ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
FRANCESCO CAPOTORTI
της 16ης Μαΐου 1979 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το Δικαστήριο επελήφθη αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το δικαστήριο των Κάτω Χωρών (το Centrale Raad van Beroep), στο πλαίσιο διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του, ως προς την εφαρμογή των ολλανδικών διατάξεων κατά της σωρεύσεως στον τομέα των συντάξεων. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, Brouwer-Kaune, διατέλεσε μισθωτή σε δύο κράτη μέλη: στη Γερμανία από το 1928 έως το 1950 και στις Κάτω Χώρες από το 1950 έως το 1972· μεταξύ του έτους 1950 και του έτους 1957 συνέχισε προαιρετικά την ασφάλισή της αναπηρίας και γήρατος, καταβάλλουσα ασφαλιστικές εισφορές στη Γερμανία, για να συμπληρώσει τη συνολική περίοδο καταβολής εισφορών που απαιτείται και επαρκεί για τη λήψη συντάξεως. Το 1970, κατόπιν ιατρικής επισκέψεως στην οποία υποβλήθηκε η ενδιαφερομένη από τον αρμόδιο ασφαλιστικό γερμανικό φορέα, διαπιστώθηκε μερική ανικανότητα προς εργασία και, κατά συνέπεια, έλαβε, από την 1η Αυγούστου 1970, σύνταξη επαγγελματικής αναπηρίας βάσει της Ομοσπονδιακής νομοθεσίας άνευ σωρεύσεως των γερμανικών περιόδων ασφαλίσεως με αυτές που είχε συμπληρώσει στις Κάτω Χώρες. Στη συνέχεια, με απόφαση της 16ης Αυγούστου 1974, η εν λόγω σύνταξη μετατράπηκε, από 1ης Αυγούστου 1973, σε σύνταξη γήρατος.
Εν τω μεταξύ, ο ολλανδικός ασφαλιστικός φορέας, έχοντας και αυτός με τη σειρά του διαπιστώσει την ανικανότητα προς εργασία της Brouwer-Kaune, της χορήγησε, με απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1973, σύνταξη επαγγελματικής αναπηρίας από 2ας Οκτωβρίου 1973. Σχετικώς πρέπει να παρατηρηθεί ότι η νομοθεσία των Κάτω Χωρών, αντιθέτως προς το ισχύον στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία σύστημα, δεν εξαρτά το ποσό των παροχών λόγω αναπηρίας από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως, δηλαδή είναι του προβλεπόμενου στο άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 τύπου. Όμως, με απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1976, ο προαναφερθείς ολλανδικός φορέας, λαμβάνοντας υπόψη τη χορηγηθείσα στην ίδια δικαιούχο γερμανική σύνταξη γήρατος, εφήρμοσε την προβλεπόμενη στο άρθρο 1 του ολλανδικού βασιλικού διατάγματος της 22ας Δεκεμβρίου 1972 αντισωρευτική ρήτρα, κατά την οποία η σύνταξη αναπηρίας, η οποία συντρέχει με άλλες συντάξεις αναπηρίας ή γήρατος, δεν καταβάλλεται παρά κατά το τμήμα που υπερβαίνει το ποσό των τελευταίων. Κατά συνέπεια, το ολικό ποσό της γερμανικής συντάξεως αφαιρέθηκε από τις οφειλόμενες πληρωμές βάσει της ολλανδικής συντάξεως (και αυτό με ισχύ ex tunc).
Η ενδιαφερομένη ματαίως προσέβαλε την αντισωρευτική απόφαση ενώπιον του Raad van Beroep του Αμστερνταμ. Άσκησε, επομένως, έφεση ενώπιον του Centrale Raad van Beroep και το εν λόγω δικαστήριο, παρόλον ότι θεώρησε βάσιμη τη μείωση της συντάξεως αναπηρίας ενόψει της μόνης εθνικής νομοθεσίας, διερωτήθηκε αν αυτή η μείωση συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Κατόπιν αυτού υπέβαλε στο Δικαστήριο, με Διάταξη της 16ης Μαρτίου 1978, το ακόλουθο ερώτημα:
«Έχει το άρθρο 40, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, μεταξύ άλλων υπό το φως του άρθρου 43, την έννοια ότι οι διατάξεις του κεφαλαίου 3 (ιδίως του άρθρου 46) έχουν επίσης εφαρμογή κατ' αναλογία, όταν δικαίωμα επί παροχής αναπηρίας υφίσταται δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους του τύπου που αναφέρεται στο άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού και όταν ο ενδιαφερόμενος συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις, από τις οποίες η νομοθεσία άλλου κράτους μέλους μη αναφερόμενου στο παράρτημα III εξαρτά το δικαίωμα επί παροχών, στην περίπτωση κατά την οποία η παροχή που αναφέρεται πρώτη πρέπει να χορηγηθεί σε πρόσωπο, το οποίο ήδη δικαιούται παροχή γήρατος δυνάμει της νομοθεσίας του αναφερομένου τελευταίου κράτους μέλους;»
2.
Προς πληρέστερη κατανόηση του εγερθέντος προβλήματος, πρέπει να γίνει συνοπτική υπόμνηση του περιεχομένου των κοινοτικών διατάξεων, επί των οποίων πρέπει να στηριχθεί η λύση του προβλήματος. Το προαναφερθέν άρθρο 40, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 περιέχεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου III, που αφορά τις παροχές αναπηρίας· παραπέμπει όμως στις διατάξεις του κεφαλαίου 3 (γήρας και θάνατος-συντάξεις) κηρύσσοντάς τες εφαρμοστέες κατ' αναλογία στην εκκαθάριση των παροχών αναπηρίας μισθωτού, ο οποίος διαδοχικά ή κατά περιόδους έχει υπαχθεί στις νομοθεσίες δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, εκ των οποίων τουλάχιστον μία δεν είναι του τύπου που αναφέρεται στο άρθρο 37, παράγραφος 1 (δηλαδή του τύπου που καθορίζει το ποσό της παροχής αναπηρίας ανεξάρτητα από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως). Το ίδιο άρθρο 40, παράγραφος 1, διευκρινίζει επιπλέον ότι η εφαρμογή κατ' αναλογία του κεφαλαίου 3 γίνεται «αφού ληφθούν υπόψη οι διατάξεις της παραγράφου 4», η εν λόγω παράγραφος, όμως, δεν αφορά την εξεταζόμενη περίπτωση.
Στο πλαίσιο του κεφαλαίου 3, η διάταξη που έχει, φαίνεται, τη μεγαλύτερη σημασία όσον αφορά την υπό κρίση διαφορά είναι το άρθρο 46 που φέρει τον τίτλο «Εκκαθάριση παροχών». Καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού του ποσού των παροχών (αναπηρίας) από τον αρμόδιο φορέα καθενός από τα κράτη μέλη, στη νομοθεσία των οποίων έχει υπαχθεί ο μισθωτός, τόσο όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταβολής των παροχών χωρίς να παρίσταται ανάγκη εφαρμογής του άρθρου 45 (δηλαδή να ληφθούν υπόψη οι περίοδοι ασφαλίσεως που έχουν συμπληρωθεί υπό περισσότερες νομοθεσίες στις οποίες έχει υπαχθεί ο μισθωτός) όσο και στην αντίθετη περίπτωση. Η σημασία του άρθρου 46, ως προς την προκειμένη περίπτωση, οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι αυτό το άρθρο θέτει όρια στα αποτελέσματα των εθνικών αντισωρευτικών κανόνων, εφόσον, δεχόμενο το κριτήριο του αναλογικού επιμερισμού, δεν επιτρέπει η μία από τις ενδεχομένως συντρέχουσες παροχές να μειωθεί σε βαθμό κατώτερο του prorata.
Στο άρθρο 43, περαιτέρω, προσήκει ειδική προσοχή. Αυτή η διάταξη αφορά τη «μετατροπή των παροχών αναπηρίας σε παροχές γήρατος», πράγμα που συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, όσον αφορά τη γερμανική σύνταξη αναπηρίας. Πρέπει να τονιστεί ότι η παράγραφος 2 επιτρέπει τη σώρευση των ασφαλιστικών παροχών και συγκεκριμένα των παροχών αναπηρίας εις βάρος ενός κράτους και των παροχών γήρατος οφειλόμενων από άλλο κράτος μέλος, ορίζοντας ότι «κάθε φορέας κράτους μέλους που οφείλει παροχές αναπηρίας, συνεχίζει να καταβάλλει στον δικαιούχο παροχών αναπηρίας, ο οποίος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 49, δύναται να αξιώσει παροχές γήρατος δυνάμει της νομοθεσίας άλλων κρατών μελών, τις παροχές αναπηρίας που δικαιούται κατά τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός μέχρι τη στιγμή, κατά την οποία οι διατάξεις της παραγράφου 1 δύνανται να εφαρμοστούν για τον φορέα αυτόν» (δηλαδή μέχρι τη στιγμή κατά την οποία οι οφειλόμενες παροχές αναπηρίας μετατρέπονται και αυτές σε παροχές γήρατος). Ο Ολλανδός δικαστής, όμως, δεν δέχθηκε ότι αυτό το άρθρο έχει εφαρμογή στο προς επίλυση ζήτημα, θεωρώντας ότι η προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 2 περιορίζεται στην περίπτωση, κατά την οποία ο εργαζόμενος ήταν δικαιούχος συγχρόνως δύο συντάξεων αναπηρίας πριν από τη μετατροπή της μιας από τις δύο σε σύνταξη γήρατος (αυτό προκύπτει από την έκφραση «κάθε φορέας … συνεχίζει να καταβάλλει». Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, η ολλανδική σύνταξη αναπηρίας χορηγήθηκε, όπως είδαμε, από τις 2 Οκτωβρίου 1973, ενώ η μετατροπή της γερμανικής συντάξεως αναπηρίας σε σύνταξη γήρατος ίσχυσε (αναδρομικώς) από 1ης Αυγούστου 1973. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η ενδιαφερομένη άρχισε να απολαύει της συντάξεως αναπηρίας στις Κάτω Χώρες μετά την ημερομηνία της μετατροπής της γερμανικής συντάξεως σε σύνταξη γήρατος.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Ολλανδός δικαστής έκρινε ότι το άρθρο 43 δεν είχε εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Παρά ταύτα πρότεινε, κατά τη διατύπωση του προδικαστικού ερωτήματος, η ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 1, να γίνει «υπό το φως του άρθρου 43». M' αυτό τον τρόπο θέλησε προφανώς να τονίσει τη σκοπιμότητα ερμηνείας του άρθρου 40, παράγραφος 1, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 43 και σε συνδυασμό με αυτό, λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης ομοιότητας της εκτιθέμενης εδώ περιπτώσεως (παροχές αναπηρίας χορηγούμενες σε πρόσωπο που ήδη δικαιούτο, σε άλλο κράτος μέλος, παροχές γήρατος προκύπτουσες από τη μετατροπή προγενέστερης σύνταξης αναπηρίας), και της περιπτώσεως στην οποία το άρθρο 43 θα είχε ασφαλώς εφαρμογή (παροχές αναπηρίας που εξακολουθούν να καταβάλλονται σε πρόσωπο το οποίο, σε άλλο κράτος μέλος, είχε συγχρόνως δικαίωμα σε ανάλογες παροχές που μετατράπηκαν στη συνέχεια σε παροχές γήρατος).
Σ' αυτή τη συγκυρία, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η προκείμενη περίπτωση εμφανίζει κάποια ιδιαιτερότητα πράγματι, παρόλον ότι είναι αληθές ότι η ημερομηνία, από την οποία ίσχυσε η ολλανδική σύνταξη αναπηρίας, είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας της γερμανικής συντάξεως γήρατος, συμβαίνει ωστόσο η ημερομηνία της ολλανδικής αποφάσεως (25 Οκτωβρίου 1973) να είναι προγενέστερη της ημερομηνίας της γερμανικής αποφάσεως μετατροπής (16 Αυγούστου 1974) έτσι ώστε, στο μεταξύ, μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης ημερομηνίας, η ενδιαφερόμενη ελάμβανε συγχρόνως δύο συντάξεις αναπηρίας. Θα έπρεπε άραγε ο Ολλανδός δικαστής να λάβει υπόψη αυτό το γεγονός πριν αρνηθεί την εφαρμογή του άρθρου 43; Θα ήταν δυνατό να αποφευχθεί η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα, παρατηρώντας ότι το πρόβλημα της εφαρμογής της μιας ή της άλλης διατάξεως σε συγκεκριμένη κατάσταση δεν πρέπει να επιλυθεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι ο εθνικός δικαστής σαφώς περιορίστηκε στο να ζητήσει την ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 1. Όμως, νομίζω ότι η σκοπιμότερη θέση που πρέπει να λάβει το Δικαστήριο είναι η ακόλουθη: να περιοριστεί στη γενική υπόθεση που αναφέρει ο εθνικός δικαστής (δηλαδή, επαναλαμβάνω, στο ότι η παροχή αναπηρίας ενός κράτους μέλους περιέρχεται σε εργαζόμενο μετά τη μετατροπή, σε άλλο κράτος μέλος, συντάξεως αναπηρίας σε σύνταξη γήρατος) και να αναζητηθεί πώς πρέπει να εκτιμηθεί αυτή η υπόθεση ενόψει του κοινοτικού δικαίου και ακριβέστερα ενόψει του κανονισμού 1408/71, χωρίς να περιορίζεται η εξέταση στη μια ή στην άλλη από αυτές τις διατάξεις.
3.
Κατόπιν αυτού, θα εξετάσω καταρχάς το ερώτημα υπό το φως του άρθρου 40, παράγραφος 1. Είναι αναμφισβήτητο ότι σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη, συντρέχουν οι προβλεπόμενες από την προαναφερθείσα διάταξη δύο προϋποθέσεις: το γεγονός ότι ο ενδιαφερόμενος εργαζόμενος έχει υπαχθεί διαδοχικά στη νομοθεσία (στον τομέα της αναπηρίας) δύο κρατών μελών και το γεγονός ότι η μία από αυτές τις νομοθεσίες δεν είναι του τύπου που αναφέρεται στο άρθρο 37, παράγραφος 1· αφετέρου, το ίδιο το κείμενο του προδικαστικού ερωτήματος προϋποθέτει ότι έχει ελεγχθεί η ύπαρξη των δύο προϋποθέσεων, εφόσον σ' αυτό αναφέρεται η περίπτωση, κατά την οποία το δικαίωμα επί συντάξεως αναπηρίας υφίσταται βάσει της νομοθεσίας κράτους μέλους του αναφερόμενου στο άρθρο 37, παράγραφος 1, τύπου και ότι η ενδιαφερόμενη συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που επιτρέπουν να της αναγνωριστεί ανάλογο δικαίωμα από τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, τύπου διαφορετικού από αυτόν που αναφέρει το άρθρο 37, παράγραφος 1. Από πού, επομένως, προέρχεται η αμφιβολία που εκδηλώνει ο Ολλανδός δικαστής ως προς την ανάλογη εφαρμογή του κεφαλαίου 3; Το να υποβάλλεται το ερώτημα αν οι διατάξεις αυτού του κεφαλαίου έχουν εφαρμογή ισοδυναμεί με το να τίθεται το ερώτημα αν το ίδιο το άρθρο 40 έχει εφαρμογή, εφόσον το εν λόγω άρθρο απλώς, στην πραγματικότητα, διέπει μέσω της παραπομπής στο κεφάλαιο 3 τις παροχες αναπηρίας υπέρ των εργαζομένων που βρίσκονται στην περιγραφόμενη στο ερώτημα κατάσταση. Δεδομένου ότι πρόκειται, στην αναφερόμενη από τον εθνικό δικαστή περίπτωση, περί του καθορισμού του ποσού των παροχών αναπηρίας, και ο εργαζόμενος βρίσκεται στην προβλεπόμενη από το άρθρο 40, παράγραφος 1, κατάσταση, δεν χωρεί αμφιβολία ότι αυτό το άρθρο — και, συνεπώς, το κεφάλαιο 3 — πρέπει να εφαρμοστεί.
Νομίζω, επομένως, ότι η έννοια του υποβληθέντος από τον Ολλανδό δικαστή ερωτήματος είναι διαφορετική. Είναι γνωστό το πρόβλημα του οποίου επιθυμεί τη λύση: πρόκειται περί του αν μπορεί να συναχθεί από τον κανονισμό 1408/71 όριο στα αποτελέσματα των αντισωρευτικών εθνικών διατάξεων σε περίπτωση όπως αυτή που προκάλεσε την κύρια δίκη. Είδαμε την αιτία που οδήγησε τον ίδιο δικαστή στο να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 43: ο δικαιούμενος σύνταξη αναπηρίας εργαζόμενος ήδη έλαβε σύνταξη αναπηρίας βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. Η μόνη διάταξη του κανονισμού 1408/71 που θα ήταν δυνατό, πάντοτε κατά τον Ολλανδό δικαστή, να περιορίσει σε ορισμένο μέτρο τα αποτελέσματα των εθνικών αντισωρευτικών κανόνων είναι το άρθρο 46. Κατά συνέπεια, η έννοια του ερωτήματος είναι, κατά τη γνώμη μου, η ακόλουθη: δεν εφαρμόζεται το άρθρο 46 παρά μόνον όταν συντρέχουν παροχές του αυτού περιεχομένου (δύο παροχές αναπηρίας χορηγούμενες σε δύο κράτη μέλη) ή εφαρμόζεται επίσης στην περίπτωση συνδρομής παροχών διαφορετικού περιεχομένου (αναπηρίας, αφενός, και γήρατος, αφετέρου); Αυτές είναι οι δύο εναλλακτικές απόψεις που αντιστοιχούν πράγματι στη φύση του προβλήματος που θέτει ο εθνικός δικαστής.
4.
Προς στήριξη της πρώτης από αυτές τις απόψεις θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 46 πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 12, παράγραφος 2 του κανονισμού. Η εν λόγω διάταξη ορίζει ότι «οι διατάξεις περί μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, που προβλέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους σε περίπτωση σωρεύσεως μιας παροχής με άλλες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ή με άλλα εισοδήματα, εφαρμόζονται εις βάρος του δικαιούχου, ακόμη και αν πρόκειται περί παροχών που εκτήθησαν δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους …» και συνεχίζει διευκρινίζοντας ότι «ο κανόνας αυτός δεν ισχύει όταν ο δικαιούχος λαμβάνει παροχές της ίδιας φύσεως για αναπηρία, γήρας, θάνατο (συντάξεις) ή επαγγελματική ασθένεια που καταβάλλονται από τους φορείς δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 46, 50, 51 ή του άρθρου 60, παράγραφος 1, περίπτωση β».
Εξάλλου, είναι γνωστό ότι υφίσταται νομολογία, πρόσφατη μάλιστα, του Δικαστηρίου σχετική με τα όρια εφαρμογής των εθνικών αντισωρευτικών κανόνων, η οποία ασφαλώς τείνει να ευνοήσει τον εργαζόμενο. Όμως μέχρι σήμερα, η ανάγκη περιορισμού των αποτελεσμάτων των εθνικών αντισωρευτικών κανόνων αναγνωρίστηκε σε περιπτώσεις κατά τις οποίες συνέτρεχαν δύο συντάξεις αναπηρίας ή δύο συντάξεις επιζώντων. Πρέπει να αναφερθεί, ειδικότερα, η απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 1977 επί της υποθέσεως 22/77, Mura (Raccolta 1977, σ. 1699). Σ' αυτή την απόφαση, το Δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι «εφόσον ο μισθωτός λαμβάνει σύνταξη δυνάμει της μόνης εθνικής νομοθεσίας, οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν εμποδίζουν στην περίπτωσή του την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών αντισωρευτικών κανόνων», έκρινε ότι «όταν η εφαρμογή των μόνων εθνικών διατάξεων για τη γένεση και τον υπολογισμό του δικαιώματος είναι λιγότερο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο από την εφαρμογή των κανόνων συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού, οι τελευταίες πρέπει να εφαρμόζονται». Η εν λόγω αρχή αντλήθηκε από το άρθρο 46, παράγραφος 1, που προαναφέρθηκε, ερμηνευθέν ως διάταξη περιορίζουσα την επίπτωση των εθνικών αντισωρευτικών κανόνων. Η ίδια κατεύθυνση επαναλαμβάνεται στις αποφάσεις της 13ης Οκτωβρίου 1977 που εκδόθηκαν στην υπόθεση 37/77, Greco, Raccolta 1977, σ. 1711), της 14ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 98/77, Shaap (Raccolta 1978, σ. 707) και επίσης στις 14 Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 105/77, Boerboom-Kersjes (Raccolta 1978, σ. 717).
Προς στήριξη της δεύτερης απόψεως πρέπει να τονιστεί, καταρχάς, το γεγονός ότι το άρθρο 46, στο μέτρο που παραπέμπει σ' αυτό το άρθρο 40, παράγραφος 1, εντάσσεται στους κανόνες που αφορούν τις παροχές αναπηρίας και, κατά συνέπεια, στο ίδιο πλαίσιο που εντάσσεται το προαναφερθέν άρθρο 43. Και, είχα ήδη την ευκαιρία να σημειώσω ότι το άρθρο 43 δέχεται τη σώρευση μεταξύ συντάξεων αναπηρίας και συντάξεων γήρατος· και ασφαλώς υπερισχύει οποιουδήποτε ενδεχόμενου εθνικού κανόνα με αντίθετο περιεχόμενο· αποκλείει, επομένως, τις διατάξεις του άρθρου 12, παράγραφος 2. Σχετικά με την παράγραφο 3 του ιδίου αυτού άρθρου 43, η Επιτροπή ορθώς παρατήρησε ότι προβλέπει απλώς τη δυνατότητα μειώσεως, επίσης στην περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας σε ένα κράτος ή σύνταξη γήρατος σε άλλο κράτος μέλος· η σώρευση των δύο παροχών είναι, επομένως, έστω και σε ορισμένο βαθμό, επιτρεπτή, και οι εθνικοί αντισωρευτικοί κανόνες δεν έχουν εφαρμογή παρά μόνον όταν καταλήγουν σε ευνοϊκότερο αποτέλεσμα από το αποτέλεσμα του συστήματος αναλογικού επιμερισμού. Η συστηματική ορθή ερμηνεία του άρθρου 46 θα έπρεπε, επομένως, να οδηγήσει στη σκέψη ότι, τουλάχιστον στην περίπτωση συνδρομής μεταξύ συντάξεων αναπηρίας και συντάξεων γήρατος, η διαφορετική φύση των παροχών δεν εμποδίζει την εφαρμογή των κριτηρίων που έχουν ως σκοπό τον περιορισμό των αποτελεσμάτων των αντισωρευτικών εθνικών κανόνων.
Αν τώρα επανέλθω στη νομολογία του Δικαστηρίου που μόλις ανέφερα, διαπιστώνω ότι ξεκινά από το συλλογισμό ότι η πρώτη φράση του άρθρου 12, παράγραφος 2, που προαναφέρθηκε έχει εφαρμογή και ότι η δεύτερη δεν πρέπει να εφαρμόζεται (ειδικότερα στην απόφαση Mura, 13η και 14η σκέψη). Οι εκδικασθείσες υποθέσεις χαρακτηρίζονταν, επομένως, από την εφαρμογή της αρχής των ρητρών μειώσεως, αναστολής ή καταργήσεως, των προβλεπόμενων από τις εθνικές νομοθεσίες. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο συνήγαγε από το άρθρο 46, παράγραφος 1, ότι τα κριτήρια σωρεύσεως και αναλογικού επιμερισμού πρέπει να εφαρμόζονται κάθε φορά που οι εθνικές διατάξεις που αφορούν την ύπαρξη και τον υπολογισμό του δικαιώματος επί των παροχών καταλήγουν σε λιγότερο ευνοϊκό αποτέλεσμα για το μισθωτό. Ακόμα και αν, όπως σημείωσα προηγουμένως, οι καταστάσεις που προκάλεσαν τα προδικαστικά ερωτήματα αφορούσαν συγκεκριμένες περιπτώσεις συνδρομής, εντός δύο κρατών μελών, παροχών της ίδιας φύσεως, αυτό το γεγονός δεν έχει ωστόσο καμιά ρητή επίπτωση επί των κρίσεων του Δικαστηρίου. Η μόνη προϋπόθεση που προκύπτει από τις εν λόγω αποφάσεις συνίσταται, πράγματι, στο να πρόκειται περί εργαζόμενου, ο οποίος λαμβάνει τη σύνταξη βάσει των μόνων εθνικών νομοθεσιών, όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση. Δεν εννοώ με αυτό ότι η υιοθετηθείσα κατεύθυνση με την προαναφερθείσα νομολογία μπορεί να επαναληφθεί ως έχει στην προκειμένη περίπτωση· το περιεχόμενο του υποβληθέντος από τον εθνικό δικαστή ερωτήματος και η κατάσταση στην οποία αναφέρεται, που εμφανίζουν αναμφισβήτητα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αντιτίθενται σ' αυτό. Μπορεί, όμως, να θεωρηθεί ασφαλώς ως δεδομένο ότι, εκτός των διατάξεων του άρθρου 12, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, και μετά μερική διόρθωση του κανόνα της πρώτης φράσης, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το άρθρο 46, παράγραφος 1, περιορίζει τα αποτελέσματα των αντισωρευτικών κανόνων και αυτό, επαναλαμβάνω, χωρίς να απαιτεί οι συντρέχουσες παροχές να είναι της ίδιας φύσεως.
Τέλος, δεν θεωρώ περιττό να υπομνήσω τους γενικούς σκοπούς του εν λόγω συστήματος. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1408/71 (αιτιολογικές σκέψεις 7 και 8) «οι κανόνες συντονισμού που εθεσπίσθησαν για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 51 της Συνθήκης πρέπει να εξασφαλίζουν στους εργαζόμενους, οι οποίοι διακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας, τα κεκτημένα δικαιώματα και πλεονεκτήματα, χωρίς να δύνανται να προκαλέσουν αδικαιολόγητες σωρεύσεις» και «προς το σκοπό αυτό οι δικαιούχοι παροχών αναπηρίας, γήρατος και θανάτου (συντάξεις), πρέπει να δύνανται να απολαύουν του συνόλου των παροχών που έχουν αποκτήσει στα διάφορα κράτη μέλη· ότι, προς αποφυγή όμως αδικαιολογήτων σωρεύσεων που προκύπτουν ιδίως από τη χρονική σύμπτωση περιόδων ασφαλίσεως και περιόδων εξομοιουμένων προς αυτές, είναι αναγκαίο να τεθεί ως ανώτατο όριο το υψηλότερο ποσό παροχής, που θα όφειλε ένα από αυτά τα κράτη στον εργαζόμενο, αν αυτός είχε ασκήσει εκεί ολόκληρη την επαγγελματική του δραστηριότητα». θα προσπαθήσω να εφαρμόσω αυτά τα γενικά κριτήρια στην προκειμένη περίπτωση. Αν η ενδιαφερομένη μισθωτή είχε συμπληρώσει όλη της την επαγγελματική δραστηριότητα στη Γερμανία, επί περίοδο αντιστοιχούσα στο άθροισμα των περιόδων εργασίας που συμπλήρωσε στη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες (δηλαδή από 1928 έως το 1972), πρέπει να σκεφθεί κανείς ότι θα απελάμβανε στη Γερμανία σύνταξη γήρατος αισθητά υψηλότερη από αυτήν που λαμβάνει τώρα βάσει της περιόδου εργασίας από το 1928 έως το 1957. Φαίνεται, επομένως, αντίθετη προς τα υπομνησθέντα ανωτέρω γενικά κριτήρια η εφαρμογή εθνικού αντισωρευτικού μηχανισμού ο οποίος, λαμβανομένης υπόψη της συντάξεως γήρατος την οποία δικαιούται ο εργαζόμενος για τις περιόδους καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που συμπλήρωσε υπό τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, αφαιρεί το σύνολο του ποσού της από την παροχή αναπηρίας, την οποία ο ίδιος εργαζόμενος δικαιούται στο κράτος διαμονής, παρόλον ότι το εν λόγω δικαίωμα γεννήθηκε ανεξάρτητα από τις προαναφερθείσες περιόδους καταβολής ασφαλιστικών εισφορών. Σε γενικούς όρους, αυτό δείχνει ότι η ανάγκη περιορισμού των αποτελεσμάτων των εθνικών αντισωρευτικών κανόνων επιβεβαιώνεται επίσης όταν υπάρχει συνδρομή, εντός δύο διαφορετικών κρατών, συντάξεως αναπηρίας με σύνταξη γήρατος, που δικαιολογούνταν από περιόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους σε διαφορετικές εποχές στα εν λόγω δύο κράτη. Όταν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής εθνικών αντισωρευτικών κανόνων που λαμβάνουν υπόψη τη σύνταξη γήρατος, η οποία λαμβάνεται από την ασφαλισμένη σε άλλο κράτος μέλος, για να μειωθεί η σύνταξη αναπηρίας της, η διαφορετική φύση των συντρεχόντων δύο δικαιωμάτων συντάξεως δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για αποκλεισμό της εφαρμογής των κοινοτικών αρχών ή διατάξεων που εξασφαλίζουν στον εργαζόμενο το δικαίωμα επί παροχών που εκτήθη στο κράτος στο οποίο ισχύουν οι εν λόγω αντισωρευτικοί κανόνες, τουλάχιστον εντός των ορίων του προβλεπόμενου από το άρθρο 46 αναλογικού επιμερισμού.
5.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Centrale Raad van Beroep με Διάταξη της 16ης Μαΐου 1978, αποφαινόμενο ότι, δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, το άρθρο 46 του κανονισμού αυτού έχει εφαρμογή στην εκκαθάριση των παροχών αναπηρίας σε ένα κράτος μέλος, στο οποίο το δικαίωμα επ' αυτών των παροχών αναγνωρίστηκε σε εργαζόμενο βάσει νομοθεσίας του αναφερόμενου στο άρθρο 37, παράγραφος 1, τύπου, και στην περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος, πριν από τη γένεση αυτού του δικαιώματος, απέκτησε ήδη σύνταξη γήρατος προκύπτουσα από τη μετατροπή προγενέστερης συντάξεως αναπηρίας στο πλαίσιο της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, τύπου διαφορετικού από αυτόν που αναφέρει το προαναφερθέν άρθρο 37, παράγραφος 1.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy