ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 29ης Μαρτίου 1979 ( *1 )
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 131/78 και 150/78,
που έχουν ως αντικείμενο αίτηση του Finanzgericht της Έσσης προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Εταιρίας Kurt Α. Becher, Βρέμη,
κατά
Bundesanstalt fur landwirtschaftliche Marktordnung, Φρανκφούρτη/Main,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος του κανονισμού 1173/75 του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1975, περί καθορισμού των τιμών κατωφλίου για τα σιτηρά για την περίοδο εμπορίας 1975/76 (ABl. L 117, σ. 6), καθόσον αφορά το μαλακό σιτάρι, και του κανονισμού 1427/74 του Συμβουλίου, της 4ης Ιουνίου 1974, περί καθορισμού της τιμής κατωφλίου για σιτηρά για την περίοδο εμπορίας 1974/75 (ABl. L 151, σ. 1), καθόσον αφορά το σόργο,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο τμήματος, P. Pescatore και Α. Touffait, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με δύο χωριστές Διατάξεις της 3ης Μαΐου και της 6ης Ιουνίου 1978, που περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 9 και στις 26 Ιουνίου 1978 αντίστοιχα, το Finanzgericht της Έσσης (έβδομο τμήμα) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, αίτηση στο Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακολούθων ερωτημάτων:
(Στην υπόθεση 131/78)
«Είναι άκυρος και συνεπώς ανεφάρμοστος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1173/75 του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1975, περί καθορισμού της τιμής κατωφλίου για τα σιτηρά για την περίοδο εμπορίας 1975/76 (ABl. L 117, σ. 6), καθόσον αφορά το μαλακό σιτάρι, επειδή αντίκειται στο άρθρο 5, παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 120/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967 (ABl. 1967, σ. 2269), που τροποποιήθηκε προσφάτως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 85/75 (ABl. L 128, σ. 12);»
(Στην υπόθεση 150/78)
«Είναι άκυρος και συνεπώς ανεφάρμοστος ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1427/74 του Συμβουλίου, της 4ης Ιουνίου 1974, περί καθορισμού της τιμής κατωφλίου για τα σιτηρά για την περίοδο εμπορίας 1974/75 (ABl. L 151, σ. 1), καθόσον αφορά το σόργο, επειδή αντίκειται στο άρθρο 5, παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 120/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967 (ABl. 1967, σ. 2269), που τροποποιήθηκε προσφάτως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1125/74 (ABl. L 128, σ. 12);»
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση δύο υποθέσεων, με τις οποίες η προσφεύγουσα στρέφεται κατά του ύψους των συντελεστών εισφοράς, τους οποίους προκαθόρισε για τους μήνες Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο 1975, καθώς και Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο 1974 η Bundesanstalt fur landwirtschaftliche Marktordnung στα πιστοποιητικά εισαγωγής ορισμένων ποσοτήτων μαλακού σίτου για το έτος 1975 και σόργου για το έτος 1974.
3
Τόσο ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι καθορίστηκαν σε πολύ υψηλό επίπεδο οι εισφορές αυτές: Στους προαναφερθέντες κανονισμούς, στους οποίους στηρίζεται ο υπολογισμός των συντελεστών εισφοράς, η τιμή κατωφλίου καθορίστηκε εσφαλμένα, επειδή, κατά αγνόηση του σκοπού του κανονισμού 120/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών, ελήφθησαν ανεπαρκώς υπόψη οι δαπάνες εμπορίας που βαρύνουν τον εισαγωγέα.
Επί του πρώτου ερωτήματος
4
Σκοπός της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα των σιτηρών που ιδρύθηκε με τον κανονισμό 120/67 είναι μεταξύ άλλων η εξασφάλιση δικαίου βιοτικού επιπέδου στους γεωργικούς παραγωγούς με σταθεροποίηση, στην εσωτερική αγορά της Κοινότητας, των τιμών ορισμένων προϊόντων, μεταξύ των οποίων του μαλακού σίτου, στο επίπεδο της ενδεικτικής τιμής. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3 του κανονισμού 120/67, η ενδεικτική αυτή τιμή «καθορίζεται για το Duisburg, στο στάδιο του χονδρικού εμπορίου, που έχει παραδοθεί στην αποθήκη και δεν έχει εκφορτωθεί».
5
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1 του κανονισμού αυτού, καθορίζεται μεταξύ άλλων για το μαλακό σιτάρι η τιμή κατωφλίου που προέρχεται από την ενδεικτική τιμή κατά τέτοιο τρόπο ώστε η τιμή πωλήσεως στην αγορά του Duisburg, λαμβανομένων υπόψη των ποιοτικών διαφορών, να ανταποκρίνεται στην ενδεικτική τιμή. Αυτή η τιμή κατωφλίου που υπολογίζεται κατά το άρθρο 5, παράγραφος 4 για το Ρόττερνταμ, πρέπει να προσδιορίζει μαζί με την εισφορά το επίπεδο τιμής, στο οποίο πρέπει να ανέρχεται η τιμή του εισαγομένου προϊόντος, ώστε να μπορεί να προσφέρεται στην οικεία αγορά σε τιμή που να μην είναι χαμηλότερη της ενδεικτικής τιμής. Για να εκπληρωθεί η προϋπόθεση αυτή, πρέπει η τιμή του εισαγομένου προϊόντος να ανταποκρίνεται από τη διέλευση των συνόρων στην ενδεικτική τιμή, έτσι ώστε η τιμή κατωφλίου να είναι ίση με την ενδεικτική τιμή, από την οποία αφαιρούνται οι δαπάνες εμπορίας, που προκύπτουν μεταξύ του σταδίου cif-Ρόττερνταμ και του σταδίου χονδρικού εμπορίου, για το οποίο έχει καθοριστεί ενδεικτική τιμή στο Duisburg. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1 του κανονισμού, η εισφορά που επιβάλλεται κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα ανταποκρίνεται στην τιμή κατωφλίου, μειωμένη κατά την τιμή cif της παγκόσμιας αγοράς που υπολογίζεται για το Ρόττερνταμ.
6
Στις δαπάνες εμπορίας συγκαταλέγονται οι δαπάνες που προκαλούνται από τη διεκπεραίωση της εισαγωγής και τις συνδεόμενες με αυτή διατυπώσεις, τις οποίες πρέπει αναπόφευκτα να φέρει κάθε εισαγωγέας, καθώς και τα συνήθη έξοδα μεταφοράς του εισαχθέντος εμπορεύματος μέχρι το στάδιο του χονδρικού εμπορίου στο Duisburg. Σύμφωνα εξάλλου με το γενικό καθεστώς εισφορών του κανονισμού 120/67, δεν επιτρέπεται για τον υπολογισμό των δαπανών εμπορίας να συνιστούν κριτήριο οι δαπάνες, στις οποίες προέβη πραγματικά ένας εισαγωγέας για μια συγκεκριμένη παράδοση και που σε μεγάλη έκταση εξαρτώνται από τις δικές του αποφάσεις, αλλά μόνο οι κατ' αποκοπή υπολογιζόμενες δαπάνες, που βαρύνουν αναπόφευκτα κάθε εισαγωγέα για τις εισαγωγές των οικείων προϊόντων.
7
Η ενδεικτική τιμή για το μαλακό σιτάρι για την περίοδο εμπορίας 1975/76 καθορίστηκε με τον κανονισμό 666/75 του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1975 (Abl. L 72, σ. 16), σε 139,44 λογιστικές μονάδες ανά τόνο. Με το μοναδικό άρθρο του κανονισμού 1173/75 καθορίστηκε η τιμή κατωφλίου για το μαλακό σιτάρι, για το ίδιο έτος εμπορίας στις 136,45 λογιστικές μονάδες ανά τόνο. Όπως προκύπτει από την πρώτη αιτιολογική σκέψη αυτού του κανονισμού, η τιμή αυτή διαμορφώθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε από την ενδεικτική τιμή αφαιρέθηκαν ως δαπάνες εμπορίας τα πλέον ευνοϊκά έξοδα μεταφοράς μεταξύ Ρόττερνταμ και Duisburg, οι δαπάνες μεταφορτώσεως στο Ρόττερνταμ και ένα περιθώριο εμπορικού κέρδους.
8
Η προσφεύγουσα στην κύρια δίκη έχει τη γνώμη ότι ο κατ' αποκοπή υπολογισμός δαπανών εμπορίας ύψους 2,99 λογιστικών μονάδων (=10,70 μάρκων Δυτικής Γερμανίας) ανά τόνο, ο οποίος αποτελεί βάση για τον καθορισμό της τιμής κατωφλίου για το μαλακό σιτάρι για την περίοδο εμπορίας 1975-76 με τον κανονισμό 1173/75, στηρίζεται σε εσφαλμένες προϋποθέσεις και πραγματοποιήθηκε λαμβάνοντας υπόψη ανεπαρκώς την προβλεπόμενη πληθωριστική εξέλιξη των επί μέρους στοιχείων κόστους.
9
Το κύρος του κανονισμού αυτού πρέπει επομένως να εξεταστεί ενόψει καθενός από τα στοιχεία αυτά. Κατά την εξέταση αυτή πρέπει να ελεγχθούν λεπτομερώς αφενός οι δαπάνες, τις οποίες δέχτηκε η Επιτροπή με την πρότασή της προς το Συμβούλιο για τον καθορισμό των τιμών, σύμφωνα με την οποία εκδόθηκε ο κανονισμός αυτός 1173/75, αφετέρου δε οι δαπάνες, τις οποίες θεωρεί η προσφεύγουσα ως ακριβείς.
Επί των εξόδων μεταφοράς μεταξύ Ρόττερνταμ και Duisburg
10
Από τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή προκύπτει ότι το ύψος των ναύλων αυξήθηκε ελαφρά από την περίοδο εμπορίας 1969-70, ειδικότερα δε μεταξύ της περιόδου εμπορίας 1974-75 και της περιόδου εμπορίας 1975-76, για την οποία επιβλήθηκε 1,30 λογιστική μονάδα (= 4,76 μάρκα Δυτικής Γερμανίας) ανά τόνο. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής κατά την προφορική διαδικασία, τα αριθμητικά αυτά στοιχεία είναι αποτέλεσμα αδιαλειπτων επαφών με τους οικονομικούς κύκλους που αναπτύσσουν δραστηριότητα στον τομέα αυτό. Η Επιτροπή ειδικότερα εξέθεσε, χωρίς να αντικρουστεί, ότι τα πραγματικά έξοδα μεταφοράς, τα οποία επηρεάζονται από άγριο ανταγωνισμό, κυρίως λόγω της πρακτικής ντάμπινγκ ορισμένων τρίτων χωρών και της υπερβολικής προσφοράς αποθηκευτικών χώρων στο Ρήνο, δεν υπέστησαν καμία πληθωριστική αύξηση.
11
Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, για την επίμαχη περίοδο εμπορίας έπρεπε να επιβληθεί ποσό 2,47 λογιστικών μονάδων (= 8,86 μάρκων Δυτικής Γερμανίας) ανά τόνο. Κατά τους ισχυρισμούς της, ο υπολογισμός του ποσού αυτού στηρίζεται, όσον αφορά το τμήμα της διαδρομής που βρίσκεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στον «πίνακα ναύλων και κομίστρων της εσωτερικής ναυσιπλοΐας» («Frachten- und Tarifanzeiger der Binnenschiffahrt») της 20ής Ιουνίου 1975 και, όσον αφορά το τμήμα της διαδρομής στο εξωτερικό, στο ναύλο ανά χιλιομετρικό τόνο, ο οποίος αναφέρεται για την περίοδο εμπορίας 1975/76 στις οδηγίες του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Τροφίμων (Bundesernahrungsministeriums) περί χορηγήσεως ενισχύσεως στο ναύλο για τα σιτηρά. Κατά τους προφορικούς ισχυρισμούς όμως της Επιτροπής, η τιμή αυτή δεν ανταποκρίνεται στον πραγματικό ναύλο, αλλά είναι αποτέλεσμα ενός «υπολογισμού βάσει υποδείγματος», στον οποίο προβαίνουν οι εκναυλωτές στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία προκειμένου να εισπράξουν επιχορήγηση μεταφοράς. Σε απάντηση ερωτήματος του Δικαστηρίου η προσφεύγουσα επιβεβαίωσε ότι ο υπολογισμός του ποσού αυτού έγινε βάσει τέτοιου υποδείγματος.
12
Περαιτέρω η προσφεύγουσα προσκόμισε έναν κατά προσέγγιση υπολογισμό, στον οποίο προέβη μία γερμανική πλοιοκτήτρια εταιρία, σύμφωνα με τον οποίο οι ναύλοι των πλοίων για τη μεταφορά σιτηρών από το Ρόττερνταμ στο Duisburg για φορτίο από 300 έως 500 τόνους με σύμβαση για το διάστημα από Φεβρουάριο 1975 μέχρι Ιανουάριο 1976 ανήλθαν περίπου σε 4,80 μάρκα Δυτικής Γερμανίας ανά τόνο. Η διαφορά μεταξύ του ποσού αυτού και του ποσού των 4,76037 μάρκων Δυτικής Γερμανίας, στο οποίο στηρίχθηκε η Επιτροπή και το οποίο, εξάλλου, κατά τους ισχυρισμούς της, αφορά φορτία 500 έως 1500 τόνων, είναι ελάχιστη.
13
Από τα αριθμητικά αυτά στοιχεία, τα οποία αποδείχθηκαν με αντιδικία κατά την προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, συνάγεται ότι οι ισχυρισμοί, τους οποίους πρόβαλε η προσφεύγουσα κατά της αποτιμήσεως των εξόδων μεταφοράς, στην οποία προέβησαν οι αρχές της Κοινότητας, στερούνται ερείσματος.
Επί των δαπανών μεταφορτώσεως στο Ρόττερνταμ
14
Ο υπολογισμός της Επιτροπής που αποτέλεσε τη βάση για την πρότασή της προς καθορισμό της τιμής κατωφλίου, όσον αφορά τις δαπάνες μεταφορτώσεως από πλοίο θαλάσσης σε ποταμόπλοιο στο Ρόττερνταμ, στηρίχθηκε στον πίνακα τιμών μεταφορτώσεως της εταιρίας «Grainwave BV» στο Ρόττερνταμ· σύμφωνα με τον πίνακα αυτό, το ποσό των 1,43 ολλανδικών φιορινιών ανά τόνο που ίσχυε για το μαλακό σιτάρι την 1η Ιουλίου 1974 ανήλθε την 1η Μαΐου 1974 στα 1,64 ολλανδικά φιορίνια. Με βάση τα αριθμητικά αυτά στοιχεία η Επιτροπή όρισε το ποσό των 1,72 ολλανδικών φιορινιών (1,83 DM). Η προσφεύγουσα αντέταξε σ' αυτό την άποψη ότι το ποσό έπρεπε να οριστεί στα 3,15 DM ανά τόνο, επικαλούμενη τον πίνακα τιμών της «Vereniging van Nederlandse Granfactors en Granexpediteurs».
15
Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι στους πίνακες τιμών, τους οποίους επικαλείται η προσφεύγουσα, οι αναφερόμενες τιμές περιλαμβάνουν δαπάνες για «ζύγισμα, παραλαβή και έλεγχο, καθώς και για βραδινή και νυχτερινή εργασία και εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές». Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η Επιτροπή έλαβε υπόψη τις επιμέρους δαπάνες για ζύγισμα και έλεγχο στο πλαίσιο του περιθωρίου εμπορικού κέρδους. Ειδικές δαπάνες εξάλλου που προκύπτουν από τη νυχτερινή εργασία ή την εργασία κατά τα Σαββατοκύριακα, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως δαπάνες, οι οποίες βαρύνουν αναπόφευκτα τον εισαγωγέα και τις οποίες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους οι αρχές της Κοινότητας κατά τον υπολογισμό των δαπανών εμπορίας.
16
Οι σκέψεις αυτές επιτρέπουν τη διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι οι αρχές της Κοινότητας όρισαν τις δαπάνες μεταφορτώσεως στο λιμάνι του Ρόττερνταμ πολύ χαμηλά.
Επί του περιθωρίου εμπορικού κέρδους και των λοιπών δαπανών
17
Η διαφορά μεταξύ του κατ' αποκοπή ποσού (4,40 DM), το οποίο όρισαν σχετικά οι αρχές της Κοινότητας και του ποσού (4,55 DM), το οποίο ανέφερε η προσφεύγουσα, μπορεί να μη ληφθεί υπόψη επειδή είναι ελάχιστη, οπότε δεν προκύπτει καμία ένδειξη ότι υφίσταται σφάλμα εκτιμήσεως των αρχών της Κοινότητας κατά τον καθορισμό των δαπανών εμπορίας.
18
Από το σύνολο των πιο πάνω διαπιστώσεων έπεται ότι από την εξέταση του πρώτου ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θίξουν το κύρος του κανονισμού 1173/75 του Συμβουλίου καθόσον αφορά το μαλακό σιτάρι.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
19
Με το δεύτερο ερώτημα το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν ο κανονισμός 1427/74 του Συμβουλίου, περί καθορισμού της τιμής κατωφλίου για τα σιτηρά για την περίοδο εμπορίας 1974-75 καθόσον αφορά το σόργο είναι άκυρος επειδή αντίκειται στο άρθρο 5, παράγραφος 1 του κανονισμού 120/67.
20
Ο σόργος, ο οποίος δεν παράγεται στην Κοινότητα σε αξιόλογες ποσότητες, δεν εντάσσεται στα σιτηρά που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφος 1 του κανονισμού 120/67· εμπίπτει αντίθετα στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, κατά την οποία η τιμή κατωφλίου για το προϊόν αυτό για την Κοινότητα καθορίζεται έτσι ώστε οι τιμές για τα σιτηρά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και βρίσκονται σε ανταγωνισμό με το σόργο να φθάνουν το ύψος των ενδεικτικών τιμών στην αγορά του Duisburg. Για να δοθεί επομένως απάντηση στο ερώτημα πρέπει να εξεταστεί το κύρος του κανονισμού 1427/74 εν όψει του άρθρου 5, παράγραφος 2 του κανονισμού 120/67.
21
Με το μοναδικό άρθρο του κανονισμού 1427/74 καθορίστηκε η τιμή κατωφλίου για το σόργο για την περίοδο εμπορίας 1974-1975 στις 105,55 λογιστικές μονάδες ανά τόνο. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οι αρχές της Κοινότητας κατά τον καθορισμό της τιμής κατωφλίου δεν έλαβαν σωστά υπόψη τις δαπάνες εμπορίας, οι οποίες βαρύνουν τον εισαγωγέα σόργου, έτσι ώστε η τιμή κατωφλίου καθορίστηκε πολύ υψηλά. Την άποψή της αυτή θεμελιώνει με επιχειρήματα και έγγραφα αντίστοιχα με εκείνα, βάσει των οποίων αμφισβήτησε το κύρος του καθορισμού της τιμής κατωφλίου για το μαλακό σιτάρι για την περίοδο εμπορίας 1975-76.
22
Από το άρθρο 5, παράγραφος 2 του κανονισμού 120/67 πάντως συνάγεται, ότι η τιμή κατωφλίου για το σόργο, προϊόν για το οποίο δεν υφίσταται ενδεικτική τιμή, δεν μπορεί να καθοριστεί με τον ίδιο τρόπο όπως η τιμή κατωφλίου για το μαλακό σιτάρι. Ως εκ τούτου πέφτει στο κενό η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας, η οποία στηρίζεται κυρίως στην έκταση των δαπανών εμπορίας, οι οποίες, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, έπρεπε να αφαιρεθούν από την ενδεικτική τιμή. Η τιμή κατωφλίου όμως για το σόργο πρέπει να καθορίζεται έτσι, ώστε οι τιμές για κοινοτικά προϊόντα που, λόγω παρόμοιας θρεπτικής αξίας, βρίσκονται σε ανταγωνισμό με το σόργο — δηλαδή ο αραβόσιτος και το κριθάρι — να φθάνουν στην αγορά του Duisburg το ύψος των ενδεικτικών τιμών που έχουν καθοριστεί γι' αυτά τα τελευταία προϊόντα.
23
Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής, οι αρχές της Κοινότητας πήραν ως βάση κατά τον καθορισμό της τιμής κατωφλίου του σόργου για την περίοδο εμπορίας 1974-75 τις σχέσεις ανταγωνισμού μεταξύ σόργου αφενός και κριθής και αραβοσίτου αφετέρου, όπως οι σχέσεις αυτές αντικατοπτρίζονταν στις τιμές της διεθνούς αγοράς, μετατραπείσες σε τιμές cif-Ρόττερνταμ, κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος αντίστοιχου προς την προηγούμενη περίοδο εμπορίας. Σύμφωνα με μία κατάσταση των τιμών που προσκόμισε η Επιτροπή, την ορθότητα της οποίας δεν αμφισβήτησε η προσφεύγουσα, οι τιμές του σόργου κυμαίνονταν μεταξύ 83 % και 107 % επί των τιμών αραβοσίτου και κριθής. Το Συμβούλιο, με τον κανονισμό 1427/74 καθόρισε τις τιμές κατωφλίου για αραβόσιτο και κριθή για την περίοδο εμπορίας 1974-75 στις 106,60 και107,70 λογιστικές μονάδες ανά τόνο αντιστοίχως, ενώ την τιμή κατωφλίου για το σόργο στις 105,55 λογιστικές μονάδες ανά τόνο, σε ποσό δηλαδή ευνοϊκότερο για το προϊόν αυτό. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές και λαμβανομένου υπόψη του σκοπού του άρθρου 5, παράγραφος 2 του κανονισμού 120/67 δεν αποδεικνύεται ότι το Συμβούλιο κατά τον καθορισμό της τιμής κατωφλίου για το σόργο στο προαναφερθέν ποσό υπερέβη τα όρια ορθής ασκήσεως της διακριτικής ευχέρειας στον τομέα αυτό.
24
Πρέπει επομένως να γίνει δεκτό, ότι από την εξέταση του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του κανονισμού 1427/74 καθόσον αφορά το σόργο.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διατάξεις της 3ης Μαΐου και της 6ης Ιουνίου 1978 το Finanzgericht (VII τμήμα) της Έσσης, αποφαίνεται:
Από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτον δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του κανονισμού 1173/75 του Συμβουλίου, καθόσον αφορά το μαλακό σιτάρι, ούτε του κανονισμού 1427/74 του Συμβουλίου, καθόσον αφορά το σόργο.
Mackenzie Stuart
Pescatore
Touffait
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 29 Μαρτίου 1979.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Μαρτίου 1979.
Mackenzie Stuart
Pescatore
Touffait
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy