ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN-PIERRE WARNER
ΤΗΣ 4ΗΣ ΑΠΡΙΛΊΟΥ 1979 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται της υπό κρίση υποθέσεως για δεύτερη φορά, κατόπιν αιτήσεως του Cour du travail της Mons για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Την πρώτη φορά η υπόθεση είχε αριθμό 22/77 και η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1977, έχει δε δημοσιευτεί στο ECR 1977, σ. 1699.
Τα πραγματικά περιστατικά, όπως θυμάστε, είναι τα ακόλουθα.
Ο Mura, που γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1937, εργάστηκε ως εργάτης ορυχείων στη Γαλλία για τέσσερα περίπου έτη, από το 1957 ώς το 1962, και στο Βέλγιο για ένδεκα έτη, από το 1962 ώς το 1973. Στη συνέχεια κατέστη ανίκανος προς εργασία.
Η σχετική βελγική νομοθεσία είναι αυτή που αναφέρεται στις παροχές λόγω αναπηρίας για εργάτες ορυχείων, που υπάγονται στο Fonds National de Retraite des Ouvriers Mineurs (στο «FNROM»), περιέχεται δε κατά βάση σε βασιλικό διάταγμα της 19ης Νοεμβρίου 1970(Moniteur Beige26.11.1970).
Κατά το άρθρο 1 του βασιλικού αυτού διατάγματος, ένας εργάτης ορυχείων δικαιούται συντάξεως λόγω αναπηρίας εάν, αφού απασχολήθηκε στην εργασία αυτή για δέκα τουλάχιστον χρόνια, έχει καταστεί ανίκανος για κανονική εργασία. Με το άρθρο 4, το ύψος της συντάξεως καθορίζεται σε ετήσιο συνολικό ποσό σε βελγικά φράγκα, το οποίο ποικίλλει μόνον αναλόγως του αν ο εργαζόμενος εργαζόταν υπό το έδαφος ή στην επιφάνεια και αναλόγως του αν είναι ή όχι έγγαμος. Το ποσό δεν διαφοροποιείται αναλόγως της διαρκείας των περιόδων ασφαλίσεως. Το άρθρο 23 περιέχει σειρά διατάξεων σχετικά με τη σώρευση των παροχών. Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού προβλέπει, ειδικότερα, ότι σύνταξη λόγω αναπηρίας που χορηγείται δυνάμει του βασιλικού διατάγματος μπορεί να σωρευθεί με μία ή περισσότερες άλλες συντάξεις λόγω αποχωρήσεως ή αναπηρίας μόνο μέχρι το ετήσιο συνολικό ποσό που καθορίζει το άρθρο 4 για τους εργάτες που εργάζονται υπό το έδαφος, έγγαμους ή άγαμους κατά περίπτωση. Τα βελγικά δικαστήρια ερμηνεύουν τη διάταξη αυτή ως εφαρμοζόμενη σε όλες τις άλλες συντάξεις λόγω αποχωρήσεως ή αναπηρίας, είτε οφείλονται δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας είτε δυνάμει οιασδήποτε ξένης νομοθεσίας. Το άρθρο 23, παράγραφος 4, περιέχει διατάξεις που περιορίζουν το βαθμό στον οποίο συντάξεις λόγω αναπηρίας, που οφείλονται δυνάμει του βασιλικού διατάγματος, μπορούν να σωρεύονται με παροχές που χορηγούνται λόγω εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικών νόσων.
Κατ' εφαρμογή του βασιλικού διατάγματος, το FNROM άρχισε να χορηγεί στον Mura πλήρη σύνταξη αναπηρίας από 1ης Νοεμβρίου 1973. Ο Mura δεν χρειάστηκε να επικαλεστεί το κοινοτικό δίκαιο προκειμένου να αποκτήσει το δικαίωμα λήψεως αυτής της συντάξεως.
Στον Mura άρχισε επίσης να χορηγείται, από την ίδια ημερομηνία, γαλλική σύνταξη λόγω αναπηρίας βάσει της περιόδου ασφαλίσεως που συμπλήρωσε στη Γαλλία. Της συντάξεως αυτής εδικαιούτο λόγω του συνυπολογισμού και του αναλογικού επιμερισμού κατ' εφαρμογή των άρθων 45 και 46, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου.
Όταν πληροφορήθηκε σχετικά με τη χορήγηση της γαλλικής συντάξεως, το FNROM μείωσε τη βελγική του σύνταξη κατ' εφαρμογή του άρθρου 46, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού. Τα αριθμητικά στοιχεία περιπλέχθηκαν από το γεγονός ότι ο Mura είχε δικαίωμα προς λήψη παροχών και στο Βέλγιο λόγω επαγγελματικής νόσου, ως B/SS/CO, προς τις οποίες εφαρμοζόταν το άρθρο 23, παράγραφος 4, του βασιλικού διατάγματος. Εν πάση περιπτώσει, η επίσημη απόφαση του FNROM, με ημερομηνία 24 Μαρτίου 1975, προέβλεπε ότι ο Mura όφειλε να επιστρέψει ποσό 10181 βελγικών φράγκων το οποίο αντιπροσώπευε το υπερβάλλον ποσό συντάξεως που του είχε καταβληθεί.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο Mura προσέφυγε ενώπιον του tribunal du travail της Mons, το οποίο, σε συμμόρφωση προς την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως 24/75, Petroni κατά ONPTS (ECR 1975, σ. 1149), ακύρωσε την απόφαση και αναγνώρισε ότι ο Mura εδικαιούτο βελγικής συντάξεως χωρίς μείωση.
Κατόπιν τούτου, το FNROM άσκησε έφεση ενώπιον του Cour du travail της Mons. Το δικαστήριο αυτό υπέβαλε στο Δικαστήριο το ερώτημα αν το άρθρο 12 του κανονισμού 1408/71 αποκλείει σε τέτοιες περιπτώσεις την εφαρμογή εθνικού κανόνα περί μη σωρεύσεως παροχών.
Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως εξής:
«Εφόσον ο εργαζόμενος λαμβάνει σύνταξη δυνάμει της εθνικής μόνο νομοθεσίας, οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν εμποδίζουν την πλήρη εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στον εργαζόμενο, περιλαμβανομένων των εθνικών αντισωρευτικών κανόνων, εξυπακουομένου ότι, αν η εφαρμογή αυτής της εθνικής νομοθεσίας αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϊκή από την εφαρμογή του συστήματος συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού, εφαρμόζεται το σύστημα αυτό δυνάμει του άρθρου 46, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71.» (Βλ. ECR 1977, σ. 1709.)
Ομοίως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση 37/77, Greco κατά FNROM (ECR 1977, σ. 1711), επί της οποίας η απόφαση εκδόθηκε την ίδια ημέρα.
Δεν είναι σαφές γιατί στις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο αναφέρθηκε στους «κανόνες περί συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού». Η πραγματική αρχή, κατά τη γνώμη μου, είναι αυτή που διατυπώνεται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως 98/77, της πρώτης υποθέσεως Schaap (ECR 1978, σ. 707) και επί της υποθέσεως 105/77, Boerboom (αυτόθι, σ. 717). Με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο έκρινε ως εξής:
«Εφόσον ο εργαζόμενος λαμβάνει σύνταξη δυνάμει της εθνικής μόνο νομοθεσίας, οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν εμποδίζουν την πλήρη εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας στον εργαζόμενο, περιλαμβανομένων των εθνικών αντισωρευτικών κανόνων, εξυπακουομένου ότι, αν η εφαρμογή αυτής της εθνικής νομοθεσίας αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϊκή από την εφαρμογή των κανόνων του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71, πρέπει να εφαρμοστούν οι διατάξεις του άρθρου αυτού.» (Βλ. ECR 1978, σ. 715 και 723.)
Η συλλογιστική των αποφάσεων επί των υποθέσεων Schaap και Boerboom, θεωρούμενη υπό το φως των πραγματικών περιστατικών των υποθέσεων αυτών, δείχνει, νομίζω, ότι η αναφορά στους «κανόνες του άρθρου 46», η οποία γίνεται στις αποφάσεις αυτές, είναι αναφορά στο άρθρο αυτό στο σύνολό του και σε όλες τις διατάξεις που το συμπληρώνουν. Τέτοιες συμπληρωματικές διατάξεις περιλαμβάνει το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 12, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, το οποίο αποκλείει την εφαρμογή εθνικών αντισωρευτικών κανόνων όταν χορηγούνται παροχές λόγω αναπηρίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 46. Όταν χορηγούνται κατ' αυτόν τον τρόπο, η μόνη αντισωρευτική διάταξη που μπορεί να εφαρμοστεί είναι η παράγραφος 3 του ίδιου του άρθρου 46 — δεδομένου ότι ο κανόνας που διατυπώνεται στην υπόθεση Petroni δεν αποκλείει την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, όταν χορηγείται σύνταξη όχι βάσει της εθνικής μόνο νομοθεσίας αλλά κατ' εφαρμογή του άρθρου 46.
Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα — και ορθώς, κατά τη γνώμη μου — ότι στις υποθέσεις Schaap και Boerboom το Δικαστήριο δέχθηκε την άποψη που είχα αναπτύξει στις προτάσεις μου επί των υποθέσεων αυτών, ότι δηλαδή σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δικαιούται σε κάθε κράτος μέλος να λάβει τη μεγαλύτερη παροχή μεταξύ, αφενός, της συντάξεως που μπορεί να αξιώσει βάσει της νομοθεσίας αυτού μόνο του κράτους μέλους στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένης κάθε αντισωρευτικής διατάξεως που μπορεί να περιέχει, και, αφετέρου, της συντάξεως που μπορεί να αξιώσει βάσει των διατάξεων του κανονισμού 1408/71 στο σύνολό τους. Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, αυτό σημαίνει ότι, σύμφωνα με την απόφαση επί της υποθέσεως Petroni, αν κατά τη νομοθεσία κράτους μέλους, το πρόσωπο αυτό έχει δικαίωμα να λάβει σύνταξη μεγαλύτερη από αυτή που θα μπορούσε να αξιώσει στο κράτος αυτό κατ' εφαρμογή του άρθρου 46, διατηρεί αυτό το δικαίωμα, αλλά ότι οι διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση του συνολικού ποσού που δικαιούται σε επίπεδο κάτω από αυτό που θέλησαν οι συντάκτες του κανονισμού 1408/71, δηλαδή κάτω από το «μεγαλύτερο από τα θεωρητικά ποσά παροχών». Η Επιτροπή είναι της γνώμης — και πάλι, νομίζω, ορθώς — ότι το Δικαστήριο πρέπει να δεχθεί αυτή την άποψη.
Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 46 αφορούν τρεις διαφορετικές περιπτώσεις:
1)
την περίπτωση κατά την οποία το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δικαιούται συντάξεως σε συγκεκριμένο κράτος μέλος, χωρίς αναδρομή στο συνυπολογισμό και στον αναλογικό επιμερισμό και κατά την οποία η εφαρμογή της μεθόδου του συνυπολογισμού και του αναλογικού επιμερισμού στην περίπτωσή του θα είχε ως αποτέλεσμα να δικαιούται μικρότερη ή ίση σύνταξη·
2)
την περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο αυτό δικαιούται συντάξεως σ' αυτό το κράτος, χωρίς αναδρομή στο συνυπολογισμό και στον αναλογικό επιμερισμό, κατά την οποία όμως η εφαρμογή αυτής της μεθόδου θα είχε ως αποτέλεσμα να δικαιούται μεγαλύτερη σύνταξη· και
3)
την περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο αυτό δικαιούται συντάξεως σ' αυτό το κράτος μόνο κατ' εφαρμογή της μεθόδου του συνυπολογισμού και του αναλογικού επιμερισμού.
Η παράγραφος 1 του άρθρου 46 έχει σχέση με πρόσωπο που υπάγεται στην πρώτη ή στη δεύτερη περίπτωση. Προβλέπει, πράγματι, ότι ένα τέτοιο πρόσωπο δικαιούται prima facie να λάβει τη μεγαλύτερη σύνταξη μεταξύ της συντάξεως που προκύπτει κατ' εφαρμογή μόνο της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους (η οποία μερικές φορές αναφέρεται προφανώς ως το «αυτόνομο ποσό» παροχής). Λέγω «prima facie» λόγω της υπάρξεως του άρθρου 46, παράγραφος 3.
Η παράγραφος 2 του άρθρου 46 ασχολείται με την περίπτωση προσώπου που υπάγεται στην τρίτη από τις περιπτώσεις που περιέγραψα.
Δεν βλέπω να μπορεί να υπάρξει κανένας λόγος για να θεωρηθεί ότι ένα πρόσωπο, που εμπίπτει στην πρώτη από τις περιπτώσεις αυτές σε συγκεκριμένο κράτος μέλος, πρέπει να υποστεί μείωση των κατά το άρθρο 46 prima facie δικαιωμάτων του, κατ' εφαρμογή της μεθόδου του συνυπολογισμού και του αναλογικού επιμερισμού στην περίπτωσή του, απλώς και μόνον επειδή η νομοθεσία του κράτους αυτού συμβαίνει να περιέχει αντισωρευτική διάταξη. Βάσει της δεύτερης περιόδου του άρθρου 12, παράγραφος 2, η ύπαρξη εθνικής αντι-σωρευτικής διατάξεως δεν έχει επιπτώσεις στους υπολογισμούς που πρέπει να γίνουν σύμφωνα με το άρθρο 46.
Ο Mura, ενώ στη Γαλλία υπάγεται στην τρίτη από τις τρεις περιπτώσεις που περιέγραψα, στο Βέλγιο υπάγεται στην πρώτη. Έτσι πρέπει να είναι, μια και δικαιούται prima facie να λαμβάνει στο Βέλγιο, δυνάμει της βελγικής μόνο νομοθεσίας, πλήρη σύνταξη, το ποσό της οποίας δεν εξαρτάται από τη διάρκεια της υπηρεσίας ή των περιόδων ασφαλίσεως, παρόλο που το δικαίωμα προς λήψη της συντάξεως αυτής προϋποθέτει περίοδο δεκαετούς υπηρεσίας — την οποία ο Mura έχει συμπληρώσει. Η εφαρμογή της μεθόδου του συνυπολογισμού και του αναλογικού επιμερισμού στην περίπτωσή του δεν μπορούσε να αυξήσει τα δικαιώματά του στο Βέλγιο, αλλά μόνο να τα μειώσει ή, στην καλύτερη περίπτωση, να τα αφήσει αμετάβλητα. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, δεν χωρεί εφαρμογή της μεθόδου αυτής στην περίπτωση του Βελγίου.
Συνεπώς, κάθε ειδικότερο ερώτημα σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής αυτής της μεθόδου πρέπει να θεωρηθεί ως άνευ αντικειμένου.
Όταν, ωστόσο, ύστερα από την απόφαση του Δικαστηρίου κατά την πρώτη υποβολή προδικαστικού ερωτήματος εκ μέρους του Cour du travail της Mons, η υπόθεση αυτή επανήλθε ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου προς περαιτέρω εξέταση, ανέκυψε τέτοιο ζήτημα λόγω επιχειρήματος που προβλήθηκε εκ μέρους του Mura. Υπό την υπόθεση ότι έπρεπε να εφαρμοστεί η μέθοδος του συνυπολογισμού και του αναλογικού επιμερισμού, η συνέπειά της φαινόταν, εκ πρώτης όψεως, ότι είναι η μείωση των prima facie δικαιωμάτων του στα 11/15 του ποσού της πλήρους συντάξεως, μια και είχε εργαστεί επί τέσσερα χρόνια στη Γαλλία και επί ένδεκα χρόνια στο Βέλγιο. Το επιχείρημα που προβλήθηκε εκ μέρους του, σε μια προσπάθεια να αποφύγει αυτή τη συνέπεια, στηριζόταν στην παράγραφο 2 (γ) του άρθρου 46, η οποία έχει ως εξής:
«Αν η συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως που επραγματοποιήθησαν προ της επελεύσεως του κινδύνου υπό τις νομοθεσίες όλων των εν λόγω κρατών μελών, είναι μεγαλύτερη από την μεγίστη διάρκεια που απαιτεί η νομοθεσία ενός από αυτά τα κράτη για την λήψη πλήρους παροχής, ο αρμόδιος φορέας του κράτους αυτού λαμβάνει υπ' όψη την μεγίστη αυτή διάρκεια αντί της συνολικής διαρκείας των εν λόγω περιόδων, για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης παραγράφου· η μέθοδος αυτή υπολογισμού δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή εις βάρος του εν λόγω φορέα παροχής ποσού ανώτερου από εκείνο της πλήρους παροχής που προβλέπεται από την υπ' αυτού εφαρμοζόμενη νομοθεσία.»
Το επιχείρημα που προβλήθηκε εκ μέρους του Mura ήταν ότι, αφού η περίοδος που απαιτούσε η σχετική βελγική νομοθεσία για τη λήψη πλήρους παροχής ήταν δέκα έτη, το πρώτο μέρος της παραγράφου 2 (γ) απαιτούσε το 10 να υποκατασταθεί στη θέση του 15 ως παρονομαστής του κλάσματος, ενώ το δεύτερο μέρος απαιτούσε το 10 να υποκατασταθεί στη θέση του 11 ως αριθμητής. Έτσι ο Mura εξακολουθούσε να δικαιούται, εν πάση περιπτώσει prima facie, να λαμβάνει το πλήρες ποσό συντάξεως.
Για να αντικρούσει αυτό το επιχείρημα το FNROM υποστήριξε ότι η παράγραφος 2 (γ) εφαρμοζόταν μόνο σε περιπτώσεις που υπάγονταν αποκλειστικά στην παράγραφο 2, δηλαδή σε περιπτώσεις όπου η αναδρομή στο συνυπολογισμό και στον αναλογικό επιμερισμό ήταν αναγκαία για να αποκτήσει το ενδιαφερόμενο πρόσωπο οποιοδήποτε δικαίωμα συντάξεως. Προς στήριξη αυτής της απόψεως, το FNROM παρέπεμψε στη διατύπωση της παραγράφου 1 του άρθρου 46, που αναφέρεται μόνο στους «κανόνες της παραγράφου 2 περιπτώσεις α) και β).
Ενόψει των επιχειρημάτων αυτών, το Cour du travail υπέβαλε την παρούσα αίτηση, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει επί του ερωτήματος εάν η παράγραφος 1 του άρθρου 46 αποκλείει την εφαρμογή της παραγράφου 2 (γ). To Cour du travail παρατηρεί στη Διάταξη περί παραπομπής την οποία εξέδωσε ότι το ερώτημα ανακύπτει πολύ περισσότερο λόγω της διατυπώσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Schaap.
Επί του περιορισμένου ερωτήματος που υποβάλλεται έτσι στο Δικαστήριο συμφωνώ για μια ακόμη φορά με την Επιτροπή. Η παράγραφος 1 του άρθρου 46 δεν αποκλείει την εφαρμογή, στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο αυτό, της παραγράφου 2 (γ). Η τελευταία αυτή υποπαράγραφος δεν είναι παρά συμπληρωματική ως προς τις παραγράφους 2(α) και (β) και δεν χρειάζεται να μνημονεύεται ρητά όπου και όποτε γίνεται αναφορά σ' αυτές, θα ήταν, εξάλλου, εντελώς παράλογο και ανεπιεικές αν ένα πρόσωπο μπορούσε να αξιώσει την εφαρμογή της παραγράφου 2 (γ) αν δεν είναι σε θέση να θεμελιώσει δικαίωμα συντάξεως σε κράτος μέλος, χωρίς αναδρομή στο συνυπολογισμό και στον αναλογικό επιμερισμό, δεν είχε όμως τη δυνατότητα να κάνει κάτι τέτοιο αν εδικαιούτο κάποιας συντάξεως στο κράτος αυτό, χωρίς αναδρομή σ' αυτή τη μέθοδο.
To Cour du travail δεν ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει επί του ζητήματος αν, σε περίπτωση που η παράγραφος 2 (γ) μπορεί να εφαρμοστεί σε μια περίπτωση που εμπίπτει στην παράγραφο 1, η εφαρμοζόμενη εν προκειμένω βελγική νομοθεσία είναι του είδους στο οποίο αναφέρεται η παράγραφος 2 (γ). Τόσο το FNROM όσο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι δεν είναι, διότι η περίοδος δέκα ετών που προβλέπει η νομοθεσία αυτή είναι ελάχιστη και όχι μέγιστη περίοδος. Επ' αυτού του σημείου όμως δεν είναι ανάγκη να διατυπωθεί πρόταση στην υπόθεση αυτή.
Προτείνω, επομένως, να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το Cour du travail:
Η παράγραφος 1 του άρθρου 46 του κανονισμού 1408/71 δεν έχει την έννοια ότι αποκλείει τη δυνατότητα εφαρμογής, στις περιπτώσεις που εμπίπτουν σ' αυτή την παράγραφο, της παραγράφου 2 (γ) του ίδιου άρθρου. Εν τούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 46, παράγραφος 1, η μέθοδος του συνυπολογισμού και του αναλογικού επιμερισμού, ως προς την οποία η παράγραφος 2 (γ) παίζει συμπληρωματικό ρόλο, δεν πρέπει να εφαρμοστεί κατά τρόπο που να μειώνει το ποσό της παροχής που ένα πρόσωπο δικαιούται να λάβει prima facie βάσει της νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy