ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 28ης Μαρτίου 1979 ( *1 )
Στην υπόθεση 90/78,
Granaria BV, Rotterdam, εκπροσωπούμενη από τους Β. Η. ter Kuile και F.O.W. Vogelaar, δικηγόρους Χάγης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Jacques Loesch, 2, rue Goethe,
προσφεύγουσα,
κατά
1)
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένου από τον D. Vignes, διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας, συνεπικουρούμενο από τον Α. Brautigam, μέλος της εν λόγω υπηρεσίας, με αντίκλητο το J. Ν. Van den Houten, διευθυντή της Νομικής Υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στο Λουξεμβούργο, 2, place de Metz,
2)
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τον Η. Bronkhorst, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το νομικό της σύμβουλο Μ. Cervino, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθών,
που έχει ως αντικείμενο διαδικασία βάσει των άρθρων 175 και 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, προεδρεύοντος, Mackenzie Stuart, προέδρου τμήματος, Α. Μ. Donner, P. Pescatore, Μ. Sørensen, Α. O'Keeffe και G. Bosco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. Capotorti
γραμματέας: A . van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με προσφυγή που άσκησε στις 3 Απριλίου 1978 κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η ολλανδική εταιρία Granaria BV, στο εξής «Granaria», ζητεί από το Δικαστήριο, αφενός να διαπιστώσει, βάσει του άρθρου 175 της Συνθήκης ΕΟΚ, ότι τα δύο κοινοτικά όργανα, από κοινού ή χωριστά, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν, παραλείποντας να απευθύνουν στη Granaria την πράξη την οποία είχε ζητήσει και, αφετέρου, βάσει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, να υποχρεώσει την Κοινότητα να την αποζημιώσει για τη ζημία που της προκάλεσαν τα καθών κοινοτικά όργανα.
2
Αιτία των αιτημάτων αυτών είναι το γεγονός ότι, την 1η Αυγούστου 1974, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1125/74 της 29ης Απριλίου 1974, ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 120/67 περί κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα των σιτηρών (ΡΒ L 128, σ. 12), η χορήγηση επιστροφών λόγω παραγωγής Quellmehl, τις οποίες εισέπραττε η Granaria από τότε που άρχισε την παραγωγή του το 1972, έληξε και δεν επανελήφθη παρά μόνο όσον αφορά την παρασκευή Quellmehl προοριζόμενου για την αρτοποιία με τον κανονισμό 1127/78 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 1978, που τροποποίησε τον κανονισμό 2742/75 περί των επιστροφών κατά την παραγωγή στον τομέα των σιτηρών και του ρυζιού (ΡΒ L 142, σ. 24).
Προς υποστήριξη των αιτημάτων της, η Granaria επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 1977 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 117/76, Ruckdeschel κατά Hauptzollamt Hamburg-St. Annen, και 16/77, Diamalt κατά Hauptzollamt Itzehoe (Jurispr. σ. 1753), με την οποία έγινε δεκτό ότι οι επίδικες κανονιστικές διατάξεις ήταν ασυμβίβαστες με την αρχή της ισότητας, καθόσον συνεπάγονταν διαφορετική μεταχείριση μεταξύ του Quellmehl και του διογκωμένου αμύλου όσον αφορά τις επιστροφές λόγω παραγωγής για το καλαμπόκι που χρησιμοποιείται στην παραγωγή αυτών των δύο προϊόντων.
3
Στο σύνολο της η προσφυγή αποσκοπεί στην ουσία στο να επιτύχει την αποκατάσταση της ζημίας την οποία η Granaria ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω του ότι απερρίφθη το αίτημά της για καταβολή των επιστροφών.
Επομένως πρέπει να εξεταστεί καταρχάς το αίτημα βάσει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής, στο μέτρο που στηρίζεται, ως αγωγή αποζημιώσεως στα άρθρα 178 και 215, δεύτερη παράγραφος
4
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή προέβαλαν ένσταση απαραδέκτου, υποστηρίζοντας ότι η αγωγή αποζημιώσεως δεν ανταποκρίνεται προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 38, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, καθόσον δεν προσδιορίζει ούτε το χαρακτήρα, ούτε την έκταση της προβαλλομένης ζημίας, ούτε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ των πράξεων της Κοινότητας και της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη η προσφεύγουσα.
5
Είναι γεγονός ότι στο δικόγραφο η Granaria περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι υπέστη χρηματική ζημία εξαιτίας της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως, επιφυλασσόμενη να διευκρινίσει αργότερα την έκτασή της.
Γενικά, ένα τόσο περιορισμένο δικόγραφο, βάσει του άρθρου 178 της Συνθήκης, δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του κανονισμού διαδικασίας όσον αφορά τον προσδιορισμό του αντικειμένου της διαφοράς και των προβαλλομένων ισχυρισμών.
6
Εντούτοις, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, ο ατελής χαρακτήρας του δικογράφου δεν καθιστά κατ' ανάγκη απαράδεκτη την αγωγή.
Πράγματι, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αγωγής αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 178 της Συνθήκης και όταν το νομικό έρεισμα για την ευθύνη της Κοινότητας αμφισβητείται, σκέψεις σχετικές με την οικονομία της δίκης έχουν συχνά οδηγήσει το Δικαστήριο να κρίνει, σ' ένα πρώτο στάδιο της διαδικασίας, επί του ζητήματος αν η συμπεριφορά των κοινοτικών οργάνων είναι ικανή να στοιχειοθετήσει ευθύνη της Κοινότητας, επιφυλασσόμενο να εξετάσει τα σχετικά με τον αιτιώδη σύνδεσμο ζητήματα καθώς και με τη φύση και το περιεχόμενο της ζημίας, σε μεταγενέστερο ενδεχομένως στάδιο.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το πρόβλημα του νομικού ερείσματος προσφέρεται ιδιαίτερα για να λυθεί χωριστά, σύμφωνα με αυτή την πρακτική, έτσι ώστε το δικόγραφο να κριθεί επαρκές και, συνεπώς, η αγωγή παραδεκτή.
Επί της ουσίας της αγωγής, καθόσον στηρίζεται στο άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος
7
Η Granaria υποστηρίζει ότι η Κοινότητα ευθύνεται λόγω του ότι η κατάργηση των επιστροφών λόγω παραγωγής Quellmehl δημιούργησε μιαν έννομη κατάσταση την οποία το Δικαστήριο είχε κηρύξει παράνομη, με την απόφασή του της 19ης Οκτωβρίου 1977, λόγω παραβιάσεως της αρχής της ισότητας.
8
Ναι μεν το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση, αποφάνθηκε ότι οι εν λόγω κανονιστικές διατάξεις ήταν ασυμβίβαστες προς την αρχή της ισότητας, στο μέτρο που συνεπάγονταν διαφορετική μεταχείριση μεταξύ του Quellmehl και του διογκωμένου αμύλου, εντούτοις από το σκεπτικό της αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή η διαπίστωση βασιζόταν στα στοιχεία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο κατά τη διαδικασία.
Σχετικά το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το Quellmehl ανταγωνιζόταν από πολύ καιρό το άμυλο λόγω της δυνατότητας υποκαταστάσεως αυτού του τελευταίου προϊόντος για ορισμένες ειδικές χρήσεις στον τομέα της διατροφής.
9
Λαμβάνοντας υπόψη τους σχετικούς ισχυρισμούς του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ότι το Quellmehl παρεξέκλινε από τον ειδικό προορισμό του για διατροφή και επωλείτο ως ζωοτροφή, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι πράγματι διαπιστωνόταν τέτοια χρησιμοποίηση, το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την κατάργηση της επιστροφής παρά μόνο για τις ποσότητες που χρησιμοποιούνταν έτσι και όχι για τις ποσότητες του προϊόντος οι οποίες χρησιμοποιούνταν για διατροφή.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχή της ισότητας παραβιάστηκε επί ζημία των παραγωγών Quellmehl μόνο καθόσον το προϊόν χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς, οι οποίοι συνδέονται παραδοσιακά με τη διατροφή.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, οι διάδικοι δεν προσκόμισαν κανένα νέο στοιχείο που να μπορεί να αλλάξει αυτή την κρίση.
10
Τα κοινοτικά όργανα που είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή του συστήματος των επιστροφών λόγω παραγωγής στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αγοράς μπορούν νόμιμα να απαιτήσουν από εκείνον που ζητεί την καταβολή επιστροφών να αποδείξει ότι το προϊόν χρησιμοποιείται για τους σκοπούς τους οποίους αφορά αυτό το σύστημα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Granaria δεν προσκόμισε τέτοια απόδειξη, ούτε για την περίοδο κατά την οποία δεν προβλεπόταν καμία επιστροφή λόγω παραγωγής του Quellmehl από την ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση, ούτε για την περίοδο μετά την επαναφορά των επιστροφών λόγω παραγωγής του Quellmehl που προορίζεται για την αρτοποιία.
11
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η Κοινότητα δεν ευθύνεται έναντι της Granaria και ότι, συνεπώς, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, καθόσον στηρίζεται στο άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής στο μέτρο που στηρίζεται στο άρθρο 175 της Συνθήκης
12
Η προσφυγή της Granaria βάσει του άρθρου 175 της Συνθήκης ζητεί να διαπιστωθεί ότι τα καθών κοινοτικά όργανα παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους, μη ενεργώντας κατόπιν της προσκλήσεως της Granaria με την οποία τους ζητούσε να καταβάλουν τις αιτούμενες επιστροφές, και να αναγνωριστεί η ευθύνη τους για τη ζημία που προκάλεσε η συμπεριφορά τους.
13
Κατά το άρθρο 175, τρίτη παράγραφος, καθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, υπό τις προϋποθέσεις της πρώτης και της δεύτερης παραγράφου του ίδιου άρθρου, μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο κατά του Συμβουλίου ή της Επιτροπής που, κατά παράβαση της Συνθήκης «παρέλειψε να του απευθύνει πράξη εκτός συστάσεως ή γνώμης».
14
Το μόνο έννομο μέσο που θα μπορούσε να ικανοποιήσει το αίτημα που υποβλήθηκε στα δύο κοινοτικά όργανα θα ήταν, στην προκείμενη περίπτωση, ένας κανονισμός ο οποίος θα θέσπιζε την επαναφορά των επιστροφών λόγω παραγωγής, του Quellmehl και θα καθόριζε τον τρόπο αποκαταστάσεως των ζημιών που ενδεχομένως προκάλεσε η κατάργησή τους.
Μια τέτοια διάταξη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε από τον τύπο ούτε από τη φύση της ως πράξη, η οποία θα μπορούσε να απευθυνθεί στην προσφεύγουσα, υπό την έννοια του άρθρου 175, τρίτη παράγραφος.
15
Επομένως η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, στο μέτρο που στηρίζεται στο άρθρο 175 της Συνθήκης.
(Τα δικαστικά έξοδα παραλείπονται)
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
Απορρίπτει την προσφυγή.
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Donner
Pescatore
Sørensen
O'Keeffe
Bosco
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 28 Μαρτίου 1979.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Μαρτίου 1979.
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Donner
Pescatore
Sørensen
O'Keeffe
Bosco
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο προεδρεύων
Mertens de Wilmars
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy