ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 21ης Φεβρουαρίου 1979 ( *1 )
Στην υπόθεση 113/78,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του College van Beroep voor het Bedrijfsleven προς το Δικαστήριο, κατ'εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Ν. G. J. Schouten BV, με έδρα το Giessen,
και
Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 1 του κανονισμού 120/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΡΒ της 19ης Ιουνίου 1967, σ. 2269),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους Α. J. Mackenzie Stuart, πρόεδρο τμήματος, P. Pescatore και Α. Touffait, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 2ας Μαΐου 1978 το College van Beroep voor het Bedrijfsleven υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 1 του κανονισμού 120/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (ΡΒ. της 19ης Ιουνίου 1967, σ. 2269). Κατά τη διάταξη αυτή, η προς είσπραξη εισφορά «είναι η εισφορά που ισχύει την ημέρα εισαγωγής».
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς σχετικά με εισφορά που επεβλήθη σε ένα φορτίο αραβοσίτου και ένα φορτίο πλακούντων από άλευρο γλουτένης αραβοσίτου, τα οποία προήρχοντο από τις Ηνωμένες Πολιτείες και εισήχθησαν από το λιμένα του Ρόττερνταμ με πλοίο που είχε ναυλώσει η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη.
3
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, το πλοίο αυτό, για το οποίο είχε κρατηθεί τόπος προσδέσεως στην αποβάθρα 3 του Europoort του Ρόττερνταμ, βρισκόταν στις 28 Φεβρουαρίου 1975 στο χώρο του λιμένα του Ρόττερνταμ και περίμενε τον απόπλου άλλου πλοίου από τον προβλεφθέντα τόπο προσδέσεως που είχε επανειλημμένα αναβληθεί. Ναι μεν το ναυλωθέν πλοίο μπόρεσε να εισέλθει στο λιμένα του Ρόττερνταμ πριν από τα μεσάνυχτα της 28ης Φεβρουαρίου, προσδέθηκε όμως οριστικά στην αποβάθρα 3 του Europoort μόλις την 1η Μαρτίου κατά τις 1.15.
4
Είναι όμως δεδομένο ότι τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου ένας τελωνειακός υπάλληλος ανέβηκε στο πλοίο και παρέλαβε πριν από τα μεσάνυχτα μία «γενική δήλωση» για την εισαγωγή, επί της οποίας έθεσε σφραγίδα με ημερομηνία 28 Φεβρουαρίου 1975 και σημείωσε: «Εγκρίνεται προς εκτελωνισμό.» Προηγουμένως είχε συγκρίνει την περιγραφή των προς εκτελωνισμό δηλωθέντων εμπορευμάτων, που περιλαμβανόταν στον κατάλογο για το τελωνείο, με την περιγραφή που υπήρχε στον πίνακα φόρτωσης που βρισκόταν στο πλοίο. Σύμφωνα με τις δηλώσεις της Ολλανδικής Κυβερνήσεως που δεν αμφισβητήθηκαν, αυτή «η γενική δήλωση» έχει ως μόνο σκοπό να υποβάλει τα εμπορεύματα σ' ένα γενικό τελωνειακό καθεστώς, υπό το οποίο θα προωθηθούν στον τόπο, όπου μπορεί να διεξαχθεί ο πραγματικός τελωνειακός έλεγχος του εμπορεύματος.
5
Οι τελωνειακές αρχές του Ρόττερνταμ όμως, με τον ισχυρισμό ότι το πλοίο προσδέθηκε ολοκληρωτικά μόλις την 1η Μαρτίου 1975, γνωστοποίησαν στην προσφεύγουσα ότι η ημέρα αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως ημέρα εισαγωγής. Το Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten, καθού στην κύρια δίκη, ενέμεινε στην ημερομηνία που πιστοποίησαν οι τελωνειακές αρχές και την 1η Μαΐου 1975 έστειλε στην προσφεύγουσα μία συγκεντρωτική απόφαση, με την οποία επέβαλε στην προσφεύγουσα, σύμφωνα με τον κανονισμό 120/67, εισφορά, η οποία υπολογίστηκε σύμφωνα με την τιμή κατωφλίου που ίσχυε την 1η Μαρτίου 1975 και υπερέβαινε κατά 3,79 ολλανδικά φιορίνια ανά κιλό την τιμή που ίσχυε την 28η Φεβρουαρίου 1975.
6
Η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της καθής, με την οποία απερρίφθη η αίτησή της να θεωρηθεί για την εισφορά ως «ημέρα εισαγωγής», κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1 του κανονισμού 120/67, η 28η Φεβρουαρίου 1975. Το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακολούθων ερωτημάτων :
«1.
Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί κατά ορθή ερμηνεία του άρθρου 15 του κανονισμού 120/67 να θεωρηθεί ως 'ημέρα εισαγωγής', κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, μια ημέρα προηγούμενη εκείνης κατά την οποία τα σχετικά εμπορεύματα μεταφέρθηκαν στον τόπο, για τον οποίο είχε δοθεί άδεια από την τελωνειακή υπηρεσία που ήταν επιφορτισμένη να παραλάβει τη διασάφηση εισαγωγής και τα λοιπά έγγραφα εισαγωγής;
2.
Αν δοθεί αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό: Κατά ορθή ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφος 1 του κανονισμού 120/67 ισχύει ή μπορεί να ισχύσει ως ημέρα εισαγωγής η ημερομηνία εκείνη, κατά την οποία η τελωνειακή υπηρεσία αφενός χορήγησε για τα μεταφερόμενα με το πλοίο εμπορεύματα τη γενική δήλωση, κατά την οποία τα εμπορεύματα θεωρούνται ως εισαγόμενο αγαθό προς εκτελωνισμό και αφετέρου παρέλαβε τη διασάφηση εισαγωγής καθώς και τα λοιπά έγγραφα εισαγωγής και μάλιστα ενώ τα εμπορεύματα δεν προσκομίστηκαν στον τόπο που αναφέρεται στο ερώτημα 1 αποκλειστικά και μόνο επειδή ο τόπος αυτός δεν ήταν διαθέσιμος για τον εισαγωγέα και τους ανθρώπους του από εξωτερικά αίτια που δεν μπορούν να καταλογιστούν σ' αυτούς;»
7
Όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφασή του της 15ης Ιουνίου 1976 στην υπόθεση 113/75 (Frecassetti κατά Staatliche Finanzverwaltung, Jurispr. 1976, σ. 983) η γεωργική εισφορά έχει ως στόχο την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ της τιμής στην παγκόσμια αγορά και της υψηλότερης τιμής στην Κοινότητα. Αποβλέπει κυρίως στην προστασία και σταθεροποίηση της κοινοτικής αγοράς, ιδίως εμποδίζοντας τις επιπτώσεις στην Κοινότητα από τις διακυμάνσεις των τιμών στην παγκόσμια αγορά. Επομένως, οι αρχές που είναι επιφορτισμένες με την επιβολή της εισφοράς, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για τελωνειακή υπηρεσία ή για τον αρμόδιο οργανισμό παρεμβάσεως, δεν μπορούν να επιλέξουν, για τον καθορισμό του συντελεστού εισφοράς, ημέρα προηγούμενη ή επόμενη εκείνης που προβλέπουν οι κοινοτικές διατάξεις.
8
Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1 του κανονισμού 120/67, η εισφορά που πρέπει να εισπραχθεί κατά την εισαγωγή είναι «η εισφορά που ισχύει την ημέρα' εισαγωγής». Αυτή είναι η ημέρα, κατά την οποία η τελωνειακή υπηρεσία παραλαμβάνει τη δήλωση εισαγωγής για το εμπόρευμα. Η παραλαβή όμως αυτή δεν είναι δυνατή όσο διάστημα τα εμπορεύματα — ακόμη και αν υποβλήθηκαν ήδη σε γενικό τελωνειακό καθεστώς — δεν έχουν φθάσει στον τόπο που καθορίστηκε από την τελωνειακή υπηρεσία για τη διεξαγωγή του τελωνειακού ελέγχου.
9
Σύμφωνα με αυτά, το άρθρο 2 της οδηγίας του Συμβουλίου 68/312/ΕΟΚ, της 30ής Ιουλίου 1968, περί εναρμονίσεως των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των σχετικών με: 1) την προσκόμιση στο τελωνείο εμπορευμάτων αφικνουμένων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητος, 2) την προσωρινή εναπόθεση των εμπορευμάτων αυτών (EE ειδ. έκδ. 02/001, σ. 26) προβλέπει στην παράγραφο 1 ότι «όλα τα εμπορεύματα που αφικνούνται στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας … υπόκεινται σε τελωνειακό έλεγχο» η παράγραφος 2 της διατάξεως αυτής ορίζει ότι «τα … εμπορεύματα πρέπει να προσκομίζονται αμέσως μέσω της καθορισμένης οδού από τις αρμόδιες εθνικές αρχές σε ένα τελωνείο ή άλλο σημείο προσδιοριζόμενο από τις αρχές αυτές και ελεγχόμενο από την τελωνειακή υπηρεσία».
10
Επομένως στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η «ημέρα εισαγωγής» κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1 του κανονισμού 120/67 δεν μπορεί να προηγείται της ημέρας, κατά την οποία τα εμπορεύματα προσκομίστηκαν σε έναν τόπο, τον οποίο όρισαν οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες προς το σκοπό της διεξαγωγής πραγματικού και αποτελεσματικού τελωνειακού ελέγχου των εμπορευμάτων.
11
Το δεύτερο ερώτημα αφορά το αν μπορεί να θεωρηθεί ως «ημέρα εισαγωγής» κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου η ημέρα παραδόσεως της γενικής δηλώσεως, όταν τα εμπορεύματα δεν μπορούν να προσκομιστούν στον τόπο που όρισε η τελωνειακή αρχή για λόγους που δεν μπορούν να καταλογιστούν στον εισαγωγέα και τους ανθρώπους του.
12
Η ερμηνεία του όρου «ημέρα εισαγωγής» που δόθηκε στην απάντηση του πρώτου ερωτήματος στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια. Περιστατικά τέτοιας φύσεως, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ανεξάρτητα ή μη της βουλήσεως του εισαγωγέα, δεν μπορούν να επηρεάσουν την ύπαρξη αντικειμενικά διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών.
13
Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι γεγονότα που δεν μπορούν να καταλογιστούν στον εισαγωγέα δεν μπορούν να έχουν καμιά επίδραση στην επιβαλλόμενη ερμηνεία του όρου «ημέρα εισαγωγής», κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1 του κανονισμού 120/67.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 2ας Μαΐου 1978 το College van Beroep voor het Bedrijfsleven, αποφαίνεται:
1.
Η «ημέρα εισαγωγής» κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1 του κανονισμού 120/67 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1967 δεν μπορεί να προηγείται της ημέρας, κατά την οποία τα εμπορεύματα προσκομίστηκαν σε έναν τόπο, τον οποίο όρισαν οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, προς το σκοπό της διεξαγωγής πραγματικού και αποτελεσματικού τελωνειακού ελέγχου των εμπορευμάτων.
2.
Γεγονότα που δεν μπορούν να καταλογιστούν στον εισαγωγέα δεν μπορούν να έχουν καμιά επίδραση στην επιβαλλόμενη ερμηνεία του όρου «ημέρα εισαγωγής», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
Mackenzie Stuart
Pescatore
Touffait
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 21 Φεβρουαρίου 1979.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 21η Φεβρουαρίου 1979.
Mackenzie Stuart
Pescatore
Touffait
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy