ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ GERHARD REISCHL
της 4ης Ιουλίου 1979 ( 1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η υπό κρίση υπόθεση, στην οποία αναπτύσσω τις προτάσεις μου σήμερα, αφορά το αν ορισμένα στοιχεία που η Γαλλική Κυβέρνηση αποκαλεί εθνική οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος συμβιβάζονται με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
Η Επιτροπή, στην προσφυγή της, εξέθεσε ορισμένες ιδιαιτερότητες αυτού του γαλλικού συστήματος που διαχειρίζεται το Office national interproffessionel du bétail et des viandes και του οποίου οι σχετικές περί εισαγωγών διατάξεις δεν παρουσιάζουν πλέον σήμερα πρακτική σημασία, εκτός της περιπτώσεως των τρίτων χωρών, παρά μόνο έναντι του Ηνωμένου Βασιλείου. Παραπέμπω σ' αυτή την έκθεση και δεν υπενθυμίζω παρά μόνο τα στοιχεία του εν λόγω συστήματος που αποβλέπουν στη σταθεροποίηση των τιμών στη γαλλική αγορά, την οποία η εσωτερική παραγωγή προφανώς δεν μπορεί πλέον να εφοδιάσει επαρκώς.
Έτσι, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, η εισαγωγή του κατεψυγμένου βοείου κρέατος καταρχήν απαγορεύεται. Στο μέτρο που επιτρέπονται οι εισαγωγές, αυτό που αφορά τα ζώντα ζώα και τα νωπά και κατεψυγμένα κρέατα, υφίστανται εθνικές τιμές κατωφλίου και απαιτείται απαραιτήτως άδεια εισαγωγής.
Φαίνεται ότι, σχετικώς, η αρμόδια αρχή χορηγεί ολική άδεια εισαγωγής, περιορισμένη από την άποψη της εισαγομένης ποσότητας και της διαρκείας ισχύος και ότι, στο πλαίσιο αυτής της αδείας, εκδίδει στη συνέχεια τα διάφορα πιστοποιητικά εισαγωγής. Οι εισαγωγές δεν επιτρέπονται παρά στην περίπτωση κατά την οποία οι εφαρμοζόμενες στη Γαλλία τιμές φθάνουν ή υπερβαίνουν το επίπεδο της τιμής κατωφλίου. Όταν οι εφαρμοζόμενες εσωτερικές τιμές είναι κατώτερες από την τιμή κατωφλίου επί μία εβδομάδα, αναστέλλεται η έκδοση αδειών εισαγωγής, για να μην επαναρχίσει παρά μόνον αν οι εσωτερικές τιμές φθάσουν στο ύψος της τιμής κατωφλίου την επομένη εβδομάδα. Όταν επί δύο συνεχείς εβδομάδες οι εφαρμοζόμενες στη γαλλική αγορά δεν φθάσουν την τιμή κατωφλίου, σταματούν οι εισαγωγές και το επανάνοιγμα των συνόρων δεν πραγματοποιείται παρά μόνον όταν γίνει υπέρβαση της τιμής κατωφλίου επί δύο συνεχείς εβδομάδες.
Επιπλέον, η αρμόδια αρχή εισπράττει δασμό επί των εισαγωγών ζώντων ζώων, νωπού και κατεψυγμένου κρέατος. Σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες εβδομαδιαίες εθνικές τιμές, έξι διαφορετικές τιμές κατ' αποκοπή εφαρμόζονται. Όπως και η τιμή κατωφλίου, έτσι και οι τιμές αυτές προσαρμόζονται ανάλογα με την εξέλιξη του κόστους· για τον υπολογισμό των δασμών, λαμβάνεται ιδίως υπόψη η εξέλιξη της νομισματικής καταστάσεως στις εξαγωγικές χώρες, δηλαδή, για παράδειγμα, η υποτίμηση της αγγλικής λίρας.
Κατόπιν προσφυγής ασκηθείσας από τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση αποτέλεσε το αντικείμενο της υποθέσεως 58/77. Δεν εκδόθηκε απόφαση επ' αυτής της προσφυγής διότι οι Κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ιρλανδίας κατέληξαν σε συμφωνία δυνάμει της οποίας, υπό ορισμένους όρους, το πρόβειο ιρλανδικό κρέας εισαγόταν ελεύθερα στη γαλλική αγορά από την 1η Ιανουαρίου 1978.
Σε έγγραφο του μηνός Ιανουαρίου 1978, η Βρετανική Κυβέρνηση διαμαρτυρήθηκε στην Επιτροπή για την εις βάρος βρετανών επιχειρηματιών, που ασχολούνται με τις εξαγωγές, δημιουργούσα διακρίσεις μεταχείριση, τον δε επόμενο μήνα, κατήγγειλε στην Επιτροπή ότι η Γαλλική Κυβέρνηση είχε αναγγείλει αύξηση των προαναφερθέντων εισαγωγικών δασμών.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή, η οποία θεωρεί ότι η γαλλική κανονιστική ρύθμιση παραβιάζει τη Συνθήκη κατά το ότι συνιστά εμπόδιο στο εμπόριο, κίνησε τη βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία για να διαπιστωθεί η παράβαση των απορρεουσών από τη Συνθήκη υποχρεώσεων. Αφού η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας απέστειλε, στις 16 Ιανουαρίου 1978, τηλέτυπο στη Γαλλική Κυβέρνηση για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του, στο οποίο η τελευταία απάντησε στις 21 Ιανουαρίου 1978, κινήθηκε η διαδικασία, με έγγραφο της Επιτροπής της 2ας Φεβρουαρίου 1978, που απηύθυνε στη μόνιμη αντιπροσωπεία της Γαλλίας. Η τελευταία έλαβε θέση, με έγγραφο της 18ης Απριλίου 1978, στο οποίο επέστησε ειδικότερα την προσοχή της Επιτροπής επί των σοβαρών οικονομικών συνεπειών μιας άμεσης κατάργησης του συστήματος εισαγωγών, διότι οι τιμές στη βρετανική αγορά ήταν κατώτερες και επί του γεγονότος ότι δεν υφίστατο ακόμη σχετική κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Παρά τις παρατηρήσεις αυτές, η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη στις 22 Μαΐου 1978. Δεδομένου ότι η Γαλλία δεν συμμορφώθηκε προς τη γνώμη εντός της ταχθείσας μηνιαίας προθεσμίας, η Επιτροπή τελικά προσέφυγε στο Δικαστήριο, στις 23 Οκτωβρίου 1978.
Με την προσφυγή της, η Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, εξακολουθώντας να εφαρμόζει μετά την 1η Ιανουαρίου 1978 το εθνικό της σύστημα εισαγωγών βοείου κρέατος, προελεύσεως Ηνωμένου Βασιλείου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12 και το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή, αναφερόμενη στην εκδοθείσα επί της υποθέσεως 231/78 (Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου) απόφαση της 29ης Μαρτίου 1979, και λαμβανομένων υπόψη των οριζομένων στα άρθρα 35, 36 και 42 της Πράξης Προσχωρήσεως προθεσμιών, τροποποίησε το αίτημά της, υπό την έννοια ότι ζητεί να αναγνωριστεί η παράβαση της Συνθήκης από την ημέρα της προσχωρήσεως λόγω των ποσοτικών περιορισμών επί των εισαγωγών, από την 1η Ιανουαρίου 1975 λόγω των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος, και από την 1η Ιουλίου 1975 λόγω των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος.
Όσον αφορά αυτά τα αιτήματα, που η Γαλλική Κυβέρνηση αμφισβήτησε και πάλι ρητώς κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, έχω να διατυπώσω τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
1.
Προκαταρκτικώς, πρέπει να τονιστεί ότι δεν αμφισβητείται από την καθής κυβέρνηση το γεγονός ότι η διακοπή των εισαγωγών, καθώς και η γενική παύση τους, που προβλέπει η γαλλική κανονιστική ρύθμιση συνιστούν ποσοτικό περιορισμό κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, λόγω του ότι η ανάγκη αιτήσεως αδείας εισαγωγής ισοδυναμεί με μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος (σχετικώς, μπορεί για παράδειγμα να γίνει αναφορά στην εκδοθείσα επί της υποθέσεως 68/76 απόφαση, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, απόφαση της 16.3.1977, Slg. 1977, σ. 515) και το γεγονός ότι οι εισαγωγικοί δασμοί πρέπει να θεωρηθούν ως φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος, κατά την έννοια του άρθρου 12 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Κατά τον ίδιο τρόπο, είναι αναμφισβήτητο ότι, στο μέτρο που εντάσσονται σε εθνική οργάνωση αγοράς, όπως αυτή έχει ορισθεί, για παράδειγμα, στην υπόθεση 48/74 (Charmasson κατά υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, απόφαση της 10.12.1974, Slg. 1974, σ. 1383), τα εν λόγω μέτρα μπορούν να είναι νόμιμα. Κατά συνέπεια, η εκτίμηση της νομιμότητάς τους δεν είναι αποκλειστικά συνάρτηση με τις προαναφερθείσες διατάξεις της Συνθήκης· σχετικώς, πρέπει πολύ περισσότερο να αναζητηθεί αν η ένταξή τους σε εθνική οργάνωση αγοράς και το γεγονός ότι δεν υφίσταται ακόμη κοινή οργάνωση αγοράς σ' αυτόν τον τομέα διαδραματίζουν σοβαρό ρόλο.
2.
Σχετικώς, μπορεί να έχει σχετική σημασία το άρθρο 60, παράγραφος 2, της Πράξης Προσχωρήσεως, η οποία έχει ως εξής:
«Για τα προϊόντα που δεν υπόκεινται, κατά την ημερομηνία της προσχωρήσεως, στην κοινή οργάνωση αγοράς, οι διατάξεις του τίτλου I περί της προοδευτικής καταργήσεως των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς καθώς και των ποσοτικών περιορισμών και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος, δεν εφαρμόζονται επί των εν λόγω φορολογικών επιβαρύνσεων, περιορισμών και μέτρων, εφόσον αποτελούν μέρος εθνικής οργανώσεως αγοράς κατά την ημερομηνία της προσχωρήσεως.
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται μόνο κατά το μέτρο που είναι αναγκαίο για την εξασφάλιση της διατηρήσεως της εθνικής οργανώσεως αγοράς και μέχρι της θέσεως σε εφαρμογή της κοινής οργανώσεως αγοράς για τα προϊόντα αυτά.»
Σ' αυτή τη συγκυρία, τίθεται το ερώτημα αν, και η Επιτροπή περιόρισε αρχικά την εκτίμησή της σ' αυτή την άποψη, μετά την παρέλευση της οριζόμενης στο άρθρο 9, παράγραφος 2, της Πράξης Προσχωρήσεως προθεσμίας, είναι ακόμα δυνατή η αναδρομή στο άρθρο 60, παράγραφος 2, δηλαδή, στην πραγματικότητα, αν το άρθρο 60, παράγραφος 2, μπορεί να θεωρηθεί ως «ειδική διάταξη» κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, κατά το οποίο «με την επιφύλαξη των ημερομηνιών, προθεσμιών και εθνικών διατάξεων που προβλέπονται στην παρούσα πράξη, η εφαρμογή των μεταβατικών μέτρων λήγει στο τέλος του έτους 1977».
Αυτή την άποψη υποστηρίζει με ζέση η Γαλλική Κυβέρνηση. Αναφέροντας τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Πράξης Προσχωρήσεως, τονίζει ότι, αντιθέτως προς ό, τι αναφέρεται στο άρθρο 8 της Συνθήκης ΕΟΚ, η αρχή μεταβατικής περιόδου δεν καθιερώθηκε. Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, στο τέταρτο μέρος καθώς και στα παραρτήματα και πρωτόκολλα της, η Πράξη Προσχωρήσεως προβλέπει αποκλειστικά διάφορα μεταβατικά μέτρα επί των οποίων εφαρμόζονταν και εξακολουθούν σήμερα να εφαρμόζονται διαφορετικές προθεσμίες.
Ειδικότερα, έχει σημασία ότι, στο άρθρο 9, παράγραφος 2, δεν γίνεται αποκλειστικά λόγος περί προθεσμίας αρχής, αλλά διατυπώνονται εκεί και επιφυλάξεις, ενόψει των οποίων η αόριστη έννοια των «ειδικών διατάξεων» έχει ορισμένο περιεχόμενο. Κατά τη γνώμη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο 60, παράγραφος 2, συνιστά τέτοια ειδική διάταξη. Λαμβανομένων υπόψη των σημαντικών διαφορών στη διάρθρωση της γεωργικής πολιτικής, που ειδικότερα έγιναν αισθητές στον τομέα του βοείου κρέατος, όπως αποδεικνύουν οι διαφορές τιμών, το εν λόγω άρθρο αποτελεί σημαντικό μεταβατικό για τη γεωργία μέτρο. Αν γίνει σύγκρισή του με το άρθρο 45 της Συνθήκης ΕΟΚ και αν παρατηρηθεί ότι, αντιθέτως προς άλλες ειδικές διατάξεις που περιλαμβάνουν ρητώς χρονικό περιορισμό, το άρθρο 60, παράγραφος 2, δεν περιέχει καμιά ημερομηνία, το μόνο δυνατό λογικό συμπέρασμα είναι ότι η νομολογία Charmasson (υπόθεση 48/74) που αναπτύχθηκε σχετικά με την ίδια τη Συνθήκη ΕΟΚ δεν είναι καθοριστική για την Πράξη Προσχωρήσεως, δηλαδή ότι, ακόμα και μετά την παρέλευση της προβλεπόμενης στο άρθρο 9, παράγραφος 2 προθεσμίας, η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν μπορεί να εφαρμόζεται όταν υφίσταται εθνική οργάνωση αγοράς, και ενόσω δεν υφίσταται κοινή οργάνωση αγοράς στον οικείο τομέα.
Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή αντιτάχθηκε σ' αυτή την ερμηνεία, όπως και στην υπόθεση 118/78 (C. J. Meijer B.V. κατά The Department of Trade, απόφαση της 29.3.1979) και στην υπόθεση 231/78, στις οποίες πρόκειτο περί περιορισμών επί των εισαγωγών στο πλαίσιο της βρετανικής οργανώσεως της αγοράς της πατάτας. Στην ουσία, ισχυρίστηκε ότι, μετά την παρέλευση του έτους 1977, εθνικά εμπόδια στο εμπόριο δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν σε καμιά περίπτωση με την αναφορά σε εθνική οργάνωση αγοράς και επί τη βάσει του άρθρου 60, παράγραφος 2, της Πράξης Προσχωρήσεως.
Όσον αφορά αυτό το σημείο διαφωνίας, θα περιοριστώ να υπομνήσω ότι, στην απόφαση επί της υποθέσεως 231/78, κατά τη σύνταξη της οποίας η προαναφερθείσα γαλλική επιχειρηματολογία ήταν γνωστή, εφόσον η Γαλλία είχε παρέμβει στη δίκη στο πλευρό του Ηνωμένου Βασιλείου, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε την υποστηριζόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία.
Αν δεν σφάλλω, φαίνεται ότι το Δικαστήριο έδωσε σχετικώς σημασία σε τρία στοιχεία: την ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη το γενικό σύστημα της Πράξης Προσχωρήσεως, την ανάγκη να λαμβάνεται επιπλέον υπόψη η σχέση που υφίσταται μεταξύ του άρθρου 60 και των γενικών διατάξεων της Συνθήκης περί βασικών αρχών και του συστήματος της Κοινότητας, καθώς και περί των αρχών της κοινής γεωργικής πολιτικής, και, τέλος, την ανάγκη τηρήσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των κρατών μελών, ενόψει των βασικών κανόνων της λειτουργίας της κοινής αγοράς. Το Δικαστήριο συνήγαγε από αυτά ως αρχή ότι, οι κανόνες περί της λειτουργίας της κοινής αγοράς υπερέχουν και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι επιφυλάξεις ή οι διατάξεις που παρεκκλίνουν από αυτούς τους κανόνες δεν μπορούν να ερμηνεύονται lato sensu. Πρέπει, επιπλέον, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, δεδομένου ότι οι ειδικές διατάξεις, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, υποθέτουν σαφή χρονικό περιορισμό, το άρθρο 60, παράγραφος 2, της Πράξης Προσχωρήσεως δεν μπορεί να θεωρείται ως τέτοια διάταξη, πράγμα που αφήνει να διαφανεί σαφώς ότι δεν ήταν πλέον δυνατό να δικαιολογηθούν μέτρα εμποδίζοντα την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων με αναφορά σε ειδική εθνική οργάνωση αγοράς, μετά την παρέλευση της οριζόμενης στο άρθρο 9, παράγραφος 2 προθεσμίας, δηλαδή μετά το 1977. Το Δικαστήριο τόνισε ρητώς ότι αν, μετά από αυτή την ημερομηνία, υφίσταντο ακόμη τομείς της κοινής γεωργικής πολιτικής που δεν είχαν ρυθμιστεί, αυτό δεν θα έπρεπε να αποτελέσει οποιοδήποτε εμπόδιο στην εφαρμογή των ισχυόντων για την κοινή αγορά γενικών κανόνων αν στο τέλος αυτής της περιόδου, αποδεικνυόταν ότι ειδικές διατάξεις ήταν ακόμα αναγκαίες, δεν θα μπορούσαν, εν πάση πειρπτώσει, να θεσπισθούν μονομερώς με αναφορά σε εθνικές οργανώσεις αγοράς.
Έτσι, η λύση της υπό κρίση διαφοράς διαγράφεται πράγματι κατά την έννοια ότι, από την 1η Ιανουαρίου 1978, δεν υφίσταται πλέον νομική βάση για τη διατήρηση των εφαρμοζομένων από τη Γαλλία περιορισμών, μεταξύ άλλων των περιορισμών που αφορούν την εισαγωγή βοείου κρέατος προελεύσεως Ηνωμένου Βασιλείου.
Εν τούτοις, επιθυμώ να εξετάσω ορισμένο αριθμό άλλων επιχειρημάτων που η Γαλλική Κυβέρνηση προέβαλε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση και τα οποία, κατά τη γνώμη της, πρέπει να οδηγήσουν σε διαφορετική εκτίμηση.
Έτσι, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι, τα προβλήματα που συνδέονται με τη γαλλική οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος είναι διαφορετικά από τα προβλήματα που τίθεντο στην υπόθεση 231/78. Θεωρεί ότι έχει κυρίως σημασία η διαπίστωση ότι, οι διαπραγματεύσεις για την εγκαθίδρυση κοινής οργανώσεως αγοράς σ' αυτόν τον τομέα έχουν ήδη προχωρήσει πολύ και ότι μπορεί να προβλεφθεί η κατάληξή τους σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αυτό το γεγονός έχει ορισμένη σημασία, ενόψει ορισμένων σκέψεων της αποφάσεως επί της υποθέσεως 231/78, κατά τις οποίες οι εθνικές οργανώσεις αγοράς και τα εμπόδια που συνδέονται μ' αυτές δεν μπορούν να εξακολουθούν να υφίστανται «επ' αόριστον».
Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό το επιχείρημα δεν είναι αποφασιστικό. Πράγματι, ενώ στην υπόθεση 231/78 το Δικαστήριο συνήγαγε την αρχή, κατά την οποία εξαιρέσεις από τους γενικούς κανόνες βάσει του άρθρου 60, παράγραφος 2, δεν μπορούν να γίνουν δεκτές μετά τη λήξη του έτους 1977, δεν είναι φυσικά δυνατό, εφόσον δεν υφίσταται καμία επιφύλαξη επ' αυτού του θέματος, να αποδίδεται αποφασιστική σημασία στο γεγονός ότι η αντικατάσταση των εθνικών οργανώσεων αγοράς δεν μπορεί απολύτως να αντιμετωπιστεί, ούτε στο γεγονός ότι αυτή η αντικατάσταση πραγματοποιείται εντός μικρού χρόνου από της λήξεως της μεταβατικής περιόδου, την οποία προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Πράξης Προσχωρήσεως, όπως αληθοφανέστατα θα συμβεί με το βόειο κρέας.
Επιπλέον, έγινε επίσης μνεία της εξελίξεως του επιπέδου των τιμών στο Ηνωμένο Βασίλειο, αφενός και στη Γαλλία, αφετέρου· έγινε κάποια προσέγγιση αυτών των τιμών κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών και προβλέπεται ότι, σύντομα, θα συντρέξουν οι προϋποθέσεις για να επιτραπεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ακόμα και αν διατηρηθεί η γαλλική κανονιστική ρύθμιση.
Εν τούτοις, σύμφωνα με τις συναγόμενες στην προαναφερθείσα απόφαση αρχές, ούτε αυτό δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη διότι δεν μπορεί να στηριχθεί κανείς στο γεγονός ότι, λαμβανομένης υπόψη της εξελίξεως της οικονομικής καταστάσεως, η Πράξη Προσχωρήσεως χορηγεί συμπληρωματική προθεσμία μη εφαρμογής των αρχών για μέτρα που, αυτά καθεαυτά, είναι αντίθετα προς τη Συνθήκη. Εξάλλου, εκτός του ότι, εν πάση περιπτώσει, η υποχρέωση αιτήσεως αδείας εισαγωγής πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς απαγορευόμενο ποσοτικό περιορισμό, δεν πρέπει να αγνοείται ότι, σήμερα επίσης υφίστανται ακόμη αισθητές διαφορές τιμών και ότι είναι απολύτως αδύνατο να προσδιοριστεί με βεβαιότητα το χρονικό σημείο, κατά το οποίο οι διαφορές αυτές θα μειωθούν, έτσι ώστε η είσπραξη εισαγωγικού δασμού και η προσωρινή παύση των εισαγωγών είναι περιττές.
Επιπλέον, η Γαλλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο έχει και αυτό εθνική οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, η οποία προφανώς παραμένει αμετάβλητη, πράγμα αντίθετο προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Αναφέροντας αριθμούς, οι οποίοι ασφαλώς είναι εντυπωσιακοί, η Γαλλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι η κατάργηση των γαλλικών μέτρων θα συνεπαγόταν ισχυρό ανταγωνισμό του φθηνού βρετανικού προβείου κρέατος, που θα έθετε σε μεγάλο κίνδυνο την οικονομία σε ορισμένες μειονεκτούσες γαλλικές περιοχές.
Σχετικώς, πρέπει να δοθεί η απάντηση, καταρχάς, ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαιτεί με κανένα τρόπο την εξάρθρωση των εθνικών οργανώσεων αγοράς, αλλά αποκλειστικώς την κατάργηση των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων που συνδέονται μ' αυτές. Δεν είναι, επομένως, εξαιρετικό το ότι, όσον αφορά τη βρετανική οργάνωση της αγοράς στον τομέα του προβείου κρέατος, η οποία προφανώς δεν περιλαμβάνει σύστημα για τις εισαγωγές, καμιά τροποποίηση, ανάλογη με αυτή της γαλλικής οργανώσεως αγοράς, η οποία περιλαμβάνει πράγματι εμπόδια στις εισαγωγές, δεν απαιτείται. Αφετέρου, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τα τεκμαιρόμενα αποτελέσματα επί της δομής της γαλλικής οικονομίας θα επέλθουν, όπως εκφράζεται ο φόβος, σε περίπτωση εφαρμογής της απόψεως της Επιτροπής. Πράγματι, πρέπει να μη λησμονείται, και αυτό επίσης που σαφώς τονίστηκε στην απόφαση 231/78, ότι δηλαδή στη λήξη της μεταβατικής περιόδου, το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει παρά μόνο τα μονομερή εθνικά μέτρα· δεν εμποδίζει με κανένα τρόπο, στην περίπτωση που θα συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προς το σκοπό αυτό, τη θέσπιση από την Κοινότητα μέτρων, υπό τη μορφή ενισχύσεων για παράδειγμα, όπως ήδη το αντιμετώπισε πρόταση της Επιτροπής.
Τέλος, η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε επίσης, και αυτό, κατά τη γνώμη της, αντιβαίνει προς τη στενή ερμηνεία του άρθρου 60, παράγραφος 2, της Πράξης Προσχωρήσεως, ότι και μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, τα κοινοτικά θεσμικά όργανα απεφάνθησαν υπέρ όχι αυστηρής εφαρμογής των κοινοτικών διατάξεων στο γεωργικό τομέα και, σχετικώς, μπορούν να αναφερθούν οι εξαιρέσεις από τον κανονισμό 1422/78, ή η μείωση των τιμών του βρετανικού βουτύρου, χάρις σε ενισχύσεις· επιπλέον, χωρίς δισταγμό θεωρήθηκε ότι το άρθρο 102 της Πράξης Προσχωρήσεως, το οποίο αφορά μέτρα για την προστασία των αλιευτικών βυθών, συνιστά «ειδική διάταξη», η οποία, παρά την ασάφεια των όρων της, επιτρέπει τη μη εφαρμογή του άρθρου 9.
Όσον αφορά το άρθρο 102 της Πράξης Προσχωρήσεως, αρκεί να λεχθεί ότι η εν λόγω διάταξη, λόγω του σαφούς χρονικού περιορισμού που περιέχει, πράγμα που αποτελεί το καθοριστικό σημείο κατά την υπόθεση 231/78, μπορεί ευχερώς να θεωρείται ως«ειδική διάταξη», κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, της Πράξης Προσχωρήσεως. Επιπλέον, αρκεί να σκεφθεί κανείς, αφενός, ότι ουδόλως επρόκειτο περί εμποδίων στο εμπόριο, δηλαδή περί περιορισμού της βασικής αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, και ότι, αφετέρου, ενέχει επίσης σημαντική σημασία ότι δεν πρόκειται περί εθνικών μέτρων, μονομερώς θεσπισθέντων, αλλά περί εξαιρέσεων από το κοινοτικό δίκαιο που επιτρέπονται από τα θεσμικά όργανα της Κοινότητας.
Κατά συνέπεια, δεν απομένει παρά να συναχθεί το συμπέρασμα, όσον αφορά το αίτημα της Επιτροπής, όπως είχε αρχικά διατυπωθεί, ότι η Γαλλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας μετά την 1η Ιανουαρίου 1978 το εθνικό της σύστημα στην εισαγωγή βοείου κρέατος προελεύσεως Ηνωμένου Βασιλείου, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12 και από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
3.
Εν τούτοις, όσον αφορά την τροποποίηση των αιτημάτων της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ενδείκνυται ακόμα να τεθεί το ερώτημα αν πρέπει, επιπλέον, να διαπιστωθεί ότι το γαλλικό σύστημα περί εισαγωγών θα έπρεπε ήδη να θεωρηθεί ως παραβίαση της Συνθήκης προ της λήξεως της μεταβατικής περιόδου του άρθρου 9 της Πράξης Προσχωρήσεως, από τις αναφερόμενες υπό της Επιτροπής διαφορετικές ημερομηνίες.
Δεδομένου ότι είναι βέβαιο ότι, καταρχάς, η Επιτροπή επιθυμεί την όσο το δυνατό ταχύτερη προσαρμογή της γαλλικής καταστάσεως προς το κοινοτικό δίκαιο, θα ήταν δυνατό να λεχθεί ότι δεν υφίσταται συμφέρον επεκτάσεως της εξετάσεως σε προηγούμενες περιόδους. Δεν θα ήταν, επομένως, αναγκαίο να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν το άρθρο 60, παράγραφος 2, της Πράξης Προσχωρήσεως, δεν συνιστά παρά εξαιρετική διάταξη υπέρ των νέων κρατών μελών, διότι στην προκειμένη περίπτωση, αρκεί να διαπιστωθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, μετά την 1η Ιανουαρίου 1978, δεν μπορούσε πλέον να εφαρμοστεί και, κατά συνέπεια, ακόμα και σε περίπτωση ευρείας ερμηνείας αυτής της διατάξεως, η Γαλλία δεν μπορούσε πλέον να αντλήσει από αυτήν κανένα δικαίωμα, μετά την εν λόγω ημερομηνία.
Στην περίπτωση, όμως, που θα ήταν επιθυμητό να εξεταστεί ευρύτερα αυτό το ερώτημα θα μπορούσαν να διατυπωθούν οι εξής σύντομες παρατηρήσεις.
Η Επιτροπή θεωρεί, ειδικότερα, ότι μπορεί να στηρίξει την άποψη που υποστηρίζει στις σκέψεις της αποφάσεως της υποθέσεως 231/78. Πράγματι, σ' αυτές αναφέρεται ότι, η Πράξη Προσχωρήσεως δεν μπορεί να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι δημιούργησε, υπέρ των νέων κρατών μελών και για περίοδο επ' αόριστον, έννομη κατάσταση η οποία, όσον αφορά την κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών, είναι διαφορετική από την προβλεπόμενη υπό της Συνθήκης για τα αρχικά κράτη μέλη. Επιπλέον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, αν το άρθρο 60, παράγραφος 2, θεωρηθεί ως ειδική διάταξη, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 2, της Πράξης Προσχωρήσεως, αυτό θα συνεπαγόταν διαρκή ανισότητα μεταξύ των αρχικών και των νέων κρατών μελών, εφόσον τα τελευταία θα ήσαν σε θέση να εμποδίζουν ή να περιορίζουν την εισαγωγή ορισμένων γεωργικών προϊόντων, κοινοτικής προελεύσεως, ενώ, δυνάμει της Συνθήκης, τα πρώτα θα έπρεπε να απέχουν από κάθε εμπόδιο στην εισαγωγή των ίδιων προϊόντων, εφόσον θα προέρχονταν από νέο κράτος μέλος που στηρίζεται στο άρθρο 60, παράγραφος 2. Σε τμήμα της αποφάσεως (17η σκέψη) αναφέρεται, εξάλλου, ότι τα αρχικά κράτη μέλη δεν μπόρεσαν να ανεχθούν τέτοιες ανισότητες παρά μόνο προσωρινώς.
Μου φαίνεται, όμως, πολύ αμφίβολο, αφενός, αν μπορεί πράγματι να συναχθεί απ' αυτούς τους όρους ότι, κατά το Δικαστήριο, το άρθρο 60, παράγραφος 2, της Πράξης Προσχωρήσεως δεν εφαρμόζεται, εν πάση περιπτώσει, παρά υπέρ των νέων κρατών μελών. Έτσι, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, η απόφαση αφορούσε την αγορά της πατάτας, για την οποία προφανώς δεν υφίσταται εθνική οργάνωση αγοράς στα αρχικά κράτη μέλη· για το λόγο αυτό, όσον αφορά τα αρχικά κράτη μέλη, η απόφαση στηρίζεται με τόσο ρητό τρόπο στις υποχρεώσεις που υπέχουν από τη Συνθήκη. Επιπλέον, σ' αυτό το τμήμα της αποφάσεως, στο οποίο δεν αποδίδεται αποφασιστική σημασία, γίνεται λόγος περί διαφοράς μεταχειρίσεως, ειδικότερα όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 60, παράγραφος 2, ως ειδικής διατάξεως της οποίας η εφαρμογή δεν περιορίζεται στη μεταβατική περίοδο· πράγματι, λαμβανομένων υπόψη των σχέσεων μεταξύ των αρχικών κρατών, είναι δεδομένο από της αποφάσεως Charmasson ότι, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, τα αρχικά κράτη δεν μπορούν πλέον να στηρίζονται σε εθνικές οργανώσεις αγοράς για να διατηρούν εμπόδια στις εισαγωγές. Επιπλέον, δεν φαίνεται άσκοπο να παρατηρηθεί ότι οι «προσωρινές διακρίσεις» οφείλονταν στο γεγονός ότι, κατά τη μεταβατική περίοδο του άρθρου 9, παράγραφος 2, της Πράξης Προσχωρήσεως, ενώ η προβλεπόμενη υπό της Συνθήκης μεταβατική περίοδος είχε ήδη παρέλθει, εμπόδια δεν μπορούσαν να υφίστανται πλέον παρά μόνο στις σχέσεις μεταξύ των αρχικών κρατών μελών, αφενός, και των νέων κρατών μελών, αφετέρου, και όχι, για τα ίδια προϊόντα, στις σχέσεις μεταξύ των αρχικών κρατών μελών.
Εκτός του γεγονότος ότι η αναφερθείσα απόφαση τονίζει επίσης την ανάγκη ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ των αρχικών κρατών μελών και των νέων κρατών μελών, ενδείκνυται επίσης να αντιταχθεί σε μια τέτοια ερμηνευτική προσπάθεια, και επ' αυτού πρέπει να υιοθετηθεί η γνώμη του εκπροσώπου της Γαλλικής Κυβερνήσεως, το σαφώς συναλλαγματικό σύστημα του άρθρου 60, παράγραφος 2. Εν αντιθέσει προς το άρθρο 60, παράγραφος 1, από το οποίο σαφώς προκύπτει ότι δεν έχει εφαρμογή παρά μόνο στα νέα κράτη μέλη, το άρθρο 60, παράγραφος 2, είναι αντικειμενικό, υπό την έννοια ότι εφαρμόζεται σε ορισμένα προϊόντα, ήτοι στα προϊόντα τα οποία κατά την προσχώρηση δεν υπάγονταν σε κοινή οργάνωση αγοράς. Σχετικά μ' αυτά τα προϊόντα, προβλέπεται ότι οι διατάξεις του τίτλου I, που αφορούν την προοδευτική κατάργηση των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εισαγωγικούς δασμούς, οι ποσοτικοί περιορισμοί και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, δεν εφαρμόζονται επί των εν λόγω φορολογικών επιβαρύνσεων, περιορισμών και μέτρων, εφόσον αποτελούν μέρος της εθνικής οργανώσεως αγοράς κατά την ημερομηνία της προσχωρήσεως. Αν ιδίως γίνει αναφορά στις αμοιβαίες υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 35, 36 και 42, φαίνεται σαφώς, κατά τη γνώμη μου, ότι το άρθρο 60, παράγραφος 2, δεν εφαρμοζόταν παρά μονομερώς στα νέα κράτη μέλη.
Τέλος, είναι επίσης ενδιαφέρουσα η ανάλυση της εκθέσεως της Επιτροπής στις υποθέσεις 118/78 και 213/78, ως προς το ιστορικό του άρθρου 60, παράγραφος 2. Προδήλως, κατά τη σύνταξη αυτής της διατάξεως, ήταν γενικά όλοι πεπεισμένοι ότι τα αρχικά κράτη μέλη μπορούσαν να διατηρήσουν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, που υπάγονταν σε εθνικές οργανώσεις αγοράς, μέχρι της εγκαθιδρύσεως της κοινής οργανώσεως αγοράς στον οικείο τομέα. Σ' αυτή την κατάσταση έπρεπε να προσαρμοστεί η κατάσταση των νέων κρατών μελών και, από αυτή την άποψη, το άρθρο 60, παράγραφος 2, δεν μπορούσε πράγματι στην αρχή να θεωρηθεί ως μεταβατικό μέτρο. Εν τούτοις, αφού η απόφαση Charmasson, εκδοθείσα το 1974, σαφώς απέδειξε ότι οι εξαιρέσεις από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν μπορούσαν να υπάρχουν παρά μόνο κατά τη μεταβατική περίοδο, ακόμα και αν στη λήξη αυτής δεν είχε ακόμα εγκαθιδρυθεί κοινή οργάνωση αγοράς, παρίσταται ανάγκη, στην περίπτωση που η αποφυγή κάθε διακρίσεως είναι επιθυμητή, να ερμηνεύεται αυτή η αρχή, έναντι των νέων κρατών, υπό την έννοια ότι η «μεταβατική περίοδος» πρέπει να επισημαίνει τη μεταβατική περίοδο της Πράξης Προσχωρήσεως.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο νομίζω ότι δεν πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρούσα το εθνικό σύστημα εισαγωγής βοείου κρέατος, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1978, παραβίασε το κοινοτικό δίκαιο.
4.
Προτείνω, επομένως, να γίνει δεκτό το αρχικό αίτημα της Επιτροπής και να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας το εθνικό σύστημα εισαγωγής βοείου κρέατος, προελεύσεως Ηνωμένου Βασιλείου, μετά την 1η Ιανουαρίου 1978, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 12 και από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy