ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 13ης Μαρτίου 1979 ( *1 )
Στην υπόθεση 86/78,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal de grande instance de Lure προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
SA des grandes distilleries Peureux, με έδρα το Fougerolles (Haute-Saone),
και
Directeur des Services Fiscaux de la Haute-Saône et du territoire de Belfort, με έδρα το Vesoul,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7, 12, 34, 37 και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, J. Mertens de Wilmars και Mackenzie Stuart, προέδρους τμήματος, Μ. Sørensen, Α. O'Keeffe, G. Bosco και A. Touffait, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Η. Mayras
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 6ης Ιανουαρίου 1978, που περιήλθε στο Δικαστήριο την 28η Μαρτίου του ιδίου έτους, το Tribunal de grande instance de Lure, υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, προδικαστικό ερώτημα που αφορά την ερμηνεία του άρθρου 37 της Συνθήκης.
2
Το εν λόγω ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της προσφεύγουσας της κυρίας δίκης και της Γαλλικής Φορολογικής Αρχής και αναφέρεται στο αν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο η επιβολή από τη διοίκηση τέλους («soulte»), επί των αιθυλικών αλκοολών, το δικαίωμα διαθέσεως των οποίων αφήνεται στον παραγωγό, κατόπιν αιτήσεώς του, και οι οποίες έτσι απαλλάσσονται της υποχρεώσεως παραχωρήσεως στο κράτος.
3
Το εθνικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου η προσφεύγουσα άσκησε αγωγή για την επιστροφή τελών τα οποία θεωρούσε ότι της είχαν ζητηθεί παρανόμως να καταβάλει, υπέβαλε το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Συμβιβάζεται από την 1η Ιανουαρίου 1975 ή κάποια μεταγενέστερη ημερομηνία, η ύπαρξη μονοπωλίου υπέρ του γαλλικού κράτους για την παρασκευή ορισμένων αποσταγμάτων όπως το απόσταγμα αχλαδιού Williams, το οποίο συνεπάγεται την υπέρ του κράτους είσπραξη ορισμένου ποσού επί της τιμής του προϊόντος όταν η διάθεση των εν λόγω αποσταγμάτων αφήνεται στους παραγωγούς, προς τις διατάξεις του άρθρου 37 της Συνθήκης της Ρώμης οι οποίες απαγορεύουν οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών της ΕΟΚ ως προς τη διενέργεια εισαγωγών και εξαγωγών;»
4
Τόσο από τις σκέψεις που περιέχονται στην απόφαση του εθνικού δικαστηρίου όσο και από τη διατύπωση του υποβληθέντος ερωτήματος φαίνεται ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου και ιδίως του άρθρου 37 της Συνθήκης ζητείται προκειμένου να επιτρέψει στο εν λόγω δικαστήριο να αποφανθεί περί του αν συμβιβάζονται προς την εν λόγω διάταξη ορισμένα ειδικά χαρακτηριστικά του γαλλικού μονοπωλίου των αιθυλικών αλκοολών.
5
Το εθνικό δικαστήριο διακρίνει σχετικά μεταξύ δύο διαδοχικών περιόδων, εκ των οποίων η μία αναφέρεται στο καθεστώς που ίσχυε για τις αλκοόλες μετά την τροποποίησή του από το Διάταγμα 74-91 της 6ης Φεβρουαρίου 1974 (JORF της 8ης Φεβρουαρίου 1974, σ. 1476) και μέχρι την τροποποίησή του από το Διάταγμα 77-842 της 25ης Ιουλίου 1977 (JORF της 27ης Ιουλίου 1977, σ. 3928), και η δεύτερη αναφέρεται στο ίδιο καθεστώς όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το δεύτερο από τα προαναφερθέντα Διατάγματα.
6
Αν και φαίνεται ότι αντικείμενο της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφοράς είναι μόνο τα ποσά του τέλους («soulte») που καταβλήθηκαν πριν από τη θέση σε ισχύ του Διατάγματος της 25ης Ιουλίου 1977, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, δυνάμει της κατανομής των αρμοδιοτήτων στην οποία βασίζεται το άρθρο 177 της Συνθήκης, να κρίνει κατά πόσο η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως και, επομένως, θα δοθεί απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα εν όψει των καταστάσεων που αντιστοιχούν και στις δύο προαναφερόμενες περιόδους.
α) Όσον αφορά την περίοδο που μεσολαβεί μεταξύ της θέσεως σε ισχύ του Διατάγματος 74-91 της 6ης Φεβρουαρίου 1974 και της θέσεως σε ισχύ του Διατάγματος 77-842 της 25ης Ιουλίου 1977
7
Κατά την υπό κρίση περίοδο, το κρατικό μονοπώλιο των αιθυλικών αλκοολών διεπόταν, ουσιαστικά, από τις Διατάξεις του πρώτου βιβλίου, μέρος πρώτο, τίτλος III (έμμεσοι φόροι και κρατικά μονοπώλια δημοσιονομικού χαρακτήρα), κεφάλαιο I, τμήμα I, στοιχείο Β (οικονομικό καθεστώς) του Γενικού Φορολογικού Κώδικα και από το παράρτημα II του ιδίου Κώδικα.
8
Κατά τα άρθρα 358 και επόμενα του Γενικού Φορολογικού Κώδικα, το μονοπώλιο συνεπάγεται υποχρέωση των παραγωγών αιθυλικών αλκοολών που έχουν εγκατάσταση στη Γαλλία και σε κάθε περίπτωση στη μητροπολιτική Γαλλία, να διαθέτουν την παραγωγή τους αιθυλικής αλκοόλης στο κράτος εκτός από ορισμένες αλκοόλες που ρητώς απαριθμούνται από το εν λόγω άρθρο 358.
9
Ο όγκος της παραγωγής αυτής καθορίζεται με ετησίως οριζόμενες ποσοστώσεις οι οποίες κατανέμονται από τον αρμόδιο υπουργό μεταξύ των βιομηχανιών παραγωγής, ανάλογα με τις τεχνικές δυνατότητες της καθεμιάς.
10
Σ' αυτή την υποχρέωση παραδόσεως αντιστοιχεί η υποχρέωση του μονοπωλίου να αγοράζει τις εν λόγω αλκοόλες σε τιμές περιοδικώς καθοριζόμενες με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών.
11
Οι αλκοόλες που αγοράζονται από το κράτος μεταπωλούνται απ' αυτό για κάθε χρήση σε τιμές που επίσης καθορίζονται επίσης επίσημα.
12
Ωστόσο, δυνάμει του άρθρου 269 του παραρτήματος II του Γενικού Φορολογικού Κώδικα (διάταξη που θέσπισε το Διάταγμα της 6ης Φεβρουαρίου 1974), ο Οργανισμός αλκοολών μπορεί να παραχωρήσει στους παραγωγούς, κατόπιν αιτήσεώς τους, το δικαίωμα ελεύθερης διαθέσεως ορισμένων αλκοολών, επί των οποίων κατ' αρχήν ισχύει το κρατικό μονοπώλιο, έναντι καταβολής ορισμένου τέλους («soulte»).
13
Έτσι, κατά την εποχή που ενδιαφέρει εν προκειμένω, μπορούσε να γίνει διάκριση μεταξύ τριών κατηγοριών αιθυλικών αλκοολών εγχωρίας παραγωγής, δηλαδή στις ελεύθερες αλκοόλες — αυτές δηλαδή που δεν υπάγονταν στο μονοπώλιο—, στις αλκοόλες επί των οποίων είχε αποκλειστικό δικαίωμα το μονοπώλιο το οποίο και τις αγόραζε, και στις απελευθερωμένες αλκοόλες, δηλαδή αυτές που κατ' αρχήν υπάγονταν στο μονοπώλιο, αλλά αφήνονταν στην ελεύθερη διάθεση των παραγωγών οπότε και επιβαρύνονταν με την καταβολή του τέλους («soulte»).
14
Κατά το άρθρο 385 του Γενικού Φορολογικού Κώδικα, η εισαγωγή αλκοολών που προέρχονται από το εξωτερικό αποτελεί αποκλειστικό δικαίωμα του κράτους.
15
Ωστόσο, όσον αφορά τις χρησιμοποιήσιμες ή καταναλώσιμες ως έχουν αιθυλικές αλκοόλες και τα οινοπνευματώδη αποστάγματα και ποτά που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, καταργήθηκε το κρατικό αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής ιδίως με το Διάταγμα 74-91 της 6ης Φεβρουαρίου 1974 το οποίο εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαρρυθμίσεως του μονοπωλίου εις εκτέλεση του άρθρου 37 της Συνθήκης, με αποτέλεσμα, από της θέσεως σε ισχύ του εν λόγω Διατάγματος, οι αλκοόλες αυτές και τα αλκοολούχα αποστάγματα και ποτά να μπορούν να εισάγονται από τα άλλα κράτη μέλη και να αποτελούν αντικείμενο ελεύθερης εμπορίας στη Γαλλία.
16
Οι εισαγόμενες χρησιμοποιήσιμες ή καταναλώσιμες ως έχουν αλκοόλες επιβαρύνονταν, δυνάμει του άρθρου 273 του παραρτήματος II, με έναν «πρόσθετο αντισταθμιστικό φόρο», ο τρόπος υπολογισμού του οποίου προσομοίαζε στον τρόπο υπολογισμού της επιβαρύνσεως («soulte») που επιβαλλόταν στις αποδεσμευμένες εγχώριες αλκοόλες.
17
Όμως, κατά το άρθρο 275 του ιδίου παραρτήματος «τα προς πόση προϊόντα που περιέχουν αιθυλική αλκοόλη» τα προερχόμενα από άλλα κράτη μέλη απαλλάσσονταν του «πρόσθετου αντισταθμιστικού φόρου», υπέκειντο όμως σε «αντι σταθμιστικό φόρο» όταν η ελάχιστη τιμή πωλήσεως της ουδέτερης προς πόση αλκοόλης στη χώρα παραγωγής ήταν κατώτερη της τιμής πωλήσεως που ίσχυε στη Γαλλία για αλκοόλη προοριζόμενη για την αυτή χρήση.
18
Ωστόσο, κατά το αυτό άρθρο 275, οι εισαγόμενες από άλλα κράτη μέλη αιθυλικές αλκοόλες απαλλάσσονταν του εν λόγω «αντισταθμιστικού φόρου», εφόσον επρόκειτο για αλκοόλες του αυτού ακριβώς είδους με εκείνες οι οποίες, όταν είναι εγχώριας παραγωγής, δεν υπάγονται στο μονοπώλιο (ελεύθερες αλκοόλες).
19
Από τα προηγηθέντα κείμενα προκύπτει κάτι που άλλωστε δεν αμφισβητείται, ότι δηλαδή ο «αντισταθμιστικός φόρος» επί των προς πόση αλκοολών που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, σκοπό, και εν πάση περιπτώσει αποτέλεσμα έχει να μην επιτρέπει την εμπορία των εν λόγω αλκοολών στη Γαλλία, όταν αυτές είναι της ιδίας φύσεως με τις εγχώριες αλκοόλες που υπάγονται στο μονοπώλιο, σε τιμή κατώτερη της ελαχίστης τιμής πωλήσεως που ορίζεται από το μονοπώλιο και ισχύει για τις αλκοόλες που αυτό διαθέτει στην αγορά.
β) Όσον αφορά τη μετά τη θέση σε ισχύ του Διατάγματος 77-842 της 25ης Ιουλίου 1977 περίοδο
20
Κατόπιν, ιδίως, των αποφάσεων που εκδόθηκαν από το Δικαστήριο στις 17 Φεβρουαρίου 1976 (υπόθεση 45/75, Rewe, Recueil 1076, σ. 181, και υπόθεση 91/75, Miritz, Recueil 1976, σ. 217) και αφορούσαν ορισμένες ιδιαιτερότητες του γερμανικού μονοπωλίου των αλκοολών, η Επιτροπή θεώρησε ότι ο «αντισταθμιστικός φόρος» που περιγράφεται ανωτέρω δεν συμβιβαζόταν προς την υποχρέωση που γεννά το άρθρο 37 της Συνθήκης για διαρρύθμιση των κρατικών μονοπωλίων εμπορικού χαρακτήρα κατά τρόπο ώστε, με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, να αποκλείεται, ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών.
21
Κατά το διατακτικό της αποφάσεως στην υπόθεση 91/75 (Miritz, που προαναφέρθηκε), το άρθρο 37 δεν επιτρέπει, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, την εκ μέρους κράτους μέλους επιβολή φορολογικής επιβαρύνσεως που να πλήττει μόνο το προϊόν που εισάγεται από άλλο κράτος μέλος, προκειμένου να αντισταθμιστεί η διαφορά μεταξύ της τιμής πωλήσεως του προϊόντος στη χώρα προελεύσεως και της υψηλότερης τιμής που καταβάλλεται από το κρατικό μονοπώλιο στους ημεδαπούς παραγωγούς του αντιστοίχου εγχωρίου προϊόντος.
22
Μετά από την ανταλλαγή απόψεων μεταξύ της Επιτροπής και της Γαλλικής Κυβερνήσεως, η τελευταία εξέδωσε το Διάταγμα 77-842 της 25ης Ιουλίου 1977 το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 29 Ιουλίου 1977.
23
Κατά το άρθρο 3 του εν λόγω Διατάγματος, καταργείται το άρθρο 275 του παραρτήματος II του Code général des impôts, το οποίο αφορά την επιβολή «αντισταθμιστικού φόρου» επί ορισμένων αλκοολών προερχομένων από άλλα κράτη μέλη.
24
Κατά το άρθρο 2 του Διατάγματος, χρησιμοποιήσιμα ή καταναλώσιμα ως έχουν προϊόντα που περιέχουν αιθυλική αλκοόλη και εισάγονται από άλλα κράτη μέλη απαλλάσσονται επίσης από τον «συμπληρωματικό αντισταθμιστικό φόρο» που προβλέπεται από το άρθρο 273 του παραρτήματος II.
25
Αντίθετα, δυνάμει του άρθρου 1 του Διατάγματος, οι εισαγόμενες από άλλα κράτη μέλη αιθυλικές αλκοόλες, απολύτως όμοιες με τις αιθυλικές αλκοόλες που πρέπει υποχρεωτικά να διατίθενται στο μονοπώλιο όταν είναι εγχώριας παραγωγής, υποβάλλονται κατά τη στιγμή εισαγωγής τους στο ίδιο τέλος («soulte»), με αυτό που πλήττει τις εγχώριες αιθυλικές αλκοόλες οι οποίες έχουν ελευθερωθεί της υποχρεώσεως διαθέσεως στο μονοπώλιο.
26
Η απάντηση στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου θα πρέπει να δοθεί αφού ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες αυτές της οικείας εθνικής νομοθεσίας.
27
Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, η ενάγουσα της κυρίας δίκης προβάλλει τις εξής αιτιάσεις:
α)
όσον αφορά την περίοδο μεταξύ της θέσεως σε ισχύ του Διατάγματος 74-91 της 6ης Φεβρουαρίου 1974 και της θέσεως σε ισχύ του Διατάγματος 77-842 της 25ης Ιουλίου 1977
ότι της επιβλήθηκε η υποχρέωση, όσον αφορά τις αλκοόλες που παράγει, να καταβάλει ορισμένο ποσό τέλους («soulte») για τις αλκοόλες ως προς τις οποίες, κατόπιν αιτήσεώς της, απηλλάγη της υποχρεώσεως διαθέσεως στο μονοπώλιο, ενώ στα ομοειδή εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα δεν επιβαλλόταν παρόμοια φορολογική επιβάρυνση, ή, εν πάση περιπτώσει, δεν επιβαλλόταν σ' αυτά παρά μία επιβάρυνση — εν προκειμένω ο «αντισταθμιστικός φόρος» — που δεν συμβιβαζόταν προς τη Συνθήκη και, κατά συνέπεια, δεν οφειλόταν, γεγονός που δημιούργησε κατάσταση την οποία η προσφεύγουσα θεωρεί αντίθετη προς την απαγόρευση διακρίσεων στην οποία αναφέρεται στο άρθρο 37 της Συνθήκης.
β)
όσον αφορά τη μετά τη θέση σε ισχύ του Διατάγματος της 25ης Ιουλίου 1977 περίοδο
ότι της επιβάλλεται η υποχρέωση να καταβάλει ορισμένο ποσό επιβαρύνσεως («soulte») επί των «απελευθερωμένων» αλκοολών που παράγει, ενώ η επι βάρυνση αυτή δεν επιβάλλεται στις ομοειδείς αλκοόλες που παράγονται σε άλλο κράτος μέλος, με αποτέλεσμα να υφίσταται εις βάρος των προϊόντων της προσφεύγουσας διάκριση στις αγορές των άλλων κρατών μελών όπου εξάγει τα εν λόγω προϊόντα.
28
Εν όψει των σκέψεων που προηγήθηκαν, το υποβληθέν ερώτημα αφορά, κατ' ουσίαν, το αν:
α)
το άρθρο 37, παράγραφος 1, καθόσον υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διαρρυθμίζουν τα μονοπώλιά τους εμπορικού χαρακτήρα κατά τρόπο ώστε, με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, να αποκλείεται, οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών, απαγορεύει να επιβάλλονται στα εγχώρια προϊόντα που υπάγονται σε μονοπώλιο φορολογικές επιβαρύνσεις οι οποίες δεν βαρύνουν ή βαρύνουν σε μικρότερο βαθμό τα ομοειδή προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη,
β)
το αυτό άρθρο 37, παράγραφος 1, απαγορεύει να επιβάλλονται στα εγχώρια προϊόντα που υπάγονται στο μονοπώλιο επιβαρύνσεις ή φόροι ανώτεροι εκείνων που βαρύνουν το ομοειδές προϊόν σε άλλο κράτος μέλος, όταν το εγχώριο προϊόν προορίζεται για εξαγωγή προς το εν λόγω άλλο κράτος μέλος.
Επί του πρώτου σκέλους του υποβληθέντος ερωτήματος
29
Η σχέση που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των εσωτερικών φόρων που βαρύνουν τα εγχώρια προϊόντα και εκείνων που βαρύνουν τα προϊόντα που εισάγονται από τα άλλα κράτη μέλη διέπεται από το άρθρο 95 της Συνθήκης, κατά το οποίο κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει άμεσα ή έμμεσα στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανωτέρους από εκείνους που επιβαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εγχώρια προϊόντα.
30
Το άρθρο 37, παράγραφος 1, απαγορεύοντας, κατά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, αναφέρεται όχι μόνο στους ποσοτικούς περιορισμούς και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος αλλά, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 17ης Φεβρουαρίου 1976 (υπόθεση 45/75, Rewe, που προαναφέρθηκε), και τους φόρους «που θα γεννούσαν, εις βάρος των εισαγομένων προϊόντων, διακρίσεις σε σχέση με τα εγχώρια προϊόντα τα οποία υπάγονται στο μονοπώλιο».
31
Ετσι, με τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, το άρθρο 37, παράγραφος 1, δεν επιτρέπει πλέον παρεκκλίσεις από την απαγόρευση του άρθρου 95, το οποίο εφαρμόζεται πλήρως όσον αφορά τη φορολογική επιβάρυνση των εισαγομένων προϊόντων σε σχέση με τα εγχώρια προϊόντα, ανεξάρτητα από το αν τα τελευταία υπάγονται ή όχι σε μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα.
32
Ενώ το άρθρο 95 απαγορεύει σε οποιοδήποτε κράτος μέλος να φορολογεί τα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα βαρύτερα από τα εγχώρια προϊόντα, δεν απαγορεύει στα εν λόγω κράτη να φορολογούν τα εγχώρια προϊόντα βαρύτερα από τα εισαγόμενα.
33
Διαφορές τέτοιας φύσεως δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 95, αλλά είναι αποτέλεσμα των ιδιομορφιών των εθνικών νομοθεσιών που δεν έχουν εναρμονισθεί σε τομείς οι οποίοι εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
34
Και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι το άρθρο 37 απαγορεύει όχι μόνο τη δυσμενή μεταχείριση των εισαγομένων προϊόντων σε σχέση με τα εγχώρια προϊόντα που υπάγονται στο μονοπώλιο, αλλά και τη δυσμενή μεταχείριση των τελευταίων σε σχέση με τα εισαγόμενα προϊόντα, αυτό δεν θα συνεπαγόταν απαγόρευση προς τα κράτη μέλη να φορολογούν βαρύτερα εγχώρια προϊόντα, υπαγόμενα ή μη σε μονοπώλιο απ' ό, τι τα ομοειδή εισαγόμενα προϊόντα.
35
Οι κανόνες τους οποίους θεσπίζει το άρθρο 37 στην πραγματικότητα δεν αφορούν παρά τις δραστηριότητες που συνδέονται ουσιαστικά προς την άσκηση της ειδικής λειτουργίας του οικείου μονοπωλίου, δεν ασκούν όμως επιρροή όσον αφορά εθνικές διατάξεις ξένες προς την άσκηση της εν λόγω ειδικής λειτουργίας.
36
Το γεγονός ότι ορισμένα προϊόντα επιβαρύνονται ή όχι με εσωτερικό φόρο αναλόγως του αν υπάγονται ή όχι στο μονοπώλιο ή αναλόγως του αν είναι ή όχι δυνατόν να απαλλαγούν της υποχρεώσεως διαθέσεως, δεν αποτελεί στοιχείο από το οποίο εξαρτάται η πραγματοποίηση της ειδικής λειτουργίας του μονοπωλίου.
37
Κατά συνέπεια, η σχέση μεταξύ ενός τέτοιου φόρου και αυτού ο οποίος βαρύνει ομοειδή εισαγόμενα προϊόντα τα οποία επίσης δεν υπάγονται στο μονοπώλιο διέπεται από το άρθρο 95 και όχι από το άρθρο 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης, όποιο και αν είναι το μάλλον εκτεταμένο/ευρύ περιεχόμενο του τελευταίου.
38
Επομένως, στο πρώτο σκέλος του υποβληθέντος ερωτήματος θα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ούτε το άρθρο 95 ούτε το άρθρο 37 της Συνθήκης αντίκεινται στο να επιβάλει ένα κράτος μέλος σε κάποιο εγχώριο προϊόν — ιδίως σε ορισμένα αποστάγματα — ανεξαρτήτως του αν το εν λόγω προϊόν υπόκειται ή όχι σε μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα, εσωτερικούς φόρους οιασδήποτε φύσεως, ανώτερους εκείνων που βαρύνουν τα ομοειδή προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη.
Επί του δευτέρου σκέλους του υποβληθέντος ερωτήματος
39
Αν, όπως προκύπτει από την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο σκέλος του υποβληθέντος ερωτήματος, παρέχεται σε ένα κράτος μέλος η ευχέρεια να επιβάλλει σε ένα εγχώριο προϊόν εσωτερικούς φόρους ανώτερους εκείνων τους οποίους επιβάλλει στο ομοειδές εισαγόμενο προϊόν, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για εγχώριο προϊόν υπαγόμενο στο εν λόγω κράτος μέλος σε μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα ή όχι, κατά μείζονα λόγο του παρέχεται η ευχέρεια να επιβάλλει σε ένα εγχώριο προϊόν εσωτερικούς φόρους ανώτερους εκείνων οι οποίοι βαρύνουν το ομοειδές προϊόν σε άλλο κράτος μέλος.
40
Διαφορές τέτοιας φύσεως απορρέουν από τη φορολογική εξουσία των κρατών μελών και δεν διέπονται ούτε από το άρθρο 95 ούτε από το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
(Παραλείπεται)
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του προδικαστικού ερωτήματος που του υπέβαλε το Tribunal de grande instance de Lure, με Διάταξη της 6ης Ιανουαρίου 1978, αποφαίνεται:
Ούτε το άρθρο 37, ούτε το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ αντίκεινται στο να επιβάλλει ένα κράτος μέλος σε κάποιο εγχώριο προϊόν — ιδίως σε ορισμένα αποστάγματα — ανεξαρτήτως του αν το εν λόγω προϊόν υπόκειται ή όχι σε μονοπώλιο εμπορικού χαρακτήρα, εσωτερικούς φόρους ανώτερους εκείνων που βαρύνουν τα ομοειδή προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη.
Kutscher
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Sørensen
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 13 Μαρτίου 1979.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Μαρτίου 1979.
Kutscher
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Sørensen
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy