ÁðÜÖÁÓÇ ÔÏÕ ÄÉÊÁÓÔÇÑßÏÕ
της 27ης Φεβρουαρίου 1980 ( *1 )
Στην υπόθεση 171/78,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Johannes Fønus Buhl, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το νομικό της σύμβουλο Mario Cervino, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Δανίας, εκπροσωπούμενου από τον Per Lachmann, προϊστάμενο της γραμματείας του τμήματος «Κοινής Αγοράς» του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο, για λογαριασμό του δικηγόρου της Κυβερνήσεως Paul Schmith, από το δικηγόρο Georg Lett, με αντίλητο στο Λουξεμβούργο το Vagn Ditlev Larsen, προσωρινό επιτετραμμένο στη Βασιλική Πρεσβεία της Δανίας
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Δανίας, μη συμ-μορφωθέν προς τη γνώμη της Επιτροπής με την οποία κλήθηκε να ενοποιήσει τους φόρους που επιβάλλονται στα αποστάγματα, παρέβη το άρθρο 95, εδάφιο 1, ή επικουρικά, το άρθρο 95, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, Α. O'Keeffe και Α. Touffait, προέδρους τμήματος, J. Mertens de Wilmars, Ρ. Pescatore, Mackenzie Stuart, G. Bosco, T. Koopmans και Ο. Due, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Reischl
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με δικόγραφο της 7ης Αυγούστου 1978, η Επιτροπή άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Δανίας εφαρμόζοντας διαφορική φορολογία στα αποστάγματα παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Το Δικαστήριο επελήφθη συγχρόνως προσφυγής της Επιτροπής κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας και της Ιταλικής Δημοκρατίας, η οποία αναφέρεται σε παρόμοια προβλήματα. Οι προσφυγές περιλαμβάνουν και στις τρεις περιπτώσεις ορισμένες γενικές σκέψεις από τις οποίες προκύπτει ότι οι προσφυγές αυτές αποτελούν τμήμα γενικής ενεργείας η οποία αποβλέπει στη διασφάλιση της τηρήσεως από τα ενδιαφερόμενα κράτη των δεσμεύσεων που τους επιβάλλει η Συνθήκη επί του θέματος αυτού. Κατόπιν αυτού παρίσταται ενδεδειγμένο να διευκρινιστούν προκαταρκτικά ορισμένα ζητήματα αρχής τα οποία είναι κοινά και στις τρεις υποθέσεις, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 95 ενόψει των ιδιομορφιών της αγοράς αποσταγμάτων.
Επί της ερμηνείας του άρθρου 95
3
Κατά το γράμμα του άρθρου 95, εδάφιο 1, «κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει άμεσα ή έμμεσα στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανωτέρους από εκείνους που επιβαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εθνικά προϊόντα». Στο εδάφιο 2 προστίθεται ότι «κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους, η φύση των οποίων οδηγεί έμμεσα στην προστασία άλλων προϊόντων».
4
Οι παρατεθείσες διατάξεις συνιστούν, μέσα στο σύστημα της Συνθήκης, συμπλήρωμα των διατάξεων περί καταργήσεως των δασμών και των φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος. Έχουν ως σκοπό τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού, με την κατάργηση κάθε είδους προστασίας που μπορεί να προκύψει την εφαρμογή εσωτερικών φόρων δυσμενών έναντι προϊόντων που κατάγονται από άλλα κράτη μέλη. Όπως ορθώς εξέθεσε η Επιτροπή, το άρθρο 95 πρέπει να εγγυάται την απόλυτη ουδετερότητα των εσωτερικών φόρων ενόψει του ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικών προϊόντων και των εισαγομένων προϊόντων.
5
Τον βασικό κανόνα επί του θέματος αυτού αποτελεί το εδάφιο 1 του άρθρου 95, το οποίο στηρίζεται στη σύγκριση των φορολογικών επιβαρύνσεων που πλήττουν τα εθνικά προϊόντα και τα εισαγόμενα προϊόντα που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «ομοειδή». Η διάταξη αυτή, όπως είχε την ευκαιρία το Δικαστήριο να υπογραμμίσει στην απόφαση Hansen και Balle, της 10ης Οκτωβρίου 1978 (υπόθεση 148/77, Jurispr. 1978, σ. 1787), πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, κατά τρόπο ώστε να επιτρέπει τη σύλληψη όλων των φορολογικών μέτρων που προσβάλλουν την ίση μεταχείριση των εθνικών προϊόντων και των εισαγομένων προϊόντων. Πρέπει επομένως να ερμηνεύεται κατά τρόπο αρκετά ελαστικό η έννοια των «ομοειδών» προϊόντων. Όπως διευκρίνησε το Δικαστήριο στην απόφαση Rewę, της 17ης Φεβρουαρίου 1976 (υπόθεση 45/75, Jurispr. 1976, σ. 181), πρέπει να θεωρούνται ως ομοειδή τα προϊόντα, τα οποία «εμφανίζουν έναντι των καταναλωτών ανάλογες ιδιότητες ή ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες». Επομένως, το πεδίο εφαρμογής του πρώτου εδαφίου του άρθρου 95 πρέπει να καθορίζεται με κριτήριο όχι αυστηρής ταύτισης, αλλά με κριτήριο αναλογίας και δυνατότητα συγκρίσεως κατά τη χρησιμοποίηση.
6
Το εδάφιο 2 του άρθρου 95 αποβλέπει επιπλέον στο να περιλάβει κάθε μορφή έμμεσου φορολογικού προστατευτισμού στις περιπτώσεις προϊόντων, τα οποία, χωρίς να είναι ομοειδή κατά την έννοια του εδαφίου 1, βρίσκονται πάντως με ορισμένα προϊόντα του κράτους εισαγωγής σε σχέση ανταγωνισμού έστω και μερική, έμμεση ή δυνατή. Το Δικαστήριο αποσαφήνισε ήδη ορισμένες όψεις αυτής της διατάξεως στην απόφαση του Fink-Frucht, της 4ης Απριλίου 1968 (υπόθεση 27/67, Jurispr. 1968, σ. 327), με την οποία έγινε δεκτό ότι αρκεί, για την εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 95 το εισαγόμενο προϊόν να βρίσκεται σε ανταγωνισμό με την προστατευόμενη εθνική παραγωγή σε μια ή περισσότερες οικονομικές χρήσεις, ακόμη κι αν δεν πληρούται απολύτως η προϋπόθεση του ομοειδούς που απαιτεί το άρθρο 95, εδάφιο 1.
7
Ενώ το κριτήριο εκτιμήσεως που αναφέρεται στο εδάφιο 1 συνίσταται στη σύγκριση των φορολογικών βαρών, είτε πρόκειται για το συντελεστή είτε για τους όρους της φορολογικής βάσεως είτε για άλλες λεπτομέρειες εφαρμογής, το εδάφιο 2, λαμβανομένης υπόψη της δυσκολίας καθορισμού αρκετά ακριβών συγκρίσεων μεταξύ των εν λόγω προϊόντων, στηρίζεται σ' ένα ευρύτερο κριτήριο, δηλαδή στον προστατευτικό χαρακτήρα του συστήματος εσωτερικών φόρων.
8
Η εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση του κριτηρίου του ομοειδούς, το οποίο καθορίζει το πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως του άρθρου 95, εδάφιο 1, έδωσε λαβή σε διαφορές εκτιμήσεως μεταξύ των διαδίκων. Κατά την άποψη της Επιτροπής, όλα τα αποστάγματα, ανεξαρτήτως της πρώτης ύλης που χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή τους, εμφανίζουν ανάλογες ιδιότητες και ικανοποιούν ουσιωδώς τις ίδιες απαιτήσεις των καταναλωτών. Κατόπιν αυτού, ανεξαρτήτως των ειδικών χαρακτηριστικών των διαφόρων προϊόντων που εμπίπτουν σ' αυτή την κατηγορία και ανεξαρτήτως των συνηθειών της καταναλώσεως στις διάφορες περιοχές της Κοινότητας, τα αποστάγματα ως τελικά προϊόντα αντιπροσωπεύουν για τους καταναλωτές μια ενιαία αγορά. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αντίληψη αυτή απηχεί τις προτάσεις που υπέβαλε η Επιτροπή στο Συμβούλιο για τη θέσπιση κοινής οργανώσεως αγοράς του οινοπνεύματος, στηριζόμενης στην εφαρμογή ενιαίου φορολογικού συντελεστή για όλα τα εν λόγω προϊόντα, ανάλογα με το περιεχόμενο τους σε καθαρό οινόπνευμα.
9
Οι Κυβερνήσεις των καθών η κρινόμενη προσφυγή τριών κρατών μελών αμφισβητούν αυτή την άποψη. Κατά τη γνώμη τους, μπορούν να διακριθούν μεταξύ των αποσταγμάτων διάφορες κατηγορίες προϊόντων, τα οποία διαφέρουν ανάλογα είτε με τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιήθηκαν είτε με τα τυπικά χαρακτηριστικά τους είτε με τις συνήθειες της καταναλώσεως που παρατηρήθηκαν στα διάφορα κράτη μέλη.
10
Επί του θέματος αυτού παρατηρεί πάντως η Επιτροπή ότι η εκτίμηση των χαρακτηριστικών των διαφόρων οινοπνευματωδών ποτών καθώς και των συνηθειών της καταναλώσεως κυμαίνονται στο χώρο και στο χρόνο και ότι τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να παράσχουν έγκυρα κριτήρια εκτιμήσεως από το πρίσμα της Κοινότητας, λαμβανόμενης στο σύνολο της. Τονίζει επιπλέον τον κίνδυνο να αποκρυσταλλωθούν τέτοιες συνήθειες μέσω των φορολογικών ταξινομήσεων που υφίστανται στα κράτη μέλη.
11
Η κρίση του Δικαστηρίου επί των γνωμών αυτών έχει ως εξής. Η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 95 στις ειδικές εθνικές καταστάσεις, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο των προσφυγών που ασκήθηκαν από την Επιτροπή πρέπει να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο της γενικής καταστάσεως της αγοράς οινοπνευματούχων ποτών στην Κοινότητα. Επί του θέματος αυτού πρέπει να ληφθούν υπόψη τρεις σειρές σκέψεων:
α)
δεν θα πρέπει, κατ' αρχάς, να αγνοηθεί το γεγονός ότι όλα τα εν λόγω προϊόντα, ανεξάρτητα από τα ειδικά χαρακτηριστικά τους, εμφανίζουν κοινές γενικές γραμμές. Όλα προέρχονται από απόσταξη· όλα περιλαμβάνουν, ως κύριο χαρακτηριστικό στοιχείο, την παρουσία οινοπνεύματος ικανού για την ανθρώπινη κατανάλωση σε βαθμό συγκεντρώσεως σχετικά υψηλό. Από αυτό προκύπτει ότι μέσα στην ευρύτερη ομάδα των οινοπνευματωδών ποτών, τα αποστάγματα αποτελούν ένα σύνολο που μπορεί να εξατομικευθεί, το οποίο συνδέεται με κοινά χαρακτηριστικά.
β)
ανεξάρτητα από τα κοινά χαρακτηριστικά, μπορούν να διακριθούν εντός αυτού του συνόλου προϊόντα που εμφανίζουν ίδια χαρακτηριστικά που λίγο πολύ είναι τονισμένα. Τα χαρακτηριστικά αυτά προέρχονται είτε από την πρώτη ύλη που χρησιμοποιήθηκε (από την άποψη αυτή μπορούν να διακριθούν ιδίως τα αποστάγματα οίνου, οπωρών, δημητριακών και ζαχαροκάλαμου) είτε από τον τρόπο παρασκευής είτε ακόμη από τις αρωματικές ουσίες που προστέθηκαν. Τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά επιτρέπουν πράγματι τον καθορισμό τυπικών ποικιλιών αποσταγμάτων σε σημείο ώστε μερικά μεταξύ αυτών να προστατεύονται ακόμη και από ονομασίες προελεύσεως·
γ)
συγχρόνως, δεν πρέπει επίσης να λησμονείται η παρουσία, μεταξύ των αποσταγμάτων κοντά στα ακριβώς καθορισμένα προϊόντα τα οποία εξυπηρετούν χρήσεις σχετικά ακριβείς, και άλλα προϊόντα με χαρακτηριστικά λιγότερο τονισμένα και για σκοπούς πιο αόριστους. Πρόκειται, αφενός, για πολυάριθμα προϊόντα που προέρχονται από οινοπνεύματα αποκαλούμενα «ουδέτερα», δηλαδή από οινοπνεύματα πολλών προελεύσεων, συμπεριλαμβανομένων των οινοπνευμάτων από μέλασσα και πατάτες. Τα προϊόντα αυτά εξατομικεύονται μόνο με πρόσθετες αρωματικές ουσίες με γεύση λίγο πολύ τονισμένη. Αφετέρου, πρέπει να επιστηθεί η προσοχή στην παρουσία, μεταξύ των αποσταγμάτων, προϊόντων που μπορούν να καταναλωθούν υπό διάφορες μορφές, είτε σε κατάσταση αμιγή είτε αραιωμένα είτε ακόμη υπό τη μορφή μιγμάτων. Τα προϊόντα αυτά μπορούν επομένως να ανταγωνιστούν μ' ένα φάσμα λίγο-πολύ ευρύ άλλων οινοπνευματωδών προϊόντων με πιο περιορισμένη χρήση. Επομένως, και οι τρεις δίκες που εκκρεμούν ενώπιν του Δικαστηρίου χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι σε κάθε μια πρόκειται, πέραν των σαφώς οριοθετημένων αποσταγμάτων, για ένα ή περισσότερα προϊόντα με ευρύ φάσμα χρήσεως.
12
Από την εξέταση αυτή της αγοράς αποσταγμάτων προκύπτουν δύο συμπεράσματα. Πρώτον, μεταξύ των αποσταγμάτων, λαμβανομένων ως ενιαίο σύνολο, υφίσταται ένας ακαθόριστος αριθμός ποτών, τα οποία πρέπει να χαρακτηρισθούν ως «ομοειδή προϊόντα» κατά την έννοια του άρθρου 95, εδάφιο 1, μολονότι είναι δύσκολο να κριθούν από την άποψη αυτή στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των κριτηρίων διακρίσεως, όπως είναι η γεύση και οι συνήθειες της καταναλώσεως. Δεύτερον, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατό να αναγνωριστεί ένας ικανοποιητικός βαθμός ομοειδούς μεταξύ των οικείων προϊόντων, υφίστανται πάντως μεταξύ όλων των αποσταγμάτων κοινά χαρακτηριστικά αρκετά ανάγλυφα για να γίνει δεκτή η ύπαρξη σε όλες τις περιπτώσεις, σχέσεως ανταγωνισμού τουλάχιστον μερικής ή δυνατής. Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι η εφαρμογή του άρθρου 95, εδάφιο 2, μπορεί να ληφθεί υπόψη στις περιπτώσεις όπου η σχέση του ομοειδούς μεταξύ ειδικών ποικιλιών αποσταγμάτων παραμένει αμφίβολη ή αμφισβητείται.
13
Από τις πιο πάνω σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 95, θεωρούμενο γενικά, μπορεί να εφαρμοστεί αδιακρίτως για όλα τα εν λόγω προϊόντα. Αρκεί επομένως να ερευνηθεί αν η εφαρμογή ενός συγκεκριμένου εθνικού φορολογικού συστήματος δημιουργεί διακρίσεις ή, ενδεχομένως, είναι προστατευτικό, δηλαδή αν υφίσταται διαφορά στο συντελεστή ή στις λεπτομέρειες επιβολής του φόρου, και αν αυτή η διαφορά είναι ικανή να ευνοήσει μια συγκεκριμένη εθνική παραγωγή. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να ερευνηθεί, για κάθε μια από τις ασκηθείσες από την Επιτροπή προσφυγές, η οικονομική σχέση μεταξύ των οικείων προϊόντων και των χαρακτηριστικών των φορολογικών συστημάτων που αποτελούν αντικείμενο των διαφορών.
14
Οι διάδικοι επικαλέστηκαν στις διάφορες δίκες, όσον αφορά τη διαφορά μεταξύ περισσοτέρων κατηγοριών οινοπνευματούχων προϊόντων, ορισμένες σκέψεις του Δικαστηρίου στην υπόθεση Hansen και Balle που αναφέρθηκε πιο πάνω, η οποία εκδόθηκε όταν οι παρούσες προσφυγές ήταν εκκρεμείς. Η αναφορά στην απόφαση αυτή αφορούσε ειδικότερα ένα χωρίο της, σύμφωνα με το οποίο, «υπό τη σημερινή κατάσταση εξελίξεως του και ελλείψει ενοποιήσεως ή εναρμονίσεως των κρισίμων διατάξεων, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να παρέχουν φορολογικά πλεονεκτήματα, υπό τύπον απαλλαγής ή μειώσεως του φόρου σε ορισμένα είδη οινοπνεύματος ή σε ορισμένες κατηγορίες παραγωγών» και «φορολογικές διευκολύνσεις αυτού του είδους μπορούν να εξυπηρετήσουν θεμιτούς οικονομικούς ή κοινωνικούς σκοπούς, όπως η χρήση από την οινοπνευματοποιία ορισμένων πρώτων υλών, η διατήρηση της παραγωγής τυπικών αποσταγμάτων υψηλής ποιότητας ή η διατήρηση ορισμένων κατηγοριών εκμεταλλεύσεως, όπως τα γεωργικά αποστακτήρια».
15
Ορισμένες από τις καθών η υπό κρίση προσφυγή κυβερνήσεις επικαλέστηκαν αυτούς τους ισχυρισμούς για να δικαιολογήσουν το φορολογικό τους σύστημα· κατόπιν αυτού το Δικαστήριο άκουσε τις απόψεις της Επιτροπής επί του θέματος αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η διαφοροποίηση των φορολογικών συντελεστών που εφαρμόζονται στις διάφορες κατηγορίες οινοπνευματωδών ποτών και επί των προθέσεων της επί του θέματος αυτού σε σχέση με την εναρμόνιση των φορολογικών νομοθεσιών. Η Επιτροπή, αφού επαναβεβαίωσε την άποψη της όσον αφορά το ομοειδές όλων των αποσταγμάτων και την πρόθεση της να υποστηρίξει την εισαγωγή, τουλάχιστον κατ' αρχήν, ενιαίου φορολογικού συντελεστή στους μελλοντικούς κοινοτικούς κανονισμούς, επισύρει την προσοχή επί του γεγονότος ότι τα προβλήματα που συνδέονται με τη χρησιμοποίηση ορισμένων πρώτων υλών, με τη διατήρηση προϊόντων υψηλής ποιότητας και με την οικονομική δομή των επιχειρήσεων παρασκευής, στις οποίες αναφέρθηκε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση του, μπορούν να επιλυθούν μέσω ενισχύσεων λόγω παραγωγής ή συστημάτων αντισταθμίσεως μεταξύ των παραγωγών, λαμβανομένης υπόψη της διαφοράς του κόστους των χρησιμοποιουμένων πρώτων υλών. Υπογραμμίζει το γεγονός ότι ήδη ο σκοπός αυτός έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως αμπελοοινικής αγοράς, όσον αφορά τα αποστάγματα οίνου. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, τέτοιες διατάξεις μπορούν να διαφυλάξουν τις πιθανότητες επιβιώσεως στην αγορά ορισμένων προϊόντων που μειονεκτούν λόγω κόστους παραγωγής, χωρίς να χρειαστεί σχετικά να γίνει προσφυγή στη μέθοδο μεταβολής των φορολογικών συντελεστών.
16
Το Δικαστήριο, ενόψει των πιο πάνω εκτεθεισών απόψεων, παρατηρεί ότι, ναι μεν αναγνώρισε στην απόφαση Hansen και Balle — αφού έλαβε υπόψη του το τότε στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου — τη νομιμότητα ορισμένων φορολογικών απαλλαγών ή ορισμένων φορολογικών ελαφρύνσεων, υπό την προϋπόθεση όμως, για τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση αυτών των δυνατοτήτων, να επεκτείνουν το σχετικό προνόμιο κατά τρόπο που να μη δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις για τα εισαγόμενα προϊόντα που τελούν υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η νομιμότητα των πρακτικών αυτών έχει αναγνωριστεί κυρίως για να επιτραπεί η διατήρηση παραγωγών ή επιχειρήσεων οι οποίες, χωρίς τα ειδικά αυτά φορολογικά ευνοϊκά μέτρα, δεν θα ήταν πλέον αποδοτικές λόγω της αυξήσεως του κόστους παραγωγής. Αντίθετα, οι σκέψεις που εκφράζει αυτή η απόφαση δεν πρέπει να νοηθούν υπό την έννοια ότι μπορούν να νομιμοποιήσουν φορολογικές διαφοροποιήσεις που ενέχουν διακρίσεις ή έχουν χαρακτήρα προστατευτικό.
Επί της εφαρμοστέας νομοθεσίας και του πλαισίου της διαφοράς
17
Η δανική νομοθεσία, όπως ίσχυε κατά το χρόνο που ανέκυψε η διαφορά, δηλαδή ο κωδικοποιημένος νόμος 151 της 4ης Απριλίου 1978, περί ειδικών φόρων καταναλώσεως επί των αποσταγμάτων, προβλέπει στο άρθρο 2 ότι οι φόροι καταναλώσεως ορίζονται ως εξής:
1)
για το akvavit και το snaps (προϊόντα τα οποία θα αποκαλούνται στο εξής μόνο με τον όρο «akvavit», λόγω της συνωνυμίας των δύο εκφράσεων) σε 167,50 δανικές κορώνες ανά λίτρο καθαρής αιθυλικής αλκοόλης και
2)
για τα «λοιπά προϊόντα» σε 257,15 δανικές κορώνες ανά λίτρο καθαρής αιθυλικής αλκοόλης.
18
Κατά το γράμμα του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, τα προϊόντα που υπόκεινται στο φορολογικό συντελεστή που καθορίζεται από τον αριθμό 1 του άρθου 2 ορίζονται ως «κατασκευαζόμενα από ουδέτερα οινοπνεύματα και περιλαμβάνοντα στη σύνθεση τους φυτικά αρωματικά αποστάγματα» και, επιπλέον ως «μη εμ-φανίζοντα τα χαρακτηριστικά του gin, της βότκας, του genièvre, του Wacholder ή άλλων ομοειδών προϊόντων ούτε τα ίδια χαρακτηριστικά όπως το liqueur, το punch, το bitter ή τα οινοπνεύματα με anis, το rhum, τα αποστάγματα με βάση οπώρες και λοιπά αποστάγματα, των οποίων η χαρακτηριστική γεύση προκύπτει από την απόσταξη ή από την ωρίμανση».
19
Η Δανική Κυβέρνηση ερευνά καταρχάς τη σχέση μεταξύ του άρθρου 95, επί του οποίου στηρίζει η Επιτροπή την προσφυγή της, και του άρθρου 99, περί εναρμονίσεως των φορολογικών νομοθεσιών. Η πιο πάνω Κυβέρνηση θέτει το ερώτημα μήπως η εναρμόνιση αυτή έπρεπε να προηγηθεί της εφαρμογής του άρθρου 95. Εφόσον τα κράτη μέλη έχουν διατηρήσει την εξουσία να αποφασίζουν αυτά τα ίδια για την φορολογική τους πολιτική και για τις φορολογίες, οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει ένα φορολογικό σύστημα στη φυσιολογική λειτουργία της κοινής αγοράς πρέπει να εξαλειφθούν χάρη στην εναρμόνιση των νομοθεσιών που προβλέπει το άρθρο 99. Η Επιτροπή δεν μπορεί αυθαίρετα να προσπαθήσει να επιβάλλει τέτοια εναρμόνιση υπό την κάλυψη του άρθρου 95 αντί να ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 99.
20
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι διαφορές των εθνικών φορολογικών συστημάτων και ιδίως οι διαφορές στο ύψος της φορολογίας, οι οποίες εμφανίζονται περισσότερο κατά την φορολογία του οινοπνεύματος, αποτελούν εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και στην εξέλιξη των εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ των κρατών μελών. Εντούτοις, η εφαρμογή του προγράμματος εναρμονίσεως που προβλέπεται από το άρθρο 99 δεν μπορεί να αποτελέσει προηγούμενο για την εφαρμογή του άρθρου 95. Πράγματι, ανεξαρτήτως των διαφορών μεταξύ των εθνικών φορολογικών συστημάτων, το άρθρο 95 θεσπίζει μια βασική απαίτηση, η οποία συνδέεται άμεσα με την απαγόρευση μεταξύ των κρατών μελών των δασμών και των φολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος, καθόσον αποβλέπει στην εξάλειψη, ήδη προ πάσης εναρμονίσεως, όλων των εθνικών φορολογικών πρακτικών που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις εις βάρος των εισαγομένων προϊόντων ή να εξασφαλίσουν προστασία σε ορισμένες εθνικές παραγωγές. Ετσι, τα άρθρα 95 και 99 ακολουθούν διαφορετικούς στόχους η· πρώτη από τις διατάξεις αυτές έχει ως σκοπό την εξάλειψη αμέσως των φορολογικών πρακτικών που δημιουργούν διακρίσεις ή έχουν χαρακτήρα προστατευτικό, ενώ η δεύτερη διάταξη έχει ως σκοπό τον μετριασμό των εμποδίων στις εμπορικές ανταλλαγές που προκύπτουν από τις διαφορές μεταξύ των εθνικών φορολογικών συστημάτων, έστω και αν τα συστήματα αυτά εφαρμόζονται κατά τρόπο που δεν δημιουργεί διακρίσεις.
21
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει επομένως να απορριφθεί, έτσι ώστε η προσφυγή να αντιμετωπισθεί αποκλειστικά εντός του πλαισίου που διαγράφηκε από την Επιτροπή, δηλαδή εντός του πλαισίου του άρθρου 95.
Επί της εκτιμήσεως του αμφισβητουμένου φορολογικού συστήματος
22
Η Επιτροπή θεωρεί ότι το δανικό φορολογικό σύστημα δημιουργεί διακρίσεις εις βάρος των εισαγομένων από τα λοιπά κράτη μέλη αποσταγμάτων από το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος της εθνικής παραγωγής, συνίσταται σε akvavit, υπόκειται σε μειωμένο φορολογικό συντελεστή, ενώ τα ομοειδή ή ανταγωνιστικά οινοπνευματώδη ποτά, τα οποία εισάγονται από άλλα κράτη μέλη υπόκεινται — πλην των ασήμαντων ποσοτήτων που έχουν τα ειδικά χαρακτηριστικά του akvavit, όπως ορίζονται από το νόμο — σε ανώτερο φορολογικό συντελεστή.
23
Η Επιτροπή επικαλείται σχετικά τα ακόλουθα αριθμητικά στοιχεία, τα οποία δεν αμφισβητούνται από τη Δανική Κυβέρνηση: κατά το έτος 1977, το οποίο επελέγη ως έτος αναφοράς, επί συνολικής καταναλώσεως 9240000 λίτρων καθαρού οινοπνεύματος, 5787000 λίτρα υποβλήθηκαν σε μειωμένο φορολογικό συντελεστή· από την ποσότητα αυτή τα 5728000 παρήχθησαν στη Δανία, ενώ μόνο 59000 εισήχθησαν, από τα οποία περίπου 34000 λίτρα από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το υπόλοιπο ποσό από τρίτες χώρες. Όσον αφορά τα λοιπά αποστάγματα, η κατανάλωση των οποίων, εκπεφρασμένη σε περιεχόμενο καθαρού οινοπνεύματος, ήταν 3452000 λίτρα κατά το έτος αναφοράς, 1118000 λίτρα προέρχονταν από την εθνική παραγωγή και 2334000 λίτρα εισήχθησαν.
24
Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι αριθμοί αυτοί αποδεικνύουν ότι του μειωμένου φορολογικού συντελεστή επωφελείται σχεδόν αποκλειστικά ένα είδος οινοπνεύματος, το οποίο αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της εθνικής παραγωγής, ενώ ο βαρύτερος φορολογικός συντελεστής εφαρμόζεται σε όλα τα άλλα οινοπνευματώδη ποτά, μεταξύ των οποίων βρίσκεται η πλειονότητα (δηλαδή σχεδόν τα 2/3) των εισαγομένων προϊόντων. Αυτό το φορολογικό σύστημα, στο σύνολο του, δημιουργεί κατάφωρη διάκριση εις βάρος των εισαγομένων αποσταγμάτων. Κατόπιν δε αυτού, το σύστημα αυτό είναι αντίθετο προς το άρθρο 95, εδάφιο 1, της Συνθήκης, κατά το γράμμα του οποίου κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους ανώτερους από εκείνους που επιβαρύνουν τα ομοειδή εθνικά προϊόντα. Για την περίπτωση που δεν αναγνωρισθεί από τή δανική νομοθεσία το ομοειδές του akvavit με τα λοιπά αποστάγματα, η Επιτροπή θεωρεί ότι η διαφοροποίηση που θεσπίζεται από το νόμο αυτό είναι σε κάθε περίπτωση ικανή να προστατεύσει εμμέσως την εθνική παραγωγή akvavit, κατά την έννοια του νόμου 95, εδάφιο 2.
25
Η Δανική Κυβέρνηση αμφισβητεί τη συλλογιστική που αναπτύσσει η Επιτροπή, υπό την έννοια ότι όλα τα οινοπνευματώδη ποτά που προέρχονται από απόσταξη πρέπει να θεωρηθούν ως «ομοειδή» προϊόντα κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 95. Θεωρεί ότι η Συνθήκη δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να προβαίνουν σε ταξινομήσεις των διαφόρων οινοπνευματωδών προϊόντων προκειμένου να εφαμοστεί στα προϊόντα αυτά διαφοροποιημένος φορολογικός συντελεστής. Το Δικαστήριο έχει μάλιστα αναγνωρίσει, με την απόφαση Hansen και Balle που έχει ήδη αναφερθεί, την ευχέρεια για τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ορισμένες διαφοροποιήσεις στη φορολογία του οινοπνεύματος. Η καθής η κρινόμενη προσφυγή Κυβέρνηση θεωρεί ότι το Δανικό Δημόσιο δικαιούται να διατηρήσει τη διαφοροποίηση των φορολογικών συντελεστών σε συνάρτηση με τις ειδικές ποιότητες που χαρακτηρίζουν τα προϊόντα που κατατάσσονται στη μία και στην άλλη από τις δύο κατηγορίες που θεσπίζει η φορολογική νομοθεσία. Η Δανική Κυβέρνηση είναι της γνώμης ότι οι συνήθειες της καταναλώσεως παρέχουν κριτήριο που επιτρέπει να διαφοροποιηθεί το «akvavit» σε σχέση με όλα τα λοιπά οινοπνευματώδη ποτά. Για να στηρίξει αυτόν τον ισχυρισμό η εν λόγω Κυβέρνηση επικαλείται έρευνες της αγοράς, από τις οποίες προκύπτει ότι το akvavit, λόγω των δανικών συνηθειών διατροφής, καταναλώνεται κυρίως κατά τη διάρκεια των γευμάτων, για τη συνοδεία τυπικών φαγητών, κατά τρόπο που να μην μπορεί να θεωρεί ως προϊόν εξομοιούμενο με τα λοιπά αποστάγματα.
26
Επιπλέον, η Δανική Κυβέρνηση επισύρει την προσοχή επί του γεγονότος ότι το αμφισβητούμενο φορολογικό σύστημα δεν διακρίνει κατά κανένα τρόπο μεταξύ εισαγομένων προϊόντων και εθνικών προϊόντων. Ανάλογα με την κατάταξη τους ενόψει των φορολογικών κατηγοριών που θεσπίζονται από το νόμο, τα προϊόντα φορολογούνται με τον αντίστοιχο συντελεστή, ανεξαρτήτως της καταγωγής τους· έτσι, το εισαγόμενο akvavit υπόκειται στον ίδιο φορολογικό συντελεστή με το εθνικό akvavit, ενώ τα λοιπά εθνικά οινοπνευματώδη ποτά επιβαρύνονται με τον ίδιο φορολογικό συντελεστή όπως και τα εισαγόμενα προϊόντα. Τα μερίδια που καταλαμβάνουν τα διάφορα προϊόντα στην αγορά δεν έχουν καμία σημασία για την εκτίμηση του ζητήματος αν συμβιβάζεται ο νόμος με το άρθρο 95. Επομένως στο σύστημα της Δανικής νομοθεσίας δεν υφίσταται καμία σχέση μεταξύ της διελεύσεως των συνόρων από ένα εμπόρευμα και της εφαρμογής ενός ανώτερου φορολογικού συντελεστή.
27
Η Δανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει επίσης ότι, κατά το διάστημα ορισμένης περιόδου, τα οινοπνευματώδη ποτά υπέκειντο σε μεικτό φορολογικό σύστημα, το οποίο περιελάμβανε, πέραν ενός ειδικού φόρου, την εφαρμογή ενός φόρου υπολογιζόμενου «ad valorem». Ο ειδικός φόρος καταναλώσεως που επιβάλλεται δυνάμει της ισχύουσας νομοθεσίας δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο παρά ένας αναμορφωμένος φόρος «ad valorem». Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί το akvavit, ως προϊόν όχι υψηλής τιμής, απολαύει φορολογικού συντελεστή πιο ευνοϊκού από τα λοιπά αποστάγματα, τα έξοδα παραγωγής των οποίων είναι υψηλότερα. Τίποτε άλλωστε δεν εμποδίζει τη Δανία να επανεισαγάγει το παλαιό σύστημα ένας φόρος που θα υπολογιζόταν με αυτή τη μέθοδο θα ισοδυναμούσε με μεγαλύτερη απαλλαγή του akvavit, ενώ τα αποστάγματα με υψηλότερο κόστος παραγωγής, όπως το whisky και το cognac, θα φορολογούνταν ακόμη βαρύτερα.
28
Όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 95, εδάφιο 2, η Δανική Κυβέρνηση εκθέτει ότι η πραγματική εναλλακτική δυνατότητα της καταναλώσεως θα ήταν μεταξύ του akvavit και της μπύρας, αφενός, και του οίνου, αφετέρου οι δυνατότες υποκαταστάσεως θα ήταν αντιθέτως αμελητέες μεταξύ akvavit και των λοιπών αποσταγμάτων. Επομένως, για την εφαρμογή του άρθρου 95, εδάφιο 2, το αποφασιστικό κριτήριο είναι η «έκδηλη διασταυρούμενη ελαστικότητα» μεταξύ προϊόντων, έτσι ώστε μια ελαφρά αύξηση της τιμής ενός προϊόντος να έχει ως αποτέλεσμα τη μετατόπιση μεγάλου τμήματος της ζητήσεως προς ένα άλλο προϊόν. Η Δανική Κυβέρνηση υπενθυμίζει σχετικά τα κριτήρια που εφήρμοσε το Δικαστήριο για την οριοθέτηση των οικείων αγορών, ενόψει της εφαρμογής των κανόνων περί ανταγωνισμού της Συνθήκης. Καθόσον αφορά την Επιτροπή, δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για να θεμελιώσει την ύπαρξη προστατευτικού αποτελέσματος, η οποία αποτελεί την προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 95, εδάφιο 2.
29
Η Δανική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο με τις «επικουρικές προτάσεις» που περιλαμβάνονται στο υπόμνημα της αντικρούσεως, να περιορίσει ενδεχομένως τη διαπίστωση της παραβάσεως σε εκείνα τα προϊόντα, τα οποία, επειδή έχουν μια ειδική συγγένεια με το akvavit, θα έπρεπε να εξομοιωθούν με αυτό το προϊόν από φορολογική άποψη και να απορρίψει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
30
Καταρχάς θα πρέπει να απορριφθεί από την αντίκρουση στην οποία προβαίνει η Δανική Κυβέρνηση το επιχείρημα ότι το επίδικο σύστημα δεν είναι τίποτε άλλο από ένα τροποποιημένο σύστημα φορολογίας «ad valorem». Πράγματι, κάθε φορολογικό σύστημα πρέπει να κρίνεται ενόψει του άρθρου 95 αυτό καθαυτό και όχι σε συνάρτηση μέ ένα φορολογικό σύστημα το οποίο προηγήθηκε ή που θα μπορούσε ενδεχομένως να το υποκαταστήσει. Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμιστεί ο αντιφατικός χαρακτήρας της απόψεως που υποστηρίζεται στο σημείο αυτό από τη Δανική Κυβέρνηση. Πράγματι, μεταξύ των αποσταγμάτων που υπόκεινται σε ανώτερο φορολογικό συντελεστή δυνάμει του άρθρου 3 του δανικού νόμου, υπάρχουν πολλά προϊόντα, τα οποία, επειδή παρασκευάστηκαν βάσει ουδετέρου οινοπνεύματος, μπορούν να θεωρηθούν ως αποστάγματα χαμηλής τιμής, όπως το akvavit. Σε ένα φορολογικό σύστημα «ad valorem», θα πρέπει επομένως να απολαμβάνουν το ίδιο φορολογικό πλεονέκτημα όπως και αυτό. Το γεγονός ότι τα προϊόντα αυτά εξομοιούνται, από φορολογική άποψη, με προϊόντα που έχουν ανώτερη τιμή κόστους, αποδεικνύει ότι το σύστημα φορολογίας που ήδη ισχύει δεν έχει τα χαρακτηριστικά φορολογίας «ad valorem».
31
Η εκτίμηση του ζητήματος αν συμβιβάζεται το δανικό φορολογικό σύστημα με το άρθρο 95 εγείρει ένα ειδικό πρόβλημα κατά το ότι ο ευνοϊκός φορολογικός συντελεστής που προβλέπεται από τη δανική νομοθεσία ωφελεί ένα μόνο προϊόν, που ορίζεται κατά τρόπο ακριβή από το νόμο, κατ' αποκλεισμό όλων των άλλων αποσταγμάτων. Πρέπει επομένως να εκτιμηθεί η ύπαρξη σχέσεως είτε ομοιότητας είτε ανταγωνισμού μεταξύ ενός επί μέρους προϊόντος και ακαθορίστου αριθμού προϊόντων, μερικά των οποίων εξατομικεύονται από το νόμο, ενώ τα λοιπά δεν εξειδικεύονται.
32
Επί του θέματος αυτού πρέπει να παρατηρηθεί πρώτον ότι μεταξύ των προϊόντων που υπόκεινται σε ανώτερο φορολογικό συντελεστή περιλαμβάνονται διάφορα ποτά, ονομαστί οριζόμενα, τα χαρακτηριστικά των οποίων είναι όμοια με του akvavit κατά το ότι παρασκευάζονται κανονικά βάσει ουδετέρου οινοπνεύματος και κατά το ότι οφείλουν τα γευστικά τους χαρακτηριστικά σε προστιθέμενα αρωματικά αποστάγματα. Πρέπει να υποτεθεί ότι ακριβώς λόγω της ομοιότητας τους απαριθμούνται ρητά τα προϊόντα αυτά μεταξύ των αποσταγμάτων που υπόκεινται σε ανώτερο φορολογικό συντελεστή. Για τα ποτά αυτά δεν υφίσταται επομένως καμιά αμφιβολία ότι παραβιάζουν το άρθρο 95, εδάφιο 1.
33
Λόγω του μεγάλου αριθμού των λοιπών οινοπνευματωδών ποτών, τα οποία η δανική νομοθεσία υποβάλλει σε ανώτερο φορολογικό συντελεστή, είναι αδύνατο να αποδειχθεί με βεβαιότητα για πόσα από αυτά πρόκειται για αποστάγματα που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως «ομοειδή» με το akvavit, κατά την έννοια του άθρου 95, εδάφιο 1, και για πόσα μεταξύ αυτών πρόκειται για προϊόντα τα οποία, επειδή δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ομοειδή, βρίσκονται με το akvavit στη σχέση ανταγωνισμού υποκαταστάσεως που προβλέπεται από το εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου.
34
Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υπάρχει ανάγκη για να επιλυθεί η παρούσα διαφορά να κρίνει το θέμα αυτό. Πράγματι, ακόμη κι αν υφίστανται αμφιβολίες επί του ζητήματος σε ποιο μέτρο τα πολυπληθή οινοπνευματώδη που κατατάσσονται από τη δανική νομοθεσία σε φορολογική κατηγορία που πλήττεται βαρύτερα πρέπει να θεωρηθούν ως ομοειδή προϊόντα με το akvavit, κατά την έννοια του άρθρου 95, εδάφιο 1, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ευλόγως ότι όλα αυτά τα προϊόντα βρίσκονται, χωρίς εξαίρεση, σε σχέση μερικού τουλάχιστον ανταγωνισμού με το προϊόν που ευνοείται από τη δανική νομοθεσία.
35
Πράγματι, όπως αναφέρεται πιο πάνω, τα οινοπνευματώδη ποτά που αφορά η δανική νομοθεσία, ως προϊόντα αποστάξεως, έχουν μαζί με το akvavit αρκετά χαρακτηριστικά για να αποτελέσουν, σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις, εναλλακτική εκλογή για τον καταναλωτή. Λόγω των ποιοτήτων τους που ποικίλλουν πολύ, τα ποτά αυτά είναι ικανά, ανάλογα με τις ευκαιρίες, να ανταγωνιστούν το akvavit. Το γεγονός ότι το akvavit έχει στη Δανία την προτίμηση των καταναλωτών για τη συνοδεία ορισμένων τυπικών φαγητών δεν αποκλείει το να μπορεί το ποτό αυτό να χρησιμοποιηθεί και σε άλλες περιπτώσεις και έτσι βρίσκεται σε σχέση υποκαταστάσεως, τουλάχιστον μερικής, με ακαθόριστο αριθμό άλλων ειδών αποσταγμάτων. Έτσι μπορεί να λεχθεί ότι όλα εκείνα τα οινοπνευματώδη ποτά, τα οποία υπόκεινται στο βαρύτερο φορολογικό συντελεστή και τα οποία δεν είναι ομοειδή με το akvavit κατά την έννοια του άρθρου 95, εδάφιο 1, βρίσκονται με το akvavit στη σχέση ανταγωνισμού που προβλέπεται από το άρθρο 95, εδάφιο 2.
36
Το φορολογικό σύστημα που θεσπίστηκε από τη δανική νομοθεσία, αυτό καθαυτό, περιλαμβάνει αναμφισβήτητα στοιχεία διακρίσεως ή προστασίας. Μολονότι δεν προβαίνει σε καμιά ρητή διάκριση ανάλογα με την καταγωγή των προϊόντων, διαμορφώθηκε κατά τέτοιο τρόπο ώστε το μεγαλύτερο μέρος της εθνικής παραγωγής αποστάγματος να υπόκειται στην πιο ευνοϊκή φορολογική κατηγορία, ενώ σχεδόν το σύνολο των εισαγομένων προϊόντων εμπίπτει στην κατηγορία που φορολογείται βαρύτερα. Τα χαρακτηριστικά αυτά του συστήματος δεν εξαλείφονται από το γεγονός ότι ένα ελάχιστο κλάσμα εισαγομένου οινοπνεύματος απολαμβάνει τον ευνοϊκότερο φορολογικό συντελεστή, ενώ αντιθέτως, ορισμένο ποσοστό της εθνικής παραγωγής εμπίπτει στην ίδια κατηγορία φορολογίας όπως και τα εισαγόμενα οινοπνεύματα. Φαίνεται, επομένως, ότι το φορολογικό σύστημα έχει επινοηθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επωφελείται ευρέως μια τυπική εθνική παραγωγή και να μειονεκτούν κατά το ίδιο μέτρο τα εισαγόμενα αποστάγματα.
37
Συμπερασματικά, πρέπει να διαπιστωθεί ότι το φορολογικό σύστημα που εφαρμόζεται στα αποστάγματα στο Βασίλειο της Δανίας, όπως προκύπτει από τον ισχύοντα κωδικοποιημένο νόμο της 4ης Απριλίου 1978, είναι ασυμβίβαστο προς τις απαιτήσεις του άρθρου 95 της Συνθήκης, χωρίς να χρειάζεται να γίνει διάκριση σχετικά μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου της διατάξεως αυτής.
Από αυτό συνάγεται ότι οι επικουρικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται από τη Δανική Κυβέρνηση με το υπόμνημα της αντικρούσεως δεν έχουν αντικείμενο.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
Εφαρμόζοντας το Βασίλειο της Δανίας διαφοροποιημένη φορολογία στα αποστάγματα, όπως προκύπτει από τον κωδικοποιημένο νόμο 151, της 4ης Απριλίου 1978, παρέβη, όσον αφορά τα εισαγόμενα προϊόντα από τα λοιπά κράτη μέλη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Kutscher
O'Keeffe
Touffait
Mertens de Wilmars
Pescatore
Mackenzie Stuart
Bosco
Koopmans
Due
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Φεβρουαρίου 1980.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο πρόεδρος
Η. Kutscher
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η δανική.
Full & Egal Universal Law Academy