ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
FRANCESCO CAPOTORTI
της 5ης Ιουλίου 1979 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων περί των διεθνών εμπορικών ανταλλαγών που περιέχονται στις συμφωνίες τις οποίες συνήψε η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα με την Ελλάδα, στις 9 Ιουνίου 1961, με την Ισπανία, στις 29 Ιουνίου 1970 και με την Αυστρία, στις 22 Ιουλίου 1972. Στην ουσία το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί αν αυτές οι συμφωνίες προβλέπουν ή όχι απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών.
Τα πραγματικά περιστατικά που προκάλεσαν τη διαφορά μπορούν να συνοψισθούν ως εξής.
Η εξαγωγή προς κάθε χώρα ρολογιών κατασκευασμένων στη Γαλλία εξαρτιόταν, μέχρι τις 14 Ιουλίου 1977, από τη χορήγηση αδείας ή πιστοποιητικού εγκρίσεως του Cetehor (βιομηχανικού τεχνικού κέντρου ωρολογοποιίας), το οποίο βεβαίωνε ότι το εμπόρευμα ανταποκρίνεται προς ορισμένες ποιοτικές προδιαγραφές. Λόγω μιας περιπτώσεως πλαστογραφίας αυτού του πιστοποιητικού που συνέβη το 1972, με σκοπό την εξαγωγή μιας παρτίδας ρολογιών χωρίς ποιοτικό έλεγχο, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των Bouhelier, Girardet, Zimmermann και Thiery που ήδη εκκρεμεί ενώπιον του Tribunal correctionnel της Besançon. Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο επελήφθη το 1976 προδικαστικού ερωτήματος σχετικά με το αν οι όροι «ποσοτικοί περιορισμοί επί των εξαγωγών και μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος» (άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ) πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι εφαρμόζονται επί εθνικής κανονιστικής διατάξεως, η οποία απαιτεί για την εξαγωγή ορισμένων προϊόντων άδεια ή πιστοποιητικό εγκρίσεως. Το Δικαστήριο απάντησε καταφατικά με απόφαση που εκδόθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1977 (υπόθεση 53/76, Racc. 1977, σ. 197). Μετά από αυτή την απόφαση, η Γαλλική Κυβέρνηση αποφάσισε (με πράξη απευθυνόμενη προς τους εξαγωγείς που δημοσιεύτηκε στο Journal Officiel της 14ης Ιουλίου 1977) ότι ούτε η άδεια ούτε το πιστοποιητικό του Cetehor ήταν πλέον απαραίτητα για την εξαγωγή προϊόντων ωρολογοποιίας με προορισμό άλλα κράτη μέλη της ΕΟΚ.
Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή που διατύπωσε το Δικαστήριο, το Tribunal Correctionnel της Besançon, με απόφαση που εκδόθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1978, απάλλαξε τους κατηγορούμενους από την κατηγορία της πλαστογραφίας και της χρήσεως πλαστών πιστοποιητικών με σκοπό την εξαγωγή σε χώρες μέλη της ΕΟΚ. Όμως, προτού αποφανθεί για τα ίδια αδικήματα όσον αφορά τις εξαγωγές προς τρίτες χώρες (και συγκεκριμένα προς την Ελλάδα, την Ισπανία και την Αυστρία), θεώρησε απαραίτητο να αποταθεί και πάλι στο Δικαστήριο. Τα τρία προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία υπέβαλε αυτή τη φορά το δικαστήριο της κύριας δίκης, αφορούν τις τρεις συμφωνίες που μνημόνευσα στην αρχή και με αυτά ερωτάται αν οι συμφωνίες αυτές επιτρέπουν σε χώρα μέλος της ΕΟΚ να απαιτεί από τους εξαγωγείς της, οι οποίοι πραγματοποιούν εξαγωγές προς την Ελλάδα, την Ισπανία και την Αυστρία, άδεια εξαγωγής ή πιστοποιητικό επέχον θέση αδείας χωρίς να συνοδεύεται από την είσπραξη κανενός φόρου και που χορηγείται πάντοτε, εκτός αν η ποιότητα του εμπορεύματος δεν ανταποκρίνεται προς τις προδιαγραφές που καθόρισε ο εκδότης του πιστοποιητικού. Στο πλαίσιο των συμφωνιών που έχουν συναφθεί με την Ισπανία και την Αυστρία, το Tribunal Correctionnel ζητεί επίσης να πληροφορηθεί αν το γενονός ότι απαιτείται το προαναφερθέν πιστοποιητικό συνιστά ή όχι μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ή συγκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο.
2.
Η Συμφωνία συνδέσεως με την Ελλάδα ορίζει, στο άρθρο 28, παράγραφος 1, χρησιμοποιώντας φρασεολογία σχεδόν όμοια προς εκείνη του άρθρου 34, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, ότι «οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εξαγωγών ως και παν μέτρον ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορεύονται μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών». Το δεύτερο εφάφιο αυτής της ίδιας παραγράφου ορίζει εντούτοις ότι «η Ελλάς και τα κράτη μέλη της Κοινότητος καταργούν έναντι αλλήλων, το βραδύτερον κατά την λήξιν της εν άρθρω 6 μεταβατικής περιόδου, τους επί των εξαγωγών ποσοτικούς περιορισμούς και παν μέτρον ισοδυνάμου αποτελέσματος». Επομένως, φαίνεται σαφώς ότι τα μέρη είχαν το χρόνο, μέχρι τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, δηλαδή έως την 1η Νοεμβρίου 1974, να καταργήσουν στις μεταξύ τους σχέσεις τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, εκτός αν το Συμβούλιο Συνδέσεως τους απηύθυνε εν τω μεταξύ σύσταση προς κατάργηση των περιορισμών και των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος με ταχύτερο ρυθμό, τα δε μέλη δήλωναν ότι είναι διατεθειμένα να ακολουθήσουν τέτοια σύσταση (αυτό προκύπτει από το άρθρο 29 της Συμφωνίας). Όμως μια τέτοια επιτάχυνση — η οποία θα έπρεπε να συμβιβάζεται προς τη γενική οικονομική κατάσταση και την κατάσταση στο σχετικό κλάδο — δεν επήλθε: μέχρι την 1η Νοεμβρίου 1974, το Συμβούλιο Συνδέσεως δεν είχε απευθύνει καμία σύσταση προς τα μέλη που να τα καλεί να καταργήσουν γρηγορότερα τους μεταξύ τους ποσοτικούς περιορισμούς. Κατά συνέπεια, η οριζόμενη στο προαναφερθέν άρθρο 28, παράγραφος 1, υποχρέωση εξακολούθησε να συνδέεται με την προθεσμία a quo της 1ης Νοεμβρίου 1974, ενώ τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της κύριας δίκης καλείται να εκτιμήσει, είναι προγενέστερα από αυτή την ημερομηνία, εφόσον συνέβησαν μεταξύ Ιουνίου και Οκτωβρίου 1972.
3.
Η Συμφωνία με την Ισπανία — η οποία είναι βέβαια πολύ πιο περιορισμένη από τη Συμφωνία με την Ελλάδα, καθόσον αποβλέπει στη δημιουργία ζώνης ελευθέρων συναλλαγών και όχι δεσμού συνδέσεως — δεν περιλαμβάνει ρήτρα που να επιβάλλει την απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών επί των εξαγωγών ή των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Περιλαμβάνει εντούτοις ένα κανόνα (στο άρθρο 12), σύμφωνα με τον οποίο «οι διατάξεις της Συμφωνίας δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν πάντως να αποτελούν μέτρο αυθαιρέτων διακρίσεων, ούτε συγκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο». Εύκολα διαπιστώνεται ότι αυτή η διάταξη επαναλαμβάνει, με οριακές και πολύ ελαφρές διαφορές, τη διατύπωση του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Επομένως, τίθεται το ερώτημα αν αυτές οι δύο διατάξεις έχουν την ίδια σημασία. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το άρθρο 36 αποτελεί παρέκκλιση από τους περιορισμούς που ορίζονται στα άρθρα 30 και 34 της ίδιας Συνθήκης, η καταφατική απάντηση θα σήμαινε ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτές οι απαγορεύσεις υφίστανται σιωπηρώς επίσης και στην υπό κρίση Συμφωνία.
Πρέπει να πω αμέσως ότι το συμπέρασμα αυτό δεν μου φαίνεται καθόλου υποστηρίξιμο. Πρώτον, δεν είναι νοητό απαγορεύσεις τόσο μεγάλης σπουδαιότητας να μπορούν να συναχθούν από διάταξη η οποία έχει διαφορετικό σκοπό. Δεύτερον, έχει σημασία ότι, ενώ το άρθρο 36 της Συνθήκης αρχίζει με τη φράση «οι διατάξεις των άρθρων 30 έως και 34 δεν αντιτίθενται…», το άρθρο 12 της Συμφωνίας με την Ισπανία περιορίζεται, αντίθετα, σε γενική αναφορά στο σύνολο των δικών της διατάξεων, εφόσον αρχίζει ορίζοντας ότι «οι διατάξεις της Συμφωνίας δεν εμποδίζουν …». Στην πραγματικότητα, τα συμφραζόμενα στα οποία εντάσσονται αντίστοιχα οι δύο παράλληλες διατάξεις είναι τόσο πολύ διαφορετικά, ώστε θα ήταν αυθαίρετο να ερμηνευθούν με τον ίδιο τρόπο και, επομένως, να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 12 της Συμφωνίας προϋποθέτει, κατά το παράδειγμα του άρθρου 36 της Συνθήκης, την απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών και των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος, τόσο επί των εξαγωγών, όσο και επί των εισαγωγών.
Κατά τη γνώμη μου, ορθά παρατηρεί η Επιτροπή ότι τα νομικά μέσα της κοινής εμπορικής πολιτικής έχουν τους δικούς τους στόχους, βάσει των οποίων πρέπει να ερμηνεύονται. Αυτό σημαίνει προφανώς ότι ακόμα και όταν το περιεχόμενό τους είναι παρεμφερές προς το περιεχόμενο ορισμένων διατάξεων της Συνθήκης, η σημασία τους δεν είναι αναγκαστικά η ίδια. Αυτό που ενδιαφέρει είναι ο συνειρμός κάθε συμφωνίας ο οποίος πρέπει να ερμηνεύεται ξεχωριστά από το συνειρμό της κοινοτικής Συνθήκης. Πράγματι, δεν υπάρχει αμφιβολία, όπως έκρινε το Δικαστήριο, ότι «… οι σχετικές με την εμπορική πολιτική της Κοινότητας διατάξεις της Συνθήκης δεν προβλέπουν … καμία υποχρέωση των κρατών μελών να επεκτείνουν στις εμπορικές ανταλλαγές με τις τρίτες χώρες τις επιτακτικές αρχές που διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών …» (απόφαση της 15ης Ιουνίου 1976, υποθέσεις 51/75, EMI Records CBS United Kingdom, Racc. 1976, σ. 811 86/75, EMI Records CBS Grammofon, Racc. 1976, σ. 871, και 96/75, EMI Records CBS Schallplatten, Racc. 1976, σ. 913, 17η σκέψη).
Όσον αφορά τη Συμφωνία μεταξύ της ΕΟΚ και της Ισπανίας, έχω ήδη αναφέρει ότι αποβλέπει στη δημιουργία ζώνης ελευθέρων συναλλαγών. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, αυτής της Συμφωνίας, προβλέπει ιδίως ότι «η προοδευτική κατάργηση των εμποδίων για το ουσιώδες μέρος των εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ισπανίας πραγματοποιείται σε δύο στάδια…». Η παράγραφος 3 αυτού του ίδιου άρθρου ορίζει ότι «η μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο στάδιο πραγματοποιείται με κοινή συμφωνία των Συμβαλλομένων Μερών …». Αυτή η μετάβαση δεν έχει επέλθει ακόμα. Και επί του παρόντος υφίστανται ακόμα εξαγωγικοί δασμοί με μόνο περιορισμό τη ρήτρα του πλέον ευνοουμένου κράτους (άρθρο 6). Στον τομέα των ποσοτικών περιορισμών υπάρχει μία διάταξη του παραρτήματος II (άρθρο 4, παράγραφος 1), σύμφωνα με την οποία «η Ισπανία δεν θεσπίζει νέους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών προϊόντων προελεύσεως της Κοινότητας εκτός από …». Όμως, τόσο η διατύπωση αυτής της ρήτρας, όσο και ο περιορισμένος χαρακτήρας της επιβεβαιώνουν ότι τα μέρη είναι ελεύθερα να διατηρήσουν τους προϋπάρχοντες περιορισμούς επί των εισαγωγών και επί των εξαγωγών.
Λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των παρατηρήσεων, κρίνω λογικό να θεωρηθεί το άρθρο 12 ως κατάλογος παρεκκλίσεων από τις διατάξεις της Συμφωνίας, οι οποίες ελευθερώνουν τις εμπορικές ανταλλαγές, με την επιφύλαξη του περιεχομένου αυτών των διατάξεων και της λίγο-πολύ περιορισμένης σημασίας τους.
Όσον αφορά την τελευταία περίοδο του άρθρου 12, αυτή χρησιμεύει σαφώς για να περιορίζει τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στην πρώτη περίοδο. Με άλλα λόγια, η λειτουργία της δεν είναι να ορίσει μια αυτόνομη και γενική απαγόρευση των διακρίσεων και των περιορισμών στο εμπόριο, αλλά να διευκρινίσει μέχρι ποιου σημείου δικαιολογούνται τα ειδικά περιοριστικά μέτρα που θεσπίστηκαν από τα κράτη, τα οποία αποδέχεται το πρώτο μέρος του άρθρου. Στην υπό κρίση περίπτωση, δεν υφίσταται κανένα ειδικό περιοριστικό μέτρο, που να μπορεί να συγκαταλεχθεί στην απαρίθμηση του προαναφερθέντος άρθρου 12. Εξάλλου, μια διαφορετική ερμηνεία της τελευταίας φράσεως του άρθρου 12 — η οποία θα κατέληγε στο να συναγάγει από αυτή τη φράση μια σιωπηρή γενική απαγόρευση των αυθαιρέτων διακρίσεων ή των συγκαλυμμένων περιορισμών στο εμπόριο — θα προσέκρουε στις ίδιες αντιρρήσεις που ήδη εξέθεσα κατά της απόψεως σύμφωνα με την οποία η απαγόρευση των ποσοτικών περιορισμών επί των εξαγωγών ή των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος θα μπορούσε να συναχθεί από τα συμφραζόμενα του άρθρου 12, λαμβανομένου υπόψη του παραλληλισμού του με το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Σχετικά, πρέπει να υπογραμμίσω ακόμη ότι περιορισμοί σημαντικής εκτάσεως — και ικανοί να έχουν επίπτωση επί της συνολικής ισορροπίας της Συμφωνίας — δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι θεσπίζονται σιωπηρά και ότι ένας περιορισμός των εθνικών μέτρων που επιτρέπονται δεν ισοδυναμεί προς γενική απαγόρευση.
Πρέπει τέλος να υπενθυμίσω ότι μια ρήτρα όπως αυτή του άρθρου 12 επαναλαμβάνεται χωρίς τροποποιήσεις σε πολλές διεθνείς συμφωνίες που έχει συνάψει η Κοινότητα: για παράδειγμα, στο άρθρο 11 της Συμφωνίας Συνδέσεως μεταξύ ΕΟΚ και της Μάλτας της 5ης Δεκεμβρίου 1970 (GU L 61 της 4.3.1971) στο άρθρο 20 της Συμφωνίας μεταξύ της ΕΟΚ και της Αυστρίας της 22ας Ιουλίου 1972 (GU L 300 της 31.12.1972) στο άρθρο 23 της Συμφωνίας μεταξύ της ΕΟΚ και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας της 22ας Ιουλίου 1972 (GU L 301 της 31.12.1972) στο άρθρο 20 της Συμφωνίας μεταξύ της ΕΟΚ και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας της 22ας Ιουλίου 1972 (GU L 300 της 31.12.1972). Αυτό επιτρέπει να διαπιστωθεί ότι ποτέ δεν καταβλήθηκε μέριμνα να προσαρμοστεί, σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά, το περιεχόμενο των διαφόρων ρητρών προς το ποικίλο περιεχόμενο των διαφόρων συμφωνιών. Αυτή η νομοτεχνική είναι, κατά τη γνώμη μου, αξιοκατακριτη λόγω της ελλείψεως ισορροπίας που προκύπτει από την επιλεγείσα διατύπωση, όταν χρησιμοποιείται σε συνειρμό εντελώς διαφορετικό από τον αρχικό συνειρμό του άρθρου 36. Αυτή η έλλειψη ισορροπίας καταλήγει εντούτοις στο να διορθώνεται όταν η εν λόγω διάταξη ενσωματώνεται σ' ένα πιο ολοκληρωμένο σύστημα εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ των μερών, με την πλήρη πραγματοποίηση των στόχων της συμφωνίας. Αυτό έπρεπε να εξακριβωθεί στην περίπτωση της συμφωνίας ΕΟΚ-Ισπανίας, με τη λήξη του δευτέρου σταδίου, αλλά εξαρτάτο εν πάση περιπτώσει από μία νέα συμφωνία συμπληρωματικού χαρακτήρα (εκτός αν επήρχετο στο μεταξύ η αναμενόμενη ένταξη της Ισπανίας στην ΕΟΚ, πράγμα το οποίο θα άλλαζε ασφαλώς το πρόβλημα).
4.
Τέλος, όσον αφορά την προσωρινή Συμφωνία μεταξύ της ΕΟΚ και της Αυστρίας, η οποία ίσχυε κατά την περίοδο των σχετικών πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, το δικαστήριο της ουσίας εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου ιδίως στα άρθρα 10 και 16. Όμως, κατά τη γνώμη μου, ούτε η μία ούτε η άλλη διάταξη περιέχει απαγόρευση των περιορισμών επί των εξαγωγών ή των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος.
Πράγματι, το άρθρο 10, ορίζοντας ότι «τα συμβαλλόμενα μέρη δεν θεσπίζουν νέους ποσοτικούς περιορισμούς και μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος ούτε καθιστούν πιο αυστηρούς τους ποσοτικούς περιορισμούς και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος που υφίστανται», περιορίζεται στην ουσία στο να ορίσει έναν κανόνα ακινητοποιήσεως («standstill»), ο οποίος, αυτός καθαυτός, υποχρεώνει τα συμβαλλόμενα μέρη όχι να καταργήσουν τα υφιστάμενα μέτρα, αλλά μόνο να μην επιβάλουν νέα. Εξάλλου, το άρθρο 16 αντιστοιχεί, όσον αφορά το περιεχόμενο και τη διατύπωσή του, στο άρθρο 12 της Συμφωνίας ΕΟΚ-Ισπανίας που εξέτασα προηγουμένως.
Επομένως, δεν είναι δυνατό να συναχθεί από αυτό η υποχρέωση καταργήσεως των ποσοτικών περιορισμών επί των εξαγωγών, δεδομένου ότι ειδικές διατάξεις που προβλέπουν αυτή την κατάργηση δεν υπάρχουν στο όλο περιεχόμενο της Συμφωνίας. Σχετικά, πιστεύω ότι είναι περιττό να επαναλάβω τις παρατηρήσεις που ανέπτυξα σχετικά με την αντίστοιχη διάταξη της Συμφωνίας ΕΟΚ-Ισπανίας.
5.
Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Tribunal correctionnel της Besançon με την απόφασή του της 29ης Σεπτεμβρίου 1978 τις εξής απαντήσεις:
1.
Τα άρθρα 6, 28 και 29 της Συμφωνίας Συνδέσεως, η οποία συνήφθη στις 9 Ιουλίου 1961 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ελλάδος πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, μέχρι την 31η Οκτωβρίου 1974, επιτρεπόταν σ' ένα κράτος μέλος της Κοινότητος να απαιτεί από τους εξαγωγείς του που εξήγαν στην Ελλάδα άδεια εξαγωγής ή πιστοποιητικό επέχον θέση αδείας.
2.
Η Συμφωνία η οποία συνήφθη στις 29 Ιουνίου 1970 μεταξύ της ΕΟΚ και της Ισπανίας (ιδίως τα άρθρα 1, 8 και 12), καθώς και η προσωρινή Συμφωνία που συνήφθη στις 22 Ιουλίου 1972 μεταξύ της ΕΟΚ και της Δημοκρατίας της Αυστρίας (ιδίως όσον αφορά τα άρθρα 10 και 16) πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι επιτρέπουν σ' ένα κράτος μέλος της Κοινότητος να απαιτεί από τους εξαγωγείς του, οι οποίοι εξάγουν αντίστοιχα στην Ισπανία και την Αυστρία, άδεια εξαγωγής ή πιστοποιητικό επέχον θέση αδείας. Ειδικότερα, στο πλαίσιο αυτών των δύο συμφωνιών, το γεγονός ότι απαιτείται το εν λόγω πιστοποιητικό αποτελεί θεμιτό εθνικό μέτρο, χωρίς να είναι απαραίτητο να κριθεί εάν συνιστά μέτρο αυθαιρέτων διακρίσεων ή συγκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο, υπό την έννοια των προαναφερθέντων άρθρων 12 της Συμφωνίας με την Ισπανία και 16 της Συμφωνίας με την Αυστρία.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική
Full & Egal Universal Law Academy