ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 27ης Φεβρουαρίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 169/78,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Antonino Abate, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το νομικό της σύμβουλο Mario Cervino, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης, για την έγγραφη διαδικασία, από τον πρεσβευτή Adolfo Maresca, επικουρούμενο από το Mario Fanelli, avvocato dello Stato, και, για την προφορική διαδικασία, από τον Ivo Maria Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα της πρεσβείας της Ιταλίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιβάλλοντας υπό τη μορφή φορολογικής ταινίας φόρο διαφορικό που πλήττει τα εισαγόμενα αποστάγματα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, Α. O'Keeffe και Α. Touffait, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο της 7ης Αυγούστου 1978, η Επιτροπή άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία εφαρμόζοντας διαφορετική φορολογία στα αποστάγματα παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Το Δικαστήριο επελήφθη συγχρόνως προσφυγής της Επιτροπής κατά του Βασιλείου της Δανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας η οποία αναφέρεται σε παρόμοια προβλήματα. Οι προσφυγές περιλαμβάνουν και στις τρεις περιπτώσεις ορισμένες γενικές σκέψεις από τις οποίες προκύπτει ότι οι προσφυγές αυτές αποτελούν τμήμα γενικής ενεργείας η οποία αποβλέπει στη διασφάλιση της τηρήσεως από τα ενδιαφερόμενα κράτη των δεσμεύσεων που τους επιβάλλει η Συνθήκη επί του θέματος αυτού. Κατόπιν αυτού παρίσταται ενδεδειγμένο να διευκρινιστούν προκαταρκτικά ορισμένα ζητήματα αρχής τα οποία είναι κοινά και στις τρεις υποθέσεις, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 95 ενόψει των ιδιομορφιών της αγοράς αποσταγμάτων.
Επί της ερμηνείας του άρθρου 95
3
Κατά το γράμμα του άρθρου 95, εδάφιο 1, «κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει άμεσα ή έμμεσα στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανωτέρους από εκείνους που επιβαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εθνικά προϊόντα». Στο εδάφιο 2 προστίθεται ότι «κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους, η φύση των οποίων οδηγεί έμμεσα στην προστασία άλλων προϊόντων».
4
Οι παρατεθείσες διατάξεις συνιστούν, μέσα στο σύστημα της Συνθήκης, συμπλήρωμα των διατάξεων περί καταργήσεως των δασμών και των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Έχουν ως σκοπό τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού, με την κατάργηση κάθε είδους προστασίας που μπορεί να προκύψει με την εφαρμογή εσωτερικών φόρων δυσμενών έναντι προϊόντων που κατάγονται από άλλα κράτη μέλη. Όπως ορθώς εξέθεσε η Επιτροπή, το άρθρο 95 πρέπει να εγγυάται την απόλυτη ουδετερότητα των εσωτερικών φόρων ενόψει του ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικών προϊόντων και των εισαγομένων προϊόντων.
5
Τον βασικό κανόνα επί του θέματος αυτού αποτελεί το εδάφιο 1 του άρθρου 95, το οποίο στηρίζεται στη σύγκριση των φορολογικών επιβαρύνσεων που πλήττουν τα εθνικά προϊόντα και τα εισαγόμενα προϊόντα που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «ομοειδή». Η διάταξη αυτή, όπως είχε την ευκαιρία το Δικαστήριο να υπογραμμίσει στην απόφαση Hansen και Balle, της 10ης Οκτωβρίου 1978 (υπόθεση 148/77, Raccolta 1978, σ. 1787), πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, κατά τρόπο ώστε να επιτρέπει τη σύλληψη όλων των φορολογικών μέτρων που προσβάλλουν την ίση μεταχείριση των εθνικών προϊόντων και των εισαγομένων προϊόντων. Πρέπει επομένως να ερμηνεύεται κατά τρόπο αρκετά ελαστικό η έννοια των «ομοειδών» προϊόντων. Όπως διευκρίνησε το Δικαστήριο στην απόφαση Rewę, της 17ης Φεβρουαρίου 1976 (υπόθεση 45/75, Raccolta 1976, σ. 181), πρέπει να θεωρούνται ως ομοειδή τα προϊόντα, τα οποία «εμφανίζουν έναντι των καταναλωτών ανάλογες ιδιότητες fļ ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες». Επομένως, το πεδίο εφαρμογής του πρώτου εδαφίου του άρθρου 95 πρέπει να καθορίζεται με κριτήριο όχι αυστηρής ταύτισης, αλλά με κριτήριο αναλογίας και δυνατότητα συγκρίσεως κατά τη χρησιμοποίηση.
6
Το εδάφιο 2 του άρθρου 95 αποβλέπει επιπλέον στο να περιλάβει κάθε μορφή έμμεσου φορολογικού προστατευτισμού στις περιπτώσεις προϊόντων, τα οποία, χωρίς να είναι ομοειδή κατά την έννοια του εδαφίου 1, βρίσκονται πάντως με ορισμένα προϊόντα του κράτους εισαγωγής σε σχέση ανταγωνισμού έστω και μερική, έμμεση ή δυνατή. Το Δικαστήριο αποσαφήνισε ήδη ορισμένες όψεις αυτής της διατάξεως στην απόφαση του FinkFrucht, της 4ης Απριλίου 1968 (υπόθεση 27/67, Raccolta 1968, σ. 327), με την οποία έγινε δεκτό ότι αρκεί, για την εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 95 το εισαγόμενο προϊόν να βρίσκεται σε ανταγωνισμό με την προστατευόμενη εθνική παραγωγή σε μια ή περισσότερες οικονομικές χρήσεις, ακόμη κι αν δεν πληρούται απολύτως η προϋπόθεση του ομοειδούς που απαιτεί το άρθρο 95, εδάφιο 1.
7
Ενώ το κριτήριο εκτιμήσεως που αναφέρεται στο εδάφιο 1 συνίσταται στη σύγκριση των φορολογικών βαρών, είτε πρόκειται για το συντελεστή είτε για τους όρους της φορολογικής βάσεως είτε για άλλες λεπτομέρειες εφαρμογής, το εδάφιο 2, λαμβανομένης υπόψη της δυσκολίας καθορισμού αρκετά ακριβών συγκρίσεων μεταξύ των εν λόγω προϊόντων, στηρίζεται σ' ένα ευρύτερο κριτήριο, δηλαδή στον προστατευτικό χαρακτήρα του συστήματος εσωτερικών φόρων.
8
Η εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση του κριτηρίου του ομοειδούς, το οποίο καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως του άρθρου 95, εδάφιο 1, έδωσε λαβή σε διαφορές εκτιμήσεως μεταξύ των διαδίκων. Κατά την άποψη της Επιτροπής, όλα τα αποστάγματα, ανεξαρτήτως της πρώτης ύλης που χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή τους, εμφανίζουν ανάλογες ιδιότητες και ικανοποιούν ουσιωδώς τις ίδιες απαιτήσεις των καταναλωτών. Κατόπιν αυτού, ανεξαρτήτως των ειδικών χαρακτηριστικών των διαφόρων προϊόντων που εμπίπτουν σ' αυτή την κατηγορία και ανεξαρτήτως των συνηθειών της καταναλώσεως στις διάφορες περιοχές της Κοινότητας, τα αποστάγματα ως τελικά προϊόντα αντιπροσωπεύουν για τους καταναλωτές μια ενιαία αγορά. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αντίληψη αυτή απηχεί τις προτάσεις που υπέβαλε η Επιτροπή στο Συμβούλιο για τη θέσπιση κοινής οργανώσεως αγοράς του οινοπνεύματος, στηριζόμενης στην εφαρμογή ενιαίου φορολογικού συντελεστή για όλα τα εν λόγω προϊόντα, ανάλογα με το περιεχόμενο τους σε καθαρό οινόπνευμα.
9
Οι Κυβερνήσεις των καθών η κρινόμενη προσφυγή τριών κρατών μελών αμφισβητούν αυτή την άποψη. Κατά τη γνώμη τους, μπορούν να διακριθούν μεταξύ των αποσταγμάτων διάφορες κατηγορίες προϊόντων, τα οποία διαφέρουν ανάλογα είτε με τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν είτε με τα τυπικά χαρακτηριστικά τους είτε με τις συνήθειες της καταναλώσεως που παρατηρήθηκαν στα διάφορα κράτη μέλη.
10
Επί του θέματος αυτού παρατηρεί πάντως η Επιτροπή ότι η εκτίμηση των χαρακτηριστικών των διαφόρων οινοπνευματωδών ποτών καθώς και των συνηθειών της καταναλώσεως κυμαίνονται στο χώρο και στο χρόνο και ότι τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να παράσχουν έγκυρα κριτήρια εκτιμήσεως από το πρίσμα της Κοινότητας, λαμβανόμενης στο σύνολο της. Τονίζει επιπλέον τον κίνδυνο να αποκρυσταλλωθούν τέτοιες συνήθειες μέσω των φορολογικών ταξινομήσεων που υφίστανται στα κράτη μέλη.
11
Η κρίση του Δικαστηρίου επί των γνωμών αυτών έχει ως εξής. Η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 95 στις ειδικές εθνικές καταστάσεις, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο των προσφυγών που ασκήθηκαν από την Επιτροπή πρέπει να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο της γενικής καταστάσεως της αγοράς οινοπνευματούχων ποτών στην Κοινότητα. Επί του θέματος αυτού πρέπει να ληφθούν υπόψη τρεις σειρές σκέψεων:
α)
δεν θα πρέπει, κατ' αρχάς, να αγνοηθεί το γεγονός ότι όλα τα εν λόγω προϊόντα, ανεξάρτητα από τα ειδικά χαρακτηριστικά τους, εμφανίζουν κοινές γενικές γραμμές. Όλα προέρχονται από απόσταξη· όλα περιλαμβάνουν, ως κύριο χαρακτηριστικό στοιχείο, την παρουσία οινοπνεύματος ικανού για την ανθρώπινη κατανάλωση σε βαθμό συγκεντρώσεως σχετικά υψηλό. Από αυτό προκύπτει ότι μέσα στην ευρύτερη ομάδα των οινοπνευματωδών ποτών, τα αποστάγματα αποτελούν ένα σύνολο που μπορεί να εξατομικευθεί, το οποίο συνδέεται με κοινά χαρακτηριστικά.
β)
ανεξάρτητα από τα κοινά χαρακτηριστικά, μπορούν να διακριθούν εντός αυτού του συνόλου προϊόντα που εμφανίζουν ίδια χαρακτηριστικά που λίγο πολύ είναι τονισμένα. Τα χαρακτηριστικά αυτά προέρχονται είτε από την πρώτη ύλη που χρησιμοποιήθηκε (από την άποψη αυτή μπορούν να διακριθούν ιδίως τα αποστάγματα οίνου, οπωρών, δημητριακών και ζαχαροκάλαμου) είτε από τον τρόπο παρασκευής είτε ακόμη από τις αρωματικές ουσίες που προστέθηκαν. Τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά επιτρέπουν πράγματι τον καθορισμό τυπικών ποικιλιών αποσταγμάτων σε σημείο ώστε μερικά μεταξύ αυτών να προστατεύονται ακόμη και από ονομασίες προελεύσεως.
γ)
συγχρόνως, δεν πρέπει επίσης να λησμονείται η παρουσία, μεταξύ των αποσταγμάτων κοντά στα ακριβώς καθορισμένα προϊόντα τα οποία εξυπηρετούν χρήσεις σχετικά ακριβείς, και άλλα προϊόντα με χαρακτηριστικά λιγότερο τονισμένα και για σκοπούς πιο αόριστους. Πρόκειται, αφενός, για πολυάριθμα προϊόντα που προέρχονται από οινοπνεύματα αποκαλούμενα «ουδέτερα», δηλαδή από οινοπνεύματα πολλών προελεύσεων, συμπεριλαμβανομένων των οινοπνευμάτων από μέλασσα και πατάτες. Τα προϊόντα αυτά εξατομικεύονται μόνο με πρόσθετες αρωματικές ουσίες με γεύση λίγο πολύ τονισμένη. Αφετέρου, πρέπει να επιστηθεί η προσοχή στην παρουσία, μεταξύ των αποσταγμάτων, προϊόντων που μπορούν να καταναλωθούν υπό διάφορες μορφές, είτε σε κατάσταση αμιγή είτε αραιωμένα είτε ακόμη υπό τη μορφή μιγμάτων. Τα προϊόντα αυτά μπορούν επομένως να ανταγωνιστούν μ' ένα φάσμα λίγοπολύ ευρύ άλλων οινοπνευματωδών προϊόντων με πιο περιορισμένη χρήση. Επομένως, και οι τρεις δίκες που εκκρεμούν ενώπιν του Δικαστηρίου χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι σε κάθε μια πρόκειται, πέραν των σαφώς οριοθετημένων αποσταγμάτων, για ένα ή περισσότερα προϊόντα με ευρύ φάσμα χρήσεως.
12
Από την εξέταση αυτή της αγοράς αποσταγμάτων προκύπτουν δύο συμπεράσματα. Πρώτον, μεταξύ των αποσταγμάτων, λαμβανομένων ως ενιαίο σύνολο, υφίσταται ένας ακαθόριστος αριθμός ποτών, τα οποία πρέπει να χαρακτηρισθούν ως «ομοειδή προϊόντα» κατά την έννοια του άρθρου 95, εδάφιο 1, μολονότι είναι δύσκολο να κριθούν από την άποψη αυτή στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των κριτηρίων διακρίσεως, όπως είναι η γεύση και οι συνήθειες της καταναλώσεως. Δεύτερον, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατό να αναγνωριστεί ένας ικανοποιητικός βαθμός ομοειδούς μεταξύ των οικείων προϊόντων, υφίστανται πάντως μεταξύ όλων των αποσταγμάτων κοινά χαρακτηριστικά αρκετά ανάγλυφα για να γίνει δεκτή η ύπαρξη σε όλες τις περιπτώσεις, σχέσεως ανταγωνισμού τουλάχιστον μερικής ή δυνατής. Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι η εφαρμογή του άρθρου 95, εδάφιο 2, μπορεί να ληφθεί υπόψη στις περιπτώσεις όπου η σχέση του ομοειδούς μεταξύ ειδικών ποικιλιών αποσταγμάτων παραμένει αμφίβολη ή αμφισβητείται.
13
Από τις πιο πάνω σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 95, θεωρούμενο γενικά, μπορεί να εφαρμοστεί αδιακρίτως για όλα τα εν λόγω προϊόντα. Αρκεί επομένως να ερευνηθεί αν η εφαρμογή ενός συγκεκριμένου εθνικού φορολογικού συστήματος δημιουργεί διακρίσεις ή, ενδεχομένως, είναι προστατευτικό, δηλαδή αν υφίσταται διαφορά στο συντελεστή ή στις λεπτομέρειες επιβολής του φόρου, και αν αυτή η διαφορά είναι ικανή να ευνοήσει μια συγκεριμένη εθνική παραγωγή. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να ερευνηθεί, για κάθε μια από τις ασκηθείσες από την Επιτροπή προσφυγές, η οικονομική σχέση μεταξύ των οικείων προϊόντων και των χαρακτηριστικών των φορολογικών συστημάτων που αποτελούν αντικείμενο των διαφορών.
14
Οι διάδικοι επικαλέστηκαν στις διάφορες δίκες, όσον αφορά τη διαφορά μεταξύ περισσοτέρων κατηγοριών οινοπνευματούχων προϊόντων, ορισμένες σκέψεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση Hansen και Balle που αναφέρθηκε πιο πάνω, η οποία εκδόθηκε όταν οι παρούσες προσφυγές ήταν εκκρεμείς. Η αναφορά στην απόφαση αυτή αφορούσε ειδικότερα ένα χωρίο της, σύμφωνα με το οποίο, «υπό τη σημερινή κατάσταση εξελίξεως του και ελλείψει ενοποιήσεως ή εναρμονίσεως των κρισίμων διατάξεων, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να παρέχουν φορολογικά πλεονεκτήματα, υπό τύπον απαλλαγής ή μειώσεως του φόρου σε ορισμένα είδη οινοπνεύματος ή σε ορισμένες κατηγορίες παραγωγών» και «φορολογικές διευκολύνσεις αυτού του είδους μπορούν να εξυπηρετήσουν θεμιτούς οικονομικούς ή κοινωνικούς σκοπούς, όπως η χρήση από την οινοπνευματοποιία ορισμένων πρώτων υλών, η διατήρηση της παραγωγής τυπικών αποσταγμάτων υψηλής ποιότητας ή η διατήρηση ορισμένων κατηγοριών εκμεταλλεύσεως, όπως τα γεωργικά αποστακτήρια».
15
Ορισμένες από τις καθών η υπό κρίση προσφυγή κυβερνήσεις επικαλέστηκαν αυτούς τους ισχυρισμούς για να δικαιολογήσουν το φορολογικό τους σύστημα· κατόπιν αυτού το Δικαστήριο άκουσε τις απόψεις της Επιτροπής επί του θέματος αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η διαφοροποίηση των φορολογικών συντελεστών που εφαρμόζονται στις διάφορες κατηγορίες οινοπνευματωδών ποτών και επί των προθέσεων της επί του θέματος αυτού σε σχέση με την εναρμόνιση των φορολογικών νομοθεσιών. Η Επιτροπή, αφού επαναβεβαίωσε την άποψη της όσον αφορά το ομοειδές όλων των αποσταγμάτων και την πρόθεση της να υποστηρίξει την εισαγωγή, τουλάχιστον κατ' αρχήν, ενιαίου φορολογικού συντελεστή στους μελλοντικούς κοινοτικούς κανονισμούς, επισύρει την προσοχή επί του γεγονότος ότι τα προβλήματα που συνδέονται με τη χρησιμοποίηση ορισμένων πρώτων υλών, με τη διατήρηση προϊόντων υψηλής ποιότητας και με την οικονομική δομή των επιχειρήσεων παρασκευής, στις οποίες αναφέρθηκε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση του, μπορούν να επιλυθούν μέσω ενισχύσεων λόγω παραγωγής ή συστημάτων αντισταθμίσεως μεταξύ των παραγωγών, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς του κόστους των χρησιμοποιουμένων πρώτων υλών. Υπογραμμίζει το γεγονός ότι ήδη ο σκοπός αυτός έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αμπελοοινικής αγοράς, όσον αφορά τα αποστάγματα οίνου. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, τέτοιες διατάξεις μπορούν να διαφυλάξουν τις πιθανότητες επιβιώσεως στην αγορά ορισμένων προϊόντων που μειονεκτούν λόγω κόστους παραγωγής, χωρίς να χρειαστεί σχετικά να γίνει προσφυγή στη μέθοδο μεταβολής των φορολογικών συντελεστών.
16
Το Δικαστήριο, ενόψει των πιο πάνω εκτεθεισών απόψεων, παρατηρεί ότι, ναι μεν αναγνώρισε στην απόφαση Hansen και Balle — αφού έλαβε υπόψη του το τότε στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου — τη νομιμότητα ορισμένων φορολογικών απαλλαγών ή ορισμένων φορολογικών ελαφρύνσεων, υπό την προϋπόθεση όμως, για τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση αυτών των δυνατοτήτων, να επεκτείνουν το σχετικό προνόμιο κατά τρόπο που να μη δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις για τα εισαγόμενα προϊόντα που τελούν υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η νομιμότητα των πρακτικών αυτών έχει αναγνωριστεί κυρίως για να επιτραπεί η διατήρηση παραγωγών ή επιχειρήσεων οι οποίες, χωρίς τα ειδικά αυτά φορολογικά ευνοϊκά μέτρα, δεν θα ήταν πλέον αποδοτικές λόγω της αυξήσεως του κόστους παραγωγής. Αντίθετα, οι σκέψεις που εκφράζει αυτή η απόφαση δεν πρέπει να νοηθούν υπό την έννοια ότι μπορούν να νομιμοποιήσουν φορολογικές διαφοροποιήσεις που ενέχουν διακρίσεις ή έχουν χαρακτήρα προστατευτικό.
Επί του αντικειμένου της διαφοράς και επί του παραδεκτού της προσφυγής
17
Η προσφυγή που ασκήθηκε από την Επιτροπή αφορά την προβλεπόμενη από την ιταλική φορολογική νομοθεσία — όπως ισχύει δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6 του νομοθετικού διατάγματος 745, της 26ης Οκτωβρίου 1970 (GU, σ. 7193), που κυρώθηκε από το νόμο 1034, της 18ης Δεκεμβρίου 1970 (GU, σ. 8543) — επίθεση φορολογικών ταινιών επί των δοχείων τα οποία περιλαμβάνουν αποστάγματα που προορίζονται για λιανική πώληση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι συντελεστές αυτοί, που κλιμακώνονται ανάλογα με την περιεκτικότητα των δοχείων, αποτελούν, για τα αποστάγματα που προέρχονται από σιτηρά ή ζαχαροκάλαμο, πολλαπλάσιο των συντελεστών που ισχύουν για τα αποστάγματα οίνου και στεμφυλών. Η Επιτροπή θεωρεί αυτό το φορολογικό σύστημα αντίθετο προς τις διατάξεις του άρθρου 95 της Συνθήκης κατά το μέρος που οι πιο βαρείς φορολογικοί συντελεστές πλήττουν τα προϊόντα τα οποία είναι κυρίως εισαγόμενα, ενώ οι πιο ευνοϊκοί φορολογικοί συντελεστές επιφυλάσσονται για τα αποστάγματα οίνου και στεμφυλών, που αποτελούν χαρακτηριστικά ιταλικά προϊόντα.
18
Η Επιτροπή τονίζει στην προσφυγή της το γεγονός ότι το σύστημα των φορολογικών ταινιών δεν αποτελεί παρά μια από τις όψεις του ιταλικού φορολογικού συστήματος των οινοπνευμάτων, το οποίο περιλαμβάνει και άλλους φόρους, δηλαδή την «κρατική επιβάρυνση», που επιβάλλεται στο στάδιο της παραγωγής, και το φόρο προστιθεμένης αξίας, που επιβάλλεται στο στάδιο της διαθέσεως στο εμπόριο. Ήδη εκκρεμούν δίκες περί παραβάσεως, οι οποίες στηρίζονται στο άρθρο 169 της Συνθήκης, λόγω των διακρίσεων που επάγονται τα δύο αυτά φορολογικά συστήματα.
19
Η ιταλική κυβέρνηση αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής λόγω του ότι η Επιτροπή απέσπασε το ζήτημα των φορολογικών ταινιών από τα λοιπά στοιχεία του φορολογικού συστήματος των οινοπνευματωδών ποτών. Κατά την άποψη της ιταλικής κυβερνήσεως, η παρουσίαση της προσφυγής με τον τρόπο αυτό εμποδίζει την κατανόηση του προβλήματος στο σύνολο του και κινδυνεύει έτσι να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να προδικάσει την κατάσταση υπό το φως ενός δευτερεύοντος θέματος του συστήματος της επίδικης φορολογίας.
20
Η πιο πάνω ένσταση απαραδέκτου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Μολονότι θα φαινόταν χρήσιμη η έρευνα στο σύνολο του ενός φορολογικού συστήματος που δίνει λαβή σε επικρίσεις εκ μέρους της Επιτροπής υπό διάφορες απόψεις, πρέπει να εκτιμηθεί το γεγονός ότι το σύστημα των φορολογικών ταινιών συνιστά, στο σύνολο του επιδίκου συστήματος στοιχείο απολύτως αποσπαστό και ικανό, υπό την ιδιότητα του αυτή, να κριθεί χωριστά. Είναι προφανές ότι η κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορεί υπό τις προϋποθέσεις αυτές να προχωρήσει πέρα από τά γεγονότα των οποίων επελήφθη και, κατά συνέπεια, ότι δεν μπορεί να προδικασθεί έτσι η λύση των λοιπών συναφών προβλημάτων.
21
Θα πρέπει ακόμη να υπενθυμιστεί ότι, κατά την ιταλική κυβέρνηση η προσφυγή που ασκήθηκε βάσει του άρθρου 95, εδάφιο 1, είναι απαράδεκτη κατά το μέτρο που η Επιτροπή την στηρίζει συγχρόνως, επικουρικά, στο εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου, υποστηρίζουσα μάλιστα τη δεύτερη αυτή παράβαση για την οποία κατηγορεί την ιταλική δημοκρατία με υπερβολικά γενική φρασεολογία.
22
Εν προκειμένω παρατηρείται ότι η ένσταση αυτή της Ιταλικής Κυβερνήσεως αφορά στην πραγματικότητα την ουσία της διαφοράς και επομένως πρέπει να ερευνηθεί μαζί μ' αυτήν.
23
Όσον αφορά την ουσία της διαφοράς, η ιταλική κυβέρνηση προβάλλει δύο ειδών επιχειρήματα όσον αφορά:
—
την έλλειψη του ομοειδούς, κατά την έννοια του άρθρου 95, εδάφιο 1, μεταξύ προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο διαφορετικής φορολογίας και
—
την έλλειψη έμμεσης προστασίας των εθνικών προϊόντων, κατά την έννοια του άρθρου 95, εδάφιο 2.
Επί της εκτιμήσεως του αμφισβητουμένου φορολογικού συστήματος
24
Σύμφωνα με την πιο πάνω αναπτυχθείσα άποψη, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα προϊόντα που ταξινομούνται από την ιταλική νομοθεσία σε διαφορετικές φορολογικές κατηγορίες — αφενός απόσταγμα που προέρχεται από σιτηρά και ζαχαροκάλαμο και αφετέρου απόσταγμα που προέρχεται από οίνο και στέμφυλα — πρέπει να θεωρηθούν ως προϊόντα «ομοειδή», κατά την έννοια του άρθρου 95, εδάφιο 1, της Συνθήκης.
25
Η προσφυγή της Επιτροπής στηρίζεται επικουρικά στο λόγο ακυρώσεως περί παραβάσεως του άρθρου 95, εδάφιο 2 από την ιταλική δημοκρατία, για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν αναγνωρίσει την ύπαρξη σχέσεως ομοειδούς μεταξύ των εν λόγω προϊόντων. Η Επιτροπή εκτιμά ότι, παρά τα βασικά τους χαρακτηριστικά, τα διάφορα είδη των επίμαχων αποσταγμάτων βρίσκονται τουλάχιστον σε σχέση ανταγωνισμού υποκαταστάσεως, όπως αντιμετωπίζεται από το άρθρο 95, εδάφιο 2. Η κατάσταση αυτή αποσαφηνίζεται από τις προσπάθειες στις οποίες προβαίνουν ορισμένα κράτη για να επιτύχουν, για τις ονομασίες προελεύσεως ορισμένων αποσταγμάτων, προστασία η οποία δεν θα ενδιέφερε αν τα προσόντα ήταν απολύτως διακεκριμένα από άλλα προϊόντα ανταγωνιστικά.
26
Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 95, εδάφιο 1, η ιταλική κυβέρνηση αμφισβητεί ότι τα προϊόντα που έχουν ταξινομηθεί σε διαφορετικές κατηγορίες ενόψει της επιθέσεως φορολογικών ταινιών — αποστάγματα προερχόμενα από σιτηρά και ζαχαροκάλαμο, αφενός, και αποστάγματα προερχόμενα από οίνο και στέμφυλα, αφετέρου — μπορούν να λογισθούν ως προϊόντα «ομοειδή», κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης. Η ιταλική κυβέρνηση, αναφερόμενη στα κριτήρια που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση Rewę, παρατηρεί ότι, χωρίς να μειώνεται η σημασία που μπορούν να έχουν για τον καταναλωτή τα προσόντα ενός προϊόντος, δεν πρέπει όμως να υπερεκτιμάται αυτό το στοιχείο σε σημείο που να αγνοηθούν τα ουσιαστικά κριτήρια που στηρίζονται στη διαφορά των πρώτων υλών, στο είδος του οινοπνεύματος και στη μέθοδο παρασκευής. Η ιταλική κυβέρνηση εκτιμά, πράγματι, ότι από διάφορες πρώτες ύλες (οίνος, στέμφυλα, οπώρες, μέλασσα, σιτηρά ή χυμός ζαχαροκάλαμου), λαμβάνονται, με την εφαρμογή ποικίλων μεθόδων παραγωγής, αποστάγματα πολύ διαφορετικών μορφών, το καθένα από τα οποία συνιστά ούτως ειπείν δικό του κόσμο και που χωρίς δυσκολία μπορεί κάθε καταναλωτής να το διακρίνει.
27
Εν προκειμένω, κατά την άποψη της καθής η προσφυγή κυβερνήσεως, πρόκειται για προϊόντα «εντελώς διαφορετικά», τόσο λόγω της ποικιλίας των βασικών πρώτων υλών, όσο και λόγω των μεθόδων παρασκευής και των βασικών χαρακτηριστικών των προϊόντων που προκύπτουν από τους δύο αυτούς συνδυασμένους παράγοντες. Η πείρα καταδεικνύει ότι η εκλογή των καταναλωτών είναι πάντοτε πολύ ακριβής, καθορισμένη από τη γεύση, από τις συνήθειες, από τα αληθινά ή υποτιθέμενα προσόντα των προϊόντων, περιλαμβανομένων και των από απόψεως υγείας χαρακτηριστικών τους.
28
Περαιτέρω, η ιταλική κυβέρνηση επικαλείται την τελωνειακή ταξινόμηση, όπως εμφαίνεται από τις υποδιαιρέσεις της διακρίσεως 22.09 C του κοινού δασμολογίου μέσα στην οποία το ρούμι και το ουΐσκυ αποτελούν ειδικές υποδιαιρέσεις. Επισημαίνει επίσης το γεγονός ότι, στην ονοματολογία των τελωνειακών στατιστικών, το ουΐσκυ καθώς και το απόσταγμα οίνου και στεμφύλων φέρουν διαφορετικούς στατιστικούς αριθμούς.
29
Η ιταλική κυβέρνηση θεωρεί αβάσιμη την κατηγορία περί δυσμενούς διακρίσεως που διατυπώνει η Επιτροπή, διότι, κατά την άποψη της, η τιμή της φορολογικής ταινίας που επιβάλλεται για τα αποστάγματα σιτηρών και ζαχαροκάλαμου είναι ίδια τόσο για τα αποστάγματα εισαγωγής, όσο και για τα αποστάγματα που παράγονται στην Ιταλία. Επίσης, τα εισαγόμενα αποστάγματα που προέρχονται από οίνο και στέμφυλα φορολογούνται με τον ίδιο συντελεστή όπως και τα εθνικά αντίστοιχα αποστάγματα. 'Ετσι, τηρείται η ίση μεταχείριση για τα ίδια προϊόντα, ανεξάρτητα από την προέλευση τους.
30
Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 95, εδάφιο 2, η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται, όπως φαίνεται να νομίζει η Επιτροπή, στη διαφορά φορολογίας μεταξύ εθνικών προϊόντων και εισαγομένων προϊόντων, αλλά στην προστατευτική φύση ενός δεδομένου εθνικού φορολογικού συστήματος. 'Ετσι, παρά τη διαφορά των ισχυόντων φορολογικών συντελεστών, φαίνεται ότι η εισαγωγή ουΐσκυ από την Ιταλία είχε σημαντική αύξηση, ενώ η κατανάλωση αποσταγμάτων προερχομένων από οίνο και στέμφυλα αυξήθηκε ανεπαίσθητα. Γενικά, η Επιτροπή επιχειρεί, με την προσφυγή της, να εκβιάσει την εξίσωση των φορολογικών συντελεστών, κηρύσσοντας όλα τα αποστάγματα ομοειδή ή τουλάχιστον ανταγωνιστικά, κατά την έννοια του άρθρου 95.
31
Η δασμολογική κατάταξη των οινοπνευματωδών ποτών, η οποία επινοήθηκε από τις ανάγκες του εξωτερικού εμπορίου, δεν μπορεί να παράσχει στην προκειμένη περίπτωση αποφασιστικά στοιχεία για την αξιολόγηση του κριτηρίου του ομοειδούς, κατά την έννοια του άρθρου 95, εδάφιο 1 της Συνθήκης. Η ίδια παρατήρηση ισχύει και για τις τελωνειακές στατιστικές, σκοπός των οποίων είναι η καταγραφή της ευρύτητας των εμπορευμάτων στις διάφορες δασμολογικές κλάσεις, οι οποίες όμως δεν μπορούν να παράσχουν στοιχεία για τις σχέσεις ανταγωνισμού μεταξύ των εμπορευμάτων που έχουν καταταγεί στις διάφορες κατηγορίες. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο δεδομένου ότι οι διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η ιταλική φορολογική νομοθεσία δεν αντιστοιχούν παρά πολύ απομακρυσμένα με τις υποδιαιρέσεις της διακρίσεως 22.09 C του τελωνειακού δασμολογίου.
32
Η ιταλική κυβέρνηση έχει ασφαλώς δίκαιο όταν τονίζει τη σπουδαιότητα των πρώτων υλών και των μεθόδων παρασκευής και τον καθορισμό των χαρακτηριστικών διαφορών μεταξύ των διαφόρων αποσταγμάτων. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον παράγοντα αυτό στην απόφαση Rewę, με την οποία δέχτηκε, ως κριτήριο του ομοειδούς, τις ιδιότητες των προϊόντων, καθώς επίσης και τις ανάγκες των καταναλωτών. Εντούτοις, έστω και αν μπορούν να αναγνωριστούν ορισμένα ποτά με εξειδικευμένες ιδιότητες και τα οποία ανταποκρίνονται, κατόπιν αυτού, σε ειδικές χρήσεις, δεν πρέπει να αγνοείται η παρουσία στην αγορά και άλλων οινοπνευματωδών ποτών τα οποία μπορούν να καταναλωθούν υπό τις πιο ποικίλες συνθήκες, είτε σε κατάσταση αμιγή είτε αραιωμένα είτε υπό τη μορφή μιγμάτων και ικανών, υπό την ιδιότητα τους αυτή, να ικανοποιήσουν ευρύτερες ανάγκες· αυτό ισχύει μεταξύ άλλων για το ου'ί'σκυ και το ρούμι, η φορολογία των οποίων αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς. Ακριβώς αυτή η ελαστικότητα επιτρέπει να θεωρηθούν τα ποτά αυτού του είδους ως ομοειδή με ιδιαιτέρως υψηλό αριθμό άλλων οινοπνευματωδών ποτών ή ως ευρισκόμενα με τα ποτά αυτά σε σχέση τουλάχιστον μερικού ανταγωνισμού.
33
Κατόπιν σταθμίσεως όλων αυτών των παραγόντων, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι αναγκαίο για να επιλυθεί η παρούσα διαφορά να κρίνει το ζήτημα αν τα οικεία οινοπνευματώδη ποτά είναι εν μέρει ή εν όλω προϊόντα ομοειδή, κατά την έννοια του άρθρου 95, εδάφιο 1, δεδομένου ότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ευλόγως ότι βρίσκονται, χωρίς εξαίρεση, σε σχέση τουλάχιστον μερικού ανταγωνισμού με τα εθνικά προϊόντα που αναφέρονται στην προσφυγή και εφόσον, άλλωστε, ο προστατευτικός χαρακτήρας του ιταλικού φορολογικού συστήματος, κατά την έννοια του άρθρου 95, εδάφιο 2, είναι αναμφισβήτητος.
34
Πράγματι, όπως αναφέρεται πιο πάνω, τα αποστάγματα που προέρχονται από σιτηρά και από το ρούμι, εφόσον αποτελούν προϊόντα αποστάξεως, έχουν αρκετές κοινές ιδιότητες με τα αποστάγματα που προέρχονται από οίνο και στέμφυλα, ώστε να αποτελέσουν, τουλάχιστον υπό ορισμένες περιστάσεις, εναλλακτική λύση για τους καταναλωτές.
35
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, εμφαίνεται σαφώς ο προστατευτικός χαρακτήρας του επιτιμώμενου από την Επιτροπή φορολογικού συστήματος. Πράγματι, το σύστημα αυτό χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι τα πιο τυπικά εθνικά προϊόντα, δηλαδή τα αποστάγματα που προέρχονται από οίνο και στέμφυλα κατατάσσονται στην πιο πλεονεκτική φορολογική κατηγορία, ενώ δύο είδη προϊόντων, το σύνολο σχεδόν των οποίων εισάγεται από άλλα κράτη μέλη, δηλαδή τα αποστάγματα που προέρχονται από σιτηρά και ρούμι υπόκεινται σε βαρύτερη φορολογία. Το γεγονός ότι υφίσταται επίσης εθνική παραγωγή των αποσταγμάτων αυτών δεν αλλάζει αυτή την εκτίμηση αφού δεν αμφισβητείται ότι πρόκειται μόνο για ελάχιστες ποσότητες και ότι επιπλέον τα εμπορεύματα που διατίθενται στο εμπόριο υπό τις ονομασίες αυτές είναι, σύμφωνα με το μη αντικρουσθέντα ισχυρισμό της Επιτροπής, στην πραγματικότητα μείγματα εισαγομένων προϊόντων, στα οποία έχει προστεθεί μεγάλο ποσοστό ιταλικής οινικής αλκοόλης.
36
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει το συμπέρασμα ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι το ισχύον φορολογικό σύστημα στην ιταλική δημοκρατία, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες νομοθετικές διατάξεις, είναι ασυμβίβαστο προς τις απαιτήσεις του άρθρου 95 της Συνθήκης όσον αφορά τη φορολόγηση, αφενός μεν, των οινοπνευματωδών ποτών που προκύπτουν από την απόσταξη σιτηρών και ζαχαροκάλαμου, αφετέρου δε, των αποσταγμάτων που προέρχονται από οίνο και στέμφυλα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
αποφασίζει:
Εφαρμόζοντας η ιταλική δημοκρατία διαφοροποιημένη φορολογία στα αποστάγματα, υπό τη μορφή επιθέσεως φορολογικών ταινιών επί των δοχείων που περιέχουν αποστάγματα που προορίζονται για τη λιανική πώληση, η οποία προβλέπεται από την ιταλική φορολογική νομοθεσία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 6 του νομοθετικού διατάγματος 745, της 26ης Οκτωβρίου 1970, που κυρώθηκε με το νόμο 1034, της 18ης Δεκεμβρίου 1970, όσον αφορά, αφενός μεν, τα αποστάγματα που προέρχονται από την απόσταξη σιτηρών και ζαχαροκάλαμου, αφετέρου δε, τα αποστάγματα που προέρχονται από οίνο και στέμφυλα, παρέβη, όσον αφορά τα εισαγόμενα από τα λοιπά κράτη μέλη προϊόντα, τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Kutscher
O'Keeffe
Touffait
Mertem de Wilmars
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Δημοσιεύτηκε σε δηαόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Φεβρουαρίου 1980.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy