσμίας κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, όταν η αίτηση περί παρατάσεως υποβλήθηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας;
2.
Αν στο ερώτημα αυτό δοθεί καταφατική απάντηση:
Η αρμόδια υπηρεσία απασχολήσεως ενεργεί μέσα στο πλαίσιο της διακριτικής της εξουσίας, όταν αρνείται την κατ' εξαίρεση παράταση της προθεσμίας, επειδή
α)
δεν υφίστατο για τον άνεργο καμία προοπτική ευρέσεως εργασίας στο άλλο κράτος μέλος, στο οποίο είχε εγγραφεί ως αιτών εργασία και
β)
ήταν αδύνατη η εμπρόθεσμη επάνοδός του συνεπεία ξαφνικής ασθένειας;»
I —
Πριν λάβω θέση επί των ερωτημάτων αυτών, νομίζω ότι ενδείκνυται να εξετάσω καταρχάς το ζήτημα που πρόβαλε η Επιτροπή ως προς το αν το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 συμβιβάζεται με το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ. Δεν χρειάζεται να αναπτύξω εδώ το σημείο αυτό διεξοδικά, επειδή και το συμπέρασμα της Επιτροπής δεν αφήνει καμία αμφιβολία ως προς το κύρος της επίμαχης διατάξεως. Κατά την άποψη της Επιτροπής, τέτοιες επιφυλάξεις δικαιολογούνται μόνον, αν η απώλεια κάθε περαιτέρω δικαιώματος παροχών, οι οποίες χορηγούνται μόνο βάσει των νομοθετικών διατάξεων του αρμοδίου κράτους, οριζόταν αποκλειστικά από το κοινοτικό δίκαιο ή η ολοκληρωτική απώλεια περαιτέρω δικαιωμάτων κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 ήταν αντίθετη με την αρχή της αναλογικότητας. Και στο εθνικό όμως δίκαιο συναντώνται διατάξεις, όπως για παράδειγμα το άρθρο 120 του Arbeitsförderungsgesetz, κατά το οποίο δεν εγκρίνονται παροχές λόγω ανεργίας, όταν ο άνεργος δεν συμμορφώνεται με την απαίτηση του Arbeitsamt προς εμφάνιση. Από άποψη σκοπού, η παράβαση της υποχρεώσεως προς εμφάνιση κατά το εθνικό δίκαιο εξομοιούται ασφαλώς με την υπέρβαση της τρίμηνης προθεσμίας. Επομένως, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 δεν χειροτερεύει στην περίπτωση αυτή τη θέση του ανέργου, αλλά αντίθετα το άρθρο 69 του κανονισμού τον ευνοεί, επειδή χωρίς τη διάταξη αυτή θα έχανε αμέσως το δικαίωμα παροχών από τη στιγμή που δεν θα ήταν πλέον στη διάθεση της εθνικής αγοράς εργασίας. Μόνον το άρθρο 69 παρέχει στον άνεργο εργαζόμενο τη δυνατότητα να εξακολουθεί να εισπράττει για περιορισμένο χρονικό διάστημα τις παροχές λόγω ανεργίας σύμφωνα με τις νομοθετικές διατάξεις του κράτους μέλους που ίσχυαν γι' αυτόν το τελευταίο διάστημα δημιουργώντας έτσι καλύτερες προϋποθέσεις για την κινητικότητα των εργατικών δυνάμεων.
Όσον αφορά, τέλος, τη διάρκεια της προθεσμίας, το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ επί του οποίου στηρίζεται ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71, ορίζει ότι το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, λαμβάνει στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως τα αναγκαία μέτρα για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Το περιεχόμενο και τα όρια της υποχρεώσεως που υπέχει το Συμβούλιο από την εξουσιοδότηση του άρθρου 51 καθορίζονται συνεπώς όχι μόνο βάσει του άρθρου αυτού, αλλά προκύπτουν κυρίως και από τα άρθρα 48 και 49 της Συνθήκης ΕΟΚ τα οποία βρίσκονται σε στενή συνάφεια με το άρθρο αυτό (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1964, J. G. Van der Veen, χήρα Kalsbeek, κατά Bestuur van de Sociale Verzekeringsbank, υπόθεση 100/63, Slg. 1964 σ. 1213). To άρθρο 48, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ αναγνωρίζει μεταξύ άλλων στον εργαζόμενο το δικαίωμα απλώς να αποδέχεται κάθε πραγματική προσφορά εργασίας και για το σκοπό αυτό να διακινείται ελεύθερα εντός του εδάφους των κρατών μελών. Συνεπώς, η μόνη υποχρέωση του Συμβουλίου, κατά το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι να λαμβάνει στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως τα βοηθητικά μέτρα για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για να γίνει χρήση του δικαιώματος της ελεύθερης διακίνησης. Αν όμως υπάρχει πραγματική προσφορά εργασίας και ο άνεργος μεταβαίνει προς αναζήτηση εργασίας σε άλλο κράτος μέλος, τότε η τρίμηνη προθεσμία που παρέχει το άρθρο 69, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 αρκεί κατά βάση για να προστατεύσει τα συμφέροντα εκείνου που αναζητεί εργασία.
Για την περίπτωση όμως που η πλήρης απώλεια περαιτέρω δικαιώματος παροχών μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής είναι δυσανάλογη στη συγκεκριμένη περίπτωση, το άρθρο 69, παράγραφος 2, εδάφιο 2 προσφέρει με τη δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας ακριβώς μια διορθωτική λύση γι' αυτές τις περιπτώσεις. Μετά από όλα αυτά δεν βρίσκω τι θα μπορούσε να λεχθεί κατά του κύρους της επίμαχης διατάξεως.
II —
1.
Καθώς λοιπόν στρέφομαι τώρα στην απάντηση του πρώτου ερωτήματος ως προς το αν είναι θεμιτή η αίτηση παρατάσεως μετά τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας, πρέπει καταρχάς να διαπιστώσω, ότι η διατύπωση του άρθρου 69, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 που διαφέρει από τη διατύπωση του άρθρου 14, παράγραφος 1, περίπτωση α, u του ίδιου κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι η άδεια πρέπει νά ζητηθεί πριν λήξει ορισμένη προθεσμία, δεν περιέχει κανένα επιχείρημα υπέρ του ότι δεν μπορεί να ζητηθεί παράταση της προθεσμίας και μετά τη λήξη της. Εξάλλου, δεν νομίζω ότι η ratio της διατάξεως περί εξαιρέσεως δικαιολογεί κάποιο άλλο συμπέρασμα. Όπως ήδη ανέφερα, η δυνατότητα παρατάσεως της προθεσμίας προβλέπεται για να διευκολύνει τις αρμόδιες υπηρεσίες απασχολήσεως να επιλύουν στη συγκεκριμένη περίπτωση τέτοιες συγκρούσεις, κατά τις οποίες η κανονική λήξη της προθεσμίας και η συνακόλουθη απώλεια του δικαιώματος παροχών θα οδηγούσε σε δυσανάλογη κοινωνική σκληρότητα. Τέτοια εξαιρετική περίσταση μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε καθυστερημένη επάνοδο του ανέργου στο αρμόδιο κράτος μέλος, αλλά μπορεί συγχρόνως να καταστήσει αδύνατη και την υποβολή της αιτήσεως παρατάσεως πριν από τη λήξη της προθεσμίας. Προκειμένου να αποφευχθούν τα ανεπιεική επακόλουθα που προκαλούνται έτσι, νομίζω πως είναι λογικό να επιτρέπεται η υποβολή αιτήσεως παρατάσεως και μετά τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας.
Δεν είναι αντίθετα ανεπιεικές, να ζητείται από τον άνεργο να γνωστοποιεί το ταχύτερο δυνατόν στην αρμόδια υπηρεσία απασχολήσεως την εξαιρετική περίπτωση, οπότε και μπορεί να ζητείται — όπως κάνει η Επιτροπή — να υποβάλλεται η αίτηση όσο συντομότερα μπορεί λογικά να αναμένεται ενόψει των ειδικών συνθηκών της περιπτώσεως.
2.
Το δεύτερο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου αφορά το αν οι αρμόδιες υπηρεσίες απασχολήσεως ενεργούν μέσα στο πλαίσιο της διακριτικής τους εξουσίας, όταν αρνούνται την ύπαρξη εξαιρετικής περιπτώσεως κατά την έννοια του άρθρου 69, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 για παράταση της προθεσμίας, επειδή για τον άνεργο που είχε εγγραφεί σε άλλο κράτος μέλος ως αιτών εργασία δεν υφίστατο καμία προοπτική για εξεύρεση εργασίας και ακόμη επειδή η εμπρόθεσμη επάνοδός του ήταν αδύνατη συνεπεία ξαφνικής ασθένειας.
Το καθού προβάλλει στις γραπτές του προτάσεις την ένσταση, την οποία πάντως δεν επανέλαβε κατά τη δημόσια συνεδρίαση, ότι το ερώτημα είναι απαράδεκτο, επειδή δεν αναφέρεται σε ερμηνεία της επίμαχης διατάξεως, αλλά στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας που παρέχεται με τη διάταξη αυτή στις διοικητικές υπηρεσίες. Κατάχρηση εξουσίας όμως μπορεί να διαπιστωθεί μόνο σε συνάρτηση με την προκειμένη περίπτωση. Αλλά, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εφαρμόσει το δίκαιο στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά τη διαδικασία του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το Συμβούλιο, μη μπορώντας να προβλέψει όλες τις πιθανές περιπτώσεις συγκρούσεως, χρησιμοποίησε εν προκειμένω τον αόριστο και γενικό όρο της εξαιρετικής περιπτώσεως, ο οποίος επιτρέπει στις αρμόδιες υπηρεσίες απασχολήσεως, μέσα στο πλαίσιο της προβλεπομένης διακριτικής εξουσίας, να λαμβάνουν υπόψη στη συγκεκριμένη περίπτωση όλα τα στοιχεία, που δικαιολογούν εξαίρεση από τον κανόνα. Στην προκειμένη διαδικασία τίθεται το πρόβλημα της ερμηνείας αυτού του όρου «εξαιρετικές περιπτώσεις» και είναι βέβαιο ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο σχετικά.
Ο καθορισμός τού ίδιου του πλαισίου της διακριτικής εξουσίας εξαρτάται από τη λειτουργία, την οποία εκπληρώνει η ρήτρα περί εξαιρέσεως μέσα στο άρθρο 69 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71. Έτσι ο πυρήνας του όρου «εξαιρετικές περιπτώσεις» μπορεί να περιγραφεί με τον ακόλουθο τρόπο: Ως εξαιρετική περίπτωση κατά την έννοια της επίμαχης διατάξεως πρέπει να νοείται κάθε συμβάν που αποκλίνει από τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και το οποίο συνιστά εμπόδιο για την εμπρόθεσμη επιστροφή του ανέργου.
Είναι όμως προφανές, ότι δεν δικαιολογεί παρέκκλιση από τον κανόνα κάθε συμβάν που αποκλίνει, αλλά το γεγονός πρέπει να έχει τέτοια μορφή, που να δικαιολογεί την εξαίρεση. Σε ποιες περιπτώσεις δικαιολογείται η αποκλίνουσα συμπεριφορά της αρχής, προκύπτει από την ίδια την οικονομία και το σκοπό του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 με στάθμιση των αντικρουσμένων συμφερόντων των λοιπών ασφαλισμένων και εκείνου, ο οποίος επικαλείται τη διάταξη περί εξαιρέσεως.
Ενόψει αυτών των κριτηρίων πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο προσφεύγων εξήντλησε πλήρως την τρίμηνη προθεσμία που του παρέχει το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71, παρά το ότι ούτε στην αρχή της αναζητήσεως εργασίας ούτε και κατά τις επόμενες εβδομάδες υπήρχε προοπτική εξευρέσεως κάποιας απασχολήσεως στον τόπο αυτό. Τέλος, ασθένησε μόλις δύο ημέρες πριν από τη λήξη του χρονικού διαστήματος, μέσα στο οποίο έπρεπε να έχει επιστρέψει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Όπως γνώριζε ο προσφεύγων, το άρθρο 69, παράγραφος 1 χορηγεί στον άνεργο, προς το συμφέρον της ελεύθερης διακινήσεως, το πλεονέκτημα της διατηρήσεως του δικαιώματος παροχών για περιορισμένο χρονικό διάστημα μόνο για το σκοπό της αναζητήσεως εργασίας σε άλλο κράτος μέλος. Η ρύθμιση αυτή οδηγεί, όπως δέχτηκε και το Συμβούλιο, στον κίνδυνο να χρησιμοποιείται όχι μόνο για την αναζήτηση εργασίας σε άλλο κράτος μέλος, αλλά και καταχρηστικά από άλλα κίνητρα. Ο φόβος αυτός για καταχρήσεις δεν είναι τελείως αβάσιμος, όπως κατέστησαν σαφές τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε το καθού κατά τη δημόσια συνεδρίαση, από τα οποία συνάγεται ότι ο αριθμός των βεβαιώσεων με το έντυπο Ε 303 αυξάνεται πάντοτε σημαντικά πριν από τα Χριστούγεννα και τις μεγάλες διακοπές. Μια τέτοια συμπεριφορά όμως δεν αποβαίνει σε όφελος των υπολοίπων ασφαλισμένων.
Αντίθετα, από την οικονομία και το σκοπό του άρθρου 69 προκύπτει ότι ο άνεργος έπρεπε να εξαντλήσει τελείως την προθεσμία με μόνο σκοπό την καρποφόρα και πολλά υποσχόμενη αναζήτηση εργασίας και να επιστρέψει ήδη πριν από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας στο κράτος μέλος που ήταν αρμόδιο για την καταβολή των παροχών, αφού είχε καταστεί σαφές γι' αυτόν ότι η αναζήτηση εργασίας παρέμενε άκαρπη. Όπως ορθά διαπιστώνει το καθού, ο σκοπός της αναζητήσεως εργασίας δεν δικαιολογούσε πλέον αντικειμενικά την παραμονή του προσφεύγοντος στην Ιταλία το αργότερο μετά την παρέλευση δύο μηνών, δηλαδή ένα σχεδόν μήνα πριν από την ασθένειά του. Η αρμόδια υπηρεσία απασχολήσεως, όταν καλείται να κρίνει αν τον κίνδυνο ασθένειας που άρχισε λίγο πριν από τη λήξη της προθεσμίας πρέπει να φέρει ο άνεργος ή οι λοιποί ασφαλισμένοι, οφείλει να λάβει υπόψη το γεγονός αυτό κατά τη στάθμιση των συμφερόντων. Ενόψει αυτών των σκέψεων δεν είναι άστοχο, όταν ο άνεργος παρατείνει την παραμονή του στο κράτος της αναζητήσεως εργασίας, η αρμόδια υπηρεσία απασχολήσεως να μεταθέτει τον κίνδυνο της εξαιρετικής περιπτώσεως «ασθένεια» στον ίδιο και να αρνείται την παράταση της προθεσμίας με την αιτιολογία αυτή. Το ερώτημα αν η ασθένεια προκλήθηκε υπαίτια ή αναίτια δεν τίθεται πλέον, εφόσον ο καταλογισμός του κινδύνου δικαιολογείται ήδη από το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος, αφού διαπίστωσε ότι δεν υπάρχουν προοπτικές για απασχόληση, δεν επέστρεψε.
Η συνεπής, τέλος, πρακτική των αρμοδίων υπηρεσιών απασχολήσεως δεν αποκαλύπτει παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, επειδή όπως ακούσαμε από το καθού κατά τη δημόσια συνεδρίαση, σε όλες τις περιπτώσεις εξετάζεται μόνον μετά την υποβολή αιτήσεως για παράταση, αν ο λόγος για την παράταση αυτή προέκυψε μόλις κατά το τελευταίο τρίτο της τρίμηνης προθεσμίας ή αν κατά το χρονικό αυτό σημείο δικαιολογείτο η παραμονή στο άλλο κράτος μέλος λόγω ελπιδοφόρας αναζητήσεως εργασίας.
Ως εκ τούτου, ανακεφαλαιώνοντας, προτείνω να δοθούν οι εξής απαντήσεις στα ερωτήματα:
1.
Παράταση της προθεσμίας κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, εδάφιο 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 είναι θεμιτή και όταν η υποβολή περί παρατάσεως υποβλήθηκε μετά τη λήξη της προθεσμίας. Προϋπόθεση όμως για να γίνει δεκτή η υποβολή της αιτήσεως μετά τη λήξη της προθεσμίας είναι η αίτηση να έχει υποβληθεί όσο έγκαιρα μπορεί λογικά να αναμένεται ανάλογα με τις ειδικές συνθήκες της περιπτώσεως.
2.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες απασχολήσεως ή οι αρμόδιοι φορείς μπορούν μέσα στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας που τους παρέχει το άρθρο 69, παράγραφος 2, εδάφιο 2 να αρνούνται την ύπαρξη εξαιρετικής περιπτώσεως που δικαιολογεί παράταση της προθεσμίας, αν ο άνεργος, αφού διαπιστώσει ότι είναι άκαρπη η αναζήτηση εργασίας του, εξακολούθησε να παραμένει οικειοθελώς στον τόπο αναζητήσεως εργασίας, η δε εμπρόθεσμη επιστροφή του κατέστη αδύνατη συνεπεία ξαφνικής ασθένειας.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy