ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 19ης Ιουνίου 1979 ( *1 )
Στην υπόθεση 180/78,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Centrale Raad van Beroep, Ουτρέχτης, προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
κ. Brouwer-Kaune,
και
Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor het Kledingbedrijf,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους εργαζομένους και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (EE ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73 επ.) και ειδικότερα του άρθρου 40, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, Mackenzie Stuart, πρόεδρο τμήματος, P. Pescatore, M. Sørensen, Α. O'Keeffe, G. Bosco και Α. Touffait, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. Capotorti
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 16ης Μαΐου 1978, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Σεπτεμβρίου 1978, το Centrale Raad van Beroep υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος (EE ειδ. εκδ. 05/001, σ. 73 επ.).
2
Το ερώτημα ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς σχετικής με τον υπολογισμό από τον αρμόδιο ολλανδικό φορέα συντάξεως αναπηρίας, οφειλόμενης σε εργαζόμενη η οποία, αφού εργάστηκε στη Γερμανία μεταξύ των ετών 1928 και 1950, εγκαταστάθηκε στις Κάτω Χώρες, όπου άσκησε μισθωτή δραστηριότητα από το 1951 έως το 1972. Όπως προκύπτει από το έγγραφο με το οποίο το Centrale Raad van Beroep διαβίβασε την απόφασή του στο Δικαστήριο, η ενδιαφερομένη ελάμβανε στη Γερμανία, από 1ης Αυγούστου 1970, σύνταξη ανικανότητας προς εργασία η οποία μετατράπηκε σε σύνταξη γήρατος πρόωρης εξόδου από 1ης Αυγούστου 1973. Στις Κάτω Χώρες, της χορηγήθηκε παροχή ανικανότητας προς εργασία από τις 2 Οκτωβρίου 1973, δηλαδή από ημερομηνία μεταγενέστερη της μετατροπής της γερμανικής συντάξεως αναπηρίας σε σύνταξη γήρατος.
3
Λόγω της χορηγήσεως των παροχών μ' αυτή τη χρονολογική σειρά, το Centrale Raad van Beroep έκρινε ότι .το άρθρο 43 του κανονισμού 1408/71, το σχετικό με τη μετατροπή των παροχών αναπηρίας σε παροχές γήρατος δεν έχει εφαρμογή, τουλάχιστον όχι άμεση εφαρμογή, στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, αυτό το άρθρο αφορά την περίπτωση κατά την οποία οι παροχές αναπηρίας έχουν κτηθεί σε δύο κράτη μέλη πριν από τη μετατροπή σε παροχή γήρατος και η παράγραφος 2 ορίζει ότι, ακόμα και κατόπιν μιας τέτοιας μετατροπής στο ένα από τα δύο κράτη μέλη, ο φορέας που οφείλει παροχές αναπηρίας στο άλλο κράτος μέλος συνεχίζει να καταβάλλει στο δικαιούχο τις παροχές αναπηρίας που δικαιούται κατά τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός.
4
Δεδομένου ότι αυτή η διάταξη δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, το πρόβλημα που πρέπει να επιλύσουν οι ολλανδικές αρχές είναι αν οι εθνικές νομοθετικές διατάξεις οι οποίες, σε περίπτωση σωρεύσεως παροχής αναπηρίας βάσει του ολλανδικού νόμου με αλλοδαπή παροχή γήρατος, προβλέπουν ότι η εθνική παροχή μειώνεται κατά το συνολικό ποσό της αλλοδαπής παροχής, είναι σύμφωνες προς τις σχετικές λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, ιδίως προς το άθρο 40 του κανονισμού. Αντιμετωπίζοντας αυτό το πρόβλημα, το Centrale Raad van Beroep υπέβαλε το προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 40.
5
Αυτό το άρθρο, που περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου III του κανονισμού, το σχετικό με την αναπηρία, αφορά την περίπτωση κατά την οποία ο εργαζόμενος έχει υπαχθεί στις νομοθεσίες δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, εκ των οποίων τουλάχιστον μία, όπως συμβαίνει με την εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση γερμανική νομοθεσία, εξαρτά το ποσό των παροχών αναπηρίας από τη διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως. Παραπέμποντας στο κεφάλαιο 3, το σχετικό με τις συντάξεις γήρατος και θανάτου, το άρθρο 40, παράγραφος 1, είχε ιδίως ως αποτέλεσμα να καταστήσει τις διατάξεις του άρθρου 46 περί υπολογισμού των παροχών γήρατος εφαρμοστέες επίσης στον υπολογισμό των παροχών αναπηρίας.
6
Με πάγια νομολογία, εσχάτως δε με την απόφαση της 14ης Μαρτίου 1978 επί της υποθέσεως 98/77, Schaap (Jurispr. 1978, σ. 714), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, εφόσον ο εργαζόμενος λαμβάνει σύνταξη δυνάμει της μόνης εθνικής νομοθεσίας, οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 δεν εμποδίζουν την εφαρμογή στην περίπτωσή του της εθνικής νομοθεσίας στο σύνολό της, συμπεριλαμβανομένων των εθνικών αντισωρευτικών κανόνων, νοουμένου ότι, αν η εφαρμογή αυτής της νομοθεσίας αποδεικνύεται λιγότερο ευνοϊκή από την εφαρμογή του συστήματος του άρθρου 46 του κανονισμού, οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου πρέπει να εφαρμόζονται. Όσον αφορά το άρθρο 46, παράγραφος 3, ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 21ης Οκτωβρίου 1975, στην υπόθεση 24/75, Petroni (Jurispr. 1975, σ. 1149), ότι αυτή η διάταξη δεν συμβιβάζεται με το άρθρο 51 της Συνθήκης στο μέτρο που επιβάλλει περιορισμό σωρεύσεως δύο παροχών που έχουν αποκτηθεί σε διαφορετικά κράτη μέλη, με τη μείωση του ποσού της παροχής που έχει αποκτηθεί δυνάμει της μόνης εθνικής νομοθεσίας.
7
Αυτή η νομολογία, η οποία αφορά κατά πρώτο λόγο τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ο εργαζόμενος έχει υπαχθεί στη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών ως προς την ασφάλιση γήρατος, επεκτάθηκε χωρίς τροποποίηση, δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 1, στις περιπτώσεις ασφαλίσεως αναπηρίας. Το ίδιο αποτέλεσμα προκύπτει από το άρθρο 43, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μία από τις δύο παροχές αναπηρίας που έχουν ήδη αποκτηθεί μετατρέπεται σε παροχή γήρατος. Το πρόβλημα στην προκειμένη περίπτωση είναι αν πρέπει να γίνει δεκτή διαφορετική λύση για τη μόνη περίπτωση κατά την οποία η μετατροπή της παροχής αναπηρίας σε ένα κράτος μέλος έλαβε χώρα πριν από την εκκαθάριση της παροχής αναπηρίας σε άλλο κράτος μέλος.
8
Η έλλειψη οποιασδήποτε ρητής διατάξεως σχετικής με την τελευταία αυτή περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί ως κενό. Κανένας αντικειμενικός λόγος δεν υφίσταται για να υπαχθεί η περίπτωση αυτή σε διαφορετικό σύστημα από το εφαρμοζόμενο στις ρητώς προβλεπόμενες περιπτώσεις. Η προστασία των δικαιωμάτων που ο ενδιαφερόμενος κατέχει δυνάμει της μόνης εθνικής νομοθεσίας, χωρίς αναδρομή στο σύστημα συνυπολογισμού και αναλογικού επιμερισμού, καθώς και η τήρηση των ενδεχομένως προκυπτόντων πλεονεκτημάτων από αυτό το σύστημα επιβάλλονται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλες τις περιπτώσεις. Η συστηματική ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού επιτρέπει, κατά συνέπεια, εφαρμογή κατ' αναλογία του άρθρου 40, παράγραφος 1, σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη. Θα μπορούσε μάλιστα να θεωρηθεί, στην περίπτωση που αυτή η λύση δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή, ότι το Συμβούλιο δεν εκπλήρωσε πλήρως την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 51 της Συνθήκης να προβλέπει, στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, τα αναγκαία μέτρα για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
9
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 40, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου έχει την έννοια ότι αφορά την εκκαθάριση των παροχών αναπηρίας σε κράτος μέλος εντός του οποίου το δικαίωμα επ' αυτών των παροχών αναγνωρίστηκε σε εργαζόμενο βάσει νομοθεσίας του αναφερόμενου στο άρθρο 37, παράγραφος 1, τύπου και στην περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος, πριν από τη γένεση αυτού του δικαιώματος, κατέστη ήδη δικαιούχος, δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους που δεν ανήκει σ' αυτόν τον τύπο, παροχής γήρατος προκύπτουσας από τη μετατροπή προγενέστερης παροχής αναπηρίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του υποβληθέντος από το Centrale Raad van Beroep, με Διάταξη της 16ης Μαΐου 1978, προδικαστικού ερωτήματος, αποφαίνεται:
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 40, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου έχει την έννοια ότι αφορά την εκκαθάριση των παροχών αναπηρίας σε κράτος μέλος εντός του οποίου το δικαίωμα επ' αυτών των παροχών αναγνωρίστηκε σε εργαζόμενο βάσει νομοθεσίας του αναφερόμενου στο άρθρο 37, παράγραφος 1, τύπου και στην περίπτωση κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος, πριν από τη γένεση αυτού του δικαιώματος, κατέστη ήδη δικαιούχος, δυνάμει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους που δεν ανήκει σ' αυτόν τον τύπο, παροχής γήρατος προκύπτουσας από τη μετατροπή προγενέστερης παροχής αναπηρίας.
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Pescatore
Sørensen
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 19 Ιουνίου 1979.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 19 Ιουνίου 1979.
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Pescatore
Sørensen
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο προεδρεύων
J.Mertens de Wilmars
Πρόεδρος του πρώτου τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy