ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 11ης Οκτωβρίου 1979 ( *1 )
Στην υπόθεση 225/78,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal correctionnel της Besançon προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου μεταξύ
Procureur de la République de Besançon
και
Bouhelier και λοιπών,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των όρων ποσοτικοί περιορισμοί επί των εξαγωγών και μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος έναντι τρίτων χωρών με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει διεθνείς εμπορικές συμφωνίες,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο τμήματος, P. Pescatore και Α. Touffait, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. Capotorti
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1978, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία στις 9 Οκτωβρίου 1978, το Tribunal correctionnel της Besançon υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, διάφορα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία τριών συμφωνιών ή συμβάσεων που συνήφθησαν μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητος και της Ελλάδος, της Ισπανίας και της Αυστρίας και τα οποία τέθηκαν στο πλαίσιο ποινικής διώξεως για πλαστογραφία και χρήση πλαστών εγγράφων και για παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας κατά των Bouhelier και λοιπών. Αυτή η απόφαση εκδίδεται μετά από προηγούμενη απόφαση της 19ης Μαΐου 1976 του ίδιου δικαστηρίου που αφορούσε τους ίδιους κατηγορουμένους για τις ίδιες κατηγορίες, η οποία είχε ως έρεισμα τα εξής πραγματικά περιστατικά:
2
Ο γαλλικός νόμος 48-1228 της 22ας Ιουλίου 1948 καθόρισε την έννομη κατάσταση των βιομηχανικών τεχνικών κέντρων, τα οποία έχουν ως αντικείμενο ιδίως την εξασφάλιση της ποιότητας στη βιομηχανία και μια υπουργική απόφαση της 22ας Απριλίου 1949 που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή αυτού του νόμου συνέστησε το βιομηχανικό τεχνικό κέντρο — ίδρυμα δημοσίας ωφελείας — με το όνομα Cetehor, το οποίο έχει ως έργο, μεταξύ άλλων, να ελέγχει την ποιότητα των ρολογιών και των ελατηρίων των μηχανισμών αγκύρας των ρολογιών που προορίζονται για εξαγωγή. Δύο πράξεις του Υπουργείου Οικονομικών, της 30ής Οκτωβρίου 1962 και 24ης Νοεμβρίου 1964, προς τους εξαγωγείς απαιτούν άδεια για την εξαγωγή για την εξαγωγή αυτών των ρολογιών και ελατηρίων ρολογιών, εκτός για τα είδη που συνοδεύονται από πιστοποιητικό καταλληλότητας χορηγούμενο από το Cetehor, το οποίο υποκαθιστά την άδεια εξαγωγής.
3
Οι κατηγορούμενοι Bouhelier και λοιποί πλαστογράφησαν, κατά τη διάρκεια του 1972, βεβαιώσεις ελέγχου, χορηγούμενες από το Cetehor και εξήγαγαν, βάσει αυτών των πλαστών πιστοποιητικών, ρολόγια με μηχανισμούς αγκύρας σε άλλα κράτη μέλη.
4
Υπό τις συνθήκες αυτές η απόφαση της 19ης Μαΐου 1976 υπέβαλε στο Δικαστήριο ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 34 της Συνθήκης· το Δικαστήριο έκρινε με απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1977 (Rec. σ. 197) ότι:
«Οι παρατιθέμενοι στο άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ όροι “ποσοτικοί περιορισμοί επί των εξαγωγών και μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος” πρέπει να νοηθούν υπό την έννοια ότι εφαρμόζονται στη νομοθετική ρύθμιση ενός κράτους μέλους, η οποία απαιτεί για την εξαγωγή ορισμένων εμπορευμάτων άδεια ή πιστοποιητικό καταλληλότητας που την υποκαθιστά και η οποία δεν χορηγείται όταν η ποιότητα δεν αναποκρίνεται προς ορισμένες προδιαγραφές που καθορίζει ο οργανισμός ο οποίος εκδίδει το πιστοποιητικό, ακόμη και αν αυτό δεν συνοδεύεται από την είσπραξη φόρου.»
5
Μετά από αυτή την απόφαση, το Tribunal correctionnel της Besançon απάλλαξε, με απόφασή του της 29ης Σεπτεμβρίου 1978, τους κατηγορουμένους από την κατηγορία της πλαστογραφίας και της χρήσεως πλαστογραφημένων πιστοποιητικών με σκοπό την εξαγωγή προς τα κράτη μέλη της ΕΟΚ, αλλά καθώς οι κατηγορούμενοι διώκονταν επίσης για τις ίδιες κατηγορίες επειδή είχαν εξαγάγει ρολόγια και ελατήρια ρολογιών στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Αυστρία — τρίτες χώρες συνδεδεμένες με την Κοινότητα με συμφωνίες — το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τρία ερωτήματα:
«1)
Εάν επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος της ΕΟΚ η ερμηνεία από το Δικαστήριο των άρθρων 6, 28 και 29 της Συμφωνίας Συνδέσεως, η οποία συνήφθη στις 9 Ιουλίου 1961 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητος και της Ελλάδος, να απαιτεί από τους εξαγωγείς του που εξάγουν στην Ελλάδα άδεια εξαγωγής ή πιστοποιητικό επέχον θέση αδείας, το οποίο δεν συνοδεύεται από την είσπραξη κανενός φόρου και που χορηγείται εκτός εάν η ποιότητα του εμπορεύματος δεν ανταποκρίνεται προς τις προδιαγραφές τις οποίες καθόρισε ο εκδότης του πιστοποιητικού.
2)
Εάν επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος της ΕΟΚ η ερμηνεία από το Δικαστήριο των όρων της Συμφωνίας, η οποία συνήφθη στις 29 Ιουνίου 1970 μεταξύ της ΕΟΚ και της Ισπανίας, ιδίως των άρθρων 1, 8 και 12, να απαιτεί από τους εξαγωγείς του που εξάγουν στην Ισπανία άδεια εξαγωγών ή πιστοποιητικό επέχον θέση αδείας, το οποίο δεν συνοδεύεται από την είσπραξη κανενός φόρου και που χορηγείται εκτός εάν η ποιότητα του εμπορεύματος δεν ανταποκρίνεται προς τις προδιαγραφές τις οποίες καθόρισε ο εκδότης του πιστοποιητικού. Να διευκρινιστεί ιδίως εάν το γεγονός ότι ζητείται αυτό το πιστοποιητικό συνιστά ή όχι μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ή συγκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο.
3)
Εάν επιτρέπει σε ένα κράτος μέλος της ΕΟΚ η ερμηνεία από το Δικαστήριο της προσωρινής Συμφωνίας η οποία συνήφθη με τη Δημοκρατία της Αυστρίας στις 22 Ιουλίου 1972, και ειδικά των άρθρων 10 και 16, να απαιτεί από τους εξαγωγείς του που εξάγουν στην Αυστρία άδεια εξαγωγής ή πιστοποιητικό επέχον θέση αδείας, το οποίο δεν συνοδεύεται από την είσπραξη κανενός φόρου και που χορηγείται εκτός αν η ποιότητα του εμπορεύματος δεν ανταποκρίνεται προς τις προδιαγραφές τις οποίες καθόρισε ο εκδότης του πιστοποιητικού. Να διευκρινισθεί ιδίως εάν το γεγονός ότι ζητείται αυτό το πιστοποιητικό συνιστά ή όχι μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ή συγκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο.»
6
Ενόψει των ερωτημάτων αυτών, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η απάντηση του Δικαστηρίου που δόθηκε με την απόφασή του της 3ης Φεβρουαρίου 1977, αφορά τις ενδοκοινοτικές σχέσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονται από απόλυτη ελευθέρωση του εμπορίου, χάρη στην κατάργηση όλων των εμποδίων στις εισαγωγές και τις εξαγωγές. Λόγω της ιδιότητάς τους αυτής, δεν μπορούν να μεταφερθούν οι διατάξεις αυτές στις σχέσεις με τις τρίτες χώρες. Το ζήτημα της καταργήσεως των ποσοτικών περιορισμών και των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος στις σχέσεις με τις τρεις χώρες τις οποίες αναφέρει το εθνικό δικαστήριο — Ελλάδα, Ισπανία και Αυστρία — πρέπει να κριθεί σε συνάρτηση με τις ισχύουσες συμφωνίες μεταξύ της Κοινότητας και των εν λόγω κρατών. Αφού δε αυτές οι διατάξεις είναι όμοιες, η περίπτωση εξαγωγών προς κάθε μία από αυτές τις χώρες πρέπει να εξεταστεί ξεχωριστά.
7
Η Συμφωνία Συνδέσεως που συνήφθη μεταξύ της ΕΟΚ και της Ελλάδος στις 9 Ιουλίου 1961 (JO της 18.2.1963, σ. 293) ορίζει στο άρθρο 28, παράγραφος 1 ότι «οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εξαγωγών ως και παν μέτρον ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορεύονται μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών».
Η διατύπωση αυτής της διατάξεως είναι όμοια προς εκείνη του άρθρου 34, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
8
Εν τούτοις πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτό το νομοθετικό κείμενο δεν άρχισε να ισχύει, δυνάμει της παραγράφου 2 του άρθρου 28, παρά μόνο μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου που προβλεπόταν στο άρθρο 6 της Συμφωνίας, δηλαδή μετά την 1η Νοεμβρίου 1974. Επομένως δεν ίσχυσε παρά μόνο μετά το τέλος αυτής της περιόδου. Ταχύτερη θέση του σε ισχύ δεν θα μπορούσε να συμβεί παρά μόνο κατόπιν συστάσεως του Συμβουλίου Συνδέσεως, που θα εκδιδόταν σύμφωνα προς το άρθρο 29 της Συμφωνίας. Ελλείψει τέτοιας συστάσεως μέχρι την 1η Νοεμβρίου 1974 και, επομένως, κατά την περίοδο των επίδικων πραγματικών περιστατικών, δεν υφίστατο υποχρέωση για την Κοινότητα και τα κράτη μέλη της να καταργήσουν, στις σχέσεις με την Ελλάδα, τους ελέγχους σαν αυτούς, για την παράβαση των οποίων διώκονται οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης.
9
Η Συμφωνία που συνήφθη μεταξύ της Κοινότητας και της Ισπανίας στις 29 Ιουνίου 1970 (JO L 182, της 16.8.1970, σ. 2) έχει ως αντικείμενο την προοδευτική κατάργηση των εμποδίων για το κύριο μέρος του εμπορίου μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Σύμφωνα με το άρθρο 12 αυτής της Συμφωνίας, οι διατάξεις της «δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των Κρατών Μελών».
10
Το άρθρο 12 της Συμφωνίας δεν έχει σχέση με τους ποιοτικούς ελέγχους όπως οι προκείμενοι στην υπόθεση της κύριας δίκης. Επομένως αυτή η διάταξη δεν εφαρμόζεται στη σχετική περίπτωση. Κατά τα λοιπά, πρέπει να σημειωθεί ότι η Συμφωνία δεν περιλαμβάνει καμία διάταξη περί απαγορεύσεως των ποσοτικών περιορισμών επί των εξαγωγών ή μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς τέτοιους περιορισμούς. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Συμφωνία δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση στην Κοινότητα ή τα κράτη μέλη της όσον αφορά την κατάργηση τέτοιων μέτρων.
11
Τέλος, ούτε η προσωρινή Συμφωνία η οποία συνήφθη μεταξύ της Κοινότητος και της Αυστρίας στις 22 Ιουλίου 1972 (JO L 223 της 29.9.1972, σ. 1) και που άρχισε να ισχύει στις 2 Οκτωβρίου 1972 επιτρέπει να αμφισβητηθεί η εφαρμογή της επίδικης γαλλικής νομοθεσίας όσον αφορά τις εξαγωγές ρολογιών προς την Αυστρία. Πράγματι, το άρθρο 10 αυτής της προσωρινής Συμφωνίας απαγορεύει τους νέους ποσοτικούς περιορισμούς, πράγμα το οποίο δεν υποχρεώνει τα μέλη να καταργήσουν τους υφιστάμενους περιορισμούς.
Εξάλλου, το άρθρο 16 της εν λόγω Συμφωνίας, το οποίο αντιστοιχεί όσον αφορά το περιεχόμενο και τη διατύπωσή του στο προαναφερθέν άρθρο 12 της Συμφωνίας που συνήφθη με την Ισπανία πρέπει να ερμηνευθεί με το ίδιο πνεύμα με αυτήν, όπως εκτέθηκε πιο πάνω.
(Τα δικαστικά έξοδα παραλείπονται)
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Tribunal correctionnel της Besançon, με απόφασή του της 29ης Σεπτεμβρίου 1978, αποφαίνεται:
Η εφαρμογή, κατά τη διάρκεια του έτους 1972, της κανονιστικής ρυθμίσεως ενός κράτους μέλους, η οποία απαιτεί για την εξαγωγή ορισμένων εμπορευμάτων προς τρίτες χώρες άδεια ή πιστοποιητικό καταλληλότητας που την υποκαθιστά και η οποία δεν χορηγείται όταν η ποιότητα δεν ανταποκρίνεται προς ορισμένες προδιαγραφές που ορίζει ο οργανισμός, ο οποίος εκδίδει το πιστοποιητικό, το οποίο δεν συνοδεύεται από την είσπραξη κανενός φόρου, δεν ήταν ασυμβίβαστη προς τη Συμφωνία Συνδέσεως μεταξύ της Κοινότητος και της Ελλάδος που συνήφθη στις 9 Ιουλίου 1961 ούτε προς τη Συμφωνία η οποία συνήφθη μεταξύ της Κοινότητος και της Ισπανίας στις 29 Ιουνίου 1970 ούτε προς την προσωρινή Συμφωνία που συνήφθη μεταξύ της Κοινότητος και της Αυστρίας στις 25 Σεπτεμβρίου 1972.
Mackenzie Stuart
Pescatore
Touffait
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 11 Οκτωβρίου 1979.
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy