ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN-PIERRE WARNER
της 3ης Οκτωβρίου 1979 ( 1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η υπό κρίση υπόθεση έχει ως αντικείμενο προσφυγή που άσκησαν κατά της Επιτροπής, βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο γερμανικές εταιρίες, η Kommanditgesellschaft in Firma Hans-Otto Wagner GmbH, Agrarhandel (την οποία θα αποκαλώ στο εξής «Wagner») και η Kommanditgesellschaft in Firma Schlüter & Maack GmbH & Co. (την οποία θα αποκαλώ «Schlüter»).
Η προσφυγή αποτελεί συνέχεια της υποθέσεως 108/77, Wagner κατά HZA Hamburg-Jonas (1978) ECR 1187, η οποία, όπως ενθυμείται το Δικαστήριο, ήχθη ενώπιόν του, κατόπιν αιτήσεως του Finanzgericht του Αμβούργου για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Η Wagner είναι η προσφεύγουσα στη διαδικασία ενώπιον του Finanzgericht, το οποίο υπέβαλε το προδικαστικό ερώτημα. Φαίνεται ότι αυτή η διαδικασία είναι ακόμα εκκρεμής.
Στην υπό κρίση προσφυγή, η Wagner και η Schlüter αμφισβητούν το κύρος του κανονισμού (ΕΟΚ) 1837/78 της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1978, ο οποίος είναι ο τρίτος μιας σειράς τεσσάρων κανονισμών τους οποίους εξέδωσε η Επιτροπή κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 108/77. Ζητούν από το Δικαστήριο να κρίνει ότι το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού είναι εν μέρει άκυρο.
Το Δικαστήριο ενθυμείται ότι η υπόθεση 108/77 αφορούσε τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1380/75, της Επιτροπής, στις επιστροφές που καταβάλλονταν λόγω εξαγωγής ζαχάρεως από την Κοινότητα όταν αυτές οι επιστροφές είχαν καθοριστεί μέσω διαγωνισμού. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, όριζε, καθόσον ενδιαφέρει την υπό κρίση υπόθεση, ότι οι επιστροφές λόγω εξαγωγών, «οριζόμενες σε λογιστικές μονάδες» τροποποιούνται βάσει ενός συντελεστή, ο οποίος προερχόταν από το ποσοστό που χρησιμοποιήθηκε στον υπολογισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών. Το Δικαστήριο (μη ακολουθώντας τις προτάσεις που είχα αναπτύξει) ερμήνευσε την τότε ισχύουσα νομοθεσία περί του καθορισμού των επιστροφών λόγω εξαγωγής ζαχάρεως μέσω διαγωνισμού [κυρίως τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2101/75] υπό την έννοια ότι όριζε ότι αυτές οι επιστροφές έπρεπε να καθορίζονται όχι σε λογιστικές μονάδες, αλλά σε εθνικά νομίσματα. Κατά συνέπεια, έκρινε ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, δεν εφαρμοζόταν σ' αυτές. Η απόφαση εκδόθηκε στις 24 Μαΐου 1978. Υπό το φως αυτής της αποφάσεως, η Επιτροπή αποφάσισε ότι ήταν επιβεβλημένη η άμεση τροποποίηση της νομοθεσίας. Φαίνεται ωστόσο ότι υπήρξαν ορισμένοι δισταγμοί στους κόλπους της Επιτροπής ως προς το ποια ήσαν τα κατάλληλα μέτρα.
Στις 31 Μαΐου 1978, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1182/78 (JO L 145 της 1.6.78, σ. 46), ο οποίος είχε ως αναφερόμενο σκοπό να συμπληρώσει τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 1634/77 και (ΕΟΚ) 1790/77. Αυτοί οι κανονισμοί διείπον τότε τους διαρκείς διαγωνισμούς για τον καθορισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής, αντιστοίχως, λευκής και ακατέργαστης ζάχαρης.
Το περιεχόμενο του προοιμίου του κανονισμού 1182/78 είναι αποκαλυπτικό. Περιελάμβανε τις εξής αιτιολογικές σκέψεις:
«Έχοντας υπόψη ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έκρινε, στην υπόθεση 108/77, ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1380/75, όπως ισχύει τώρα, σε συνδυασμό με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2101/75, έχει την έννοια ότι η επιστροφή λόγω εξαγωγής στον τομέα της ζαχάρεως, καθοριζόμενη σε εθνικό νόμισμα μέσω διαγωνισμού, δεν πρέπει να τροποποιείται από το νομισματικό συντελεστή που καθόρισε η Επιτροπή, ο οποίος προέρχεται από το ποσοστό που χρησιμοποιήθηκε ως βάση για τον υπολογισμό του νομισματικού εξισωτικού ποσού.
Εκτιμώντας ότι η οικονομικά ικανοποιητική εφαρμογή του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών απαιτεί να εφαρμόζεται ο νομισματικός συντελεστής και στις περιπτώσεις που, στο πλαίσιο διαγωνισμού σχετικά με το εμπόριο με τις τρίτες χώρες, τα ποσά, τα οποία αναφέρονται στην ανακοίνωση κατακυρώσεως του διαγωνισμού για συγκεκριμένο πλειοδότη, καθορίζονται σε εθνικό νόμισμα· ότι, για το λόγο αυτό, πρέπει να ληφθούν γρήγορα μέτρα στον τομέα της ζαχάρεως που να μην προκαταλαμβάνουν τη λύση, η οποία θα γίνει δεκτή σε γενικό πλαίσιο και να συμπληρωθούν οι κανονισμοί της Επιτροπής (ΕΟΚ) 1634/77, της 19ης Ιουλίου 1977, περί διαρκούς διαγωνισμού για τον καθορισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής λευκής ζαχάρεως και (ΕΟΚ) 1790/77, της 2ας Αυγούστου 1977, περί διαρκούς διαγωνισμού για τον καθορισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής ακατέργαστης ζαχάρεως από ζαχαρότευτλα.
Εκτιμώντας ότι, για παρόμοιους λόγους και λαμβάνοντας υπόψη την διαρκώς ακολουθούμενη πρακτική στον τομέα αυτό, ενδείκνυται να εφαρμοστεί αυτός ο κανόνας αναδρομικά, εκτός για τις προσφορές που έγιναν δεκτές, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου, και πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος κανονισμού.»
Η αναφορά σ' αυτές τις αιτιολογικές σκεψεις στην ανάγκη να εφαρμόζονται οι νομισματικοί συντελεστές στις επιστροφές που ορίσθηκαν στο πλαίσιο διαγωνισμού αφορούσε το γεγονός ότι, για τους λόγους που εξέθεσε στο Δικαστήριο η Επιτροπή στην υπόθεση 108/77 και, εκ νέου, στην υπό κρίση υπόθεση, (τους οποίους υπενθύμισα στις προτάσεις μου στην υπόθεση 108/77), εάν δεν εφαρμοστούν έτσι αυτοί οι συντελεστές, το αποτέλεσμα είναι η άνιση μεταχείριση μεταξύ των επιχειρηματιών των διαφόρων κρατών μελών, οι οποίοι ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλον στο πλαίσιο των διαγωνισμών. Η αναφορά στην «διαρκώς ακολουθούμενη πρακτική στον τομέα αυτό» αφορούσε το γεγονός ότι, εκτός, καθώς φαίνεται, από το Βέλγιο, οι νομισματικοί συντελεστές εφαρμόζονταν πάντοτε, από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, σε τέτοιες επιστροφές.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 1182/78 προέβλεπε την προσθήκη σε κάθε ένα από τους δύο κανονισμούς περί των διαρκών διαγωνισμών νέου άρθρου, του 7α, που έχει ως εξής:
«Ο αναφερόμενος στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1380/75 συντελεστής εφαρμόζεται επίσης στις επιστροφές που ορίσθηκαν σε εθνικό νόμισμα στο πλαίσιο του παρόντος διαγωνισμού.»
Το άρθρο 2 προέβλεπε έναρξη ισχύος του κανονισμού την 1η Ιουνίου 1978 και ότι είχε εφαρμογή επί όλων των επιστροφών που καθορίζονταν δυνάμει των κανονισμών 1634/77 και 1790/77 «εξαιρέσει των επιστροφών, οι προσφορές των οποίων είχαν γίνει δεκτές μετά την 24η Μαΐου 1978 και πριν την 1η Ιουνίου 1978».
Έτσι ήταν σαφές ότι ο κανονισμός αποσκοπούσε στο να έχει αναδρομική ισχύ, με μόνη εξαίρεση τους επιχειρηματίες που είχαν κάνει ενδεχομένως προσφορές, βασιζόμενοι στην απόφαση επί της υποθέσεως 108/77, πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού.
Στις 23 Ιουνίου 1978, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1392/78 (EE ειδ. έκδ. τόμος 03/21, σ. 189). Αυτός ο κανονισμός προσέθεσε νέα παράγραφο στο άρθρο 4, του κανονισμού 1380/75, η οποία έχει ως εξής:
«5. Ο συντελεστής που αναφέρεται στην παράγραφο 3, εφαρμόζεται επίσης στις επιστροφές και εισφορές που ορίσθηκαν σε εθνικό νόμισμα στο πλαίσιο διαγωνισμού.»
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, προέβλεπε ότι ο κανονισμός άρχιζε να ισχύει την ημέρα της δημοσιεύσεώς του στην επίσημη εφημερίδα. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτή ήταν η 24η Ιουνίου 1978. Το άρθρο 2, παράγραφος 2, όριζε:
«Το άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1380/75 εφαρμόζεται στις πράξεις για τις οποίες οι τελωνειακές διατυπώσεις εξεπληρώθησαν από την ημέρα που άρχισε να ισχύει ο παρών κανονισμός, υπό την επιφύλαξη των υφισταμένων διατάξεων, στον τομέα της ζάχαρης και των προς έκδοση διατάξεων πριν από την 1η Αυγούστου 1978.»
Το Δικαστήριο αντιλαμβάνεται ότι, δυνάμει του γενικού κανόνα, τον οποίο θεσπίζει η νέα παράγραφος 5, αυτή επέτρεπε την εφαρμογή νομισματικών συντελεστών στις επιστροφές λόγω εξαγωγής που είχαν καθοριστεί πριν από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1392/78, υπό την προϋπόθεση ότι οι τελωνειακές διατυπώσεις για τις εν λόγω εξαγωγές είχαν εκπληρωθεί μόνο από την ημέρα αυτή και εντεύθεν. Έτσι διετηρείτο ρητά η αναδρομικότητα για την περίπτωση των επιστροφών λόγω εξαγωγής ζαχάρεως, οι οποίες προέκυπταν από το άρθρο 2 του κανονισμού 1182/78.
Το τρίτο μέτρο της σειράς ήταν ο κανονισμός 1837/78 της 31ης Ιουλίου 1978, μέτρο το κύρος του οποίου αμφισβητείται στην υπό κρίση υπόθεση. Στον τίτλο του αναφέρεται ότι είναι κανονισμός «περί καθορισμού του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1380/75». Στην πραγματικότητα, όπως ανέφερε στο Δικαστήριο η Επιτροπή, ήταν το αποτέλεσμα σοβαρής σκέψεως σχετικά με την έκταση της αναδρομικότητας που είχε δοθεί στα δύο προηγούμενα μέτρα, όσον αφορά τον τομέα της ζάχαρης.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 1837/78 όριζε ότι:
«Το άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1380/75 εφαρμόζεται στις ενέργειες για τις οποίες εκπληρώθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις:
α)
από την 1η Ιουνίου 1978 όσον αφορά τον τομέα της ζάχαρης·
β)
από την 24η Ιουνίου 1978 όσον αφορά τους λοιπούς τομείς·
γ)
πριν από τις καθορισμένες ημερομηνίες στις περιπτώσεις που η εφαρμογή του οδηγεί στη μείωση της επιβαρύνσεως του νομισματικού εξισωτικού ποσού που εισεπράχθη ή που θα εισπραχθεί.»
Το άρθρο 2 όριζε:
«1. Η παράγραφος 2 του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1392/78 καταργείται.
2. Το άρθρο 7α των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1634/77 και (ΕΟΚ) αριθ. 1790/77 καθώς και ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1182/78 καταργούνται.»
Το άρθρο 3 προέβλεπε ότι ο κανονισμός έπρεπε να αρχίσει να ισχύει την ημέρα της δημοσιεύσεώς του στην Επίσημη Εφημερίδα, δηλαδή την 1η Αυγούστου 1978.
Η τροποποίηση που πραγματοποιήθηκε με αυτές τις διατάξεις στον τομέα της ζαχάρεως ήταν η εξής: Αντί να εφαρμόζεται σε όλες τις επιστροφές που καθορίζονταν βάσει των κανονισμών 1634/77 και 1790/77, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 5, του κανονισμού 1380/75 περιοριζόταν στις πράξεις για τις οποίες οι τελωνειακές διατυπώσεις είχαν συντελεστεί από την 1η Ιουνίου 1978 και στο εξής. Αυτή η ημερομηνία ήταν, ασφαλώς, η ημερομηνία κατά την οποία άρχισε να ισχύει ο κανονισμός 1182/78. Η Επιτροπή επεξήγησε ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 2 αυτού του κανονισμού εξαίρεση, όσον αφορά τις προσφορές που είχαν γίνει δεκτές μεταξύ 24ης Μαΐου και 1ης Ιουνίου 1978 δεν διατηρήθηκε, διότι στην πραγματικότητα δεν υπήρξαν τέτοιες προσφορές.
Για τις εξαγωγές σε άλλους γεωργικούς τομείς, η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί από τον κανονισμό 1392/78 παρέμεινε αμετάβλητη.
Ο τέταρτος και τελευταίος της σειράς κανονισμός ήταν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1907/78 της 7ης Αυγούστου 1978 (EE ειδ. έκδ. τόμ. 03/22, σ. 99). Αυτός είχε ως αποτέλεσμα την τροποποίηση του άρθρου 1γ του κανονισμού 1837/78, το περιεχόμενο και οι λόγοι της οποίας δεν ενδιαφέρουν την υπό κρίση υπόθεση.
Και η Wagner και η Schlüter κατείχαν ορισμένο αριθμό πιστοποιητικών εξαγωγής, που τους είχαν χορηγηθεί κατόπιν της αποδοχής των προσφορών που είχαν υποβάλει στους διαγωνισμούς, κατόπιν των προσκλήσεων προς υποβολή προσφορών, που είχαν δημοσιευτεί σύμφωνα με τον κανονισμό 1634/77 πριν από την 1η Ιουνίου 1978 και που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί, ή είχαν χρησιμοποιηθεί μερικώς, κατά την ημερομηνία αυτή. Παραδείγματα αυτών των πιστοποιητικών είναι προσαρτημένα στο δικόγραφο της προσφυγής (παραρτήματα 1, 4, 5, 6, 7, 10, 12, 17, 18 και 19). Οι γνωστοποιήσεις των επιστροφών, επίσης προσαρτημένες στο δικόγραφο της προσφυγής (παραρτήματα 2, 8, 9, 11, 13, 14, 15 και 16), δείχνουν ότι, όταν πραγματοποιήθηκαν εξαγωγές βάσει των πιστοποιητικών, το αρμόδιο Hauptzollamt εφάρμοσε ένα νομισματικό συντελεστή 0,925. Αναφέρθηκε ότι υποβλήθηκαν παράπονα στο Hauptzollamt σε όλες τις περιπτώσεις όπου οι επιστροφές, οι οποίες είχαν καθοριστεί βάσει του κανονισμού 1634/77, είχαν μειωθεί με τον τρόπο αυτό.
Η υπό κρίση προσφυγή, η οποία ασκήθηκε στις 28 Ιουλίου 1978, στρεφόταν αρχικά κατά των κανονισμών 1182/78 και 1392/78. Εντούτοις, μετά την έκδοση από την Επιτροπή του κανονισμού 1837/78, στις 31 Ιουλίου 1978, οι προσφεύγουσες τροποποίησαν τα αιτήματά τους και έστρεψαν την προσφυγή τους κατά του άρθρου 1 αυτού του κανονισμού. Πράγματι, ζητούν στο εξής να κηρυχθεί άκυρο το άρθρο 1, του κανονισμού 1837/78 καθόσον προβλέπει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού 1380/75 εφαρμόζεται έτσι ώστε να μειώνονται οι επιστροφές λόγω εξαγωγής που είχαν καθοριστεί σε εθνικό νόμισμα στο πλαίσιο διαγωνισμού:
α)
όταν η επιστροφή είχε καθοριστεί πριν από την 1η Αυγούστου 1978·
β)
επικουρικώς, όταν η επιστροφή είχε καθοριστεί πριν από την 24η Ιουνίου 1978·
γ)
επικουρικότερον, όσον αφορά τον τομέα της ζαχάρεως, όταν η επιστροφή είχε καθοριστεί πριν από την 1η Ιουνίου 1978·
δ)
έτι επικουρικότερον, όσον αφορά τον τομέα της ζαχάρεως, όταν η επιστροφή είχε καθοριστεί πριν από την 1η Ιουνίου 1978 και οι σχετικές τελωνειακές διατυπώσεις είχαν εκπληρωθεί πριν από την 24η Ιουνίου 1978.
Η 1η Αυγούστου ήταν, ασφαλώς, η ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 1837/78, ενώ η 1η Ιουνίου 1978 και η 24η Ιουνίου 1978 ήταν οι ημερομηνίες που όριζε το άρθρο 1 του κανονισμού, πριν από τις οποίες έπρεπε να είχαν συντελεστεί οι τελωνειακές διατυπώσεις όσον αφορά, αντίστοιχα, τις πράξεις στον τομέα της ζαχάρεως και τις πράξεις σε άλλους τομείς, ώστε να αποφευχθεί η εφαρμογή του νομισματικού συντελεστή.
Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι, από τα τέσσερα εναλλακτικά αιτήματα των προσφευγουσών εταιριών, μόνο το τρίτο θα μπορούσε να γίνει δεκτό. Συμμερίζομαι αυτή τη γνώμη. Το πρώτο, το δεύτερο και το τέταρτο αίτημα πρέπει να αποκλειστούν, διότι τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν οι προσφεύγουσες δεν αφορούν κανένα άλλο τομέα, εκτός από αυτόν της ζάχαρης και, όσον αφορά τον τομέα αυτό, ο κανονισμός 1837/78 δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να διατηρήσει μερικώς την έννομη κατάσταση που είχε δημιουργηθεί από τον κανονισμό 1182/78, ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Ιουνίου 1978, έτσι ώστε δεν υφίσταται κανένα ενδεχόμενο στοιχείο αναδρομικότητας στην εφαρμογή των νομισματικών συντελεστών επί των επιστροφών που είχαν καθοριστεί μέσω διαγωνισμού μετά την ημερομηνία αυτή. Συνεπώς, θα περιορίσω την εξέτασή μου στο τρίτο αίτημα των προσφευγουσών.
Στην ουσία, το επιχείρημα των προσφευγουσών που προβλήθηκε προς υποστήριξη του αιτήματος αυτού είναι ότι, προβλέποντας την εφαρμογή νομισματικών συντελεστών στις επιστροφές που είχαν καθοριστεί πριν από την 1η Ιουνίου 1978, το άρθρο 1α του κανονισμού 1830/78 θίγει αναδρομικά κεκτημένα δικαιώματα κατά τρόπο που απαγορεύεται από το κοινοτικό δίκαιο.
Προτού εξετάσω το βάσιμο του αιτήματος, θα ασχοληθώ με το ζήτημα του παραδεκτού του, που προέβαλε η Επιτροπή.
Πιστεύω ότι μπορώ να το πράξω αρκετά συνοπτικά.
Επί του παραδεκτού
Οι προσφεύγουσες είναι μέλη περιορισμένης και δυνάμενης να εξατομικευθεί ομάδας, αποτελούμενης από εκείνους τους επιχειρηματίες οι οποίοι, αφού υπέβαλαν προσφορές μεταξύ της 22ας Ιουλίου 1977, ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1634/77, και 1ης Ιουνίου 1978, για τους διαγωνισμούς που είχαν δημοσιευτεί βάσει του κανονισμού αυτού και μετά την αποδοχή των προσφορών τους και, συνεπώς, τον καθορισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής σύμφωνα με αυτόν, δεν είχαν χρησιμοποιήσει στο σύνολό τους τα σχετικά πιστοποιητικά εξαγωγής μέχρι την 1η Ιουνίου 1978. Δεν βλέπω καμία διαφορά κατ' αρχήν μεταξύ της καταστάσεώς τους και εκείνης των κατόχων πιστοποιητικών εξαγωγής που καθόριζαν τις επιστροφές εκ των προτέρων, τα αιτήματα των οποίων έγιναν δεκτά στην υπόθεση 100/74, CAM κατά Επιτροπής, (1975) 2 ECR, 1393, και στην υπόθεση 88/76, Société pour l'Exportation des Sucres κατά Επιτροπής, (1977) 1 ECR, 709.
Κατά τη γνώμη μου, δεν ενδιαφέρει το ότι το γράμμα του άρθρου 1α του κανονισμού 1837/78 δεν κάνει ρητή διάκριση μεταξύ επιχειρηματιών, για τους οποίους οι επιστροφές είχαν καθοριστεί πριν από την 1η Ιουνίου 1978, και άλλων επιχειρηματιών τους οποίους αφορά η διάταξη. Εάν αυτό ήταν σημαντικό, οι πράξεις που είναι από τη φύση τους αποφάσεις μπορούσαν να μετατραπούν σε κανονισμούς, οι οποίοι να καλύπτουν όλες τις διαφορετικές κατηγορίες ατόμων, τα οποία αφορούν αυτές οι πράξεις, με αρκετά ευρεία διατύπωση. Πράγματι, από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις 113 και 118 έως 121/77, ΝΤΝ Toyo Bearing Co Ltd και λοιποί κατά Συμβουλίου και Επιτροπής [29 Μαρτίου 1979, (1979) ECR, σ. 1185 επ.] προκύπτει ότι μία πράξη, η οποία είναι από άλλη άποψη κανονισμός γενικής ισχύος μπορεί, εφόσον θίγει συγκεκριμένα πρόσωπα, να αποτελεί απόφαση που τους αφορά άμεσα και ατομικά.
Κατά συνέπεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το αίτημα είναι παραδεκτό.
Το ζήτημα είναι εάν είναι βάσιμο.
Επί της ουσίας
Η Επιτροπή παραδέχεται ότι ο καθορισμός μιας επιστροφής λόγω εξαγωγής στα πλαίσια διαγωνισμού παρέχει στον ενδιαφερόμενο επιχειρηματία κεκτημένο δικαίωμα να εισπράξει αυτή την επιστροφή, μετά την πραγματοποίηση της εξαγωγής με τον καθορισμένο τρόπο. Υποστηρίζει, εντούτοις, ότι το δικαίωμα αυτό δεν επηρεάζεται από την εφαρμογή του νομισματικού συντελεστή, ο οποίος αποτελεί στην πραγματικότητα μείωση νομισματικού εξισωτικού ποσού, το οποίο θα ήταν διαφορετικά υπερβολικά μεγάλο.
Η Επιτροπή αναφέρεται στη νομολογία του Δικαστηρίου από την οποία προκύπτει ότι οι επιχειρηματίες δεν έχουν κανένα δικαίωμα ως προς τη διατήρηση σε ισχύ συγκεκριμένου συστήματος ή συγκεκριμένων συντελεστών των νομισματικών εξισωτικών ποσών και ότι δεν κτάται κανένα δικαίωμα επί νομισματικού εξισωτικού ποσού μέχρις ότου εξαχθούν πράγματι τα εμπορεύματα [υπόθεση 74/74, CNTA κατά Επιτροπής, (1975) 1 ECR, 533, υποθέσεις 95/74 έως 98/74, 15/75 και 100/75, Union Nationale des Coopératives Agricoles de Céréales και λοιποί κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, (1975) 2 ECR, 1615, και υπόθεση 96/77, Bauche κατά Administration Française des Douanes, (1978) ECR, 383]. H Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 1α του κανονισμού 1837/78 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αναδρομικό αποτέλεσμα, αφού απλώς τροποποίησε ένα στοιχείο στο σύστημα των νομισματικών εξισωτικών ποσών, όσον αφορά πράξεις, για τις οποίες οι τελωνειακές διατυπώσεις είχαν εκπληρωθεί μετά την 1η Ιουνίου 1978.
Μετά από κάποιους δισταγμούς κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή έχει δίκιο.
Ασφαλώς είναι βέβαιο ότι, εάν ληφθεί υπόψη μόνο το κείμενο του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1380/75, η εφαρμογή του νομισματικού εξισωτικού ποσού φαίνεται ότι έχει ως σκοπό τη μείωση της επιστροφής αυτής καθαυτής. Αλλά αυτό το κείμενο πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με το γενικό πλαίσιό του.
Ο κανονισμός 1380/75 αναφέρει στον τίτλο του ότι είναι κανονισμός «περί του τρόπου εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών». Αυτός ο κανονισμός εκδόθηκε από την Επιτροπή, κατά την άσκηση της εξουσίας της να εκδίδει τέτοιους κανόνες, η οποία της παραχωρήθηκε με το άρθρο 6, του κανονισμού (ΕΟΚ) 974/71, του Συμβουλίου, ο οποίος θέσπισε τα νομισματικά εξισωτικά ποσά. Η ομάδα των άρθρων, στην οποία ανήκει το άρθρο 4, φέρει την επικεφαλίδα «υπολογισμός των νομισματικών εξισωτικών ποσών», και το άρθρο 4, παράγραφος 3, αρχίζει με τη λέξη «Εντούτοις», πράγμα το οποίο δείχνει ότι αποτελεί περιορισμό των προηγουμένων διατάξεων του άρθρου αυτού, οι οποίες έχουν ως εξής:
«1.
Για κάθε Κράτος μέλος και για κάθε προϊόν για τα οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών ορίζεται ένα νομισματικό εξισωτικό ποσό.
Τούτο υπολογίζεται με βάση τη μειωμένη κοινή τιμή, αν συντρέχει περίπτωση κατ' εφαρμογή των διατάξεων της πράξεως προσχωρήσεως.
2.
Το ποσό που ορίζεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, εφαρμόζεται στις συναλλαγές μεταξύ των Κρατών μελών και με τις τρίτες χώρες.»
Επομένως, σκοπός του άρθρου 4, παράγραφος 3 είναι να μειώσει τα νομισματικά εξισωτικά ποσά. Η εφαρμογή του συντελεστή στις επιστροφές είναι απλώς η μέθοδος με την οποία επιτυγχάνεται αυτός ο σκοπός και ένας επιχειρηματίας δεν μπορεί να έχει κεκτημένο δικαίωμα να εμποδίσει την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού. Όπως εξήγησα στις προτάσεις μου στην υπόθεση 108/77, και όπως εξήγησε πάλι η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της στην υπό κρίση υπόθεση, η μείωση είναι απαραίτητη για να αποφευχθεί μία κατάσταση όπου ένας εξαγωγέας κράτους μέλους με νόμισμα που έχει υπερτιμηθεί εισπράττει δύο φορές, ή ένας εξαγωγέας κράτους μέλους με νόμισμα που έχει υποτιμηθεί καταβάλλει δύο φορές το ποσό, το οποίο αντιπροσωπεύει το ποσοστό που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του νομισματικού εξισωτικού ποσού, όπως αυτό εφαρμόζεται στο ποσό της επιστροφής.
Συμπέρασμα
Καταλήγοντας πιστεύω ότι το άρθρο 1α, του κανονισμού 1837/78 δεν έχει, αναλυόμενο ορθώς, καμία αναδρομική ισχύ και ότι, επομένως, η προσφυγή αυτή πρέπει να απορριφθεί.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy