ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ HENRI MAYRAS
της 15ης Φεβρουαρίου 1979 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Εισαγωγή
Με την ευκαιρία της προδικαστικής υποθέσεως 21/78, Delkvist, της οποίας επελήφθη το Δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως του Πρωτοδικείου της Κοπενχάγης, το Δικαστήριο αποφάνθηκε, με απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1978, ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων της οδηγίας του Συμβουλίου 74/562, της 12ης Νοεμβρίου 1974, περί προσβάσεως στο επάγγελμα του μεταφορέα επιβατών στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών. Επρόκειτο, σε εκείνη την υπόθεση, περί των διατάξεων των σχετικών με την προϋπόθεση των εχεγγύων αξιοπιστίας που απαιτούνται από τους μεταφορείς.
Οι δύο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε στο Δικαστήριο το τμήμα δικαστικών διαφορών του Raad van State των Κάτω Χωρών αφορούν την ερμηνεία της οδηγίας του Συμβουλίου 74/561 περί προσβάσεως στο επάγγελμα του μεταφορέα εμπορευμάτων στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών.
Όπως και στη σχετική με τους μεταφορείς επιβατών οδηγία, τρεις προϋποθέσεις απαιτούνται για την πρόσβαση στο επάγγελμα (άρθρο 3):
α)
παροχή εχεγγύων αξιοπιστίας,
β)
κατάλληλη οικονομική επιφάνεια,
γ)
επαγγελματική ικανότητα.
Το Δικαστήριο ερωτάται επί της τρίτης προϋποθέσεως.
Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4 της οδηγίας 74/561, η.προϋπόθεση επαγγελματικής ικανότητας συνίσταται στην κατοχή γνώσεων στα θέματα που αναφέρονται στον πίνακα του παραρτήματος της οδηγίας και εναπόκειται στην αρχή, που υποδεικνύεται προς το σκοπό αυτό από κάθε κράτος μέλος, να διαπιστώσει τη συνδρομή αυτής της προϋπόθεσης. Οι αναγκαίες γνώσεις αποκτώνται είτε με την παρακολούθηση κύκλου μαθημάτων είτε με την πρακτική εμπειρία σε επιχείρηση μεταφορών ή και με συνδυασμό και των δύο.
Αυτές είναι οι αρχές που εναπόκειται στα κράτη μέλη να εφαρμόσουν.
Η οδηγία, όμως, περιλαμβάνει επίσης μεταβατικές διατάξεις, για να επιτρέψει στις εθνικές αρχές να προσαρμόσουν την εσωτερική τους νομοθεσία προς το κοινοτικό σύστημα.
Αυτές οι διατάξεις, επί των οποίων θα επανέλθω, προβλέπονται στα άρθρα 4 και 5.
Θα εξετάσω διαδοχικά κάθε μια από τις δύο υποθέσεις, αρχίζοντας με τη συνοπτική υπόμνηση των πραγματικών περιστατικών που προκάλεσαν τις εκκρεμούσες ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφορές.
I —
Στην πρώτη υπόθεση, ο προσφεύγων της κύριας δίκης, Arianus Petrus Augustijn γεννήθηκε το 1927. Δεν αμφισβητείται ότι ο ενδιαφερόμενος ασκεί επί 30 και πλέον έτη δραστηριότητα μεταφορέα εμπορευμάτων οδικώς, αρχικά στην οικογενειακή επιχείρηση που δημιούργησε ο πατέρας του, αργότερα, από το 1948, ως εταίρος ομόρρυθμης εταιρίας υπό την επωνυμία: Firma Gebroeders Augustijn (επιχείρηση αδελφών Augustijn). Η εν λόγω εταιρία στην οποία συμμετείχαν αρχικά τέσσερις εταίροι, δηλαδή ο προσφεύγων και οι τρεις αδελφοί του, είχε λάβει, το 1956, άδεια για την όχι τακτική μεταφορά εμπορευμάτων, με επιτρεπόμενο ωφέλιμο φορτίο το οποίο αυξήθηκε αργότερα σε 52 τόνους.
Με την πάροδο των ετών, ένας από τους εταίρους απεβίωσε το 1969, ένας άλλος απεσύρθη το 1975, και έτσι η επιχείρηση συνέχισε με δύο μόνο εταίρους, τον προσφεύγοντα και τον αδελφό του Martinus, ο οποίος, ατομικά, απήλαυε εξαιρέσεως από την εφαρμογή των διατάξεων περί της προϋποθέσεως επαγγελματικής ικανότητας, δυνάμει του άρθρου 56 του ολλανδικού νόμου περί οδικών μεταφορών εμπορευμάτων. Κατά τον προσφεύγοντα, καθένας από τους εταίρους διέθετε τα ατομικά του οχήματα και είχε τους προσωπικούς του πελάτες.
Λόγω οικονομικών δυσχερειών, οι δύο αδελφοί αποφάσισαν, το 1976, να παύσουν συνεργαζόμενοι και, κατά συνέπεια, να λύσουν την ομόρρυθμη εταιρία, ενώ καθένας από αυτούς είχε την πρόθεση να συνεχίσει τη δραστηριότητα του για προσωπικό του λογαριασμό.
Τότε μόνο ο Arianus Petrus Augustijn ζήτησε, με έγγραφο που απηύθυνε στις 22 Δεκεμβρίου 1976 στον υφυπουργό συγκοινωνιών, να τύχει εξαιρέσεως.
Με απόφαση της 4ης Ιουλίου 1977, ο εν λόγω υπουργός απέρριψε την αίτηση, στηριζόμενος τόσο στο άρθρο 56 του εφαρμοστέου εθνικού νόμου, όσο και στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας του Συμβουλίου 74/561, δυνάμει του οποίου οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δύνανται, κατ' εξαίρεση, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, να επιτρέψουν, οριστικά, τη συνέχιση της εκμεταλλεύσεως επιχειρήσεως μεταφοράς, σε πρόσωπο που δεν πληροί την προϋπόθεση της επαγγελματικής ικανότητας που θέτει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ, αλλά που έχει πρακτική εμπειρία τουλάχιστον τριών ετών στην καθημερινή διαχείριση αυτής της επιχείρησης.
Ο προσφεύγων υπέβαλε τότε στο τμήμα δικαστικών διαφορών του Raad van State αίτηση ακυρώσεως της υπουργικής αποφάσεως.
Με παρεμπίπτουσα απόφαση της 7ης Ιουνίου 1978, το Ανώτατο αυτό Δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Η εξαίρεση από την εφαρμογή της προϋποθέσεως της επαγγελματικής ικανότητας υπέρ ειδικής περιπτώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 74/561, πρέπει άραγε να χορηγείται στη μόνη περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος απέκτησε πρακτική εμπειρία στους κόλπους επιχειρήσεως, της οποίας η εκμετάλλευση συνεχίζεται στο σύνολό της υπό την ίδια νομική μορφή, ή είναι δυνατό στη φράση “να προβαίνει στην εκμετάλλευση της επιχειρήσεως” να αποδοθεί η έννοια ότι περιλαμβάνει τη συνέχιση της εκμεταλλεύσεως ενός ή περισσοτέρων κλάδων δραστηριότητας αυτής της επιχειρήσεως;»
Κατά τον προσφεύγοντα, οι διατάξεις της οδηγίας δεν έχουν εφαρμογή στην προσωπική του περίπτωση, λόγω του ότι η αίτηση να του χορηγηθεί εξαίρεση υποβλήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1976, δηλαδή πριν από τη θέση σε ισχύ της οδηγίας η οποία, συνεπώς, δεν μπορούσε να έχει επιρροή επί της αποφάσεως που όφειλε να λάβει ο υφυπουργός βάσει των μόνων τότε εν ισχύι εθνικών διατάξεων.
Θεωρώ το πρώτο αυτό επιχείρημα ως άνευ αξίας. Κάθε απόφαση περί εξαιρέσεως από την εφαρμογή της προϋποθέσεως της επαγγελματικής ικανότητας, στηριζόμενη στην έννοια της συνεχίσεως της εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας που εκδόθηκε μετά την 1η Ιανουαρίου 1977, δεν μπορούσε να εκδοθεί νομίμως, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι διατάξεις αυτής της οδηγίας, ακόμα και αν αυτή η απόφαση αφορούσε αίτηση εξαιρέσεως, υποβληθείσα πριν από την ημερομηνία θέσεως σε ισχύ αυτής της οδηγίας.
Μ' αυτή, άλλωστε, την άποψη τάσσεται η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών στις γραπτές της παρατηρήσεις και σ' αυτή τη νομική βάση το τμήμα δικαστικών διαφορών του Raad van State θεώρησε ότι έπρεπε να υποβάλει στο Δικαστήριο το προδικαστικό του ερώτημα, την απάντηση του οποίου έκρινε αναγκαία για την επίλυση της εκκρεμούσας ενώπιόν του διαφοράς.
Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η επίμαχη διάταξη της οδηγίας σημαίνει ότι η εξαίρεση δεν μπορεί να αναφέρεται παρά μόνο στην ίδια την επιχείρηση όπου δεν συνέτρεχε πλέον η προϋπόθεση της επαγγελματικής ικανότητας και συνέτρεχε η πείρα που είχε αποκτηθεί συγκεκριμένα σ' αυτή την επιχείρηση.
Ως προς την έννοια της φράσεως να προβαίνει στην εκμετάλλευση της επιχείρησης, επιβάλλεται η ακόλουθη διάκριση.
Στην περίπτωση που οι δραστηριότητες συνεχίζονται, τροποποιούμενης μόνο της νομικής δομής της επιχειρήσεως, για παράδειγμα όταν μια ομόρρυθμη εταιρία μετατρέπεται σε εταιρία αποκαλούμενη κλειστή (besloten vennootschap), η συνέχιση των ίδιων δραστηριοτήτων υπό νέα μορφή μπορεί να θεωρηθεί ως συνέχιση της εκμεταλλεύσεως της πρώτης επιχείρησης.
Αντιστρόφως, στην περίπτωση που αυτή η επιχείρηση παύει υφιστάμενη και αντικαθίσταται από δύο νέες ατομικές επιχειρήσεις, δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτή η έννοια της συνεχίσεως της εκμεταλλεύσεως της παλαιάς επιχείρησης, διότι η δραστηριότητά της χωρίζεται τότε σε δύο διακεκριμένους κλάδους.
Η Επιτροπή εξέφρασε αντίθετη γνώμη.
Θεωρώντας ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας επιφέρει παρέκκλιση εξαιρετική, αλλά οριστική, στην απαίτηση εφαρμογής της προϋποθέσεως της επαγγελματικής ικανότητας, θεωρεί ότι έχει μικρή σημασία το, αν μετά τη διάλυση της πρώτης επιχειρήσεως, οι δραστηριότητές της συνεχίζονται, εν μέρει, από δύο χωριστές επιχειρήσεις. Το καθοριστικό στοιχείο είναι αν οι υπεύθυνοι των νέων επιχειρήσεων έχουν πράγματι αποκτήσει, στην προϋφιστάμενη εταιρία, την πρακτική εμπειρία που απαιτεί η επίμαχη διάταξη της οδηγίας.
Ως προς εμέ δεν μπορώ να δεχθώ αυτή την ευρεία ερμηνεία.
Πρέπει να υπομνησθεί, καταρχάς, ότι δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας ως επιχείρηση νοείται, ιδίως, «κάθε οργάνωση ή ένωση προσώπων με ή χωρίς νομική προσωπικότητα που έχει κερδοσκοπικό σκοπό, καθώς και κάθε δημόσιος οργανισμός που έχει δική του νομική προσωπικότητα ή εξαρτάται από αρχή η οποία έχει νομική προσωπικότητα».
Δεύτερον, το άρθρο 4 περιλαμβάνει, στο σύνολό του, δύο παρεκκλίσεις από την αρχή της υποχρεώσεως των φυσικών προσώπων που διαχειρίζονται επιχείρηση μεταφοράς εμπορευμάτων οδικώς να πληρούν την προϋπόθεση της επαγγελματικής ικανότητας που επιβάλλει η ίδια η οδηγία.
Η πρώτη παρέκκλιση (παράγραφος 1) αφορά την περίπτωση της προσωρινής λειτουργίας μιας επιχειρήσεως για περίοδο ενός έτους το πολύ, η οποία δύναται να παραταθεί, σε ειδικές περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες, για άλλους έξι μήνες κατ' ανώτατο όριο, ήτοι σε περίπτωση θανάτου ή φυσικής ή δικαιοπρακτικής ανικανότη τας του φυσικού προσώπου το οποίο, ιδίως, πληρούσε την προϋπόθεση της επαγγελματικής ικανότητας που απαιτεί, καταρχήν, το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ.
Σ' αυτή την πρώτη παρέκκλιση, η παράγραφος 2 του άρθρου 4 προσθέτει δεύτερη παρέκκλιση — κατ' εξαίρεση και σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις — επιτρέποντας στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να επιτρέψουν οριστικά σε πρόσωπο που δεν πληροί την προϋπόθεση της επαγγελματικής ικανότητας να προβαίνει στην εκμετάλλευση της επιχειρήσεως μεταφορών, υπό τον όρο ότι το πρόσωπο αυτό έχει πρακτική εμπειρία τριών τουλάχιστον ετών στην τρέχουσα διαχείριση της επιχειρήσεως.
Αυτή η δεύτερη παρέκκλιση δεν μπορεί να ερμηνευθεί παρά μόνο πολύ στενά ενόψει των προϋποθέσεων από τις οποίες το Συμβούλιο εξαρτά την εφαρμογή της:
1)
δεν αφορά παρά εξαιρετική περίπτωση της οποίας η εκτίμηση, ανά περίπτωση, ανήκει στις εθνικές αρχές·
2)
συνεπάγεται τη συνέχιση της εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως αυτής καθεαυτής, δηλαδή αν γίνει αναφορά στον διδόμενο από το άρθρο 1, παράγραφος 2, ορισμό, σε ορισμένη οργάνωση ή ένωση προσώπων.
Ακόμα και αν γίνει δεκτή η συνέχιση της εκμεταλλεύσεως υπό διαφορετική νομική μορφή, η παρέκκλιση δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να εφαρμοστεί σε περίπτωση διαλύσεως της επιχειρήσεως για την οποία πρόκειται, ή μερικής συνεχίσεως των δραστηριοτήτων της από δύο ατομικούς μεταφορείς, ακόμα και αν οι τελευταίοι απέκτησαν, στην ήδη εξαφανισθείσα επιχείρηση ως τοιαύτη, επαρκή πρακτική εμπειρία.
Οδηγούμαι, επομένως, στην απάντηση ότι η εξαίρεση από την εφαρμογή της προϋποθέσεως της επαγγελματικής ικανότητας υπέρ ειδικής περιπτώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 74/561, δεν μπορεί να δοθεί στην περίπτωση διαλύσεως της επιχειρήσεως για την οποία πρόκειται και μερικής συνεχίσεως της εκμετάλλευσής της από ατομικούς επιχειρηματίες.
II —
Ως προς την υπόθεση 146/78 (Wattenberg), πρέπει προκαταρκτικά να σημειωθεί ότι, κατά τον ολλανδικό νόμο περί οδικών μεταφορών εμπορευμάτων και την υπουργική απόφαση που εξεδόθη σε εκτέλεση αυτού του νόμου, οι επαγγελματίες μεταφορείς πρέπει να είναι κάτοχοι διπλώματος ικανότητας, που εκδίδει το εθνικό εξεταστικό κέντρο του Rijswijk και να έχουν λάβει από την επιθεώρηση μεταφορών βεβαίωση, πιστοποιούσα ότι κατέχουν πρακτική εμπειρία δύο ετών σε επιχείρηση μεταφοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό τρίτων.
Ο Wattenberg που δεν συγκέντρωνε αυτές τις προϋποθέσεις της επαγγελματικής ικανότητας ασκεί, ωστόσο, για ίδιο λογαριασμό, τη δραστηριότητα οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων.
Ζήτησε, για πρώτη φορά το 1967, να εξαιρεθεί από την εφαρμογή της προϋποθέσεως επαγγελματικής ικανότητας δυνάμει του άρθρου 56 του εθνικού νόμου. Του αντιτάχθηκε άρνηση και η προσφυγή που άσκησε κατ' αυτής της αποφάσεως απορρίφθηκε ως αβάσιμη με βασιλικό διάταγμα της 11ης Ιουνίου 1969.
Λαμβάνοντας υπόψη, χωρίς αμφιβολία, τη θέση σε ισχύ, την 1η Ιανουαρίου 1977, της οδηγίας του Συμβουλίου 74/561, ο Wattenberg υπέβαλε στο υφυπουργό Συγκοινωνιών και Θαλασσίων Οδών νέα αίτηση εξαιρέσεως από την εφαρμογή της προϋποθέσεως επαγγελματικής ικανότητας.
Με απόφαση της 4ης Μαΐου 1977, του χορηγήθηκε η αιτηθείσα εξαίρεση, αλλά μόνο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1980.
Ο υφυπουργός, για να δικαιολογήσει αυτό τον περιορισμό της διαρκείας ισχύος της εξαιρέσεως, στηρίχθηκε ιδίως στη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2 της κοινοτικής οδηγίας, κατά την οποία τα φυσικά πρόσωπα τα οποία, μετά την 31η Δεκεμβρίου 1974 και προ της 1ης Ιανουαρίου 1978, θα έχουν λάβει την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων χωρίς να έχουν, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, αποδείξει την επαγγελματική τους ικανότητα … πρέπει να πληρούν, προ της 1ης Ιανουαρίου 1980, την προϋπόθεση επαγγελματικής ικανότητας που αναφέρεται στο άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας.
Εν τούτοις, ο υφυπουργός έκρινε ότι έπρεπε να μνημονεύσει επίσης τη διάταξη της ίδιας οδηγίας, κατά την οποία (πρόκειται περί του άρθρου 4, παράγραφος 2), κατ' εξαίρεση και σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν οριστικά σε πρόσωπο που δεν πληροί την προϋπόθεση της επαγγελματικής ικανότητας, να προβαίνει στην εκμετάλλευση της επιχειρήσεως μεταφορών, υπό τον όρο να έχει πρακτική εμπειρία ορισμένου αριθμού ετών στην τρέχουσα διαχείριση της επιχειρήσεως.
Ο Wattenberg προσέβαλε ενώπιον του Raad van State την απόφαση του υφυπουργού κατά το ότι περιόρισε τη διάρκεια της ισχύος της εξαιρέσεως μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1980 και ζήτησε ρητώς η εξαίρεση αυτή να ισχύσει επ' αόριστον.
To Raad van State έκρινε καθοριστική, για την επίλυση της διαφοράς, τη διευκρίνιση αν η καθής εθνική αρχή ερμήνευσε ορθώς το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας περιορίζοντας τη διάρκεια ισχύος της εξαίρεσης που χορηγήθηκε βάσει των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 2.
Διαπίστωσε, επιπλέον, ότι το κείμενο του άρθρου 4 δεν είναι σαφές ως προς το αν είναι δυνατό να χορηγηθεί εξαίρεση, κατά την έννοια της δεύτερης παραγράφου αυτού του άρθρου (επομένως οριστική εξαίρεση), εκτός των καθοριζομένων περιπτώσεων στην πρώτη παράγραφο του ιδίου άρθρου.
To Raad van State υποβάλει, τελικά, τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα.
1.
Η εξέταση του πρώτου ερωτήματος δεν θα με απασχολήσει πολύ. Έχει ως εξής:
«Επιτρέπουν οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας στα κράτη μέλη να θεσπίζουν κανονιστική ρύθμιση κατά την οποία, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες συντρέχει η προϋπόθεση επαγγελματικής ικανότητας με την απόκτηση πτυχίου πέρατος σπουδών εκδιδόμενου στο τέλος κατάλληλου κύκλου επαγγελματικής μορφώσεως, η αρμόδια αρχή διαπιστώνει την ύπαρξη επαγγελματικής ικανότητας βάσει κατάλληλης πρακτικής εμπειρίας διάρκειας τουλάχιστον έξι ετών, αποκτώμενης με την άσκηση διευθυντικών ή διαχειριστικών καθηκόντων σε επιχείρηση οδικών μεταφορών εμπορευμάτων;»
Αρκεί απλή ανάγνωση της παραγράφου 4 του άρθρου 3, κατά την άποψή μου, για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα.
Προκύπτει, καταρχάς, από αυτή τη διάταξη ότι η προϋπόθεση επαγγελματικής ικανότητας συνίσταται στην κατοχή γνώσεων στα θέματα που αναφέρονται στον πίνακα του παραρτήματος της οδηγίας. Οι αναγκαίες γνώσεις αποκτώνται, είτε με την παρακολούθηση κύκλου μαθημάτων είτε με την πρακτική εμπειρία σε επιχείρηση μεταφορών, ή με συνδυασμό και των δύο συστημάτων.
Εναπόκειται στην οριζόμενη από κάθε κράτος μέλος αρχή να διαπιστώνει την κατοχή των απαιτουμένων γνώσεων.
Αυτό σαφώς σημαίνει ότι τα κράτη είναι ελέυθερα να οργανώνουν, στο πλαίσιο των αναφερόμενων στο παράρτημα της οδηγίας γνώσεων, οποιοδήποτε σύστημα ελέγχου αυτών των γνώσεων, είτε με εξετάσεις είτε με την πρακτική εμπειρία είτε με σύστημα που συνδυάζει τους δύο τρόπους ελέγχου.
Τέτοιο σύστημα ισχύει στις Κάτω Χώρες εφόσον, δυνάμει του άρθρου 128 της υπουργικής απόφασης που εκδόθηκε σε εκτέλεση του νόμου περί οδικών μεταφορών εμπορευμάτων, οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να αποκτήσουν το επαγγελματικό δίπλωμα που εκδίδει εθνικό εξεταστικό κέντρο και αναγνωρίζεται από το αρμόδιο υπουργείο και, επιπλέον, να προσκομίσουν βεβαίωση της επιθεωρήσεως μεταφορών, πιστοποιούσα ότι έχουν ήδη αποκτήσει πρακτική εμπειρία σε επιχείρηση οδικών μεταφορών εμπορευμάτων διαρκείας τουλάχιστον δύο ετών.
Προτείνω, επομένως, να δοθεί καταφατική απάντηση στο ερώτημα με την επιφύλαξη ότι η διάρκεια της κατάλληλης πρακτικής εμπειρίας ανήκει στην εκτίμηση κάθε κράτους μέλους. Καμιά διάταξη της οδηγίας δεν απαιτεί, πράγματι, η εν λόγω εμπειρία να είναι τουλάχιστον έξι ετών.
2.
Το δεύτερο και τρίτο ερώτημα του Raad van State αφορούν τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 4 και 5 της οδηγίας 74/561. Είδαμε ότι, σε ειδικές περιπτώσεις, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν, κατ' εξαίρεση, να επιτρέπουν, οριστικά, σε πρόσωπο που δεν πληροί την προϋπόθεση της επαγγελματικής ικανότητας να προβαίνει στην εκμετάλλευση της επιχειρήσεως μεταφορών, υπό τον όρο το πρόσωπο αυτό να έχει πρακτική εμπειρία τριών τουλάχιστον ετών στην τρέχουσα διαχείριση της επιχειρήσεως. Αυτό είναι το αντικείμενο του άρθρου 4, παράγραφος 2.
Η εν λόγω όμως διάταξη δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη διάταξη που προβλέπει η παράγραφος 1 του ιδίου άρθρου, κατά την οποία:
«Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους όρους βάσει των οποίων, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3, παράγραφος 1, μία επιχείρηση οδικών μεταφορών εμπορευμάτων δύναται να λειτουργήσει προσωρινά, για μια περίοδο ενός έτους το πολύ, η οποία δύναται να παραταθεί σε ειδικές περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες για άλλους έξι μήνες κατ' ανώτατο όριο, ήτοι σε περίπτωση θανάτου ή φυσικής ή δικαιοπρακτικής ανικανότητος του φυσικού προσώπου που ασκεί τη δραστηριότητα του μεταφορέα ή του φυσικού προσώπου το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 1, περιπτώσεις α και γ», δηλαδή τις προϋποθέσεις αξιοπιστίας και επαγγελματικής ικανότητας.
Με το τρίτο ερώτημα, το οποίο και θα με απασχολήσει πρώτο, το Raad van State ερωτά το Δικαστήριο αν η προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 του άρθρου 4 διάταξη, δηλαδή αυτή που επιτρέπει, κατ' εξαίρεση, την οριστική συνέχιση ορισμένης επιχειρήσεως από πρόσωπο που κατέχει απλώς πρακτική εμπειρία τριών ετών στη διαχείριση της εν λόγω επιχειρήσεως, έχει εφαρμογή αποκλειστικά στην περίπτωση που προβλέπει η πρώτη παράγραφος, ή αν αυτή η εξαιρετική ευχέρεια μπορεί επίσης να εφαρμοστεί εκτός της εν λόγω περιπτώσεως.
Θεωρώ, ως προς εμέ, ότι η παράγραφος 2 του άρθρου 4 πρέπει να ερμηνευθεί στενά και δεν μπορεί να εφαρμοστεί παρά στην περίπτωση που προβλέπει η παράγραφος 1 του ιδίου άρθρου, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιπτώσεων που έχουν αφεθεί στην ελεύθερη εκτίμηση των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών.
Ανεξαρτήτως του επιχειρήματος που αντλείται από τη γραμματική διατύπωση, ήτοι τη χρησιμοποίηση του επιρρήματος «εν τούτοις» και από το οποίο μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αποτελεί παρέκκλιση από τις προϋποθέσεις, ιδίως, που αφορούν τη χρονική διάρκεια, κατά την οποία μπορεί να συνεχιστεί η εκμετάλλευση της επιχειρήσεως, νομίζω ότι το Συμβούλιο είχε την πρόθεση να αντιμετωπίσει, στο σύνολο του άρθρου 4, ένα και μόνο σκοπό: να αποφευχθεί η διακοπή της δραστηριότητας επιχείρησης η οποία στερήθηκε, λόγω θανάτου ή φυσικής ή δικαιο-πρακτικής ανικανότητας του φυσικού προσώπου που το ίδιο ασκούσε τη δραστηριότητα του μεταφορέα ή που, στους κόλπους της επιχείρησης, πληρούσε, ιδίως, την προϋπόθεση επαγγελματικής ικανότητας που απαιτεί το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ.
Η παράγραφος 1 περιορίζει σε σχετικώς μικρή διάρκεια — ένα έτος ή δεκαοκτώ μήνες το πολύ, λαμβανομένης υπόψη ενδεχόμενης παράτασης — την ευχέρεια συνεχίσεως της εκμεταλλεύσεως. Η παράγραφος 2 δέχεται — με εξαιρετική παρέκκλιση που ήδη αποτελεί παρέκκλιση από τις διαρκούς ισχύος διατάξεις περί επαγγελματικής ικανότητας — τη δυνατότητα οριστικής συνεχίσεως της εκμεταλλεύσεως όταν, στην εν λόγω επιχείρηση, βρίσκεται φυσικό πρόσωπο το οποίο, παρόλον ότι δεν πληροί την προϋπόθεση επαγγελματικής ικανότητας που ορίζει το άρθρο 3, παράγραφος 4, έχει τουλάχιστον πρακτική εμπειρία αρκούντως μακρά στην τρέχουσα διαχείριση της εν λόγω επιχείρησης.
Αυτές οι διευκρινίσεις μου επιτρέπουν να απαντήσω, τώρα, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα με το οποίο ερωτάται το Δικαστήριο αν «η χορηγηθείσα από τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους, μετά την 31η Δεκεμβρίου 1974 και προ της 1ης Ιανουαρίου 1978, σε φυσικό πρόσωπο άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα, χωρίς να έχει, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, προσκομίσει την απόδειξη της επαγγελματικής του ικανότητας, παύει ισχύουσα στην περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο δεν πληροί, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας, την προϋπόθεση επαγγελματικής ικανότητας (που αναφέρει το άρθρο 3, παράγραφος 4) προ της 1ης Ιανουαρίου 1980, ακόμα και αν οι εν λόγω αρχές χορήγησαν αυτή την άδεια, διότι έκριναν ότι επρόκειτο περί ειδικής περιπτώσεως κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2;» Κατά τη γνώμη μου δεν χωρεί αμφιβολία ως προς την απάντηση που προσήκει σ' αυτό το ερώτημα. Τα άρθρα 4 και 5 αντιμετωπίζουν περιπτώσεις εντελώς διαφορετικές. Στην πρώτη, πρόκειται περί της συνεχίσεως εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως στην οποία εξέλιπε είτε λόγω θανάτου είτε λόγω φυσικής ή δικαιοπρακτικής ανικανότητας, ιδίως, το φυσικό πρόσωπο που πληρούσε την προϋπόθεση επαγγελματικής ικανότητας, κατά την έννοια της οδηγίας.
Στην περίπτωση του άρθρου 5 πρόκειται περί εντελώς διαφορετικού πράγματος. Αυτή η διάταξη αφορά πράγματι τις επιχειρήσεις και τα φυσικά πρόσωπα τα οποία, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1978 έλαβαν την άδεια, σε ένα κράτος μέλος, ασκήσεως του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων. Κατά την παράγραφο 1, αυτές οι επιχειρήσεις, ή αυτά τα πρόσωπα, απαλλάσσονται της προσκομίσεως της αποδείξεως ότι ικανοποιούν, κατά περίπτωση, τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 της οδηγίας: εχέγγυα αξιοπιστίας, οικονομική επιφάνεια, επαγγελματική ικανότητα. Στην υπό κρίση υπόθεση, ενδιαφέρει μόνο η τρίτη προϋπόθεση που δεν μπορεί να αφορά παρά φυσικά πρόσωπα είτε ασκούν τη δραστη ριότητά τους είτε για ίδιο λογαριασμό είτε στους κόλπους επιχείρησης.
Η δεύτερη, όμως, παράγραφος του ιδίου άρθρου 5 θέτει περιορισμό σ' αυτόν τον κανόνα, απαιτώντας από τα φυσικά πρόσωπα τα οποία, μετά την 31η Δεκεμβρίου 1974 και προ της 1ης Ιανουαρίου 1978:
—
ή θα έχουν λάβει την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων χωρίς να έχουν, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, αποδείξει την επαγγελματική τους ικανότητα
—
ή θα έχουν οριστεί για να διευθύνουν πραγματικά και μόνιμα τις δραστηριότητες μεταφορών μιας επιχειρήσεως, την υποχρέωση να πληρούν, προ της 1ης Ιανουαρίου 1980, την προϋπόθεση επαγγελματικής ικανότητας κατά την έννοια της οδηγίας (άρθρο 3, παράγραφος 4).
Αυτός ο χρονικός περιορισμός δεν μπορεί να αντιταχθεί, κατά τη γνώμη μου, στα φυσικά πρόσωπα που έτυχαν, βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2, και, περαιτέρω, στην περίπτωση συνεχίσεως της δραστηριότητας ορισμένης επιχειρήσεως, της οριστικής εξαιρέσεως από την εφαρμογή της προϋποθέσεως επαγγελματικής ικανότητας, λόγω του ότι δικαιολογούσαν πρακτική εμπειρία τουλάχιστον τριών ετών στην τρέχουσα διαχείριση της επιχειρήσεως.
Αντίθετη λύση θα κατέληγε στο να καταστήσει κενή έννοιας την εξαιρετική ευχέρεια που παρέχει το άρθρο 4, παράγραφος 2, στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών.
3.
Απομένει το τέταρτο και τελευταίο ερώτημα, με το οποίο το Raad van State επιθυμεί να πληροφορηθεί αν, με την έκφραση «φυσική ανικανότητα» που χρησιμοποιεί το άρθρο 4, παράγραφος 1 της οδηγίας, πρέπει επίσης να νοείται το γεγονός της συμπληρώσεως έτους ηλικίας, μετά την οποία θεωρείται ότι ο συμπληρώσας αυτό το έτος ηλικίας δεν μπορεί πλέον να μετέχει στην επαγγελματική ζωή.
Δεν διστάζω να δώσω αρνητική απάντηση σ' αυτό το ερώτημα για τους εξής λόγους:
Ο κοινοτικός νομοθέτης, ασχολούμενος, στο άρθρο 4 της οδηγίας, με τις προϋποθέ σεις υπό τις οποίες μπορεί να συνεχιστεί η εκμετάλλευση επιχειρήσεως οδικών μεταφορών εμπορευμάτων δεν ευνόησε παρά τις περιπτώσεις όπου, απροβλέπτως, επισυμβαίνει γεγονός που συνεπάγεται τη στέρηση αυτής της επιχείρησης από το φυσικό πρόσωπο που νομιμοποιείτο το ίδιο να ασκεί τη δραστηριότητα του μεταφορέα ή το πρόσωπο που πληρούσε τις απαιτούμενες από το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α και γ προϋποθέσεις (αξιοπιστία και επαγγελματική ικανότητα). Η πρώτη παράγραφος του άρθρου 4 αφορά μη δυνάμενα να προβλεφθούν γεγονότα: θάνατο, φυσική και δικαιοπρακτική ανικανότητα.
Αντιστρόφως, κανένα όριο ηλικίας δεν αναφέρεται, ακριβώς διότι η συμπλήρωση προκαθορισμένου ορίου ηλικίας αποτελεί προβλέψιμο γεγονός, η δε συνέχιση της εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως μπορεί, σε μια τέτοια περίπτωση, να οργανωθεί εκ των προτέρων, χωρίς να γίνει αναδρομή στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 4.
Επιπλέον, η συμπλήρωση προχωρημένου έτους ηλικίας δεν έχει τις ίδιες συνέπειες για όλα τα πρόσωπα. Η επέλευση του γήρατος είναι φαινόμενο που διαφέρει πολύ και το φυσιολογικό έτος ποικίλλει ανάλογα με τα άτομα. Δεν είναι αναγκαστικά το έτος που αναφέρεται στη ληξιαρχική πράξη.
Νομίζω, κατά συνέπεια, ότι είναι αδύνατη η εξομοίωση της συμπληρώσεως καθορισμένου έτους ηλικίας με την έννοια της φυσικής ανικανότητας, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Προτείνω να δοθούν στα υποβληθέντα ερωτήματα απαντήσεις κατά την πιο πάνω έννοια.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy