ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 20ής Νοεμβρίου 1979 ( *1 )
Στην υπόθεση 162/78,
1)
KG in Firma Hans-Otto Wagner GmbH Agrarhandel, εκπροσωπουμένη από τον Hans-Otto Wagner, Bad Homburg,
2)
KG in Firma Schlüter & Maack GmbH & Co., εκπροσωπουμένη από τους Oskar M. Roehr, Constantin Schlüter και τον Oskar W. K. Roehr, Αμβούργο,
με δικαστικούς πληρεξούσιους τον Modest και τους συνεργάτες του, δικηγόρους Αμβούργου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο την J. Jansen-Housse, 23 rue Aldringen,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από το νομικό της σύμβουλο Peter Gilsdorf, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το Mario Cervino, νομικό σύμβουλο της Επιτροπής, bâtiment Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή βάσει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται η ακύρωση εν μέρει του κανονισμού 1837/78 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 1978, περί καθορισμού του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1380/75 «περί του τρόπου εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών» (EE ειδ. έκδ. τόμ. 03/22, σ. 80),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, Α. O'Keeffe και Α. Touffait, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, P. Pescatore, Mackenzie Stuart και G. Bosco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. P. Warner
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο της 26ης Ιουλίου 1978, που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Ιουλίου 1978, οι προσφεύγουσες ζήτησαν την ακύρωση του κανονισμού 1182/78 της Επιτροπής, της 31ης Μαΐου 1978, ο οποίος συμπλήρωνε τους κανονισμούς 1634/77 και 1790/77 περί των διαρκών διαγωνισμών για τον καθορισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής ζάχαρης (Abl. 1978 L 145, σ. 46) και του κανονισμού 1392/78 της Επιτροπής, της 23ης Ιουνίου 1978, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1380/75 «περί του τρόπου εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών» (EE ειδ. έκδ. τόμος 03/21, σ. 189) στο μέτρο που αυτά τα νομοθετικά κείμενα ορίζουν ότι ο συντελεστής, ο οποίος αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1380/75 εφαρμόζεται, εφόσον είναι μικρότερος από το 1, στις επιστροφές που ορίσθηκαν σε εθνικό νόμισμα στο πλαίσιο διαγωνισμού και, επικουρικά, στο μέτρο που αυτά τα κείμενα ορίζουν ότι αυτός ο συντελεστής εφαρμόζεται, εφόσον είναι κατώτερος από το 1, στις επιστροφές, οι οποίες ορίσθηκαν σε εθνικό νόμισμα στο πλαίσιο διαγωνισμού, για τις πράξεις για τις οποίες οι τελωνειακές διατυπώσεις είχαν εκπληρωθεί πριν από την 1η Ιουνίου 1978.
2
Κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού 1837/78 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 1978, περί καθορισμού του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1380/75 «περί του τρόπου εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών» (EE ειδ. έκδ. τόμος 03/22, σ. 80), οι προσφεύγουσες τροποποίησαν τα αιτήματά τους με τον τρόπο που περιγράφεται πιο κάτω.
3
Οι προσφεύγουσες είναι εξαγωγείς ζαχάρεως, στις οποίες είχαν χορηγηθεί, πριν από την 1η Ιουνίου 1978, κατόπιν μερικών διαγωνισμών, πιστοποιητικά εξαγωγής ζαχάρεως, στο οποία οι επιστροφές είχαν καθοριστεί σε εθνικό νόμισμα και θεωρούν ότι θίγονται από τις διατάξεις των προσβαλλομένων διαγωνισμών.
4
Πρέπει να υπευνθυμιστεί ότι, με Διάταξη της 11ης Αυγούστους 1977, το Finanzgericht του Αμβούργου είχε υποβάλει στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, μεταξύ άλλων, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1380/75 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1975, περί του τρόπου εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών (EE ειδ. έκδ. τόμ. 03/13, σ. 14), σε συνδυασμό με τον κανονισμό 2101/75 της Επιτροπής, της 11ης Αυγούστου 1975, περί διαρκούς διαγωνισμού για τον καθορισμό εισφοράς ή/και επιστροφής λόγω εξαγωγής λευκής ζάχαρης (Abl. L 214, σ. 5). Το ερώτημα αυτό είχε ως εξής:
«Έχει το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1380/75, σε συνδυασμό με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2101/75, την έννοια ότι η επιστροφή λόγω εξαγωγής στον τομέα της ζάχαρης, καθοριζόμενη σε εθνικό νόμισμα για κάθε εξαγωγέα ατομικά, μέσω διαγωνισμού, επηρεάζεται από το νομισματικό συντελεστή τον καθοριζόμενο από την Επιτροπή, ο οποίος προέρχεται από το εκατοστιαίο ποσοστό που χρησιμοποιείται ως βάση για τον υπολογισμό της νομισματικής εξισώσεως;»
5
Η διαφορά της κύριας δίκης που προκάλεσε αυτό το ερώτημα αφορούσε τον υπολογισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής που είχαν χορηγηθεί στο πλαίσιο διαγωνισμών, στη γερμανική εταιρία Wagner, μια από τις προσφεύγουσες στην υπό κρίση υπόθεση, επ' ευκαιρία της εξαγωγής στη Βουλγαρία 4 εκατομμυρίων χιλιογράμμων ακατέργαστης λευκής ζαχάρεως. Η αρμόδια τελωνειακή υπηρεσία είχε χορηγήσει στην προσφεύγουσα εταιρία νομισματικό εξισωτικό ποσό 10,90 γερμανικών μάρκων ανά 100 χιλιόγραμμα. Είχε επίσης χορηγήσει επιστροφές λόγω εξαγωγής, μειώνοντας όμως τα ποσά που προέκυπταν από τα αναφερόμενα στα πιστοποιητικά εξαγωγής ποσά των επιστροφών, εφαρμόζοντας σ' αυτά το συντελεστή 0,9.
6
Το άρθρο 4 του κανονισμού 1380/75 όριζε τότε τα εξής:
«1.
Για κάθε κράτος μέλος και για κάθε προϊόν για τα οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών ορίζεται ένα νομισματικό εξισωτικό ποσό.
Τούτο υπολογίζεται με βάση τη μειωμένη κοινή τιμή, αν συντρέχει περίπτωση κατ' εφαρμογή των διατάξεων της πράξεως προσχωρήσεως.
2.
Το ποσό που ορίζεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, εφαρμόζεται στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και με τις τρίτες χώρες.
3.
Εν τούτοις,
α)
στις συναλλαγές με τα νέα κράτη μέλη, τα εξισωτικά ποσά εντάξεως, καθώς και τα σταθερά στοιχεία, και
β)
στις συναλλαγές με τρίτες χώρες, οι επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή, καθώς και οι εξαγωγικές εισφορές,
οριζόμενες σε λογιστικές μονάδες, που εφαρμόζονται στα προϊόντα τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 1, τροποποιούνται από ένα συντελεστή. Ο συντελεστής αυτός προέρχεται από το ποσοστό που χρησιμοποιήθηκε στον υπολογισμό του νομισματικού εξισωτικού ποσού και ορίζεται από την Επιτροπή ταυτόχρονα με το ποσό αυτό.
4.
Στην περίπτωση που η εισφορά ή η επιστροφή πρέπει να αυξηθούν ή, ανάλογα με την περίπτωση, να μειωθούν κατά τα εξισωτικά ποσά εντάξεως και τα νομισματικά εξισωτικά ποσά και ταυτόχρονα να τροποποιηθούν από ένα συντελεστή, οι υπολογισμοί που πρέπει να γίνουν είναι οι ακόλουθοι:
α)
η εισφορά ή η επιστροφή μειούται ή, ανάλογα με την περίπτωση, αυξάνεται κατά το εξισωτικό ποσό εντάξεως·
β)
το αποτέλεσμα τροποποιείται από το συντελεστή·
γ)
το ποσό που προκύπτει κατ' αυτό τον τρόπο, αφού μετατραπεί σε εθνικό νόμισμα, μειώνεται ή, ανάλογα με την περίπτωση, επαυξάνεται κατά το νομισματικό εξισωτικό ποσό.»
7
Για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφασή του της 24ης Μαΐου 1978 (υπόθεση 108/77, Wagner κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas, Slg 1978, σ. 1107), το Δικαστήριο έδωσε την εξής απάντηση:
«Το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1380/75, σε συνδυασμό με τον κανονισμό 2101/75, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η επιστροφή λόγω εξαγωγής στον τομέα της ζαχάρεως, καθοριζόμενη σε εθνικό νόμισμα ατομικά για κάθε εξαγωγέα μέσω διαγωνισμού, δεν πρέπει να επηρεαστεί από το νομισματικό συντελεστή που καθόρισε η Επιτροπή, ο οποίος προέρχεται από το εκατοστιαίο ποσοστό που χρησιμοποιήθηκε ως βάση για τον υπολογισμό του νομισματικού εξισωτικού ποσού.»
8
Κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου, η Επιτροπή εξέδωσε τον προαναφερθέντα κανονισμό 1182/78, ο οποίος όριζε ότι «ο αναφερόμενος στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1380/75 συντελεστής εφαρμόζεται επίσης στις επιστροφές που ορίσθηκαν σε εθνικό νόμισμα στο πλαίσιο του παρόντος διαγωνισμού». Ο κανονισμός 1182/78, ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Ιουνίου 1978, εφαρμόζεται στις επιστροφές που καθορίζονται δυνάμει των κανονισμών τους οποίους συμπληρώνει, εκτός από εκείνες, για τις οποίες προσφορές είχαν γίνει δεκτές μετά την 24η Μαΐου 1978 και πριν από την 1η Ιουνίου 1978. Η Επιτροπή εξέδωσε στη συνέχεια τον προαναφερθέντα κανονισμό 1392/78, ο οποίος προσέθεσε την παράγραφο 5, στο άρθρο 4, του κανονισμού 1380/75: «5. Ο συντελεστής που αναφέρεται στην παράγραφο 3, εφαρμόζεται επίσης στις επιστροφές και εισφορές που ορίσθηκαν σε εθνικό νόμισμα στο πλαίσιο διαγωνισμού.» Ο κανονισμός 1392/78 εφαρμόζεται στις πράξεις για τις οποίες οι τελωνειακές διατυπώσεις είχαν εκπληρωθεί από την ημέρα ενάρξεως της ισχύος του (24 Ιουνίου 1978), με την επιφύλαξη των υφισταμένων διατάξεων στον τομέα της ζάχαρης και των προς έκδοση διατάξεων πριν από την 1η Αυγούστου 1978.
9
Εκτιμώντας ότι οι κανονισμοί 1182/78 και 1392/78 είχαν ως αποτέλεσμα την αναδρομική εφαρμογή του νομισματικού συντελεστή στις επιστροφές που είχαν καθοριστεί οριστικά γι' αυτές πριν από την έκδοση αυτών των κανονισμών, οι προσφεύγουσες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ.
10
Στις 31 Ιουλίου 1978, δηλαδή τρεις ημέρες πριν από την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής, η Επιτροπή εξέδωσε τον προαναφερθέντα κανονισμό 1837/78, ο οποίος ορίζει, στο άρθρο 1 (όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1907/78, της 7ης Αυγούστου 1978, EE ειδ. έκδ. τόμος 03/22, σ. 99) ότι το άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού 1380/75 «εφαρμόζεται στις ενέργειες για τις οποίες εκπληρώθηκαν οι τελωνειακές διατυπώσεις:
α)
από της 1ης Ιουνίου 1978 για τον τομέα της ζάχαρης·
β)
από της 24ης Ιουνίου 1978 για τους λοιπούς τομείς·
γ)
πριν από τις ανωτέρω ημερομηνίες στις περιπτώσεις που η εφαρμογή του οδηγεί σε πλεονέκτημα για τον ενδιαφερόμενο.»
Ο κανονισμός 1837/78, ο οποίος συμπληρώνει τον κανονισμό 1392/78 και καταργεί τον κανονισμό 1182/78, άρχισε να ισχύει την 1η Αυγούστου 1978.
11
Με έγγραφο της 8ης Αυγούστου 1978, οι προσφεύγουσες δήλωσαν ότι δεν συνέτρεχε πλέον λόγος για το Δικαστήριο να αποφανθεί επί των αιτημάτων, τα οποία αναφέρονταν στο δικόγραφό τους της 26ης Ιουλίου 1978 και τα τροποποίησαν ενόψει της καταστάσεως που δημιουργήθηκε από τον κανονισμό 1837/78. Με τα νέα αιτήματά τους ζητούν:
—
ως κύριο αίτημα, να κηρύξει το Δικαστήριο άκυρο το άρθρο 1, του κανονισμού 1837/78 καθόσον προβλέπει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού 1380/75, στο μέτρο που αφορά το νομισματικό συντελεστή που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1380/75, εάν είναι κατώτερος από το 1, εφαρμόζεται στις επιστροφές οι οποίες ορίσθησαν σε εθνικό νόμισμα στο πλαίσιο διαγωνισμού πριν από την 1η Αυγούστου 1978·
—
επικουρικώς, να κηρύξει άκυρο το εν λόγω άρθρο καθόσον προβλέπει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 5, του κανονισμού 1380/75, στο μέτρο που αφορά τον συντελεστή, εάν είναι κατώτερος από το 1, εφαρμόζεται στις επιστροφές που ορίσθησαν σε εθνικό νόμισμα στο πλαίσιο διαγωνισμού πριν από την 24η Ιουνίου 1978·
—
επικουρικότερον, να κηρύξει άκυρο το εν λόγω άρθρο, καθόσον προβλέπει την εφαρμογή του συντελεστή, στο μέτρο που αφορά τον τομέα της ζαχάρεως, στις επιστροφές που ορίσθησαν σε εθνικό νόμισμα στο πλαίσιο διαγωνισμού πριν από την 1η Ιουνίου 1978·
—
έτι επικουρικότερον, να κηρύξει άκυρο το εν λόγω άρθρο καθόσον προβλέπει την εφαρμογή του συντελεστή, στο μέτρο που αφορά τον τομέα της ζαχάρεως, στις επιστροφές που ορίσθησαν σε εθνικό νόμισμα στο πλαίσιο διαγωνισμού, πριν από την 4η Ιουνίου 1978, όταν οι σχετικές τελωνειακές διατυπώσεις έχουν εκπληρωθεί πριν από την 24η Ιουνίου 1978.
Επί του παραδεκτού
12
Οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός τις αφορά άμεσα και ατομικά. Πρόκειται για μια εκ των υστέρων μείωση των επιστροφών, οι οποίες είχαν καθοριστεί οριστικά γι' αυτές, και όχι για απλή μεταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών. Το γεγονός ότι ο κανονισμός 1837/78, καθώς και οι κανονισμοί 1182/78 και 1392/78, όσον αφορά το μέλλον, αποτελούν γενικό μέτρο και, κατά συνέπεια, η Επιτροπή επέλεξε τη νομική μορφή του κανονισμού, δεν αποκλείει, εξάλλου, το να έχουν οι κανονισμοί αυτοί, στο μέτρο που προβλέπουν την αναδρομική εφαρμογή του νομισματικού συντελεστή στις ήδη καθορισθείσες επιστροφές, το χαρακτήρα αποφάσεων που απευθύνονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και οι οποίες μπορούν να προσβληθούν από τα πρόσωπα αυτά σύμφωνα με το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης. Οι τρεις κανονισμοί περιλαμβάνουν διατάξεις με πραγματικό αναδρομικό αποτέλεσμα. Έχουν ως προορισμό τη ρύθμιση συγκεκριμένης καταστάσεως, καθόσον αφορούν ορισμένες πράξεις οι οποίες είχαν ήδη συντελεστεί όταν άρχισαν να ισχύουν αυτοί οι κανονισμοί.
13
Κατά τις προσφεύγουσες, στο μέτρο που αφορούν επιστροφές καθορισμένες πριν από την 1η Ιουνίου 1978, οι κανονισμοί αφορούν μικρό αριθμό εξαγωγέων, οριστικά γνωστών κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία. Λόγω του γεγονότος ότι είχαν καθοριστεί για τους εξαγωγείς αυτούς επιστροφές σε εθνικό νόμισμα, πριν από την 1η Ιουνίου 1978, οι εν λόγω εξαγωγείς διακρίνονται από τα άλλα πρόσωπα τα οποία αφορούσε ο γενικός κανόνας και, επομένως, μπορούν να καθοριστούν ατομικά. Οι προσφεύγουσες ανήκουν σ' αυτή την κατηγορία εξαγωγέων και, συνεπώς, υφίστανται τα συστατικά στοιχεία που δικαιολογούν το ότι ο κανονισμός αυτός τις αφορά ατομικά.
14
Η Επιτροπή, αν και δεν αντιτάχθηκε στην τροποποίηση του αντικειμένου της προσφυγής, αμφισβήτησε το παραδεκτό της προσφυγής. Κατά την Επιτροπή, έστω και αν ο προσβαλλόμενος κανονισμός τις αφορά άμεσα, δεν τις αφορά ατομικά. Ο κανονισμός 1837/78, σε συνδυασμό με τον κανονισμό 1392/78, είναι διατυπωμένος γενικά και αφηρημένα και αφορά έναν απροσδιόριστο αριθμό εμπορευομένων και όχι σαφώς καθορισμένη ομάδα από αυτούς. Περιλαμβάνει τροποποίηση των διατάξεων περί της εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών. Εξαρχής, η τροποποίηση αυτή εφαρμόζεται καταρχήν σε όλες τις πράξεις για τις οποίες οι τελωνειακές διατυπώσεις είχαν συντελεστεί από την ημέρα ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1392/78, δηλαδή την 24η Ιουνίου 1978. Ο κανονισμός 1837/78 δεν επέφερε καμία τροποποίηση σ' αυτή την αρχή που να μπορεί να έχει ενδιαφέρον στην υπό κρίση υπόθεση. Διευκρίνισε ότι, για τον τομέα της ζάχαρης, το νέο καθεστώς είχε ήδη θεσπιστεί την ημερομηνία αυτή με τον κανονισμό 1182/78.
15
Κατά την Επιτροπή, το γεγονός από το οποίο οι προσφεύγουσες αντλούν την πεποίθηση ότι ο κανονισμός τις αφορά ατομικά είναι το ότι ανήκουν σε ομάδα εξαγωγέων που επιλέγησαν μέσω διαγωνισμού πριν από μια συγκεκριμένη ημερομηνία. Αυτή η ομάδα εξαγωγέων, δεν αποτελεί, ωστόσο, παρά ένα μέρος του απροσδιόριστου αριθμού των εμπορευομένων, τους οποίους αφορά ο κανονισμός 1380/75 υπό την τροποποιημένη μορφή του, όπως αυτή προκύπτει από τον κανονισμό 1329/78. Το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες ανήκουν, στο πλαίσιο της απροσδιόριστης ομάδας των ενδιαφερομένων προσώπων, σε μια υποομάδα, η οποία χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη πραγματική κατάσταση, δεν σημαίνει ότι εξατομικεύονται από τον ίδιο τον κανονισμό. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν προβλέπει καμία διαφορά ανάλογα με το αν οι ενδιαφερόμενοι εμπορευόμενοι συμμετέχουν σε διαγωνισμούς ή αν επιλέγονται μέσω διαγωνισμού ή αν έχουν ήδη λάβει μέτρα ενόψει των εμπορικών τους συναλλαγών. Επιφυλάσσει την ίδια μεταχείριση σε όλους αυτούς που είχαν συνάψει συμβάσεις εξαγωγής για τις οποίες δεν είχαν ακόμα συμπληρωθεί οι διατυπώσεις. Εάν η άποψη των προσφευγουσών ήταν ορθή, από αυτή θα προέκυπτε ότι θα μπορούσε να συσταθεί, με αναφορά σε κατάλληλες περιστάσεις, σειρά υποομάδων, καθοριζομένων από ατομικά χαρακτηριστικά στο πλαίσιο του απροσδιόριστου αριθμού των ενδιαφερομένων ατόμων. Μια τέτοια αντίληψη θα καθιστούσε ανενεργό σε μεγάλο βαθμό την προϋπόθεση, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, που απαιτεί να αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση ατομικά τον προσφεύγοντα.
16
Το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ παρέχει το δικαίωμα σε έναν ιδιώτη να προσβάλει απόφαση που απευθύνεται σ' αυτόν ή η οποία, αν και εκδίδεται ως κανονισμός ή ως απόφαση που απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο, τον αφορά άμεσα και ατομικά. Ο σκοπός αυτής της διατάξεως είναι ιδίως να αποκλειστεί η δυνατότητα των κοινοτικών οργάνων να αποκλείουν την άσκηση προσφυγής από έναν ιδιώτη κατά μιας αποφάσεως που τον αφορά άμεσα και ατομικά, απλώς και μόνο επιλέγοντας τη μορφή κανονισμού.
17
Για να λυθεί το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής, πρέπει, επομένως, να εξετασθεί αν οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι κανονισμοί ή αποφάσεις υπό την έννοια του άρθρου 173, της Συνθήκης. Δυνάμει του άρθρου 189, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, το κριτήριο της διακρίσεως μεταξύ κανονισμού και αποφάσεως πρέπει να αναζητείται στη γενική ή όχι ισχύ της οικείας πράξεως.
18
Είναι δεδομένο ότι, από 1ης Μαρτίου 1973, η Επιτροπή καθόρισε, τόσο για τις ενδοκοινοτικές εμπορικές ανταλλαγές, όσο και για το εμπόριο με τις τρίτες χώρες, ενιαία βασικά νομισματικά εξισωτικά ποσά, υπολογιζόμενα με αναφορά στις κοινοτικές τιμές εγγυήσεως. Για τον καθορισμό, με τον τρόπο αυτό, των νομισματικών ποσών, λαμβάνεται, επομένως, υπόψη, όσον αφορά τις εξαγωγές προς τις τρίτες χώρες, όχι μόνο η τιμή των οικείων προϊόντων στην παγκόσμια αγορά, αλλά και η διαφορά μεταξύ αυτής της τιμής και της κοινοτικής τιμής εγγυήσεως, η οποία αντισταθμίζεται με τις επιστροφές λόγω εξαγωγής. Η εφαρμογή του συντελεστή στην επιστροφή έχει ως αποτέλεσμα τον καθορισμό ενός νομισματικού εξισωτικού ποσού υπολογιζόμενου βάσει της τιμής στην παγκόσμια αγορά.
19
Όπως φάνηκε στην υπόθεση 108/77, οι προσφορές των διαγωνιζομένων, στο πλαίσιο διαγωνισμού, εκφράζονται σε εθνικό νόμισμα, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 2101/75, αλλά, στο επίπεδο της Επιτροπής, το σύνολο των αριθμητικών υπολογισμών γίνεται σε λογιστικές μονάδες (λ.μ.). Οι υποβαλλόμενες προσφορές μετατρέπονται σε λ.μ. βάσει των «πρασίνων» ισοτιμιών για να μπορούν να συγκριθούν. Οι προσφορές δεν γίνονται δεκτές παρά μόνο εφόσον ληφθεί υπόψη το ανώτατο ποσό, καθορισμένο σε λ.μ., και κατόπιν συγκρίσεως προς αυτό. Όπως προκύπτει από την αποδοχή των προσφορών σε συνάρτηση με το ανώτατο ποσό, καθορισμένο σε λ.μ., οι καθοριζόμενες επιστροφές, εκπεφρασμένες σε εθνικό νόμισμα, βάσει των «πρασίνων» ισοτιμιών, εκφράζουν ήδη την επίπτωση της υπερτιμήσεως ή της υποτιμήσεως του οικείου νομίσματος, την οποία έχουν ως σκοπό να διορθώσουν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά. Η είσπραξη ή η χορήγηση του συνόλου του νομισματικού εξισωτικού ποσού που καθορίστηκε για τις ενδοκοινοτικές εμπορικές ανταλλαγές έχει έτσι ως αποτέλεσμα το διπλασιασμό της επιπτώσεως της νομισματικής εξισώσεως στο τμήμα της κοινοτικής τιμής εγγυήσεως, το οποίο αντιπροσωπεύει την επιστροφή λόγω εξαγωγής. Η εφαρμογή του συντελεστή συγχρόνως με τη χορήγηση ή την είσπραξη του νομισματικού εξισωτικού ποσού επιτρέπει την αποφυγή αυτής της διπλής επιπτώσεως.
20
Κατ' εφαρμογή των αρχών που εκτέθηκαν πιο πάνω η Επιτροπή θεώρησε απαραίτητο να εκδώσει τους βαλλόμενους κανονισμούς στην προκείμενη περίπτωση.
21
Οι κανονισμοί αυτοί δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση των καθορισμένων επιστροφών αλλά μόνο, μέσω της εφαρμογής του συντελεστή στις επιστροφές, τη διόρθωση του νομισματικού εξισωτικού ποσού, μειώνοντάς το, όσον αφορά τα υπερτιμημένα νομίσματα και αυξάνοντάς το, όσον αφορά τα υποτιμημένα. Η εφαρμογή του συντελεστή δεν αποτελεί παρά μόνο ένα τεχνικό μέσο διορθώσεως, στο εμπόριο με τις τρίτες χώρες, του βασικού νομισματικού εξισωτικού ποσού, το οποίο καθορίζεται σε ενιαίο επίπεδο, υπολογιζόμενο βάσει των κοινοτικών τιμών. Πρόκειται, επομένως, για τη μείωση του βασικού νομισματικού εξισωτικού ποσού κατά ένα ποσό που υπολογίζεται εφαρμόζοντας στην εισφορά ή στην επιστροφή τον συντελεστή, ο οποίος προκύπτει από την ανατίμηση ή την υποτίμηση, έτσι ώστε να μην επηρεάζεται η μείωση της ίδιας της επιστροφής.
22
Ο μηχανισμός εφαρμογής του συντελεστή στις επιστροφές εφαρμόζεται στο σύνολο των συμμετεχόντων στο διαγωνισμό, όποια και αν είναι η ημερομηνία της αποδοχής της προσφοράς τους, εφόσον η εξαγωγή πραγματοποιείται μετά την 1η Ιουνίου 1978. Οι εν λόγω κανονισμοί περιέχουν κανονιστικά μέτρα. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το ότι αφορούν ατομικά τις προσφεύγουσες, υπό την έννοια του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, και, συνεπώς, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
Kutscher
O'Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 20 Νοεμβρίου 1979.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 20 Νοεμβρίου 1979.
Kutscher
O'Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy