ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
GERHARD REISCHL
της 11ης Σεπτεμβρίου 1979 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Στις 9 Μαρτίου 1977, το Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσε το «fishing nets» (North East Atlantic Order 1977). Αυτό το order που αποσκοπεί στην προστασία ορισμένων ειδών ιχθύων και τέθηκε σε ισχύ την 1η Απριλίου 1977, περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με τις διαστάσεις των ματιών των διχτυών, των οποίων επιτρέπεται η χρησιμοποίηση για την αλιεία ορισμένων ειδών ιχθύων και διατάξεις σχετικές με τον όγκο των αποκαλούμενων παρεμπιπτόντων αλιευμάτων, δηλαδή των αλιευμάτων, τα οποία πράγματι προστατεύονται αλλά αλιεύονται ακουσίως κατά την αλιεία επιτρεπομένων ειδών με τη βοήθεια διχτυών ανταποκρινόμενων στους προβλεπόμενους κανόνες.
Το φθινόπωρο 1977 το «Cap Caval», γαλλικό πλοίο, ασχολούμενο όπως φαίνεται κυρίως με την αλιεία αστακών, εντός των αγγλικών χωρικών υδάτων παρέβη αυτές τις διατάξεις, το πλοίο συνελήφθη στα όρια αλιευτικής ζώνης μικρών αστακών και ο πλοιοκτήτης καταδικάστηκε σε πρόστιμο από βρεττανικό δικαστήριο, λόγω του ότι χρησιμοποίησε δίχτυα των οποίων τα μάτια δεν ανταποκρίνονταν στους κανόνες — επί του πλοίου δεν ευρίσκονταν παρά δίχτυα με μικρά μάτια — και λόγω του ότι είχε γίνει υπέρβαση των ορίων των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων κατά τις εκτιμήσεις του πλοιάρχου αυτά αντιπροσώπευαν 61 % του συνολικού αλιεύματος, ενώ το βρεττανικό order δεν επιτρέπει τα παρεμπίπτοντα αλιεύματα παρά μόνο μέχρι ποσοστού 20 %.
Αυτή η υπόθεση οδήγησε τη Γαλλική Κυβέρνηση, η οποία θεωρεί ότι το βρεττανικό order είναι ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο για διαφόρους λόγους επί των οποίων θα επανέλθω αργότερα, στο να κινήσει κατά του Ηνωμένου Βασιλείου διαδικασία βάσει του άρθρου 170 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Σύμφωνα με το άρθρο 170, παράγραφος 3, η Επιτροπή έδωσε στη Βρεττανική Κυβέρνηση την ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της επί των αιτιάσεων των οποίων αποτελεί το αντικείμενο. Η Βρεττανική Κυβέρνηση προέβαλε ως δικαιολογία ότι, σύμφωνα με την εκδοθείσα επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 3, 4 και 6/76 απόφαση (Kramer, μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, Rec. 1976, σ. 1279), τα κράτη μέλη έχουν απολύτως το δικαίωμα να θεσπίζουν μέτρα διατηρήσεως αλιευτικών αποθεμάτων. Τόνισε, επιπλέον, ότι το order εκδόθηκε σε εφαρμογή της συστάσεως αριθ. 5 της επιτροπής που συστάθηκε στο πλαίσιο της συμβάσεως περί αλιείας στο Βορειο-ανατολικό Ατλαντικό, δηλαδή σε εφαρμογή πράξεως που δεσμεύει τα κράτη μέλη. Έτσι, δεν πρόκειται περί μονομερούς πράξεως, κατά την έννοια του παραρτήματος VI των αποφάσεων της Χάγης της 3ης Νοεμβρίου 1976, η οποία έχει ως εξής:
«Εν αναμονή της θέσεως σε εφαρμογή κοινοτικών μέτρων στον τομέα της διατηρήσεως των πόρων, τα οποία βρίσκονται σήμερα στο στάδιο της επεξεργασίας, τα κράτη μέλη δεν θα λάβουν μονομερή μέτρα διατηρήσεως των πόρων.
Εν τούτοις, στην περίπτωση κατά την οποία δεν επιτευχθεί συμφωνία στους κόλπους των διεθνών επιτροπών αλιείας για το έτος 1977, και αν στη συνέχεια δεν μπορούσαν να θεσπιστούν αμέσως αυτόνομα κοινοτικά μέτρα, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να θεσπίσουν, συντηρητικώς και κατά τρόπο μη εισάγοντα διακρίσεις, τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσουν την προστασία των πόρων που ευρίσκονται εντός των αλιευτικών παρακτίων ζωνών τους.
Πριν θεσπίσει αυτά τα μέτρα, το κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται θα επιζητήσει την έγκριση της Επιτροπής, την οποία πρέπει να συμβουλεύεται σε όλα τα στάδια αυτών των διαδικασιών.
Τέτοια ενδεχόμενα μέτρα δεν προδικάζουν τις κατευθύνσεις που θα υιοθετηθούν για την εφαρμογή διατάξεων κοινοτικού χαρακτήρα στον τομέα της διατηρήσεως των πόρων.»
Κατά την υποστηριζόμενη από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ερμηνεία, δεν υπήρχε επομένως λόγος να επιδιωχθεί η έγκριση της Επιτροπής. Πρέπει κυρίως να γίνει εδώ δεκτό ότι το υιοθετηθέν μέτρο δεν εισάγει διακρίσεις και ότι μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως εύλογο πράγματι, είναι σύμφωνο προς το άρθρο 6 του κανονισμού του Συμβουλίου 350/77 περί ορισμένων ενδιαμέσων μέτρων διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (JO L 48 της 19ης Φεβρουαρίου 1977, σ. 28), που έχει ως εξής:
«Το ποσοστό των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων επιτρεπόμενων ειδών κατά την αλιεία για βιομηχανικούς σκοπούς, κατά τις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που θεσπίστηκαν σύμφωνα με τη σύσταση αριθ. 5 της επιτροπής αλιείας στο βορειο-ανατολικό Ατλαντικό, μειώνεται από 25 σε 20 %, από 1ης Απριλίου 1977.»
Σε αιτιολογημένη γνώμη της 22ας Μαρτίου 1978, η Επιτροπή απάντησε σ' αυτό ότι, πράγματι, η Βρεττανική Κυβέρνηση είχε την υποχρέωση από τις αποφάσεις της Χάγης να επιδιώξει την έγκριση της Επιτροπής, διότι το επίμαχο order δεν περιορίστηκε στην εφαρμογή της μνημονευθείσας συστάσεως αριθ. 5, αλλά την υπερέβη — χωρίς να λάβει υπόψη τον προορισμό του αλιεύματος. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού του Συμβουλίου 101/76 (EE ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61 επ.) η Βρεττανική Κυβέρνηση είχε την υποχρέωση να κοινοποιήσει στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή το μέτρο που αντιμετώπιζε να λάβει. Δεδομένου ότι αυτό δεν συνέβη, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Ηνωμένο Βασίλειο αγνόησε τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
Εν τω μεταξύ, η Γαλλική Κυβέρνηση προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην προσφυγή της ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωριστεί ότι το Βρεττανικό order της 9ης Μαρτίου 1977 δεν συνιστά μέτρο που η Βρεττανική Κυβέρνηση είχε την υποχρέωση να θεσπίσει δυνάμει της συμβάσεως περί αλιείας στο βορειο-ανατολικό Ατλαντικό και, επιπλέον, να κηρύξει το εν λόγω order μη νόμιμο από την άποψη του κοινοτικού δικαίου.
Στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, κατά τη διάρκεια της οποίας η Επιτροπή παρενέβη στο πλευρό της Γαλλικής Κυβερνήσεως, η Βρεττανική Κυβέρνηση αμφισβήτησε τις σκέψεις που μόλις εξέθεσα. Μετά την άκαρπη προσπάθεια του βρεττανού εκπροσώπου να επιτύχει, κατά τη διαβούλευση της 2ας Φεβρουαρίου 1978, την έγκριση της Επιτροπής επί του order — η Επιτροπή είχε επιμείνει επί της ευθυγραμμίσεως με πρόταση που είχε υποβάλει, η οποία προβλέπει περιορισμό των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων σε 40 % —, η Βρεττανική Κυβέρνηση ζήτησε τότε επισήμως από την Επιτροπή, στις 3 Ιουλίου 1978, την άδεια να τροποποιήσει το ένδικο order. Αυτή η τροποποίηση πράγματι πραγματοποιήθηκε μέσω του «Fishing Nets (North-East Atlantic) (Variation) Order 1978» της 7ης Ιουλίου 1978, έτσι ώστε, όσον αφορά την αλιεία των μικρών αστακών, ο περιορισμός των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων εξαφανίστηκε.
Επ' αυτής της διαφοράς, θα διατυπώσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
1.
Πρέπει κατ' αρχάς να εξεταστούν οι αντιρρήσεις της Βρεττανικής Κυβερνήσεως που αφορούν το αίτημα όπως ήταν διατυπωμένο στα υπομνήματα.
Αυτές οι αντιρρήσεις δεν είναι αβάσιμες. Σε μια διαδικασία όπως η προκειμένη τα άρθρα 170 και 171 της Συνθήκης ΕΟΚ επιτρέπουν μόνο στο Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη — δηλαδή απλώς από το κοινοτικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, μου φαίνεται αδιανόητο — και αυτό αφορά το δεύτερο σκέλος του αιτήματος — σε μια τέτοια διαδικασία, το Δικαστήριο να κηρύξει εθνικό κανόνα μη νόμιμο. Αυτή τη δυνατότητα δεν μπορούν να έχουν παρά μόνον τα εθνικά δικαστήρια ενδεχομένως. Επίσης, κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να διαπιστώσει την ύπαρξη υποχρεώσεων απορρεουσών από τη σύμβαση περί αλιείας στο βορειοανατολικό Ατλαντικό, είτε για να συναγάγει από αυτήν ότι δεν απέρρεε για τη Βρεττανική Κυβέρνηση από την εν λόγω σύμβαση η ανάγκη θεσπίσεως του ενδίκου order ή για να συναγάγει από αυτή το συμπέρασμα ότι, εν πάση περιπτώσει, το βρεττανικό μέτρο δεν καλύπτετο από αυτή τη σύμβαση. Σε μία διαδικασία, όπως η προκειμένη, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναφέρεται παρά στο κοινοτικό δίκαιο ή σε κανόνες στους οποίους αυτό παραπέμπει, καθώς και σε διατάξεις που η Κοινότητα δέχεται στο δικό της δίκαιο και που, συνεπώς, δεσμεύουν και αυτήν. Η μνημονευθείσα σύμβαση δεν αποτελεί μέρος αυτών των διατάξεων πράγματι, καταγγέλθηκε στο τέλος του έτους 1977 η, ανάλογα με την περίπτωση, στις 7 Φεβρουαρίου 1978 και στις 24 Φεβρουαρίου 1978 από τα κράτη μέλη της Κοινότητας, που ήσαν συμβαλλόμενα μέρη, λόγω του ότι έπρεπε να την προσαρμόσουν στη νέα έννομη κατάσταση — επέκταση των χωρικών υδάτων σε 200 ναυτικά μίλια — και έπρεπε να δοθεί στην Κοινότητα, ως Κοινότητα, η δυνατότητα να συμμετάσχει σε αυτή απευθείας.
Η Γαλλική Κυβέρνηση φαίνεται ότι, και αυτή, έχει δεχθεί αυτή την άποψη. Έτσι, εν πάση περιπτώσει, εξηγείται ότι κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας δεν έγινε πλέον λόγος παρά περί της διαπιστώσεως ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, θεσπίζοντας το order της 9ης Μαρτίου 1977, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί αποκλειστικά το αίτημα, όπως έχει έτσι τροποποιηθεί.
2.
Δύο ειδών αιτιάσεις διατυπώνονται κατά της Βρεττανικής Κυβερνήσεως:
α)
Θέσπισε το ένδικο order αγνοώντας την προβλεπόμενη από το κοινοτικό δίκαιο διαδικασία, δηλαδή το προαναφερθέν παράρτημα VI των αποφάσεων της Χάγης, της 3ης Νοεμβρίου 1976, καθώς και το άρθρο 3 του κανονισμού 101/76, δυνάμει του οποίου τα κράτη μέλη κοινοποιούν στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή τις τροποποιήσεις τις οποίες πρόκειται να επιφέρουν στο καθεστώς αλιείας που ορίζεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 2. Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν επέμεινε, κατά την προφορική διαδικασία, στην άποψη που υποστήριξε προηγουμένως και κατά την οποία αποκλείεται οποιαδήποτε εθνική κανονιστική αρμοδιότητα, διότι η Επιτροπή άσκησε τις αρμοδιότητές της στον τομέα της διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων πράγματι, η ίδια η Γαλλική Κυβέρνηση δέχθηκε ότι τα ληφθέντα από την Κοινότητα μέτρα είναι σποραδικά και όχι πλήρη, δηλαδή περιορίζονται σε περιοχές και σε ειδικά είδη ιχθύων και ότι έτσι — παρά την έκδοση του κανονισμού 350/77 — το Συμβούλιο δεν έκαμε ακόμα πλήρη χρήση των αρμοδιοτήτων του.
β)
Εξάλλου, και αυτό το περιεχόμενο του order αμφισβητείται. Έτσι, όσον αφορά τους αλιευτικούς πόρους για τους οποίους πρόκειται, η ανάγκη θεσπίσεως του order δεν αποδείχθηκε επιστημονικά· εν πάση περιπτώσει, το ορισθέν ποσοστό για τα παρεμπίπτοντα αλιεύματα πρέπει να θεωρηθεί ως εξαιρετικά αυστηρό. Επιπλέον, η κανονιστική ρύθμιση εισάγει διακρίσεις κατά το ότι συνεπάγεται ζημιογόνα αποτελέσματα για τους σκοπούς και τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς των προϊόντων της αλιείας — εδώ πρόκειται για το σύστημα των τιμών και εφοδιασμού· επιπλέον, βλάπτει τις διαπραγματεύσεις που η Επιτροπή πρέπει να διεξαγάγει με τρίτες χώρες σχετικά με συμφωνία περί των μέτρων διατηρήσεως και των δικαιωμάτων αλιείας εντός των χωρικών υδάτων της Κοινότητας.
Σ' αυτό η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου απήντησε ειδικότερα — απορρίπτοντας εννοείται και τις σχετικές με το περιεχόμενο του order αιτιάσεις — ότι οι αποφάσεις της Χάγης και του άρθρου 3 του κανονισμού 101/76 εφαρμόζονται μόνο στα καθαρώς μονομερή μέτρα που προκύπτουν από εθνική πρωτοβουλία και όχι σε μέτρα όπως τα λαμβανόμενα κατ' εφαρμογή διεθνών συμβάσεων — όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Η Γαλλική Κυβέρνηση αντέταξε ότι η Βρεττανική δεν μπορεί πλέον να επικαλείται τη σύμβαση περί αλιείας στο βορειο-ανατολικό Ατλαντικό εφόσον η ίδια δεν την τηρεί πλέον εν μέρει. Επιπλέον, η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί επίσης ότι οι αποφάσεις της Χάγης εφαρμόζονται εν πάση περιπτώσει στις διαδικασίες που υπερβαίνουν την απλή μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των συστάσεων της επιτροπής της συμβάσεως περί αλιείας στο βορειο-ανατολικό Ατλαντικό.
3.
Πριν εξετάσω αυτή τη διαφορά, είναι χρήσιμο να υπομνήσω την ισχύουσα νομολογία επί του θέματος καθώς και ορισμένο αριθμό διαπιστώσεων αρχής που ενδιαφέρουν επίσης την προκειμένη περίπτωση.
α)
Η πρώτη σημαντική απόφαση είναι η απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, η οποία εκδόθηκε επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 3, 4 και 6/76 (απόφαση Kramer) στις οποίες επρόκειτο περί ολλανδικών διατάξεων θεσπισθεισών στην εκτέλεση υποχρεώσεων προκυπτουσών από τη σύμβαση περί αλιείας στο βορειο-ανατολικό Ατλαντικό, και ειδικότερα περί κανονισμού εφαρμογής συστάσεως αφορώσας την αλιεία των γλωσσών και λιμανδών, την οποία τα κράτη μέλη είχαν την υποχρέωση να εφαρμόσουν δυνάμει του άρθρου 8 της συμβάσεως. Δεδομένου ότι η Κοινότητα δεν έχει εισέτι ασκήσει πλήρως τις αρμοδιότητές της στον τομέα της προστασίας των βυθών και της διατηρήσεως των θαλασσίων βιολογικών πόρων, η απόφαση δέχθηκε, αφενός, ότι τα κράτη μέλη — είναι αλήθεια ότι αποκλειστικά για μεταβατική περίοδο — είχαν την εξουσία, στο πλαίσιο της προαναφερθείσας σύμβασης, να αναλαμβάνουν υποχρεώσεις και να εξασφαλίζουν την εκπλήρωσή τους. Δέχεται, εξάλλου, ότι τα κράτη μέλη ήδη υπέχουν κοινοτικές υποχρεώσεις, δηλαδή τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αυτό συγκεκριμένα σημαίνει — η απόφαση δεν επεκτάθηκε περισσότερο — ότι η Επιτροπή δεν πρέπει να ενοχλείται κατά την εκπλήρωση της αποστολής που της αναθέτει το άρθρο 102 της Πράξεως Προσχωρήσεως δυνάμει του οποίου, το αργότερο από το έκτο έτος μετά την προσχώρηση, το Συμβούλιο προτάσει της Επιτροπής καθορίζει τους όρους ασκήσεως αλιευτικών δραστηριοτήτων για να εξασφαλίσει την προστασία των αλιευτικών αποθεμάτων και τη διατήρηση των βιολογικών πόρων της θαλάσσης. Επιπλέον, τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να φροντίζουν ώστε ο περιορισμός των αλιευμάτων να εφαρμόζεται έτσι ώστε να μειώνονται στο ελάχιστο οι επιπτώσεις επί της λειτουργίας της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων της αλιείας.
β)
Αλλη σημαντική απόφαση είναι η εκδοθείσα στις 16 Φεβρουαρίου 1978, επί της υποθέσεως 61/77 (Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Slg. 1978, σ. 417). Και σε αυτή την απόφαση το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ενόσω τρέχει η μεταβατική προθεσμία του άρθρου 102 της Πράξης Προσχωρήσεως και ενόσω η Κοινότητα δεν έχει εισέτι ασκήσει πλήρως την αρμοδιότητά της, επιτρέπεται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα διατηρήσεως. Όμως, και σ' αυτή την απόφαση, το Δικαστήριο τονίζει ότι τα εν λόγω μέτρα δεν πρέπει να βλάπτουν τις υποχρεώσεις συνεργασίας που προκύπτουν από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ. Επιπλέον, όσον αφορά το παράρτημα VI των αποφάσεων της Χάγης, δέχεται κατά τρόπο τελείως γενικό ότι τα κράτη μέλη έχουν από αυτή τη δυνατότητα να θεσπίζουν κατάλληλα προστατευτικά μέτρα σε συνεργασία με την Επιτροπή.
γ)
Εμφανίζει ενδιαφέρον και η πρώτη Διάταξη που εκδόθηκε στην υπόθεση 61/78 R που προαναφέρθηκε· αυτή εκδόθηκε στις 22 Μαΐου 1977 κατόπιν αιτήσεως (Slg. 1977, σ. 937) που υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 83 του κανονισμού διαδικασίας. Τονίζει την ανάγκη να μη διακυβεύεται η επιτυχία των κοινοτικών εργασιών που αφορούν την επεξεργασία κοινής πολιτικής στον τομέα της αλιείας και να μην εξασθενείται η θέση της Κοινότητας κατά τις αρξάμενες διαπραγματεύσεις επί διεθνούς πεδίου. Επιπλέον, όσον αφορά το παράρτημα VI των αποφάσεων της Χάγης, περιέχει άλλη σημαντική διαπίστωση, δηλαδή ότι το εν λόγω παράρτημα προσφέρει διαδικασία επιτρέπουσα την εξεύρεση εναλλακτικών λύσεων κατόπιν κοινής συμφωνίας.
4.
Είναι σαφές ότι η διαφορά — που θα εξετάσω τώρα — αφορά το ποιες υποχρεώσεις υπέχουν τα κράτη μέλη δυνάμει του παραρτήματος VI των αποφάσεων της Χάγης· η Βρεττανική Κυβέρνηση, και αυτή, αναγνωρίζει την ύπαρξη εννόμων υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτήν. Κατόπιν των όσων υποστηρίχθηκαν, πρόκειται ιδίως περί του αν η προβλεπόμενη με τις αποφάσεις της Χάγης διαδικασία, την οποία η Βρεττανική Κυβέρνηση δέχεται ότι δεν τήρησε, έπρεπε να τηρηθεί και κατά τη θέσπιση κρατικών μέτρων σε εκτέλεση υποχρεώσεων απορρεουσών από τη σύμβαση περί αλιείας στο βορειο-ανατολικό Ατλαντικό.
Σχετικώς, τίθεται το προκαταρκτικό ερώτημα αν το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί πράγματι να επικαλείται αυτή τη σύμβαση. Η Γαλλική Κυβέρνηση εκφράζει αμφιβολίες επ' αυτού, λόγω του ότι, κατά την κρίσιμη εποχή, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν εφήρμοσε τη σύμβαση στο σύνολό της, αλλά, τουναντίον, την κατήγγειλε εν μέρει. Γίνεται σχετικώς παραπομπή σε βρεττανική νότα της 27ης Ιανουαρίου 1977 στην οποία αναφερόταν ότι η σύσταση περί μέτρων ελέγχου — κατά την οποία κάθε παραβίαση της συμβάσεως κοινοποιείται στο κράτος καταγωγής, το οποίο τότε προβαίνει σε δίωξη των υπηκόων της — δεν θα έχει πλέον εφαρμογή λόγω της επεκτάσεως των χωρικών υδάτων σε 200 ναυτικά μίλια· επιπλέον, η Μεγάλη Βρεττανία θα λάβει απευθείας μέτρα κατά των γαλλικών σκαφών που αγνοούν τους κανόνες της συμβάσεως. Θεωρώ, ωστόσο, ότι αυτό το ζήτημα δεν παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί περισσότερο και ότι, συνεπώς, μπορεί να αφεθεί ανοικτή η ερμηνεία τόσο του άρθρου 13 της Συμβάσεως — κατά το οποίο «κάθε συμβαλλόμενο κράτος θα λάβει εντός του εδάφους του και έναντι των υπηκόων του και των σκαφών του τα κατάλληλα μέτρα …» — όσο και του «Revised Scheme of Joint Enforcement» της επιτροπής αλιείας στο βορειο-ανατολικό Ατλαντικό που αφορά τους διεθνείς ελέγχους εκτός των χωρικών υδάτων. Μπορεί ιδίως να θεωρηθεί — και με αυτό προδικάζω τις προτάσεις μου — ότι, ακόμα και αν το Ηνωμένο Βασίλειο μπορούσε εισέτι να επικαλείται υποχρεώσεις που υπέχει από τη σύμβαση περί αλιείας — διότι ακριβώς, αυτό φαίνεται ότι πρέπει να είναι αποφασιστικό, εφήρμοσε πιστώς όλες τις άλλες συστάσεις —, ουδόλως γι' αυτό το λόγο απηλλάγη της υποχρεώσεως τηρήσεως των θεσπιζομένων με τις αποφάσεις της Χάγης διαδικαστικών κανόνων.
Έτσι, ούτε παρίσταται ανάγκη στην προκειμένη περίπτωση να εξεταστεί η τύχη των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τις αποφάσεις της Χάγης, στην περίπτωση απλής μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των συστάσεων της επιτροπής που συστήθηκε στο πλαίσιο της συμβάσεως αλιείας, μεταφοράς που δεν αφήνει κανένα πεδίο ασκήσεως διακριτικής εξουσίας ούτε εθνικών σκέψεων σχετικώς, μπορεί ωστόσο να λεχθεί — θα περιοριστώ σ' αυτό — ότι η Επιτροπή προέβαλε βάσιμους ισχυρισμούς για να δικαιολογήσει τόσο την παρέμβασή της σε τέτοιες περιπτώσεις, για παράδειγμα προκειμένου να εξασφαλίσει έτσι ότι δεν παραλείφθηκε ουσιώδες σημείο ή ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν περιλαμβάνει κανένα πρόσθετο μη νόμιμο στοιχείο. Πράγματι, δεν πρόκειται, όπως φαίνεται, στην προκειμένη περίπτωση περί απλής μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο συστάσεων στον τομέα της αλιείας. Αυτό σαφώς προκύπτει από τα επιχειρήματα που η Βρεττανική Κυβέρνηση προέβαλε για την άμυνά της. Όπως είναι γνωστό, η Βρεττανική Κυβέρνηση επικαλείται κυρίως τις συστάσεις αριθ. 2 και 5 της επιτροπής αλιείας. Όμως, είναι πρόδηλο ότι η σύσταση αριθ. 2 δεν περιλαμβάνει παρά διατάξεις σχετικές με τις διαστάσεις των ματιών των διχτυών που προορίζονται για την αλιεία ορισμένων ειδών ιχθύων, χωρίς όμως να προβλέπει περιορισμό των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων. Για να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, η Βρεττανική Κυβέρνηση έπρεπε, επομένως, να επικαλεστεί την υποχρέωση να διασφαλίσει την εφαρμογή της συμβάσεως, η οποία προκύπτει από το άρθρο 13 αυτής, και δυνάμει της οποίας τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσουν πραγματική εφαρμογή. Θεωρεί ότι η κανονιστική ρύθμιση που θέσπισε — αποκλείει κάθε δικαιολογία, κατά την οποία τα δίχτυα με στενά μάτια δεν είχαν μεταφερθεί παρά για την αλιεία ορισμένων ειδών ιχθύων, όταν το αλίευμα περιλαμβάνει πλέον του 20 % ιχθείς για τους οποίους ορίζονται μεγαλύτερα μάτια — πρέπει να θεωρείται, χωρίς δυνατή παρανόηση, ως μέτρο προοριζόμενο στο να διευκολύνει την εφαρμογή της συστάσεως αριθ. 2. Όσον αφορά, εξάλλου, τη σύσταση αριθ. 5, ναι μεν είναι αληθές ότι περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με τον όγκο των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων, εντούτοις όμως αυτές οι διατάξεις αφορούν αποκλειστικά τη βιομηχανική αλιεία, όπως άλλωστε και ο κανονισμός 350/77, ο οποίος μείωσε το προβλεπόμενο από τη σύσταση αριθ. 5 ποσοστό σε 20 %. Προς το σκοπό αυτό, προκειμένου να ανατρέψει το επιχείρημα το σχετικό με τη διάκριση που σαφώς γίνεται, η Βρεττανική Κυβέρνηση αναγκάστηκε να επικαλεστεί την έννοια και το σκοπό της συστάσεως και να ισχυριστεί ότι η εφαρμογή της έχει την ίδια έκταση στην περίπτωση αλιευμάτων που προορίζονται για κατανάλωση από ανθρώπους. Αντιθέτως, δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι, όσον αφορά τον κίνδυνο που εμφανίζουν τα παρεμπίπτοντα αλιεύματα — η Γαλλική Κυβέρνηση έδωσε αριθμούς που τα αφορούσαν —, μια άλλη άποψη μπορεί κάλλιστα να υποστηριχθεί ότι πρόκειται περί της αλιείας ιχθύων που προορίζονται για την κατανάλωση από ανθρώπους. Για το λόγο αυτό και λόγω του ότι η Βρεττανική Κυβέρνηση αναγκάστηκε, για να δικαιολογήσει την ερμηνεία της, να επικαλεστεί προσθέτως την έννοια και το πνεύμα του συνόλου των συστάσεων στον τομέα της αλιείας — συμπεριλαμβανομένων των συστάσεων που δεν έχουν εφαρμογή — όπως τις εννοεί, δεν μπορεί ασφαλώς να γίνεται λόγος περί απλής μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο διατάξεων που προκύπτουν από τη σύμβαση περί αλιείας. Πρόκειται, αντιθέτως, περί εφαρμογής συνεπαγομένης περιθώριο αξιολογήσεως και εκτιμήσεως, των οποίων άλλα κράτη μέλη μπορούν να κάνουν εντελώς διαφορετική χρήση. Φαίνεται, άλλωστε, ότι προ της εκδόσεως του ενδίκου order η ακολουθούμενη από τα Βρεττανικά Δικαστήρια, σχετικώς, πρακτική διέφερε από περίπτωση σε περίπτωση.
Κατόπιν αυτής της προκαταρκτικής παρατηρήσεως, είμαι πεπεισμένος ότι το παράρτημα VI των αποφάσεων της Χάγης εφαρμόζεται ακριβώς και σε τέτοιες διαδικασίες και, επομένως, όχι μόνο σε καθαρώς εθνικά μέτρα που λαμβάνονται χωρίς να γίνεται καμιά αναφορά σε διεθνείς υποχρεώσεις. Διάφορες σκέψεις οδηγούν πράγματι σε μια τέτοια αυστηρή ερμηνεία των αποφάσεων της Χάγης. Μπορεί ήδη να γίνει παραπομπή στην προαναφερθείσα νομολογία, η οποία σαφώς τόνισε ότι η αρχή ευμενούς κοινοτικής συμπεριφοράς των κρατών μελών και, συνεπώς, η ανάγκη, σε περίπτωση αμφιβολίας τέτοιας συμπεριφοράς ώστε τα κοινοτικά συμφέροντα να υπερισχύουν κάθε φορά που αυτό θα μπορούσε να φανεί σκόπιμο. Αυτό απορρέει από τη φύση των πραγμάτων στην περίπτωση μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων, όπως επεξήγησε η Επιτροπή· υπενθύμισε ότι πολλά αλιευτικά αποθέματα, τα οποία μετακινούνται, ανήκουν, αν αυτό μπορεί να λεχθεί, σε περισσότερα κράτη μέλη, και ότι για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των προστατευτικών μέτρων, φαίνεται σκόπιμο να αναλαμβάνεται κοινή ενέργεια ή τουλάχιστον συντονισμένη με την παρέμβαση των κοινοτικών οργάνων, τα οποία, κατά την εφαρμογή των αποφάσεων της Χάγης, συμβουλεύονται πάντοτε και τα άλλα κράτη μέλη. Μπορεί, επίσης, να γίνει παραπομπή στην αρχή της απαγορεύσεως μονομερών μέτρων, η οποία αναφέρεται σε πρώτο πλάνο στο παράρτημα των αποφάσεων της Χάγης. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι στις περιπτώσεις εξαιρετικής παραβάσεως οι εφαρμοστέες διατάξεις που έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν τα κοινοτικά συμφέροντα πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο ευρείας ερμηνείας. Πρέπει, επίσης, να εφαρμόζονται κάθε φορά που η ελαχίστη ανάγκη γίνεται αισθητή, σχετικώς, και αυτό χωρίς αμφιβολία συμβαίνει κατά την εκπλήρωση διεθνών υποχρεώσεων συνεπαγομένων ορισμένη ελευθερία εκτιμήσεως, διότι η διαφορετική εφαρμογή ενέχει τότε τον κίνδυνο να καταστήσει δυσχερέστερη τη θέσπιση κοινών μέτρων και να βλάψει τις απαραίτητες διαπραγματεύσεις με τις τρίτες χώρες. Τέλος, το γεγονός ότι το Νοέμβριο 1976 υφίσταντο ήδη 23 συστάσεις στο πλαίσιο της συμβάσεως περί αλιείας και ότι το παράρτημα VI ουδαμού τις αναφέρει είναι ίσως, και αυτό, σημαντικό. Επομένως, δικαιολογείται ασφαλώς να λεχθεί, ως συμπέρασμα, ότι κατά την έννοια αυτού του παραρτήματος πρέπει να θεωρείται ως «μονομερές» μέτρο κάθε μέτρο που δεν είναι κοινοτικό. Εξάλλου, μου φαίνεται προφανές ότι δεν μπορεί να συναχθεί άλλο συμπέρασμα από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 350/77. Παρόλον ότι είναι αληθές ότι αυτές οι αιτιολογικές σκέψεις αναφέρουν ότι τα κράτη μέλη εφαρμόζουν στις ζώνες αλιείας που κείνται στα ανοικτά των ακτών της βόρειας θάλασσας και του βόρειου Ατλαντικού μέτρα διατηρήσεως, ιδίως δυνάμει των αναληφθεισών διεθνών υποχρεώσεων, οι ίδιες αυτές αιτιολογικές σκέψεις ρητώς, ωστόσο, παραπέμπουν στην οριζόμενη στο παράρτημα VI των αποφάσεων της Χάγης διαδικασία.
Έτσι, κατά τη γνώμη μου, όσον αφορά τώρα το ένδικο αγγλικό order, ακριβώς διότι η Επιτροπή δεν παρενέβη πριν από την έκδοσή του — δεν έλαβε χώρα διαβούλευση ούτε προσπάθεια για να δοθεί η έγκριση της Επιτροπής —, δεν μπορεί προφανώς παρά να γίνει δεκτό ότι η Βρεττανική Κυβέρνηση το θέσπισε αγνοώντας το κοινοτικό δίκαιο και ότι ορθώς της προσάπτεται ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
Συνεπώς, δεν παρίσταται απολύτως πλέον η ανάγκη να εξεταστεί με περισσότερη προσοχή τι πρέπει να γίνει στην προκειμένη περίπτωση βάσει του παραρτήματος VI, και ειδικότερα αν αυτή η υποχρέωση δεν αποτελεί παρά τη συγκεκριμενοποίηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ. Εντούτοις, επ' αυτού, δεδομένου ότι το εν λόγω σημείο συζητήθηκε λεπτομερώς κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, θα επιθυμούσα να παρατηρήσω, τουλάχιστον εν συντομία, τα ακόλουθα.
Είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται μόνο περί απλής υποχρεώσεως κοινοποιήσεως στην Επιτροπή η οποία έτσι βρίσκεται στη θέση, ενδεχομένως, να κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως της Συνθήκης. Το παράρτημα VI, σύμφωνα με το πνεύμα και το σκοπό του, φαίνεται ότι αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ένα ελάχιστο συντονισμό των εθνικών μέτρων και, σε δεδομένη περίπτωση, μεγάλου αριθμού εθνικών μέτρων, και αυτό ενόψει κοινοτικής πολιτικής η οποία βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της επεξεργασίας και επίσης ενόψει των σχέσεων με τις τρίτες χώρες· κατά συνέπεια, αυτή η κανονιστική ρύθμιση απαιτεί — όπως ήδη το έχει τονίσει η νομολογία — συνεργασία με την Επιτροπή, η οποία συνεπάγεται πραγματική καλή θέληση κατά την αναζήτηση αποδεκτών για την Κοινότητα λύσεων. Το κράτος που συμβουλεύεται πρέπει, επομένως, να είναι διατεθειμένο να δεχθεί τις επιφερόμενες τροποποιήσεις στα μέτρα που αντιμετωπίζει να λάβει και είναι αναμφισβήτητο ότι δεν έχει το δικαίωμα, μετά την απόρριψη υπό της Επιτροπής ενός πρώτου σχεδίου, να το θέσει αμέσως σε ισχύ. Ακόμη και αν το παράρτημα VI δεν απαιτεί την έγκριση της Επιτροπής ή δεν προβλέπει πραγματικό δικαίωμα αρνησικυρίας της Επιτροπής, μπορεί ωστόσο να λεχθεί, σύμφωνα με τη γνώμη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, ότι το περιεχόμενο της κανονιστικής ρυθμίσεως πλησιάζει πολύ σ' αυτές τις νομικές σκέψεις. Αυτός ο προβληματισμός θα μπορέσει μια μέρα να διασαφηνιστεί όταν θα είναι πλέον αποφασιστικός για τη συγκεκριμένη περίπτωση.
5.
Επιπλέον, έχει προσαφθεί στη Βρεττανική Κυβέρνηση ότι παρέβη και το άρθρο 3 του κανονισμού 101/76, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να κοινοποιούν στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή τις τροποποιήσεις που αντιμετωπίζουν να επιφέρουν στο καθεστώς αλιείας που ορίζεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 2 — δηλαδή σε εθνική κανονιστική ρύθμιση του δικαιώματος αλιείας εντός των ζωνών αλιείας που υπάγονται στην κυριαρχία του κάθε κράτους. Και εδώ, δεν παρίσταται ανάγκη να επεκταθεί η εξέταση, δεδομένου του αποτελέσματος στο οποίο κατέληξαν οι προηγούμενες σκέψεις. Εντούτοις, δεν αποκρύπτω ότι και αυτή η αιτίαση μου φαίνεται βάσιμη.
Σχετικώς, το γεγονός ότι οι αναφερθείσες διατάξεις είναι συντεταγμένες κατά εντελώς γενικό τρόπο είναι αρκετό. Ούτε η διατύπωση ούτε οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού παρέχουν καμία ένδειξη, οποιασδήποτε φύσεως, που να επισημαίνει ότι συγκεκριμένα τα μέτρα που χρησιμεύουν στο να διευκολύνουν την εκτέλεση των συστάσεων που έχουν διατυπωθεί στο πλαίσιο της συμβάσεως αλιείας δεν υπάγονται σ' αυτόν το κανονισμό. Είναι επίσης σαφές ότι η υποχρέωση κοινοποιήσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 3 του κανονισμού 101/76, εμπνέεται από σκέψεις που αντιστοιχούν στις σκέψεις του παραρτήματος VI των αποφάσεων της Χάγης και ότι, επομένως, μπορεί να γίνει επίκληση για το εν λόγω άρθρο 3 όλων των λόγων που προβλήθηκαν επ' αυτού του θέματος. Δεδομένου ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν προέβη στην προβλεπόμενη κοινοποίηση παρά μετά την έκδοση του ένδικου order, είναι, επομένως, δυνατό να γίνεται λόγος πράγματι και περί παραβάσεως του άρθρου 3 του κανονισμού 101/76, και αυτό ασφαλώς έναντι όλου του περιεχομένου του κανονισμού, και όχι μόνο, κατά συνέπεια, έναντι του άρθρου 6, εδάφιο 3, που η Γαλλική Κυβέρνηση ειδικά στην αρχή επικαλέστηκε.
6.
Δεν απομένουν πλέον, τότε, παρά οι αιτιάσεις που αφορούν το περιεχόμενο του κανονισμού. Κατά τη γνώμη μου, είναι επίσης περιττό να προβώ στην εξέτασή τους, μετά από όσα είπα. Αν δεχθώ ότι δεν πρέπει να ασχοληθώ καθόλου με τα ανακύψαντα ζητήματα, θα έπρεπε να περιοριστώ, σχετικώς, στις εξής σύντομες παρατηρήσεις:
α)
Είναι δύσκολο να λεχθεί ότι η ανάγκη κανονιστικής ρυθμίσεως του είδους που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, βρίσκεται στο κέντρο των συζητήσεων, δεν αποδεικνύεται a priori. Μπορεί πάντοτε να λεχθεί ότι υφίσταται επίσης ανάλογο γαλλικό μέτρο (κανονισμός της 31ης Δεκεμβρίου 1976), ακόμη κι αν αυτό το μέτρο όριζε άλλους αριθμούς για τα παρεμπίπτοντα αλιεύματα, δηλαδή τα περιόριζε σε 80 %. Επιπλέον, μπορεί να γίνει παραπομπή σε πρόταση της Επιτροπής του Ιανουαρίου 1978, η οποία εννοείται πρόβλεπε επίσης άλλο περιορισμό των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων (40 %).
β)
Δεν μπορεί να λυθεί κατά τρόπον οριστικό το ζήτημα αν το βρεττανικό μέτρο πρέπει να θεωρείται ως υπερβολικό. Σχετικώς, ελλείπουν οι απαραίτητες επιστημονικές αποδείξεις. Εν πάση περιπτώσει, δεν αρκεί η παραπομπή στο άρθρο 6 του κανονισμού 350/77· αυτό, πράγματι, δεν αφορά παρά τη βιομηχανική αλιεία. Εξάλλου ούτε μπορεί να γίνει απλώς παραπομπή — και αυτό εναντίον του βρεττανικού order — στην προαναφερθείσα πρόταση της Επιτροπής, την οποία δεν ενέκρινε η Βρεττανική Κυβέρνηση — όπως το τονίζει — και η οποία δεν συνιστά παρά συμβιβασμό στερούμενο επιστημονικής βάσεως (στην αρχή γινόταν λόγος για 20 %). Εν πάση περιπτώσει, είναι ενδιαφέρουσα η διαπίστωση επ' αυτού του σημείου ότι η πρόταση της Επιτροπής, που αφορούσε μεταβατική περίοδο, προέβλεπε άλλα μέτρα — άλλες διαστάσεις των ματιών, κανόνες περί των διαστάσεων των ιχθύων, πράγμα που δεν επιτρέπει να συναχθεί από αυτήν έστω και στοιχείο συγκρίσεως με το βρεττανικό μέτρο, το οποίο δεν ορίζει ελαχίστη διάσταση για τους ιχθείς· είναι επίσης ενδιαφέρουσα η διαπίστωση ότι η πρόταση της Επιτροπής προς εξεύρεση οριστικής λύσεως είναι συνολικά πολύ αυστηρότερη από το ένδικο βρεττανικό order — πράγμα που γίνεται δεκτό χωρίς αμφισβήτηση.
γ)
Ως προς τη διακύβευση των διαπραγματεύσεων με τις τρίτες χώρες, είναι σημαντικό ότι η ίδια η Επιτροπή δήλωσε ότι δύσκολα μπορεί να προσαφθεί αυτή η αιτίαση στο βρεττανικό order. Όσον, όμως, αφορά την προσβολή των σκοπών και της λειτουργίας της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων της αλιείας — αποτελέσματα του βρεττανικού μέτρου επί του συστήματος των τιμών και του εφοδιασμού —, δεν προσκομίστηκε καμια άλλη διευκρίνιση που θα επέτρεπε επ' αυτού του σημείου να γίνει λόγος περί παραβιάσεως της Συνθήκης.
δ)
Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση περί διακρίσεων που θα έπρεπε να προσαφθεί διότι το order δεν έλαβε υπόψη το ότι οι γάλλοι αλιείς έπρεπε επίσης να τηρούν ελαχίστη διάσταση των αλιευόμενων βάσει της γαλλικής κανονιστικής ρυθμίσεως ιχθύων — πράγμα που γι' αυτούς, αντιθέτως προς ό, τι συμβαίνει με τους βρεττανούς αλιείς, κατέληγε αναγκαστικά σε αύξηση των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων — θα ήθελα να περιοριστώ στην παρατήρηση ότι μου φαίνεται αμφίβολο να μπορεί για το λόγο αυτό να γίνεται πράγματι λόγος περί ανεπίτρεπτης άνισης μεταχείρισης σχετικά με εθνική κανονιστική ρύθμιση γενικού περιεχομένου. Χωρίς όμως αμφιβολία, μπορώ στην προκειμένη περίπτωση να μην εμβαθύνω στην εξέταση αυτού του ζητήματος.
7.
Εν συμπεράσματι, κατόπιν των προεκτεθέντων, εμμένω στην άποψή μου, δηλαδή στο ότι η ασκηθείσα από τη Γαλλική Κυβέρνηση προσφυγή είναι βάσιμη. Σύμφωνα με το τελευταίο αίτημα της προσφυγής, πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, θεσπίσασα μονομερώς το «Fishing Nets (North-East Atlantic) Order 1977», παρέβη ορισμένες υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy