ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
FRANCESCO CAPOTORTI
της 5ης Δεκεμβρίου 1979 ( *1 )
Περιεχόμενα
1. Φύση των προσφυγών και προβαλλόμενοι λόγοι
2. Το ιστορικό πλαίσιο της γενικής αποφάσεως 962/77/ΕΚΑΧ της Επιτροπής
3. Η απόφαση και τα μέτρα που ακολούθησαν
4. Τα όρια του ελέγχου της νομιμότητας της αποφάσεως
5. Η προϋπόθεση της υπάρξεως ή της απειλής κρίσεως (άρθρο 61, στοιχείο β) της συνθήκης ΕΚΑΧ
6. Σχέση μεταξύ του άρθρου 58 και του άρθρου
7. Η προϋπόθεση της αναγκαιότητας της αποφάσεως για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 3 (άρθρο 61, στοιχείο β)
8. Το άρθρο 61 και το επίπεδο των κατωτάτων τιμών
9. Η απόφαση υπό το πρίσμα του άρθρου 2
10. Η απόφαση υπό το πρίσμα των άρθρων 4 και 5
11. Η αιτίαση περί παραβιάσεως θεμελιωδών δικαιωμάτων
12. Η αιτίαση περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας Τα κενά του συστήματος
13. Ο λόγος περί καταχρήσεως εξουσίας
14. Ο λόγος περί παραβάσεως ουσιώδους τύπου
15. Η άποψη περί σιωπηρής καταργήσεως της αποφάσεως έναντι των επιχειρήσεων οι οποίες συμμετέχουν στο UCRO
16. Το ζήτημα της ευθυγραμμίσεως προς τις τιμές των ξένων παραγωγών
17. Το ζήτημα των εξαιρέσεων λόγω ανωτέρας βίας, άμυνας ή καταστάσεως ανάγκης
18. Ειδικά προβλήματα που έθεσαν ορισμένες προσφεύγουσες
19. Το ύψος των χρηματικών κυρώσεων
20. Πρόταση
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Οι παρούσες υποθέσεις δημιουργήθηκαν από προσφυγές που άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 36 της συνθήκης ΕΚΑΧ, επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβος διαφόρων κρατών μελών, οι οποίες παράγουν ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, με σκοπό την ακύρωση των ατομικών αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή τους επέβαλε χρηματικές κυρώσεις λόγω παραβάσεως των κανόνων περί υποχρεωτικών κατωτάτων τιμών. Οι κανόνες αυτοί θεσπίστηκαν, βάσει του άρθρου 61 της συνθήκης ΕΚΑΧ, με τη γενική απόφαση 962/77/ΕΚΑΧ, της 4ης Μαίου 1977. Σχεδόν καμία από τις προσφεύγουσες δεν αρνείται ότι στις πωλήσεις του προϊόντος κατά το έτος 1977 εφήρμοσε τιμές χαμηλότερες από αυτές που είχε καθορίσει η Επιτροπή (ωστόσο, οι πωλήσεις των προσφευγουσών Rumi και Feralpi πραγματοποιήθηκαν κατά τους πρώτους μήνες του έτους 1978)· οι αμφισβητήσεις σχετικά με το βάσιμο των προσβαλλόμενων ατομικών αποφάσεων έχουν σχέση μόνον με την έκταση της προς τα κάτω υπερβάσεως των κατωτάτων τιμών ή με τις ποσότητες του προϊόντος, ανάλογα με τις οποίες υπολογίστηκε το πρόστιμο. Επομένως, η διαφορά αναφέρεται κυρίως σε νομικά ζητήματα και, κατά τούτο, με τους κυρίους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που επικαλείται η πλειονότητα των προσφευγουσών σκοπείται να καταδειχθεί ότι η προαναφερθείσα γενική απόφαση δεν ήταν νόμιμη. Η έλλειψη νομιμότητας προβλήθηκε κατ' επίκληση του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 36 δηλαδή ή «εις ενίσχυση» των προσφυγών κατά των αποφάσεων περί επιβολής προστίμων.
Κατά τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, η απόφαση 962/77/ΕΚΑΧ συνιστά προφανή παραβίαση της Συνθήκης και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, περαιτέρω δε εξεδόθη κατά κατάχρηση εξουσίας και παράβαση ουσιώδους τύπου. Επικουρικώς (ή, σπανίως, κυρίως), ορισμένες προσφεύγουσες επικαλέστηκαν την ύπαρξη ειδικών πλημμελειών των προσβαλλόμενων ατομικών αποφάσεων ή υποστήριξαν ότι η συμπεριφορά τους ήταν νόμιμη, με την αιτιολογία ότι οι τιμές που εφάρμοζαν οφείλονταν σε de facto ευθυγράμμιση προς τις τιμές των τρίτων χωρών ή, ακόμη, ότι η μη τήρηση της αποφάσεως 962/77/ΕΚΑΧ ήταν δικαιολογημένη λόγω της υπάρξεως καταστάσεως ανάγκης ή για λόγους άμυνας ή ανωτέρας βίας. Τέλος, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, διετύπωσαν, στις περισσότερες περιπτώσεις, το περαιτέρω επικουρικό αίτημα περί μεταρρυθμίσεως των αποφάσεων που τις αφορούν, υπό την έννοια της μειώσεως του επιβληθέντος προστίμου.
2.
Πριν προχωρήσω στην έρευνα των πολυάριθμων ζητημάτων που ανακύπτουν στο πλαίσιο των προσφυγών, θα πρέπει να περιγραφούν εν συντομία οι περιστάσεις υπό τις οποίες η Επιτροπή εξέδωσε την γενική απόφαση περί καθορισμού κατωτάτων τιμών, καθώς και ο ρόλος ο οποίος προσδόθηκε στην απόφαση αυτή. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόφαση 962/77/ΕΚΑΧ εκδόθηκε σε περίοδο κατά την οποία η κοινοτική βιομηχανία σιδήρου και χάλυβος, θεωρούμενη στο σύνολο της, αντιμετώπιζε (όπως και αντιμετωπίζει ακόμη) σοβαρές δυσκολίες. Πράγματι, από το 1975 διαπιστώθηκε μείωση της παραγωγής η οποία προοδευτικώς επιδεινώθηκε κατά την διάρκεια του έτους και υπολογίστηκε περίπου σε 20% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ύστερα από ελαφρά ανάκαμψη το 1976, η παραγωγή μειώθηκε και πάλι το 1977. Σύμφωνα με τα δεδομένα της Επιτροπής, τα οποία δεν αμφισβήτησαν οι προσφεύγουσες, το ποσοστό χρησιμοποιήσεως του παραγωγικού δυναμικού στο σύνολο της Κοινότητας δεν υπερέβη, κατά το έτος αυτό, το 65%. Την ποσοτική ύφεση ακολούθησε μείωση του επιπέδου των τιμών, ενώ το κόστος παραγωγής εξακολούθησε να αυξάνει, πράγμα που είχε ως συνέπεια για πολλές επιχειρήσεις ότι οι τιμές δεν εκάλυπταν πλέον ούτε το κόστος παραγωγής. Μετά από μείωση του ωραρίου εργασίας κατά το πρώτο ήμισυ του 1975, επακολούθησε, μεταξύ Ιουλίου 1975 και Ιουλίου 1976, μείωση του εργατικού δυναμικού, η οποία έφθασε (αναφέρομαι και πάλι στα στοιχεία που παρέθεσε η Επιτροπή) τα 25000 άτομα για το σύνολο της κοινοτικής βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβος. Περαιτέρω μείωση, της ιδίας εκτάσεως, έγινε το 1977.
Κατά το έτος 1975, η Επιτροπή είχε αρχίσει να εξετάζει τη σκοπιμότητα της καθιερώσεως συστήματος κατωτάτων τιμών για όλα τα προϊόντα σιδήρου και χάλυβος και είχε ζητήσει, προς τον σκοπό αυτό, τη γνώμη του Συμβουλίου και της Συμβουλευτικής Επιτροπής. Επιπλέον, είχε ανακοινώσει στις επιχειρήσεις ότι η πορεία των τιμών θα τελούσε υπό επιτήρηση (ανακοίνωση της 2ας Μαΐου 1975, GU C 100) και είχε καθιερώσει την υποχρέωση παροχής ορισμένων πληροφοριών σχετικά με την παραγωγή και την απασχόληση (αποφάσεις 1272, της 16ης Μαΐου 1975, και 1870, της 17ης Ιουλίου 1975). Κατόπιν της βελτιώσεως της συγκυρίας, για σύντομο διάστημα, η οποία παρατηρήθηκε στην αρχή του 1976, η Επιτροπή θεώρησε ότι ήταν δυνατόν να επιτευχθούν ικανοποιητικά αποτελέσματα με παρεμβάσεις μη υποχρεωτικού χαρακτήρα, δηλαδή με την συνέχιση της καθοδηγήσεως της παραγωγής και της πολιτικής τιμών των επιχειρήσεων επί τη βάσει δεσμεύσεων εκουσίως αναλαμβανομένων από τις επιχειρήσεις στο πλαίσιο προληπτικών προγραμμάτων ενδεικτικού χαρακτήρα. Με την προοπτική αυτή, στις 23 και στις 24 Δεκεμβρίου 1976 η Επιτροπή δημοσίευσε άλλες δύο ανακοινώσεις (GU C 303 και 304). Η πρώτη (με τον τίτλο «Κοινοτική πολιτική στον τομέα σιδήρου και χάλυβος») περιέγραφε την γραμμή την οποία προετίθετο να ακολουθήσει όσον αφορά την ανάλυση και τον έλεγχο της αγοράς, τις επενδύσεις, τα ειδικά μέτρα προς αντιμετώπιση της κρίσεως σχετικά με την παραγωγή και τις τιμές, τις σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών στον τομέα της αγοράς χάλυβος και τα κοινωνικά και περιφερειακά προβλήματα. Όσον αφορά, ειδικότερα, το ζήτημα των τιμών, στο εν λόγω έγγραφο αναφερόταν ότι «εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι με την ποσοτική πολιτική της δεν επιτυγχάνει τα επιθυμητά αποτελέσματα και... θεωρήσει αναγκαία την λήψη συμπληρωματικών μέτρων, μπορεί να προβεί στην δημοσίευση κατωτάτων τιμών αναφοράς πριν καθορίσει, όπως είναι ενδεχόμενο, κατώτατες τιμές, βάσει του άρθρου 61 της Συνθήκης». Εν συνεχεία, στην δεύτερη ανακοίνωση — η οποία αναφερόταν ρητά στο άρθρο 46 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και είχε ως αντικείμενο τα «εφαρμοστέα μέτρα σε περίπτωση κρίσεως στην αγορά σιδήρου και χάλυβος» — η Επιτροπή ανήγγελε την πρόθεση της να προβεί σε λεπτομερείς προβλέψεις σχετικά με τις παραδόσεις ορισμένων προϊόντων σιδήρου και χάλυβος εντός της κοινοτικής αγοράς (δοκών, συρμάτινων ράβδων, ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, άλλων εμπορεύσιμων προϊόντων ελάσεως, χονδρών και μεσαίων ελασμάτων, λεπτών ελασμάτων ψυχρής ελάσεως), κατανέμοντας τες κατά επιχειρήσεις ή κατά ομίλους επιχειρήσεων και καλώντας κάθε επιχείρηση ή όμιλο επιχειρήσεων να αναλάβει εμπιστευτικά την υποχρέωση να περιορίσει εκουσίως τις παραδόσεις αυτές «στις ποσότητες που θα ανακοινωθούν σε καθεμιά απ' αυτές».
Αυτό το μη υποχρεωτικού χαρακτήρα κατευθυντήριο πρόγραμμα, το οποίο αποσκοπούσε στην πραγματοποίηση καλύτερης ισορροπίας μεταξύ της προσφοράς και της ζητήσεως, είχε ικανοποιητική επιτυχία για πέντε από τα προαναφερθέντα προϊόντα. Στους αντίστοιχους τομείς, οι δεσμεύσεις που ανέλαβαν οι επιχειρήσεις σχετικά με την τήρηση των ορίων που έθεσε η Επιτροπή για τις παραδόσεις κατόρθωσαν να καλύψουν περί το 90% της κοινοτικής παραγωγής. Αντίθετα, στον τομέα ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, οι δεσμεύσεις αυτές δεν υπερέβησαν το 50%. Πρέπει να σημειωθεί ότι στον τομέα αυτό η μείωση των τιμών ήταν μεγαλύτερη απ' ό,τι για τα άλλα προϊόντα ελάσεως, δεδομένης, μεταξύ άλλων, της εφαρμογής πιο προχωρημένων και οικονομικότερων μεθόδων κατασκευής εκ μέρους πολλών μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, ιδίως γερμανικών και ιταλικών. Αφ' ετέρου, σε όλες σχεδόν τις χώρες της Κοινότητας, η οικοδομική δραστηριότητα, στο πλαίσιο της οποίας προορίζονται να χρησιμοποιηθούν οι ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, παρουσίαζε κάμψη κατά το 1974. Επιπλέον, οι εξαγωγές του εν λόγω προϊόντος προς τρίτες χώρες είχαν μειωθεί αισθητά, ενώ οι εισαγωγές από τις χώρες αυτές προς την Κοινότητα είχαν παρουσιάσει σημαντική αύξηση. Όλα αυτά εξηγούν γιατί κατά το Μάιο του 1977η μέση χρησιμοποίηση των εγκαταστάσεων παραγωγής ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής έπεσε στο 55% και η παραγωγή μειώθηκε κατά 13% μεταξύ 1974 και 1976 και 8% ακόμα μεταξύ 1976 και 1977, πράγμα που επέφερε απολύσεις και μειώσεις του ωραρίου εργασίας στον εν λόγω τομέα.
Εν τούτοις, η γενική εικόνα της κρίσεως δεν ήταν ενιαία. Η κοινοτική παραγωγή ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής αντιμετώπιζε δυσχέρειες κυρίως στα μεγάλα ολοκληρωμένα συγκροτήματα επιχειρήσεων του βορρά, ως προς τα οποία το εν λόγω προϊόν αντιστοιχούσε σε περιορισμένο μόνο μέρος του ευρέως φάσματος παραγωγής τους. Καλύτερη ήταν, αντιστρόφως, η κατάσταση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες ήταν αποκλειστικώς ή κυρίως αφιερωμένες στην κατασκευή ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής και οι οποίες, εξαιτίας των τεχνικών και οργανωτικών λόγων που ήδη τονίσθηκαν, κατόρθωναν να παράγουν με σημαντικά χαμηλότερο κόστος απ' ό,τι οι επιχειρήσεις μεγάλων διαστάσεων, διευρύνοντας, κατά συνέπεια, το μερίδιο τους στην αγορά. Δεν πρέπει να λησμονείτε, σχετικά, ότι περισσότερο από 70% του συνόλου της ιταλικής παραγωγής ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής (η οποία αντιπροσωπεύει το ήμισυ περίπου της κοινοτικής παραγωγής) προέρχεται από τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες είναι κατά μέγα μέρος συγκεντρωμένες στην περιοχή της Brescia. Μπορεί, επομένως, να λεχθεί ότι τουλάχιστον το ένα τρίτο της κοινοτικής βιομηχανίας ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής κατόρθωνε να παραμένει ανέπαφο από την κρίση, αλλ' ότι κατ' αυτόν τον τρόπο, επιδεινώνονταν σε ορισμένο βαθμό οι δυσκολίες πωλήσεως τις οποίες αντιμετώπιζαν οι άλλες επιχειρήσεις.
3.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, η Επιτροπή έκρινε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του καθορισμού υποχρεωτικών κατωτάτων τιμών εντός της κοινής αγοράς που απαιτεί το άρθρο 61, στοιχείο β, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Ετσι, με την απόφαση 962 της 4ης Μαΐου 1977, επέβαλε τέτοιες τιμές στους παραγωγούς της Κοινότητας για τις πωλήσεις ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής τόσο στο έδαφος της Κοινότητας όσο και με προορισμό ορισμένα τρίτα κράτη (τα μέλη της ΕΖΕΣ) τα οποία μνημονεύονται ειδικώς στο άρθρο 5 της εν λόγω πράξεως και με τα οποία η Κοινότητα έχει συνάψει ειδικές εμπορικές συμφωνίες.
Η απόφαση άρχισε να ισχύει στις 5 Μαΐου 1977, η ισχύς της δε ήταν περιορισμένη μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Αφετέρου, κατά την λήξη της περιόδου αυτής η Επιτροπή έκρινε απαραίτητο να την παρατείνει ως τις 31 Δεκεμβρίου 1978, επεκτείνοντας περαιτέρω το σύστημα των κατωτάτων τιμών σε δύο άλλα προϊόντα σιδήρου και χάλυβος, με την απόφαση 3000/77, της 28ης Δεκεμβρίου 1977. Συγχρόνως, και η απόφαση 3002/77, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, υποχρέωνε τους εμπόρους προϊόντων σιδήρου και χάλυβος να συμμορφώνονται προς το σύστημα κατωτάτων τιμών, ενώ η απόφαση 3001/77 όριζε ότι οι επιχειρήσεις όφειλαν να ανακοινώνουν τις παραδόσεις τους, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η επαρκής επιτήρηση των εμπορικών ρευμάτων.
Την ίδια πάντα ημερομηνία, στις 28 Δεκεμβρίου 1977, η Επιτροπή, με την απόφαση 3003/77, επέβαλε στους παραγωγούς χάλυβος να χορηγούν πιστοποιητικά πιστότητας για τα προϊόντα που υπάγονταν στην απόφαση 962/77, με τη σύσταση δε 3004/77 συμπλήρωσε το σύστημα μέτρων αντιντά-μπινγκ τα οποία προβλέπονταν ήδη από την σύσταση 77/329. Συναφώς, η Επιτροπή δημοσίευσε, στις 31 Δεκεμβρίου, ανακοίνωση με την οποία, αναγνωρίζοντας ότι για ορισμένα προϊόντα σιδήρου και χάλυβος η βασική αιτία των δυσχερειών φαινόταν ότι έγκειται στις εισαγωγές που πραγματοποιούνταν υπό συνθήκες ντάμπινγκ, ανακοίνωσε ότι από 1ης Ιανουαρίου 1978 θα εφαρμόζονταν τα μέτρα αντιντάμπινγκ που ορίζονταν από τις δύο συστάσεις (οι οποίες, στο σύστημα της ΕΚΑΧ, έχουν, όπως είναι γνωστό, χαρακτήρα πράξεων υποχρεωτικών ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό).
Δύο άλλα μέτρα προοριζόμενα να ενισχύσουν το συστημάτων κατωτάτων τιμών ακολούθησαν το 1978. Με την απόφαση 527/78, της 14ης Μαρτίου 1978, απαγορεύτηκε η ευθυγράμμιση προς τις προσφερόμενες τιμές προϊόντων σιδήρου και χάλυβος προερχομένων από ορισμένες τρίτες χώρες, με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει συμφωνίες συνεργασίας. Με την απόφαση 1525/78, της 30ής Ιουνίου 1978, επιβλήθηκε στις επιχειρήσεις η παροχή ασφαλείας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή διαπιστώνει, προσωρινώς, την εφαρμογή τιμών χαμηλότερων από τις κατώτατες. Αφετέρου, η προσαρμογή των επιπέδων τιμών που καθιερώθηκαν με την απόφαση 3000/77 πραγματοποιήθηκε με την απόφαση 656/78, της 1ης Απριλίου 1978, την οποία ακολούθησε, στις 14 Ιουνίου, η απόφαση 1483/78. Πρέπει, ακόμα, να σημειωθεί ότι, στο πλαίσιο των μέτρων ενθαρρύνσεως εκουσίων σχεδιασμών, στις 28 Ιουλίου 1978, η Επιτροπή, με την απόφαση 78/711, εξουσιοδότησε 31 επιχειρήσεις, που βρίσκονταν σε διάφορες περιοχές της κεντρικής-βόρειας Ιταλίας (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν διάφορες από τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις) να συστήσουν οργανισμό υπό την επωνυμία «UCRO» με κύρια αποστολή τον συντονισμό των πωλήσεων ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής και εμπορευμάτων προϊόντων ελάσεως στο εξωτερικό· και τα δύο αυτά προϊόντα υπάγονται στο εν λόγω υποχρεωτικό σύστημα. Όπως προκύπτει από την αιτιολογία της προαναφερθείσης αποφάσεως, ο «συντονισμός» αυτός έπρεπε, κατ' ουσίαν, να συνίσταται στην «επί ίσης βάσεως κατανομή των παραγγελιών» που προέρχονταν από άλλα κράτη.
Τέλος, υπενθυμίζω ότι, ενόψει της κατά την 31η Δεκεμβρίου 1978 εκπνοής της προθεσμίας που καθορίστηκε με την προαναφερθείσα απόφαση 3000/77, η ισχύς του συστήματος κατωτάτων τιμών παρατάθηκε για ένα έτος ακόμα, με ορισμένες τροποποιήσεις, οι οποίες έγιναν με την απόφαση 3139/78, της 29ης Δεκεμβρίου 1978.
4.
Ποια είναι τα όρια της εκτιμήσεως στην οποία καλείται να προβεί το Δικαστήριο όσον αφορά την νομιμότητα της γενικής αποφάσεως 962/77; Ήδη από την αρχή υπογράμμισα ότι οι αιτιάσεις των προσφευγουσών στηρίζονται στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 36, το οποίο ορίζει ότι «οι προσφεύγοντες, κατά τους όρους που προβλέπονται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 33 της παρούσης Συνθήκης, δύνανται να επικαλεσθούν εις ενίσχυση της προσφυγής αυτής (δηλαδή της προσφυγής πλήρους δικαιοδοσίας η οποία έχει ως αντικείμενο χρηματικές κυρώσεις που επιβάλονται στις επιχειρήσεις βάσει της Συνθήκης) την έλλειψη νομιμότητος των αποφάσεων και συστάσεων η οποία (ορθόν: η μη τήρηση των οποίων) τους προσάπτεται».
Στο άρθρο 33, πρώτο εδάφιο, αναφέρονται ως πλημμέλειες που αφορούν την νομιμότητα των αποφάσεων και συστάσεων της Ανωτάτης Αρχής η αναρμοδιότητα, η παράβαση ουσιώδους τύπου, η παράβαση της Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της και η κατάχρηση εξουσίας· προστίθεται δε ότι «ο έλεγχος του Δικαστηρίου δεν δύναται εν τούτοις να επεκταθεί επί της εκτιμήσεως της καταστάσεως που απορρέει από οικονομικά γεγονότα ή περιστάσεις, ενόψει της οποίας εξεδόθησαν οι εν λόγω αποφάσεις ή συστάσεις, εκτός αν προσάπτεται στην Ανωτάτη Αρχή ότι διέπραξε κατάχρηση εξουσίας ή ότι αγνόησε κατά έκδηλο τρόπο τις διατάξεις της παρούσης Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της».
Η παραπομπή στον κανόνα αυτό, η οποία γίνεται από το προαναφερθέν τελευταίο εδάφιο του άρθρου 36, έχει, χωρίς αμφιβολία, κατ' αρχήν την έννοια ότι η νομιμότητα μιας γενικής αποφάσεως μπορεί να αμφισβητηθεί από τον προσφεύγοντα κατά πράξεως περί επιβολής χρηματικών κυρώσεων για οποιονδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 33, πρώτο εδάφιο. Αυτό επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. αποφάσεις της 12.6.1958 στην υπόθεση 15/57, Compagnie des Hauts Fourneaux de Chasse, Race. 1958, σ. 151, και της 13.6.1958 στις υποθέσεις 9 και 10/56, Meroni, ό.π., σ. 13 και 53). Από αυτό έπεται, μεταξύ άλλων, ότι ο λόγος περί καταχρήσεως εξουσίας μπορεί να προβληθεί χωρίς να χρειάζεται να συντρέχει η προϋπόθεση του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 33 (και, επομένως, να υπάρχει η κατάχρηση εξουσίας έναντι του προσφεύγοντος). Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου την οποία προέβαλε η Επιτροπή κατά του λόγου αυτού στο πλαίσιο των προσφυγών των ιταλικών επιχειρήσεων, η οποία στηρίζεται στο επιχείρημα ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η απόφαση 962/77 είχε ως συνέπεια συγκεκριμένη και άμεση βλάβη των συμφερόντων τους. Θα ήθελα να προσθέσω ότι κατά την γνώμη μου, αντίθετα προς την άποψη της Επιτροπής, οι προσφεύγουσες έχουν ενεστώς και άμεσο συμφέρον να επιτύχουν την ακύρωση και τη μεταρρύθμιση των ατομικών αποφάσεων περί επιβολής χρηματικών ακυρώσεων, μέσω της διαπιστώσεως της ελλείψεως νομιμότητας της προαναφερθείσης γενικής αποφάσεως.
Η δεύτερη συνέπεια που μπορεί να συναχθεί από την παραπομπή του άρθρου 36 στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 33 είναι ο περιορισμός του ελέγχου του Δικαστηρίου όσον αφορά την «εκτίμηση της καταστάσεως που απορρέει από οικονομικά γεγονότα ή περιστάσεις», ενόψει της οποίας εκδόθηκε μια γενική απόφαση. Ο περιορισμός αυτός συνίσταται στο ότι η κατάσταση που απορρέει από οικονομικά γεγονότα ή περιστάσεις δεν μπορεί να εκτιμηθεί, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υφίσταται παράβαση της Συνθήκης ή άλλων κοινοτικών κανόνων δικαίου, παρά μόνον κατά το μέτρο που προσάπτεται στην Επιτροπή ότι «αγνόησε κατά έκδηλο τρόπο» την Συνθήκη ή έναν από τους κανόνες αυτούς.
Το νόημα της διατάξεως αυτής είναι, προφανώς, ότι αποσκοπεί στον περιορισμό του ελέγχου του Δικαστηρίου όσον αφορά επιλογές οικονομικής πολιτικής στις οποίες προέβη η Επιτροπή. Εν τούτοις, δεν είναι εύκολο, προκειμένου περί της διαπιστώσεως της νομιμότητας πράξεων οικονομικής πολιτικής βάσει νομικών παραμέτρων οι οποίες χρησιμοποιούν συχνά οικονομικές έννοιες, να γίνει σαφής διαχωρισμός μεταξύ ελέγχου νομιμότητας και ελέγχου ουσίας. Η δυσχέρεια αυτή αντικατοπτρίζεται στη μάλλον ανεπιτυχή διατύπωση του κανόνα, ο οποίος, χρησιμοποιώντας την έκφραση «κατάσταση που απορρέει από οικονομικά γεγονότα ή περιστάσεις», οδήγησε στη χάραξη διαχωριστικής γραμμής μεταξύ της διαπιστώσεως των γεγονότων και της εκτιμήσεως της οικονομικής καταστάσεως ως συνόλου. Σημαντικό νομολογιακό προηγούμενο επί του ζητήματος αυτού αποτελεί η απόφαση της 21ης Μαρτίου 1955 του Δικαστηρίου στην υπόθεση 6/54, Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών κατά Ανωτάτης Αρχής (Race. 1954-1955, σ. 207).
Αξίζει να υπομνησθούν τα σημαντικότερα σημεία αυτής της αποφάσεως. Κατ' αρχάς, το Δικαστήριο έκρινε ότι, προκειμένου να εξακριβωθεί αν είναι αναγκαίος ο καθορισμός ανωτάτων τιμών, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της εκ μέρους της Ανωτάτης Αρχής διαπιστώσεως των οικονομικών περιστάσεων και των συνεπειών τις οποίες συνήγαγε σχετικά, καθώς και ότι οι περιστάσεις και οι συνέπειες αυτές μπορούν να υποβληθούν στον έλεγχο του Δικαστηρίου μόνον εφόσον έχει προβληθεί λόγος περί εκδήλου αγνοήσεως διατάξεων της Συνθήκης. Μετά την διευκρίνιση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι η έκδηλη αγνόηση πρέπει να χαρακτηρίζεται από ορισμένο βαθμό βαρύτητας, «τέτοιο ώστε η αγνόηση αυτή να φαίνεται ότι πηγάζει από προφανές σφάλμα κατά την εκτίμηση, εν όψει των διατάξεων της Συνθήκης, της καταστάσεως βάσει της οποίας εκδόθηκε η απόφαση»· κατά συνέπεια, το Δικαστήριο περιορίστηκε στη διαπίστωση αν υπήρχε οικονομική κατάσταση «τέτοια ώστε να φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι η προσβαλλομένη απόφαση
ουδόλως ήταν αναγκαία για την επιδίωξη των σκοπών του άρθρου 3 της Συνθήκης».
Τελικώς, νομίζω ότι από τη διατύπωση του άρθρου 33 (στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 36) και από την προαναφερθείσα απόφαση μπορούν να συναχθούν οι ακόλουθες σκέψεις, χρήσιμες για την λύση της προκείμενης υποθέσεως:
1)
το Δικαστήριο δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να προβεί στην εκτίμηση της απλής σκοπιμότητας ενός μέτρου οικονομικής πολιτικής, όταν καλείται να κρίνει αν το μέτρο ελήφθη κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου· αυτό ισχύει ιδίως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το μέτρο στηρίζεται σε οικονομικές προβλέψεις (πρβλ. τη διατύπωση «επίκειται κρίση» στο άρθρο 61, στοιχείο β)·
2)
για να μπορέσει να ελέγξει, βάσει της Συνθήκης ΕΚΑΧ, την εκ μέρους της Επιτροπής εκτίμηση μιας οικονομικής καταστάσεως η οποία οδήγησε στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει την ύπαρξη επαρκών στοιχείων τα οποία να δείχνουν ότι αγνοήθηκε κατά έκδηλο τρόπο η Συνθήκη·
3)
στην περίπτωση αυτή, ο δικαστικός έλεγχος έχει ως αντικείμενο την εξακρίβωση του αν το ληφθέν μέτρο είναι προδήλως αδικαιολόγητο, λαμβανομένων υπόψη των προθέσεων που καθορίζει η Συνθήκη και της σφαιρικής εκτιμήσεως της οικονομικής καταστάσεως.
Είναι σχεδόν περιττό να προστεθεί ότι η ενδεχόμενη αποδοχή των λόγων που προβάλλονται κατά της γενικής αποφάσεως της οποίας αμφισβητείται η νομιμότητα θα είχε ως μόνη συνέπεια τη μη εφαρμογή της αποφάσεως αυτής στις προσβαλλόμενες ατομικές αποφάσεις, οι οποίες θα στερούνταν έτσι του νομίμου ερείσματος τους. Αντίθετα, δεν θα είχε ως συνέπεια την ακύρωση της γενικής αποφάσεως· ούτε η Συνθήκη ούτε η νομολογία του Δικαστηρίου αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας ως προς το ζήτημα αυτό.
5.
Μεταξύ των πολυάριθμων ισχυρισμών που προβάλλουν οι προσφεύγουσες προς στήριξη του λόγου περί παραβάσεως της Συνθήκης, θα αρχίσω με την εξέταση των αιτιάσεων που έχουν σχέση με την ύπαρξη των νομίμων προϋποθέσεων για την καθιέρωση του συστήματος κατωτάτων τιμών το οποίο προβλέπει το άρθρο 61. Κατά το άρθρο αυτό, η Επιτροπή μπορεί να καθορίζει, για ένα ή περισσότερα προϊόντα της αρμοδιότητας της ΕΚΑΧ, «κατώτατες τιμές εντός της κοινής αγοράς, αν διαπιστώνει ότι υφίσταται ή επίκειται έκδηλη κρίση και είναι αναγκαία μια τέτοια απόφαση για την επίτευξη των στόχων που ορίζονται στο άρθρο 3».
Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η κρίση περί της συνδρομής και των δύο αυτών προϋποθέσεων αποτελεί, κατά ρητή πρόβλεψη, αντικείμενο διακριτικής εξουσίας της Επιτροπής, όπως προκύπτει από τη χρησιμοποίηση της διατυπώσεως «αν διαπιστώνει...». Για τους λόγους που μόλις εξέθεσα, επομένως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο έλεγχος του Δικαστηρίου σχετικά με την ύπαρξη ή την απειλή κρίσεως και σχετικά με την ανάγκη εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τους σκοπούς του άρθρου 3 επιτρέπεται μόνον εάν φαίνεται «prima facie» ότι υπάρχει έκδηλη αγνόηση της Συνθήκης, ότι πρέπει δε να περιορίζεται στην διαπίστωση του αν η εκτίμηση της Επιτροπής ήταν προφανώς εσφαλμένη, έτσι ώστε η εκτίμηση αυτή να παραβιάζει κατάφωρος το κοινοτικό δίκαιο.
Η επιχειρηματολογία σχετικά με το ζήτημα της υπάρξεως ή της απειλής κρίσεως αναπτύχθηκε από τις Ιταλίδες προσφεύγουσες και ειδικότερα από την επιχείρηση Feralpi, προσφεύγουσα στην υπόθεση 264/78. Η προσφεύγουσα αυτή αρνείται ότι στην έννοια της «κρίσεως» ή της «επικείμενης κρίσεως» περιλαμβάνονται επίσης οι δυσχέρειες τις οποίες αντιμετωπίζει μέρος μόνον ορισμένου παραγωγικού τομέα και τις οποίες δεν αντιμετωπίζουν οι άλλες επιχειρήσεις του τομέα αυτού, χάρη στην πιο εκσυγχρονισμένη τεχνολογία τους ή στον καλύτερο συνδυασμό των πλουτοπαραγωγικών πηγών έτσι ώστε να επιτυγχάνουν μεγαλύτερη παραγωγικότητα. Η χρησιμοποίηση νέων τεχνικών και η παρουσία καλύτερα οργανωμένων παραγωγών οδηγούν, πράγματι, μακροπρόθεσμα σε νέες ισορροπίες, με το κλείσιμο ή την αντικατάσταση των παλαιών και μη παραγωγικών επιχειρήσεων, προς προφανές όφελος όλης της βιομηχανίας.
Εν προκειμένω δεν αμφισβητείται ότι, κατά την εποχή της εκδόσεως της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ, η κοινοτική παραγωγή ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής βρισκόταν σε παρακμή. Εν τούτοις, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι οι δυσχέρειες τις οποίες αντιμετώπιζαν τα μεγάλα συγροτήματα παραγωγής σιδήρου και χάλυβος του βορρά στον εν λόγω τομέα οφείλονταν μάλλον στην απηρχαιωμένη οργάνωση του συστήματος παραγωγής τους παρά στη μείωση της εσωτερικής ζητήσεως. Επομένως, η απειλή κρίσεως, συνδεόμενη προς την κατάσταση αυτή, δεν αφορούσε την αγορά η οποία, κατά την άποψη αυτή, εξακολουθούσε να παρουσιάζει αξιοσημείωτη ικανότητα απορροφήσεως σε τιμές οι οποίες απέφεραν ακόμα κέρδος για το ήμισυ περίπου των παραγωγών της Κοινότητας. Δυσχέρειες (κυρίως οικονομικού χαρακτήρα) αντιμετώπιζαν οι επιχειρήσεις με μικρότερη παραγωγικότητα, λόγω, κυρίως — όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες — ελλείψεως ανταγωνιστικότητας στην κοινοτική αγορά και, κατά μείζονα λόγο, στη διεθνή αγορά.
Όσον αφορά την έννοια της κρίσεως κατά το άρθρο 61, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι πρέπει να συνδεθεί προς την κατάσταση της αγοράς. Σύμφωνα με έναν από τους σχολιαστές του άρθρου 61 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, «οι κατώτατες τιμές έχουν ως σκοπό να θεραπεύσουν ενδεχόμενη πτώση τιμών οφειλόμενη είτε στην διάρθρωση της αγοράς είτε στην συγκυρία, καθόσον διαφορετικά θα μειωνόταν η παραγωγική ικανότητα που διαπιστώνεται μακροπρόθεσμα ότι είναι απαραίτητη για τον εφοδιασμό της αγοράς, αφετέρου δε η σημαντική μείωση των τιμών θα μπορούσε στη συνέχεια να οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση τους» (Βλ. Zimmermann στο Quadri, Monaco, Trabucchi, Commentario CECA τ. II, σ. 832 και 833). Είναι σαφές ότι εν προκειμένω γίνεται αναφορά σε μία έννοια κρίσεως η οποία θεωρείται φαινόμενο της αγοράς με χαρακτήρα συγκυριακό (πρόσκαιρη πτώση του συνήθους επιπέδου της ζητήσεως) ή διαβρωτικό ( πλεόνασμα παραγωγικής ικανότητας σε σχέση με το σύνηθες επίπεδο της ζητήσεως). Ένα φαινόμενο αυτού του είδους αφορά κατ' ανάγκην το σύνολο των παραγωγικών επιχειρήσεων, ιδίως αν θεωρηθεί από διαρθρωτική άποψη, δεδομένου ότι το πλεόνασμα της παραγωγικής ικανότητας δεν μπορεί παρά να είναι αποτέλεσμα της καταστάσεως στην οποία βρίσκεται το σύνολο της κοινοτικής βιομηχανίας.
Στην προκειμένη υπόθεση, παρόλο που οι κατώτατες τιμές χρησιμεύουν αμέσως στην προστασία μέρους των κοινοτικών παραγωγών ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής κατά του (νόμιμου) ανταγωνισμού του άλλου μέρους των παραγωγών, που είναι πιο δραστήριοι, είναι επίσης αλήθεια ότι, καταλείποντας στους πρώτους περιθώρια ελιγμών για να προσπαθήσουν να αναδιαρθρωθούν και να γίνουν ανταγωνιστικότεροι, οι τιμές αυτές έχουν ως σκοπό την αποφυγή υπέρμετρης μειώσεως της κοινοτικής παραγωγικής δυναμικότητας στον εν λόγω τομέα καθώς και των αντίκτυπων της στο επίπεδο απασχολήσεως εντός της Κοινότητος.
Η άποψη που υποστήριξε η προσφεύγουσα Feralpi, κατά την οποία η καθιέρωση πιο εξελιγμένων τεχνικών και η χάρη σ' αυτές βελτίωση της παραγωγικότητας καταλήγουν, μακροπρόθεσμα, σε νέες ισορροπίες, είναι βεβαίως ακριβής· είναι, όμως, επίσης αναντίρρητο ότι, βραχυπρόθεσμα, είναι δυνατόν οι λιγότερο δυναμικές επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν σοβαρές δυσχέρειες. Όταν οι δυσχέρειες αυτές λαμβάνουν ή υπάρχει κίνδυνος να λάβουν μεγάλες διαστάσεις, εν όψει του αριθμού των θιγομένων επιχειρήσεων και των συνεπειών για την δραστηριότητα τους και για το επίπεδο απασχολήσεως, είναι σύμφωνο προς το πνεύμα και προς το σύστημα της Συνθήκης ΕΚΑΧ να ληφθούν υπόψη οι δυνατότητες κρατικής παρεμβάσεως στην αγορά οι οποίες προβλέπονται για την περίπτωση εξαιρετικών καταστάσεων, με σκοπό την απάμβλυνση των επαχθών συνεπειών τις οποίες υπάρχει κίνδυνος να έχει η ελεύθερη λειτουργία των νόμων της αγοράς στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα.
Θα ήθελα ακόμη περαιτέρω, να επισημάνω ότι, εν όψει μιας καταστάσεως που χαρακτηρίζεται όχι μόνον από το πλεόνασμα της προσφοράς σε σχέση με τη ζήτηση, αλλά επίσης και προπάντων από αρκετά σημαντικές διαφορές ως προς τον βαθμό παραγωγικότητας (και επομένως ως προς το επίπεδο του κόστους παραγωγής) μεταξύ των επιχειρήσεων του εν λόγω τομέα, δεν είναι απαραίτητο, προκειμένου να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή απειλή κρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 61, στοιχείο β, το επίπεδο των τιμών που εφαρμόζουν οι παραγωγικότερες από τις επιχειρήσεις να παρίσταται υπερβολικά χαμηλό. Δεν μπορεί επίσης, κατά την γνώμη μου, να αντιταχθεί στην άποψη αυτή το γεγονός ότι ενδεχόμενα σφάλματα κατά την πρόβλεψη, η απερισκεψία, η αμέλεια ή η ανικανότητα επέδρασαν καθοριστικά όσον αφορά την αντιμετώπιση δυσχερειών εκ μέρους των λιγότερο παραγωγικών επιχειρήσεων.
Όλες αυτές οι σκέψεις με οδηγούν στην άποψη ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία έκδηλης αγνόησης της πρώτης προϋποθέσεως του άρθρου 61, στοιχείο β. Αντίθετα, η εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με την ύπαρξη ή την απειλή έκδηλης κρίσεως, υπό τις εξακριβωθείσες πραγματικές περιστάσεις, φαίνεται ορθή. Υπ' αυτό το πρίσμα, επομένως, είναι δικαιολογημένη η εφαρμογή των μέτρων παρεμβάσεως που προβλέπει το άρθρο 61, στοιχείο β.
6.
Μια άλλη αιτίαση στηριζόμενη στην έννοια της κρίσεως προβάλλει η προσφεύγουσα Rumi. Η εταιρεία αυτή υποστηρίζει ότι το άρθρο 61 επιτρέπει την καθιέρωση κατωτάτων τιμών μόνο ως προληπτικό μέτρο, ενώ σε περίπτωση έκδηλης κρίσεως πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 58, το οποίο προβλέπει την εφαρμογή συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής.
Νομίζω ότι η άποψη αυτή είναι αβάσιμη. Είδαμε ήδη ότι το άρθρο 61, στοιχείο β, παρέχει στην Επιτροπή εξουσία να καθορίζει κατώτατες τιμές εντός της κοινής αγοράς, όχι μόνον εάν επίκειται, αλλά και όταν υφίσταται ήδη έκδηλη κρίση. Το άρθρο 58 εξαρτά την εφαρμογή συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής από την διαπίστωση ότι τα μέτρα δράσεως που προβλέπονται στο άρθρο 57 δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση της κρίσεως· μεταξύ των εμμέσων αυτών μέτρων δράσεως περιλαμβάνονται οι παρεμβάσεις σε θέματα τιμών που προβλέπει η Συνθήκη, επομένως δε, ειδικότερα, και η καθιέρωση συστήματος κατωτάτων τιμών βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 61, στοιχείο β. Είναι, συνεπώς, προφανές ότι η υποχρέωση της Επιτροπής να προβεί στην καθιέρωση συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής υφίσταται μόνο εφόσον έχει διαπιστωθεί ότι είναι αδύνατον να αντιμετωπισθεί η κρίση μέσω — μεταξύ άλλων — των παρεμβάσεων σε θέματα τιμών.
Πρέπει να προστεθεί ότι σε περίπτωση έκδηλης κρίσεως, η θέσπιση των μέτρων του άρθρου 58 προϋποθέτει εν πάση περιπτώσει ότι η Επιτροπή έχει προβεί σε πολυσύνθετες οικονομικές αξιολογήσεις, απαραίτητες προκειμένου να εκτιμηθεί η ανεπάρκεια των εμμέσων μέτρων δράσεως και, συνεπώς, η ανάγκη προσφυγής σε νέες μεθόδους. Λαμβανομένης υπόψη της ευρείας διακριτικής εξουσίας της Επιτροπής, η οποία είναι συμφυής προς την ίδια την φύση των εκτιμήσεων αυτών, δεν αρκεί να διαπιστωθεί ότι το σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής θα λειτουργούσε αποτελεσματικότερα από το σύστημα κατωτάτων τιμών, ώστε να συναχθεί η έλλειψη νομιμότητας της επιλογής του τελευταίου αυτού συστήματος στην οποία προέβη η Επιτροπή.
7.
Ας εξετάσουμε τώρα αν υπήρχε η δεύτερη από τις δύο προϋποθέσεις από τις οποίες το άρθρο 61, στοιχείο β, εξαρτά την καθιέρωση συστήματος κατωτάτων τιμών, δηλαδή αν μπορούσε εν προκειμένω να γίνει δεκτή η ύπαρξη ανάγκης λήψεως τέτοιου είδους μέτρων «για την επίτευξη των στόχων που ορίζονται στο άρθρο 3». Πολλές προσφεύγουσες, ιδίως οι ιταλικές επιχειρήσεις, αρνούνται ότι η απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ συνάδει με την προϋπόθεση αυτή. Ας μου επιτραπεί, όμως, να υπογραμμίσω ότι, κατά την εξέταση του ζητήματος, πρέπει να αποφευχθεί η σύγχυση της προϋποθέσεως του αναγκαίου του καθορισμού κατωτάτων τιμών, σε σχέση με το άρθρο 3, στο πλαίσιο της καταστάσεως της αγοράς του εν λόγω προϊόντος, προς τις διάφορες απόψεις της λειτουργικότητας, του εφαρμόσιμου και της καταλληλότητας του συστήματος παρεμβάσεως όπως εφαρμόστηκε στη πράξη.
Κατά τις προσφεύγουσες, η εν λόγω γενική απόφαση είναι αντίθετη προς το μεγαλύτερο μέρος των στόχων του άρθρου 3 και ειδικότερα, προς τους υπό στοιχεία α, γ, δ, στ και ζ.
Σχετικά, πρέπει, κατ' αρχάς, να λεχθεί ότι, για να μπορεί να γίνει λόγος για προφανή παράβαση της δεύτερης προϋποθέσεως του άρθρου 61, στοιχείο β, δεν αρκεί να υποστηριχθεί (ούτε, ενδεχομένως, να διαπιστωθεί) ότι η απόφαση για τις κατώτατες τιμές είναι ασυμβίβαστη προς ορισμένους από τους σκοπούς που προβλέπει το προαναφερθέν άρθρο 3.
Η νομολογία του Δικαστηρίου είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι «στην πράξη, θα πρέπει να γίνει κάποιος συμβιβασμός μεταξύ των διαφόρων στόχων του άρθρου 3, διότι είναι προσφανώς αδύνατο να πραγματοποιηθούν σε μέγιστο βαθμό όλοι μαζί και καθένας χωριστά, καθ' όσον οι στόχοι αυτοί αποτελούν γενικές αρχές, η πραγματοποίηση και η εναρμόνιση των οποίων πρέπει να επιδιώκεται κατά το μέτρο του δυνατού (απόφαση της 21ης Ιουνίου 1958 στην υπόθεση 8/57, Groupement des Hauts Fourneaux et Aciéries Belges κατά Ανωτάτης Αρχής, Race. 1958, σ. 227, ιδίως σ. 242· βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 13ης Ιουνίου 1958 στην υπόθεση 9/56, Meroni).
Αν η «ανάγκη συμβιβασμού» μεταξύ των διαφόρων στόχων επιβάλλεται σε περίπτωση κανονικής καταστάσεως της αγοράς, η ύπαρξη της πρέπει να γίνει δεκτή κατά μείζονα λόγο όταν υπάρχει κατάσταση κρίσεως η οποία δικαιολογεί τη θέσπιση εξαιρετικών μέτρων. Πράγματι, δεδομένου ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για ενέργειες περιορισμένες χρονικώς, είναι ακόμη πιο κατανοητό το να δίνει προτεραιότητα η Επιτροπή σε ορισμένους στόχους, ακόμα και με τίμημα την προσωρινή θυσία ορισμένων άλλων. Η επιλογή αυτή εμπίπτει, προφανώς, στο πεδίο της διακριτικής εξουσίας της Επιτροπής και δεν μπορεί να γίνει παρά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, βάσει της εκτιμήσεως της οικονομικής πραγματικότητας που υφίσταται κατά τη στιγμή της θεσπίσεως των εξαιρετικών μέτρων.
Είναι προφανές ότι δύσκολα θα μπορέσει να αποφευχθεί η αντίθεση ενός μέτρου που παρεκκλίνει από τους συνήθεις κανόνες λειτουργίας της κοινής αγοράς άνθρακος και χάλυβος προς ορισμένους από τους στόχους του άρθρου 3. Έτσι, για παράδειγμα, ο υπό στοιχείο γ στόχος, σχετικά με τον καθορισμό των πιο χαμηλών τιμών εντός της Κοινής Αγοράς, είναι αναμφίβολα αντίθετος προς τον καθορισμό κατωτάτων τιμών σε επίπεδο υψηλότερο από το επίπεδο των τιμών που θα μπορούσε να εφαρμόζει ένα μέρος των παραγωγών του εν λόγω τομέα. Προς αποφυγή, όμως, αυτής της αντιφάσεως, θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή οφείλει να καθορίσει το επίπεδο των υποχρεωτικών κατωτάτων τιμών στο ύψος του επιπέδου των πιο χαμηλών τιμών που ισχύουν στην αγορά, πράγμα που θα συνιστούσε υπέρμετρο περιορισμό της διακριτικής εξουσίας της Επιτροπής όσον αφορά τον καθορισμό των τιμών βάσει του άρθρου 61.
Αρκετά σαθρή, μου φαίνεται, εν συνεχεία, η αιτίαση που αναφέρεται στην φερόμενη παράβαση του υπό στοιχείο α, του άρθρου 3 στόχου (της μέριμνας για τον κανονικό εφοδιασμό της κοινής αγοράς). Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι θα μπορούσαν να έχουν εξασφαλίσει αυτόν τον εφοδιασμό σε τιμές καλύτερες απ' αυτές που καθορίστηκαν εξουσιαστικά. Ωστόσο, φαίνεται υπερβολικός ο ισχυρισμός ότι τα γενικά προβλήματα εφοδιασμού ολόκληρης της κοινοτικής ζώνης σε ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής θα μπορούσαν να έχουν λυθεί αν επαφεθεί κανείς στην πρωτοβουλία των παραγωγών της Brescia. Νομίζω, αντίθετα, ότι ο καθορισμός των κατωτάτων τιμών ήταν σύμφωνος προς τον υπό στοιχείο α, του άρθρου 3 στόχο, δεδομένου ότι η προσωρινή προστασία υπό την οποία τέθηκαν οι λιγότερο αποδοτικές επιχειρήσεις προκειμένου να καταστεί δυνατόν να εκσυγχρονίσουν και να αναδιοργανώσουν τις εγκαταστάσεις τους είχε ως σκοπό να εξασφαλίσει στην Κοινότητα κανονικό εφοδιασμό της αγοράς, αποφεύγοντας τον κίνδυνο να κλείσουν μαζικά επιχειρήσεις παραγωγής, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεπάρκεια του προϊόντος.
Περαιτέρω, οι προσφεύγουσες κακώς επικαλούνται παράβαση του υπό στοιχείου δ στόχου, κατά τον οποίον τα όργανα της Κοινότητας οφείλουν «να μεριμνούν για την διατήρηση των συνθηκών, οι οποίες ωθούν τις επιχειρήσεις να αναπτύσσουν και βελτιώνουν το παραγωγικό τους δυναμικό». Είναι αλήθεια ότι ο καθορισμός των κατωτάτων τιμών σε επίπεδο υψηλότερο από το επίπεδο των τιμών της αγοράς δεν συμβάλλει στην πραγματοποίηση του στόχου αυτού όσον αφορά τις παραγωγικότερες επιχειρήσεις, η εκτίμηση όμως πρέπει να είναι διαφορετική όσον αφορά την κατάσταση των επιχειρήσεων που βρίσκονται κάτω από το όριο παραγωγικότητας. Η προστασία που τους παρασχέθηκε προσωρινά τους επέτρεψε, πράγματι, να διαθέτουν τα απαραίτητα οικονομικά μέσα και τον απαραίτητο χρόνο για να βελτιώσουν την παραγωγική δυναμικότητα τους και να φθάσουν το επίπεδο των πιο δυναμικών ανταγωνιστών τους.
Οι προσφεύγουσες επικαλούνται, επίσης, αντίθεση προς τον στόχο της προαγωγής της αναπτύξεως των διεθνών συναλλαγών, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 3, στοιχείο στ, τούτο δε σε σχέση με το γεγονός ότι κατά το άρθρο 5 της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ, η συμμόρφωση προς τις κατώτατες τιμές επιβάλλεται και στους κοινοτικούς παραγωγούς όταν πραγματοποιούν απευθείας πωλήσεις στις τρίτες χώρες που αναφέρει αυτή η διάταξη. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι ο κανόνας αυτός στηρίζεται στους ιδιαίτερους δεσμούς μεταξύ της Κοινότητας και ορισμένων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών και ότι η ανάπτυξη των διεθνών συναλλαγών δεν φαίνεται να τίθεται σε κίνδυνο από μέτρο το οποίο αφορά μόνο μικρή ομάδα τρίτων χωρών.
Φαίνεται, επίσης, ότι, μέχρις ορισμένου σημείου, ο καθορισμός κατωτάτων τιμών εναρμονίζεται προς τον υπό στοιχείο ζ, του άρθρου 3 στόχο, κατά τον οποίο τα όργανα της Κοινότητας οφείλουν «να προάγουν την κανονική επέκταση και τον εκσυγχρονισμό της πραγωγής καθώς και τη βελτίωση της ποιότητος», αποφεύγοντας, ωστόσο, την λήψη προστατευτικών μέτρων κατά των ανταγωνιστριών επιχειρήσεων, τα οποία δεν δικαιολογούνται από μη νόμιμη συμπεριφορά των επιχειρήσεων αυτών. Στην προκειμένη υπόθεση, είναι βέβαιο ότι η Επιτροπή, καθορίζοντας υποχρεωτικές κατώτατες τιμές, είχε την πρόθεση να βοηθήσει τις επιχειρήσεις που διέρχονταν κρίση να βελτιώσουν την παραγωγή τους και να ανακτήσουν την ικανότητα επεκτάσεως· η απόφαση είχε, όμως, προστατευτικό αποτέλεσμα, παρόλο που καμιά αιτίαση σχετική με παράνομη εμπορική πρακτική δεν προβλήθηκε κατά των επιχειρήσεων της Brescia όσον αφορά την προ της καθιερώσεως του συστήματος κατωτάτων τιμών συμπεριφορά τους. Μπορεί μόνο να παρατηρηθεί ότι, άπαξ και έγινε χρήση του μέτρου των κατωτάτων τιμών, ήταν πολύ δύσκολη η προώθηση της αναπτύξεως και του εκσυγχρονισμού των επιχειρήσεων οι οποίες κυρίως επλήγησαν από την κρίση, χωρίς οι τιμές αυτές να λειτουργήσουν ως προστατευτικά μέτρα έναντι των επιχειρήσεων οι οποίες είχαν κατορθώσει να διακριθούν στο πεδίο του ελεύθερου ανταγωνισμού.
Η προσφεύγουσα της υποθέσεως 83/79, Maximilianshütte, υποστηρίζει, από την πλευρά της, ότι η απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ είναι αντίθετη προς το άρθρο 3, στοιχείο ε, το οποίο προβλέπει υποχρέωση των κοινοτικών οργάνων «να προάγουν τη βελτίωση των όρων διαβιώσεως και εργασίας του εργατικού δυναμικού κατά τρόπο που να επιτρέπει την εξίσωση τους με στόχο την πρόοδο, σε κάθε μία από τις βιομηχανίες ευθύνης της Κοινότητος». Κατά την προσφεύγουσα, η αντίθεση συνίσταται στο γεγονός ότι η απόφαση είχε γι' αυτήν ως συνέπεια την υποχρέωση να απολύσει μέρος του προσωπικού της, εφόσον ήθελε να την τηρήσει αυστηρώς. Τον ισχυρισμό αυτό προέβαλαν κι άλλες προσφεύγουσες κυρίως εν αναφορά προς το περιορισμένο ζήτημα της καταστάσεως ανάγκης, προκειμένου να δικαιολογήσουν το ανεφάρμοστο της κυρώσεως στη συγκεκριμένη ατομική περίπτωση. Πράγματι, η ειδική περίπτωση μιας μόνης επιχειρήσεως δεν μπορεί να έχει άμεση σημασία όσον αφορά την εκτίμηση της νομιμότητας μιας γενικής αποφάσεως. Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη του αντίκτυπου που θα είχε το προαναφερθέν φαινόμενο της ξαφνικής διακοπής της λειτουργίας πολυάριθμων επιχειρήσεων για το απασχολούμενο σ' αυτές εργατικό δυναμικό, φαίνεται σαφώς, τουλάχιστον κατ' αρχήν, ότι η καθιέρωση συστήματος κατωτάτων τιμών ήταν σύμφωνη προς τον υπό στοιχείο ε κοινωνικό στόχο. Ενώ είναι, πράγματι, αλήθεια ότι η απόφαση δεν συμβάλλει στη βελτίωση των όρων διαβιώσεως και εργασίας του εργατικού δυναμικού, με την απόφαση αυτή επιχειρήθηκε, πάντως, να αποφευχθεί η χειροτέρευση αυτών των όρων. Ο στόχος αυτός πρέπει θεωρηθεί σύμφωνος προς το πνεύμα, αν μη προς το γράμμα, της προαναφερθείσης διατάξεως.
Η αναλυτική εξέταση των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι προσφεύγουσες οδηγεί, επομένως, στη διαπίστωση ότι η Επιτροπή, όταν έκρινε ότι η έκδοση της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ ήταν αναγκαία για την πραγματοποίηση των στόχων του άρθρου 3 — και ειδικότερα, όπως είδαμε, των υπό στοιχεία α, δ, και ε στόχων — δεν αγνόησε κατά έκδηλο τρόπο την Συνθήκη.
Τα ανωτέρω αρκούν προκειμένου να θεωρηθεί αβάσιμος ο ισχυρισμός περί παραβάσεως της διατάξεως του άρθρου 61 λόγω μη τηρήσεως της δεύτερης προϋποθέσεως που αναφέρεται στο στοιχείο β του εν λόγω άρθρου.
8.
Η ανάγκη εκδόσεως της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι στόχοι του άρθρου 3 αμφισβητήθηκε από τις Ιταλίδες προσφεύγουσες από δύο άλλες απόψεις: από την άποψη του επιπέδου των υποχρεωτικών κατωτάτων τιμών (το οποίο, κατά την γνώμη τους, ήταν υπερβολικά υψηλό) και από την άποψη της ανεπαρκείας του ληφθέντος μέτρου παρεμβάσεως. Η πρώτη από τις αιτιάσεις αυτές μπορεί να εξετασθεί υπό το φως του άρθρου 61 και του άρθρου 3, δεδομένου ότι έχει την έννοια ότι, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του άρθρου, δεν ήταν απαραίτητο να καθορισθούν οι τιμές στο επίπεδο που προβλέπει η προαναφερθείσα απόφαση (με άλλα λόγια, θα αρκούσε να καθορισθούν χαμηλότερες τιμές). Αντίθετα, μου φαίνεται ότι με την άλλη αιτίαση τίθεται το πρόβλημα της καταλληλότητας του ληφθέντος μέτρου σε σχέση με τον σκοπό του, το οποίο θα εξετασθεί αργότερα υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας.
Κατ' αρχάς, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι το άρθρο 61 δεν περιέχει κριτήρια περιοριστικού χαρακτήρα όσον αφορά το επίπεδο των τιμών (ανωτάτων ή κατωτάτων) τις οποίες μπορεί να επιβάλλει η Επιτροπή· η εν λόγω διάταξη αρκείται, όσον αφορά τις τυπικές προϋποθέσεις του μέτρου, στην απαίτηση η Συμβουλευτική Επιτροπή και το Συμβούλιο να διατυπώνουν γνώμη και επ' αυτού του σημείου. Είχα ήδη την ευκαιρία να πω ότι η αναφορά του άρθρου 61, στοιχείο β, στο άρθρο 3 θα μπορούσε να οδηγήσει στην άποψη ότι η Επιτροπή οφείλει να τηρεί το χαμηλότερο επίπεδο (άρθρο 3, στοιχείο γ), η άποψη όμως αυτή θα οδηγούσε, όσον αφορά τις κατώτατες τιμές, στο παράλογο συμπέρασμα ότι η επιβαλλόμενη τιμή πρέπει πάντοτε να συμπίπτει με την πλέον εύλογη τιμή αγοράς, ενώ είναι σαφές ότι η χρήση του μέτρου του καθορισμού τιμών πρέπει να συνοδεύεται από επαρκές περιθώριο ελαστικότητας. Γι' αυτό, νομίζω ότι ο καθορισμός του επιπέδου κατωτάτων τιμών έχει σαφώς χαρακτήρα τεχνικό και γίνεται κατά ευρεία διακριτική ευχέρεια. Πρέπει, επομένως, να υπομνησθεί σχετικά ότι το Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει μόνον τις επιλογές της Επιτροπής, κατά το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 36, όταν προκύπτει ότι κατά την οικονομική εκτίμηση αγνοήθηκε κατά έκδηλο τρόπο ο κανόνας δικαίου, δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, ο κανόνας που απαγορεύει σιωπηρώς τον καθορισμό τόσο υψηλών τιμών, ώστε να παρεμποδίζεται η επιδίωξη των στόχων του άρθρου 3 ή να φαίνονται υπερβολικές ενόψει αυτών των σκοπών.
Κατόπιν τούτων, θεωρώ σκόπιμη την περαιτέρω προσέγγιση του εξεταζομένου ζητήματος. Η βασική αιτίαση που προβάλλουν οι προσφεύγουσες κατά της Επιτροπής είναι ότι καθόρισε τις τιμές σε μέσο επίπεδο, υψηλότερο από αυτό που εφάρμοζαν μέχρι τότε οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και χαμηλότερο από αυτό που εφάρμοζαν οι επιχειρήσεις οι οποίες διέρχονταν κρίση. Το «πολιτικό» αυτό κριτήριο αγνόησε το γεγονός ότι τα έξοδα των επιχειρήσεων διαφέρουν όχι μόνον σε σχέση με την χρησιμοποιούμενη πρώτη ύλη, αλλά και σε σχέση με κριτήρια διαχειρίσεως και οργανώσεως. Η Επιτροπή, όμως, έλαβε υπόψη μόνον τα σχετικά με το χρησιμοποιούμενο υλικό έξοδα, υπολογίζοντας τον «μέσον όρο» μεταξύ των εξόδων των επιχειρήσεων παραγωγής ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής που χρησιμοποιούν ράβδους σιδήρου και των εξόδων των επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν σι-δηρομετάλλευμα. Η μόνη σύμφωνη προς τα άρθρα 3 και 61 λύση θα ήταν, όπως υποστηρίζεται, ο καθορισμός των τιμών στο επίπεδο της «ελάχιστης θετικής οριακής αποδοτικότητας». Μόνον έτσι δεν θα είχαν θυσιασθεί οι παραγωγικότερες από τις επιχειρήσεις.
Οι παρατηρήσεις τις οποίες εξέθεσα περιληπτικώς παραλείπουν να λάβουν υπόψη τους τυπικούς στόχους ενός συστήματος κατωτάτων τιμών το οποίο εφαρμόζεται σε μια αγορά που χαρακτηρίζεται από την έλλειψη ισορροπίας μεταξύ δυναμικότερων επιχειρήσεων και μειονεκτουσών επιχειρήσεων από άποψη ελεύθερου ανταγωνισμού. Μου φαίνεται προφανές ότι, σε μια τέτοια κατάσταση, οι υποχρεωτικές κατώτατες τιμές έχουν την τάση να αυξάνουν τις δυνατότητες πωλήσεων των μειονεκτουσών επιχειρήσεων και, παράλληλα, δεν μπορούν παρά να μειώνουν τις δυνατότητες αυτές για τις δυναμικότερες επιχειρήσεις, κατά το μέτρο που περιορίζουν την δυνατότητα τους να προσφέρουν το προϊόν σε εύλογες τιμές. Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως, έπρεπε να καθορισθούν τιμές σε τέτοιο επίπεδο ώστε να διευκολύνεται η συνέχιση της δραστηριότητας των ισχυρότερων από τις επιχειρήσεις που τελούν κάτω από το όριο παραγωγικότητας και να τους επιτρέπεται να πραγματοποιούν την αναδιοργάνωση και τον εκσυγχρονισμό τους. Δεν μπορεί δε να γίνει δεκτή η άποψη των προσφευγουσών κατά την οποία, λόγω του γεγονότος ότι καθόρισε τις κατώτατες τιμές σε επίπεδο υψηλότερο από τις τιμές που μπορούσαν να εφαρμόσουν οι ανταγωνιστικότερες επιχειρήσεις, η Επιτροπή αγνόησε κατά έκδηλο τρόπο την διάταξη του άρθρου 61, στοιχείο β.
Κατά την γνώμη μου, το κριτήριο του «μέσου όρου» (καίτοι μη αριθμητικό), από το οποίο εμπνεύσθηκε η Επιτροπή, δεν μπορεί να θεωρηθεί αδικαιολόγητο. Πράγματι, δεδομένου ότι το επίπεδο των εξόδων παρουσίαζε σημαντικές διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της Κοινότητας, το επίπεδο των κατωτάτων τιμών δεν μπορούσε να προσαρμοστεί προς τα έξοδα των λιγότερο παραγωγικών επιχειρήσεων, διότι αυτό θα σήμαινε υπέρμετρη αλλοίωση των πραγματικών δεδομένων της αγοράς, με σημαντική αύξηση των τιμών, η οποία θα ήταν οικονομικώς αναπόδεκτη για τους καταναλωτές. Αφετέρου, δεν θα ήταν δυνατόν να ληφθούν υπόψη αποκλειστικά τα έξοδα των παραγωγικότερων επιχειρήσεων, διότι αυτό θα είχε καταστήσει άσκοπο τον καθορισμό κατωτάτων τιμών, λαμβανομένης υπόψη της λειτουργίας η οποία τους ανατίθεται στο πλαίσιο του συστήματος το οποίο καθιερώθηκε με την απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ. Επομένως, έπρεπε να γίνει συμβιβασμός μεταξύ των καταστάσεων και των συμφερόντων των διαφόρων ομάδων ενδιαφερομένων παραγωγών, η δε Επιτροπή ενήργησε σύμφωνα με αυτή την απαίτηση.
Αξίζει, τέλος, να εγκύψω λίγο στον κανόνα του προτελευταίου εδαφίου του άρθρου 61, κατά το οποίο «κατά τον καθορισμό των τιμών η Ανωτάτη Αρχή οφείλει να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη εξασφαλίσεως της ανταγωνιστικής ικανότητας τόσο των βιομηχανιών του άνθρακος ή του χάλυβος, όσο και των καταναλωτριών βιομηχανιών, σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 3, περίπτωση γ». Η παραπομπή στο άρθρο 3, στοιχείο γ, φαίνεται, εν προκειμένω ότι έχει σκοπό να αξιοποιήσει προπάντων το κριτήριο κατά το οποίο πρέπει να αποφευχθεί η εξαιτίας των διακυμάνσεων των τιμών πρόκληση γενικών αυξήσεων ή αυξήσεων των τιμών που ισχύουν σε άλλους τομείς, καθώς και το κριτήριο βάσει του οποίου πρέπει να εξασφαλίζονται οι αποσβέσεις και οι κανονικές δυνατότητες αποδόσεως του κεφαλαίου.
Πράγματι, η διάταξη του προαναφερθέντος προτελευταίου εδαφίου του άρθρου 61 φαίνεται ότι έχει προπάντων ως σκοπό να συμβιβάσει τα συμφέροντα των επιχειρήσεων παραγωγής προς τα συμφέροντα των επιχειρήσεων καταναλώσεως των προϊόντων. Δεν μπορεί, ωστόσο, να αγνοηθεί το γεγονός ότι αναγνωρίζεται σαφώς η ανάγκη εξασφαλίσεως της ανταγωνιστικής ικανότητας των επιχειρήσεων παραγωγής. Στην προκειμένη υπόθεση μπορεί από αυτά να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, αν το επίπεδο των τιμών είχε καθορισθεί κατά τρόπο ώστε να αποκλείεται προφανώς κάθε ανταγωνιστική ικανότητα των επιχειρήσεων στις οποίες απευθύνεται η γενική απόφαση, η απόφαση αυτή θα έπρεπε να θεωρηθεί παράνομη. Οι προσφεύγουσες δήλωσαν ότι η ανταγωνιστική τους ικανότητα εθίγη σοβαρά από την απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ, καθ' όσον στον τομέα των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής το πεδίο των τιμών είναι το κατ' εξοχήν ανοικτό στον ανταγωνισμό, οι δε διαφορές στην ποιότητα είναι πρακτικά ασήμαντες. Σε περίπτωση όμως όπως η εξεταζόμενη εν προκειμένω, ο μηχανισμός των κατωτάτων τιμών χειροτερεύει κατ' ανάγκην την κατάσταση των δυναμικότερων και ανταγωνιστικότερων επιχειρήσεων. Κατά την γνώμη μου, κρίσιμο είναι το γεγονός ότι η κατώτατη τιμή, επειδή έχει καθορισθεί σε επίπεδο χαμηλότερο από το επίπεδο των τιμών των επιχειρήσεων οι οποίες επλήγησαν περισσότερο από την κρίση, αφήνει ένα περιθώριο ανταγωνισμού στις άλλες επιχειρήσεις. Εν πάση περιπτώσει, δεν νομίζω ότι προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματικά στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις έχασαν κάθε ικανότητα ανταγωνισμού εξαιτίας της περί ης ο λόγος αποφάσεως.
9.
Εκτός από την αμφισβήτηση της νομιμότητας της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ εν αναφορά προς το άρθρο 61 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και προς το άρθρο 3, στο οποίο παραπέμπει η υπό στοιχείο β διάταξη του άρθρου αυτού, οι προσφεύγουσες επικαλούνται ορισμένες άλλες διατάξεις του τίτλου Ι της Συνθήκης, δηλαδή τα άρθρα 2,4 και 5, υποστηρίζοντας ότι και οι διατάξεις αυτές παραβιάστηκαν με την έκδοση της εν λόγω πράξεως. Πρέπει, λοιπόν, εν συνεχεία, να εξετασθούν αυτές οι αιτιάσεις.
Κατά το άρθρο 2, δεύτερο εδάφιο, η Κοινότητα «οφείλει να δημιουργήσει προοδευτικώς τις προϋποθέσεις που εξασφαλίζουν μόνες τους την ορθολογικότερη κατανομή της παραγωγής στο υψηλότερο επίπεδο πα-ραγωγικότητος, διαφυλάττοντας συγχρόνως τη συνεχή απασχόληση και αποφεύγοντας την πρόκληση θεμελιωδών και παρατεινομένων διαταραχών της οικονομίας των κρατών μελών». Κατά τις προσφεύγουσες, η διάταξη αυτή παραβιάστηκε, καθ' όσον οι κατώτατες τιμές των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής καθορίστηκαν σε επίπεδο το οποίο αναιρεί το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των παραγωγικότερων επιχειρήσεων, εμποδίζοντας τες να προσφέρουν το προϊόν σε πιο εύλογη τιμή, ενώ το επίπεδο παραγωγικότητας τους θα τους το επέτρεπε. Κατά συνέπεια, ο καθορισμός κατωτάτων τιμών προσκρούει και στο μέρος της ανωτέρω παρετεθείσης διατάξεως το οποίο αναφέρεται στην διαφύλαξη της συνεχούς απασχολήσεως, δεδομένου ότι, αν οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις είχαν συμμορφωθεί προς την προσβαλλομένη απόφαση, θα είχε τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η απασχόληση σε σημαντικό μέρος της κοινοτικής βιομηχανίας στον εν λόγω τομέα.
Η προσφεύγουσα της υποθέσεως 83/79, Maximilianshütte, επικαλείται από την πλευρά της παράβαση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 2, το οποίο αναθέτει στην Κοινότητα την «αποστολή να συμβάλει, εν αρμονία με τη γενική οικονομία των κρατών μελών... στην οικονομική επέκταση, στην ανάπτυξη της απασχολήσεως και στην ανύψωση του βιοτικού επιπέδου εντός των κρατών μελών». Κατά παράβαση του κανόνος αυτού, το σύστημα κατωτάτων τιμών επέβαλε, κατά τους ισχυρισμούς της εν λόγω προσφεύγουσας, αδικαιολόγητη επιβάρυνση στην οικονομία της Νότιας Γερμανίας και στους μέτριας σημασίας παραγωγούς προϊόντων χάλυβος.
Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι το εν λόγω άρθρο καθορίζει με πολύ ευρεία διατύπωση την «αποστολή» την οποία καλείται να εκπληρώσει η Κοινότητα. Το κείμενο αυτής της διατάξεως — και ειδικότερα η αναφορά στην «προοδευτική δημιουργία» των προϋποθέσεων που προβλέπει — δείχνει ότι η εν λόγω διάταξη έχει βασικά χαρακτήρα προγραμματικό. Η πραγματοποίηση των γενικών στόχων, στην επιδίωξη των οποίων πρέπει να τείνει ολόκληρη η δράση της Κοινότητας αποτελεί κατ' ανάγκην έργο μακράς πνοής, το οποίο υπόκειται αναπόφευκτα στην επίδραση των ενδεχομένων περιστάσεων. Μερικές φορές, οι περιστάσεις αυτές καθιστούν αναγκαίες, βραχυπρόθεσμα, ενέργειες οι οποίες, θεωρούμενες κα-θεαυτές, μπορεί να φαίνονται ότι παρεκκλίνουν από τους σκοπούς του άρθρου 2, οι οποίες όμως, υπό ευρύτερη προοπτική, συμβάλλουν στην εξασφάλιση της πραγματοποιήσεως των εν λόγω σκοπών με τη μικρότερη δυνατή θυσία για το σύνολο των διοικούμενων.
Στην πραγματικότητα, προβλέποντας σε ορισμένες περιπτώσεις κυριαρχικές παρεμβάσεις, η Συνθήκη εισήγαγε εξαιρέσεις στους συνήθεις κανόνες λειτουργίας της Κοινής Αγοράς, οι οποίοι στηρίζονται στις αρχές της οικονομίας της αγοράς (όπως δείχνουν οι διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 4). Υπάρχει, επομένως, στη Συνθήκη ένας συνδυασμός κανόνων, απολύτως συμφώνων προς τις αρχές αυτές και κανόνων που αποκλίνουν από αυτές — υπό σαφώς καθορισμένες προϋποθέσεις — απονέμοντας ευρείες εξουσίες στα κοινοτικά όργανα. Σε τελική ανάλυση, όμως, και οι κανόνες του δευτέρου είδους είναι σύμφωνοι προς τους γενικούς στόχους, κατά το μέτρο που η άσκηση των εξουσιών παρεμβάσεως τις οποίες επιτρέπουν έχει ως στόχο να υπερνικήσει τις συγκυριακές περιστάσεις οι οποίες είναι αντίθετες προς την διατήρηση ελεύθερης αγοράς.
Στην προκειμένη υπόθεση, πρέπει να αναγνωριστεί ότι χωρίς την απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ, σχεδόν τα δύο τρίτα των επιχειρήσεων παραγωγής της Κοινότητας θα είχαν βρεθεί σε πολύ δύσκολη κατάσταση, μην μπορώντας να αντέξουν τον ανταγωνισμό των παραγωγικότερων επιχειρήσεων πιθανώς, θα προκαλούνταν βλαπτικές συνέπειες για την απασχόληση, ενώ η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης προβλέπει την διαφύλαξη της συνέχειας της. Αφετέρου, η απόφαση ανταποκρινόταν και στην ανάγκη αποφυγής θεμελιωδών και παρατεινομένων διαταραχών στην οικονομία των κρατών μελών, τις οποίες θα είχε προκαλέσει η ενδεχόμενη διακοπή της παραγωγής πολυάριθμων επιχειρήσεων παραγωγής ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής οι οποίες πλήττονταν βαρύτερα από την κρίση. Επομένως, ενώ είναι αλήθεια ότι όσον αφορά την «ορθολογικότερη κατανομή της παραγωγής στο υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητος» θα ήταν προτιμότερο να καταλειφθεί στις οικονομικώς και τεχνικώς πιο προηγμένες επιχειρήσεις πλήρης ελευθερία να καθορίζουν τις τιμές πωλήσεως τους και συνεπώς να επωφελούνται της ανταγωνιστικής ικανότητας τους έναντι των άλλων παραγωγών της Κοινότητας, οι κίνδυνοι που θα δημιουργούσε η κατάσταση αυτή για την διαφύλαξη της συνεχούς απασχολήσεως και της ίδιας της παραγωγικής μηχανής για το μεγαλύτερο μέρος των ανταγωνιστών τους δικαιολογούν τα προσβαλλόμενα μέτρα ακόμα και εν αναφορά προς τις γενικές διατάξεις του άρθρου 2.
Η μορφή την οποία έλαβε η κοινοτική αγορά ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής λόγω της εμφανίσεως μιας ισχυρής ομάδας παραγωγών μικρής σημασίας μεταξύ των λιγότερο συγχρόνων και πιο δυσκίνητων επιχειρήσεων δημιούργησε πρόβλημα επιλογής μεταξύ των αντιθέτων συμφερόντων των δύο ομάδων επιχειρηματιών, ακόμη δε μεταξύ δύο ξεχωριστών συμφερόντων της ολότητας: ενθάρρυνση και ανταμοιβή, αφενός, όσων διακρίνονται στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού, εν ονόματι της παραγωγικότητας και της αποτελεσματικότητας, ή μέριμνα για τη διαφύλαξη σε ολόκληρη την Κοινότητα της συνεχούς απασχολήσεως και για την επιβίωση μιας ευρύτερης και περισσότερο διαδεδομένης παραγωγικής μηχανής, θεωρούμενα αφηρημένα, και τα δύο συμφέροντα είναι άξια προστασίας· υπό τις ειδικές, όμως, συνθήκες υπό τις οποίες εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, βρίσκονταν σε αντίθεση μεταξύ τους. Αρκεί να σημειωθεί εδώ ότι ήταν έργο της Επιτροπής να προβεί (βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον) στην επιλογή. Η επιλογή αυτή δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, στον έλεγχο του Δικαστηρίου, το οποίο, όπως είπα, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις δικές του εκτιμήσεις σκοπιμότητας στη θέση των επιλογών οικονομικής πολιτικής στις οποίες προέβη το αρμόδιο κοινοτικό όργανο. Απομένει να προστεθεί, εννοείται: εκτός της περιπτώσεως εκδήλου αγνοήσεως των κοινοτικών κανόνων δεν νομίζω, όμως, ότι μπορεί πράγματι να γίνει λόγος περί κατάφωρου παραβάσεως του άρθρου 2 στην προκειμένη υπόθεση.
10.
Αναφερόμενες στο άρθρο 4 της Συνθήκης το οποίο ορίζει τις βασικές απαγορεύσεις που συνδέονται με την εγκαθίδρυση και την διατήρηση της κοινής αγοράς άνθρακος και χάλυβος, οι προσφεύγουσες προέβαλαν κατ' αρχάς αιτίαση διακρίσεως μεταξύ παραγωγών, στηριζόμενες στο γεγονός ότι οι διατάξεις και η πρακτική με τις οποίες πραγματοποιείται αυτή η διάκριση απαγορεύονται από την υπό στοιχείο β διάταξη του εν λόγω άρθρου. Κατά τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών, στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει διάκριση μεταξύ παραγωγών επειδή, βασικά, το σύστημα των κατωτάτων τιμών ευνόησε ορισμένους απ' αυτούς (τους λιγότερο ανταγωνιστικούς) εις βλάβην των άλλων. Προφανώς, τα αμφισβητούμενα μέτρα δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τυπική άποψη, δεδομένου ότι οι κατώτατες τιμές που καθόρισε η απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ είναι ίδιες για όλους τους κοινοτικούς παραγωγούς. Πρόκειται, κατά τις προσφεύγουσες, για μια «de facto» διάκριση, υπό την έννοια ότι δύο διαφορετικές καταστάσεις — η κατάσταση των ανταγωνιστικότερων παραγωγών και η κατάσταση των επιχειρήσεων που τελούσαν σε κατάσταση κρίσεως — αντιμετωπίστηκαν κατά τον ίδιο τρόπο, με την επιβολή του ενιαίου συστήματος κατωτάτων τιμών. Δεδομένου δε ότι το επίπεδο των τιμών αυτών είναι χαμηλότερο από τις τιμές του τιμοκαταλόγου που εφάρμοζαν προηγουμένως όλες οι κοινοτικές επιχειρήσεις, πλην των επιχειρήσεων της Brescia, οι τελευταίες αυτές επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή, λαμβάνοντας το αμφισβητούμενο γενικό μέτρο, έλαβε υπόψη την κατάσταση των άλλων επιχειρήσεων και όχι την θέση και το μερίδιο της αγοράς των μικρών και μεσαίων ιταλικών επιχειρήσεων, παραβαίνοντας και από αυτή την άποψη την απαγόρευση διακρίσεων.
Σχετικά, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι ουσιώδες χαρακτηριστικό της διακρίσεως είναι ο αδικαιολόγητος, για να μην πω αυθαίρετος, χαρακτήρας της ίσης μεταχειρίσεως διαφορετικών περιπτώσεων ή της άνισης μεταχειρίσεως ομοίων περιπτώσεων. Η επικρινόμενη, όμως, ίση μεταχείριση επιχειρήσεων που τελούσαν σε διαφορετικές καταστάσεις, δεν μπορεί να θεωρηθεί αδικαιολόγητη. Πράγματι, η καθιέρωση υποχρεωτικών κατωτάτων τιμών σε επίπεδο υψηλότερο από την τιμή αγοράς, την οποία επιτρέπει η Συνθήκη σε περίπτωση κρίσεως ή απειλής κρίσεως και η οποία αποσκοπεί στην προστασία των ασθενέστερων επιχειρήσεων, μπορεί να είναι αποτελεσματική από την άποψη της επιτεύξεως του νομικού της σκοπού μόνο εφόσον δεσμεύει όλους τους επιχειρηματίες του οικείου τομέα. Αν αποβλέψει κανείς στα αποτελέσματα που θα επιτυγχάνονταν με την απόφαση, και τα οποία πράγματι επιτεύχθηκαν για τις επιχειρήσεις οι οποίες τελούν σε διαφορετική κατάσταση από άποψη ανταγωνισμού και παραγωγικότητας, δεν εκπλήττει το γεγονός ότι τα αποτελέσματα αυτά ήταν ευνοϊκά για ένα μέρος των επιχειρήσεων και δυσμενή για ένα άλλο. Είναι μια λογική συνέπεια των εν λόγω μέτρων. Επομένως, νομίζω ότι η άποψη περί δυσμενούς διακρίσεως των προσφευγουσών στερείται ερείσματος.
Προς στήριξη της αιτιάσεως περί ελλείψεως νομιμότητας της γενικής αποφάσεως για τις κατώτατες τιμές έγινε επίκληση μιας άλλης διατάξεως που περιέχεται στο άρθρο 4, στοιχείο β: πρόκειται για τη διάταξη κατά την οποία απαγορεύονται «τα μέτρα ή κάθε πρακτική που εμποδίζουν την ελεύθερη επιλογή του προμηθευτού από τον αγοραστή». Ελέχθη ότι η εν λόγω απόφαση εμποδίζει την ελεύθερη αυτή επιλογή και συνιστά, περαιτέρω, περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων, αντίθετο προς την υπό στοιχείο α διάταξη του ίδιου άρθρου. Και τούτο διότι ο καταναλωτής, έχοντας δυνατότητα επιλογής μόνο μεταξύ προϊόντων που πωλούνται στην ίδια τιμή, έχει μια φυσική τάση να αγοράζει στην εθνική του αγορά· αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον de facto περιορισμό των δυνατοτήτων πωλήσεως σε πελάτες από άλλα κράτη μέλη, επομένως δε τον περιορισμό των εμπορικών ανταλλαγών εντός της Κοινότητος.
Νομίζω ότι, στην πραγματικότητα, η επίδραση του συστήματος κατωτάτων τιμών επί των ρευμάτων των εμπορικών ανταλλαγών και της ελεύθερης επιλογής των προμηθευτών από τους αγοραστές είναι τόσο έμμεση συνέπεια της αποφάσεως ώστε να μην μπορεί να υποστηριχθεί ότι η απόφαση αυτή προσκρούει στο άρθρο 4, στοιχείο α (κατά το γράμμα του οποίου απαγορεύονται οι ποσοτικοί περιορισμοί της κυκλοφορίας των προϊόντων) ή στο άρθρο 4, στοιχείο β, in fine. Θα ήθελα, ιδίως, να παρατηρήσω ότι η επιλογή του προμηθευτή επηρεάζεται συχνά από άλλους παράγοντες εκτός της τιμής. Ας προστεθεί ότι τα φαινόμενα για τα οποία διατυπώνονται παράπονα προϋποθέτουν ότι ορισμένοι παραγωγοί ενός κράτους μέλους επιβλήθηκαν στις αγορές άλλων κρατών μελών χάρη στις χαμηλές τους τιμές· αν γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή μπορεί να καθορίσει υποχρεωτική κατώτατη τιμή υψηλότερη από τις ιδιαιτέρως εύλογες αυτές τιμές και ότι επιτρέπεται, επίσης, να επιδιώκεται με το μέτρο του καθορισμού κατωτάτων τιμών ο στόχος της αυξήσεως της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικής ικανότητας των άλλων παραγωγών οι οποίοι διέρχονται κρίση, τα εν λόγω φαινόμενα θα εμφανισθούν, καθαυτά, ως οικονομικά μειονεκτήματα συνδεδεμένα με την παρέμβαση της Επιτροπής και όχι ως ένδειξη παραβάσεως της Συνθήκης εκ μέρους της. Τέλος, αν εθεωρείτο ότι ένα μέτρο καθιερώσεως κατωτάτων τιμών, ίδιων σε ολόκληρη τη Κοινότητα, συνιστά κατ' ανάγκη εμπόδιο στην ελεύθερη επιλογή του προμηθευτή και στην ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών, θα έπρεπε να δοθεί η απάντηση ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, προβλέποντας τη δυνατότητα λήψεως ενός τέτοιου μέτρου, δέχθηκε, προφανώς, και την δυνατότητα προσωρινής αποκλίσεως από τις υπό στοιχεία α και β του άρθρου 4 διατάξεις με την καθιέρωση του μέτρου αυτού.
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ακόμα κατά της εν προκειμένω εξεταζόμενης γενικής αποφάσεως ότι αποτελεί περιοριστικό μέτρο το οποίο αποσκοπεί στην κατανομή και την εκμετάλλευση των αγορών, κατά παράβαση του άρθρου 4, στοιχείο δ, και ότι νοθεύει τους κανονικούς όρους ανταγωνισμού, σε αντίθεση προς το άρθρο 5, προτελευταίο εδάφιο. Οι αιτιάσεις αυτές στηρίζονται σε επιχειρήματα ίδια με αυτά που προβλήθηκαν σε σχέση με την κατά τις προσφεύγουσες υφισταμένη παράβαση του άρθρου 4, στοιχεία α και β, και ανταποκρίνονται στην ίδια λογική την οποία ήδη αντέκρουσα. Οφείλω, λοιπόν, να επαναλάβω ότι κάθε απόφαση περί καθορισμού κατωτάτων τιμών περιορίζει αισθητά τη δυνατότητα ανταγωνισμού των επιχειρήσεων στο επίπεδο των τιμών και ενέχει έτσι τον κίνδυνο να ευνοήσει τη στεγανοποίηση της κοινής αγοράς, μέσω της de facto προτιμήσεως την οποία οι καταναλωτές έχουν την τάση να δείχνουν στους τοπικούς προμηθευτές· αυτό όμως είναι μειονέκτημα εγγενές στο σύστημα κατωτάτων τιμών και που δεν το καθιστά βεβαίως, ανίσχυρο. Γνωρίζουμε, εξ άλλου, ότι τα εν λόγω μέτρα προβλέφθηκαν για μια σχετικώς βραχεία
περίοδο και ότι είναι νόμιμα μόνο σε περίοδο κρίσεως- αν τα μέτρα αυτά διατηρούνταν και μετά την έκλειψη των περιστάσεων οι οποίες τα δικαιολογούν, το αποτέλεσμα θα ήταν να τονισθεί ακόμη ο προστατευτικός τους χαρακτήρας και να ευνοηθούν επίσης οι επιχειρήσεις που δεν κατόρθωσαν να γίνουν ανταγωνιστικές μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Η εξέλιξη αυτή — η οποία επί του παρόντος ουδόλως μπορεί να προβλεφθεί — θα ήταν αντίθετη προς το πνεύμα της Συνθήκης και προς τις θεμελιώδεις αρχές της κοινής αγοράς άνθρακος και χάλυβος. Όπως όμως έχουν ήδη τα πράγματα, πρέπει να θεωρηθούν αβάσιμες και οι αιτιάσεις οι οποίες στηρίζονται στα άρθρα 4, στοιχείο δ, και 5.
11.
Πέραν των κανόνων της Συνθήκης τους οποίους ανέφερα και ανέπτυξα μέχρι στιγμής, έγινε επίκληση, προς στήριξη των προσφυγών, και δύο άγραφων αρχών του κοινοτικού δικαίου. Αναφέρομαι στο θεμελιώδες δικαίωμα του σεβασμού της ατομικής ιδιοκτησίας και στην αρχή της αναλογικότητας.
Δεν νομίζω ότι είναι ανάγκη να ασχοληθώ δια μακρών με το πρώτο σημείο. Κατά τις προσφεύγουσες, το σύστημα κατωτάτων τιμών δημιούργησε συνθήκες τέτοιες ώστε οι επιχειρηματίες κινδύνευαν να χάσουν τις επιχειρήσεις που τους ανήκουν, τούτο δε σε αντίθεση προς την κατοχύρωση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας από την Ευρωπαϊκή σύμβαση για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ειδικότερα από το πρώτο πρόσθετο πρωτόκολλο της συμβάσεως αυτής). Είχα ήδη την ευκαιρία να τονίσω — στις προτάσεις που ανέπτυξα στις 8 του περασμένου Νοεμβρίου επί της υποθέσεως 44/79, Hauer — ότι το δικαίωμα της ιδιοκτησίας αναγνωρίζεται και προστατεύεται πλήρως στο πλαίσιο της κοινοτικής εννόμου τάξεως, τόσο βάσει των συνταγματικών αρχών οι οποίες είναι κοινές στα κράτη μέλη όσο και βάσει του συστήματος της Ευρωπαϊκής συμβάσεοις· ακόμη, ότι με την προστασία αυτή εξασφαλίζονται εγγυήσεις στο άτομο, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις της απαλλοτριώσεως και. του περιορισμού της ιδιοκτησίας χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Μου φαίνεται όμως προφανές ότι η απόφαση περί καθιερώσεως συστήματος υποχρεωτικών κατωτάτων τιμών δεν έχει καμία σχέση με τις περιπτώσεις στερήσεως ή περιορισμού της ιδιοκτησίας: πρόκειται για απλή και αμιγή κανονιστική ρύθμιση της οικονομικής δραστηριότητας των επιχειρήσεων. Πράγματι, φαίνεται ότι, με τέτοιες γενικές αναφορές στα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου, οι προσφεύγουσες θέλησαν να επικαλεστούν και την ελευθερία της οικονομικής πρωτοβουλίας· ουδέποτε όμως η ελευθερία αυτή θίγεται από μέτρο το οποίο αφορά τις τιμές, δεδομένου ότι παρέχει στο άτομο την δυνατότητα να επιλέγει οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα και να δημιουργεί και διοικεί επιχειρήσεις, χωρίς όμως να περιορίζει την εξουσία των αρχών να παρεμβαίνουν στον τομέα της οικονομίας, υποβάλλοντας, ενδεχομένως, τη διαμόρφωση των τιμών σε περιορισμούς χάριν του δημοσίου συμφέροντος.
Περαιτέρω, η υπό εξέταση αιτίαση στηρίζεται στη σύγχυση μεταξύ του μέτρου του καθορισμού κατωτάτων τιμών και των συνεπειών τις οποίες θα μπορούσε, κατά τις προσφεύγουσες, να έχει η εφαρμογή του. Πρέπει να υπογραμμισθεί, επομένως, ότι η νομιμότητα του μέτρου ενόψει των σχετικών με τα δικαιώματα του ανθρώπου θεμελιωδών αρχών δεν μπορεί να εξαρτάται από τις δυσμενείς συνέπειες τις οποίες υποτίθεται (ή υποστηρίζεται) ότι το μέτρο αυτό θα μπορούσε να έχει για ορισμένους από αυτούς για τους οποίους προορίζεται. Το πολύ, δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες κάνουν λόγο για βαρύτατες συνέπειες όσον αφορά τη δραστηριότητα τους ή την ίδια την ύπαρξη τους, οι οποίες θα μπορούσαν να επέλθουν από την απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ στην περίπτωση που θα συμμορφώνονταν προς αυτήν, το σύννομο της επελεύσεως
τόσο βαριών ζημιών μπορεί να εξετασθεί το πλαίσιο του ζητήματος της καταστάσεως ανάγκης, με το οποίο θα ασχοληθώ αργότερα.
12.
Η άποψη κατά την οποία το μέτρο καθορισμού κατωτάτων τιμών παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας υποστηρίχτηκε με βάση τον ισχυρισμό ότι το βάρος που επιβλήθηκε με το μέτρο αυτό σε ένα μέρος των αποδεκτών του (τις ανταγωνιστικότερες από τις επιχειρήσεις) ήταν υπέρμετρο. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, για να συμμορφωθούν προς την απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ, θα έπρεπε να ελαττώσουν αισθητά τη δραστηριότητα τους, με τους σημαντικούς κινδύνους που αυτό συνεπάγεται από οικονομική και εμπορική άποψη και με αρνητικές επιπτώσεις στο επίπεδο της απασχολήσεως. Οι συνέπειες αυτού του είδους θα ήταν πολύ πιο αισθητές για τις μικρές χαλυβουργικές επιχειρήσεις που ειδικεύονται στην παραγωγή ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, κατά το μέτρο που μόνο η πλήρης χρησιμοποίηση της παραγωγικής τους δυναμικότητας θα τους επέτρεπε να εξακολουθήσουν τη δραστηριότητα τους παρά το υψηλό επίπεδο των σταθερών εξόδων διοικήσεως· λείπει, πράγματι, το στοιχείο της αντισταθμίσεως, το οποίο στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις συνίσταται στην παραγωγή άλλων προϊόντων. Εξάλλου, το βάρος που επιβλήθηκε στις ανταγωνιστικότερες επιχειρήσεις είχε, κατά τις προσφεύγουσες, χαρακτήρα άσκοπης θυσίας, λόγω της ανεπαρκείας της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Οι προσφεύγουσες ανέπτυξαν δια μακρών το σημείο αυτό, τονίζοντας προπάντων δύο κενά του συστήματος κατωτάτων τιμών, όπως αυτό καθορίστηκε με την εν λόγω απόφαση: το γεγονός ότι το σύστημα αυτό δεν επεκτάθηκε αμέσως στους εμπόρους ίυπενθύιιισα ύδη ότι αυτό ποοβλέφθτικε αόλις στα τέλη του Δεκεμβρίου 1977, με την απόφαση 3002/77, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 95, της Συνθήκης ΕΚΑΧ) καν τη σχετική με αυτό ελευθερία των τιμών κατά την πώληση ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής εισαγομένων απευθείας από τρίτες χώρες. Τα αρχικά αυτά μειονεκτήματα του συστήματος καθιστούσαν, κατά τις προσφεύγουσες, αδύνατη την πραγματοποίηση των σκοπών που επιδιώκονταν με την απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ· κατά συνέπεια, οι επιχειρήσεις που ήταν υποχρεωμένες να εφαρμόζουν κατώτατες τιμές έβλεπαν να θυσιάζεται η ελευθερία δράσεως τους χωρίς κανένα κέρδος, σε αντίθεση προς την αρχή της αναλογικότητας.
Κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα των κενών του συστήματος κατωτάτων τιμών κατά την πρώτη περίοδο της εφαρμογής του, είναι αναμφίβολου σπουδαιότητος. Η σοβαρότητα της καταστάσεως που δημιουργήθηκε από το γεγονός ότι για ορισμένο χρόνο έμεινε ανοικτός ο δρόμος για το εμπόριο με ελεύθερες τιμές αξίζει να εξεταστεί προσεκτικά, κατά δε τη σχετική εκτίμηση δεν πρέπει να λησμονείται η συμπεριφορά των προσφευγουσών επιχειρήσεων. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι μπορεί να αναγνωριστεί η ύπαρξη παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, αν δεν εξεταστεί προσεκτικά το πεδίο εφαρμογής της αρχής αυτής και η σημασία την οποία αποκτούν τα πραγματικά δεδομένα υπό το φως της.
Για τους παραγωγούς που ήταν σε θέση να πωλούν σε τιμές χαμηλότερες από τις κατώτατες τιμές που καθόρισε η Επιτροπή, καθώς και για τους πελάτες τους, η απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ ισοδυναμούσε με εξουσιαστική επιβολή μιας όχι ασήμαντης αυξήσεως των τιμών. Εν όψει αυτής της αυξήσεως, η οποία δεν μπορούσε βεβαίως να γίνει ευχαρίστως δεκτή από τους αγοραστές, το να αφεθούν οι έμποροι ελεύθεροι να
πωλούν σε ευνοϊκότερες τιμές είτε τα αποθέματα τους είτε τα εισαγόμενα από τρίτες χώρες εμπορεύματα δημιουργούσε μια κατάσταση η οποία θα προκαλούσε αναταραχή στην αγορά. Οι πελάτες των ικανότερων παραγωγών, οι οποίοι προηγουμένως είχαν εφαρμόσει καλύτερες τιμές, εξωθούνταν να κάνουν αλλού τις παραγγελίες τους ή, τουλάχιστον, να τις καθυστερούν με την ελπίδα ότι θα μπορέσουν να επιτύχουν και από τους συνήθεις προμηθευτές τους τους όρους με τους οποίους πωλούσαν οι έμποροι.
Ο πραγματικός κίνδυνος να προκληθεί αλυσιδωτή αντίδραση μεταξύ των παραγωγών λόγω της ελευθερίας που αναγνωρίστηκε στους εμπόρους, απολύτως κατανοητός από οικονομική και ψυχολογική άποψη, ήταν συνέπεια του γεγονότος — που ανέφερε η Επιτροπή στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της προαναφερθείσης αποφάσεως 3002/77 — ότι ένα σημαντικό μέρος των πωλήσεων ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής στην κοινή αγορά γινόταν μέσω των εμπόρων. Η προσφεύγουσα Maximilianshütte δήλωσε, χωρίς να αντι-κρουσθεί από την καθής, ότι στη γερμανική αγορά τουλάχιστον 85% των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής περνούν από τα χέρια των εμπόρων.
Το μέγεθος των αποθεμάτων που κατείχαν οι τελευταίοι κατά τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ, ικανών να καλύψουν για δύο μήνες το σύνολο της ζητήσεως εντός της Κοινότητας, και η δυνατότητα που είχαν οι έμποροι να συνεχίσουν να τροφοδοτούν τα αποθέματα τους με τιμές χαμηλότερες από τις κατώτατες με την εισαγωγή προϊόντων από τρίτες χώρες αποτελούσαν σοβαρή απειλή για τους παραγωγούς της Κοινότητας και παρείχαν στους πελάτες τους ένα μέσο ασκήσεως πιέσεως κατ' αυτών προκειμένου να εφαρμόσουν ανταγωνιστικές τιμές. Το ίδιο το γεγονός ότι επτά μήνες μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω συστήματος η Επιτροπή αποφάσισε να το επεκτείνει στο εμπόριο, δείχνει ότι το εν λόγω κενό είχε προκαλέσει σοβαρή διαταραχή στην λειτουργία του συστήματος κατωτάτων τιμών.
Όσον αφορά την ελευθερία που αναγνωρίστηκε στους εμπόρους, αξίζει να επισημανθεί και μια άλλη άποψη, την οποία ανέφερε η προσφεύγουσα Maximilianshütte. Είναι γνωστό ότι τα μεγάλα συγκροτήματα βιομηχανιών σιδήρου και χάλυβος ελέγχουν εταιρίες διανομής οι οποίες είναι τυπικά αυτόνομες και δεν περιλαμβάνονται στους «οργανισμούς πωλήσεως τους» κατά την έννοια των αποφάσεων 30 και 31/53 (δηλαδή επιχειρήσεις οι οποίες, εκτός των προϊόντων της μητρικής εταιρίας, εμπορεύονται και προϊόντα άλλων παραγωγών). Μέσω αυτών των εταιριών διανομής, οι μεγάλοι παραγωγοί ήταν σε θέση να ανταγωνίζονται, σε επίπεδο τιμών, τους μικρούς και μεσαίους παραγωγούς. Πράγματι, οι μεγάλοι παραγωγοί, ενώ τυπικώς συμμορφώνονταν προς τις κατώτατες τιμές κατά την πώληση στις εταιρίες διανομής που εξαρτώνταν από αυτούς, μπορούσαν να ορίσουν ότι οι εταιρίες αυτές θα πωλούσαν στην συνέχεια σε χαμηλότερες τιμές, ενώ οι μικροί και οι μεσαίοι παραγωγοί δεν είχαν παρόμοια δυνατότητα.
Σ' αυτό προσετίθεντο τα αποτελέσματα της στρεβλώσεως, όσον αφορά την λειτουργία του εν προκειμένω εξεταζομένου συστήματος, των εισαγωγών από τρίτα κράτη με ελεύθερες τιμές, χαμηλότερες από τις κατώτατες τιμές που επιβάλλονταν στους παραγωγούς της Κοινότητας, καθόσον μάλιστα το 1977η Επιτροπή δεν είχε ακόμη συνάψει με τις κυριότερες εξάγουσες χώρες τα «arrangements» που επέτρεψαν πρόσφατα την προσέγγιση των προσφορών που προέρχονταν από τις χώρες αυτές σε επίπεδα πλησιέστερα προς την κατώτατη κοινοτική τιμή.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος της Επιτροπής, οι πωλήσεις ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής εντός της Κοινότητος αντιπροσώπευαν κατά το 1977 το 3,5% της κοινοτικής παραγωγής, έφθασαν δε κατά το 1978 στο 4,2 %. Παρόλο που τα ποσοστά αυτά φαίνονται ασήμαντα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το φαινόμενο των εισαγωγών με ελεύθερες τιμές είχε μεγάλη σημασία όσον αφορά τη δημιουργία καταστάσεως συγχύσεως στην αγορά και την έλλειψη προθυμίας των αγοραστών να ανεχθούν τις κατώτατες τιμές που καθόρισε η Επιτροπή, τουλάχιστον στις περιπτώσεις όπου επρόκειτο για την κατά παράδοση πελατεία των αποδοτικότερων παραγωγών, οι οποίοι προηγουμένως είχαν εφαρμόσει χαμηλότερες τιμές αγοράς.
Αλλος παράγων συγχύσεως υπήρξε η εκ μέρους των κοινοτικών επιχειρήσεων άσκηση της ευχέρειας ευθυγραμμίσεως προς τους όρους που προσέφεραν οι επιχειρήσεις εκτός της Κοινότητος. Η προαναφερθείσα απόφαση 527/78, της 14ης Μαρτίου 1978, με την οποία απαγορεύτηκε για το μέλλον κάθε ευθυγράμμιση τέτοιου είδους (και τούτο αφού προηγουμένως με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ είχε ήδη επιχειρηθεί η υποβολή των ευθυγραμμίσεων προς τις εξωτερικές προσφορές ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής σε ορισμένες περιοριστικές προϋποθέσεις), επιβεβαιώνει τη βαρύτητα των συνεπειών τις οποίες είχε αυτή η πλευρά της ευχέρειας ευθυγραμμίσεως για τη λειτουργία του συστήματος κατωτάτων τιμών. Στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή δέχθηκε, πράγματι, ότι η εμπειρία είχε αποδείξει την αδυναμία να επιτευχθεί η συμμόρφωση προς τις τιμές αυτές εφόσον οι προσφορές σε χαμηλότερες τιμές μπορούσαν να χρησιμεύουν ως βάση για την ευθυγράμμιση· επίσης, ότι η κατάργηση της ευχέρειας ευθυγραμμίσεως προς τις πλέον κατάλληλες προσφορές που προέρχονταν από τρίτες χώρες ήταν απαραίτητη προκειμένου να αποφευχθεί ο πολλαπλασιασμός αρνητικών συνεπειών επί των τιμών της Κοινότητος. Η βεβαίωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί συμπληρωματική και εύγλωττη αναγνώριση του ότι το σύστημα που εισήγαγε η απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ παρουσίαζε σημαντικά κενά. Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθεί, τέλος, ότι η καθυστερημένη θέση υπό έλεγχο των εισαγωγών από τρίτες χώρες κατέστησε δυνατή την πώληση ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής που παράγονταν σε ένα κράτος μέλος, σε ελεύθερες τιμές σε άλλα κράτη μέλη, μετά τη διαμετακόμιση τους μέσω της Ελβετίας και της Αυστρίας.
Μένει να δούμε αν οι περιστάσεις τις οποίες εξέθεσα οδήγησαν σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Όπως είναι γνωστό, η αρχή αυτή περιλαμβάνεται μεταξύ των θεμελιωδών αρχών της κοινοτικής εννόμου τάξεως (βλ. σχετικά την απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1970 στην υπόθεση 25/70, Einfuhr- und Vorratsstelle für Getreide κατά Köster, Race. σ. 1162 και τις μεταγενέστερες αποφάσεις της 24ης Οκτωβρίου 1973, στην υπόθεση 5/73, Balkan-Import-Export, και της 13ης Νοεμβρίου 1973 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 63-69/72, Werhahn, Race. 1973, σ. 1092 και 1230 αντίστοιχα). Η αρχή αυτή απαιτεί «οι επιδιωκόμενοι σκοποί να επιτυγχάνονται... με την ελάχιστη δυνατή θυσία των θιγομένων επιχειρήσεων» (όπως εκφράστηκε το Δικαστήριο στην απόφαση της 13ης Ιουλίου 1972 στην υπόθεση 19/61, Mannesmann, Race. 1962, σ. 704), ειδικότερα δε τα βάρη που επιβάλλονται στους επιχειρηματίες να μην υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των σκοπών τους οποίους οφείλει να επιδιώκουν τα θεσμικά όργανα (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973 στην υπόθεση Balkan-Import-Export). Έλαβε υπόψη της η Επιτροπή το περιοριστικό αυτό κριτήριο στην παρούσα υπόθεση;
Σχετικά, νομίζω ότι η πρώτη σκέψη που είναι σκόπιμο να γίνει αφορά την φύση του μέτρου το οποίο εξετάζομε: δεν πρόκεται για μέτρο το οποίο επιβάλλει καθαυτό βάρη σε όλους τους αποδέκτες του, αλλά, αντίθετα, για μέτρο το οποίο, λόγω του ορισθέντος επιπέδου τιμής, ευνοεί ορισμένους αποδέκτες και θυσιάζει άλλους, περιορίζοντας την ανταγωνιστική τους ικανότητα και επομένως τις πωλήσεις των προϊόντων τους. Είπα ήδη και μου φαίνεται περιττό να το επαναλάβω ότι η διαφορά αυτή μεταχειρίσεως είναι νόμιμη, καθ' όσον είναι η λογική συνέπεια των μέτρων τα οποία ελήφθησαν σε μια κατάσταση κρίσεως που χαρακτηρίζεται από σημαντική διαφορά παραγωγικότητας. Το κριτήριο της αναλογικότητας πρέπει, επομένως, να εφαρμόζεται όσον αφορά την θυσία που επιβάλλεται στο ένα μέρος των αποδεκτών η έκταση, όμως, της θυσίας αυτής εξαρτάται βασικά από το επίπεδο των κατωτάτων τιμών, σχετικά δε έχω ήδη εκφράσει την πεποίθηση μου ότι η λύση η οποία επελέγη — ένα μέσο επίπεδο σε σχέση με τις τιμές αγοράς — δεν μπορεί να θεωρηθεί αδικαιολόγητη.
Στην πραγματικότητα, οι προσφεύγουσες τονίζουν μάλλον, όπως είδαμε, το άσκοπο της θυσίας, δεδομένης της ανεπαρκείας της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ, δηλαδή της ακαταλληλότητας της για την επίτευξη των επιδιωκομένων σκοπών ελλείψει συμπληρωματικών μέτρων (τα οποία ελήφθησαν αργότερα). Πρόκειται για μια άλλη πτυχή του ζητήματος, της οποίας αναγνώρισα τη σπουδαιότητα· δεν νομίζω όμως ότι μπορεί να θεωρηθεί ως παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. Πράγματι, αφενός μεν, και από τυπική άποψη, μπορεί να αντιταχθεί ότι η τήρηση της αρχής αυτής πρέπει να ελέγχεται εν αναφορά προς το περιεχόμενο της εξεταζόμενης πράξεως και προς το μέγεθος της επιβαρύνσεως την οποία η πράξη αυτή επιβάλλει άμεσα, όχι δε προς την σχέση μεταξύ της εν λόγω πράξεως και άλλων μέτρων τα οποία έχουν σκοπό να ενισχύουν πρακτικά την αποτελεσματικότητα της. Στην πραγματικότητα, ενεργώντας βάσει του άρθου 61, η Επιτροπή δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο από το να ρυθμίσει τις τιμές που εφάρμοζαν οι επιχειρήσεις παραγωγής (το επιβάλλει το άρθρο 80 της Συνθήκης)· για να επεκτείνει την εφαρμογή του συστήματος των κατωτάτων τιμών στους εμπόρους χρειάστηκε να προστρέξει στο άρθρο 95. Αυτό σημαίνει ότι, κατά την λογική της Συνθήκης, η επέμβαση επί των τιμών που αφορά αποκλειστικά την κατηγορία των παραγωγών έχει αυτόνομο χαρακτήρα.
Επομένως, αμφιβάλλω αν το μέτρο αυτό μπορεί να θεωρηθεί αντίθετο με την αρχή της αναλογικότητας λόγω του ότι δεν ελήφθησαν άλλα μέτρα, απαραίτητα για να τεθεί σε λειτουργία ένα οικονομικά αποτελεσματικό σύστημα. Αφ' ετέρου, η εκτίμηση του λυσιτελούς της θυσίας θα απαιτούσε να αποδειχθεί ότι η θυσία αυτή ήταν υπερβολικά επαχθής γι' αυτούς που την υφί-σταντο· είναι πολύ δύσκολο, όμως, να αποδειχθεί κάτι τέτοιο απ' αυτόν που δεν την απέφυγε, δηλαδή που παρέβη την απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ, επειδή την θεώρησε υπερβολικά επαχθή. Με άλλα λόγια, αν η άποψη περί παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας θεμελιωθεί στην ακαταλληλότητα της αποφάσεως αυτής, δεν αρκεί να διαπιστωθεί ότι το σύστημα έπρεπε να συμπληρωθεί με άλλα μέτρα, αλλά θα πρέπει να αποδειχθεί ότι το σύστημα δεν λειτούργησε για όσο χρόνο δεν είχαν ληφθεί τέτοια μέτρα. Είναι όμως αδύνατο σήμερα να διαπιστωθεί αν το σύστημα δεν λειτούργησε καλά λόγω του ότι περιείχε κενά ή λόγω των διαπραχθεισών παραβάσεων.
Οι σκέψεις αυτές με οδηγούν, εν τέλει, στην άποψη ότι στην προκειμένη υπόθεση δεν υφίσταται η παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας την οποία επικαλούνται ορισμένες προσφεύγουσες. Παραμένει, ωστόσο, γεγονός ότι η ενίσχυση του συστήματος των κατωτάτων τιμών με τα άλλα μέτρα τα οποία ελήφθησαν από το τέλος του 1977 έπρεπε να πραγματοποιηθεί ενωρίτερα. Κατά τον καθορισμό των τιμών αυτών σε επίπεδο που υπερέβαινε τις τιμές τις οποίες εφάρμοζαν οι ανταγωνιστικότερες επιχειρήσεις, η Επιτροπή έπρεπε να αναγνωρίσει ότι ήταν αναγκαίο το σύστημα να μην παρουσιάζει κενά, εάν εσκοπείτο να αποφευχθεί η επίταση των δυσχερειών για τις επιχειρήσεις αυτές με την έκθεση τους σε ένα καταστρεπτικό ανταγωνισμό των εμπόρων και των εισαγωγών ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής από τρίτες χώρες. Αυτό, εν πάση περιπτώσει, έπρεπε να το λάβει υπόψη η ίδια η Επιτροπή όταν επέβαλε τις χρηματικές κυρώσεις οι οποίες προβλέπονται σε περίπτωση μη τηρήσεως της γενικής αποφάσεως.
13.
Στο πλαίσιο των αιτιάσεων που στρέφονται κατά της αποφάσεως αυτής, οι Ιταλίδες προσφεύγουσες προέβαλαν και τον λόγο περί καταχρήσεως εξουσίας, υποστηρίζοντας ότι με το μέτρο του καθορισμού κατωτάτων τιμών η Επιτροπή επιδίωξε σκοπούς διαφόρους των δηλωθέντων. Προς στήριξη του λόγου αυτού διατυπώνονται δύο βασικοί ισχυρισμοί. Πρώτον, υποστηρίζεται ότι η εν λόγω απόφαση χρησίμευσε κατ' ουσίαν ως μέσο προστασίας των μεγάλων συγκροτημάτων βιομηχανιών σιδήρου και χάλυβος που δεν ήταν σε θέση να αντέξουν στον ανταγωνισμό στον τομέα των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής και στα οποία μόνο το κυριαρχικά καθοριζόμενο επίπεδο κατωτάτων τιμών θα επέτρεπε να διατηρήσουν ένα μερίδιο της αγοράς. Κατά την επιδίωξη, όμως, της αναδιαρθρώσεως του εν λόγω τομέα έπρεπε να τηρηθεί ο νόμος της αγοράς, ο οποίος θα είχε οδηγήσει τις μη παραγωγικές μεγάλης σημασίας επιχειρήσεις στην διακοπή της δραστηριότητας τους στον τομέα αυτό.
Δεύτερον, στο ληφθέν μέτρο διαφαίνεται, κατά την άποψη αυτών των προσφευγουσών, η πρόθεση επιβολής αντιποίνων κατά των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και προπάντων κατά των επιχειρήσεων της περιοχής της Brescia που δεν είχαν συμμορφωθεί προς την παραγγελία της Επιτροπής με την οποία τους είχε ζητηθεί να εφαρμόσουν ποσοστώσεις επί της παραγωγής τους. Η δεύτερη αυτή πλευρά της καταχρήσεως εξουσίας συνάγεται, όπως υποστηρίζεται, και από το γεγονός ότι η εν λόγω απόφαση, λαμβανομένου υπόψη του επιπέδου των επιβληθεισών κατωτάτων τιμών, επρόκειτο να παραγάγει απ' ευθείας δυσμενείς συνέπειες σχεδόν αποκλειστικά εις βάρος των επιχειρήσεων της Brescia, πράγμα που η Επιτροπή θα πρέπει να γνώριζε καλά όταν εξέδωσε την απόφαση.
Σχετικά, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι οι σκοποί της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ προκύπτουν από το προοίμιο της και ειδικότερα από τις πρώτες πέντε αιτιολογικές σκέψεις. Από αυτές συνάγεται ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να θεραπεύσει την κατάσταση της αγοράς του εν λόγω προϊόντος, επιχειρώντας, ειδικότερα, να δημιουργήσει καλύτερη ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως (επενεργώντας, προφανώς, επί της προσφοράς υπό την έννοια του περιορισμού της) και μεταξύ τιμών και κόστους παραγωγής (σταματώντας την αύξηση των εκπτώσεων), κατά τρόπο ώστε να αυξηθεί η μέση τιμή χρησιμοποιήσεως της παραγωγικής δυναμικότητας. Η προστασία των συγκροτημάτων βιομηχανιών παραγωγής σιδήρου και χάλυβος που παρήγαν με κόστος υψηλότερο από τις τιμές πωλήσεως αποτελούσε αναγκαία συνέπεια αυτής της επιλογής οικονομικής πολιτικής και όχι άσκηση εξουσίας προς σκοπό διαφορετικό από το νόμιμο. Η δε άποψη κατά την οποία η αναδιάρθρωση του εν λόγω τομέα έπρεπε να πραγματοποιηθεί χωρίς κυριαρχικές παρεμβάσεις επί των τιμών ισοδυναμεί με θεωρητική πρόταση μιας εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής όσον αφορά την άσκηση της εξουσίας που παρέχει το άρθρο 61, ουδόλως όμως αποδεικνύει ότι η εξουσία αυτή ασκήθηκε προς σκοπό διαφορετικό από το νόμιμο. Εξ' άλλου, ο νόμιμος σκοπός των μέτρων των οποίων την λήψη επιτρέπει το άρθρο 61, στοιχείο β, δεν μπορεί να ταυτισθεί απλώς και μόνον με την αναδιάρθρωση δεδομένου τομέα παραγωγής (παρόλο που στην προκειμένη υπόθεση ο έμμεσος αυτός σκοπός έχει ιδιαίτερη σημασία)· μπορεί, πράγματι, να υπάρχουν και περιπτώσεις κρίσεως καθαρώς συγκυριακές, αυτό δε που έχει σημασία είναι η απόφαση περί καθορισμού κατωτάτων τιμών να αποσκοπεί πράγματι στην αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ τιμών και κόστους παραγωγής και στη δημιουργία υγιούς σχέσεως μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως, όπως έγινε, κατά την γνώμη μου, εν προκειμένω.
Επομένως, οι αρνητικές επιπτώσεις που είχε η απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, παρ' όλο που ήταν εκ των προτέρων γνωστές στην Επιτροπή, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως στοιχείο που αποδεικνύει την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας. Επαναλαμβάνω ακόμη μία φορά ότι πρόκειται απλώς για μια από τις συνέπειες του μέτρου το οποίο ελήφθη σε κατάσταση κρίσεως που χαρακτηριζόταν από την διαφοροποίηση της παραγωγικότητας μεταξύ μεγάλων επιχειρήσεων και πιο μέτριας σημασίας παραγωγών.
Κατά τη βασική του σύλληψη και κατά την αντικειμενική λειτουργία την οποία καλείται να επιτελέσει, το μέτρο αυτό φαίνεται σύμφωνο προς τους στόχους της Συνθήκης. Κατά τη γνώμη μου, οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν τα «αντικειμενικά στοιχεία» τα οποία αποτελούν το απαραίτητο ελάχιστο προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας το Δικαστήριο έχει δεχθεί επανειλημμένως ότι χρειάζεται ισχυρή απόδειξη (βλ. μεταξύ άλλων, την προαναφερθείσα απόφαση της 21ης Μαρτίου 1955 στην υπόθεση 6/54, κυβέρνηση των Κάτω Χωρών κατά Ανωτάτης Αρχής· την απόφαση της 5ης Μαΐου 1966 στις συ-νεκδικασθείσες υποθέσεις 18 και 35/65, Gutmann, Race. 1966, σ. 141· και την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση23/76, Pellegrini, Race. 1976, σ. 1807, ιδίως δε τη σκέψη 30). Επομένως, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να γίνεν δεκτός.
14.
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, περαιτέρω, κατά της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ τον λόγο περί παραβάσεως ουσιώδους τύπου, με βάση αιτιάσεις που αφορούν τόσο την αιτιολογία της πράξεως όσο και την ακολουθηθείσα διαδικασία εκδόσεως της. Κατά την άποψη τους, η αιτιολογία περιέχει ανεπαρκή και αναπόδεικτα στοιχεία και δεν λαμβάνει υπόψη την ιταλική πραγματικότητα. Όσον αφορά τη διαδικασία, αμφισβητείται το γεγονός ότι έγιναν προκαταρκτικές μελέτες «με τη συμμετοχή των επιχειρήσεων και των ενώσεων των επιχειρήσεων», όπως ορίζει το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, και ότι η διαβούλευση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή αφορούσε αποκλειστικά το βάσει του άρθρου 61 μέτρο.
Κατ' αρχάς, παρατηρώ ότι σε ορισμένες από τις παρούσες δίκες η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου του λόγου αυτού, «επειδή η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η γενική απόφαση θίγει ειδικά και άμεσα ατομικά της συμφέροντα». Δεν είναι σαφές με ποια νομική βάση η προσφεύγουσα προέβαλε την ένσταση αυτή, με την ίδια ακριβώς διατύπωση, όπως είχα την ευκαιρία να υπενθυμίσω και στον λόγο περί καταχρήσεως εξουσίας. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσε να γίνει επίκληση του άρθρου 33, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης προς στήριξη της ενστάσεως που προβλήθηκε όσον αφορά τον τελευταίο αυτόν λόγο — η οποία, όμως, όπως είδαμε, είναι αβάσιμη στο πλαίσιο αυτών των προσφυγών — αλλ' ούτε το άρθρο 33 ούτε καμιά άλλη διάταξη δεν παρέχει έρεισμα στην άποψη κατά την οποία ο λόγος περί παραβάσεως ουσιώδους τύπου είναι απαράδεκτος. Επομένως, η εν λόγω ένσταση πρέπει να απορριφθεί.
Κατά την εξέταση του λόγου περί καταχρήσεως εξουσίας, αναφέρθηκα ήδη στην αιτιολογία της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ, η οποία, όπως διαπίστωσα, επιτρέπει τον σαφή προσδιορισμό των επιδιωκομένων σκοπών. Η αιτιολογία αυτή εκκινεί από τη διαπίστωση της κρίσεως στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβος και των επιπτώσεων της επί των τιμών, αναφέρει την αποτυχία του εκουσίου σχεδιασμού των παραδόσεων των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, υπογραμμίζει τις ιδιαίτερες δυσχέρειες που αντιμετωπίζει η αγορά του προϊόντος αυτού — συμπεραίνοντας ότι «η πραγματοποίηση των στόχων της Συνθήκης τίθεται σε κίνδυνο στον τομέα των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος» — και με βάση αυτά συνεχίζει ότι «η Επιτροπή θεωρεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 61 στην αγορά ράβδων οπλισμού σκυροδέματος». Κατά τη γνώμη μου, οι πέντε αυτές αιτιολογικές σκέψεις επιτρέπουν αβίαστα να γίνει αντιληπτή η συλλογιστική την οποία ακολούθησε η Επιτροπή για την έκδοση του μέτρου που προβλέπει το άρθρο 61, στοιχείο β, της Συνθήκης. Αυτό είναι που έχει σημασία· πράγματι, κατά την νομολογία του Δικαστηρίου, για να είναι επαρκής η αιτιολογία μιας κανονιστικής πράξεως δεν απαιτούνται στοιχεία τόσο λεπτομερή όσο αυτά που μπορεί να είναι απαραίτητα προκειμένου περί πράξεως η οποία απευθύνεται σε άτομα.
Σχετικά, θα περιοριστώ στην αναφορά δύο αποφάσεων: την — ήδη επανειλημμένως αναφερθείσα — απόφαση της 21ης Μαρτίου 1955 στην υπόθεση 6/54, Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών κατά Ανωτάτης Αρχής, και την απόφαση της 13ης Μαρτίου 1968 στην υπόθεση 5/67, Beus κατά Hauptzollamt München-Landsberger Strasse (Race. 1968, σ. 125,143). Στην πρώτη απόφαση το Δικαστήριο εκκινεί από την παρατήρηση ότι τα άρθρα 5 και 15 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ενώ επιτάσσουν στην Ανωτάτη Αρχή να αιτιολογεί τις αποφάσεις της και να δημοσιεύει τις αιτιολογίες αυτές, δεν ορίζουν τον τύπο και την έκταση της υποχρεώσεως αυτής-για τον λόγο αυτό δέχεται ότι οι κανόνες αυτοί, «κατά την λογική τους έννοια», επιβάλλουν να αναφέρονται στην αιτιολογία «τα ουσιώδη στοιχεία των πραγματικών διαπιστώσεων στις οποίες στηρίζεται η νομική θεμελίωση της πράξεως». Επρόκειτο, και σ' αυτή την περίπτωση, για απόφαση που αφορούσε τις τιμές, το δε Δικαστήριο δέχθηκε ότι αρκούσε η αναφορά, εντός της αποφάσεως, της ανάγκης εκδόσεως της πράξεως, ενόψει των στόχων του άρθρου 3 και η ρητή αναφορά σε κατάσταση επιζήμια «για την πραγματοποίηση των στόχων του άρθρου 3». Εν συνεχεία στη δεύτερη από τις προαναφερθείσες αποφάσεις, το Δικαστήριο διευκρίνισε περαιτέρω ότι: «η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως... εξαρτάται από τη φύση του οικείου μέτρου· εν προκειμένω πρόκειται για κανονισμό, δηλαδή για πράξη γενικής εφαρμογής, της οποίας η αιτιολογία μπορεί να περιορίζεται στην αναφορά αφ' ενός μεν της εν γένει καταστάσεως η οποία οδήγησε στην έκδοση της, αφ' ετέρου δε των γενικών στόχων που επιδιώκει· επομένως, δεν μπορεί να απαιτηθεί η ειδική μνεία των διαφόρων — συχνά πολυάριθμων και περίπλοκων — πραγματικών δεδομένων εν όψει των οποίων εκδόθηκε ο κανονισμός, ούτε, κατά μείζονα λόγο, η λίγο-πολύ πλήρης έκθεση της σχετικής εκτιμήσεως».
Εν όψει αυτής της νομολογίας, δεν βλέπω πώς θα μπορούσε να θεωρηθεί ανεπαρκής η αιτιολογία της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ. Θα ήθελα να προσθέσω ότι, όσον αφορά ειδικότερα την αιτίαση που αναφέρεται στην έλλειψη αποδείξεως των διαπιστώσεων οι οποίες περιέχονται στην εν λόγω αιτιολογία, μπορεί να αντιταχθεί ότι ο έλεγχος του βάσιμου των διαπιστώσεων αυτών είναι ενδεχομένως απαραίτητος προκειμένου να κριθεί η υπόθεση κατ' ουσίαν (ασχολήθηκα δε, πράγματι, προηγουμένως με την ύπαρξη ή την απειλή έκδηλης κρίσεως, προκειμένου να διαπιστώσω αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 61, στοιχείο β), δεν έχει όμως καμία θέση στην εξέταση του λόγου περί παραβάσεως ουσιώδους τύπου. Εξάλλου, η κατά της αιτιολογίας διατυπωθείσα αιτίαση κατά την οποία δεν ελήφθη υπόψη η ιταλική πραγματικότητα αγνοεί ότι η Επιτροπή όφειλε να αποβλέψει στην γενική κατάσταση της κοινοτικής βιομηχανίας του τομέα αυτού. Παρατηρώ, τέλος, ότι η επιλογή συγκεκριμένου επιπέδου για τις καθορισθείσες κατώτατες τιμές δεν συνοδεύεται από καμιά αιτιολογία, ενώ η Επιτροπή θα έπρεπε να σκεφθεί τη σπουδαιότητα αυτού του σημείου και την αναμφισβήτητη ανάγκη να καταστήσει γνωστά τα κριτήρια που δέχθηκε. Είναι όμως αλήθεια ότι στην τελευταία αιτιολογική σκέψη αναφέρεται η διαβούλευση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή και το Συμβούλιο και όσον αφορά το επίπεδο των τιμών, και ότι η τήρηση του διαδικαστικού αυτού τύπου, τον οποίο επιβάλλει το άρθρο 61, φαίνεται να απαλλάσσει την Επιτροπή από την υποχρέωση που έχει θεωρητικώς να αιτιολογήσει ειδικά το μέτρο από αυτή του την άποψη.
Απομένει να δούμε αν τηρήθηκε η διαδικασία που προβλέπει το πρώτο εδάφιο του άρθρου 61. Ως προς το ζήτημα αυτό, σημείωσα προ ολίγου ότι η τελευταία αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ βεβαιώνει ότι προηγήθηκε διαβούλευση με την Συμβουλευτική Επιτροπή και το Συμβούλιο-κατ' ακρίβειαν, αναφέρει ότι η απόφαση εκδόθηκε «βάσει μελετών που έγιναν με την συμμετοχή των επιχειρήσεων και των ενώσεων επιχειρήσεων και κατόπιν διαβουλεύσεως με τη Συμβουλευτική Επιτροπή και το Συμβούλιο...». Η διατύπωση αυτή επαναλαμβάνει την ορολογία του προαναφερθέντος πρώτου εδαφίου του άρθρου 61 πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι, όσον αφορά τις μελέτες, η διάταξη αυτή αναφέρεται επίσης στο άρθρο 46, πρώτη παράγραφος — κατά το οποίο η Ανωτάτη Αρχή μπορεί οποτεδήποτε να συμβουλεύεται, εκτός των Κυβερνήσεων και των άλλων ενδιαφερομένων, τις επιχειρήσεις και τις ενώσεις τους — και στο άρθρο 48, τρίτη παράγραφος, το οποίο ορίζει ότι η Ανωτάτη Αρχή απευθύνεται συνήθως στις ενώσεις παραγωγών προκειμένου να λάβει πληροφορίες, υπό τον όρο ότι τα συμφέροντα των εργαζομένων και των καταναλωτών αντιπροσωπεύονται ή εκφράζονται και αυτά μέσω των ενώσεων αυτών. Αυτό σημαίνει ότι οι μελέτες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 61 δεν πρέπει απαραίτητα να οφείλονται στην πρόθεση ασκήσεως των εξουσιών που παρέχει το άρθρο αυτό και ότι οι επαφές με τις ενώσεις παραγωγών αποτελούν για την Επιτροπή κανονικό μέσο διαβουλεύσεως. Η Επιτροπή διαθέτει, χωρίς αμφιβολία, ευρεία διακριτική εξουσία κατά την διεξαγωγή των απαραίτητων ερευνών και διαβουλεύσεων, οφείλει όμως να παρέχει στις αμέσως ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, με την συνήθη μεσολάβηση των ενώσεων τους, την δυνατότητα να γνωρίζουν τα μέτρα που σκοπεύει να λάβει και να εκφράζουν σχετικά την άποψη τους.
Στην πραγματικότητα, οι προσφεύγουσες δεν αρνήθηκαν ότι έγιναν οι προκαταρκτικές μελέτες σχετικά με την απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ, αλλά υποστήριξαν ότι η Επιτροπή δεν τις κάλεσε σε συνεργασία. Ο ισχυρισμός αυτός αγνοεί το γεγονός ότι, στις 25 Μαΐου 1977, η Επιτροπή άκουσε τις απόψεις των κ.κ. Meriggi και Sorelli, υπευθύνων δύο ενώσεων παραγωγών της κατηγορίας των μικρών και μεσαίων ιταλικών επιχειρήσεων του εν λόγω τομέα. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα βεβαίωσε στο ακροατήριο ο εκπρόσωπος της καθής, δόθηκε και στις επιχειρήσεις που δεν ανήκαν σε τέτοιες ενώσεις η δυνατότητα να συμμετάσχουν ατομικώς στην συνάντηση της 27ης Μαρτίου 1979. Δεν μπορεί, επομένως, να λεχθεί ότι παραλείφθηκε η προβλεπόμενη συνεργασία με τις επιχειρήσεις και τις ενώσεις επιχειρήσεων.
Εν συνεχεία, όσον αφορά τη συμμετοχή της Συμβουλευτικής Επιτροπής στην διαδικασία λήψεως αποφάσεως, ορισμένες προσφεύγουσες θεωρούν ότι υφίσταται τυπική πλημμέλεια λόγω του γεγονότος ότι η διαβούλευση έγινε στο πλαίσιο του άρθρου 54, σχετικού με την εκ μέρους της Κοινότητος χρηματοδότηση προγραμμάτων επενδύσεων των επιχειρήσεων, και όχι στο πλαίσιο του άρθρου 61 της Συνθήκης. Οφείλω, όμως, να παρατηρήσω ότι η αιτίαση αυτή στηρίζεται σε ελλιπείς πληροφορίες. Είναι αλήθεια ότι στην απόφαση της 17ης Μαρτίου 1977, σχετικά με την κατάσταση της αγοράς άνθρακος και χάλυβος, η Συμβουλευτική Επιτροπή αναφέρθηκε ειδικά στα μέτρα που προβλέπει το άρθρο 54 και όχι στα μέτρα που προβλέπει το άρθρο 61· η περίπτωση αυτή όμως είχε ως αντικείμενο την εν γένει κατάσταση της αγοράς άνθρακος και χάλυβος. Αντίθετα, η Συμβουλευτική Επιτροπή έλαβε θέση επί του ειδικού ζητήματος του καθορισμού κατωτάτων τιμών για τις ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής κατά την επόμενη συνεδρίαση, της 19ης Απριλίου 1977, ετάχθη δε υπέρ των μέτρων τα οποία προτίθετο να λάβει η Επιτροπή. Επομένως, η διαδικασία διαβουλεύσεως με το όργανο αυτό ακολουθήθηκε κανονικά.
15.
Η εταιρεία Feralpi υποστηρίζει ότι, όσον αφορά την Ιταλία, η πράξη με την οποία η ισχύς των κατωτάτων τιμών παρατάθηκε για ολόκληρο το έτος 1978 κατέστη σιωπηρώς ανενεργός ύστερα από την προαναφερθείσα απόφαση της 28ης Ιουλίου 1978, με την οποία η Επιτροπή παρέσχε εξουσιοδότηση για την δημιουργία του UCRO, δηλαδή της υπηρεσίας που έχει προορισμό να διευκολύνει την «διοχέτευση» των πωλήσεων ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής προς το εξωτερικό, συντονίζοντας τις πωλήσεις αυτές με εκούσια κατανομή των ποσοτήτων. Η προσφεύγουσα συνάγει την βούληση της Επιτροπής να μην ισχύσουν οι κατώτατες τιμές από μία από τις αιτιολογικές σκέψεις της εν λόγω αποφάσεως, κατά την οποία «οι επιχειρήσεις παραμένουν απολύτως ελεύθερες όσον αφορά τις πωλήσεις τους στην ιταλική αγορά».
Η άποψη αυτή δεν μπορεί κατ' αρχάς να γίνει δεκτή για λόγους αρχής. Μια απόφαση της Επιτροπής απευθυνόμενη σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων (αυτές που είχαν ζητήσει την άδεια να συνάψουν μεταξύ τους την ιδρυτική συμφωνία του UCRO) δεν μπορούσε ποτέ να έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση μιας γενικής αποφάσεως κανονιστικού χαρακτήρος και επομένως δεσμευτικής για όλους τους παραγωγούς ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής της Κοινότητας. Επιπλέον, αν επρόκειτο για περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της αποφάσεως αυτής, η τροποποίηση — ανεξάρτητα από αμφιβολίες σχετικά με την νομιμότητα της — θα απαιτούσε τουλάχιστον έκδοση πράξεως ρητής και επαρκώς αιτιολογημένης.
Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η αιτιολογική σκέψη που αναφέρει ή προκύπτει ότι, προβλέποντας ελευθερία των ιταλικών επιχειρήσεων όσον αφορά τις πωλήσεις τους στην εθνική αγορά, η Επιτροπή είχε απλώς και μόνο την πρόθεση να αναφερθεί στο γεγονός ότι η συμφωνία για τον συντονισμό των πωλήσεων δεν αφορούσε την ιταλική αγορά. Από αυτό δεν μπορεί, επομένως, να συναχθεί ότι τεκμαίρεται βούληση της Επιτροπής να απαλλάξει τις ιταλικές επιχειρήσεις από την υποχρέωση τηρήσεως των κατωτάτων τιμών όσον αφορά τις πωλήσεις τους στην Ιταλία.
Τέλος, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι, αφού οι επιχειρήσεις στις οποίες αναφέρεται η Επιτροπή στην προαναφερθείσα απόφαση είναι μόνο όσες είχαν προσχωρήσει στο UCRO, αντιπροσωπεύουν δηλαδή το ήμισυ περίπου των παραγωγών ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής της Ιταλίας, η άποψη της προσφεύγουσας θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα της απαλλαγής από την υποχρέωση συμμορφώσεως προς τις κατώτατες τιμές όσον αφορά τις πωλήσεις εντός της Ιταλίας ενός μέρους μόνον των ενδιαφερομένων ιταλών παραγωγών.
Όσον αφορά την απόφαση με την οποία επιτράπηκε η ίδρυση του UCRO, νομίζω ότι είναι μάλλον σκόπιμο να σημειωθεί ότι στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως αυτής γινόταν αναφορά στις δυσκολίες που υπήρχαν, κατά τις προσφεύγουσες, σχετικά με την διατήρηση των παραδοσιακών τους ρευμάτων εμπορικών ανταλλαγών με τους αγοραστές από τα άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας, υπό την ισχύ του συστήματος των κατωτάτων τιμών. Εν προκειμένω μπορεί να θεωρηθεί ότι, στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή, χορηγώντας την αιτηθείσα άδεια επ' αυτής της βάσεως, αναγνώρισε τη σοβαρότητα των δυσχερειών που προκάλεσε για τις ιταλικές επιχειρήσεις η εφαρμογή του συστήματος κατωτάτων τιμών και θεώρησε δικαιολογημένη την απαίτηση να εφαρμοστούν μέτρα που να διευκολύνουν τις ίδιες τις επιχειρήσεις να διατηρήσουν τις εμπορικές τους σχέσεις παρά την εξακολούθηση της ισχύος του εν λόγω συστήματος.
16.
Εξέτασα μέχρι τώρα τα επιχειρήματα με τα οποία οι προσφεύγουσες προσπάθησαν να υποστηρίξουν την άποψη περί ελλείψεως νομιμότητας της γενικής αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ (ή, ακριβέστερα, όπως είδαμε πριν από λίγο, την άποψη περί καταργήσεως της), κατά την έννοια και προς τους σκοπούς του άρθρου 36, τελευταίο εδάφιο της Συνθήκης. Από την έρευνα που έκανα δεν κατέστη δυνατό να αποκαλυφθεί κανένα στοιχείο που να δείχνει την έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως αυτής. Ωστόσο, πρέπει τώρα να προχωρήσω στην εξέταση των λόγων που αφορούν απ' ευθείας τις ατομικές αποφάσεις περί επιβολής προστίμου και που αποβλέπουν στην ακύρωση τους. Στο πλαίσιο αυτό, θα ασχοληθώ πρώτα απ' όλα με την εκ μέρους της προσφεύγουσας εταιρίας Feralpi βεβαίωση κατά την οποία η εταιρία αυτή συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο νόμιμο, πωλώντας σε τνμές οι οποίες ήταν αποτέλεσμα ευθυγραμμίσεων σύμφωνων προς τους κοινοτικούς κανόνες.
Κατά την εταιρία Feralpi, κάθε κοινοτική επιχείρηση έχει δικαίωμα να ευθυγραμμίζεται προς τις τιμές τις οποίες πράγματι εφαρμόζουν άλλες κοινοτικές επιχειρήσεις, έστω και χαμηλότερες από τις κατώτατες τιμές που καθορίζονται εξουσιαστικά. Προς υποστήριξη της απόψεως αυτής, η προσφεύγουσα επικαλείται το άρθρο 6 της αποφάσεως 30/53, της 2ας Μαΐου 1953 (όπως τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις 1/54, 19/63 και 72/440), δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δέχεται την περίπτωση πωλητή που ευθυγραμμίζει την προσφορά του προς τις πραγματικές τιμές ενός ανταγωνιστή. Ο ισχυρισμός όμως αυτός καταρρίπτεται από την ορθή ένσταση της καθής, η οποία αντιτείνει ότι η δυνατότητα ευθυγραμμίσεως προς τις τιμές αγοράς, καθώς και προς τις τιμές τιμοκαταλόγου, προβλέπεται στο προαναφερθέν άρθρο 6 μόνον ως προς τα προϊόντα για τα οποία «η υποχρέωση δημοσιεύσεως των τιμών έχει καταργηθεί ή περιορισθεί», δηλαδή τα προϊόντα που προβλέπονται στο άρθρο 8 της αποφάσεως 31/53 της Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται οι ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής. Ως προς αυτές, επομένως, η ευθυγράμμιση μπορεί να γίνει μόνο προς τις τιμές τιμοκαταλόγου ενός ανταγωνιστή. Η Επιτροπή προσθέτει ότι ακόμα και αν υποτεθεί ότι επιτρεπόταν, κατ' αρχήν, η ευθυγράμμιση προς τις πραγματικές τιμές, αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό σε κάθε περίπτωση παρά μόνον εν αναφορά προς τις κανονικώς εφαρμοζόμενες τιμές, δηλαδή τις τιμές που είναι σύμφωνες προς τις ισχύουσες κανονιστικές ρυθμίσεις. Νομίζω ότι και αυτή η παρατήρηση είναι ορθή.
Η κατάσταση είναι διαφορετική όσον αφορά την ευθυγράμμιση προς τις τιμές αγοράς των προϊόντων που προέρχονται από τρίτες χώρες. Η προσφεύγουσα βεβαιώνει ότι μέχρι τις 15 Μαρτίου 1978, δηλαδή μέχρι την έναρξη της ισχύος της αποφάσεως 527/78 της Επιτροπής, η πώληση σε τιμές χαμηλότερες από τις κατώτατες τιμές μπορούσε να είναι η νόμιμη συνέπεια της εκ μέρους της επιχειρήσεως ευθυγραμμίσεως προς άλλες προσφορές προερχόμενες από χώρα εκτός της Κοινότητος ή προς την τιμή που εφάρμοζε άλλη κοινοτική επιχείρηση η οποία, με τη σειρά της, είχε ευθυγραμμιστεί προς προσφορές προερχόμενες από τρίτες χώρες. Η Επιτροπή, όμως, απήντησε παρατηρώντας ότι, για να μπορούν να θεωρηθούν σύννομες, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πωλήσεις σε τιμές χαμηλότερες από τις κατώτατες τιμές, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση όφειλε να ενημερώνει βήμα προς βήμα την Επιτροπή σχετικά με την ευθυγράμμιση της. Η υποχρέωση αυτή απορρέει όχι μόνο από το άρθρο 60, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, αλλά και από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 23/63/ΕΚΑΧ, της 11ης Δεκεμβρίου 1963.
Όσον αφορά το ακριβές περιεχόμενο του προαναφερθέντος άρθρου 60, οι διάδικοι εκφράζουν διαφορετικές απόψεις, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το άρθρο αυτό επιβάλλει την υποχρέωση κοινοποιήσεως μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, δηλαδή όταν η Επιτροπή έχει καθορίσει όρια στην ευθυγράμμιση για ορισμένη κατηγορία προϊόντων. Δεν υπάρχει, όμως, αμφιβολία ότι, κατά την έννοια του άρθρου 1 της προαναφερθείσας γενικής αποφάσεως 23/63, «οι επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβος υποχρεούνται να δηλώνουν στην Ανωτάτη Αρχή εντός των τριών επομένων ημερών από της συνάψεως της, κάθε συναλλαγή κατά την οποία ευθυγραμμίζουν τις προσφορές τους με τους όρους που προσφέρουν οι εκτός της Κοινότητος επιχειρήσεις». Νομίζω ότι η σαφής διατύπωση της διατάξεως αυτής καθιστά περιττή την συζήτηση σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 60. Θα μπορούσε να ανακύψει το ερώτημα μήπως η τήρηση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως είναι προϋπόθεση του κύρους κάθε ευθυγραμμίσεως ή, αντίθετα, προϋπόθεση απλώς της τυπικής νομιμότητας της πράξεως αυτής. Στην παρούσα υπόθεση, όμως, η Επιτροπή δεν προσάπτει στην προσφεύγουσα μόνον ότι παρέλειψε να προβεί σε κοινοποίηση, αλλά και — προπάντων — ότι δεν προσκόμισε καμία απόδειξη σχετικά με τις ενέργειες ευθυγραμμίσεως στις οποίες ισχυρίζεται ότι προέβη.
Νομίζω ότι αυτό είναι στην πραγματικότητα το αποφασιστικό επιχείρημα κατά της απόψεως της εταιρίας Feralpi. Πράγματι, είναι αναμφίβολο ότι, αν δεν έχει γίνει προσήκουσα κοινοποίηση, η επιχείρηση που επικαλείται την ευθυγράμμιση βαρύνεται με την υποχρέωση προσκομίσεως στοιχείων ικανών να αποδείξουν ότι, την στιγμή κατά την οποία εφάρμοζε τιμές χαμηλότερες από τις κατώτατες τιμές, είχε την πρόθεση να ευθυγραμμιστεί προς συγκεκριμένες προσφορές προερχόμενες από τρίτες χώρες. Οι αποδείξεις πρέπει να αφορούν ειδικώς κάθε διενέργεια πωλήσεως σχετικά με την οποία γίνεται επίκληση ευθυγραμμίσεως. Δεν φαίνεται, ότι εν προκειμένω προσκομίστηκαν τέτοιες αποδείξεις για καμία από τις πωλήσεις σε τιμές χαμηλότερες από τις κατώτατες τιμές που έγιναν στην Ιταλία.
Απομένει το γεγονός ότι η εταιρία Feralpi είχε πραγματοποιήσει πωλήσεις και στη Γερμανία, κάνοντας χρήση της ευχέρειας ευθυγραμμίσεως προς τις τιμές τιμοκαταλόγου τοπικών ανταγωνιστών και αφαιρώντας τη διαφορά του δικού της υψηλότερου κόστους παραγωγής. Με την προσβαλλομένη απόφαση περί επιβολής προστίμου προσάπτεται στην επιχείρηση ότι πραγματοποίησε την ευθυγράμμιση αυτή κατά τρόπο μη ορθό, επειδή, ειδικότερα, κατά την αφαίρεση των εξόδων μεταφοράς μεταξύ του Lonato και του τόπου προορισμού, μετέτρεψε τις βασικές τιμές σε λίρες Ιταλίας, εκκινώντας όμως από τα γερμανικά σημεία εκκινήσεως των μεταφερομένων εμπορευμάτων. Αυτό συνεπάγεται, κατά την Επιτροπή, ότι οι πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν «σε τιμή χαμηλότερη σε σχέση με τις καθορισμένες κατώτατες τιμές». Κατά τη δίκη, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι, κατά την γνώμη της, οι εν λόγω πωλήσεις παραβιάζουν την απόφαση 3000/77/ΕΚΑΧ (η οποία ρυθμίζει το σύστημα κατωτάτων τιμών για το 1978), καθ' όσον — λαμβανομένων υπόψη των αντίστροφων διακυμάνσεων του ιταλικού και του γερμανικού νομίσματος κατά την περίοδο μεταξύ της εκδόσεως της αποφάσεως 3000/77 (Δεκέμβριος 1977) και της προσαρμογής της τιμής συναλλάγματος με την απόφαση 656/78 ΕΚΑΧ της 1ης Απριλίου 1958 — η εφαρμογή τιμών ευθυγραμμισμένων προς τις γερμανικές τιμές τιμοκαταλόγου, αλλά εκπεφρασμένων σε ιταλικό νόμισμα, συνιστά, εν προκειμένω, παραβίαση της γενικής αρχής κατά την οποία η τιμή ευθυγραμμίσεως δεν μπορεί ποτέ να είναι χαμηλότερη από την τιμή που εφαρμόζει ο ανταγωνιστής προς την οποία γίνεται η ευθυγράμμιση (δυνάμει του άρθρου 6, της αποφάσεως 30/53 ΕΚΑΧ).
Η προσφεύγουσα απαντά ότι η άποψη αυτή της Επιτροπής προϋποθέτει ότι κάθε μεταβολή των τιμών συναλλάγματος οφείλει αμέσως να αντανακλάται στις τιμές της επιχειρήσεως που προβαίνει στην ευθυγράμμιση, πράγμα που δεν επιβάλλεται από κανένα κοινοτικό κανόνα και από καμία από τις αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με την ευθυγράμμιση. Σε περίπτωση που οι μεταβολές της νομισματικής ισοτιμίας είναι ικανές να θέσουν σε κίνδυνο τον σκοπό της καθιερώσεως ενιαίας κατώτερης τιμής στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, το άρθρο 1, τρίτο εδάφιο, της αποφάσεως 3000/77 παρέχει στην Επιτροπή εξουσία να τροποποιεί τις κατώτατες τιμές που καθόρισε αρχικώς. Η εταιρία Feralpi θεωρεί ότι ο επανακαθορισμός της ισοτιμίας μπορεί να πηγάζει αποκλειστικώς από παρέμβαση αυτού του είδους και ότι είναι αδικαιολόγητο να απαιτείται από τις διάφορες επιχειρήσεις να αυξάνουν την κατώτατη τιμή τους κάθε φορά που έχουν ευθυγραμμιστεί προς τις τιμές τιμοκαταλόγου μιας χώρας με ισχυρότερο νόμισμα, το δε νόμισμα αυτό έχει ανατιμηθεί κατά το μεταξύ της πωλήσεως και της πληρωμής διάστημα. Κατά την προσφεύγουσα, η ευθυγράμμιση πρέπει να πραγματοποιείται προς τιμή εκπεφρασμένη στο νόμισμα της χώρας στην οποία ανήκει η πωλήτρια επιχείρηση, επομένως δε η τιμή που πρέπει να τηρείται είναι η κατώτατη τιμή εκπεφρασμένη στο νόμισμα αυτό. Η Επιτροπή εξακολουθεί, ωστόσο, να έχει αντίθετη γνώμη και υποστηρίζει ότι ο τιμοκατάλογος της επιχειρήσεως προς τις τιμές του οποίου ευθυγραμμίζεται μια άλλη επιχείρηση πρέπει να εφαρμόζεται καθ' όλα του τα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου του νομίσματος στο οποίο είναι εκπεφρασμένος.
Παρατηρώ ότι οι διάδικοι είναι σύμφωνοι επί του ζητήματος ότι, όσον αφορά τις εν λόγω πωλήσεις, έγινε πράγματι ευθυγράμμιση προς τους γερμανικούς τιμοκαταλόγους, η τιμή, όμως, που καθορίστηκε εκφραζόταν στο εθνικό νόμισμα του πωλητή. Το εριστό ζήτημα αφορά το αν η αναφορά στο νόμισμα αυτό συμβιβάζεται με τους κανόνες που διέπουν την ευθυγράμμιση. Αυτό σημαίνει, ωστόσο, ότι η ενδεχόμενη παρανομία του τρόπου κατά τον οποίο η προσφεύγουσα προέβη στον υπολογισμό των τιμών συνεπάγεται παράβαση των κανόνων περί ευθυγραμμίσεως τους οποίους θέτει το άρθρο 60 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και εξειδικεύουν οι γενικές αποφάσεις της Ανωτάτης Αρχής 30/53, 19/63 και 72/440 και ότι ως εκ τούτου επισύρει κυρώσεις, δεν θεωρείται όμως ως παράβαση του συστήματος κατωτάτων τιμών. Επομένως, κατά την γνώμη μου, η εξεταζόμενη αιτίαση πρέπει να γίνει δεκτή και η απόφαση που αφορά την επιχείρηση Feralpi πρέπει να ακυρωθεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στις διενέργειες πωλήσεων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν στη Γερμανία.
17.
Ενας άλλος λόγος που προβάλλουν πολλές επιχειρήσεις προς στήριξη των προσφυγών τους κατά των ατομικών αποφάσεων περί επιβολής προστίμου συνίσταται στην δικαιολόγηση της νομιμότητος των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες από τις υποχρεωτικές κατώτατες τιμές με βάση το γεγονός ότι οι πωλήσεις αυτές έγιναν υπό συνθήκες καταστάσεως ανάγκης ή ανωτέρας βίας, ή και «άμυνας». Αυτά τα τρία είδη απαλλακτικών περιστάσεων σε ορισμένες προσφυγές αναμίχθηκαν μεταξύ τους, χωρίς επαρκή διευκρίνιση της αξίας τους στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου και των ορίων εφαρμογής τους. Νομίζω, όμως, ότι είναι απαραίτητο να γίνει προσπάθεια διευκρινίσεως πριν από την εξέταση των πραγματικών δεδομένων.
Στις πρόσφατες προτάσεις μου επί της υποθέσεως 42/79, Milch-, Fett- und Eierkontor, τις οποίες ανέπτυξα στις 15 Νοεμβρίου ενώπιον του πρώτου τμήματος του Δικαστηρίου, είχα την ευκαιρία να σταθώ στην έννοια της ανωτέρας βίας, η οποία έχει διαμορφωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου εν αναφορά προς τους γεωργικούς κανονισμούς. Υπογράμμισα ότι δύο στοιχεία καθορίζουν αυτή την έννοια: κατ' αρχάς, το αντικειμενικό, δηλαδή η πραγματοποίηση ενός εξαιρετικού γεγονότος, ξένου προς τη σφαίρα επιρροής του υπόχρεου, εν συνεχεία δε το υποκειμενικό, το οποίο συνίσταται στο ότι ο υπόχρεος έπραξε ό,τι ήταν δυνατόν, ενεργώντας με προσοχή, περίσκεψη και επιμέλεια, προκειμένου να αποφύγει την πραγματοποίηση του γεγονότος αυτού. Η νομολογία του Δικαστηρίου, όμως, αναφέρεται σε ειδικούς κανόνες του παραγώγου κοινοτικού δικαίου, τους οποίους εφαρμόζει άλλοτε ευθέως και άλλοτε αναλόγως. Η ύπαρξη γενικής αρχής, από την οποία να συνάγεται ενιαία έννοια της ανωτέρας βίας εφαρμοζόμενη σε όλους τους τομείς του κοινοτικού δικαίου, δεν κατεδείχθη και νομίζω ότι δύσκολα θα μπορούσε να καταδειχθεί (όπως παρατήρησα στις προτάσεις μου της 18ης Ιανουαρίου 1978 στην υπόθεση 68/77, IFG, Race. 1978, σ. 371). Η απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1968 στην υπόθεση 4/68, Schwarzwaldmilch (Race. 1968, σ. 498, ειδικότερα δε σ. 508), δέχθηκε, πράγματι, ότι «η έννοια της ανωτέρας βίας δεν έχει το ίδιο περιεχόμενο στους διάφορους κλάδους του δικαίου και στα διάφορα πεδία εφαρμογής», καθώς και ότι «η σημασία της πρέπει να προσδιορίζεται σε συνάρτηση με το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου πρόκειται να παραγάγει τα αποτελέσματα της». Ομοίως, η απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974 στην υπόθεση 158/73, Kampffmeyer (Race. 1974, σ. 102), υπενθύμιζε την διαπίστωση του μεταβλητού περιεχομένου της εννοίας της ανωτέρας βίας, δεχόμενη ότι η έννοια της «πρέπει να προσδιορίζεται σε συνάρτηση προς το νομικό πλαίσιο της αμφισβητούμενης καταστάσεως». Τέλος, η απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1978 στην προαναφερθείσα υπόθεση 68/77, IFG (Race. 1978, σ. 353) υπενθύμισε ότι οι έννομες τάξεις των κρατών μελών προβλέπουν την εξαίρεση λόγω ανωτέρας βίας, αλλά «σε ορισμένα πλαίσια και έννομες σχέσεις».
Όλα αυτά θα μπορούσαν, κατά την γνώμη μου, να οδηγήσουν σε ριζοσπαστική άποψη, υπό την έννοια ότι, ελλείψει ρητού κανόνος σχετικά με την εξαίρεση της ανωτέρας βίας, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της εννοίας αυτής στο κοινοτικό δίκαιο. Ας υποθέσουμε, όμως, ότι η έννοια στην οποία αναφέρθηκα γίνεται νοητή ως έχουσα γενική εφαρμογή· θα εξακολουθούσε, εν πάση περιπτώσει, να ισχύει ότι το γεγονός του οποίου γίνεται επίκληση ως περιστάσεως ανωτέρας βίας πρέπει να παράγει αποτελέσματα εκτός της σφαίρας επιρροής του υπόχρεου και επομένως να είναι καθαυτό η αιτία της αντικειμενικώς αντίθετης προς τον κανόνα συμπεριφοράς. Με άλλα λόγια, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να έχει προσδιορισθεί από μία εξωτερική δύναμη, η οποία δεν κατέλιπε εναλλακτικές λύσεις στον υπόχρεο (κλασικό παράδειγμα: η μη παράδοση ορισμένου εμπορεύματος επειδή το πλοίο που το μετέφερε βυθίστηκε ή επειδή το κατέστρεψε κεραυνός). Στην προκειμένη περίπτωση, αντίθετα, οι υπόχρεοι υποστηρίζουν ότι αναγκάστηκαν να πωλήσουν σε τιμές απαγορευόμενες από την απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ εξαιτίας ενός συνόλου περιστάσεων, οι οποίες συνίστανται στην κατάσταση της αγοράς σε σχέση με την συμπεριφορά άλλων επιχειρηματιών (ειδικότερα των εμπόρων που πωλούσαν σε ελεύθερη τιμή, ίσως δε και των ανταγωνιστών παραγωγών οι οποίοι είχαν ήδη παραβεί την απόφαση αυτή), στον κίνδυνο, λόγω της καταστάσεως αυτής, σημαντικής ελαττώσεως των πωλήσεων και στην προοπτική επελεύσεως ζημιών οι οποίες θα προκαλούνταν σε οικονομικό επίπεδο καθώς και στον τομέα της παραγωγής και της απασχολήσεως. Καμιά όμως από τις περιστάσεις αυτές δεν μπορεί να περιγραφεί ως εξωτερική δύναμη, τέτοια που να καθορίζει καθαυτή την συμπεριφορά του υπόχρεου: οι επιχειρήσεις επέλεξαν οι ίδιες συνειδητά να πωλήσουν σε χαμηλότερες τιμές, πράγμα που άλλες επιχειρήσεις σε ανάλογη θέση δεν έκαναν (εννοώ τις μικρές και μεσαίες ιταλικές επιχειρήσεις οι οποίες συμμορφώθηκαν προς το σύστημα των κατωτάτων τιμών), και τούτο επειδή θεωρούσαν ότι δικαιολογούνταν από σοβαρούς λόγους και ότι όφειλαν να ενεργήσουν κατά τον προαναφερθέντα τρόπο προκειμένου να αποφύγουν το χειρότερο.
Πιστεύω, λοιπόν, ότι τα γεγονότα που αναφέρουν οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως περιστάσεις ανωτέρας βίας· χρειάζεται μάλλον να εξακριβωθεί εάν συνέτρεχε περίπτωση καταστάσεως ανάγκης ή αν η παραβίαση των κατωτάτων τιμών συνιστούσε πράξη άμυνας. Και στην περίπτωση αυτή πρέπει να διερωτηθεί κανείς αν οι δύο αυτές εξαιρέσεις γίνονται δεκτές από το κοινοτικό δίκαιο. Η Επιτροπή εξέφρασε αρνητική θέση (στις προσφυγές των επιχειρήσεων της Brescia· όχι όμως στις υποθέσεις 83 και 85/79), παρατηρώντας ότι οι εθνικές έννομες τάξεις δέχονται την άμυνα και την κατάσταση ανάγκης προς τον σκοπό της προστασίας των βασικών αγαθών της ζωής και της ακεραιότητας του προσώπου, ενώ στην κοινοτική έννομη τάξη πρόκειται για την προστασία συμφερόντων που δεν μπορούν να συγκριθούν με τα πρωταρχικά αυτά αγαθά, δεδομένου ότι είναι περιουσιακής φύσεως. Η άποψη αυτή, όμως, αγνοεί ένα σημαντικό νομολογιακό προηγούμενο: την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1962 στην υπόθεση Acciaierie, Ferriere e Fonderie di Modena (Race. 1962, σ. 535) στην οποία το Δικαστήριο δεν απέκλεισε την δυνατότητα επικλήσεως της άμυνας στο κοινοτικό δίκαιο, δέχθηκε όμως ότι «η άμυνα προϋποθέτει πράξη απαραίτητη για την αποτροπή κινδύνου ο οποίος απειλεί τον πράττοντα και απαιτεί η απειλή να είναι άμεση, ο κίνδυνος να επίκειται και να μην υπάρχει κανένα άλλο νόμιμο μέτρο προφυλάξεως». Με βάση αυτή τη θεώρηση, απορρίφθηκε η ένσταση που πρόβαλε η προσφεύγουσα εταιρία, η οποία υποστήριζε ότι είχε ενεργήσει ευρισκομένη σε άμυνα, εφαρμόζοντας τιμές από τις τιμές χαμηλότερες του τιμοκαταλόγου, επειδή έπρεπε να αντιμετωπίσει την παράνομη συμπεριφορά ορισμένων ανταγωνιστών οι οποίοι κατόρθωναν να διαφεύγουν τον έλεγχο της Ανωτάτης Αρχής.
Στις περιπτώσεις τις οποίες αφορούν οι παρούσες προτάσεις, παρόλο που οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις επίσης εφάρμοσαν τιμές χαμηλότερες από τις υποχρεωτικές και ισχυρίστηκαν ότι οδηγήθηκαν σ' αυτό από την συμπεριφορά άλλων επιχειρηματιών, δεν νομίζω ότι μπορεί ορθώς να γίνει λόγος για άμυνα, για δύο τουλάχιστον λόγους: είτε εξαιτίας της υπάρξεως του κινδύνου που προκάλεσε η νόμιμη συμπεριφορά ορισμένων επιχειρηματιών (των εμπόρων, των επιχειρήσεων τρίτων χωρών) — δεν επρόκειτο, επομένως, για αντίδραση σε παράνομη πράξη άλλου — είτε επειδή οι ενδιαφερόμενες αναφέρθηκαν και σε μεταγενέστερες περιστάσεις (π.χ., η προσφεύγουσα Stefana επέμεινε όσον αφορά την δυσκολία εξευρέσεως των απαραίτητων οικονομικών πόρων, η προσφεύγουσα Maximilianshütte όσον αφορά την ανεπάρκεια του ελέγχου που άσκησε η Επιτροπή). Κατά την γνώμη μου, επομένως, η μόνη μορφή απαλλαγής που προσφέρεται — in abstracto — προς δικαιολόγηση της συμπεριφοράς των προσφευγουσών ενόψει των κινήτρων που επικαλούνται είναι η κατάσταση ανάγκης. Όσον αφορά την κατάσταση ανάγκης, οι βασικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν μοιάζουν πολύ με τις προϋποθέσεις οι οποίες εκτίθενται στην προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Ιουλίου 1962 σχετικά με την άμυνα: σοβαρός και επικείμενος κίνδυνος και αδυναμία αποφυγής του κατ' άλλον τρόπο εκτός από αντικειμενικώς μη νόμιμη συμπεριφορά. Γίνεται κοινώς δεκτό στο διεθνές δίκαιο και στα δίκαια των κρατών ότι ο κίνδυνος πρέπει να είναι τόσο σοβαρός ώστε να απειλείται η ύπαρξη του προσώπου και ότι η συμπεριφορά του υπόχρεου δεν πρέπει να έχει συμβάλει στην δημιουργία της επικίνδυνης καταστάσεως. Αφετέρου, νομίζω πως είναι αναμφισβήτητο ότι ο ερμηνευτής πρέπει να επιδεικνύει ιδιαίτερη περίσκεψη όταν πρόκειται για την αναγνώριση της υπάρξεως καταστάσεως ανάγκης, καθόσον αυτό ισοδυναμεί προς την απαλλαγή ενός προσώπου από την υποχρέωση τηρήσεως συγκεκριμένων υποχρεώσεων, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει παρά μόνον κατ' εξαίρεση.
Οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις ισχυρίζονται ότι αναγκάστηκαν να μην συμμορφωθούν προς τις κατώτατες τιμές για να μη θέσουν σε κίνδυνο την επιβίωση τους- δεν νομίζω, όμως, ότι επέτυχαν γενικώς να καταδείξουν ούτε την απειλή και την άκρα σοβαρότητα του κινδύνου ούτε την ανυπαρξία νόμιμων τρόπων αποτροπής του, τουλάχιστον εν μέρει. Από τα στοιχεία που προσεκόμισαν οι προσφεύγουσες συνάγεται, βέβαια, η ύπαρξη καταστάσεως ιδιαίτερα στενόχωρης και αντικειμενικώς δυσχερούς, την οποία προκάλεσε η απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ: όλες οι επιχειρήσεις διαμαρτύρονται ότι κινδύνευσαν να χάσουν την πελατεία τους και ότι οι πωλήσεις τους υπέστησαν σημαντική μείωση, λόγω του ότι οι αγοραστές δεν προετίθεντο να πληρώσουν υψηλότερες τιμές, είχαν δε, εξαιτίας των κενών του συστήματος, την δυνατότητα να συνεχίσουν να αγοράζουν σε συμφέρουσες τιμές από εμπόρους ή παραγωγούς τρίτων χωρών. Οι ιταλικές επιχειρήσεις έδειξαν, περαιτέρω, ότι ήταν πρακτικά αδύνατο να μειωθούν οι πάγιες δαπάνες με την απόλυση μέρους του προσωπικού, δεδομένης της κρίσεως της απασχολήσεως στην Ιταλία και του κινδύνου απεργιών και κοινωνικών αναταραχών σε περίπτωση απολύσεων, ενώ οι γερμανικές επιχειρήσεις επέμειναν επί του ζητήματος του ανταγωνισμού που αντιμετώπισαν εκ μέρους των Ιταλών παραγωγών οι οποίοι είχαν αποφασίσει να πωλούν χωρίς να συμμορφώνονται προς τις κατώτατες τιμές και επί του ζητήματος της μη αποτελεσματικότητας, κατά την άποψη τους, των ελέγχων εκ μέρους της Επιτροπής. Οι περιστάσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι η απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ επέβαλε σημαντικές θυσίες στις πιο ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, δεν μπορούν όμως να ερμηνευθούν ως κατάσταση επικείμενου και αναπόφευκτου κινδύνου για την ίδια την ύπαρξη των επιχειρήσεων αυτών.
Προς στήριξη της απόψεως μου, μπορώ να αναφέρω τρεις ομάδες επιχειρημάτων. Πρώτον, κάποια μείωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων που ήταν ικανές να παράγουν με μικρότερο κόστος και επομένως μείωση του όγκου των πωλήσεων τους αποτελούσαν λογικές συνέπειες της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή αποσκοπούσε — όπως σημείωσα επανειλημμένως — στην ανακατανομή της αγοράς, με την διευκόλυνση της διαθέσεως των προϊόντων των λιγότερο δυναμικών επιχειρήσεων. Ο κίνδυνος απώλειας μέρους της πελατείας ήταν, επομένως, δυνατόν να προβλεφθεί, καθόσον μάλιστα από καιρό γινόταν λόγος για την σκοπιμότητα της καθιερώσεως συστήματος κατωτάτων τιμών. Τα κενά του συστήματος αυτού θα έπρεπε να είχαν προκαλέσει όχι μόνο μείωση των πωλήσεων, αλλά και επικείμενο κίνδυνο εξαφανίσεως των επιχειρήσεων, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για κατάσταση ανάγκης· η ύπαρξη τέτοιου κινδύνου, όμως, δεν διαπιστώθηκε και οι ίδιες οι προσφεύγουσες δεν ισχυρίστηκαν ότι είχαν περιέλθει σε κατάσταση τόσο οξείας κρίσεως.
Δεύτερον, παρατηρώ ότι, κι αν ακόμα η ύπαρξη των πιο ανταγωνιστικών επιχειρήσεων είχε τεθεί σε κίνδυνο εξαιτίας της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ, δεν θα έλειπαν τα νόμιμα μέσα προς αποτροπή του κινδύνου. Οι δυσκολίες για τις ιταλικές επιχειρήσεις εντοπίστηκαν προπάντων στην μείωση των δυνατοτήτων πωλήσεως στις αγορές άλλων κοινοτικών χωρών, παρέμεναν όμως ανοικτές οι προοπτικές εμπορίας τόσο στην ιταλική αγορά (δεδομένου ότι για τις πωλήσεις στην εσωτερική αγορά οι παραγωγοί δεν τελούσαν σε δυσμενέστερη θέση εξαιτίας του συστήματος κατωτάτων τιμών) όσο και στις αγορές τρίτων χωρών (όπου φαίνεται ότι πράγματι ορισμένες επιχειρήσεις βρήκαν αντιστάθμισμα για τον περιορισμό των πωλήσεων εντός της Κοινότητος). Εξάλλου, η ευθυγράμμιση προς τις τιμές των παραγωγών τρίτων χωρών εξακολούθησε να είναι δυνατή μέχρι τον Μάρτιο του 1978, δηλαδή μέχρι την έναρξη της ισχύος της αποφάσεως 527/78. Συνεπώς, η ύπαρξη των προσφευγουσών επιχειρήσεων δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως απειλούμενη από κίνδυνο τέτοιο που να μην μπορεί να αποτραπεί με κανένα τρόπο.
Τρίτον, η άποψη υπέρ της υπάρξεως καταστάσεως ανάγκης θα έπρεπε να στηριχθεί σε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία, σχετικά με την κατάσταση καθεμιάς από τις επιχειρήσεις, ενώ οι περισσότερες από τις ενδιαφερόμενες αναφέρθηκαν σε επιχειρήματα γενικού χαρακτήρα. Ακόμη και τα στοιχεία σχετικά με την μείωση της παραγωγής ή των πωλήσεων κατά το 1977, τα οποία προσκόμισαν ορισμένες από τις προσφεύγουσες (π.χ. η Ferriera Valsabbia και η Officine Laminatoi Sebino) δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αποδείξεις επικίνδυνης καταστάσεως που δημιουργήθηκε από την απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ, καθ' όσον δεν πρόκειται για μείωση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την επιβίωση των επιχειρήσεων αυτών. Αφετέρου, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συστήματος τιμών και μειώσεως της παραγωγής ή των πωλήσεων δεν αποδείχθηκε σε όλες τις περιπτώσεις. Σχετικώς, υπενθυμίζω ειδικότερα την περίπτωση της επιχειρήσεως Korf, προσφεύγουσας στην υπόθεση 85/79, η οποία υπεστήριξε — χωρίς να την διαψεύσει η Επιτροπή — ότι το μερίδιο της επί της αγοράς μειώθηκε, κατά το τρίτο τρίμηνο του 1977, στο 10,2 από 12,3% που ήταν κατά το προηγούμενο τρίμηνο· η Επιτροπή ερμηνεύει το φαινόμενο αυτό μόνο ως συνέχιση μιας προηγούμενης τάσεως για απώλεια εδάφους έναντι των πιο ανταγωνιστικών επιχειρήσεων και σημειώνει ότι ακριβώς από το τρίτο τρίμηνο η επιχείρηση Korf πραγματοποιούσε τις πωλήσεις της σε τιμές χαμηλότερες από τις κατώτατες τιμές.
Τελικώς, νομίζω ότι πρέπει να αποκλεισθεί η άποψη ότι η συμπεριφορά των προσφευγουσών επιχειρήσεων ήταν δικαιολογημένη λόγω καταστάσεως ανάγκης. Θα μπορούσε να γίνει λόγος για εξαίρεση στην περίπτωση της εταιρίας Stefana Antonio, προσφεύγουσας στην υπόθεση 226/78. Κατά τον χρόνο της θεσπίσεως των ρυθμίσεων περί κατωτάτων τιμών, η επιχείρηση αυτή βρισκόταν σε ιδιαιτέρως λεπτή οικονομική κατάσταση, καθ' όσον είχε δανειστεί προκειμένου να πραγματοποιήσει επενδύσεις βιομηχανικής αναπροσαρμογής και όφειλε να αντιμετωπίσει τις γενικές δυσκολίες ως προς την παροχή πιστώσεων οι οποίες είχαν εμφανιστεί στην Ιταλία κατά τη διάρκεια των εργασιών αναπροσαρμογής. Ένα μήνα μετά την έκδοση της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ, η εν λόγω επιχείρηση πληροφόρησε την Επιτροπή (με τηλετύπημα της 6ης Ιουνίου 1977) ότι οι πραγματικές τιμές της αγοράς ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής εξακολουθούσαν να είναι χαμηλότερες από τις υποχρεωτικές κατώτατες τιμές και ότι η συμμόρφωση προς τις τελευταίες προκαλούσε αισθητή μείωση των πωλήσεων της. Πράγματι, από 6570 τόνους μηνιαίο μέσο όρο κατά το πρώτο τετράμηνο του 1977, οι πωλήσεις αυτές μειώθηκαν σε 3866 τόνους τον Μάιο και 2474 τόνους τον Ιούνιο. Στο τέλος του Ιουνίου, τα χρέη της εταιρίας Stefana ανέβηκαν από ένα δισεκατομμύριο επτακόσια εκατομμύρια λίρες Ιταλίας σε λίγο λιγότερο από τρία δισεκατομμύρια. Ως εκ τούτου, η εν λόγω επιχείρηση πληροφόρησε την Επιτροπή, με τηλετύπημα της 1ης Ιουλίου 1977, ότι, εν όψει της συμπεριφοράς των ανταγωνιστών της, θεωρούσε ότι ήταν αναγκασμένη να πωλεί σε τιμές χαμηλότερες από τις καθορισθείσες· πράγματι δε, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσεκόμισε η Επιτροπή, οι πωλήσεις αυτές άρχισαν στις 13 Ιουλίου 1977 και διήρκεσαν μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου 1977. Υπάρχουν, επομένως, στην περίπτωση αυτή πραγματικά δεδομένα τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αποδοχή της υπάρξεως καταστάσεως ανάγκης υπέρ της εταιρίας Stefana: ο κίνδυνος παρουσιαζόταν υπό την μορφή σοβαρού κινδύνου πτωχεύσεως, δεδομένου του ύψους του ακαλύπτου ελλείμματος της.
Νομίζω, ωστόσο, ότι ούτε σ' αυτή την περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο κίνδυνος αυτός επέκειτο· εξάλλου, υπάρχουν αμφιβολίες όσον αφορά το ζήτημα μέχρι ποίου σημείου η οικονομική κατάσταση της εταιρίας οφειλόταν στην απερισκεψία της σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες επενδύσεις, τέλος δε παρέμενε (και δεν προκύπτει ότι εξετάσθηκε) ή δυνατότητα αντιμετωπίσεως των εν λόγω δυσκολιών με ένα από τα προαναφερθέντα νόμιμα μέσα.
Παρόμοιες σκέψεις ισχύουν όσο αφορά την εταιρία Maximilianshütte, προσφεύγουσα στην υπόθεση 83/79. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και οι πωλήσεις της επιχειρήσεως αυτής υπέστησαν επίσης σημαντική μείωση μετά την καθιέρωση του συστήματος κατωτάτων τιμών: κατά το πρώτο τρίμηνο του 1977η εταιρία αυτή τροφοδοτούσε το 29% της αγοράς στην Βαυαρία, ενώ κατά το δεύτερο τρίμηνο του ίδιου έτους το ποσοστό αυτό έπεσε κάτω από 20%. Η Επιτροπή παρατήρησε ότι το μερίδιο της αγοράς κατά το πρώτο τρίμηνο του 1977 δεν πρέπει να ληφθεί ως σημείο αναφοράς, καθ' όσον ήταν ασυνήθιστα υψηλό· η άποψη αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το ποσοστό του δευτέρου τριμήνου παρέμεινε λίγο-πολύ αμετάβλητο κατά το 1978, παρόλο που η εταιρία αυτή, σύμφωνα με τις δηλώσεις της καθής, είχε αρχίσει να εφαρμόζει τιμές χαμηλότερες από τις υποχρεωτικές από τις 14 Ιουνίου 1977.
Η Επιτροπή προέβαλε, ακόμα, μια άλλη αντίρρηση, κατά την οποία η μείωση των πωλήσεων προσδιορίστηκε κατά μέγα μέρος από παράγοντες εκτός του συστήματος κατωτάτων τιμών, μεταξύ των οποίων η εποχιακή εξέλιξη της αγοράς, που έχει την τάση να είναι αρνητική κατά τους θερινούς μήνες. Είναι όμως αλήθεια ότι η εισαγωγές από την Ελβετία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, οι οποίες πωλούνταν σε τιμές χαμηλότερες από τις κατώτατες τιμές, αυξήθηκαν σημαντικά κατά το τελευταίο τρίμηνο του 1977 (από 12000 τόνους, κατά το τρίμηνο Απριλίου-Ιουνίου σε 19000 τόνους κατά το επόμενο τρίμηνο): η επιχείρηση Maximilianshütte θεωρεί το γεγονός αυτό ως απόδειξη της ανεπαρκείας ελέγχου εκ μέρους της Επιτροπής, της οποίας επωφελήθηκαν οι παραγωγοί της Brescia για να πωλήσουν τις ράβδους μέσω τις Ελβετίας. Κατά την γνώμη μου, μολονότι είναι αλήθεια ότι τα κενά του συστήματος είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση της επιβαρύνσεως εις βάρος των επιχειρήσεων που ήταν ικανές να παράγουν σε χαμηλή τιμή, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η Επιτροπή παρέλειψε να ασκήσει έλεγχο, όπως δείχνουν οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε πολλές επιχειρήσεις, από τις οποίες μόνον ένα μέρος προσέβαλε τις αποφάσεις περί επιβολής προστίμων. Τέλος, δεν νομίζω ότι η εταιρία Maximilanshütte απέδειξε ότι έπρεπε να αντιμετωπίσει επικείμενο κίνδυνο πτωχεύσεως ή διακοπής της δραστηριότητας της, ούτε ότι αναζήτησε μάταια λύσεις άλλες εκτός από τη μη συμμόρφωση προς τις κατώτατες τιμές, προκειμένου να εξασφαλίσει την επιβίωση της.
Τα αρνητικά συμπεράσματα, επομένως, στα οποία κατέληξα όσον αφορά την κατάσταση ανάγκης εξακολουθούν να έχουν γενική εφαρμογή ως προς τις προσφεύγουσες που επικαλέστηκαν την απαλλακτική αυτή περίσταση. Τα κίνητρα στα οποία αναφέρθηκαν ορισμένες από τις επιχειρήσεις για να δικαιολογήσουν την συμπεριφορά τους θα πρέπει να ληφθούν υπόψη όταν προχωρήσουμε στην εξέταση του ζητήματος της μεταρρυθμίσεως των αποφάσεων περί επιβολής προστίμων.
18.
Μέχρι τώρα ασχολήθηκα με ζητήματα κοινά για όλες τις προσφεύγουσες ή για μεγάλο μέρος τους. Πρέπει τώρα να εξετασθούν ειδικά προβλήματα που αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο διαφόρων προσφυγών, τα οποία δεν προσφέρονται για σφαιρική εξέταση.
α)
Η εταιρία Acciaieria di Darfo, προσφεύγουσα στην υπόθεση 227/78, θεωρεί ότι συνιστά πλημμέλεια της προσβαλλομένης ατομικής αποφάσεως το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν της παρέσχε την δυνατότητα να συμπληρώσει προφορικά τις παρατηρήσεις της: κλήθηκε να παρουσιαστεί στις Βρυξέλλες στις 29 Ιουλίου 1978, ειδοποιη-θείσα μόλις έξι ημέρες πριν, ζήτησε παράταση δύο εβδομάδων και πληροφορήθηκε την άρνηση της Επιτροπής με τηλεγράφημα που έλαβε στις 29 Ιουνίου, δηλαδή την ημέρα που είχε καθορισθεί για την ακρόαση. Η εν λόγω εταιρία υποστηρίζει ότι κατ' αυτόν τον τρόπο στερήθηκε ενός διαδικαστικού δικαιώματος της, κατά παράβαση της αρχής της ακροάσεως που προβλέπει το άρθρο 36, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Η παράβαση αυτή καθίσταται σήμερα ακόμη βαρύτερη λόγω του γεγονότος ότι η Επιτροπή αρνείται το δικαίωμα της προσφεύγουσας να επικαλεσθεί έγγραφα τα οποία θα έπρεπε να έχουν τουλάχιστον ως συνέπεια την μείωση του ύψους του προστίμου. Όλα αυτά επιδρούν επί της προσβαλλομένης ατομικής αποφάσεως, καθιστώντας την πλημμελή.
Από τις διευκρινίσεις αμφοτέρων των διαδίκων, προκύπτει ότι πράγματι η προσφεύγουσα έλαβε την πρόσκληση της Επιτροπής έξι ημέρες πριν από την ημέρα που είχε καθορισθεί για την ακρόαση. Εν τούτοις, η Επιτροπή παρατήρησε ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας επιβολής χρηματικών κυρώσεων λόγω παραβάσεων κανόνων της ΕΚΑΧ, η συζήτηση μετά την κατάθεση γραπτών παρατηρήσεων εκ μέρους της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως συνιστά εντελώς συμπτωματικό στάδιο της διαδικασίας, για το οποίο δεν προβλέπεται καμιά προθεσμία προειδοποιήσεως. Πράγματι, το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, στο οποίο αναφέρθηκε η εταιρία Acciaieria di Darfo, προβλέπει απλώς ότι η Ανωτάτη Αρχή, πριν επιβάλει χρηματική κύρωση ή ποινή, πρέπει να παρέχει στον ενδιαφερόμενο την ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του· συνεπώς, το δικαίωμα ακροάσεως μπορεί να θεωρηθεί ότι ασκήθηκε, δεδομένης της δυνατότητας που δόθηκε στην επιχείρηση να διατυπώσει γραπτές παρατηρήσεις.
Απομένει προς εξέταση το ζήτημα αν η παράλειψη εμφανίσεως ορισμένων εγγράφων κατά τον χρόνο της έρευνας ή ως συνημμένων στις γραπτές παρατηρήσεις αποκλείει στην επιχείρηση την δυνατότητα να προσκομίσει τα έγγραφα αυτά κατά την διάρκεια της δίκης που έπεται, ενδεχομένως, της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου. Αντίθετα από την άποψη της Επιτροπής, νομίζω ότι δεν υφίσταται τέτοιο κώλυμα. Η προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Ιουλίου 1962 στην υπόθεση 16/61 υπογραμμίζει «τον καθαρώς προκαταρκτικό χαρακτήρα της διαδικασίας του άρθρου 36 της Συνθήκης» και δέχεται ότι ένας λόγος δεν μπορεί να απορριφθεί απλώς και μόνο επειδή δεν προβλήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής. Κατά συνέπεια, τα έγγραφα τα οποία η ενδιαφερόμενη επιχείρηση παρέλειψε να επικαλεστεί όταν διετύπωσε τις παρατηρήσεις της στην Επιτροπή πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη από το Δικαστήριο.
Κατά την εταιρία Acciaieria di Darfo, η Επιτροπή περιέλαβε μεταξύ των συναλλαγών για τις οποίες επέβαλε τα πρόστιμα και ορισμένες πωλήσεις προϊόντων μη υπαγομένων στο σύστημα κατωτάτων τιμών.
Η Επιτροπή, όμως, απήντησε ότι τα σχετικά τιμολόγια φέρουν την σφραγίδα «μερική ευθυγράμμιση προς τον τιμοκατάλογο AFIM» και ότι ο τιμοκατάλογος AFIM αφορά αποκλειστικώς τιμές σχετικές με ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής. Η προσφεύγουσα, κατά την προφορική διαδικασία, δεν διέψευσε την δήλωση αυτή. Επομένως, ο ισχυρισμός της κα-θής πρέπει να θεωρηθεί βάσιμος.
Η εταιρία Acciaieria di Darfo ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι μεταξύ των πωλήσεων για τις οποίες επιβλήθηκε πρόστιμο περιελήφθησαν και παραδόσεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε εκτέλεση συμβάσεων συναφθεισών προ της ενάρξεως της ισχύος της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ. Σχετικώς, η προσφεύγουσα αναφέρθηκε ειδικώς σε δύο ομάδες τιμολογίων μία ομάδα σχετική με παραδόσεις που έγιναν προς την επιχείρηση Maretto Blein, σε εκτέλεση παραγγελιών που έγιναν στις 27 και 28 Απριλίου 1977 μέσω της εταιρίας Darma του Μιλάνου, και μια δεύτερη ομάδα σχετική με παραδόσεις προς την εταιρία Baraclit, σε εκτέλεση παραγγελιών που έγιναν στις 28 Απριλίου 1977 μέσω της εταιρίας Albani. Η Επιτροπή αντέταξε ότι οι παραγγελίες αυτές δεν επιδείχθηκαν κατά την επιθεώρηση της ενδιαφερόμενης εταιρίας· για τους μόλις προε-κτεθέντες λόγους, όμως, η αντίρρηση αυτή είναι άνευ σημασίας. Επομένως, δεδομένου ότι η καθής δεν αμφισβήτησε την ακρίβεια των εγγράφων που προσκόμισε η προσφεύγουσα, θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη τα τιμολόγια υπ' αρ. 1315, 1316, 1416, 1454, 1514, 1691, 1705, 1713, 1714, τα οποία αναφέρονται σε παραδόσεις προς την επιχείρηση Blein (παραρτήματα 4 έως 9 του υπομνήματος απαντήσεως), καθώς και τα τιμολόγια 1660, 1661 και 1662, που αναφέρονται στις παραδόσεις προς την εταιρία Baraclit, προκειμένου να εξαιρέσει τις αντίστοιχες πωλήσεις από τις υποκείμενες στην επιβολή προστίμου.
β)
Η εταιρία Rumi, προσφεύγουσα στην υπόθεση 263/78, υποστηρίζει ότι η ατομική απόφαση που απευθύνεται προς αυτήν δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη όσον αφορά το κριτήριο που εφαρμόστηκε προς υπολογισμό του προστίμου. Η Επιτροπή δηλώνει, από την πλευρά της, ότι στην περίπτωση αυτή, όπως και στις άλλες, ενέμεινε στο αντικειμενικό κριτήριο, το οποίο συνίσταται στην εφαρμογή επί του υποτιμολογη-θέντος ποσού ορισμένου ποσοστού επί τοις εκατό, του οποίου το ύψος ποικίλλει σε συνάρτηση με τη βαρύτητα της παραβάσεως. Στην προσβαλλομένη απόφαση η Επιτροπή προσδιόρισε, πράγματι, τα υποτιμολογηθέ-ντα ποσά καθώς και το ύψος των αντικανονικών πωλήσεων, κατόπιν δε αναφέρθηκε στο άρθρο 74 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, το οποίο της επιτρέπει να επιβάλλει πρόστιμο «μέχρι του διπλασίου της αξίας των αντικανονικών πωλήσεων».
Είναι αλήθεια ότι κατ' αυτόν τον τρόπο δεν διευκρινίζεται σαφώς ποιος από τους δύο αριθμούς ελήφθη ως βάση υπολογισμού του προστίμου (γνωρίζουμε ότι ήταν ο αριθμός των υποτιμολογήσεων, επειδή το διευκρίνισε η Επιτροπή κατά τη δίκη) και ότι ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατόν να γνω-σθεί το ποσοστό που εφαρμόστηκε. Εν τούτοις, νομίζω ότι στην προσβαλλόμενη πράξη περιέχονται, τουλάχιστον, στοιχεία σχετικά με τις βασικές πραγματικές και νομικές προϋποθέσεις εκδόσεως της και δεν νομίζω ότι το προβαλλόμενο κενό της αιτιολογίας επέδρασε αρνητικώς επί των δυνατοτήτων δικαστικής προστασίας της επιχειρήσεως και ελέγχου εκ μέρους του Δικαστηρίου (ελέγχου ο οποίος διευκολύνθηκε κατόπιν με τις διευκρινίσεις που παρέσχε η καθής).
Επικουρικώς, η ίδια προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, κατά τον υπολογισμό του συνόλου των ποσών των υποτιμολογήσεων τα οποία της καταλογίζονται, η καθής διέπραξε σφάλμα, καθόσον ο επιθεωρητής της Επιτροπής παρέβαλε τις τιμές που αναγράφονταν στα τιμολόγια προς τη γενική τιμή Davignon, ενώ οι Γερμανοί αγοραστές υπολόγισαν τις πραγματικές τιμές λαμβάνοντας υπόψη ως αφετηρίες μεταφοράς -το Saarbrücken ή το Oberhausen και τα έξοδα μεταφοράς, με αποτέλεσμα τη μείωση της τιμής Davignon από 540 σε 451,87 γερμανικά μάρκα ανά τόνο. Αν εφαρμόζονταν οι πραγματικές αυτές τιμές όπως προκύπτουν από την μέθοδο ευθυγραμμίσεως, οι υποτιμολογήσεις της προσφεύγουσας θα μειώνονταν στο ήμισυ του αριθμού που δέχεται η προσβαλλομένη απόφαση (δηλαδή από 200 σε 100 περίπου εκατομμύρια λίρες Ιταλίας).
Προς απόδειξη της ευθυγραμμίσεως που επικαλείται, η προσφεύγουσα προσκόμισε τηλετύπημα της 23ης Ιουνίου 1978 της Walzstahl-Vereinigung (συνημμένο 16 της προσφυγής). Εν τούτοις, όπως ορθώς επισημαίνει η καθής, το έγγραφο αυτό αναφέρεται σε πωλήσεις μεταγενέστερες των πωλήσεων οι οποίες ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό των υποτιμολογήσεων. Περαιτέρω, στο υπόμνημα απαντήσεως η Επιτροπή δήλωσε, χωρίς να διαψευσθεί από την προσφεύγουσα, ότι τα προϊόντα για τα οποία επρόκειτο είχαν ως τελικό προορισμό τις Κάτω Χώρες. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η ευθυγράμμιση προς τις γερμανικές αφετηρίες μεταφοράς θα ήταν αντίθετη προς το άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο β, τέταρτη περίπτωση, της Συνθήκης.
Επομένως, ούτε ο λόγος που προέβαλε επικουρικώς η εταιρία Rumi δεν πρέπει να γίνει δεκτός.
γ)
Στην υπόθεση 264/78, με προσφεύγουσα την εταιρία Feralpi, διατυπώνεται αμφισβήτηση σχετικά με μία ομάδα τιμολογίων, ως προς τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η εταιρία Feralpi «εφάρμοσε τιμές χαμηλότερες από τις κατώτατες τιμές, οι οποίες είχαν γραφεί με το χέρι σε ορισμένα δελτία εξόδου». Κατά την προσφεύγουσα, ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος δεν περιλαμβανόταν στην κοινοποίηση των αιτιάσεων, είναι αστήρικτος. Καμιά αποδεικτική αξία δεν πρέπει να αναγνωριστεί σε ενδεχόμενες σημειώσεις επί των συνοδευτικών εγγράφων, δεδομένου ότι πρόκειται για έγγραφα που έχουν ως προορισμό να συνοδεύουν τα εμπορεύματα σύμφωνα με φορολογικές διατάξεις, είναι όμως άσχετα προς τις συμβατικές σχέσεις. Εξάλλου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι αποκλείεται η τιμή, που προκύπτει από το τιμολόγιο να ήταν διαφορετική από την πραγματική τιμή, δεδομένου ότι οι ισχύουσες ρυθμίσεις επιβάλλουν τα έγγραφα αυτά να υποβάλλονται στον έλεγχο των αρμοδίων αρχών και ότι η αναγραφή εικονικής τιμής αποτελεί ποινικό αδίκημα σχετικό με το νόμισμα, τιμωρούμενο στην Ιταλία με αυστηρές ποινές.
Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η καθής προσκόμισε, ως συνημμένα στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, τηλετυπήματα που αφορούν τις εν λόγω πωλήσεις, στα οποία διακρίνεται σαφώς η τιμή πωλήσεως, εκπεφρασμένη σε γερμανικά μάρκα, από το ποσό που πρόκειται να αναγραφεί στο τιμολόγιο, εκπεφρασμένο σε ιταλικές λίρες. Πέραν του γεγονότος ότι εκφράζονται σε διαφορετικά νομίσματα, τα δύο ποσά είναι διαφορετικής αξίας, όπως επισήμανε η Επιτροπή.
Θεωρώ, επομένως, ως αποδεδειγμένη την υποτιμολόγηση, για την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο με την προσβαλλομένη απόφαση εν αναφορά προς την εν λόγω ομάδα τιμολογίων.
Επικουρικώς, η προσφεύγουσα Feralpi αμφισβητεί την ακρίβεια των υπολογισμών βάσει των οποίων η Επιτροπή καθόρισε το ύψος της χρηματικής κυρώσεως που επέβαλε στην εταιρία αυτή. Ειδικότερα, όταν πρόκειται για τον υπολογισμό των ποσών των φερομένων ως αντικανονικών πωλήσεων, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της όχι μόνο τη βασική τιμή, αλλά και πρόσθετα ποσά, ενώ τα ποσά αυτά είχαν αποκλεισθεί από τον υπολογισμό της διαφοράς, τουλάχιστον σε σχέση με την κατώτατη τιμή. Αυτό είναι αντίθετο προς το άρθρο 2 της αποφάσεως 3000/77, η οποία περιλαμβάνει στις κατώτατες τιμές και τα πρόσθετα ποσά λόγω ποιότητος. Κατά την προσφεύγουσα, θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη για την κατώτατη τιμή οποιαδήποτε πρόσθετα ποσά σχετικά με την ποιότητα του εμπορεύματος, επομένως δε όχι μόνον η προσαύξηση που αντιστοιχεί σε ιδιαίτερα αυστηρούς ελέγχους, αλλά και η προσαύξηση που είναι ανάλογη με το μήκος ή τη διάμετρο του προϊόντος.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το άρθρο 1 της αποφάσεως 3000/77 προσδιορίζει την ποιότητα στην οποία αναφέρονται οι κατώτατες τιμές: πρόκειται, σε κάθε περίπτωση, για βασική ποιότητα συγκεκριμένου προϊόντος. Για κάθε περίπτωση ανώτερης ποιότητας, η τιμή είναι υψηλότερη είτε αυξανόμενη κατά το πρόσθετο ποσό λόγω ποιότητας (το λεγόμενο extra de qualité), είτε αναγράφεται στο τιμολόγιο η τιμή βάσεως που έχει καθορισθεί για την συγκεκριμένη ποιότητα. Εν συνεχεία, από το άρθρο 4 της ίδιας αποφάσεως προκύπτει ότι τα extra (προσαυξήσεις και συμπληρωματικές τιμές) δεν μπορούν να μειωθούν ή να καταργηθούν. Κατά συνέπεια, οι τιμοκατάλογοι δεν υπόκεινται σε τροποποιήσεις (με εξαίρεση τις τιμές βάσεως, εάν είναι χαμηλότερες από τις κατώτατες τιμές), πρέπει δε να εφαρμόζονται όλες οι ειδικές προϋποθέσεις των τιμοκαταλόγων αυτών, συμπεριλαμβανομένων των προσαυξήσεων.
Η προσφεύγουσα απαντά παρατηρώντας ότι το ζήτημα δεν είναι αν οι τιμές του τιμοκαταλόγου υπόκεινται σε τροποποιήσεις, αλλά μάλλον ότι δεν πρέπει να λησμονείται ότι η κατώτατη τιμή περιλαμβάνει την προσαύξηση λόγω ποιότητας και ότι προς τον σκοπό αυτό πρέπει να θεωρείται ως προσαύξηση λόγω ποιότητας και η προσαύξηση λόγω μεγαλύτερης διαμέτρου. Το υπόμνημα ανταπαντήσεως της Επιτροπής δεν ασχολείται περαιτέρω με το ζήτημα αυτό. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της καθής εξέφρασε την άποψη ότι αν η Επιτροπή δεν είχε εφαρμόσει αυστηρώς τους κανόνες, αυτό θα απέβαινε προς όφελος της Feralpi και επομένως η προσφεύγουσα δεν θα είχε συμφέρον να διαμαρτυρηθεί.
Δεν μπορεί να λεχθεί ότι το ζητούμενο του προβλήματος είναι επαρκώς σαφές ούτε ότι η άμυνα της Επιτροπής συνέβαλε στην αποσαφήνιση του. Η προσφεύγουσα είχε την εντύπωση ότι, επί ορισμένων σημείων, η καθής συμμεριζόταν την ερμηνεία της, η δε καθής έκανε λόγο για την δυνατότητα να έσφαλε προς όφελος της προσφεύγουσας. Απ' όσο μπορώ να καταλάβω, ο πυρήνας της εν λόγω αιτιάσεως συνίσταται στο ότι, ενώ κατά τον υπολογισμό του ύψους των αντικανονικών πωλήσεων που πραγματοποίησε η επιχείρηση οι προσαυξήσεις προστέθηκαν στην τιμή βάσεως που ανέγραφε η επιχείρηση στα τιμολόγια, κατά τον υπολογισμό της διαφοράς μεταξύ πραγματικής τιμής και κατωτάτης τιμής έγινε αντιθέτως αναφορά μόνο στην τιμή βάσεως, χωρίς τις προσαυξήσεις (έτσι ώστε η διαφορά αυτή αυξήθηκε, επιδρώντας αναλόγως επί των προστίμων). Δυνάμει του άρθρου 2 της αποφάσεως 3000/77 — του οποίου το κύρος αναγνωρίζουν αμφότεροι οι διάδικοι — η κατώτατη τιμή είναι τιμή βάσεως η οποία περιλαμβάνει τις προσαυξήσεις λόγω ποιότητας· επομένως, το σημείο αναφοράς που λαμβάνεται υπόψη προς υπολογισμό της διαφοράς σε σχέση με την πραγματική τιμή είναι εκτός αμφισβητήσεως. Όσον αφορά την πραγματική τιμή, αν η επιχείρηση τιμολογεί τις προσαυξήσεις λόγω ποιότητας ξεχωριστά από την τιμή βάσεως της, φαίνεται ορθή η πρόσθεση των προσαυξήσεων αυτών στην τιμή βάσεως, έτσι ώστε ο συνολικός αριθμός που αντιπροσωπεύει την πραγματική τιμή να περιλαμβάνει τις προσαυξήσεις και έτσι να έχει ενιαία μορφή σε σχέση με το νόμιμο σημείο αναφοράς (κατώτατη τιμή). Συνεπώς, αν η Επιτροπή υπολόγισε κατά διαφορετικό τρόπο τη διαφορά μεταξύ πραγματικής τιμής και νόμιμης τιμής, ο υπολογισμός αυτός πρέπει να διορθωθεί και πρέπει να γίνουν οι μεταβολές που θα προκύψουν ενδεχομένως από την διόρθωση αυτή για το ποσό του προστίμου προς όφελος της προσφεύγουσας.
Τέλος, η προσφεύγουσα Feralpi αμφισβητεί την ακρίβεια των υπολογισμών στους οποίους στηρίχθηκε η Επιτροπή κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και σε σχέση με το τιμολόγιο No. 2738. Στο τηλετύπημα της κοινοποιήσεως των αιτιάσεων αναφέρεται, πράγματι, ότι το τιμολόγιο στο οποίο αναγράφεται ο αριθμός αυτός αφορά παρτίδα 550000 τόνων με προορισμό την επιχείρηση Feralpi, ενώ στην πραγματικότητα το τιμολόγιο 2738 προοριζόταν για την εταιρία Acciaierie di Carisano και αφορούσε παρτίδα 20920 τόνων.
Η Επιτροπή αρνείται ότι διέπραξε σφάλμα που επέδρασε στον υπολογισμό του προστίμου, περιορίζεται δε στο να υπογραμμίσει ότι ναι μεν ο αριθμός του εν λόγω τιμολογίου ήταν δυσανάγνωστος και μπορεί να μεταφέρθηκε εσφαλμένως, όλα όμως τα άλλα στοιχεία του ιδίου τιμολογίου μεταφέρθηκαν ορθά (και επομένως η πώληση 550000 τόνων στην επιχείρηση Ferrari διενεργήθηκε πράγματι). Ο ισχυρισμός αυτός δεν διαψεύστηκε ειδικώς από την προσφεύγουσα. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η εν λόγω αιτίαση πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμη.
δ)
Η εταιρία Forges de Thy-Marcinelle et Monceau άσκησε δύο προσφυγές, υπό τους αριθμούς 26/79 και 86/79, αντίστοιχα: την πρώτη, με σκοπό την ακύρωση της ατομικής αποφάσεως της 10ης Ιανουαρίου 1979, την δεύτερη κατά της αποφάσεως της 2ας Μαίου 1979, με την οποία η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη νέα πραγματικά στοιχεία, μειώνει το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα με την προηγούμενη απόφαση.
Στην υπόθεση 86/79, η καθής, καίτοι χωρίς τυπικώς να προβάλει ένσταση, αμφισβητεί το παραδεκτό της δεύτερης προσφυγής, παρατηρώντας ότι το αντικείμενο της και οι προβαλλόμενοι λόγοι περιλαμβάνονται ήδη στην προσφυγή 26/79.
Δεν αρνούμαι ότι η απόφαση της 2ας Μαίου έχει χαρακτήρα παρακολουθηματι-κό σε σχέση με την προηγούμενη απόφαση, καθόσον περιορίζεται στην τροποποίηση των μερών της τελευταίας που αναφέρονται στο ύψος των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν σε τιμές κάτω των κατωτάτων τιμών, τις οποίες προσδιορίζει σε χαμηλότερο επίπεδο, καταλήγοντας έτσι σε μείωση του ύψους του αρχικώς επιβληθέντος προστίμου. Εν τούτοις, στην προσφυγή 86/77η προσφεύγουσα προβάλλει ένα νέο λόγο, ο οποίος αφορά το κριτήριο που εφάρμοσε η Επιτροπή κατά τη μείωση του προστίμου, χωρίς αμφιβολία δε ο λόγος αυτός συνδέεται ειδικώς προς την απόφαση της 2ας Μαΐου.
Κατά την γνώμη μου, η διαπίστωση αυτή αρκεί για να θεωρηθούν αβάσιμες οι επιφυλάξεις τις οποίες εξέφρασε η καθής ως προς το παραδεκτό της προσφυγής.
Προχωρώντας στην ουσία των συνεκδι-καζομένων προσφυγών 26 και 86/79, παρατηρώ ότι οι προσφυγές αυτές διακρίνονται από τις άλλες προσφυγές με τις οποίες ασχολήθηκα μέχρι τώρα, καθόσον θέτουν ένα ειδικό πρόβλημα, δηλαδή αν η απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ εφαρμόζεται επί των πωλήσεων ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος της, αλλά προβλέπονταν από προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες, ωστόσο, δεν προσδιόριζαν την τιμή του εμπορεύματος.
Υπενθυμίζω, κατ' αρχάς ότι κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της εν λόγω αποφάσεως, η κατά το άρθρο 1 κατώτατες τιμές «είναι υποχρεωτικές για τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται από την τρίτη ημέρα μετά την έναρξη της ισχύος της παρούσης αποφάσεως και υποκαθίστανται, από της ημερομηνίας αυτής, στη θέση των χαμηλότερων τιμών τιμοκαταλόγου, μέχρις ότου οι επιχειρήσεις τις τροποποιήσουν σύμφωνα με το άρθρο 3».
Στηριζόμενη στη διάταξη αυτή, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το σύστημα κατωτάτων τιμών δεν είχε εφαρμογή επί των παρτίδων εμπορευμάτων εν αναφορά προς τις οποίες της επιβλήθηκε το πρόστιμο, υποστηρίζοντας ότι οι παρτίδες αυτές είχαν, βεβαίως, παραδοθεί μετά τις 8 Μαΐου 1977, αλλά σε εκτέλεση συμβάσεων προγενεστέρων της ενάρξεως της ισχύος της αποφάσεως. Πράγματι, υπό την έννοια «συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν» μετά την ημερομηνία αυτή πρέπει να νοηθούν οι συμβάσεις και όχι οι παραδόσεις που έγιναν σε εκτέλεση συμβάσεων, πράγμα που δείχνει ακόμη σαφέστερα το γαλλικό κείμενο της αποφάσεως, όπου χρησιμοποιείται ο όρος «transactions effectuées». Επομένως, πρέπει πράγματι να γίνει δεκτό ότι όσον αφορά τις παραδόσεις που πραγματοποιήθηκαν σε εκτέλεση συμβάσεων πωλήσεως οι οποίες συνήφθησαν προ της ενάρξεως της ισχύος της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ δεν απαιτείται συμμόρφωση προς το σύστημα κατωτάτων τιμών. Αυτό φαίνεται, εξάλλου, προφανές και ανταποκρίνεται στην πρακτική που ακολουθεί η Επιτροπή.
Πρέπει, ωστόσο, να μην λησμονείται ότι, για να αποτελεί «συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε» προ της ενάρξεως της ισχύος της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ, η σύμβαση πωλήσεως πρέπει να περιέχει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της. Στο βελγικό δίκαιο, όπως και σε πολλά άλλα, η σύμβαση πωλήσεως μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει συναφθεί ακόμη και όταν ο καθορισμός της τιμής αναβάλλεται για μεταγενέστερο χρόνο, εφόσον, όμως, ο προσδιορισμός αυτός πρέπει να έχει γίνει βάσει αντικειμενικών στοιχείων, επομένως δε αποκλείει το ενδεχόμενο νέας δηλώσεως βουλήσεως εκ μέρους ενός από τους συμβαλλομένους. Στα αντίγραφα των παραγγελιών τα οποία προσκόμισε η προσφεύγουσα, υπό την επικεφαλίδα «τιμή» γίνεται παραπομπή.στις τιμές που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ αγοραστού και πωλητού. Κατά την προσφεύγουσα, επρόκειτο για σταθερές τιμές, των οποίων το ύψος είχε ήδη καθορισθεί ακριβώς κατά τον χρόνο συνάψεως των συμβάσεων. Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, δεν στηρίζεται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αντίθετα δε είναι αντίθετος προς την πρακτική που ακολούθησε η προσφεύγουσα, η οποία προκύπτει από τα έγγραφα που προσκόμισε η καθής (βλ. συνημμένα 1, 8, 17, και 22 του υπομνήματος αντικρούσεως). Πρόκειται για επιβεβαιώσεις παραγγελιών στις οποίες αναφερόταν διαρκώς η εταιρία Forges de Thy-Marcinelle, για τον καθορισμό της τιμής, στον τιμοκατάλογο που ίσχυε κατά τον χρόνο της αποστολής. Ο τρόπος αυτός ενεργείας φαίνεται, εξάλλου, σύμφωνος προς τους γενικούς όρους πωλήσεως που περιλαμβάνονται στους τιμοκαταλόγους της εν λόγω προσφεύγουσας, οι οποίοι ορίζουν, όσον αφορά τις ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, ότι «Nos ventes sont faites aux prix, surpix et conditions de nos barèmes en vigueur le jour de ľ expédition (ou de la facture de mise à disposition). Les prix, suprix et conditions figurant dans nos offres ou accusés de réception n' ont donc qu' une valeur indicative» (συνημμένο 2 του υπομνήματος αντικρούσεως).
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, μου φαίνεται σαφές ότι η γενική αναφορά στην τιμή που συμφωνήθηκε με τον αγοραστή, η οποία περιέχεται σε σύμβαση πωλήσεως ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής συναφθείσα από την προσφεύγουσα και δεν συνοδεύεται από καμιά άλλη ένδειξη, πρέπει να ερμηνευθεί ως παραπομπή στις τιμές τιμοκαταλόγου, σύμφωνα με τους γενικούς όρους πωλήσεως και με την εμπορική πρακτική της προσφεύγουσας. Τα τιμολόγια που αναφέρονται στις πωλήσεις σχετικά με τις οποίες υπάρχει ακόμα αμφισβήτηση (μετά την απόφαση που εξέδωσε η Επιτροπή κατά την διάρκεια της δίκης, με την οποία περιορίστηκαν οι αιτιάσεις και κατά συνέπεια το ύψος του προστίμου που επιβλήθηκε αρχικά στην προσφεύγουσα) είναι όλα μεταγενέστερα της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ και αναφέρονται σε έγγραφα αποστολής επίσης μεταγενέστερα της ημερομηνίας αυτής. Πρέπει, επομένως, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι εν λόγω πωλήσεις ολοκληρώθηκαν αφού είχε αρχίσει να εφαρμόζεται το σύστημα κατωτάτων τιμών. Τούτο δε σύμφωνα προς την αρχή κατά την οποία δεν υπάρχει σύμβαση πωλήσεως μέχρις ότου καθορισθεί η τιμή και δεν αρκεί η δυνατότητα καθορισμού της τιμής εάν τα μέρη αναφέρθηκαν σε τιμές που ίσχυαν κατά τον χρόνο της παραδόσεως και αν ο καθορισμός εναπόκειται στον πωλητή μόνον, χωρίς παρέμβαση δημοσίας αρχής (αρχή την οποία δέχεται τόσο η βελγική όσο και η γαλλική νομολογία· βλ. για παράδειγμα, Tribunal de commerce de Tournai, 9 Φεβρουαρίου 1947, Pasicrisie 1949, III, σ. 31· Cassation civile française, I,1973, Brell. Ι, αρ. 96, σ. 89).
Αφετέρου, η άποψη αυτή του ζητήματος θα μπορούσε ακόμα και να τεθεί κατά μέρος στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον υπάρχει ένας απλούστερος λόγος για να απορριφθεί η προσφυγή. Πράγματι, αφού είναι δεδομένο ότι ο καθορισμός της τιμής έγινε με αναφορά στις τιμές τιμοκαταλόγου που ίσχυαν κατά τον χρόνο της παραδόσεως, η ανάγκη συμμορφώσεως προς τις κατώτατες τιμές σχετικά με τις εν λόγω πωλήσεις συνάγεται, εν πάση περιπτώσει, από το γεγονός ότι, μετά την έναρξη της ισχύος της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ, καμία επιχείρηση δεν μπορούσε να καθορίσει τιμές τιμοκαταλόγου χαμηλότερες από τις κατώτατες τιμές. Κατά συνέπεια, η τιμή πωλήσεως που είχε συμφωνηθεί «per relationem» προ της ενάρξεως της ισχύος της προαναφερθείσης αποφάσεως έπρεπε να είναι σύμφωνη προς τις υποχρεώσεις που επέβαλε το σύστημα κατωτάτων τιμών.
Όσον αφορά, εν συνεχεία, τη μείωση του προστίμου που επιβλήθηκε τον Ιανουάριο του 1979, στην οποία προέβη η Επιτροπή τέσσερις μήνες μετά, κατ' αναλογίαν της μειώσεως του ύψους των υποτιμολογήσεων (περίπου 10%), η εταιρία Thy-Marcinelle υποστηρίζει ότι θα ήταν λογικότερο να γίνει μείωση ανάλογη προς τη μείωση του ύψους των αντικανονικών συναλλαγών (20 %).
Δεν συμμερίζομαι αυτή την άποψη. Το κριτήριο που χρησιμοποίησε η Επιτροπή για την μείωση του προστίμου μου φαίνεται σύμφωνο προς το κριτήριο στο οποίο στηρίχτηκε για τον ίδιο τον καθορισμό του προστίμου. Προς τον σκοπό αυτό, εφαρμόστηκε ο συντελεστής 10% του ποσού των υποτιμολογήσεων επομένως, είναι λογικό το ότι η μείωση έγινε με αφαίρεση του 10% όχι του συνολικού ποσού των αντικανονικών πωλήσεων, αλλά μόνον του κατά την Επιτροπή ποσού των υποτιμολογήσεων το οποίο αφορά τις συναλλαγές αυτές. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι στην υπόθεση 26/79η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε το κύρος του κριτηρίου που εφαρμόστηκε κατά τον υπολογισμό του προστίμου και ότι, εξάλλου, η ίδια μέθοδος χρησιμοποιήθηκε από την Επιτροπή και ως προς τις άλλες προσφεύγουσες. Επομένως, η εν λόγω αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
19.
Υπενθύμισα στην αρχή ότι, όλως επικουρικώς, οι περισσότερες από τις προσφεύγουσες ζήτησαν την μεταρρύθμιση της προσβαλλομένης ατομικής αποφάσεως, δηλαδή μείωση, των προστίμων που επέβαλε η Επιτροπή. Δεν υπάρχει δε αμφιβολία ότι το Δικαστήριο, δεδομένου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έχει πλήρη δικαιοδοσία, έχει εξουσία να δεχθεί το αίτημα αυτό, τροποποιώντας το ποσό των χρηματικών κυρώσεων, εφόσον το κρίνει δίκαιο και σκόπιμο.
Η ιδιαίτερη φύση της κρίσεως στον τομέα των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής — η οποία οδήγησε την Επιτροπή στην εισαγωγή του συστήματος κατωτάτων τιμών —, οι αισθητά αρνητικές επιπτώσεις του επιπέδου των τιμών που καθορίστηκαν εξουσιαστικά επί της δραστηριότητας των πιο ανταγωνιστικών επιχειρήσεων, τα σοβαρά κενά του συστήματος όπως αυτό καθορίστηκε με την απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ και όπως παρέμεινε μέχρι το τέλος του 1978, αποτελούν, κατά την γνώμη μου, σημαντικούς λόγους για την ουσιαστική μείωση των προστίμων. Μίλησα ήδη για όλες αυτές τις περιστάσεις και θεωρώ περιττό να επεκταθώ περισσότερο σχετικά. Θα περιοριστώ, επομένως,στο να υπογραμμίσω, επί του πρώτου σημείου, ότι η κρίση στον προαναφερθέντα τομέα χαρακτηριζόταν από έλλειψη ισορροπίας μεταξύ της μεγάλης παραγωγικής και ανταγωνιστικής ικανότητας ορισμένων μικρών επιχειρήσεων (του ενός τρίτου του συνόλου) και των δυσκολιών που αντιμετώπιζαν πολλές μεγαλύτερες επιχειρήσεις, έτσι ώστε ένα μέτρο καθορισμού κατωτάτων τιμών θα είχε, κατ' ανάγκην, ως προορισμό να πλήξει τις πρώτες για να προστατεύσει τις δεύτερες. Κατά τον κυριαρχικό καθορισμό κατωτάτου επιπέδου τιμών, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αγνοεί ότι το πλήγμα αυτό θα επιβεβαιωνόταν από τα πράγματα, όφειλε δε να επιχειρήσει να ελαττώσει την σχετική επιβάρυνση, λαμβάνοντας, τουλάχιστον, από την αρχή όλα τα απαραίτητα συμπληρωματικά μέτρα προκειμένου να αποφευχθεί να καταστήσουν τα κενά του συστήματος ακόμη πιο επαχθή την τήρηση του. Δέχθηκα ότι η απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ δεν παρουσίαζε νομικές πλημμέλειες που να την καθιστούν παράνομη, δεν μπορώ όμως να μην υπενθυμίσω ότι υπήρχαν, ακόμα και από αυστηρώς τυπική άποψη, ορισμένοι λόγοι που δικαιολογούσαν την ύπαρξη αμφιβολιών (ιδίως όσον αφορά τη συμμόρφωση προς το άρθρο 61, προτελευταίο εδάφιο, σχετικά με την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, την πληρότητα της αιτιολογίας και το επίπεδο των επιβληθεισών τιμών). Μου φαινόταν ότι οι αμφιβολίες αυτές θα μπορούσαν να υπερνικηθούν, καθ' όσον μάλιστα ο έλεγχος του Δικαστηρίου πρέπει να γίνεται με περίσκεψη όταν πρόκειται για αποφάσεις οικονομικής πολιτικής οι οποίες δεν είναι καταδήλως αντίθετες προς το δίκαιο· εν τούτοις, νομίζω ότι η βραδύτητα και η αβεβαιότητα που χαρακτηρίζουν τις ενέργειες της εκτελεστικής εξουσίας της Κοινότητας δεν μπορούν να αγνοηθούν όταν πρόκειται να εκτιμηθεί αν είναι δίκαιες οι επιβληθείσες χρηματικές κυρώσεις.
Φυσικά, η μείωση του ύψους των κυρώσεων αυτών πρέπει να είναι μεγαλύτερη για τις επιχειρήσεις των οποίων η λειτουργία υπέστη βαρύτερες συνέπειες λόγω της εισαγωγής του συστήματος κατωτάτων τιμών και οι οποίες προσκόμισαν πειστικότερες αποδείξεις σχετικά με τους κινδύνους που διέτρεξαν και τις θυσίες που υπέστησαν. Αναφέρομαι προ πάντων στην επιχείρηση Stefana Antonio και, σε μικρότερο βαθμό, στην επιχείρηση Maximilianshütte, με των οποίων τις ατυχίες ασχολήθηκα. Περαιτέρω, νομίζω ότι στην περίπτωση της επιχειρήσεως Rumi είναι δικαιολογημένο να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι πωλήσεις της εντός της κοινής αγοράς σημείωσαν σημαντική κάμψη κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του 1977, τούτο δε παρόλο που η εν λόγω εταιρία συμμορφώθηκε αρχικώς προς τις κατώτατες τιμές, αναγκάστηκε δε να τις παραβεί κατόπιν νέας αισθητής κάμψεως των πωλήσεων της κατά τον Ιανουάριο του 1978 και αφού διαπίστωσε ότι στη γερμανική αγορά όπου προηγουμένως η εμπορία των προϊόντων της είχε ευρύτατα εξαπλωθεί οι προσφορές σε τιμές χαμηλότερες από τις κατώτατες τιμές είχαν γίνει συχνές και επικίνδυνες (η επιχείρηση Walzstahlvereinigung δήλωσε, στις 23 Μαρτίου 1978, σε τηλετύπημα που έστειλε στην εταιρία Rumi: «αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση είναι αδύνατη κάθε πώληση για τις ιταλικές επιχειρήσεις»).
Τέλος, παρατηρώ ότι η εταιρία Sider Camuña προσκόμισε έγγραφα από τα οποία προκύπτει ότι κατά τον χρόνο κατά τον οποίο συνέβησαν τα εν προκειμένω εξεταζόμενα γεγονότα, η εν λόγω εταιρία λειτουργούσε ήδη υπό δυσχερέστατες συνθήκες και δεν χρησιμοποιούσε περισσότερο από το 25% της δυναμικότητας της· υπ' αυτές τις συνθήκες, της ήταν αδύνατο, σύμφωνα με τα λεγόμενα της, να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο σημαντικής μειώσεως των πωλήσεων της, συμμορφούμενη προς τις κατώτατες τιμές.
Αφ' ετέρου, υπάρχει τουλάχιστον μια περίπτωση στην οποία νομίζω ότι δεν δικαιολογείται καμία μείωση του προστίμου. Αναφέρομαι στην περίπτωση της εταιρίας Aciéries de Montereau, προσφεύγουσας στην υπόθεση 31/79. Η εταιρία αυτή δηλώνει ότι, μετά την εισαγωγή του συστήματος κατωτάτων τιμών, επιχείρησε χωρίς αποτέλεσμα να επιτύχει παραγγελίες στις τιμές αυτές, αλλά έμαθε από τους πελάτες της ότι είχαν κατορθώσει να συνάψουν συμβάσεις αγοράς ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής σε τιμές πιο συμφέρουσες με άλλους παραγωγούς, οι οποίοι είχαν συντάξει έγγραφα προχρονολογημένα σε σχέση με την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ. Ενόψει της καταστάσεως αυτής και αφού υπέστη απώλειες ύψους 2000000 σχεδόν γαλλικών φράγκων λόγω της μειώσεως των πωλήσεων, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι αναγκάστηκε να προσαρμοστεί προς τις συνθήκες της αγοράς.
Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι οι κατώτατες τιμές που καθορίστηκαν με την απόφαση 962/77 ΕΚΑΧ ήταν χαμηλότερες από τις τιμές τιμοκαταλόγου της προσφεύγουσας που ίσχυαν αμέσως πριν από την έναρξη της ισχύος της αποφάσεως αυτής. Όσον αφορά τις οικονομικές απώλειες που η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη κατά το 1977, οι απώλειες αυτές οφείλονται βασικά στο γεγονός ότι εφαρμόστηκαν τιμές πολύ χαμηλές σε σχέση με το κόστος παραγωγής. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι ο μέσος όρος των πωλήσεων που πραγματοποίησε η προσφεύγουσα κατά την περίοδο από το Σεπτέμβριο ως τον Δεκέμβριο του 1977 υπερβαίνει σαφώς τον μέσο όρο των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν προ της ενάρξεως της ισχύος της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ. Επομένως, δημιουργείται η εντύπωση ότι η επιχείρηση αυτή ακολούθησε πολιτική ντάμπινγκ και ότι προσφέροντας το προϊόν σε τιμές πολύ χαμηλότερες από τις κατώτατες τιμές κατόρθωσε να κατακτήσει νέες αγορές. Όλα αυτά επιβεβαιώνονται από την τεράστια ποσότητα πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες από τις κατώτατες τιμές εκ μέρους της επιχειρήσεως αυτής, οι οποίες ανέρχονται σε περίπου 50000 τόνους, υπερβαίνουν δηλαδή κατά πολύ το ύψος των πωλήσεων των άλλων προσφευγουσών. Υπό το φως των σκέψεων αυτών, η συμπεριφορά της εταιρίας Aciéries de Montereau φαίνεται ότι βρίσκεται σε σοβαρότερη αντίθεση προς τους σκοπούς της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ απ' ό,τι οι παραβάσεις που διέπραξαν ανταγωνιστικότεροι παραγωγοί. Περαιτέρω, οι πωλήσεις της εταιρίας αυτής σε τιμές χαμηλότερες της κατωτάτης τιμής άρχισαν μόλις μια εβδομάδα μετά την έναρξη της ισχύος της αποφάσεως 962/77 ΕΚΑΧ και επαναλαμβάνονταν μέχρι το τέλος του 1977, δηλαδή για αισθητά μεγαλύτερο διάστημα από τις παραβάσεις των άλλων προσφευγουσών.
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών και εν όψει του αρκετά χαμηλού συντελεστή που εφάρμοσε η Επιτροπή κατά την επιβολή του προστίμου στην προσφεύγουσα αυτή (5,7% του ποσού των υποτιμολογήσεων, έναντι 25% για τις επιχειρήσεις της Brecia και 10% για τις επιχειρήσεις Korf, Maximilianshütte και Thy-Marcinelle), δεν νομίζω ότι υπάρχει κανένας λόγος να μειωθεί το ποσό του εν λόγω προστίμου.
20.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο, κρίνοντας επί των προσφυγών στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 154/78, 205/78 και 206/78, 226/78 έως 228/78, 263/78 και 264/78, 39/79, καθώς και στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 26/79 και 86/79 και στις υποθέσεις 31/79, 83/79, 85/79:
1)
να απορρίψει τις προσφυγές ακυρώσεως των προσβαλλόμενων ατομικών αποφάσεων, με εξαίρεση τις αποφάσεις που αφορούν τις επιχειρήσεις Feralpi και Acciaieria di Darfo,
2)
να ακυρώσει την απόφαση που αφορά την επιχείρηση Feralpi, κατά το μέρος μόνον που αναφέρεται στις πωλήσεις που πραγματοποίησε η εταιρεία αυτή εντός της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, περαιτέρω δε να κρίνει ότι, όσον αφορά την ίδια απόφαση, κατά τον υπολογισμό της διαφοράς μεταξύ κατωτάτων τιμών και τιμών που εφαρμόστηκαν προς τον σκοπό του καθορισμού του προστίμου, πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι μόνον η πραγματική τιμή βάσεως αλλά και οι προσαυξήσεις που περιέλαβε στην τιμή η επιχείρηση,
3)
να ακυρώσει την απόφαση που αφορά την Acciaieria di Darfo, κατά το μέρος μόνον που αφορά τις παραδόσεις προς τις επιχειρήσεις Maretto Blein και Baraclit, βάσει παραγγελιών της 27ης και 28ης Απριλίου 1977,
4)
να μειώσει τον συντελεστή που εφαρμόστηκε κατά τον υπολογισμό των προστίμων τα οποία επιβλήθηκαν στις πιο κάτω προσφεύγουσες:
α)
κατά 50% ως προς τις προσφεύγουσες Ferriera Valsabbia, OLS, AFIM, Fratelli Stefana, Acciaieria di Darfo, Feralpi, Korf (αφού διορθώσει προηγουμένως τη βάση υπολογισμού του προστίμου ως προς τις επιχειρήσεις Acciaieria di Darfo και Feralpi)·
β)
κατά 60% ως προς τις προσφεύγουσες Sider Camuña και Rumi·
γ)
κατά 70% ως προς την προσφεύγουσα Maximilianshütte·
δ)
κατά 80% ως προς την προσφεύγουσα Stefana Antonio ·
5)
να καταδικάσει την Επιτροπή στο ήμισυ των δικαστικών εξόδων ως προς τις προαναφερθείσες υπό α και β προσφεύγουσες και στα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων ως προς τις προσφεύγουσες Maximilianshütte και Stefana Antonio,
6)
να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 26 και 86/79 (Thy-Marcinelle και Monceau) και 31/79 (Montereau) στο σύνολο των εξόδων που αφορούν τις δίκες τους.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy