ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 12ης Ιουλίου 1979 ( *1 )
Στην υπόθεση 149/78,
Metallurgica Luciano Rumi, μετοχική εταιρία με έδρα το Bergamo, Via dei Caniana, 2, εκπροσωπούμενη από τον πρόεδρο και εντεταλμένο σύμβουλό της, Carlo Rumi, επικουρούμενο από το Giacomo Fustinoni, δικηγόρο Bergamo, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο, τον δικηγόρο Fernand Faber, 15, boulevard Roosevelt,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Alberto Prozzillo, και τον Sergio Fabro, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Mario Cervino, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως κύριο αντικείμενο την ακύρωση και ως επικουρικό τη μεταρρύθμιση της ατομικής αποφάσεως επιβολής χρηματικής ποινής, που εξέδωσε, στις 30 Μαΐου 1978, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — αποκαλούμενη στο εξής η Επιτροπή — κατά της προσφεύγουσας, λόγω παραβάσεων του άρθρου 60 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και των εκτελεστικών αποφάσεων που έλαβε η Επιτροπή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο του πρώτου τμήματος, προεδρεύοντα, Mackenzie Stuart, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, P. Pescatore, M. Sørensen, Α. O'Keeffe, G. Bosco και Α. Touffait, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. Capotorti
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Η Metallurgica Luciano Rumi SpA, αποκαλούμενη στο εξής Rumi, κατέθεσε στις 22 Ιουνίου 1978 στη γραμματεία του Δικαστηρίου προσφυγή πλήρους δικαιοδοσίας, ερειδόμενη στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚΑΧ με την οποία ζητεί την ακύρωση ή επικουρικώς τη μεταρρύθμιση της ατομικής αποφάσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 30ής Μαΐου 1978, με την οποία της επεβλήθηκε πρόστιμο 65135 λογιστικών μονάδων, που αντιστοιχούν σε ποσό 68840000 λιρών Ιταλίας λόγω «παραβάσεως του άρθρου 60 της Συνθήκης και των αποφάσεων που ελήφθησαν σε εκτέλεσή του».
2
Αυτή η απόφαση ερείδεται στο γεγονός — πράγμα μη αμφισβητούμενο — ότι η Rumi πώλησε, μεταξύ 15ης Απριλίου και 5ης Μαΐου 1977 (ημερομηνίας θέσεως σε εφαρμογή της οδηγίας 962/77 ΕΚΑΧ, της 4.5.1977 — GU της 5.5.1977, L 114, 1, περί καθορισμού κατωτάτων τιμών για ορισμένα σίδερα οπλισμού σκυροδέματος) σημαντικές ποσότητες ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής στη Γαλλία για παραδόσεις που έπρεπε να πραγματοποιηθούν μέχρι του δευτέρου τριμήνου 1978 — σε σταθερές τιμές όχι σύμφωνες με τις τιμές του τιμολογίου της που δημοσιεύθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1976 και παρέμενε πάντοτε εν ισχύι κατά την εποχή αυτών των πωλήσεων.
3
Το ποσό των αντικανονικών πωλήσεων ανέρχεται, κατά την απόφαση, σε 1678688435,29 λίρες Ιταλίας για σύνολο 9341,929 τόνων.
4
Η προσφεύγουσα προέβαλε τρεις ισχυρισμούς. Με τον πρώτο επιδιώκεται να αποδειχθεί ότι η προσφεύγουσα δεν παρέβη την υποχρέωση δημοσιεύσεως των τιμοκαταλόγων και όρων πωλήσεως, των εφαρμοζόμενων στην κοινή αγορά που απορρέει από το άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο α της Συνθήκης ΕΚΑΧ, διότι λόγω της καταστάσεως της αγοράς των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής έπρεπε να απαλλαγεί αυτής της υποχρεώσεως λόγω ανωτέρας βίας. Προσάπτει, επιπλέον, στην Επιτροπή κατάχρηση εξουσίας.
5
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι κατά την κατάρτιση των προσαπτομένων πωλήσεων, ο τιμοκατάλογός της, που είχε δημοσιευθεί στις 6 Φεβρουαρίου 1976, δεν ανταποκρινόταν προφανώς πλέον προς την κατάσταση της αγοράς και δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως αναφορά. Επεξηγεί, όμως, ότι η κρίση του τομέα και ο ανταγωνισμός δεν επέτρεπαν τη διατήρηση των τιμών πλέον των δύο ή τριών διαδοχικών ημερών έτσι ώστε βρέθηκε, λόγω της ταχείας εξελίξεως της αγοράς, «σε κατάσταση ανωτέρας βίας» που την περιήγαγε στην αδυναμία ενημερώσεως του τιμοκαταλόγου της.
6
Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή, μη λαμβάνοντας υπόψη αυτή την κατάσταση, υιοθέτησε πολύ αυστηρή ερμηνεία της Συνθήκης από την οποία και η ίδια είχε επανειλημμένα απομακρυνθεί στο παρελθόν, δεχόμενη τότε τη δυνατότητα πωλήσεως σε τιμές κατώτερες του τιμοκαταλόγου εντός των ορίων ορισμένου ποσοστού, χωρίς να υφίσταται ανάγκη τροποποιήσεως του ίδιου του τιμοκαταλόγου, ενώπιον περιστάσεων εξαιρετικού χαρακτήρα και, κατά την προσφεύγουσα, αυτή η κατάσταση συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας.
7
Επιπλέον, μια παράβαση την οποία η Rumi χαρακτηρίζει ελαφρά και αποκλειστικά τυπικής φύσεως, συνιστάμενη μόνο στο γεγονός ότι δεν ενημέρωσε την Επιτροπή επί των επελθουσών στον τιμοκατάλογο τροποποιήσεων, η Επιτροπή της επέβαλε βαρύ πρόστιμο ποσού ανώτερου από το ποσό προστίμων επιβληθέντων, κατά την ίδια εποχή, σε άλλες επιχειρήσεις που είχαν διαπράξει παραβάσεις ουσιαστικής φύσεως μη τηρώντας το σύστημα κατωτάτων τιμών που επέβαλε η απόφαση 962/77. Υπ' αυτό το πρίσμα, η εταιρία «φαίνεται», κατά τη Rumi, ότι πάσχει από κατάχρηση εξουσίας.
8
Ενώπιον αυτών των αιτιάσεων, παρίσταται ανάγκη υπομνήσεως του σκοπού της δημοσιεύσεως των τιμών που αποτελεί μία από τις ουσιώδεις βάσεις — στον τομέα του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων και της διαφανείας της αγοράς — της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
9
Πηγάζει από το άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο α που ορίζει ότι οι τιμοκατάλογοι και οι όροι πωλήσεως που εφαρμόζονται από τις επιχειρήσεις εντός της κοινής αγοράς πρέπει να δημοσιεύονται.
10
Αυτή η υποχρεωτική δημοσίευση έχει ως σκοπό 1) να εμποδίζει όσο είναι δυνατόν τις απαγορευόμενες πρακτικές, 2) να επιτρέπει στους αγοραστές να πληροφορούνται επακριβώς τις τιμές και να συμμετέχουν επίσης στον έλεγχο των διακρίσεων, 3) να επιτρέπει στις επιχειρήσεις να γνωρίζουν επακριβώς τις τιμές των ανταγωνιστών τους για να τους παρέχεται η δυνατότητα να ευθυγραμμίζονται.
11
Ο σκοπός της δημοσιεύσεως δείχνει ότι η μη τήρησή της συνιστά παραβίαση ουσιωδών κανόνων, διότι, ελλείψει δημοσιεύσεως των τιμοκαταλόγων, δεν μπορεί να υπάρξει διαφάνεια της αγοράς με τις συνέπειες που απορρέουν από μια τέτοια κατάσταση: παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και αδυναμία των υπηρεσιών της Επιτροπής να ελέγχουν την εξέλιξη της αγοράς, των τιμών, και την τήρηση των ανταγωνιστικών μηχανισμών.
12
Όμως, η εταιρία Rumi δεν μπορούσε να αγνοεί αυτές τις αρχές που η ανωτάτη αρχή υπενθύμισε με τις εγκυκλίους της 12ης Δεκεμβρίου 1956, 19 Δεκεμβρίου 1960 και 20 Δεκεμβρίου 1962 και που η νομολογία του Δικαστηρίου επανειλημμένως επιβεβαίωσε (απόφαση της 21.12.1954, υπόθεση 1/54, Γαλλική Κυβέρνηση κατά Ανωτάτης Αρχής, Raccolta 1954, σ. 23 επ., απόφαση της 12.7.1962, υπόθεση 16/61, Acciaierie Fernere e Fonderie Di Modena κατά Ανωτάτης Αρχής, Raccolta 1962, σ. 547).
13
Ούτε μπορούσε να αγνοεί ότι το άρθρο 1 της αποφάσεως 2/54 της Ανωτάτης Αρχής της 7ης Ιανουαρίου 1954 (EE ειδ. έκδ. 08/001, σ. 11) που είχε επιτρέψει μικρές και περαστικές διακυμάνσεις εντός του ορίου διαφοράς μέσης τιμής 2,50 % ακυρώθηκε με την απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 1954 (υπόθεση 1/54 — Κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας κατά της Ανωτάτης Αρχής, Raccolta 1954, σ. 23 επ.).
14
Έτσι, φαίνεται ότι η αρχή της υποχρεωτικής δημοσιεύσεως, που καθιερώνει η Συνθήκη, έχει γενικό χαρακτήρα και δεν εξαρτάται με κανένα τρόπο από τη συγκυρία και ότι η προσφεύγουσα είχε την υποχρέωση να ενημερώσει την Επιτροπή για κάθε τροποποίηση του τιμοκαταλόγου της, εκτός περιπτώσεως ανωτέρας βίας, της οποίας η έννοια πρέπει να καθορίζεται σε συνάρτηση με το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου προορίζεται να παραγάγει τα αποτελέσματά της και η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, υπέθετε αδυναμία σχεδόν απόλυτη αναφοράς των επερχομένων μεταβολών των τιμών σε ένα τιμοκατάλογο.
15
Όμως, όπως προκύπτει από τη συζήτηση της υποθέσεως, οι άλλες επιχειρήσεις — με ρυθμό μάλλον ή ήττον κανονικό — τις δημοσίευαν και έτσι το πρόβλημα δεν τέθηκε γι' αυτές, γεγονός που προσκομίζει την απόδειξη ότι μια συνετή και επιμελής επιχείρηση μπορούσε, χωρίς εξαιρετικές θυσίες, να υποκύψει στην τήρηση αυτής της υποχρεώσεως δημοσιεύσεως, ουσιώδους αρχής του θεσπισθέντος με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ συστήματος.
16
Επιπλέον, αν είναι ακόμα αναγκαίο, πρέπει να τονισθεί ότι η προσφεύγουσα, όχι μόνο δεν απέδειξε την αδυναμία εκπληρώσεως της υποχρεώσεως δημοσιεύσεως των τιμοκαταλόγων, αλλά και δέχθηκε ότι μπορούσε να εκπληρώσει αυτή την υποχρέωση αναστέλλοντας επί δύο ημέρες τη σύναψη της συμβάσεως, αν είχε αντιληφθεί ότι αυτό ήταν αναγκαίο για να μη παραβεί το κοινοτικό δίκαιο.
17
Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση αυτού του κύριου ισχυρισμού, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι επεξέτεινε τα οριζόμενα με την απόφαση 962/77 κριτήρια σε προγενέστερη της θέσεως σε εφαρμογή αυτής της αποφάσεως εμπορική συναλλαγή και ότι άσκησε έτσι καταχρηστικώς τις εξουσίες της.
18
Η Επιτροπή, όμως, δεν αναφέρθηκε καθόλου στην απόφαση 962/77 ούτε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας ούτε κατά τη διάρκεια της δίκης. Το πρόστιμο επιβλήθηκε λόγω παραβάσεως του άρθρου 60 της Συνθήκης, το δε ποσό του περιλαμβάνεται εντός των οριζομένων με το άρθρο 64 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ορίων.
19
Πρέπει από αυτό να συναχθεί ότι ο κύριος ισχυρισμός, λαμβανόμενος στο σύνολό του, δεν είναι βάσιμος.
20
Με άλλο ισχυρισμό, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι αγνόησε πασιφανώς τη Συνθήκη και ειδικότερα το άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο α και ότι αιτιολόγησε ανεπαρκώς την απόφασή της.
21
Προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη τον ειδικό χαρακτήρα της επίμαχης συναλλαγής, που δικαιολογεί εξαίρεση από την αρχή της δημοσιεύσεως, μη λαμβάνοντας υπόψη τα δύο ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
α)
κατασκευάζει ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, οδοντωτές, υψηλής προσφύσεως, Fe Ε 45, που είναι προϊόν διαφορετικό από τις ράβδους οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, λείες ή οδοντωτές χρησιμοποιούμενες από τα άλλα κράτη μέλη,
β)
δεν έχει παρά μόνον ένα και αποκλειστικό πελάτη για τον οποίο κατασκευάζεται ειδικώς το εν λόγω προϊόν.
22
Όμως, αυτά τα δύο περιστατικά — παραγωγή ειδικού τύπου ράβδων κυκλικής διατομής κατόπιν αιτήσεως ενός μόνο πελάτου — έχουν, κατά την προσφεύγουσα, θεμελιώδη νομική σημασία, διότι αν ληφθούν υπόψη «αυτομάτως και αναγκαστικώς αποκλείεται η υπόθεση ότι μπορούν να υπάρξουν συγκρίσιμες συναλλαγές γι' αυτό το ειδικό προϊόν το οποίο, κατά συνέπεια, απαλλάσσεται της υποχρεώσεως δημοσιεύσεως της τιμής εφόσον δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο συγκρίσιμων συναλλαγών».
23
Αυτή η άποψη στηρίζεται στο άρθρο 2 της αποφάσεως της 2ας Μαΐου 1953 (EE ειδ. έκδ. 08/001, σ. 5) περί απαγορευμένων κατά το άρθρο 60, παράγραφος 1 της Συνθήκης πρακτικών, στην κοινή αγορά Άνθρακα και Χάλυβα, που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 της αποφάσεως 72/440/ΕΚΑΧ της 22ας Δεκεμβρίου 1972 (EE ειδ. έκδ. 08/001, σ. 98 επ.) που ορίζει ότι «θεωρούνται συγκρίσιμες, κατά την έννοια του άρθρου 60, παράγραφος 1 οι συναλλαγές οι οποίες α) συνάπτονται με αγοραστές που είναι ανταγωνιστές».
24
Η προσφεύγουσα συνάγει από αυτό ότι το εν λόγω προϊόν Fe Ε 45 δεν μπορεί να είναι ανταγωνιστικό για άλλους αγοραστές, οι οποίοι δεν υφίστανται, εφόσον κατασκευάζεται αποκλειστικά για ένα μόνο πελάτη, επομένως «τουλάχιστον όσον αφορά την παραγγελία G 20 RM της 28ης Απριλίου 1977», δεν υπήρξε παράβαση της υποχρεώσεως δημοσιεύσεως των τιμών και, κατά συνέπεια, εφαρμογή των κατωτέρω τιμών σε σχέση με τον υποχρεωτικό τιμοκατάλογο, εφόσον δεν υφίσταται η υποχρέωση δημοσιεύσεως.
25
Αυτή η επιχειρηματολογία δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η προσφεύγουσα ανέφερε το προϊόν Fe Ε 45 στον τιμοκατάλογό της και στους όρους πωλήσεως της, που ανακοινώθηκαν στην Επιτροπή και, κατά συνέπεια δημοσιεύθηκαν κατά την έννοια του άρθρου 60, παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ενώ δεν υφίσταται καμιά υποχρέωση δημοσιεύσεως για μη συγκρίσιμες συναλλαγές, προκειμένου περί συμβάσεων εκ φύσεως εξαιρετικών και για το λόγο αυτό μη εμπιπτουσών στο πεδίο εφαρμογής των διεπόντων τη δημοσίευση κανόνων.
26
Η παρουσία αυτού του υλικού στον τιμοκατάλογο έδειχνε, επομένως, ότι επρόκειτο περί προϊόντος προσφερόμενου στην πώληση και τιθέμενου κανονικά σε εμπορική κυκλοφορία και συνεπαγόταν για τη Rumi τη νομική υποχρέωση να το πωλεί στις αναφερόμενες τιμές σε οποιοδήποτε αγοραστή που θα εμφανιζόταν για να το αγοράσει.
27
Και ακριβώς η κατώτερη τιμή στην οποία το εν λόγω προϊόν πωλήθηκε σε σχέση με την αναφερόμενη στον τιμοκατάλογο τιμή του τιμωρήθηκε με την επιβολή προστίμου.
28
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί ελλείψεως αιτιολογίας, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ανέφερε τίποτε στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως της ως προς αυτά τα πραγματικά περιστατικά, και τη νομική τους σημασία, «φαίνεται» ότι η απόφαση πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας.
29
Ο ισχυρισμός περί ελλείψεως αιτιολογίας της αποφάσεως επ' αυτού του σημείου δεν δικαιολογείται, ούτε αυτός, διότι καμιά παρατήρηση επί των αντικανονικών συναλλαγών δεν διατυπώθηκε κατά τον έλεγχο και κατά την προκαταρκτική εξέταση· η περί αυτών επιχειρηματολογία δεν προβλήθηκε από την προσφεύγουσα παρά κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας, ενώ το βάσιμο της θέσεως της Επιτροπής ως προς τις πωλήσεις του προϊόντος Fe Ε 45 δεν μπορούσε να της επιτρέψει να φανταστεί την αντίρρηση που θα πρόβαλε η προσφεύγουσα και να απαντήσει a priori σ' αυτήν με την απόφασή της.
30
Η απόφαση, επομένως, δεν παρέβη το άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο α, και δεν εμφανίζει έλλειψη αιτιολογίας σε σχέση με τη γενόμενη υπ' αυτής εφαρμογή του εν λόγω κειμένου.
31
Τέλος, προσάπτεται στην Επιτροπή, με τρίτο ισχυρισμό, ότι αγνόησε πασιδήλως το άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο β και ενήργησε καθ' υπέρβαση εξουσίας.
32
Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι, κατά το άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο β, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, παρόλον ότι ρητώς απαγορεύεται οποιαδήποτε αύξηση, επιτρέπονται οι εκπτώσεις υπό τον όρο ότι δεν υπερβαίνουν «το μέτρο που επιτρέπει την ευθυγράμμιση της γενομένης προσφοράς με τον κατάλογο τιμών, καταρτιζόμενο βάσει άλλου σημείου, που παρέχει στον αγοραστή τους πλέον ευνοϊκούς όρους στον τόπο παραδόσεως». Και, θα μπορούσε να αποδείξει με μάρτυρες ότι οι τιμές που χρέωσε με τα τιμολόγιά της στις σημειωθείσες από τον επιθεωρητή της Επιτροπής συναλλαγές ευθυγραμμίζονταν με τις εφαρμοζόμενες από άλλους παραγωγούς της Κοινότητας τιμές (Feralpi και Iro) για συγκρίσιμες συναλλαγές και συνάγει από αυτό το συμπέρασμα ότι δεν διέπραξε την παράβαση εφαρμογής τιμών κατώτερων από τις τιμές του τιμοκαταλόγου της.
33
Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί αυτή η επιχειρηματολογία σε σχέση με το άρθρο 60, παράγραφος 2, στοιχείο β, που αναφέρει ότι προς τον καθοριζόμενο στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου σκοπό, «οι χρησιμοποιούμενες μέθοδοι δηλώσεως των τιμών δεν πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα επί των τιμών που εφαρμόζονται από μία επιχείρηση εντός της κοινής αγοράς, όταν αναχθούν στις ισοδύναμες τιμές του σημείου αφετηρίας που επελέγη για την κατάρτιση του τιμοκαταλόγου τους», εκπτώσεις επί της προβλεπόμενης από τον εν λόγω τιμοκατάλογο τιμής για συγκρίσιμη συναλλαγή, «το ποσό των οποίων υπερβαίνει το μέτρο που επιτρέπει την ευθυγράμμιση της γενομένης προσφοράς με τον κατάλογο τιμών καταρτιζόμενο βάσει άλλου σημείου που παρέχει στον αγοραστή τους πλέον ευνοϊκούς όρους στον τόπο παραδόσεως».
34
Όπως προκύπτει από αυτό το κείμενο η ευθυγράμμιση συνιστά εξαίρεση της αρχής των τιμοκαταλόγων και η γενόμενη προς τον πελάτη προσφορά πρέπει να ευθυγραμμίζεται με τιμοκατάλογο καταρτιζόμενο βάσει άλλου σημείου που να παρέχει στον αγοραστή ευνοϊκότερους όρους. Έτσι, απαγορεύεται η ευθυγράμμιση μεταξύ επιχειρήσεων που ορίζουν τις τιμές βάσει των ιδίων σημείων αφετηρίας. Αυτή η απαγόρευση, η οποία λαμβάνει υπόψη τη γενική οικονομία της Συνθήκης, έχει ως αντικείμενο την τήρηση της υποχρεώσεως δημοσιεύσεως των τιμοκαταλόγων και των όρων πωλήσεως και τη διασφάλιση της διαφανείας της αγοράς.
35
Επομένως, η Rumi, της οποίας το σημείο αφετηρίας είναι το Montello, δεν μπορούσε να ευθυγραμμιστεί με τις επιχειρήσεις Feralpi και Iro, των οποίων τα «basing points» είναι αντίστοιχα το Lonato και το Odolo, δηλαδή βρίσκονται στην ίδια περιοχή και δεν συνεπάγονται κανένα ευνοϊκότερο όρο παραδόσεως για το Γάλλο πελάτη στον οποίο πωλήθηκαν οι ράβδοι οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής.
36
Όπως προκύπτει από αυτές τις σκέψεις, ο εν λόγω τρίτος ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί, καθώς και ως προς τον κλάδο του που επικαλείται κατάχρηση εξουσίας, η οποία αναφέρθηκε χωρίς να υποστηριχθεί με κανένα επιχείρημα.
37
Η προσφεύγουσα ζητεί, σε περίπτωση απορρίψεως της προσφυγής ακυρώσεως, επικουρικώς, τη μείωση του ποσού του προστίμου, ανερχόμενου σε 65135 λογιστικές μονάδες που αντιστοιχούν σε 68840000 λίρες Ιταλίας για ποσό αντικανονικών πωλήσεων αποτιμώμενων σε 1678688435,29 λίρες Ιταλίας, σε συμβολικό ποσό, ισχυριζόμενη ότι η αποκαλυφθείσα παράβαση είναι «ασήμαντη και εντελώς τυπική».
38
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι για να επιβάλει το πρόστιμο εφάρμοσε το άρθρο 64 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, που της επιτρέπει να επιβάλει «σε επιχειρήσεις που παραβιάζουν [ιδίως το άρθρο 60] και τις αποφάσεις που λαμβάνονται για την εφαρμογή του πρόστιμα μέχρι του διπλασίου της αξίας των αντικανονικών πωλήσεων» και ότι, επομένως, έκαμε χρήση, στην προκειμένη περίπτωση, με τη μεγαλύτερη δυνατή επιείκεια, της διακριτικής της εξουσίας, δεδομένου ότι «το επιβληθέν πρόστιμο είναι ίσο προς 15 % του ποσού των διαφορών μεταξύ εφαρμοσθεισών και αναγραφομένων στον τιμοκατάλογο τιμών, εφαρμοσθέντος αναλογικού κριτηρίου το οποίο λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη βαρύτητα των παραβάσεων».
39
Παρόλον ότι γίνεται δεκτό ότι οι παραβάσεις που διέπραξε η προσφεύγουσα δεν είναι απλώς τυπικές, αλλά επηρεάζουν τη διαφάνεια της αγοράς που επιβάλλει η οικονομία της Συνθήκης ΕΚΑΧ, πράγμα που απαγορεύει τη μείωση του προστίμου σε συμβολικό ποσό, πρέπει, ωστόσο, να ληφθούν υπόψη σοβαρές διαταραχές της αγοράς των ράβδων οπλισμού σκυροδέματος κυκλικής διατομής, κατά την εποχή των παραβάσεων, που έπλητταν ιδιαίτερα τις βιομηχανίες, όπως η Rumi, της οποίας η σχεδόν αποκλειστική δραστηριότητα συνίσταται στην παραγωγή αυτού του υλικού. Όμως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι σε μια κατάσταση διακρινόμενη από διαταραχές και συνεπαγόμενη ταχείες μεταβολές των τιμών, η δημοσίευση τιμοκαταλόγων δεν μπορεί να διασφαλίσει τη διαφάνεια της αγοράς με την ίδια αποτελεσματικότητα όπως σε περίοδο σχετικής σταθερότητας, έτσι ώστε η προκληθείσα με τη συμπεριφορά της Rumi ζημία φαίνεται λιγότερο σοβαρή παρά αν είχε λάβει χώρα σε λιγότερο ταραγμένες εποχές.
40
Αυτές οι σκέψεις οδηγούν το Δικαστήριο στο να μειώσει το πρόστιμο από 15 σε 10 % του ποσού των διαφορών μεταξύ εφαρμοσθεισών και αναφερομένων στον τιμοκατάλογο τιμών, δηλαδή σε 43423 λογιστικές μονάδες που αντιστοιχούν σε 45890000 λίρες Ιταλίας ώστε το ποσό του προστίμου να είναι ανάλογο με τις συνέπειες των διαπραχθεισών παραβάσεων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Μεταρρυθμίζει την ατομική απόφαση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 30ής Μαΐου 1978, με την οποία επιβλήθηκε στη Metallurgica Luciano Rumi SpA πρόστιμο, μειώνοντας το ποσό του προστίμου σε 43423 λογιστικές μονάδες που αντιστοιχούν σε 45890000 λίρες Ιταλίας.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Pescatore
Sørensen
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουλίου 1979.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Ιουλίου 1979.
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Pescatore
Sørensen
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο προεδρεύων
J. Mertens de Wilmars
πρόεδρος του πρώτου τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy