ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
FRANCESCO CAPOTORTI
της 27ης Ιουνίου 1979 ( 1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το Δικαστήριο καλείται ακόμα μία φορά να κρίνει προδικαστικά σχετικά με τις εξουσίες των κρατών μελών στον τομέα του καθορισμού των τιμών των γεωργικών προϊόντων. Στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για το αν κάθε κράτος μέλος διατηρεί την εξουσία να παρεμβαίνει στις τιμές λαμβάνοντας μέτρα γι' αυτές όταν υφίσταται κοινή οργάνωση αγοράς (του βοείου κρέατος στην προκειμένη περίπτωση). Εάν η απάντηση είναι καταφατική, απομένει να διευκρινιστεί η έκταση αυτής της εξουσίας.
Τα πραγματικά περιστατικά που έδωσαν λαβή στην υπόθεση της κύριας δίκης έχουν συνοπτικά ως εξής:
Ο κανονισμός 2453 του Συμβουλίου, της 5ης Οκτωβρίου 1976, προέβλεψε τη μεταφορά στον ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως 40 τόνων κατεψυγμένου βοείου κρέατος που είχαν στην κατοχή τους οργανισμοί παρεμβάσεως άλλων κρατών μελών για να διατεθούν στην ιταλική αγορά πριν από την 1η Απριλίου 1977 (αυτή η προθεσμία παρατάθηκε στη συνέχεια ως τις 31 Δεκεμβρίου 1978). Η Κοινότητα ήθελε να συμβάλει με αυτό τον τρόπο στη σταθεροποίηση των τιμών στην Ιταλία, λαμβάνοντας υπόψη τη δύσκολη οικονομική κατάσταση, η οποία είχε ως κύριο χαρακτηριστικό τον υψηλό πληθωρισμό (βλέπε τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προαναφερθέντος κανονισμού).
Τον επόμενο μήνα, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό εκτελέσεως 2697 (με ημερομηνία 5 Νοεμβρίου 1976), ο οποίο προέβλεπε (στο άρθρο 3) ότι το κατεψυγμένο κρέας που είχε παραδοθεί στον ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως έπρεπε να πωληθεί «σε προκαθορισμένες κατ' αποκοπή τιμές» βάσει διατάξεων θεσπιζομένων ad hoc. Έτσι, ο κανονισμός 2793 της Επιτροπής, της 18ης Νοεμβρίου 1976, καθόρισε τις τιμές (άρθρο 8, παράγραφος 1, παράρτημα I), καθώς και τις προϋποθέσεις για την πώληση (άρθρα 1 έως 5) του κατεψυγμένου βοείου κρέατος που αντιπροσώπευε το πρώτο τμήμα των 40 τόνων, οι οποίοι τέθηκαν στη διάθεση του ιταλικού οργανισμού παρεμβάσεως. Πρέπει να υπομνησθεί, μεταξύ άλλων, ότι η πώληση του εν λόγω κρέατος επετράπη μόνο στους λιανοπωλητές (άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο c). Η διάθεση στο εμπόριο του υπόλοιπου μέρους της ολικής ποσότητας του κρέατος ρυθμίστηκε αργότερα με άλλους κανονισμούς της Επιτροπής.
Στο πλαίσιο της ιταλικής εννόμου τάξεως, το «Comitato Interministeriale dei Prezzi» (Διυπουργική Επιτροπή Τιμών — CIP), αρμόδιο για ζητήματα ρυθμίσεως των «τιμών κάθε εμπορεύματος, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαθέσεώς του στο εμπόριο και αν βρίσκεται …» (βλ. άρθρο 4, πρώτη παράγραφος του νομοθετικού διατάγματος DL Lgt 347, της 19ης Οκτωβρίου 1944) εξέδωσε με τη σειρά του, στις 26 Ιουλίου 1977, την απόφαση 35 (που δημοσιεύτηκε στην Gazzetta Ufficiale της 29.7.1977, № 207), με την οποία καθόρισε τις ανώτατες τιμές καταναλωτή, που θα ίσχυαν για όλη τη χώρα, του κατεψυγμένου ή υπερκατεψυγμένου κρέατος ενηλίκου βοός.
Στη συνέχεια, έρευνα που πραγματοποίησε η ιταλική δικαστική αστυνομία σε λιανοπωλητές κατεψυγμένων κρεάτων στην περιοχή του Udine απέδειξε — ανατρέχοντας από τους λιανοπωλητές στους χονδρεμπόρους, μέσω λογιστικών στοιχείων — ότι η εταιρία Grosoli, με έδρα την Cadoneghe (επαρχία της Πάδοβας), είχε πωλήσει σε λιανοπωλητές κατεψυγμένο κρέας σε τιμές υψηλότερες από τις επιβληθείες από το CIR Μετά από αυτό, ο Pretore της Πάδοβας άσκησε ποινική δίωξη κατά του Antonio Grosoli, διαχειριστή της ομώνυμης εταιρίας, κατηγορώντας τον, μεταξύ άλλων, για το αναφερόμενο στο άρθρο 1 του νόμου 63 της 18ης Απριλίου 1977 αδίκημα «διότι επώλησε φιλέτο και κνήμη βοός σε τιμές που υπερέβαιναν τα καθορισμένα από το CIP ανώτατα όρια». Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ο Pretore ζήτησε με διάταξη της 15ης Ιουλίου 1978, από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως «επί του αν συμβιβάζεται με την κοινοτική νομοθεσία ένα σύστημα διατιμήσεως, το οποίο περιορίζεται μόνο στον τομέα του λιανικού εμπορίου, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή δεν θα στερούνταν ερείσματος το να τεθεί ζήτημα συνταγματικότητας των νομοθετικών διατάξεων που θέσπισε το Ιταλικό κράτος στον τομέα των τιμών σε σχέση με το άρθρο 3 του Ιταλικού Συντάγματος».
2.
Παρατηρώ καταρχήν ότι η διατύπωση του ερωτήματος έρχεται σε αντίθεση με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε την πιο πρόσφατη απόφαση της 19.6.1978, υπόθεση 154/77, Dechmann, Racc. 1978, σ. 1573), σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα, στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αποφανθεί επί του αν συμβιβάζονται εθνικοί κανόνες προς το κοινοτικό δίκαιο. Αντίθετα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνεύονται οι κοινοτικοί κανόνες έτσι ώστε, βάσει αυτού, το εθνικό δικαστήριο να μπορέσει να επιλύσει το πρόβλημα του συμβιβαστού του οποίου έχει επιληφθεί. Συνεπώς, στην υπό κρίση περίπτωση, το ερώτημα του Pretore της Πάδοβας σημαίνει ότι το Δικαστήριο πρέπει να εκτιμήσει εάν, και σε ποιο βαθμό, τα κράτη μέλη διατηρούν την εξουσία να καθορίζουν κυριαρχικά το καθεστώς των τιμών σ' ένα γεωργικό τομέα, ο οποίος υπάγεται σε κοινή οργάνωση αγοράς, όταν η έκταση αυτού του μέτρου περιορίζεται στο λιανικό εμπόριο.
Όσον αφορά δε, στη συνέχεια, την αναφορά την οποία το δικαστήριο της παραπομπής έκρινε ότι έπρεπε να κάνει στο ενδεχόμενο ζήτημα της συνταγματικότητας των ιταλικών νομοθετικών διατάξεων σε θέματα τιμών, δεν είναι καθόλου απαραίτητο να λεχθεί ότι ένα πρόβλημα αυτού του είδους βρίσκεται σε επίπεδο εντελώς ξένο προς το πρόβλημα της ερμηνείας των κοινοτικών κανόνων.
3.
Θα εξετάσω συνοπτικά τις απόψεις που υποστήριξαν η επιχείρηση Grosoli, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
Σύμφωνα με την πρώτη, όταν ένας γεωργικός τομέας διέπεται από κοινή οργάνωση αγοράς, η θέσπιση κοινού συστήματος τιμών στερεί τα διάφορα κράτη μέλη από κάθε εξουσία ρυθμίσεως των τιμών των προϊόντων σ' αυτό τον τομέα. Αυτή η αρχή πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα στάδια της παραγωγής και της διαθέσεως στο εμπόριο και όχι μόνο σ' εκείνα — χονδρεμπόριο ή πώληση στον καταναλωτή — τα οποία υπόκεινται άμεσα στην κοινοτική παρέμβαση.
Προς υποστήριξη αυτής της απόψεως, η Grosoli παρατηρεί ότι κάθε μονομερής παρέμβαση στις εσωτερικές τιμές που επιβάλλεται εξουσιαστικά διαταράσσει το σύστημα που ίδρυσε η Κοινότητα, καθόσον μια διορθωτική παρέμβαση, η οποία επιχειρείται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαθέσεως στο εμπόριο έχει επιπτώσεις σε όλη την οργάνωση της αγοράς και μπορεί, συνεπώς, να θέσει σε κίνδυνο τους στόχους και τη λειτουργία της. Επομένως, το μοναδικό μέσο που συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο και το οποίο μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα κράτη μέλη για να εμποδίσουν την αύξηση των τιμών στους τομείς που διέπονται από κοινή οργάνωση συνίσταται στο να ενεργήσουν έτσι ώστε η αρμόδια κοινοτική αρχή να λάβει τα κατάλληλα μέτρα.
Υποστηρίζοντας αυτή την άποψη, η επιχείρηση Grosoli γνωρίζει άριστα την πρόσφατη κοινοτική νομολογία και επιδιώκει να επιτύχει τη μεταστροφή της. Πράγματι, είναι γνωστό ότι, με την απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1975, στην υπόθεση 31/74, Galli (Racc. 1975, σ. 47), το Δικαστήριο διατύπωσε την αρχή σύμφωνα με την οποία στους τομείς που καλύπτονται από κοινή οργάνωση αγοράς — και, πολύ περισσότερο, όταν αυτή η οργάνωση στηρίζεται σε σύστημα κοινών τιμών — τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να παρέμβουν, λαμβάνοντας μέτρα μονομερώς, στο μηχανισμό διαμορφώσεως των τιμών, όπως προκύπτει από την κοινή οργάνωση.
Αυτή η γενικού χαρακτήρα αρχή μετριάστηκε, εντούτοις, υπό την έννοια ότι, στην περίπτωση κοινοτικής ρυθμίσεως που περιορίζεται στις τιμές χονδρικού εμπορίου, τα κράτη μέλη μπορούν να ρυθμίσουν τη διαμόρφωση των τιμών στο επίπεδο του λιανικού εμπορίου, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτό δεν θέτει σε κίνδυνο τους στόχους ή τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως. Το Δικαστήριο ανέπτυξε στη συνέχεια αυτή την τελευταία όψη της αποφάσεως Galli, που έγινε μετά από αυτό — από τη σκοπιά του Δικαστηρίου — το κριτήριο βάσει του οποίου πρέπει να εξετάζεται εάν τα κράτη μέλη εξακολουθούν να έχουν εξουσία παρεμβάσεως σε θέματα τιμών. Μεταξύ αυτών των αποφάσεων θα παραθέσω — διότι είναι ιδιαίτερα σημαντικές — εκείνες που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 26 Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση 65/75, Tasca (Racc. 1976, σ. 291) και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 88/75-90/75, SADAM (Racc. 1976, σ. 323). Σ' αυτές τις αποφάσεις, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι «μια εθνική νομοθετική ρύθμιση στον τομέα των γεωργικών τιμών, η οποία αφορά τα ίδια εμπορικά στάδια με το κοινοτικό σύστημα τιμών, κανονικά διατρέχει τον κίνδυνο να έρθει σε σύγκρουση με το εν λόγω σύστημα πολύ περισσότερο από ό, τι μια νομοθετική ρύθμιση που εφαρμόζεται αποκλειστικά σε άλλα στάδια» (έκτη σκέψη) και δέχτηκε κατά συνέπεια ότι «ο μονομερής καθορισμός από ένα κράτος μέλος ανώτατων τιμών πωλήσεως … (στον καταναλωτή) είναι ασυμβίβαστος προς … (την κοινή οργάνωση του οικείου τομέα)…, όταν θέτει σε κίνδυνο τους στόχους και τη λειτουργία αυτής της οργανώσεως, ιδίως του συστήματος των τιμών».
Η Grosoli ήθελε στην ουσία να τονίσει το Δικαστήριο εκ νέου την αρχή που διακήρυξε στην υπόθεση Galli και να καταστήσει αυτή την αρχή ακόμα πιο αυστηρή, αποκλείοντας εντελώς τις κρατικές παρεμβάσεις σε θέματα τιμών στους γεωργικούς τομείς που διέπονται από κοινές οργανώσεις αγοράς. Τούτο δε προς το σκοπό θεραπείας της πρακτικής δυσκολίας που απορρέει από τη λύση την οποία έχει δεχθεί η νομολογία του Δικαστηρίου και που εκφράζεται στις προαναφερθείσες αποφάσεις Tasca και SADAM, δυσκολία η οποία συνίσταται, κατά την άποψη της Grosoli, στην ανάθεση στο εθνικό δικαστήριο του λεπτού έργου της εξακριβώσεως κατά περίπτωση εάν τα εσωτερικά μέτρα μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς. Πράγματι, θα ήταν πολύ δύσκολο για το δικαστήριο αυτό να πρέπει να προβεί σ' αυτή την εκτίμηση που απαιτεί ειδικές τεχνικές γνώσεις και μελέτη σε βάθος της λειτουργίας της αγοράς. Συνεπώς, οι λύσεις που θα έδιδαν τα διάφορα δικαστήρια της ουσίας, στα οποία θα ανετίθετο ενδεχομένως να εξετάσουν αν ορισμένα εθνικά μέτρα συμβιβάζονται προς τους κοινοτικούς κανόνες, υπάρχει κίνδυνος να διαφέρουν, σε τελική δε ανάλυση θίγεται η αρχή της ασφαλείας δικαίου, αρχή η οποία αναγνωρίζεται και προστατεύεται επίσης και στην κοινοτική έννομη τάξη. Αντίθετα, η υποστηριζόμενη από την Grosoli άποψη έχει το πλεονέκτημα ότι απαλλάσσει το εθνικό δικαστήριο από την υποχρέωση να εκτιμά κατά περίπτωση αν τα εθνικά μέτρα συμβιβάζονται προς την κοινή οργάνωση αγοράς. Έτσι αποφεύγεται τόσο ο κίνδυνος ελλείψεως ενότητας της νομολογίας, όσο και η συνακόλουθη αβεβαιότητα περί του ισχύοντος δικαίου.
4.
Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει αντίθετη άποψη. Κατά τη γνώμη της, αυτή καθαυτή η ύπαρξη κοινής οργανώσεως αγοράς δεν συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη έχουν παραιτηθεί από την εξουσία να ρυθμίζουν τις γεωργικές τιμές σε όλα τα στάδια της διαθέσεως των προϊόντων στο εμπόριο. Στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να διαπιστώσει in concreto την ύπαρξη συγκρούσεως μεταξύ των εθνικών μέτρων και του κοινοτικού δικαίου.
Η Κυβέρνηση αυτή παρατηρεί ότι η ενδεχόμενη δυσκολία που υφίσταται για να αποδειχθεί αν ορισμένες εσωτερικές διατάξεις συμβιβάζονται με τη λειτουργία μιας κοινής οργανώσεως αγοράς δεν δικαιολογεί την αναζήτηση λύσεων διαφορετικών από εκείνες που αφήνουν να νοηθούν οι αποφάσεις Tasca και SADAM, αυτό δε για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η εσωτερική έννομη τάξη παρέχει στους ενδιαφερόμενους τα κατάλληλα μέσα έννομης προστασίας για να αμυνθούν κατά των διαφορών που μπορούν να προκύψουν από αντιφατικές αποφάσεις των δικαστηρίων της ουσίας.
Τέλος, όσον αφορά την Επιτροπή, αυτή υπογραμμίζει ότι, κατά κανόνα, κάθε εσωτερικό μέτρο που καθορίζει ανώτατες τιμές καταναλωτή είναι ασυμβίβαστο προς τους στόχους και την ορθή λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς όταν έχει ως άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα να δυσκολεύει την προσέγγιση των τιμών της αγοράς προς την τιμή προσανατολισμού. Εν πάση περιπτώσει, τα εσωτερικά αυτά μέτρα πρέπει να θεωρηθούν ασυμβίβαστα προς την κοινή οργάνωση αγοράς όταν έχουν χαρακτηριστικά ικανά να βλάψουν κατ' ανάγκη τη λειτουργία της αγοράς. Σε τέτοια περίπτωση δεν είναι απαραίτητο να εκτιμήσει το εθνικό δικαστήριο τη συγκεκριμένη κατάσταση για να διαπιστώσει τις συνέπειες που έχουν στην πραγματικότητα οι εσωτερικές διατάξεις και για να κρίνει αν εθίγη in concreto η λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς. Αυτή η κατηγορία μέτρων που θεωρούνται ασυμβίβαστα συμπεριλαμβάνει τις παρεμβάσεις οι οποίες αποσκοπούν στον καθορισμό των ανώτατων τιμών όχι μόνο για τις ποσότητες των εμπορευμάτων που αποτελούν το αντικείμενο της κοινοτικής παρεμβάσεως (για παράδειγμα, εμπορευμάτων τα οποία παραχωρήθηκαν σε εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως από τους αντίστοιχους οργανισμούς των άλλων κρατών μελών κατ' εφαρμογή κοινοτικής αποφάσεως), αλλά επίσης κάθε εμπορεύματος του ιδίου τύπου που διατίθεται στο εμπόριο στην εσωτερική αγορά. Η ίδια κατηγορία περιλαμβάνει επίσης τα μέτρα καθηλώσεως των εσωτερικών τιμών σε επίπεδα ικανά να υποχρεώνουν τους εμπόρους να πωλήσουν στον καταναλωτή τα προϊόντα που προμηθεύτηκαν από τον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως σε τιμές κατώτερες από την τιμή αγοράς ή, εν πάση περιπτώσει, χωρίς κέρδος. Εκτός από αυτές και από άλλες ανάλογες περιπτώσεις, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να εξετάζει τα στοιχεία κάθε συγκεκριμένης υποθέσεως και να εκτιμά αν ένα εσωτερικό μέτρο θίγει τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς.
5.
Ένα στοιχείο, το οποίο θεωρώ ότι αξίζει να υπογραμμιστεί, ώστε να δοθεί απάντηση στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου, είναι ο ειδικός χαρακτήρας των μέτρων τα οποία περιλαμβάνει κάθε κοινή οργάνωση γεωργικής αγοράς. Δεν υπάρχει ενιαίος τύπος οργανώσεως και, επομένως, δεν υπάρχει σταθερή κατάταξη των κοινοτικών διατάξεων που εφαρμόζονται βαθμηδόν σε κάθε τομέα. Αντίθετα, κάθε τομέας έχει τα τεχνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά του σε μια οργάνωση που ανταποκρίνεται στις δικές της απαιτήσεις. Τα μέτρα τα οποία μπορεί να περιλαμβάνει μια κοινή οργάνωση αγοράς έχουν βέβαια ως κοινό στοιχείο το γεγονός ότι όλα αποτελούν μέσα για την επίτευξη των στόχων της αναφερόμενης στο άρθρο 39 της Συνθήκης ΕΟΚ γεωργικής πολιτικής. Όμως, είναι γνωστό ότι αυτοί οι στόχοι είναι διαφορετικής φύσεως και ότι δεν ακολουθούν ορισμένη ιεραρχία. Μεταξύ των εν λόγω μέτρων, η παράγραφος 3 του άρθρου 40 παραθέτει ιδίως — αλλά μόνο ως παράδειγμα — τις ρυθμίσεις των τιμών, τις ενισχύσεις τόσο της παραγωγής, όσο και της εμπορίας των διαφόρων προϊόντων, τα μέτρα αποθηκεύσεως και λογιστικής μεταφοράς, τους κοινούς μηχανισμούς σταθεροποιήσεως των εισαγωγών ή των εξαγωγών. Επομένως, γίνεται φανερό ότι τα τεχνικά μέσα με τα οποία υλοποιείται μία κοινή οργάνωση αγοράς μπορούν να έχουν τις πιο διαφορετικές μορφές και ότι θα επηρεάσουν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, άμεσα και συνολικά τη λειτουργία της αγοράς ανάλογα με την έκταση και το περιεχόμενό τους. Έτσι, λοιπόν, το πρώτο πρόβλημα που πρέπει να λυθεί είναι εκείνο το οποίο συνίσταται στον καθορισμό της σχέσεως που υπάρχει μεταξύ της ιδιαίτερης δομής συγκεκριμένης οργανώσεως αγοράς και της ενδεχόμενης εξουσίας των κρατών μελών να επεμβαίνουν κυριαρχικά στο σχηματισμό των τιμών. Αν συνδεθεί η άποψη ότι τα εσωτερικά μέτρα σε θέματα τιμών είναι αυτομάτως ασυμβίβαστα με μόνη την ύπαρξη κοινής οργανώσεως αγοράς, τότε αποκλείεται προφανώς η δυνατότητα των κρατών μελών να εκδίδουν διατάξεις σε θέματα τιμών μόλις ένας συγκεκριμένος γεωργικός τομέας υπαχθεί σε κοινή οργάνωση. Είναι όμως δυνατό αυτή η κοινή οργάνωση να μην περιλαμβάνει καμία απολύτως διάταξη για θέματα τιμών ή να περιορίζεται η παρέμβασή της σ' αυτό τον τομέα — όπως συμβαίνει στην πραγματικότητα — σε μία ή δύο φάσεις της διαδικασίας εμπορίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, για να γίνει δεκτή η άποψη που υποστήριξε η επιχείρηση Grosoli, θα πρέπει να λεχθεί ότι απλώς και μόνο το γεγονός ότι η Κοινότητα ασκεί την εξουσία της να ιδρύσει μία κοινή οργάνωση αγορών αφαιρεί από τα κράτη μέλη κάθε αρμοδιότητα σ' αυτό τον τομέα. Αυτό όμως δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε από το άρθρο 5 της Συνθήκης, ούτε από τα πραγματικά περιστατικά της προαναφερθείσας απόφασης Galii.
Είδαμε ότι αυτή η απόφαση υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα μιας ειδικής πλευράς της κοινής οργανώσεως αγοράς συγκεκριμένου γεωργικού προϊόντος (των σιτηρών): της ρυθμίσεως των τιμών. Στο τέλος της αποφάσεως, στην 34η σκέψη, το Δικαστήριο υπενθύμισε τη σπουδαιότητα που έχει η συγκεκριμένη δομή ορισμένου τομέα, δεχθέν ότι «το σύστημα τιμών, το οποίο θεσπίστηκε με τους κανονισμούς 120/67 και 136/66, εφαρμόζεται αποκλειστικά στα στάδια της παραγωγής και του χονδρικού εμπορίου» και, ότι συνεπώς, «αυτές οι διατάξεις δεν θίγουν την εξουσία των κρατών μελών… να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα σε θέματα σχηματισμού των τιμών στα στάδια του λιανικού εμπορίου και της καταναλώσεως, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θέτουν σε κίνδυνο τους στόχους ή τη λειτουργία της εν λόγω κοινής οργανώσεως αγοράς». Οι μεταγενέστερες αποφάσεις του Δικαστηρίου αφορούν επίσης διάφορες κοινής οργανώσεως αγοράς και, επομένως, επιβεβαιώνουν την τάση να εκτιμάται in concreto η σχέση μεταξύ της δομής της οργανώσεως και των εξουσιών τις οποίες διατηρούν τα κράτη (βλέπε τις προαναφερθείσες αποφάσεις SADAM και Dechmann).
Αυτή η νομολογιακή λύση είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ λογική και βάσιμη. Πράγματι, δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί σοβαρά ότι κάθε εθνικό μέτρο σε θέματα τιμών μπορεί πάντοτε να θίξει τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως, όποια και αν είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της οργανώσεως και όποιο και αν είναι το περιεχόμενο της εθνικής παρεμβάσεως. Το Δικαστήριο παρατήρησε ορθά στις προαναφερθείσες αποφάσεις Tasca και SADAM ότι, όταν οι κοινοτικές και εθνικές παρεμβάσεις αφορούν το ίδιο στάδιο διαθέσεως στο εμπόριο (για παράδειγμα τις τιμές χονδρικού εμπορίου) είναι πιθανότερο — όχι όμως βέβαιο — ότι το εθνικό σύστημα έρχεται σε σύγκρουση με το κοινοτικό. Αντίστροφα, όταν η εθνική παρέμβαση αφορά τις τιμές καταναλώσεως και όταν η κοινοτική παρέμβαση αφορά τις τιμές χονδρικού εμπορίου, το ασυμβίβαστο μεταξύ αυτών των δύο συστημάτων θα είναι λιγότερο πιθανό. Με τον ίδιο τρόπο μπορεί επίσης να υποτεθεί ότι η οργάνωση αγοράς καθορίζει τις τιμές (χονδρικές ή λιανικές) των γεωργικών προϊόντων στα οποία αναφέρεται και ότι η εθνική παρέμβαση αφορά αποκλειστικά ένα αρκετά περιορισμένο μέρος αυτών των προϊόντων, το οποίο καθορίζεται σε συνάρτηση με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (έχω κατά νου το κατεψυγμένο βόειο κρέας σε σχέση με το νωπό). Σε τέτοιες περιπτώσεις, εάν το προϊόν το οποίο αφορούν οι εθνικές νομοθετικές διατάξεις δεν ανταγωνίζεται το κύριο προϊόν διότι η προτίμηση των καταναλωτών προς το τελευταίο δείχνει ότι είναι αμετάβλητο, δεν είναι φρόνιμο να λεχθεί ότι η επιβολή σχετικά μετρίων ανωτάτων τιμών για το συγκεκριμένο προϊόν (για παράδειγμα το κατεψυγμένο κρέας) θα μεταβάλει αναγκαστικά τις προτιμήσεις των καταναλωτών, παρακινώντας τους να αυξήσουν τη ζήτηση αυτού του προϊόντος και να μειώσουν ανάλογα τη ζήτηση του κύριου προϊόντος. Θα μπορούσε επίσης να μην επέλθει αυτό το αποτέλεσμα και, συνεπώς, σύμφωνα με αυτή την άποψη, να μην επιφέρει η εθνική παρέμβαση επί των τιμών καμία διαταραχή στη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς.
6.
Στην διάταξη περί παραπομπής o Pretore της Πάδοβας ανέπτυξε ορισμένες παρατηρήσεις, τις οποίες πιστεύω ότι πρέπει να εξετάσω.
Σύμφωνα με τον Pretore, η ιδέα της ανάθεσης στο εθνικό δικαστήριο του έργου να αποφασίζει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εάν οι επιβαλλόμενες δυνάμει εσωτερικών κανόνων ανώτατες τιμές έχουν ή όχι αποτελέσματα ικανά να καταστήσουν αυτούς τους κανόνες ασυμβίβαστους προς τους κοινοτικούς, «δεν μπορεί να γίνει δεκτή, δεδομένου ότι αφήνει να υπάρχει τυπικά ένα σύστημα διατιμήσεως και, σε τελική ανάλυση, δημιουργεί αβεβαιότητα σχετικά με την πραγματική ισχύ του, προκαλώντας μεγάλο χάσμα μεταξύ των παραγωγών ή των εμπόρων που αποφασίζουν να το τηρήσουν — πωλώντας ενδεχομένως το προϊόν επί ζημία — και εκείνων που θεωρούν ότι δεν υπόκεινται στο σύστημα αυτό, πωλώντας, συνεπώς, σε τιμές ανώτερες από τη διατίμηση».
Πιο απλά, το πρόβλημα έχει ως εξής: πώς μπορούν να γνωρίζουν με ακρίβεια οι συναλλασσόμενοι αν πρέπει να συμμορφωθούν ή όχι προς ένα εσωτερικό κανόνα σε θέματα τιμών όταν η διατήρηση σε ισχύ αυτού του κανόνα εξαρτάται από την εκτίμηση που θα κάνει το δικαστήριο χωριστά για κάθε περίπτωση; Για να δοθεί απάντηση σ' αυτό το ερώτημα πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν θα είναι πάντοτε εύκολο το έργο του εθνικού δικαστηρίου να εξακριβώνει αν και σε ποιο βαθμό τα εσωτερικά μέτρα σε θέματα τιμών συμβιβάζονται προς τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς. Παρ' όλα αυτά, αυτός ο τρόπος αναλύσεως δεν είναι υπερβολικός στη δικαιοδοτική λειτουργία.
Όπως υπενθύμισε ορθά ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία, σε όλες τις έννομες τάξεις, τα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια καλούνται συχνά να προβούν σε δύσκολες εκτιμήσεις τεχνικής φύσεως, οι οποίες είναι, μεταξύ άλλων, συμφυείς προς τον οικονομικό τομέα. Υπενθυμίζω ιδίως, ότι, στην υπόθεση SADAM, το Tribunale administrativo regionale (περιφερειακό διοικητικό δικαστήριο) του Lazio, με απόφασή του της 9ης Φεβρουαρίου 1977, προέβη σε έρευνα σε βάθος σχετικά με το αν συμβιβάζεται ο εφαρμοζόμενος στην Ιταλία μηχανισμός στον τομέα της ζάχαρης προς την κοινοτική νομοθεσία.
Τέλος, όσον αφορά τον κίνδυνο εκδόσεως αντίθετων δικαστικών αποφάσεων, νομίζω ότι δυσχέρειες αυτού του είδους είναι εγγενείς στη φυσιολογία των εσωτερικών εννόμων τάξεων και ότι η θεραπεία έγκειται γενικά στην ύπαρξη περισσοτέρων βαθμών δικαιοδοσίας, καθώς και στο δεδικασμένο. Η επίκληση της αρχής της ασφαλείας δικαίου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να σταματήσει το φαινόμενο της ποικιλίας των δυνατών ερμηνειών κάθε γενικού κανόνα.
7.
Έχω ήδη υπογραμμίσει τη σπουδαιότητα των ειδικών χαρακτηριστικών και της εκτάσεως του συνόλου των μέτρων που χαρακτηρίζουν τις οργανώσεις αγοράς κατά τομέα.
Έτσι κρίνω σκόπιμο να παραθέσω συνοπτικά τα κυριότερα σημεία της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, η οποία ιδρύθηκε με τον κανονισμό 805 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968. Αυτή η οργάνωση περιλαμβάνει ένα σύστημα τιμών και ένα σύστημα εμπορικών ανταλλαγών. Το σύστημα τιμών έχει ως βάση τον καθορισμό τιμής προσανατολισμού, που είναι η τιμή την οποία η Επιτροπή επιθυμεί να έχει, κατά μέσο όρο, στις κοινοτικές αγορές ένα προϊόν κατά τη διάρκεια δεδομένης περιόδου εμπορίας. Σύμφωνα με τους τώρα ισχύοντες κανόνες, αυτή η τιμή καθορίζεται κάθε έτος από το Συμβούλιο (πρβλ. άρθρο 3 του κανονισμού 805), λαμβανομένων υπόψη των προοπτικών όσον αφορά την ανάπτυξη της παραγωγής και της καταναλώσεως του βοείου κρέατος, της καταστάσεως της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς και της εμπειρίας που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια των προηγουμένων περιόδων εμπορίας. Για να διατηρηθεί η τιμή της αγοράς σε επίπεδο όσο το δυνατό πλησιέστερο προς την τιμή προσανατολισμού και, ειδικότερα, για να αποφευχθούν ή να μετριασθούν οι αισθητές πτώσεις των τιμών, έχουν προβλεφθεί μέτρα παρεμβάσεως, τα οποία συνίστανται κυρίως στις ενισχύσεις για την ιδιωτική αποθεματοποίηση και στις αγορές που πραγματοποιούν οι εθνικοί οργανισμοί παρεμβάσεως. Ο κανονισμός 2822, της 22ας Δεκεμβρίου 1972, θέσπισε την αρχή της «διαρκούς παρεμβάσεως», επιβάλλοντας στους εθνικούς οργανισμούς να αγοράζουν στην τιμή παρεμβάσεως (η οποία αντιστοιχεί, κατά κανόνα, στο 90 % περίπου της τιμής προσανατολισμού) σε κάθε στιγμή και ανεξάρτητα από το επίπεδο των τιμών της αγοράς. Το κρέας που αγοράζουν οι οργανισμοί παρεμβάσεως καταψύχεται από αυτούς, αποθηκεύεται και στη συνέχεια διατίθεται στην αγορά, σύμφωνα με τις αποφάσεις που λαμβάνονται σε κοινοτικό επίπεδο και πάντοτε κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται κάθε διαταραχή και να διασφαλίζεται η ισότητα προσβάσεως στα εμπορεύματα και η ίση μεταχείριση των αγοραστών (πρβλ. άρθρο 7, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 805/68).
Στη συνέχεια η σταθεροποίηση των αγορών πραγματοποιείται με ενέργειες που αφορούν το καθεστώς των εμπορικών ανταλλαγών με τις τρίτες χώρες. Σχετικά, ο κανονισμός 805 προβλέπει διάφορα μέσα: το κοινό δασμολόγιο (άρθρο 9), τις εισφορές λόγω εισαγωγής (άρθρα 10 έως 14) τα πιστοποιητικά εισαγωγής (άρθρο 5) και τις επιστροφές κατά την εξαγωγή (άρθρο 18). Τέλος, το ενδοκοινοτικό εμπόριο έχει πλήρως ελευθερωθεί (άρθρο 22).
Με δεδομένα αυτά τα στοιχεία, θεωρώ ότι δύο σκέψεις μπορούν να γίνουν επί του προβλήματος του συμβιβαστού των εσωτερικών μέτρων σε ζητήματα τιμών προς αυτή την ειδική οργάνωση αγοράς. Η πρώτη είναι ότι υφίσταται κίνδυνος ασυμβιβάστου, δεδομένου ότι η εν λόγω οργάνωση περιλαμβάνει σύστημα τιμών. Η δεύτερη συνίσταται στο ότι, καθώς αυτό το σύστημα προβλέπει δύο είδη τιμών — τιμή παρεμβάσεως και τιμή προσανατολισμού — υπάρχει ασυμβίβαστο κάθε φορά που οι εσωτερικοί κανόνες παραλύουν τη δράση μιας από αυτές τις τιμές.
Η προαναφερθείσα απόφαση Tasca παρέχει παράδειγμα αυτής της αρνητικής επιδράσεως των εσωτερικών μέτρων, όπου αναφέρεται μία περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος μέλος «καθορίζει, για τα στάδια του χονδρικού και του λιανικού εμπορίου, τις ανώτατες τιμές πωλήσεως σε τόσο χαμηλό επίπεδο, ώστε ο παραγωγός να αδυνατεί ουσιαστικά να πωλήσει στην τιμή παρεμβάσεως, διότι εάν το έκανε, θα ανάγκαζε τους χονδρεμπόρους ή τους λιανοπωλητές, οι οποίοι δεσμεύονται από τις ανώτατες τιμές, να πωλήσουν με ζημία» (10η σκέψη). Σ' αυτό πρέπει να προστεθεί η γενική αντίληψη περί της αλληλεξαρτήσεως των τιμών στα διάφορα στάδια της διαθέσεως ενός προϊόντος στο εμπόριο: η υπόθεση Tasca αναφέρει σχετικά ότι «υπάρχει κίνδυνος η ρύθμιση των τιμών στο στάδιο της πωλήσεως στον τελικό καταναλωτή να έχει επιπτώσεις στο σχηματισμό των τιμών στα προγενέστερα στάδια» (7η σκέψη).
Φαίνεται ότι, σε γενικές γραμμές, είναι δύσκολο να προχωρήσει κανείς περισσότερο, όσον αφορά αυτές τις διαπιστώσεις. Έχοντας αποκλείσει την περίπτωση κατά την οποία η ύπαρξη απλώς κοινής οργανώσεως αγοράς εξαφανίζει αυτομάτως κάθε εθνική εξουσία παρεμβάσεως επί των τιμών, απομένει η ανάγκη υπάρξεως ελέγχου από τα εσωτερικά δικαστήρια για να διαπιστώνεται αν τα εσωτερικά μέτρα θίγουν τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως ή θέτουν σε κίνδυνο την πραγματοποίηση αυτών των στόχων.
8.
Η Επιτροπή δεν συμμερίζεται αυτό τον τρόπο αντιμετώπισης του ζητήματος. Υποστηρίζει ότι, όταν η κοινή οργάνωση στηρίζεται — όπως στην προκειμένη περίπτωση — σε σύστημα κοινών τιμών, ορισμένες εσωτερικές διατάξεις είναι αδύνατο να μην προκαλέσουν σοβαρές διαταραχές της αγοράς και, επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό αυτομάτως ότι απαγορεύεται η έκδοσή τους από τα κράτη μέλη, χωρίς να είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί in concreto εάν προκλήθηκε ή όχι στρέβλωση στην αγορά. Είχα ήδη την ευκαιρία να δώσω δύο παραδείγματα διατάξεων αυτού του είδους. Σημειώνω ιδίως ότι ο εκπρόσωπος της Επιτροπής, συζητώντας τα αποτελέσματα ενός κρατικού μέτρου, το οποίο καθορίζει τις ανώτατες τιμές καταναλωτή, επί της λειτουργίας της κοινής οργανώσεως αγοράς βοείου κρέατος, υποθέτει ότι, για να συμβιβάζεται προς την κοινή οργάνωση αυτό το μέτρο πρέπει να αφορά «μόνο τα προϊόντα που προέρχονται από την παρέμβαση, των οποίων έχουν ήδη καθοριστεί οι τιμές πωλήσεως από τους οργανισμούς παρεμβάσεως» και, κατά δεύτερο λόγο, πρέπει να «επιτρέπει την ύπαρξη επαρκούς περιθωρίου κέρδους για τους συναλλασσομένους των διαφόρων σταδίων διαθέσεως των προϊόντων στην αγορά, οι οποίοι, αγοράζοντας στο επίπεδο της παρεμβάσεως, προωθούν τα προϊόντα προς την εσωτερική κατανάλωση». Κατά την Επιτροπή, το Δικαστήριο πρέπει επομένως να υποδείξει αυτά τα ειδικά κριτήρια στο εθνικό δικαστήριο.
Θεωρώ ότι μεταξύ των δύο απόψεων που εκτέθηκαν στην αρχή αυτών των προτάσεων — ριζικός αποκλεισμός κάθε εθνικής εξουσίας ρυθμίσεως των προϊόντων που υπάγονται σε κοινές οργανώσεις αγοράς ή συμφωνία με το κοινοτικό σύστημα μόνο των εσωτερικών μέτρων που δεν διακυβεύουν την ύπαρξη των στόχων των οργανώσεων αγοράς και τη λειτουργία τους — δεν υφίσταται τρίτη λύση. Ιδίως δεν νομίζω ότι η έλλειψη μιας από τις δύο προϋποθέσεις, τις οποίες υπογράμμισε η Επιτροπή, μπορεί να επιφέρει μηχανικά το ασυμβίβαστο των εσωτερικών μέτρων προς το κοινοτικό σύστημα. Πιστεύω ότι μια τέτοια αυτόματη συνέπεια είναι πραγματικά εντελώς αυθαίρετη. Κάλλιστα μπορεί να υποτεθεί ότι ο καθορισμός ανώτατης τιμής καταναλωτή για ένα γεωργικό προϊόν δεν προκαλεί σημαντική διαταραχή της οργανώσεως αγοράς. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί τόσο σε περίπτωση που αυτή η τιμή αποφέρει κέρδος στους λιανοπωλητές, όσο και όταν αφορά ένα μη ανταγωνιστικό προϊόν, όπως είναι φανερό ότι συμβαίνει στην Ιταλία με το κατεψυγμένο κρέας σε σχέση με το νωπό. Εξάλλου, είναι δυνατό να μη διαταράσσεται η λειτουργία μιας κοινής οργανώσεως αγοράς ούτε από μια τιμή καταναλωτή που δεν παρέχει κανένα περιθώριο κέρδους στους μεταπωλητές. Πράγματι, εάν η διατίμηση αφορά προϊόν, του οποίου η παρουσία στην αγορά είναι αμελητέα, οι μεταβολές στη ζήτηση αυτού του προϊόντος δεν έχουν καμία σημαντική επίπτωση στην τιμή του κυρίου προϊόντος και, επομένως, δεν θίγουν τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς. Πιστεύω, συνεπώς, ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή μπορούν να θεωρηθούν μόνο ως γενικά κριτήρια, υπό το φως των οποίων είναι δυνατό να διαπιστωθούν in concreto τα αποτελέσματα που μπορούν να έχουν οι κρατικές παρεμβάσεις επί της λειτουργίας μιας κοινής οργανώσεως αγοράς. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή εκθέτει τις απόψεις της με εξαιρετικά μεγάλη σύνεση και διαβεβαιώνει επανειλημμένα ότι δεν επιθυμεί να απομακρυνθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
9.
Για τους λόγους που εκτέθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να κρίνει, απαντώντας στο ερώτημα που διατύπωσε ο Pretore της Πάδοβας, με διάταξή του της 15ης Ιουλίου 1978, ότι «ο μονομερής καθορισμός, από ένα κράτος μέλος, ανωτάτων τιμών για την πώληση στον καταναλωτή ενός γεωργικού προϊόντος, το οποίο υπάγεται σε κοινή οργάνωση αγοράς που χαρακτηρίζεται από σύστημα κοινών τιμών, συμβιβάζεται προς την οργάνωση αυτή μόνο εάν δεν θέτει σε κίνδυνο τους στόχους και τη λειτουργία της, ειδικώς δε, το σύστημα των τιμών της».
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy