ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 12ης Ιουλίου 1979 ( *1 )
Στην υπόθεση 223/78,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση προς το Δικαστήριο του Pretore της Πάδοβας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας που έχει κινηθεί κατά του
Adriano Grosoli,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία κοινοτικών διατάξεων περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της κοινής οργανώσεως γεωργικής αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος, για να αποφανθεί επί του αν συμβιβάζεται προς αυτές τις διατάξεις το εθνικό σύστημα ανώτατων τιμών λιανικής πωλήσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους J. Mertens de Wilmars, πρόεδρο του πρώτου τμήματος, προεδρεύοντα, Mackenzie Stuart, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, P. Pescatore, M. Sørensen, Α. O'Keeffe, G. Bosco και Α. Touffait, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. Capotorti
γραμματέας: J. Α. Pompe, βοηθός γραμματέας,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(Το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 15ης Ιουλίου 1978, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 5 Οκτωβρίου 1978, ο Pretore της Πάδοβας ζήτησε από το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να «αποφανθεί επί του αν συμβιβάζεται με την κοινοτική νομοθεσία ένα σύστημα κυριαρχικά καθοριζομένων τιμών, το οποίο περιορίζεται μόνο στον τομέα του λιανικού εμπορίου, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή δεν θα στερούνταν ερείσματος το ζήτημα της συνταγματικότητας των νομοθετικών διατάξεων που εξέδωσε το Ιταλικό κράτος επί των τιμών σε σχέση με το άρθρο 3 του Ιταλικού Συντάγματος.
2
Αυτό το ερώτημα αφορά, αφενός, την απόφαση 35/1977, που εξέδωσε η ιταλική Διυπουργική Επιτροπή Τιμών («CIP») στις 26 Ιουλίου 1977, περί ανωτάτων τιμών καταναλώσεως κατεψυγμένου βοείου κρέατος (Gazzetta Ufficiale della Repubblica Italiana No 207 της 29ης Σεπτεμβρίου 1977) και, αφετέρου, την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος. Το ερώτημα τέθηκε επ' ευκαιρία ποινικής διώξεως κατά του νομίμου εκπροσώπου μιας εμπορικής επιχειρήσεως στον τομέα των κρεάτων λόγω παραβιάσεως της προαναφερθείσας απόφασης.
3
Ναι μεν δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να κρίνει, στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης, περί του συμβιβαστού κανόνων εσωτερικού δικαίου προς διατάξεις κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο είναι όμως αντίθετα αρμόδιο να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο όλα τα ερμηνευτικά στοιχεία που αναφέρονται στο κοινοτικό δίκαιο, ώστε να παράσχει τη δυνατότητα σ' αυτό το δικαστήριο να αποφανθεί περί του συμβιβαστού αυτών των κανόνων προς την κοινοτική νομοθεσία.
4
Η απόφαση 35/1977 του CIP παραπέμπει, στην τρίτη αιτιολογική σκέψη της, στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2453/76 του Συμβουλίου, της 5ης Οκτωβρίου 1976, περί παραδόσεως στον ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως κατεψυγμένου βοείου κρέατος που είχαν στη διάθεσή τους οι οργανισμοί παρεμβάσεως άλλων κρατών μελών (G.U. L 279, σ. 3). Κατά τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη αυτού του κανονισμού, το προβλεπόμενο μέτρο της παραδόσεως οφειλόταν στην οικονομική κατάσταση τότε της Ιταλίας, ιδίως στον πολύ υψηλό πληθωρισμό, και είχε ως σκοπό να συμβάλει σε κάποια σταθεροποίηση των τιμών καταναλωτή. Η πώληση των κρεάτων που παραδόθηκαν στον ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως έγινε σε τιμές που είχαν καθοριστεί κατ' αποκοπή από την Επιτροπή και μόνο οι λιανοπωλητές ή οι παραγγελιοδόχοι-εντολοδόχοι τους είχαν δικαίωμα να υποβάλουν αιτήσεις αγοράς (άρθρα 3 και 8 του κανονισμού 2793/76 της Επιτροπής, της 18ης Νοεμβρίου 1976, περί λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 2453/76, G.U. L 319, σ. 24).
5
Αν και οι τιμές καταναλωτή αυτών των κρεάτων δεν καθορίζονταν από την κοινοτική ρύθμιση, εντούτοις, λαμβανομένου υπόψη του αντιπληθωριστικού της στόχου, η ρύθμιση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι επιτρέπει στην Ιταλική Κυβέρνηση να καθορίζει αυτές τις τιμές με εθνικές διατάξεις, αρκεί το περιθώριο κέρδους που παρέχεται στους λιανοπωλητές να μην είναι τόσο μικρό ώστε να εμποδίζει τη διάθεση των εν λόγω προϊόντων.
6
Στην περίπτωση που γίνει ερμηνευτικά δεκτό ότι η απόφαση 35/1977 του CIP εφαρμόζεται όχι μόνο για τα κρέατα που παραδόθηκαν στην Ιταλία δυνάμει του κανονισμού 2453/76, αλλά για κάθε κατεψυγμένο κρέας στο στάδιο της πωλήσεως στην κατανάλωση, από το ερώτημα που υπέβαλε ο Pretore της Πάδοβας ανακύπτει το γενικότερο πρόβλημα των εξουσιών των κρατών μελών σε θέματα τιμών γεωργικών προϊόντων, τα οποία καλύπτονται από κοινή οργάνωση αγοράς.
7
Σχετικά με αυτό το ζήτημα, το Δικαστήριο έχει δεχτεί, με πάγια νομολογία — απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1975 (Galii, 31/74, Racc. σ. 47), αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1976 (Tasca, 65/75, και Sadam, 88/75 έως 90/75, Racc. σ. 292 και σ. 323) και απόφαση της 29ης Ιουνίου 1978 (Dechmann, 154/77, Racc. σ. 1573) — ότι, στους τομείς οι οποίοι καλύπτονται από κοινή οργάνωση αγοράς, πολύ περισσότερο όταν αυτή η οργάνωση στηρίζεται σε σύστημα κοινών τιμών, τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να παρέμβουν με εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται μονομερώς στο μηχανισμό της διαμορφώσεως των τιμών, όπως αυτός προκύπτει από την κοινή οργάνωση. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, οι διατάξεις ενός κοινοτικού γεωργικού κανονισμού, ο οποίος περιλαμβάνει σύστημα τιμών που εφαρμόζεται στα στάδια της παραγωγής και του χονδρικού εμπορίου, αφήνουν άθικτη την εξουσία των κρατών μελών — με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων της Συνθήκης — να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα διαμορφώσεως των τιμών στα στάδια του λιανικού εμπορίου και της καταναλώσεως, υπό την προϋπόθεση να μη θέτουν σε κίνδυνο τους στόχους ή τη λειτουργία της οικείας κοινής οργανώσεως αγοράς.
8
Με αυτή την ίδια νομολογία, το Δικαστήριο έκρινε ότι σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν οι ανώτατες τιμές, τις οποίες καλείται να εξετάσει, παράγουν ή όχι αποτελέσματα που τις καθιστούν ασυμβίβαστες προς τις σχετικές στο θέμα αυτό κοινοτικές διατάξεις. Σχετικά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο ειδικός χαρακτήρας της οργανώσεως αγοράς στον οικείο τομέα.
9
Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά της κοινής οργανώσεως στον τομέα του βοείου κρέατος, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι περιλαμβάνει σύστημα τιμών και σύστημα ανταλλαγών. Το σύστημα των τιμών έχει ως βάση τον καθορισμό τιμής προσανατολισμού, την οποία ορίζει ετησίως το Συμβούλιο, για τα χονδρά βοοειδή. Προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως για την περίπτωση που οι τιμές της αγοράς κατέλθουν μέχρις ορισμένου επιπέδου κατωτέρου της τιμής προσανατολισμού. Το νωπό ή διατηρημένο με απλή ψύξη κρέας, το οποίο αγοράζεται κατ' εφαρμογή των μέτρων παρεμβάσεως, καταψύχεται και αποθηκεύεται από τους οργανισμούς που το απέκτησαν. Η πώληση του κρέατος που έχει αποθηκευτεί με αυτό τον τρόπο πρέπει να αποφασιστεί σε κοινοτικό επίπεδο και πρέπει να γίνει σε τιμές που διαμορφώνονται σε δημόσιους διαγωνισμούς ή που καθορίζονται κατ' αποκοπή από την Επιτροπή. Το σύστημα των ανταλλαγών με τις τρίτες χώρες περιλαμβάνει ιδίως εισφορές και επιστροφές. Η εισφορά βάσεως καθορίζεται κάθε μήνα χωριστά για τα μεγάλα βοοειδή και για το κατεψυγμένο κρέας. Χρησιμοποιούνται επίσης πάγιοι συντελεστές, οι οποίοι εφαρμόζονται στις εισφορές επί των μεγάλων βοοειδών, για τον υπολογισμό της εισφοράς για τα νωπά ή κατεψυγμένα κρέατα. Δυνάμει διαφόρων διεθνών συνθηκών επήλθαν ορισμένες παρεκκλίσεις σ' αυτό το σύστημα.
10
Από τις παρατηρήσεις και τα στατιστικά στοιχεία που κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο Δικαστήριο προκύπτει ότι τα κατεψυγμένα κρέατα, αφενός, και τα νωπά ή διατηρημένα με απλή ψύξη κρέατα, αφετέρου, δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους απολύτως στις κοινοτικές αγορές. Οι προτιμήσεις των καταναλωτών μπορούν, σ' ορισμένο βαθμό, να έχουν ως αποτέλεσμα την εξάλειψη αυστηρού αυτοματισμού στις σχέσεις μεταξύ των τιμών των δύο κατηγοριών κρέατος. Οι διαφορετικές τιμές για τα διάφορα τεμάχια κρέατος, με ή χωρίς κόκαλο, μπορούν να αποτελέσουν άλλη μια αιτία αβεβαιότητας. Το εθνικό δικαστήριο επιτρέπεται να λάβει υπόψη του αυτές τις ιδιομορφίες της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος μαζί με τα άλλα στοιχεία αυτής της οργανώσεως, για να κρίνει αν ένα εθνικό μέτρο θέτει σε κίνδυνο τους στόχους ή τη λειτουργία της.
11
Στη διάταξη περί παραπομπής, ο Pretore της Πάδοβας εξέφρασε τους δισταγμούς του να ακολουθήσει τη νομολογία του Δικαστηρίου, καθόσον αναθέτει στο εθνικό δικαστήριο το έργο να αποφασίζει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εάν οι επιβαλλόμενες από τις εθνικές αρχές ανώτατες τιμές έχουν αποτελέσματα ικανά να τις καταστήσουν ασυμβίβαστες προς τις κοινοτικές διατάξεις. Κατά τον Pretore, αυτός ο τρόπος αντιμετωπίσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός στις ποινικές υποθέσεις, διότι επιτρέποντας ρητά τη διατήρηση του συστήματος τιμών, αυτός ο τρόπος αφήνει αβέβαιη την εφαρμογή του, δημιουργώντας έτσι ανισότητες μεταξύ των εμπόρων οι οποίοι αποφασίζουν να συμμορφωθούν προς αυτόν και εκείνων που κρίνουν ότι δεν υπόκεινται σ' αυτόν.
12
Αυτή η αντίρρηση εντούτοις δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποφασιστική. Το έργο που ανήκει στο εθνικό δικαστήριο στα πλαίσια της κατανομής των λειτουργιών μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων δεν είναι ουσιωδώς διαφορετικό από την εκτίμηση οικονομικών παραγόντων στην οποία προβαίνει συχνά το εθνικό δικαστήριο κατά την εφαρμογή του εσωτερικού του δικαίου. Όσον αφορά, εξάλλου, την προβαλλόμενη ανισότητα μεταξύ των εμπόρων, αυτή η ανισότητα δεν μπορεί να υποτεθεί ότι υφίσταται εφόσον το εθνικό δικαιοδοτικό σύστημα παρέχει στους ιδιώτες τα αναγκαία ένδικα βοηθήματα ώστε να διασφαλίζεται η ομοιομορφία εφαρμογής των νομικών κανόνων.
13
Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι πρέπει να δοθεί ως απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα ότι, εκτός από τον τομέα εφαρμογής του κανονισμού 2453/76, ο μονομερής καθορισμός από ένα κράτος μέλος ανωτάτων τιμών για το κατεψυγμένο βόειο κρέας στο στάδιο της πωλήσεως στον καταναλωτή δεν είναι ασυμβίβαστος προς την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος παρά μόνον εφόσον δεν θέτει σε κίνδυνο τους στόχους ή τη λειτουργία αυτής της οργανώσεως.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε ο Pretore της Πάδοβας με διάταξη της 15ης Ιουλίου 1978, αποφαίνεται:
1)
Ο κανονισμός 2453/76 του Συμβουλίου, περί παραδόσεως στον ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως κατεψυγμένου βοείου κρέατος, το οποίο είχαν στη διάθεσή τους οργανισμοί παρεμβάσεως άλλων κρατών μελών, σε συνδυασμό με τις κανονιστικές διατάξεις που εκδόθηκαν για την εφαρμογή του, πρέπει να ερμηνευτεί υπό την έννοια ότι επιτρέπεται στην Ιταλική Κυβέρνηση να καθορίζει με εθνικές διατάξεις τις τιμές πωλήσεως στην κατανάλωση αυτών των κρεάτων αρκεί το περιθώριο κέρδους που παραχωρείται στους λιανοπωλητές να μην είναι τόσο μικρό ώστε να εμποδίζει τη διάθεση των εν λόγω προϊόντων.
2)
Εκτός από τον τομέα εφαρμογής του κανονισμού 2453/76, ο μονομερής καθορισμός από ένα κράτος μέλος ανώτατων τιμών για το κατεψυγμένο βόειο κρέας στο στάδιο της πωλήσεως στους καταναλωτές δεν είναι ασυμβίβαστος προς την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος παρά μόνο εφόσον δεν θέτει σε κίνδυνο τους στόχους ή τη λειτουργία αυτής της οργανώσεως.
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Pescatore
Sørensen
O'Keeffe
Bosco
Touffait
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 12 Ιουλίου 1979.
Ο Γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Προεδρεύων
J. Mertens de Wilmars
(πρόεδρος του πρώτου τμήματος)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy