ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 29ης Νοεμβρίου 1978 ( *1 )
Στην υπόθεση 21/78,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Kobenhavns Byret προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Knud Oluf Delkvist
και
Anklagemyndigheden (Εισαγγελικής αρχής) εκπροσωπούσης το Landsnaevnet for Omnibuskørsel (Εθνικό Οργανισμό Οδικής Μεταφοράς Επιβατών),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α της οδηγίας 74/562/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Νοεμβρίου 1974, περί προσβάσεως στο επάγγελμα του μεταφορέα επιβατών στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών (EE ειδ. έκδ. 07/001, σ. 236), και ιδίως του όρου «εχέγγυα αξιοπιστίας» που περιέχεται στο άρθρο αυτό,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, J. Mertens de Wilmars και Mackenzie Stuart, προέδρους τμήματος, Α. Μ. Dormer, P. Pescatore, Μ. Sørensen, Α. O'Keeffe, G. Bosco και Α. Touffait, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Η. Mayras
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 10ης Φεβρουαρίου 1978, που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 24 Φεβρουαρίου 1978, το Københavns Byret υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α της οδηγίας 74/562/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Νοεμβρίου 1974, περί προσβάσεως στο επάγγελμα του μεταφορέα επιβατών στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών (EE ειδ. έκδ. 07/001, σ. 236), και ιδίως του όρου «εχέγγυα αξιοπιστίας» που περιέχεται στο άρθρο αυτό.
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς σχετικής με την απόρριψη, στις 29 Δεκεμβρίου 1976, εκ μέρους της αρμόδιας δανικής αρχής της αίτησης οδικού μεταφορέα επιβατών (της τουριστικής κατηγορίας) για την ανανέωση της άδειάς του να διενεργεί μεταφορές.
3
Η άρνηση αυτή στηριζόταν στο γεγονός ότι, όπως προέκυπτε από το ποινικό μητρώο του, ο ενδιαφερόμενος είχε καταδικαστεί επανειλημμένα για κλοπή και κλοπή διαρρήξεως. Οι άδικες δε πράξεις που του προσάπτονταν ήταν τέτοιες που δικαιολογούσαν το φόβο ότι θα έκανε κατάχρηση της ιδιότητάς του ως οδικού μεταφορέα επιβατών.
4
Η αρμόδια δανική αρχή εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 78, παράγραφος 2, του Straffelov (δανικού ποινικού κώδικα), κατά τον οποίο η λόγω αξιοποίνων πράξεων απαγόρευση της άσκησης επαγγέλματος, για την οποία απαιτείται ειδική άδεια ή έγκριση δημόσιας αρχής, μπορεί να απαγγελθεί μόνο υπό την προϋπόθεση ότι οι άδικες πράξεις γεννούν δικαιολογημένα το φόβο ότι υφίσταται προφανής κίνδυνος ο καταδικασθείς να κάνει κατάχρηση της άσκησης του επαγγέλματος ή της θέσεως την οποία επιθυμεί να διατηρήσει ή να αναλάβει.
5
Για να εναρμονιστεί η νομοθεσία των κρατών μελών στον τομέα των μεταφορών, το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 12 Νοεμβρίου 1974, την οδηγία 74/562/ΕΟΚ, περί προσβάσεως στο επάγγελμα του μεταφορέα επιβατών στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών.
6
Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας ορίζει ότι:
«1. Τα φυσικά πρόσωπα ή οι επιχειρήσεις οι οποίες επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα επιβατών οφείλουν:
α)
να παρέχουν εχέγγυα αξιοπιστίας·
(…)
2. Μέχρι να επιτευχθεί συντονισμός, κάθε Κράτος μέλος καθορίζει τις προϋποθέσεις αξιοπιστίας τις οποίες πρέπει να πληροί ο αιτών και ενδεχομένως τα φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
(…)»
7
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, ορίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, κατόπιν διαβουλεύσεως με την Επιτροπή, να θέσουν σε εφαρμογή την οδηγία προ της 1ης Ιανουαρίου 1977.
8
Το Byret της Κοπεγχάγης υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
1)
Είναι η οδηγία του Συμβουλίου της 12ης Νοεμβρίου 1974 σύμφωνη με το δίκαιο και έγκυρη; Δεσμεύει απ' ευθείας τα δανικά δικαστήρια και εφαρμόζεται στις σχέσεις μεταξύ δανού πολίτη και δανικών δημοσίων αρχών;
2)
Έχει η εν λόγω οδηγία εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση;
3)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 2, μπορεί να θεωρηθεί ότι η οδηγία του Συμβουλίου της 12ης Νοεμβρίου 1974 τροποποίησε το άρθρο 78, παράγραφοι 2 και 3, του δανικού ποινικού κώδικα, έτσι ώστε να έπαυσε, εν όλω ή εν μέρει, να ισχύει η διάταξη αυτή - κατά την οποία η στέρηση των αστικών και των πολιτικών δικαιωμάτων μπορεί να απαγγελθεί μόνον αν η άδικη ή οι άδικες πράξεις γεννούν δικαιολογημένα το φόβο ότι υφίσταται προφανής κίνδυνος ο ενδιαφερόμενος να κάνει κατάχρηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας - να υποκαταστάθηκε δε ο κανόνας του άρθρου 78, παράγραφοι 2 και 3, του δανικού ποινικού κώδικα από τη διάταξη της οδηγίας του Συμβουλίου περί εχεγγύων αξιοπιστίας;
4)
α)
Εν όψει της αρνητικής του διατύπωσης - κατά την οποία ένα πρόσωπο δεν μπορεί να εκπέσει του δικαιώματος ασκήσεως επαγγέλματος, για το οποίο απαιτείται ειδική άδεια ή έγκριση δημόσιας αρχής, παρά μόνον αν η άδικη πράξη γεννά δικαιολογημένα το φόβο ότι υφίσταται προφανής κίνδυνος ο ενδιαφερόμενος να κάνει κατάχρηση του επαγγέλματός του ή της θέσεώς του - πληροί το άρθρο 78, παράγραφοι 2 και 3, την προϋπόθεση των «εχεγγύων αξιοπιστίας», την οποία τα κράτη μέλη οφείλουν, σύμφωνα με την οδηγία του Συμβουλίου, να απαιτούν για το σκοπό αυτό από τους πολίτες τους, εφόσον τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα, μέχρι να επιτευχθεί συντονισμός, να προσδιορίζουν το περιεχόμενο της έννοιας των εχεγγύων αξιοπιστίας;
β)
Εμπίπτει η υπό κρίση περίπτωση στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, έτσι ώστε ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος προ της 1ης Ιανουαρίου 1978 είχε την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα επιβατών εντός της Δανίας, να απαλλάσσεται από την υποχρέωση να αποδείξει ότι πληροί, μεταξύ άλλων, την προϋπόθεση του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α;
5)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 4 β, συνεπάγεται αυτό ότι το Byret μπορεί να κρίνει την υπόθεση χωρίς να λάβει υπόψη τους κανόνες της οδηγίας του Συμβουλίου της 12ης Νοεμβρίου 1974 ή μήπως η υποχρέωση που έχούν αναλάβει τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, να αφαιρούν την άδεια που είχαν χορηγήσει προηγουμένως, όταν παύουν να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχεία α, β και γ, σημαίνει ότι ο αιτών πρέπει εν πάση περιπτώσει να πληροί την προϋπόθεση των εχεγγύων αξιοπιστίας;
Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου ερωτήματος
9
Η οδηγία του Συμβουλίου εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 75 της Συνθήκης περί της εφαρμογής κοινής πολιτικής μεταφορών.
10
Ο στόχος που επιδιώκεται με την οδηγία, η καθιέρωση δηλαδή κοινών κανόνων για τις προϋποθέσεις ασκήσεως του επαγγέλματος του μεταφορέα επιβατών στον τομέα των εσωτερικών και διεθνών οδικών μεταφορών, για να εξασφαλιστεί άνοδος της επαγγελματικής στάθμης των μεταφορέων προς το συμφέρον των καταναλωτών, των μεταφορέων και της οικονομίας στο σύνολό της, είναι αναμφισβήτητα σύμφωνος με τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου 75.
11
Επομένως, στο πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση της οδηγίας δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να αμφισβητήσει το κύρος της.
Επί του τρίτου ερωτήματος και του πρώτου σκέλους του τετάρτου ερωτήματος
12
Το τρίτο ερώτημα και το πρώτο σκέλος του τετάρτου ερωτήματος πρέπει να εξεταστούν πριν ερευνηθούν τα υπόλοιπα.
13
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, μέχρι να επιτευχθεί συντονισμός, κάθε κράτος μέλος καθορίζει τις προϋποθέσεις αξιοπιστίας τις οποίες πρέπει να πληροί ο αιτών.
14
Η διάταξη αυτή αφήνει στα κράτη μέλη ευρέα περιθώρια εκτιμήσεως ως προς την προϋπόθεση της αξιοπιστίας που απαιτείται από τους υποψηφίους για την άσκηση του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα επιβατών.
15
Διάταξη εσωτερικού δικαίου, που ορίζει ότι σε περίπτωση ποινικής καταδίκης ο υποψήφιος μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν παρέχει εχέγγυα αξιοπιστίας αν οι άδικες πράξεις προκαλούν δικαιολογημένα το φόβο ότι υφίσταται προφανής κίνδυνος να κάνει κατάχρηση της ασκήσεως της επαγγελματικής του δραστηριότητας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει τα περιθώρια εκτιμήσεως που έχουν αφεθεί στα κράτη μέλη.
16
Στο τρίτο ερώτημα και στο πρώτο σκέλος του τετάρτου ερωτήματος πρέπει επομένως να δοθεί η απάντηση ότι μια νομοθετική διάταξη, όπως η διάταξη του άρθρου 78 του δανικού ποινικού κώδικα, πρέπει να θεωρηθεί ως διάταξη που έχει εγκύρως θεσπιστεί από το κράτος εντός των ορίων της οδηγίας.
Επί του δευτέρου σκέλους του τετάρτου ερωτήματος
17
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει ότι: «Τα φυσικά πρόσωπα και οι επιχειρήσεις που αποδεικνύουν ότι προ της 1ης Ιανουαρίου 1978 τους είχε επιτραπεί, βάσει της εθνικής νομοθεσίας Κράτους μέλους, να ασκούν το επάγγελμα του μεταφορέα επιβατών στον τομέα των εσωτερικών και/ή των διεθνών οδικών μεταφορών απαλλάσσονται από την υποχρέωση να αποδείξουν ότι πληρούν κατά περίπτωση τις προϋποθέσεις των διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 2.»
18
Το δεύτερο σκέλος του τετάρτου ερωτήματος θέτει το γενικότερο ζήτημα των αποτελεσμάτων οδηγίας που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 189 της Συνθήκης.
19
Όπως έχει ήδη κρίνει σχετικά το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων με την απόφασή του στην υπόθεση 51/76 (Nederlandse Ondernemingen, Sml. 1977, σ. 113), το γεγονός ότι, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 189, οι κανονισμοί ισχύουν άμεσα και, επομένως, ως εκ της φύσεως τους μπορούν να παράγουν άμεσα αποτελέσματα, δεν συνεπάγεται ότι άλλες κατηγορίες πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο αυτό δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να παραγάγουν ανάλογα αποτελέσματα.
20
Θα ήταν ασυμβίβαστο με τη δεσμευτική ενέργεια, την οποία το άρθρο 189 αναγνωρίζει στην οδηγία, να αποκλεισθεί κατ' αρχήν η δυνατότητα των ενδιαφερομένων να επικαλούνται υποχρέωση την οποία επιβάλλει η οδηγία.
21
Στις περιπτώσεις, ειδικότερα, που οι κοινοτικές αρχές υποχρεώνουν, με οδηγία, τα κράτη μέλη να ακολουθήσουν ορισμένη συμπεριφορά, θα εξασθένιζε η πρακτική αποτελεσματικότητα της εν λόγω πράξεως αν οι μεν πολίτες αδυνατούσαν να την επικαλεστούν ενώπιον των δικαστηρίων, τα δε εθνικά δικαστήρια αδυνατούσαν να τη λάβουν υπόψη ως στοιχείο του κοινοτικού δικαίου.
22
Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι, έστω και αν η εσωτερική νομοθεσία δεν περιέχει διάταξη ανάλογη με εκείνη του άρθρου 4 της οδηγίας, μια εθνική αρχή δεν μπορεί, υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 5 της οδηγίας, να απαιτήσει από υποψήφιο για την άσκηση του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα επιβατών, ο οποίος αποδεικνύει ότι προ της 1ης Ιανουαρίου 1978 είχε άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος αυτού, να αποδείξει ότι πληροί την προϋπόθεση της αξιοπιστίας.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
23
Πάντως, το άρθρο 5, παράγραφος 2, της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές να αφαιρούν την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα επιβατών όταν διαπιστώνουν ότι δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχεία α, β ή γ, προβλέποντας όμως, ενδεχομένως, εύλογη προθεσμία για την πρόσληψη αντικαταστάτου.
24
Επομένως, αν οι αρχές θεωρούν ότι οι ενδιαφερόμενοι έπαυσαν να πληρούν την προϋπόθεση της αξιοπιστίας, οφείλουν να αρνούνται την ανανέωση της αδείας διενεργείας μεταφορών, χωρίς όμως ο έλεγχος, όταν ασκείται για μεταφορείς που εμπίπτουν στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, να συνεπάγεται γι' αυτούς την υποχρέωση να προσκομίσουν ιδιαίτερες αποδείξεις.
25
Στο πέμπτο ερώτημα πρέπει, επομένως να δοθεί η απάντηση ότι ναι μεν όσοι είχαν λάβει προ της 1ης Ιανουαρίου 1978 άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα επιβατών απαλλάσσονται από την υποχρέωση να προσκομίσουν αυτοί οι ίδιοι αποδείξεις περί του ότι πληρούν την προϋπόθεση της αξιοπιστίας, την οποία τους επιβάλλει το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α, της οδηγίας, αλλά οι εθνικές αρχές παραμένουν, πάντως, αρμόδιες να ελέγχουν σε κάθε περίπτωση τη συνδρομή της εν λόγω προϋπόθεσης.
26
Οι δοθείσες απαντήσεις καθιστούν περιττή την απάντηση των λοιπών ερωτημάτων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Københavns Byret, με Διάταξη της 10ης Φεβρουαρίου 1978, αποφαίνεται:
1)
Από την εξέταση της οδηγίας 74/562/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Νοεμβρίου 1974, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να αμφισβητήσει το κύρος της.
2)
Μια νομοθετική διάταξη, όπως η διάταξη του άρθρου 78 του δανικού ποινικού κώδικα, πρέπει να θεωρηθεί ως διάταξη που έχει εγκύρως θεσπιστεί από το κράτος εντός των ορίων της οδηγίας.
3)
Όσοι είχαν λάβει προ της 1ης Ιανουαρίου 1978 άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα επιβατών απαλλάσσονται μεν από την υποχρέωση να προσκομίσουν αυτοί οι ίδιοι αποδείξεις περί του ότι πληρούν την προϋπόθεση της αξιοπιστίας, την οποία τους επιβάλλει το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α της οδηγίας, αλλά οι εθνικές αρχές παραμένουν, πάντως, αρμόδιες να ελέγχουν σε κάθε περίπτωση τη συνδρομή της εν λόγω προϋπόθεσης.
Kutscher
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Donner
Pescatore
Sørensen
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Νοεμβρίου 1978.
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.
Full & Egal Universal Law Academy