ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 27ης Σεπτεμβρίου 1979 ( *1 )
Στην υπόθεση 230/78,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale amministrativo regionale del Lazio (τρίτο τμήμα) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
SpA Eridania-Zuccherifici nazionali, Γένοβα,
SpA Società italiana per l' industria degli zuccheri, Ρώμη,
και
Υπουργού Γεωργίας και Δασών,
Υπουργού Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας,
SpA Zuccherifici meridionali,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος, καθώς και ως προς την ερμηνεία, του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 3331/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974 (EE ειδ. έκδ. 03/011, σ. 151 επ.), περί κατανομής και τροποποιήσεως των βασικών ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Η. Kutscher, πρόεδρο, J. Mertens de Wilmars και Mackenzie Stuart, προέδρους τμήματος, P. Pescatore, M. Sørensen, A. O'Keeffe και T. Koopmans, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. P. Warner
γραμματέας: Α. Van Houtte
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
(το μέρος που περιέχει τα περιστατικά παραλείπεται)
Σκεπτικό
1
Με Διάταξη της 3ης Ιουλίου 1978, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Οκτωβρίου 1978, το Tribunale amministrativo regionale del Lazio υπέβαλε στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα ως προς το κύρος και την ερμηνεία του κανονισμού 3331/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί κατανομής και τροποποιήσεως των βασικών ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (EE ειδ. έκδ. 03/011, σ. 151 επ.).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, ασκηθείσας από την εταιρία Eridania Zuccherifici nazionali, και στρεφόμενη κατά κοινής υπουργικής αποφάσεως του Ιταλού Υπουργού Γεωργίας και Δασών και του Υπουργού Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας, περί τροποποιήσεως των βασικών ποσοστώσεων ζάχαρης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2 του προαναφερθέντος κανονισμού 3331/74.
3
Προς υποστήριξη της προσφυγής της, η εταιρία Eridania ισχυρίστηκε ότι η προσβαλλομένη υπουργική απόφαση είναι μη νόμιμη για διαφόρους λόγους, μεταξύ των οποίων ανέφερε τη μη νομιμότητα της διατάξεως του άρθρου 2, παράγραφος 2 του κανονισμού 3331/74, η οποία αποτελεί τη νομική βάση της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως, καθώς και εσφαλμένη εφαρμογή αυτής της διατάξεως από τους Ιταλούς Υπουργούς.
4
Το Tribunale amministrativo, για να λύσει τα προβλήματα κοινοτικού δικαίου που με αυτό τον τρόπο του υποβλήθηκαν, υπέβαλε στο Δικαστήριο επτά προδικαστικά ερωτήματα. Τέσσερα από αυτά αφορούν το κύρος του κανονισμού 3331/74, και ειδικότερα το άρθρο 2, παράγραφος 2, τα δε άλλα αφορούν την ερμηνεία αυτής της διατάξεως.
Όσον αφορά το κύρος
Επί του πρώτου ερωτήματος (διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο)
5
Με το πρώτο ερώτημα, το tribunale ερωτά αν η προηγούμενη διαβούλευση της Συνελεύσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης, ουχί νομίμως, παραλείφθηκε κατά την ακολουθηθείσα διαδικασία της θεσπίσεως του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 3331/74.
6
Η κατανομή των βασικών ποσοστώσεων στις επιχειρήσεις για τις ζαχαρικές περιόδους 1975/1976 έως 1979/1980 αποτελεί το αντικείμενο των διατάξεων του άρθρου 24 του κανονισμού 3330/74 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1974, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (EE ειδ. έκδ. 03/011, σ. 134 επ.). Αυτές οι διατάξεις ορίζουν ότι τα κράτη μέλη προβαίνουν σ' αυτή την κατανομή στο πλαίσιο βασικής ποσότητας καθοριζόμενης για κάθε κράτος μέλος και σύμφωνα με ορισμένο αριθμό κριτηρίων, που στηρίζονται ιδίως στην «παραγωγή αναφοράς» της οικείας επιχείρησης, δηλαδή στην ετήσια μέση παραγωγή της ζάχαρης κατά τη διάρκεια των ζαχαρικών περιόδων 1968/1969 έως 1972/1973, με την εφαρμογή ορισμένου συντελεστή· εντούτοις, οι εν λόγω διατάξεις καθορίζουν ορισμένες περιπτώσεις, στις οποίες άλλα κριτήρια πρέπει να εφαρμοστούν. Επιπλέον, το άρθρο 24 προβλέπει στην παράγραφο 3 ότι «το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Επιτροπής, θεσπίζει τους γενικούς κανόνες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και τις ενδεχόμενες παρεκκλίσεις των διατάξεών του». Πρέπει να σημειωθεί ότι η Συνέλευση ακούστηκε επί του σχεδίου αυτών των διατάξεων, κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας του βασικού κανονισμού 3330/74.
7
Ο κανονισμός 3331/74 εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 24, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού και σύμφωνα με την προβλεπόμενη σ' αυτό διαδικασία· αυτή η διαδικασία δεν διαφέρει από την προβλεπόμενη στο άρθρο 43 της Συνθήκης διαδικασία. Εντούτοις, όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο στην απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970 (υπόθ. 25/70, Köster, Raccolta σ. 1161) δεν μπορεί να απαιτείται όλες οι λεπτομέρειες των κανονισμών που αφορούν την κοινή γεωργική πολιτική να θεσπίζονται από το Συμβούλιο κατά τη διαδικασία του άρθρου 43 της Συνθήκης. Τηρείται αυτή η διάταξη, όταν τα ουσιώδη στοιχεία του προς ρύθμιση θέματος θεσπίστηκαν σύμφωνα με αυτή τη διαδικασία· αντιθέτως, οι εκτελεστικές διατάξεις των βασικών κανονισμών μπορούν να θεσπίζονται από το Συμβούλιο, σύμφωνα με διαδικασία διαφορετική από αυτήν του άρθρου 43.
8
Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο μπορούσε νομίμως να εκδώσει εκτελεστικό κανονισμό, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 24, παράγραφος 3, του κανονισμού 3330/74, που συνιστά το βασικό κανονισμό στον τομέα της ζάχαρης. Δεν συμβαίνει το αντίθετο για μόνο το λόγο ότι το άρθρο 24, παράγραφος 3 εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο, όχι μόνο να λαμβάνει εκτελεστικά μέτρα, αλλά και να καθορίζει «παρεκκλίσεις» από τις διατάξεις του βασικού κανονισμού, ο δε όρος αυτός πρέπει να νοείται, στο πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται, ως αναφερόμενος αναγκαστικά σε παρεκκλίσεις που εντάσσονται στο γενικό σύστημα κατανομής των ποσοστώσεων που προβλέπει ο βασικός κανονισμός και που δεν θίγουν βασικά στοιχεία του εν λόγω κανονισμού.
9
Το υποβληθέν από το εθνικό δικαστήριο πρώτο ερώτημα καταλήγει, επομένως, στο αν, στην προκειμένη περίπτωση, οι διατάξεις του κανονισμού 3331/74, και ιδίως το άρθρο 2, παράγραφος 2, που θεσπίστηκαν βάσει του προαναφερθέντος άρθρου 24, παράγραφος 3, υπερβαίνουν το πλαίσιο της εκτελέσεως των αρχών του βασικού κανονισμού.
10
Οι επισημανθείσες, σχετικώς, από το tribunale amministrativo αμφιβολίες προέρχονται ιδιαίτερα από τις παρεκκλίσεις που συνεπάγεται το άρθρο 2 του κανονισμού 3331/74. Κατά την παράγραφο 1 αυτού του άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν να ελαττώνουν τις βασικές ποσοστώσεις που έχουν καθοριστεί βάσει του άρθρου 24 του κανονισμού 3330/74 μέχρι ποσοστού 5 %· η παράγραφος 2 προβλέπει ότι η Ιταλική Δημοκρατία μπορεί να «τροποποιεί» τις ίδιες ποσοστώσεις «βάσει σχεδίων αναδιαρθρώσεως του τομέα τεύτλων και του τομέα ζάχαρης, κατά το αναγκαίο μέτρο για να επιτραπεί η πραγματοποίησή τους».
11
Παρόλον ότι η εξουσία της Ιταλικής Δημοκρατίας να τροποποιεί αυτές τις ποσοστώσεις δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεν περιορίζεται εντός σαφών περιοριστικών ορίων, η άσκησή της εξαρτάται, ωστόσο, από την ύπαρξη σχεδίων αναδιαρθρώσεως — τα οποία, όπως διευκρινίζει η τελευταία φράση της διατάξεως, πρέπει να υποβληθούν για γνωμοδότηση στην Επιτροπή πριν από την 1η Ιουλίου 1978 —, και δεν μπορεί να υπερβεί ό, τι είναι αναγκαίο για την πραγματοποίηση αυτών των σχεδίων. Η άσκηση αυτής της αρμοδιότητας εξαρτάται, επομένως, από σαφώς καθορισμένα όρια.
12
Πρέπει σχετικώς να παρατηρηθεί ότι η εν λόγω αρμοδιότητα εμπίπτει στο πλαίσιο μέριμνας που βρίσκει ήδη την έκφρασή της στο βασικό κανονισμό. Ο τελευταίος προβλέπει τη δυνατότητα προσωρινής χορηγήσεως από την Ιταλία ενισχύσεων προσαρμογής στους παραγωγούς τεύτλων και ζάχαρης, η δε αιτιολογία αυτού του εξαιρετικού συστήματος αναφέρεται στην ειδική κατάσταση της Ιταλίας, όπου η παραγωγή αυτών των προϊόντων μειονεκτεί εξ αιτίας κλιματολογικών συνθηκών και, ειδικότερα όσον αφορά την παραγωγή τεύτλων, από τις δυσκολίες που παρουσιάζει η εφαρμογή των συγχρόνων μεθόδων παραγωγής.
13
Η αρμοδιότητα, επομένως, που προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2 του κανονισμού 3331/74 εμπίπτει στην προοπτική στόχου που έχει αναγνωρίσει ο βασικός κανονισμός· τα όρια της αρμοδιότητας αυτής διαγράφονται από τις απαιτήσεις που αυτός ο στόχος συνεπάγεται και όπως τα όρια αυτά θα καθορισθούν από την Ιταλική Δημοκρατία στα σχέδια αναδιαρθρώσεως που θα υποβάλουν στην Επιτροπή. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η εν λόγω αρμοδιότητα δεν υπερβαίνει το πλαίσιο της εκτελέσεως των αρχών του βασικού κανονισμού.
Επί του δευτέρου ερωτήματος (έλλειψη αιτιολογίας)
14
Με το δεύτερο ερώτημα, το Tribunale amministrativo ερωτά το Δικαστήριο αν το Συμβούλιο, εκδίδοντας τον κανονισμό 3331/74, τήρησε την υποχρέωση αιτιολογίας που προβλέπει το άρθρο 190 της Συνθήκης και, ιδίως, αν η δοθείσα αιτιολογία είναι επαρκής.
15
Στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 3331/74, το Συμβούλιο αρκέστηκε στο να αναφέρει την ευχέρεια που παρέχεται στην Ιταλική Δημοκρατία να τροποποιεί τις βασικές ποσοστώσεις, βάσει σχεδίων αναδιαρθρώσεως, «λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης καταστάσεώς της στον τομέα αυτό». Το ερώτημα από ποια άποψη αυτή η κατάσταση είναι ιδιαίτερη δεν βρίσκει απάντηση στις αιτιολογικές σκέψεις του ίδιου του κανονισμού, αλλά στις αιτιολογικές σκέψεις του βασικού κανονισμού και που ήδη αναφέρθηκαν πιο πάνω.
16
Δεδομένου του στενού δεσμού που υφίσταται μεταξύ του βασικού κανονισμού και του κανονισμού που εκδόθηκε για την εφαρμογή του, πρέπει να γίνει δεκτός ένας τέτοιος τρόπος αιτιολογίας των ισχυουσών για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της ζάχαρης στην Ιταλία ειδικών λεπτομερειών εφαρμογής. Επισημαίνει, κατά τρόπο επαρκώς σαφή, στις αρμόδιες αρχές και στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις τη σκέψη που οδήγησε το Συμβούλιο στο να καθορίσει αυτές τις λεπτομέρειες εφαρμογής και τους στόχους που πρέπει να επιδιωχθούν με τα σχέδια αναδιαρθρώσεως.
Επί του τρίτου ερωτήματος (διάκριση)
17
Το τρίτο ερώτημα ξεκινά από τη διαπίστωση ότι μόνο οι Ιταλοί παραγωγοί διατρέχουν — εκτός της δυνατότητας μειώσεως κατά 5 % των βασικών ποσοστώσεων που προβλέπεται έναντι των επιχειρήσεων όλων των κρατών μελών — τον κίνδυνο συμπληρωματικού περιορισμού της δραστηριότητάς τους με την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 3331/74. Το Tribunale amministrativo ερωτά αν η υπαγωγή της μόνης ιταλικής βιομηχανίας στον κίνδυνο μιας τέτοιας μειώσεως δεν παραβιάζει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ των παραγωγών της Κοινότητας, που καθιερώνει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
18
Διάκριση, κατά την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2 της Συνθήκης, δεν μπορεί να δημιουργείται όταν η ανισότητα μεταχειρίσεως των επιχειρήσεων ανταποκρίνεται σε ανισότητα των καταστάσεων στις οποίες βρίσκονται αυτές οι επιχειρήσεις. Και είναι βέβαιο ότι η κατάσταση στους τομείς των τεύτλων και της ζάχαρης, εντός του ιταλικού εδάφους, διαφέρει αισθητά από την κατάσταση που υφίσταται στο έδαφος των άλλων κρατών μελών. Η ιδιαίτερη κατάσταση της Ιταλίας, την οποία αναφέρουν οι αιτιολογικές σκέψεις των κανονισμών 3330/74 και 3331/74, προκάλεσε ειδικά μέτρα αποβλέποντα στη βελτίωση της δομής της οικονομίας των τομέων των τεύτλων και της ζάχαρης στην Ιταλία στο σύνολό τους. Σε σχέση με τις επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών, οι ιταλικές επιχειρήσεις απολαύουν, από ορισμένες απόψεις, ευνοϊκού συστήματος, για παράδειγμα όσον αφορά το σύστημα των ενισχύσεων από άλλες απόψεις, ορισμένες απ' αυτές τις επιχειρήσεις υφίστανται τα μειονεκτήματα της ιδιαίτερης κατάστασης της Ιταλίας, όπως συμβαίνει με τη μείωση των βασικών ποσοστώσεων ορισμένων επιχειρήσεων, προς όφελος της αυξήσεως των βασικών ποσοστώσεων άλλων επιχειρήσεων, βάσει των σχεδίων αναδιαρθρώσεως.
19
Τέτοιες διαφορές μεταχειρίσεως βρίσκουν, επομένως, τη βάση τους στις αντικειμενικές διαφορές που απορρέουν από λανθάνουσες οικονομικές καταστάσεις· δεν μπορούν να θεωρηθούν ως εισάγουσες διακρίσεις.
Επί του τετάρτου ερωτήματος (θεμελιώδη δικαιώματα)
20
Το τέταρτο ερώτημα βασίζεται στην αντίληψη ότι η άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας πρέπει να είναι εγγυημένη διότι αποτελεί μέρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η προστασία των οποίων εμπνέει και το κοινοτικό δίκαιο. Αυτή η εγγύηση επεκτείνεται στο δικαίωμα των επιχειρήσεων να παράγουν τις ποσότητες ζάχαρης που αντιστοιχούν στις βασικές τους ποσοστώσεις, ως δικαίωμα συμφυές με την άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας. Υπό το φως αυτής της αντιλήψεως, το Tribunale amministrativo υποβάλλει το ερώτημα αν η αρμοδιότητα τροποποιήσεως των βασικών ποσοστώσεων, υπό τις προβλεπόμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 3331/74 προϋποθέσεις, δεν θίγει την άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων και, συνεπώς, ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματά τους.
21
Η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα πρέπει να δοθεί υπό το φως της εξετάσεως της φύσεως των βασικών ποσοστώσεων που περιλαμβάνει η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Οι ποσοστώσεις καθορίζουν τις ποσότητες ζάχαρης για τις οποίες οι επιχειρήσεις απολαύουν εγγυήσεων τιμής και διαθέσεως, που διασφαλίζονται στους παραγωγούς, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αγοράς. Δεν περιορίζουν την οικονομική δραστηριότητα των επιχειρήσεων για τις οποίες πρόκειται, αλλά καθορίζουν τις ποσότητες παραγωγής, των οποίων η διάθεση στο εμπόριο απολαύει του ειδικού συστήματος που η κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης δημιούργησε για να προστατεύσει και να ευνοήσει την παραγωγή ζάχαρης εντός της Κοινότητας. Αυτή η οργάνωση των αγορών είναι ουσιωδώς μεταβλητή, σε συνάρτηση με τους οικονομικούς παράγοντες που επηρεάζουν την εξέλιξη των αγορών, καθώς και με το γενικό προσανατολισμό της κοινής γεωργικής πολιτικής.
22
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι μια επιχείρηση δεν μπορεί να επικαλείται κεκτημένο δικαίωμα επί της διατηρήσεως πλεονεκτήματος που απορρέει υπέρ αυτής από την εγκαθίδρυση κοινής οργανώσεως αγοράς και του οποίου απήλαυε σε ορισμένη στιγμή. Συνεπώς, η μείωση ενός τέτοιου πλεονεκτήματος δεν μπορεί να θεωρείται ως προσβολή θεμελιώδους δικαιώματος.
23
Όσον αφορά τα τέσσερα πρώτα ερωτήματα, πρέπει, επομένως, να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού 3331/74, και, ειδικότερα, του άρθρου 2, παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού.
Όσον αφορά την ερμηνεία
Επί του πέμπτου ερωτήματος (σχέδια αναδιαρθρώσεως)
24
Με το πέμπτο ερώτημα, το Tribunale amministrativo ερωτά αν ο κανονισμός 3331/74, ή το κοινοτικό δίκαιο εν γένει, περιλαμβάνει ειδικά κριτήρια για την εκτίμηση του όρου «σχέδια αναδιαρθρώσεως».
25
Πρέπει, καταρχάς, να σημειωθεί ότι τα σχέδια αναδιαρθρώσεως αποτελούν μέρος της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης και ότι εντάσσονται, επομένως, στο σύνολο της κοινής γεωργικής πολιτικής, της οποίας το άρθρο 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης ορίζει τους σκοπούς. Η παράγραφος 2 αυτού του άρθρου διευκρινίζει ότι, κατά την εκπόνηση της κοινής γεωργικής πολιτικής και των ειδικών μέτρων που συνεπάγεται η εφαρμογή της, λαμβάνεται υπόψη ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της γεωργικής δραστηριότητας που απορρέει από την κοινωνική δομή της γεωργίας και τις διαρθρωτικές και φυσικές ανισότητες μεταξύ των διαφόρων γεωργικών περιοχών, καθώς και η ανάγκη βαθμιαίας εφαρμογής των καταλλήλων προσαρμογών. Η πρακτική των κοινοτικών θεσμικών οργάνων, για παράδειγμα η πρακτική που αφορά την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης, αποκαλύπτει ότι τα σχέδια αναδιαρθρώσεως συνιστούν συνήθη και κατάλληλη μέθοδο για την πραγματοποίηση τέτοιων βαθμιαίων προσαρμογών. Δεδομένης της πολύ γνωστής σημασίας των διαφορών μεταξύ των διαφόρων γεωργικών περιοχών στην Ιταλία, πρέπει να εξεταστεί ο όρος «σχέδια αναδιαρθρώσεως», όπως αναφέρεται στον κανονισμό 3331/74, υπό το φως αυτών των σκέψεων.
26
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το σύνολο των διατάξεων των κανονισμών 3330/74 και 3331/74 που αφορούν το σύστημα των ποσοστώσεων, αφενός, ένα σχέδιο αναδιαρθρώσεως έχει ως στόχο να προσαρμόσει τον τομέα της ζάχαρης και των τεύτλων στην Ιταλία με τις απαιτήσεις της κοινής οργανώσεως των αγορών, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι πλέον απαραίτητοι στο μέλλον ειδικοί κανόνες γι' αυτό τον τομέα στην Ιταλία· και, αφετέρου, ένα σχέδιο αναδιαρθρώσεως πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως, ώστε να επιτρέπει στις αρμόδιες ιταλικές αρχές, καθώς και στην Επιτροπή, να εκτιμήσουν ποιες τροποποιήσεις των βασικών ποσοστώσεων των ζαχαροβιομηχανιών είναι αναγκαίες για να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός.
27
Το σύνολο αυτών των δεδομένων επιτρέπει τη διαπίστωση ότι ο όρος «σχέδια αναδιαρθρώσεως» μπορεί να εφαρμοσθεί τόσο σε σχέδιο γενικής προσαρμογής, αφορώσας τον τομέα της ζάχαρης στο σύνολό του, όσο και σε σχέδιο προσαρμογής του οποίου τα αποτελέσματα είναι μόνο περιφερειακά, ακόμα και αν, στην προοπτική βαθμιαίας προσαρμογής της παραγωγής τεύτλων σε ορισμένη περιοχή, το εν λόγω σχέδιο δεν αφορά, στην αρχή, παρά μόνο μια ζαχαροβιομηχανία.
28
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο πέμπτο ερώτημα η απάντηση ότι η έννοια του σχεδίου αναδιαρθρώσεως, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 3331/74, ορίζεται από τους στόχους του, οι οποίοι συνίστανται στο να αποκαταστήσουν την ισορροπία μεταξύ διαφόρων γεωργικών περιοχών και να προσαρμόσουν τον τομέα της ζάχαρης και των τεύτλων στην Ιταλία προς τις απαιτήσεις της κοινής οργανώσεως των αγορών, καθώς και από τα αποτελέσματά του, που συνίστανται στο να επιτραπεί στις αρμόδιες αρχές να προβαίνουν σε ανακατανομή των βασικών ποσοστώσεων μεταξύ περισσοτέρων επιχειρήσεων.
Επί του έκτου ερωτήματος (διακριτική εξουσία)
29
Με το έκτο ερώτημα, το Tribunale amministrativo ερωτά αν τα όρια της αρμοδιότητας τροποποιήσεως των βασικών ποσοστώσεων των επιχειρήσεων προκύπτουν μόνο από την ανάγκη εφαρμογής των σχεδίων αναδιαρθρώσεως ή αν πρέπει να τηρούνται άλλα όρια.
30
Πρέπει, καταρχάς να παρατηρηθεί ότι το σύστημα των ποσοστώσεων αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης η οποία, σύμφωνα με το βασικό κανονισμό, έχει ως σκοπό να εγγυηθεί στους παραγωγούς τεύτλων και ζαχαροκαλάμου της Κοινότητας τη διατήρηση των αναγκαίων εγγυήσεων, όσον αφορά την απασχόλησή τους και το βιοτικό τους επίπεδο. Διάφορες διατάξεις του κανονισμού 3331/74, όπως το άρθρο 3 και το άρθρο 4, παράγραφος 2, εμπνέονται επίσης από τη μέριμνα προστασίας των συμφερόντων αυτών των παραγωγών. Οι αιτιολογικές σκέψεις αυτού του κανονισμού αναφέρουν την ανάγκη να εμποδιστεί όπως οι τροποποιήσεις των βασικών ποσοστώσεων πραγματοποιηθούν επί ζημία αυτών των συμφερόντων.
31
Η τήρηση των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, που επιβάλλεται σε κάθε αρχή επιφορτισμένη με την εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών, έχει ως αποτέλεσμα να υποχρεώνει τις αρμόδιες για την τροποποίηση των βασικών ποσοστώσεων αρχές να συμβιβάζουν την προστασία των νομίμων συμφερόντων που μπορούν να θιγούν. Πράγματι, το άρθρο 39 της Συνθήκης, το οποίο ορίζει τους σκοπούς της κοινής γεωργικής πολιτικής, δεν εκφράζει απλώς τη βούληση να εξασφαλιστεί δίκαιο βιοτικό επίπεδο στο γεωργικό πληθυσμό, αλλά και τη βούληση να αυξηθεί η παραγωγικότητα της γεωργίας, να σταθεροποιηθούν οι αγορές, να εξασφαλιστεί ο εφοδιασμός και να διασφαλιστούν λογικές τιμές κατά την προσφορά αγαθών στους καταναλωτές.
32
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο έκτο ερώτημα η απάντηση ότι η αρμοδιότητα τροποποιήσεως των βασικών ποσοστώσεων, την οποία προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 3331/74 περιορίζεται, όχι μόνο από τις απαιτήσεις των σχεδίων αναδιαρθρώσεως, αλλά και από τους σκοπούς της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, ιδίως από το σκοπό της προστασίας των συμφερόντων των παραγωγών τεύτλων και ζαχαροκαλάμων, καθώς και από τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
Επί του εβδόμου ερωτήματος (άμεση ισχύ)
33
Το έβδομο ερώτημα θέτει το πρόβλημα αν η άμεση ισχύς του κανονισμού 3331/74 στην έννομη ιταλική τάξη, δυνάμει του άρθρου 189 της Συνθήκης, συμβιβάζεται με τις διατάξεις των ιταλικών αρχών που αποβλέπουν στη ρύθμιση της εφαρμογής αυτού του κανονισμού.
34
Η άμεση ισχύς του κανονισμού δεν εμποδίζει το ίδιο το κείμενό του να εξουσιοδοτεί κοινοτικό θεσμικό όργανο ή κράτος μέλος να λάβει εκτελεστικά μέτρα. Στην τελευταία περίπτωση, οι λεπτομέρειες ασκήσεως αυτής της εξουσίας διέπονται από το δημόσιο δίκαιο του κράτους μέλους για το οποίο πρόκειται· εντούτοις, η άμεση ισχύς της πράξεως που εξουσιοδοτεί το κράτος μέλος να λάβει τα εν λόγω εθνικά μέτρα θα έχει ως αποτέλεσμα να επιτρέπει στα εθνικά δικαστήρια να ελέγχουν το σύμφωνο αυτών των εθνικών μέτρων με το περιεχόμενο του κοινοτικού κανονισμού.
35
Πρέπει, επομένως, να δοθεί στο έβδομο ερώτημα η απάντηση ότι δεν υφίσταται ασυμβίβαστο μεταξύ της άμεσης ισχύος κοινοτικού κανονισμού και της ασκήσεως της αρμοδιότητας, που αναγνωρίζεται σε κράτος μέλος, για να λάβει μέτρα εφαρμογής βάσει αυτού του κανονισμού.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με Διάταξη της 3ης Ιουλίου 1978, το Tribunale amministrativo regionale del Lazio (τρίτο τμήμα), αποφαίνεται:
1)
Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού 3331/74, και, ειδικότερα, το άρθρο 2, παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού.
2)
Η έννοια του σχεδίου αναδιαρθρώσεως, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 3331/74, ορίζεται από τους στόχους του, οι οποίοι συνίστανται στο να αποκαταστήσουν την ισορροπία μεταξύ διαφόρων γεωργικών περιοχών και να προσαρμόσουν τον τομέα της ζάχαρης και των τεύτλων στην Ιταλία προς τις απαιτήσεις της κοινής οργανώσεως των αγορών, καθώς και από τα αποτελέσματά του, που συνίστανται στο να επιτραπεί στις αρμόδιες αρχές να προβαίνουν σε ανακατανομή των βασικών ποσοστώσεων μεταξύ περισσοτέρων επιχειρήσεων.
3)
Η αρμοδιότητα τροποποιήσεως των βασικών ποσοστώσεων, την οποία προβλέπει το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 3331/74 περιορίζεται όχι μόνο από τις απαιτήσεις των σχεδίων αναδιαρθρώσεως, αλλά και από τους σκοπούς της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, ιδίως από το σκοπό της προστασίας των συμφερόντων των παραγωγών τεύτλων και ζαχαροκαλάμων, καθώς και από τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
4)
Δεν υφίσταται ασυμβίβαστο μεταξύ της άμεσης ισχύος κοινοτικού κανονισμού και της ασκήσεως της αρμοδιότητας, που αναγνωρίζεται σε κράτος μέλος, για να λάβει μέτρα εφαρμογής βάσει αυτού του κανονισμού.
Kutscher
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Pescatore
Sørensen
O'Keeffe
Koopmans
Κρίθηκε από το Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο στις 27 Σεπτεμβρίου 1979.
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 27 Σεπτεμβρίου 1979.
Kutscher
Mertens de Wilmars
Mackenzie Stuart
Pescatore
Sørensen
O'Keeffe
Koopmans
Ο γραμματέας
Α. Van Houtte
Ο Προεδρεύων
J. Mertens de Wilmars,
Πρόεδρος του πρώτου τμήματος
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλιχή.
Full & Egal Universal Law Academy