ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
HENRI MAYRAS
της 11ης Μαρτίου 1980 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
I —
Οι αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως των Tribunaux administratifs των πόλεων Châlons-sur-Marne και Ορλεάνης, καθώς και του Tribunal d'instance της Λίλλης, των οποίων έχετε επιληφθεί, αφορούν όλες τον τρόπο υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εισπράττονται κατά την εξαγωγή από τη Γαλλία προϊόντων προερχομένων από αγροτικά προϊόντα βάσεως (αφενός προϊόντα αλευροποιίας, αραβοσίτου και σίτου, αφετέρου δε προϊόντα αμυλοποιίας).
Στις δύο πρώτες υποθέσεις αμφισβητείται ευθέως το κύρος του κανονισμού 2744/55 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί του καθεστώτος εισαγωγής και εξαγωγής μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα σιτηρά και την όρυζα, και κυρίως το κύρος των κανονισμών της Επιτροπής 1910/76, της 30ής Ιουλίου 1976 και 2466/75, της 8ης Οκτωβρίου 1976, που τροποποίησαν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά.
Στην τρίτη υπόθεση, το Δικαστήριο δεν καλείται ρητά να κρίνει το κύρος κανενός ειδικότερου κοινοτικού νομοθετικού κειμένου, αλλά, καθώς τα υποβαλλόμενα ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού 652/76 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1976, ο οποίος τροποποίησε τα νομισματικά εξισωτικά ποσά μετά από την εξέλιξη των συναλλαγματικών ισοτιμιών του γαλλικού φράγκου, συμπίπτουν, σε αρκετά μεγάλο βαθμό, με εκείνα των δύο πρώτων, ας μου επιτραπεί να εκθέσω ενιαίες προτάσεις, αν και δεν δεχτήκατε την αίτηση της Ιταλικής Κυβερνήσεως περί ενώσεως και συνεκδικάσεως.
Πρόκειται για πρόβλημα για το οποίο εξέφρασαν παρατηρήσεις όχι μόνο οι διάδικοι της κύριας δίκης και τα κοινοτικά όργανα που εξέδωσαν τις πράξεις που πρόκειται να ερμηνευτούν ή των οποίων το κύρος αμφισβητείται, αλλά ακόμα και δύο κυβερνήσεις κρατών μελών με «ασθενές νόμισμα» — η Γαλλία και η Ιταλία —, που έχουν συμφέρον να μειωθούν ή ακόμα και να καταργηθούν τα «αρνητικά» εξισωτικά ποσά. Αντίθετα, προφανώς κανένα κράτος μέλος με «ισχυρό νόμισμα» δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.
Καθώς τα πραγματικά περιστατικά έχουν εκτεθεί εκτενώς από τους εισηγητές και από τις απαντήσεις που δόθηκαν γραπτώς στις ερωτήσεις που υπέβαλε το Δικαστήριο, ο δρόμος είναι πλέον ανοικτός.
Σκέπτομαι να κατατάξω τις παρατηρήσεις μου στα εξής ζητήματα:
1)
την επιλογή του συντελεστή μεταποιήσεως που πρέπει να εφαρμόζεται σε προϊόν που προέρχεται από προϊόν βάσεως όσον αφορά το σύστημα των εξισωτικών ποσών (και τις επιπτώσεις αυτής της επιλογής επί των εμπορικών ανταλλαγών)·
2)
το πρόβλημα αν θα ληφθεί υπόψη η επιστροφή λόγω παραγωγής και η επιλογή της βάσεως υπολογισμού·
3)
η εφαρμογή των αρχών που συνάγονται από αυτά σε ορισμένο αριθμό προϊόντων αμυλοποιίας·
4)
τέλος, θα πω μερικά λόγια για το πρόβλημα των τόκων επί των εισπραχθέντων ποσών που αποτελούν το αντικείμενο επιστροφής.
II —
1.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, της 12ης Μαΐου 1971, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα σαν συνέπεια της «προσωρινής» διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών, τα εξισωτικά ποσά που επιβάρυναν τα προϊόντα (ή τα οποία χορηγούνταν γι' αυτά τα ίδια προϊόντα), των οποίων, αφενός, η τιμή εξαρτάται από την τιμή των προϊόντων για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως γεωργικών αγορών και που, αφετέρου, υπάγονται στην κοινή οργάνωση αγορών ή αποτελούν το αντικείμενο ειδικής κανονιστικής ρυθμίσεως, βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης, «είναι ίσα με την επίπτωση επί των τιμών του μεταποιημένου προϊόντος, της εφαρμογής του εξισωτικού ποσού επί των τιμών του προϊόντος» για το οποίο προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως και «από τις οποίες εξαρτώνται».
Σύμφωνα με τα παραρτήματα των κανονισμών που ίσχυαν κατά τη διάρκεια της περιόδου στην οποία οι προσφεύγουσες πραγματοποίησαν τις εξαγωγές και βάσει των οποίων εισπράχθηκαν νομισματικά εξισωτικά ποσά από το Office national interprofessionnel des céréales (ONIC — διεπαγγελματική εθνική υπηρεσία σιτηρών), ήτοι μεταξύ 25ης Μαρτίου 1976 και 31ης Ιουλίου 1977, δηλαδή των κανονισμών της Επιτροπής 652/76 της 24ης Μαρτίου 1976, 1910/76 της 30ής Ιουλίου 1976, 2466/76 της 8ης Οκτωβρίου 1976 και, τέλος, 938/77 της 29ης Μαρτίου 1977, αυτή η επίπτωση εκφράζεται, για τα οικεία προϊόντα της βιομηχανίας αραβοσίτου με το συντελεστή 1,80. Τούτο σημαίνει ότι το εξισωτικό ποσό που έπρεπε να εισπραχθεί για ένα τόνο πλιγουριών ή σιμιγδαλιών αραβοσίτου εξαγόμενου από τη Γαλλία ήταν ίσο προς το εξισωτικό ποσό που έπρεπε να καταβληθεί για ένα τόνο αραβοσίτου εξαγόμενου από τη χώρα αυτή, για τον οποίο ίσχυε ο συντελεστής 1,80, κατά τις ημερομηνίες στις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι εν λόγω εξαγωγές:
—
71,67 γαλλικά φράγκα ανά τόνο (39,82 x 1,80),
—
143,35 γαλλικά φράγκα ανά τόνο (79,64 x 1,80),
—
199,09 γαλλικά φράγκα ανά τόνο (110,61 x 1,80).
Αυτό το συντελεστή 1,80η Επιτροπή τον ηρύσθη από το παράρτημα Ι του κανονισμού 2744/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί του καθεστώτος εισαγωγής και εξαγωγής μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα σιτηρά και την όρυζα. Οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, και του παραρτήματος Ι αυτού του κανονισμού ορίζουν ότι το μεταβλητό στοιχείο της εισφοράς λόγω εισαγωγής πλιγουριών και σιμιγδαλιών αραβοσίτου προελεύσεως τρίτων χωρών είναι ίσο προς εκείνο το οποίο εφαρμόζεται για τον αραβόσιτο (προϊόν βάσεως), για τον οποίο ισχύει ο συντελεστής 1,80. Οι ίδιες οι διατάξεις αυτές αποτελούσαν την εφαρμογή του άρθρου 14 του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών, σύμφωνα με το οποίο το κινητό στοιχείο της εισφοράς επί των μεταποιημένων προϊόντων, τα οποία παρασκευάζονται από τα προϊόντα βάσεως, αντιστοιχεί προς «την επίπτωση επί του κόστους τους των εισφορών που καθορίστηκαν για αυτά τα προϊόντα βάσεως».
Η τεχνική αιτιολογία αυτού του συντελεστή είναι ότι, για να παραχθεί ένας τόνος πλιγουριών και σιμιγδαλιών, χρειάζεται 1,80 τόνος αραβοσίτου. Όμως, στη διαφορά τους με το ONIC, το οποίο εφάρμοσε απλώς στην περίπτωση τους τους πίνακες των εξισωτικών ποσών όπως προέκυπταν από τα παραρτήματα των προαναφερθέντων κανονισμών της Επιτροπής, οι Γάλλοι εξαγωγείς, προσφεύγοντες της κύριας δίκης στις δύο πρώτες υποθέσεις, υποστήριξαν — με αρκετή πειστικότητα, ώστε να παρακινήσουν τα δικαστήρια ενώπιον των οποίων είχαν προσφύγει να υποβάλουν προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο — ότι, εάν τουλάχιστον 1,80 τόνος αραβοσίτου (δασμολογική κλάση 10.05 Β) είναι απαραίτητος για την παρασκευή ενός τόνου πλιγουριών και σιμιγδαλιών (δασμολογική κλάση 11.02 Α V α, 1 και 2) που προορίζονται για τη βιομηχανία ζυθοποιίας για την παρασκευή της μπύρας, την παρασκευή γλυκόζης με διαδικασία άμεσης υδρολύσεως ή για την παρασκευή αμύλου ή quellmehl προοριζόμενου για την αρτοποιία, από τη χρησιμοποίηση αυτής της ποσότητας, παρασκευάζονται επίσης, εάν γίνει δεκτή η απόδοση ύψους 55,5%, αφαιρουμένων 18 χιλιόγραμμων «απομειώσεως», τα εξής υποπροϊόντα:
—
270 χλγρ. «πρώτο άλευρο» (δασμολογική κλάση 11.01 Ε Π), για το οποίο εφαρμόζονται επίσης εξισωτικά ποσά,
—
270 χλγρ. «άλευρο χορτονομής» ή «δεύτερο άλευρο» (πίτουρα εν γένει και άλλο υπολείμματα, της κλάσεως 23.02 Α Ι β), για το οποίο εφαρμόζονται επίσης εξισωτικά ποσά,
—
και, τέλος, 242 χλγρ. «φύτρα» (κλάση 11.02 Η II), για τα οποία εφαρμόζονταν πάντοτε εξισωτικά ποσά.
Επίσης, η έκθεση περί των αμυλωδών προϊόντων την οποία υπέβαλε η Επιτροπή στο Συμβούλιο στις 8 Αυγούστου 1977, ορίζει ότι από ένα τόνο αραβοσίτου παράγονται, εάν αφαιρεθούν ο φλοιός και το νερό που περιέχει:
—
621 χλγρ. αμύλου (κλάση 11.08 Α Ι),
—
27 χλγρ. λάδι αραβοσίτου (κλάση 15.07),
—
200 χλγρ. πλακούντες γλουτένης αραβοσίτου (κλάση 23.04 Β),
—
40 χλγρ. ελαιούχοι πλακούντες,
—
και, τέλος, 50 χλγρ. γλουτένη αραβοσίτου (κλάση 23.03 Α Ι).
Επίσης, σε περίπτωση παραγωγής όχι προϊόντων βιομηχανίας σιμιγδαλιών, αλλά αμύλου (κλάση 11.08 Α III) ή αμυλωδών προϊόντων με βάση το σίτο, παράγονται αναπόφευκτα και γλουτένη (κλάση 11.09), πίτουρα εν γένει και άλλα υπολείμματα.
Καθώς η εφαρμογή του συντελεστή 1,80 μετακυλίει στο μεταποιημένο προϊόν «σιμιγδάλια ή πλνγούρια», το σύνολο του εξισωτικού ποσού που επιβάλλεται για το σιτηρο βάσεως από το οποίο προέρχεται, η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε στους κανονισμούς της Επιτροπής θα είχε ως αποτέλεσμα την υπερβολική αντιστάθμιση της υποτιμήσεως του γαλλικού φράγκου ως προς την «πράσινη ισοτιμία» αυτού του νομίσματος, την οποία υπερβολική αντιστάθμιση οι προσφεύγουσες υπολογίζουν λεπτομερώς, ενώ η ορθή μέθοδος θα συνίστατο στο να μετακυλισθεί, το εξισωτικό ποσό που επιβάλλεται για τον αραβόσιτο ή το σίτο αναλογικά σε όλα τα παράγωγα προϊόντα, πράγμα το οποίο θα οδηγούσε στη χρησιμοποίηση κατώτερου συντελεστή (τον οποίο υπολογίζουν οι δύο προσφεύγουσες σε 1,07) για το σιμιγδάλι ή τα πλιγούρια. Η μέθοδος που ακολουθήθηκε στους βαλλόμενους κανονισμούς είχε ως αποτέλεσμα το ότι η ποσότητα του προϊόντος βάσεως, η οποία θεωρείτο ότι χρησιμοποιήθηκε σύμφωνα με τη σχέση ισοδυναμίας στην οποία στηρίζονται αυτά τα παραρτήματα, είναι μεγαλύτερη από την πράγματι μεταποιηθείσα ποσότητα.
2.
Σ' αυτές τις επικρίσεις η Επιτροπή απαντά με σειρά επιχειρημάτων.
Καταρχάς, οχυρώνεται πίσω από τον προαναφερθέντα κανονισμό 2744/75, σχετικά με τον οποίο δεν έκανε τίποτα άλλο, όπως ισχυρίζεται, από το να μεταφέρει κατ' αναλογία τη μέθοδο υπολογισμού την οποία καθόριζε στον τομέα των εισφορών και των επιστροφών. Για το σιμιγδάλι και τα πλιγούρια αραβοσίτου, η εισφορά προερχόταν από εκείνη που εφαρμοζόταν για τον αραβόσιτο, χρησιμοποιώντας τον ίδιο συντελεστή 1,80. Ο συντελεστής αυτός αποτελούσε και αποτελεί ακόμα τη βάση, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1570/78 της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 1978, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2742/75 «περί των επιστροφών στην παραγωγή των αμυλούχων προϊόντων και περί καταργήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2026/75», για να υπολογίσει την επιστροφή λόγω παραγωγής για τα σιμιγδάλια ή τα πλιγούρια.
Τα εθνικά δικαστήρια έκριναν αρκετά πειστικό αυτό το επιχείρημα ώστε να υποβάλουν προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο όσον αφορά το κύρος του προαναφερθέντος κανονισμού του Συμβουλίου. Το Συμβούλιο, ιδίως στις παρατηρήσεις του στη δεύτερη υπόθεση, και η Επιτροπή θεωρούν ότι ο έλεγχος του κύρους αυτού του νομοθετικού κειμένου δεν είναι «πρόσφορη» για να εκτιμηθεί το κύρος των διατάξεων περί υπολογισμού των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Οι κανονισμοί της Επιτροπής στον τομέα των εξισωτικών ποσών, εντούτοις, δεν είναι εντελώς ανεξάρτητοι από την κανονιστική ρύθμιση του Συμβουλίου περί των εισφορών, διότι όπως εξηγεί η Επιτροπή, εάν ελήφθησαν κατόπιν υπόψη — όπως θα το εκθέσω στο Δικαστήριο στη συνέχεια — τα υποπροϊόντα της αμυλοποιίας για τον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται για το μαλακό σιτάρι, ο λόγος είναι ότι αυτά τα ίδια υποπροϊόντα λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των εισφορών και των επιστροφών για το αλεύρι από μαλακό σιτάρι. Το γεγονός ότι ελήφθησαν υπόψη αυτά τα υποπροϊόντα δείχνει την προσπάθεια να υπάρχει συνέπεια με το σύστημα των εισφορών και των επιστροφών που έχει θεσπίσει το Συμβούλιο γι' αυτά τα υποπροϊόντα.
Εκ πρώτης όψεως, δεν βλέπω να υπάρχει λόγος να αμφισβητηθεί το κύρος του συντελεστή που χρησιμοποίησε ο κανονισμός του Συμβουλίου και, εν πάση περιπτώσει, πιστεύω ότι δεν υφίσταται αναγκαστικά σχέση μεταξύ του κανονισμού αυτού και των νομοθετικών κειμένων της Επιτροπής.
H εισφορά αποτελεί επιβάρυνση επί των εισαγωγών από τρίτες χώρες. Έχει προστατευτική λειτουργία. Τα εξισωτικά ποσά δεν έχουν την ίδια λειτουργία με τις εισφορές και τις επιστροφές, ακόμα και αν, δυστυχώς, έχουν συχνά στην πρακτική τα ίδια αποτελέσματα, έστω δε και αν η θέσπιση τους χρησιμοποιήθηκε μερικές φορές για τον ίδιο σκοπό. Ο σκοπός τους δεν είναι να χορηγηθεί ενίσχυση ή να εισπραχθεί φόρος, αλλά να εξαλειφθεί η επίπτωση των νομισματικών ανωμαλιών στο επίπεδο των γεωργικών τιμών. Επομένως, το περιθώριο εκτιμήσεως που έχει το Συμβούλιο για να καθορίσει τις εισφορές και τις επιστροφές δεν μπορεί να ισχύσει αυτό καθαυτό για τον καθορισμό από την Επιτροπή των εξισωτικών ποσών. Όπως υπενθυμίζει η Γαλλική Κυβέρνηση, «οι εισφορές επί των εισαγωγών έχουν ως σκοπό την εξασφάλιση αποτελεσματικής προστασίας της κοινοτικής αγροτικής παραγωγής συγχρόνως με τη διασφάλιση της καλής λειτουργίας της αρχής της κοινοτικής προτιμήσεως σε θέματα εφοδιασμού, αποφεύγοντας την είσοδο στην κοινοτική αγορά προϊόντων τρίτων χωρών σε μη φυσιολογικά χαμηλές τιμές». Εν πάση περιπτώσει, καθώς η εισφορά εισπράττεται υπό τις ίδιες συνθήκες σε όλα τα σύνορα της Κοινότητας, ακόμα και αν ο συντελεστής που εφαρμόζεται γι' αυτή την είσπραξη είναι υπερβολικά υψηλός, αυτή η εισφορά δεν συνοδεύεται από καμία δυσμενή διάκριση μεταξύ των επιχειρηματιών των διαφόρων κρατών μελών, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει εάν ο συντελεστής που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών κατά την εξαγωγή καθορίζεται με τρόπο ο οποίος δεν ανταποκρίνεται προς την οικονομική πραγματικότητα.
Αυτό το υπογράμμισε ήδη το Δεκέμβριο του 1978 ο Peter Gilsdorf στη μελέτη του περί των νομισματικών εξισωτικών ποσών (σ. 13):
«Η εν λόγω αρχή (δηλαδή της γενικής και χωρίς διαφοροποιήσεις εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών) σημαίνει επίσης ότι ο υπολογισμός τους μπορεί να διαφέρει από το χρησιμοποιούμενο για τις εισφορές και τις επιστροφές. Πράγματι, εάν οι εισφορές έχουν κυρίως προστατευτική λειτουργία, οι επιστροφές, εκτός του ότι εκφράζουν τη φροντίδα για αποσυμφόρηση της αγοράς, εμπλέκουν συχνά στοιχεία εμπορικής πολιτικής. Οι μέθοδοι υπολογισμού, επομένως, διαφέρουν αισθητά, καθώς η εισφορά είναι γενικά σημαντικότερη από την επιστροφή. Γι' αυτό τα νομισματικά εξισωτικά ποσά (...) πρέπει να υπολογίζονται χωριστά, σε “ουδέτερη” βάση, ανεξάρτητα από κάθε παράγοντα που είναι ξένος προς την αντισταθμιστική λειτουργία τους.»
Η θέσπιση των εξισωτικών ποσών το 1971 είχε γίνει με την ιδέα ότι επρόκειτο για βραχυπρόθεσμο μέτρο.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν είχε προβλεφθεί ιδιαίτερο σύστημα υπολογισμού για τα μεταποιημένα προϊόντα, για τα οποία χρησιμοποιείτο στην αρχή η μέθοδος υπολογισμού που εφαρμοζόταν για την εισφορά λόγω εισαγωγής.
Όμως, αν και η μέθοδος αυτή ήταν δικαιολογημένη το 1976 ή το 1977 για τον υπολογισμό της εισφοράς, αυτό δεν ίσχυε τότε για τον υπολογισμό του συντελεστή μεταποιήσεως που επρόκειτο να εφαρμοστεί για τα εξισωτικά ποσά.
Όπως παρατηρεί ακόμα η Γαλλική Κυβέρνηση, οι συντελεστές τους οποίους καθόρισε σε ορισμένες περιπτώσεις η Επιτροπή για τον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών δεν αντιστοιχούν προς εκείνους του κανονισμού 2744/75 του Συμβουλίου, οι οποίοι δεν εκφράζουν ορθά την επίπτωση των ποσών που αφορούν τα προϊόντα βάσεως επί των μεταποιημένων προϊόντων. Η απόδειξη ότι υπάρχει δυνατότητα να υφίστανται διαφορές μεταξύ του συντελεστή που εφαρμόζεται για την εισφορά λόγω εισαγωγής και εκείνου ο οποίος εφαρμόζεται για το εξισωτικό ποσό προκύπτει ακόμα από το γεγονός ότι, όταν ο κανονισμός 751/75 της Επιτροπής, της 21ης Μαρτίου 1975, που τροποποίησε τον κανονισμό της 539/75, της 28ης Φεβρουαρίου 1975, όσον αφορά τα εξισωτικά ποσά για ορισμένα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα σιτηρά, μείωσε το χρησιμοποιούμενο για τον υπολογισμό αυτών των ποσών συντελεστή, ευθυγραμμίζοντας τον, για τα περισσότερα από αυτά τα προϊόντα — όχι όμως για το σιμιγδάλι αραβοσίτου —, προς τους χαμηλότερους συντελεστές οι οποίοι εφαρμόζονταν για τον υπολογισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής, ο ισχύων συντελεστής για τις εισφορές επί των εισαγωγών αυτών των προϊόντων παρέμεινε εντούτοις αμετάβλητος.
Συνοψίζοντας τις παρατηρήσεις μου επί του σημείου αυτού, θα πω ότι, και αν έπρεπε οι εν λόγω κανονισμοί της Επιτροπής να θεωρηθούν ως ανίσχυροι και μη εφαρμόσιμοι για τις εξαγωγές στην προκειμένη υπόθεση, από αυτό δεν συνάγεται καθόλου ότι η διόρθωση η οποία έπρεπε να γίνει υπέρ των προσφευγουσών θα έπρεπε να επεκταθεί «για την ταυτότητα των λόγων» στον υπολογισμό των εισφορών λόγω εισαγωγής των οικείων προϊόντων, με συνέπεια αυτές οι εισφορές να μειωθούν στον ίδιο βαθμό.
3.
Η Επιτροπή εκθέτει στη συνέχεια σειρά σκέψεων με τις οποίες επιδιώκει να αποδείξει ότι ο βαλλόμενος συντελεστής μεταποιήσεως καθορίστηκε κατά την άσκηση της ευρύτατης διακριτικής ευχέρειας την οποία έχει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, στον τομέα αυτό.
Υπενθυμίζει ότι «ο χαρακτηρισμός των υποπροϊόντων όσον αφορά την κατάταξη στο Κοινό Δασμολόγιο, καθώς και οι αποδόσεις τους αποτελούν αντικείμενο αμφισβητήσεως μεταξύ γερμανικών και γαλλικών βιομηχανιών» αραβοσίτου. Προφανώς, το αλεύρι από αραβόσιτο δεν παρασκευάζεται παρά μόνο στη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, όχι όμως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ούτε στις χώρες της Benelux. 'Ετσι, σύμφωνα με τη γερμανική βιομηχανία αραβοσίτου, με απόδοση υπολογιζόμενη στο 51,5% (αντί για 55%, ποσοστό αποδόσεως που χρησιμοποιεί η γαλλική βιομηχανία αραβοσίτου), από 1,80 τόνο αμερικανικού αραβοσίτου παράγονται, εκτός από 933 χλγρ. πλιγούρια ή σιμιγδάλι:
—
693 χλγρ. άλευρο χορτονομής (δασμολογική κλάση 23.02 Αία)
—
και 144 χλγρ. βλαστοί.
Η Γαλλική Κυβέρνηση δέχεται, στις παρατηρήσεις της, μια ενδιάμεση θέση. Θεωρεί ότι το άλευρο χορτονομής θα έπρεπε να καταταγεί αποκλειστικά στη δασμολογική κλάση 23.02 Α Ι α, ενώ, κατά την Επιτροπή, υποστηριζόταν ανέκαθεν προηγουμένως ότι υπαγόταν στην κλάση 23.02 Α Ι β. Τα κράτη μέλη με ασθενές νόμισμα και οι Κάτω Χώρες κατατάσσουν το πίτουρο αραβοσίτου στην κλάση 23.02 Α Ι β (συντελεστής μεταποιήσεως 0,32), ενώ η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και το Βέλγιο το κατατάσσουν στην κλάση 23.02 Α Ι α (συντελεστής 0,10).
Αυτό δείχνει, κατά την Επιτροπή, ότι δεν υφίσταται ενιαία αντίληψη όσον αφορά την κατάταξη των υποπροϊόντων στο Κοινό Δασμολόγιο και το συντελεστή αποδόσεως. Υπό τις συνθήκες αυτές, έπρεπε να αναζητήσει μία συμβιβαστική λύση θεωρώντας ότι το άλευρο χορτονομής υπάγεται κατά 50% στη δασμολογική κλάση 23.02 Αία και κατά 50% στην κλάση 23.02 Α Ι β.
Παρεμπιπτόντως, προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν επιδίωξε ποτέ να διευκρινίσει την κατάσταση σ' έναν τομέα τέτοιας σπουδαιότητας, παραπέμποντας την στην Επιτροπή Ονοματολογίας του Κοινού Δασμολογίου (κανονισμός του Συμβουλίου 97/69, της 16ης Ιανουαρίου 1969, περί της λήψεως μέτρων για την ομοιόμορφη εφαρμογή της ονοματολογίας του Κοινού Δασμολογίου), ή ότι δεν κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης εάν έκρινε ότι τα τελωνεία ενός κράτους μέλους εφάρμοζαν ανακριβή δασμολογική κατάταξη για ορισμένα προϊόντα.
Αλλά όποιες και αν είναι οι σχετικές με το συντελεστή μεταποιήσεως διαφορές, είναι βέβαιο ότι η «υπερβολική αντιστάθμιση» για την οποία παραπονούνται οι προσφεύγουσες, υπάρχει, αν και σε μικρότερο βαθμό, ακόμα και στην ευνοϊκότερη για τις γερμανικές αλευροβιομηχανίες περίπτωση. Άλλο θεμελιώδες στοιχείο, η «υπερβολική αντιστάθμιση» που έχει δυσμενή επίδραση για τους αλευροβιομήχανους των χωρών με υποτιμημένο νόμισμα, οι οποίοι πρέπει να καταβάλουν «αρνητικά» εξισωτικά ποσά, συνοδεύεται από ισοδύναμη «υπερβολική αντιστάθμιση» για τους αλευροβιομηχάνους των χωρών με ισχυρό νόμισμα, αλλά υπέρ αυτών, εφόσον εισπράττουν «θετικά» εξισωτικά ποσά. Θα δούμε ότι η ίδια κατάσταση υπάρχει και στον τομέα των επιστροφών λόγω παραγωγής.
Η Επιτροπή εκθέτει στη συνέχεια, όσον αφορά ορισμένα υποπροϊόντα, ότι οι αγορές διαθέσεως είναι μέτριες, διότι αυτά τα υποπροϊόντα βρίσκονται σε ανταγωνισμό με τις ζωοτροφές με βάση τη γλουτένη αραβοσίτου και τους σπασμένους σπόρους αραβοσίτου προελεύσεως τρίτων χωρών, η τιμή των οποίων προκαλεί μειώσεις των τιμών στην αγορά των χωρών με ισχυρό νόμισμα και στους οποίους, κατά συνέπεια, δεν εφαρμόζονται εξισωτικά ποσά, έτσι ώστε τα έσοδα που αποκομίζουν οι παραγωγοί από αυτά τα προϊόντα, να κυμαίνονται ανάλογα με το κράτος μέλος της Κοινότητας. Το να ληφθούν υπόψη οι βλαστοί αραβοσίτου δεν φαίνεται ότι είναι δικαιολογημένο, δεδομένου ότι αυτοί οι βλαστοί μετατρέπονται συνήθως σε λάδι, με υποπροϊόντα τους πλακούντες, και ότι στο λάδι, όπως και στους πλακούντες, δεν εφαρμόζονται εξισωτικά ποσά. Από αυτό προκύπτει ότι η απαλλαγή των βλαστών δεν έχει κανένα οικονομικό αποτέλεσμα. Έστω κι αν αυτό το επιχείρημα είναι βάσιμο, είναι εντούτοις αδύνατο να μην τεθεί το ερώτημα πως δικαιολογείται η εφαρμογή εξισωτικών ποσών κατά την εξαγωγή βλαστών αραβοσίτου.
Λαμβανομένων υπόψη αυτών των διαφορετικών στοιχείων, η Επιτροπή θεωρεί ότι μπορούσε, στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως, την οποία της έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο σε πολλές υποθέσεις (ιδίως απόφαση Balkan της 24ης Οκτωβρίου 1973, Rec. σ. 1091, και απόφαση Balkan της 22ας Ιανουαρίου 1976, Rec. σ. 19), να καθορίσει τα ποσά αυτά κατ' αποκοπή και ότι οι υπάρχουσες αποκλίσεις είναι αμελητέες. Ενώπιον της τεχνικής δυσκολίας όσον αφορά την επιλογή του συντελεστή μεταποιήσεως, η Επιτροπή απλώς ευθυγράμμισε, κατά τον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών, το συντελεστή μεταποιήσεως των παραγώγων προϊόντων προς το συντελεστή που εφαρμοζόταν γι' αυτά τα προϊόντα στον τομέα των εισφορών. 'Ετσι, ο συντελεστής 1,80 αντιπροσωπεύει μία «τεχνητή εναρμόνιση».
4.
Ποια είναι ακριβώς η κατάσταση όσον αφορά αυτή την εξουσία εκτιμήσεως την οποία διατείνεται ότι έχει η Επιτροπή;
Σχετικά, θεωρώ ότι είναι σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ του άρθρου 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του βασικού κανονισμού του Συμβουλίου 974/71 και του άρθρου 2, παράγραφος 2, περί του οποίου και μόνο πρόκειται στις παρούσες υποθέσεις.
Όσον αφορά το αν θα περιληφθεί ή όχι ένα προϊόν ή μια ομάδα προϊόντων στο σύστημα των εξισωτικών ποσών, το Δικαστήριο έχει δεχτεί σε πολλές αποφάσεις του ότι η Επιτροπή Διαχειρίσεως και η Επιτροπή έχουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως διότι πρόκειται για την εκτίμηση περίπλοκης οικονομικής καταστάσεως.
Ο ίδιος είχα υποστηρίξει αυτή την άποψη στην υπόθεση Peiser (Rec. 1979, σ. 1490 επ. απόφαση της 5ης Απριλίου 1979, Rec. σ. 1482 επ.) όσον αφορά την ίδια την αρχή της θεσπίσεως των εξισωτικών ποσών κατά την εισαγωγή για τα προϊόντα που προέρχονται από προϊόντα-οδηγούς.
Αυτός ο κατ' αποκοπή καθορισμός των ποσών προκύπτει επίσης αναγκαστικά από το γεγονός ότι οι συναλλαγματικές ισοτιμίες καθορίζονται ανά εβδομάδα, πράγμα το οποίο γίνεται, επιπλέον, συχνά με καθυστέρηση, το δε Δικαστήριο έκρινε, με την απόφαση IRCA της 7ης Ιουλίου 1976 (Rec. σ. 1214 επ.), ότι το γεγονός ότι τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών καθορίζονται μόνο μετά τη χρονική περίοδο κατά την οποία πρόκειται να εφαρμοστούν είναι συμφυές προς το ίδιο το σύστημα και δεν μπορεί να επηρεάσει το κύρος του καθορισμού τους.
Ο ίδιος ο κανονισμός 974/71 παρέχει τη δυνατότητα καθορισμού κατ' αποκοπή των ποσών μέχρις ενός σημείου όταν λαμβάνεται υπόψη η «προσωρινή» διεύρυνση των περιθωρίων διακυμάνσεως και η επίπτωση της στις τιμές.
Για τα νομίσματα του «φιδιού», τα εξισωτικά ποσά υπολογίζονται βάσει των κεντρικών ισοτιμιών, ενώ οι διακυμάνσεις στο πλαίσιο του «φιδιού» δεν λαμβάνονται υπόψη.
Για τα «κυμαινόμενα» νομίσματα, η διαφορά μεταξύ, αφενός, της συναλλαγματικής ισοτιμίας που προκύπτει από την αντιπροσωπευτική ισοτιμία του οικείου νομίσματος σε σχέση με την κεντρική ισοτιμία καθενός από τα νομίσματα του «φιδιού» και, αφετέρου, των συναλλαγματικών ισοτιμιών τοις μετρητοίς αυτού του νομίσματος σε σχέση με καθένα από τα νομίσματα του «φιδιού» μειώνεται κατά 1,50 (άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση).
Η τροποποίηση των εξισωτικών ποσών εξαρτάται από την απόκλιση τουλάχιστον κατά μία εκατοστιαία μονάδα από το ποσοστό που εφαρμόζεται για τον καθορισμό τους (άρθρο 3). Η ελάχιστη διαφορά μεταξύ της αγοραίας τιμής και των αντιπροσωπευτικών ισοτιμιών πρέπει να είναι 2,50% σε ένα τουλάχιστον κράτος μέλος (άρθρο 4, παράγραφος 1).
Δεν καθορίζεται κανένα εξισωτικό ποσό για τα προϊόντα για τα οποία το ποσό αυτό δεν έχει παρά ελάχιστη σημασία (σε γενικές γραμμές κάτω από 1%) σε σχέση με τη μέση αξία τους (άρθρο 4, παράγραφος 2).
Όμως, η αφαίρεση και ο κατ' αποκοπή καθορισμός δεν μπορούν να επεκταθούν ώστε να υπερβούν τα πλαίσια της οικονομικής πραγματικότητας, με το πρόσχημα ότι είναι «συμφυείς» προς το σύστημα. Αφού δεν πρόκειται πλέον για το αν θα περιληφθεί ή όχι ένα προϊόν στο σύστημα των εξισωτικών ποσών, αλλά για τον υπολογισμό του ύψους αυτών των ποσών, δηλαδή για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεν μπορεί να γίνει λόγος για κατ' αποκοπή καθορισμό των ποσών, όταν η χρησιμοποιούμενη μέθοδος έχει ως αποτέλεσμα τον καθορισμό για τα διάφορα παράγωγα προϊόντα εξισωτικών ποσών, η συνολική επιβάρυνση των οποίων είναι μεγαλύτερη από εκείνη που πλήττει την ποσότητα του προϊόντος βάσεως το οποίο χρησιμοποιείται για την παρασκευή αυτών των διαφόρων προϊόντων.
Με απλή αριθμητική προκύπτει ότι, εφόσον το σύνολο των ποσών τα οποία εφαρμόζονται στο σύνολο των προϊόντων που προκύπτουν από τη μεταποίηση του ίδιου προϊόντος βάσεως υπερβαίνει το εφαρμοζόμενο για το προϊόν αυτό, υπάρχει πρόδηλο σφάλμα, για να μην πω αυθαίρετος υπολογισμός, αντίθετος προς ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις.
Η Επιτροπή εξάντλησε το περιθώριο της τεχνικής εκτιμήσεως την οποία έχει, προβαίνοντας στην επιλογή του συντελεστή μεταποιήσεως. Δεν είναι δυνατό να εφαρμόσει περαιτέρω τον κατ' αποκοπή καθορισμό παραλείποντας να λάβει υπόψη τα ποσά που πλήττουν τα άλλα παράγωγα προϊόντα. Ο υπολογισμός της επιπτώσεως επί της τιμής του μεταποιημένου προϊόντος της εφαρμογής του εξισωτικού ποσού στην τιμή του προϊόντος από το οποίο εξαρτάται αποτελεί καθαρά αριθμητική πράξη που δεν θέτει προβλήματα αρχής, όπως εκείνα τα οποία ανέκυψαν στις υποθέσεις που εκδίκασε το Δικαστήριο μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο έκρινε (απόφαση Balkan, 24 Οκτωβρίου 1973, Rec. σ. 1116, σκέψη 37, in fine) ότι «η μέθοδος αυτή υπολογισμού απαιτεί από την Επιτροπή μόνον ένα περιορισμένο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας», πιστεύω δε ότι από την απόφαση του Δικαστηρίου Roquette της 12ης Νοεμβρίου 1974 (Rec. σ. 1230) μπορεί να συναχθεί ότι σε καμία περίπτωση το εξισωτικό ποσό που εφαρμόζεται για προϊόν το οποίο παράγεται από ένα προϊόν βάσεως δεν μπορεί να είναι ίσο προς το σύνολο του εξισωτικού ποσού το οποίο εφαρμόζεται στο σύνολο των προϊόντων που παράγονται από αυτό το ίδιο προϊόν βάσεως.
Σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου «τα ποσά που θα θεσπισθούν πρέπει να περιορίζονται στα αυστηρώς απαραίτητα ποσά για την αντιστάθμιση της επιπτώσεως των νομισματικών μέτρων επί των τιμών των προϊόντων βάσεως για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως». Το ίδιο το Δικαστήριο έκρινε (υπόθεση Roquette, 20 Οκτωβρίου 1977, Rec. σ. 1835 επ.) ότι ο σκοπός του συστήματος των νομισματικών εξισωτικών ποσών περιορίζεται αποκλειστικά στη διόρθωση των νομισματικών ανισορροπιών μεταξύ των κρατών μελών, αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να επιρριφθεί στους επιχειρηματίες βάρος το οποίο δεν έχει σχέση με τις νομισματικές διακυμάνσεις.
5.
Η επιλογή του συντελεστή που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών, τα οποία εφαρμόζονται στα μεταποιημένα προϊόντα, επηρεάζει τις εμπορικές ανταλλαγές. Η μέθοδος που χρησιμοποιείται στους βαλλόμενους κανονισμούς επέφερε υποχρεωτικά στρεβλώσεις στις εμπορικές ανταλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και, επομένως, εισήγαγε διακρίσεις μεταξύ των παραγωγών, αντίθετες προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Ένα σύστημα το οποίο «αντισταθμίζει υπερβολικά» τα αποτελέσματα της νομισματικής υποτιμήσεως ευνοεί τους επιχειρηματίες των χωρών με ισχυρό νόμισμα, σε βάρος των επιχειρηματιών των χωρών με ασθενές νόμισμα.
Το γεγονός ότι δύο κράτη μέλη με ασθενές νόμισμα άσκησαν παρέμβαση υπέρ των προσφευγουσών δεν θίγει κατά τίποτα την ορθότητα της διαπιστώσεως αυτής. Οι επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται τις επιχειρήσεις αραβοσίτου των χωρών με ασθενές νόμισμα μπορούν να εκτιμήσουν καλύτερα εάν τα εξισωτικά ποσά επιδρούν σε βάρος τους όσον αφορά τον ανταγωνισμό. Σχετικά με το θέμα αυτό, η Επιτροπή προσκόμισε έγγραφο της 11ης Μαΐου 1979 του «ομίλου γερμανικών βιομηχανιών αλευροποιίας», στο οποίο ο όμιλος διαμαρτύρεται κατά ορισμένων μεταβολών του συντελεστή, περί του οποίου θα γίνει λόγος πιο κάτω, και όπου «απαιτεί την επαναφορά του συντελεστή στο 1,80». Στο έγγραφο αυτό — μεταγενέστερο από την πρωτοκόλληση στη Γραμματεία του Δικαστηρίου της αιτήσεως του δικαστηρίου του Châlons-sur-Marne — γινόταν λόγος για «δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ των εξαγωγέων gritz αραβοσίτου των κρατών μελών, το νόμισμα των οποίων υπερτιμήθηκε σε σχέση με το “φίδι” και, ιδίως, των Γερμανών εξαγωγέων». Οι γερμανοί βιομήχανοι επεξεργασίας αραβοσίτου δεν πραγματοποίησαν, καθόσον γνωρίζω, την απειλή σχετικά με «την άσκηση προσφυγής κατά του κανονισμού 746/79 ενώπιον των (γερμανικών) φορολογικών δικαστηρίων», απειλή η οποία διατυπώνεται στο έγγραφο αυτό.
Εξάλλου, από το έγγραφο το οποίο απέστειλε στην Επιτροπή στις 12 Ιουλίου 1979 η ένωση παραγωγών αμύλου από σίτο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας συνάγεται ότι οι βιομήχανοι του τομέα αυτού στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ιρλανδία και την Ιταλία παραπονούνται διότι αυτός ο ίδιος κανονισμός 746/79 διόρθωσε μερικώς μόνο τις έντονες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκύπτουν, για τους παραγωγούς των κρατών μελών, από τον τρόπο υπολογισμού των εξισωτικών ποσών που χρησιμοποιείται για τα προϊόντα της βιομηχανίας του αμύλου. Επαναλαμβάνουν με ιδιαίτερη επιμονή το αίτημα τους προς την Επιτροπή να προβεί σε διόρθωση της βάσεως υπολογισμού των εξισωτικών ποσών που επιβάλλονται για τα προϊόντα της αμυλοποιίας, παρόμοια με εκείνη που πραγματοποιήθηκε στον τομέα των σιτηρών και της όρυζας με τον κανονισμό 546/71 της 15ης Μαρτίου 1971, η οποία συνίσταται στο να λαμβάνεται υπόψη η τιμή αναφοράς του σίτου που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του εξισωτικού ποσού το οποίο επιβάλλεται για το σίτο, και όχι πλέον η τιμή κατωφλίου του σίτου, καθώς και των εξισωτικών ποσών που επιβάλλονται για τα «συμπαραγόμενα προϊόντα» (γλουτένη) και για τα υποπροϊόντα (πίτουρο και πίτουρο πλιγουριού). Εντούτοις, είναι δίκαιο να αναγνωριστεί ότι σ' αυτό το ίδιο έγγραφο οι γερμανοί και ολλανδοί αλευροβιομήχανοι εκφράζουν σαφώς την αντίθεση τους για την αποφασισθείσα από την Επιτροπή μείωση του εξισωτικού ποσού που επιβάλλεται για' τα αμυλώδη προϊόντα.
Από το Δικαστήριο δεν διέφυγε η δυνατότητα υπάρξεως στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, αφού είχε ζητήσει από το Συμβούλιο και την Επιτροπή, στις υποθέσεις «gritz αραβοσίτου» (Deutsche Getreideverwertung, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1979), να του παράσχουν κάθε χρήσιμη πληροφορία σχετικά με ορισμένες δηλώσεις των διαδίκων, από τις οποίες διαφαινόταν η σκέψη ότι το σύστημα των εξισωτικών ποσών θα μπορούσε να ευνοήσει τις γερμανικές, βελγικές και ολλανδικές εξαγωγές προς τη Γαλλία.
Πιστεύω ότι η Επιτροπή δεν θα έχει αντίρρηση να παραθέσω τα εξής χωρία από τη γραπτή απάντηση την οποία έδωσε σ' αυτό το ερώτημα στις 29 Ιουνίου 1979:
«Εάν αυτά τα προϊόντα (αλεύρι αραβοσίτου, δασμολογικής κλάσεως 11.01 Ε II, πίτουρο αραβοσίτου κλάσεως 23-02 Αία και β, βλαστοί αραβοσίτου κλάσεως 11.02 Η II) εξάγονται (εκτός Γαλλίας) κατ' εφαρμογή των εξισωτικών ποσών, μπορεί να συμβεί το ποσό των εξισωτικών ποσών για τα μεταποιημένα προϊόντα και τα υποπροϊόντα να είναι μεγαλύτερο από το εξισωτικό ποσό που εφαρμόζεται για την αναγκαία για την παρασκευή αυτών των προϊόντων ποσότητα πρώτων υλών. Επομένως, θα μπορούσε πράγματι να προκύψει εξ αυτού ένα αδικαιολόγητο πλεονέκτημα για τις επιχειρήσεις των χωρών με ισχυρό νόμισμα».
Η Επιτροπή συνέχιζε ως εξής:
«Φυσικά οι χώρες με ισχυρό νόμισμα αντέτειναν σ' αυτή την επιχειρηματολογία ότι η γαλλική βιομηχανία μπορεί να εφοδιάζεται σε μεγάλο βαθμό από την εσωτερική της παραγωγή αραβοσίτου, η τιμή του οποίου είναι ευνοϊκότερη από την τιμή του εισαγόμενου από τρίτες χώρες αραβοσίτου», ειδικότερα του αμερικανικού.
Θεωρώ αυτή τη δικαιολογία ως μη πειστική, διότι αυτό το πλεονέκτημα το οποίο έχουν οι γαλλικές βιομηχανίες αλεύρου και αμύλου απορρέει από τη φύση των πραγμάτων και δεν επιτρέπεται να αντισταθμιστεί μέσω χειρισμού των εξισωτικών ποσών. Επί πλέον, αυτή η εύλογη προτίμηση αντισταθμίζεται από την αύξηση του κόστους παραγωγής στις χώρες με ασθενές νόμισμα. Ο τρόπος υπολογισμού των εξισωτικών ποσών στον οικείο τομέα δεν λαμβάνει υπόψη άλλα στοιχεία (κεφαλαιουχικά αγαθά, ενέργεια ... ) τα οποία επηρεάζουν, κατά σημαντικό μέρος, το τελικό κόστος των μεταποιημένων προϊόντων και επιδρούν αρνητικά σε βάρος των επιχειρηματιών των χωρών με υποτιμημένο νόμισμα. Η Επιτροπή δέχτηκε ότι «η εξέλιξη των εξαγωγών σιμιγδαλιών αραβοσίτου προελεύσεως Γερμανίας και χωρών της Benelux προς τη Γαλλία παρουσιάζει στην πράξη από πολλά χρόνια σταθερή αύξηση. Εντούτοις, το μέγεθος αυτής της αυξήσεως παραμένει σε εντελώς κανονικά όρια, από ποσοτική άποψη. Στο σύνολο τους, το μέρος των προερχόμενων από το εξωτερικό ποσοτήτων της γαλλικής καταναλώσεως gritz αραβοσίτου δεν αντιπροσωπεύει παρά μόνο το 20% περίπου. Επίσης, οι γερμανικές εξαγωγές gritz προς τη Γαλλία ανέρχονται μόνο στο 10% των ολικών εξαγωγών της Γερμανίας που αφορούν αυτό το εμπόρευμα». Πρόκειται, ειδικότερα, για 10,5% το 1974 και για 11% το 1977. Ενώ το 1974 οι εισαγωγές gritz αραβοσίτου προοριζόμενου για τη ζυθοποιία προελεύσεως Γερμανίας αντιπροσώπευε το 13,4% του συνόλου της γαλλικής καταναλώσεως, το 1977 αυξήθηκαν στο 16,7%. Ακόμα και αν, κατά την Επιτροπή, οι γαλλικές εξαγωγές σιμιγδαλιών ή πλιγουριών παρουσιάζουν, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, συνεχή αύξηση, με ελαφρά υποχώρηση για τις προοριζόμενες για τις τρίτες χώρες εξαγωγές — για την ακρίβεια το 1976 — δεν είναι δύσκολο να σκεφθεί κανείς ότι αυτή η αύξηση θα ήταν πολύ μεγαλύτερη αν τα εξισωτικά ποσά είχαν επιβαρύνει λιγότερο τις γαλλικές εξαγωγές τροφίμων και γεωργικών προϊόντων. Εξάλλου, η Επιτροπή αφήνει να εννοηθεί ότι (παραθέτω το σχετικό σημείο):
«Όμως δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα υπάρξεως ευνοϊκών αποτελεσμάτων που μπορεί να έχει σε ορισμένο βαθμό ο συντελεστής ο οποίος χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του εξισωτικού ποσού που εφαρμόζεται για το σιμιγδάλι αραβοσίτου. Για το λόγο αυτό η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μια ελαφρά μείωση του συντελεστή αποτελούσε σύστημα πιο ουδέτερο όσον αφορά τον ανταγωνισμό.»
Στο τέλος της απαντήσεως της, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ο νέος συντελεστής 1,50 (που καθορίστηκε με τον κανονισμό 746/79)«έπρεπε να είναι πιο ουδέτερος, όσον αφορά τον ανταγωνισμό, από το συντελεστή 1,80, διότι είναι δικαιολογημένο, καθώς φαίνεται, να ληφθούν υπόψη μέχρις ορισμένου σημείου τα υποπροϊόντα της παρασκευής σιμιγδαλιού αραβοσίτου».
Σε ανακοίνωση της προς το Συμβούλιο, της 10ης Φεβρουαρίου 1978, επί των «οικονομικών αποτελεσμάτων του γεωργονομισματικού συστήματος», η Επιτροπή εκφράστηκε ακόμη σαφέστερα. Αφού διαπίστωσε ότι οι Κάτω Χώρες είχαν αυξήσει κατά πολύ τις «παραδόσεις αραβοσίτου εισαγόμενου από τρίτες χώρες», αναφέρει (σ. 17, αριθμός 36) ότι «ο κατ' αποκοπή καθορισμός των συντελεστών οι οποίοι χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών που εφαρμόζονται για τα μεταποιημένα επηρέασε ορισμένες εμπορικές ανταλλαγές. Αυτό το αποτέλεσμα εξαρτάται από την ποικιλία των συστημάτων παραγωγής και τον τρόπο υπολογισμού που χρησιμοποιείται ώστε να ληφθούν υπόψη τα προϊόντα βάσεως, για τα οποία εφαρμόζονται εξισωτικά ποσά, που χρησιμεύουν για την παρασκευή του μεταποιημένου προϊόντος».
6.
Πράγματι, η Επιτροπή μείωσε ήδη με τον κανονισμό 1771/77, της 29ης Ιουλίου 1977, το συντελεστή από 1,80 σε 1,60. Με τον κανονισμό 746/79, της 11ης Απριλίου 1979, ο οποίος άρχισε να ισχύει από τις 28 Μαΐου 1979, μετά από «εμπεριστατωμένη έρευνα», μείωσε εκ νέου τα εξισωτικά ποσά που εφαρμόζονταν για τα πλιγούρια και τα σιμιγδάλια αραβοσίτου, καθώς και για άλλα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τα σιτηρά (ιδίως το άμυλο αραβοσίτου και σίτου):
—
για το πρώτο άλευρο (άλευρο αραβοσίτου της δασμολογικής κλάσεως 11.01 Ε Π) ο συντελεστής μειώθηκε από 1,02 σε 0,92 (ενώ ο συντελεστής «εισφορά αραβοσίτου» παρέμεινε στο ίδιο ποσό),
—
για τα πλιγούρια και σιμιγδάλια αραβοσίτου κλάσεως 11.02 Α V α 1 και 2, ο συντελεστής, που ήταν 1,80, καθορίστηκε στο 1,50,
—
για τους βλαστούς αραβοσίτου, ακόμα και σε μορφή αλεύρου, της κλάσεως 11.02 Η Π, μειώθηκε από 0,75 σε 0,68, ενώ ο συντελεστής «εισφορά αραβοσίτου» παρέμεινε στο 0,75,
—
για το άλευρο χορτονομής (πίτουρα αραβοσίτου των κλάσεων 23.02 Αία και β) αντίστοιχα από 0,10 σε 0,09 και από 0,32 σε 0,29, ενώ ο συντελεστής «εισφορά» διατηρήθηκε αντίστοιχα στο 0,10 και στο 0,32.
Όλες αυτές οι μεταβολές άρχισαν να ισχύουν από τις 28 Μαΐου 1979.
Η δικαιολογία γι' αυτές τις μεταβολές την οποία προβάλλει η Επιτροπή στο δελτίο της 4 του 1979 (σ. 44) είναι ότι παρέχουν τη δυνατότητα «να ληφθούν καλύτερα υπόψη οι τεχνικές συνθήκες της μεταποιήσεως και οι σχέσεις αυτών των προϊόντων μεταξύ τους». Η σχετικά μεγάλη προθεσμία που καθορίστηκε για την εφαρμογή των δύο προαναφερθέντων κανονισμών δείχνει, σύμφωνα με την Επιτροπή, «ότι πρόκειται μόνο για βελτίωση του συστήματος και όχι για διόρθωση νομισματικών εξισωτικών ποσών που υπολογίστηκαν με τρόπο κατά βάση εσφαλμένο», και ότι «επιπλέον, η δεύτερη μεταβολή αποτελούσε μέρος μιας “πληρέστερης” αναθεωρήσεως των μεθόδων υπολογισμού των εξισωτικών ποσών τα οποία αφορούν επίσης και άλλους τομείς (ιδίως γαλακτοκομικά προϊόντα και κρέατα)».
Ασφαλώς, το κύρος ενός κανονισμού δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση εξαιτίας γεγονότων που συνέβησαν μεταγενέστερα, όπως έχει δεχτεί το Δικαστήριο με την απόφαση Compagnie d'approvisionnement της 13ης Ιουνίου 1972 (Rec. σ. 408), και δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτές οι μεταβολές αποτελούν την απόδειξη ότι οι βαλλόμενοι κανονισμοί δεν είναι έγκυροι. Όμως από το συνδυασμό των διατάξεων που περιέχονται σ' αυτούς τους κανονισμούς προς τις διατάξεις των μεταγενέστερων κανονισμών προκύπτει η ύπαρξη άνισης μεταχειρίσεως, η οποία δεν δικαιολογείτο ούτε από τις διαφορές της πραγματικής καταστάσεως ούτε από σκέψεις γενικού χαρακτήρα, ξένες προς την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71. Αυτή η ανισότητα δεν εξηγείται παρά μόνο λόγω της πλάνης στην οποία υπέπεσε η Επιτροπή κατά τον υπολογισμό της επιπτώσεως του εξισωτικού ποσού που εφαρμόζεται για το προϊόν βάσεως, σφάλμα το οποίο η Επιτροπή αναγνώρισε αργότερα, έστω και με συγκαλυμμένη φρασεολογία. Επιπλέον, σε δύο τουλάχιστον περιπτώσεις, η Επιτροπή παραδέχτηκε ότι είχε υποπέσει καταφανώς σε πλάνη σε παραπλήσια περίπτωση με τις παρούσες.
Με τον κανονισμό 546/71, της 15ης Μαρτίου 1971, «εκτιμώντας ότι διαπιστώθηκε ότι τα κατ' αποκοπή ποσά στα οποία καθορίστηκαν οι ενισχύσεις (που χορηγούνται στις εισαγωγές στη Γαλλία προελεύσεως των κρατών μελών και των τρίτων χωρών) και τα εξισωτικά ποσά (που εισπράττονται από τη Γαλλία κατά την εξαγωγή με προορισμό τα κράτη μέλη και τις τρίτες χώρες) όσον αφορά το αλεύρι από μαλακό σίτο και σμιγό, τα άλευρα από σίκαλη, τα πλιγούρια και τα σιμιγδάλια από σκληρό σίτο, τα πλιγούρια και τα σιμιγδάλια από μαλακό σίτο, οδήγησαν, λόγω προφανούς πλάνης, σε υπερβολική αντιστάθμιση των αποτελεσμάτων των μέτρων που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1586/69», η Επιτροπή μείωσε αναδρομικά τα εισπραττόμενα από τη Γαλλία κατά την εξαγωγή εξισωτικά ποσά.
Με τον κανονισμό 751/75, της 21ης Μαρτίου 1975, «εκτιμώντας ότι η πρόσφατα κτηθείσα εμπειρία έδειξε ότι ο υπολογισμός των νομισματικών εξισωτικών ποσών για ορισμένα μεταποιημένα προϊόντα (με βάση τα σιτηρά) που γινόταν μέχρι τώρα οδηγεί σε ποσά, το ύψος των οποίων είναι μεγαλύτερο από την επίπτωση (επί της τιμής του μεταποιημένου προϊόντος) της εφαρμογής του εξισωτικού ποσού στις τιμές του προϊόντος βάσεως από το οποίο εξαρτώνται· ότι από αυτό προκύπτουν ή υπάρχει κίνδυνος να προκύψουν εμπορικά ρεύματα που έχουν αποτέλεσμα τη στρέβλωση του ανταγωνισμού, θέτοντας σε κίνδυνο την καλή λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς· ότι, επομένως, ενδείκνυται να καθοριστεί, για τα εν λόγω προϊόντα, εξισωτικό ποσό με βάση στοιχεία που ανταποκρίνονται περισσότερο προς την πραγματική κατάσταση», η Επιτροπή τροποποίησε εκ νέου το εξισωτικό ποσό γι' αυτά τα προϊόντα.
Συνοψίζοντας τις παρατηρήσεις μου στο στάδιο αυτό, διαπιστώνω ότι η επιλογή του συντελεστή 1,80 είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν τεχνητά οι εξαγωγές πλιγουριών και σιμιγδαλιών αραβοσίτου από τις χώρες με ισχυρό νόμισμα, εξέλιξη την οποία αναγνώρισε ρητά η Επιτροπή ήδη από τον Ιούλιο του 1977, ενώ το σύστημα έπρεπε να χρησιμεύσει ακριβώς ώστε να αποτρέπει τις τεχνητές στρεβλώσεις των συναλλαγών που προκύπτουν από τις νομισματικές διακυμάνσεις και όχι να τις προκαλεί ή να τις επιδεινώνει. Επομένως, δεν είναι δυνατό να προσβληθεί η ανάγκη λύσεως μιας διαφοράς που αφορά «ευρύτερα» οικονομικά συμφέροντα, κατάσταση στην οποία, πράγματι, είναι δύσκολο να γίνει δεκτή η ύπαρξη «προφανούς πλάνης». Στην προκειμένη περίπτωση, έπρεπε απλώς να ληφθούν υπόψη οι τεχνικές συνθήκες μεταποιήσεως του αραβοσίτου και όχι να γίνει συνολική εκτίμηση αναφορικά με την κατάσταση της αγοράς των σιτηρών ή τη «μακροπρόθεσμη εξέλιξη της ροής των εμπορευμάτων». Τέτοιες σκέψεις δεν μπορούν να γίνουν παρά μόνον εάν πρόκειται, επαναλαμβάνω, για την ίδια την αρχή της θεσπίσεως των εξισωτικών ποσών ή την υπαγωγή ορισμένων προϊόντων ή ομάδων προϊόντων στο σύστημα· είναι ξένο προς τον τρόπο υπολογισμού των ποσών από τη στιγμή που αποφασίστηκε η θέσπιση τους. Δεν απαγορεύεται στην Επιτροπή να επιφέρει ορισμένες «βελτιώσεις» στο αρχικό σύστημα, αλλά, για τους λόγους που εξέθεσα, θεωρώ ότι αυτές οι «βελτιώσεις» αποτελούν την επιβεβαίωση της υπάρξεως στρεβλώσεων ή κινδύνου στρεβλώσεως του ανταγωνισμού.
Ακόμα και αν εξακολουθούν να υφίστανται ορισμένες διαφορές μεταξύ των υπολογισμών των προσφευγουσών, της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, το ποσό των εξισωτικών ποσών που καθορίζεται για το σύνολο των μεταποιημένων προϊόντων δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να υπερβαίνει το ποσό που καθορίζεται για το προϊόν βάσεως. Εάν ο συντελεστής 1,80 που καθορίστηκε κατ' αποκοπή για τα σιμιγδάλια ή τα πλιγούρια δεν ανταποκρίνεται προς την οικονομική πραγματικότητα, η θεραπεία συνίσταται είτε στο να καθοριστεί σχέση ισοδυναμίας πλησιέστερη προς αυτή την πραγματικότητα και να εξαλειφθεί εντελώς η επίπτωση των ποσών που καθορίζονται για τα άλλα παράγωγα προϊόντα, εκτός αν αυτή η επίπτωση περιοριστεί λόγω της εφαρμογής επί των προϊόντων αυτών μειωμένου συντελεστή μεταποιήσεως, είτε στο να μειωθούν τα επίδικα ποσά κατά το μέρος που αποτελεί την υπερβολική αντιστάθμιση η οποία κατανέμεται μεταξύ των υποπροϊόντων κατ' αναλογία του βάρους τους.
Όμως, τουλάχιστον στα πλαίσια του άρθρου 177, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη νομοθετική εξουσία ώστε να επιλέξει μεταξύ των δύο μεθόδων στις οποίες αναφέρεται το ερώτημα 3 στην τρίτη υπόθεση από αυτές των οποίων έχετε επιληφθεί. Δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, μόνο η Επιτροπή μπορεί να καθορίσει τα εξισωτικά ποσά. Ακόμα και σε περίπτωση προσφυγής, εναπόκειται στο εκδόν την ακυρωθείσα πράξη κοινοτικό όργανο να λάβει τα μέτρα τα οποία συνεπάγεται η εκτέλεση της ακυρωτικής αποφάσεως, βοηθούμενο εν ανάγκη από γνωμοδότηση ειδικών.
Όσον αφορά τον περιορισμό των αποτελεσμάτων της αποφάσεως σε περίπτωση «κηρύξεως της ακυρότητας», όπως σας προτείνει η Επιτροπή, θα περιοριστώ στην παρατήρηση ότι τέτοια παρέκκλιση από το erga omnes αποτέλεσμα της ακυρώσεως δεν προβλέπεται παρά μόνο στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως (άρθρο 174). Δεν εφαρμόζεται καθόλου στο πλαίσιο του άρθρου 177, εφόσον, εξ ορισμού, από την κήρυξη ακυρότητας ενός κανονισμού δεν μπορούν να ωφεληθούν άμεσα παρά μόνον οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης στα πλαίσια των αιτημάτων τους και του αντικειμένου της προσφυγής τους.
III —
Δύο άλλοι λόγοι θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη σκέψη ότι οι βαλλόμενοι κανονισμοί είναι ανίσχυροι. Ο ένας προβλήθηκε ήδη από τη Γαλλική Κυβέρνηση στις γραπτές της παρατηρήσεις στις δύο πρώτες υποθέσεις. Στηρίζεται στο γεγονός ότι δεν ελήφθη υπόψη η επιστροφή λόγω παραγωγής αμύλου. Ο άλλος αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην τρίτη υπόθεση. Αφορά την επιλογή της βάσεως υπολογισμού.
1.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης στην τρίτη υπόθεση εκθέτει ότι, όσον αφορά το άμυλο αραβοσίτου (δασμολογική κλάση 11.08 Α Ι), κατά τον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών δεν ελήφθη υπόψη η επιστροφή λόγω παραγωγής του προϊόντος αυτού.
Ο βασικός κανονισμός 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περιέχει την εξής αιτιολογική σκέψη (δέκατη): «Εκτιμώντας ότι λόγω της ιδιαιτέρας καταστάσεως της αγοράς των αμύλων των σιτηρών, των αμύλων γεωμήλων και της γλυκόζης, τα οποία λαμβάνονται με “άμεση υδρόλυση” μπορεί να παραστεί αναγκαία η πρόβλεψη επιστροφής στην παραγωγή τέτοιας φύσεως, ώστε τα προϊόντα βάσεως που χρησιμοποιούνται από τη βιομηχανία αυτή να μπορούν να της διατεθούν σε τιμή κατώτερη από εκείνη που θα προέκυπτε από την εφαρμογή του καθεστώτος των εισφορών και των κοινών τιμών.»
Με τους κανονισμούς 2742/75 της ίδιας ημερομηνίας και 1655/77 της 20ής Ιουλίου 1977, το Συμβούλιο καθόρισε τις λεπτομέρειες του συστήματος επιστροφών λόγω παραγωγής που προβλέπονταν, ώστε να δημιουργηθεί διαφορά τιμής μεταξύ του αμύλου αραβοσίτου και των άλλων παράγωγων προϊόντων αυτού του σιτηρού. Το ποσό της επιστροφής καθορίστηκε σε 17 λογιστικές μονάδες με τον τελευταίο από αυτούς τους κανονισμούς.
Όμως, στην περίπτωση που ένας παραγωγός εγκατεστημένος σε κράτος μέλος με ισχυρό νόμισμα προμηθεύεται αραβόσιτο, προϊόν βάσεως, σε κράτος μέλος με ασθενές νόμισμα για να το επανεξαγάγει, αφού το μεταποιήσει σε άμυλο, σε κράτος αυτού του είδους, το θεσπιζόμενο από τον κανονισμό 572/76 της Επιτροπής σύστημα έχει ως αποτέλεσμα την υπερβολική αντιστάθμιση των νομισματικών διαφορών. Το γεγονός ότι οι παραγωγοί αμύλου των χωρών με ισχυρό νόμισμα προτιμούν, σε μεγάλο βαθμό, τον αμερικανικό αραβόσιτο, δεν επηρεάζει τη βασιμότητα αυτής της διαπιστώσεως. Πράγματι, οι επιστροφές λόγω παραγωγής χορηγούνται σε «πράσινο νόμισμα» και η επιστροφή λόγω παραγωγής που καταβάλλεται σε γερμανικό «πράσινο νόμισμα», για παράδειγμα, είναι μεγαλύτερη από την ίδια επιστροφή που καταβάλλεται σύμφωνα με τη γαλλική «πράσινη ισοτιμία».
Το γεγονός ότι δεν ελήφθη υπόψη η επιστροφή λόγω παραγωγής κατά τον υπολογισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών που αφορούν το άμυλο έχει ως συνέπεια τη μεταβολή του καθαρού ποσού της επιστροφής την οποία εισπράττει ο παραγωγός στην περίπτωση που το παράγωγο προϊόν, το οποίο παρασκευάζει, αποτελεί το αντικείμενο εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ των κρατών μελών. Όλα συμβαίνουν σαν να χορηγείτο, για τα ανταλλασσόμενα μεταξύ των κρατών μελών προϊόντα της αμυλοποιίας, μειωμένη επιστροφή σε σχέση με τον κοινό συντελεστή (17 λογιστικές μονάδες) στον παραγωγό του κράτους, το νόμισμα του οποίου είναι ασθενέστερο και, αντίθετα, αυξημένη επιστροφή στον παραγωγό του κράτους το νόμισμα του οποίου είναι ισχυρότερο. Έτσι, η ενιαία διαφορά τιμών την οποία θέλησε να επιβάλει το Συμβούλιο μεταξύ του αμύλου αραβοσίτου και των άλλων προϊόντων που προέρχονται από τον αραβόσιτο διακυβεύεται και δημιουργείται στρέβλωση σε όφελος των παραγωγών των κρατών μελών με ισχυρό νόμισμα, σε βάρος των παραγωγών των κρατών με ασθενές νόμισμα.
Με την απόφαση Roquette της 12ης Νοεμβρίου 1974 (Rec. σ. 1230), το Δικαστήριο έκρινε (19η αιτιολογική σκέψη) «ότι ήταν αντίθετο προς το σκοπό του κανονισμού 974/71 να ληφθεί υπόψη ως “επιβάρυνση κατά την εισαγωγή” το σταθερό στοιχείο της εισφοράς λόγω εισαγωγής των παράγωγων προϊόντων των σιτηρών, καθοριζόμενο σε συνάρτηση με εκτιμήσεις — την προστασία της βιομηχανίας μεταποιήσεως — εντελώς ξένες προς το σκοπό του κανονισμού 974/71» και (20ή αιτιολογική σκέψη) «ότι αυτό το γεγονός ότι ελήφθη υπόψη το εν λόγω στοιχείο είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή στις εξαγωγές παραγώγων προϊόντων επιβαρύνσεως η οποία δεν είχε καμία σχέση με τις νομισματικές διακυμάνσεις και, συνεπώς, τη χειροτέρευση της ανταγωνιστικής τους θέσεως». Επίσης, είναι αντίθετο προς το σκοπό του κανονισμού 974/71 το να μη ληφθεί υπόψη η νομισματική επίπτωση επί της τιμής των οικείων παράγωγων προϊόντων (άμυλο αραβοσίτου και σίτου) της επιστροφής που χορηγείτο λόγω της παραγωγής τους, επίπτωση η οποία είναι διαφορετική λόγω των διαφορών μεταξύ της «πράσινης ισοτιμίας» και της αληθινής ισοτιμίας των ασθενών νομισμάτων.
Το γεγονός ότι δεν ελήφθη υπόψη αυτό το στοιχείο σημαίνει ότι παραχωρήθηκε, βάσει του συστήματος των εξισωτικών ποσών, πρόσθετη προστασία στη βιομηχανία μεταποιήσεως των κρατών μελών με ισχυρό νόμισμα. Όπως και στο ζήτημα του συντελεστή μεταποιήσεως, θεωρώ ότι η ακρίβεια της θέσεως της προσφεύγουσας εταιρίας επιβεβαιώνεται από τη μεταγενέστερη κανονιστική ρύθμιση. Πράγματι, ο κανονισμός 851/79 της Επιτροπής, της 30ής Απριλίου 1979, περί καθορισμού των επιστροφών που χορηγούνται λόγω εξαγωγής μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα σιτηρά και την όρυζα, επεκτείνει το σύστημα των εξισωτικών ποσών στον υπολογισμό των επιστροφών.
Για το άμυλο σίτου και αραβοσίτου και για το άμυλο των γεωμήλων, η επιστροφή λόγω εξαγωγής λαμβάνεται, πρώτον, με εφαρμογή του νομισματικού συντελεστή στο ποσό που αναφέρεται στη δεξιά στήλη του παραρτήματος αυτού του κανονισμού και, δεύτερον, με μείωση του κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής ανά τόνο τελικού προϊόντος.
Για να θεραπευθεί αυτή η ανισότητα μεταξύ του κόστους εφοδιασμού των παραγωγών αμύλου στις χώρες με ασθενές νόμισμα και των ανταγωνιστών τους στις χώρες με ισχυρό νόμισμα, θα έπρεπε είτε να αφαιρεθεί η επιστροφή λόγω παραγωγής από την τιμή του αντίστοιχου προϊόντος βάσεως (τιμή παρεμβάσεως), ώστε να γίνει ο υπολογισμός των ποσών που πρέπει να χορηγηθούν σ' αυτά τα ίδια προϊόντα, είτε να εφαρμοστεί στην επιστροφή λόγω παραγωγής ο νομισματικός συντελεστής που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 1380/75 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1975, περί του τρόπου εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών. Όμως, στο πλαίσιο των υπό κρίση υποθέσεων δεν είναι έργο του Δικαστηρίου να αποφασίσει επιλέγοντας μεταξύ αυτών των διαφόρων τρόπων.
Καθώς το εφαρμοστέο για το άμυλο γεωμήλων (κλάση 11.08 Α Ι V) εξισωτικό ποσό έπρεπε να είναι ίδιο προς το εφαρμοστέο για το άμυλο αραβοσίτου, ο τρόπος υπολογισμού για το τελευταίο ισχύει επίσης και για τον υπολογισμό του πρώτου, το οποίο παρέμεινε αμετάβλητο καθόλη τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου (1976-1978). Η σχετική με τον υπολογισμό των εφαρμοστέων ποσών για το άμυλο αραβοσίτου αντικανονικότητα επηρεάζει επίσης τον υπολογισμό του ποσού που εφαρμόζεται για το άμυλο γεωμήλων.
2.
Ενώ το εφαρμοστέο για το σίτο εξισωτικό ποσό υπολογίζεται βάσει της «τιμής αναφοράς» του μαλακού αλεύρου, κατώτατης αρτοποιήσιμης ποιότητας, στην οποία μπορούν να πραγματοποιηθούν οι αγορές παρεμβάσεως αρτοποιήσιμου σίτου, τα εφαρμοστέα για το άμυλο σίτου (κλάση 11.08 ΑIII) και τα υποπροϊόντα του εξισωτικά ποσά υπολογίζονται βάσει της τιμής κατωφλίου, μειωμένης κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής και όχι βάσει της τιμής αναφοράς μειωμένης κατά το ποσό αυτής της επιστροφής. Η τιμή αναφοράς για τον αρτοποιήσιμο μαλακό σίτο εισήχθη με τον κανονισμό 1143/76 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1976, που τροποποίησε το βασικό κανονισμό 2727/75. Εντούτοις, σύμφωνα με τον κανονισμό 1151/76 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1976, δεν καθορίστηκε ιδιαίτερη τιμή αναφοράς για την περίοδο εμπορίας 1976-1977. Η τιμή αυτή είναι ίση προς την ενιαία τιμή παρεμβάσεως του μαλακού σίτου.
Εδώ η προσφεύγουσα υποστηρίζει ακόμα ότι η επίπτωση της διαφοράς μεταξύ της τιμής κατωφλίου και της τιμής αναφοράς επί του υπολογισμού των εφαρμοστέων για τα μεταποιημένα προϊόντα ποσών αποτελεί την αιτία στρεβλώσεων του ανταγωνισμού μεταξύ των παραγωγών.
Η Επιτροπή δίνει την απάντηση ότι, από οικονομική άποψη, θα έπρεπε να ληφθεί ως βάση η τιμή εφοδιασμού των παραγωγών αμύλου. Η τιμή αυτή είναι ίση προς την τιμή κατωφλίου, μειωμένη κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής. Ο λόγος για τον οποίο έλαβε ως βάση, από το 1977, για τον υπολογισμό των εφαρμοστέων για το άμυλο αραβοσίτου εξισωτικών ποσών, την τιμή παρεμβάσεως γι' αυτό το σιτηρό, είναι ότι η τιμή εφοδιασμού του αραβοσίτου υπερέβη από το 1977 την τιμή παρεμβάσεως του και ότι η «λογική του γεωργό νομισματικού συστήματος» επιβάλλει να θεωρηθεί η τιμή παρεμβάσεως ως ανώτατη τιμή, όσον αφορά τον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών. Αντίθετα, πριν το 1977, η αγοραία τιμή του αραβοσίτου ήταν πάντα ανώτερη από την τιμή κατωφλίου, πράγμα το οποίο οδήγησε την Επιτροπή να λάβει υπόψη την τιμή κατωφλίου και όχι την τιμή παρεμβάσεως ως «τιμή υποστηρίξεως», βάσει της οποίας υπολογίστηκαν τα εφαρμοστέα για το άμυλο αραβοσίτου ποσά. Όσον αφορά την τιμή εφοδιασμού του μεταποιημένου σε άμυλο σίτου, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη για τον αραβόσιτο, ήταν πάντοτε κατώτερη από την «τιμή αναφοράς του σίτου» κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου.
Ανεξάρτητα από το αν ληφθεί ως βάση η τιμή κατωφλίου ή η τιμή παρεμβάσεως, δεν υπάρχει λόγος, συνεχίζει η Επιτροπή, να ληφθεί υπόψη η επίπτωση της επιστροφής λόγω παραγωγής, αφού η τιμή παρεμβάσεως ήταν κατώτερη από την τιμή κατωφλίου, μειωμένη κατά το ποσό της επιστροφής.
Όσον αφορά την επιλογή του επιπέδου των τιμών από το οποίο πρέπει να υπολογίζονται τα εξισωτικά ποσά, πιστεύω αντίθετα ότι, τουλάχιστον για τον τομέα των σιτηρών, αυτή η τιμή δεν πρέπει να είναι άλλη από την τιμή παρεμβάσεως και όχι η τιμή κατωφλίου. Σχετικά, ο κανονισμός 974/71 δεν αφήνει καμία αμφιβολία και δεν επιτρέπει την προσφυγή στην ασαφή έννοια της «τιμής υποστηρίξεως». Κατά τα λοιπά, στην Ιταλία η τιμή πα'ρεμβάσεως, κατώτερη από την τιμή κατωφλίου, καθορίζει την τιμή αγοράς του αραβοσίτου που προορίζεται για την παρασκευή αμύλου. Όσον αφορά το άμυλο σίτου, ως βάση του υπολογισμού του εφαρμοστέου για το προϊόν αυτό εξισωτικού ποσού πρέπει να ληφθεί η τιμή αναφοράς του μαλακού σίτου, μειωμένη κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής, και όχι η τιμή κατωφλίου, μειωμένη κατά το ποσό της επιστροφής. Πράγματι, οι παραγωγοί αμύλου σίτου χρησιμοποιούν κατά προτίμηση το αλεύρι σίτου παρά τον ίδιο το σπόρο. Όμως, το αρτοποιήσιμο αλεύρι σίτου είναι προϊόν για το οποίο υφίσταται ειδική τιμή παρεμβάσεως.
Η επιλογή της τιμής κατωφλίου ως βάσεως του υπολογισμού αντιβαίνει προς την αναπληρωματικότητα των γεωργικών καλλιεργειών και την ενδοκοινοτική εξειδίκευση της παραγωγής.
Αν η κοινή οργάνωση αγορών στον τομέα των σιτηρών παρέχει υπερβολικά πλεονεκτήματα στη γαλλική γεωργία, η κατάσταση αυτή πρέπει να θεραπευθεί με την έκδοση γεωργικών κανονισμών ad hoc και όχι με τα νομισματικά εξισωτικά ποσά.
IV —
Απομένουν να εξεταστούν η περίπτωση της σορβιτόλης που περιέχει άνω του 2% μαννιτόλη, παρασκευαζόμενης από τον αραβόσιτο, και η περίπτωση της ισογλυκόζης, επίσης παρασκευαζόμενης από τον αραβόσιτο.
Πρόκειται για δύο παράγωγα προϊόντα του αμύλου, οι βιομηχανικές χρήσεις των οποίων είναι πολλές και επεκτείνονται συνεχώς. Αυτός ο ιδιαίτερος τομέας της αμυλοποιίας του αραβοσίτου χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό τεχνικής τελειοποιήσεως και πλησιάζει πολύ περισσότερο προς τις βιομηχανίες μεταποιήσεως παρά προς το γεωργικό τομέα γενικά.
1.
Η σορβιτόλη είναι προϊόν προερχόμενο από τη γλυκόζη, τη δεξτρόζη ή τη φρουκτόζη, που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική και για την παρασκευή βιταμίνης C Αναφέρεται είτε στο κεφάλαιο 29 «οργανικά χημικά προϊόντα» (κλάση 29.04 Γ) είτε στο κεφάλαιο 38 «διάφορα προϊόντα των χημικών βιομηχανιών» (κλάση 38.19 Τ). Επομένως, δεν είναι «γεωργικό» προϊόν υπό την έννοια του παραρτήματος II της Συνθήκης. Εντούτοις, υπάγεται στην ευρισκόμενη σε εμβρυώδη κατάσταση κοινή οργάνωση αγοράς η οποία δημιουργήθηκε με τον κανονισμό 1059/68 του Συμβουλίου, της 28ης Μαίου 1969, περί καθορισμού του συστήματος εξαγωγών που πρέπει να εφαρμόζεται για ορισμένα εμπορεύματα προερχόμενα από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων, εκδοθέντα βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης, διότι περιέχει άνω του 2% μαννιτόλη, η οποία παρασκευάζεται η ίδια από τον αραβόσιτο.
Η ποσότητα αραβοσίτου, προϊόντος βάσεως, η οποία θεωρείται ότι χρησιμοποιείται για την παρασκευή αυτού του εμπορεύματος καθορίζεται σε 172 ή 245 χιλιόγραμμα, ανάλογα με το αν η σορβιτόλη βρίσκεται σε υδατώδες διάλυμα ή όχι. Αυτό προκύπτει από τον κανονισμό 1060/69 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 3058/75, της 24ης Νοεμβρίου 1975, περί καθορισμού των ποσοτήτων προϊόντων βάσεως τα οποία θεωρούνται ότι χρησιμοποιήθηκαν στην παρασκευή των εμπορευμάτων που υπάγονται στον κανονισμό 1059/69. Όμως, το άρθρο 3, παράγραφος 3, αυτού του ίδιου κανονισμού, ορίζει ότι «η μαννιτόλη, της διακρίσεως 29.04 Γ Π και το σορβίτο (σορβιτόλη), της διακρίσεως 29.04 ΓIII του Κοινού Δασμολογίου, που υπόκεινται στην είσπραξη ενός κινητού στοιχείου υπολογιζόμενου με βάση μια ποσότητα ζάχαρης, θεωρούνται ότι προέρχονται από λευκή ζάχαρη που αποτελεί αντικείμενο της επιστροφής στην παραγωγή που προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 6 του κανονισμού 1009/67 του Συμβουλίου». Συνεπώς, η σχέση που υφίσταται μεταξύ του προϊόντος βάσεως (αραβόσιτο) και του παραγώγου προϊόντος είναι πολύ πιο χαλαρή από ό,τι στην περίπτωση των προϊόντων της βιομηχανίας παρασκευής σιμιγδαλιού ή αμύλου: η προστιθέμενη στο προϊόν βάσεως αξία είναι πολύ μεγαλύτερη από ό,τι το στοιχείο «τιμή του προϊόντος βάσεως», θεωρώ δε ότι, βάσει της προαναφερθείσας διατάξεως του Συμβουλίου, η Επιτροπή έχει πολύ ευρύτερο περιθώριο εκτιμήσεως από ό,τι στην περίπτωση των προϊόντων της βιομηχανίας παρασκευής σιμιγδαλιού ή αμύλου.
2.
Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης στην τρίτη υπόθεση ισχυρίζεται ότι η τιμή κόστους της ισογλυκόζης εξαρτάται από την τιμή του αραβοσίτου και όχι από την τιμή της σακχαρόζης και ότι, συνεπώς, το εφαρμοστέο για το προϊόν αυτό εξισωτικό ποσό θα έπρεπε να στηρίζεται στο εφαρμοστέο για το προϊόν βάσεως εξισωτικό ποσό, δηλαδή τον αραβόσιτο. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ισογλυκόζη ανταγωνίζεται τη ζάχαρη. Επομένως, η τιμή της ισογλυκόζης καθορίζεται στην πραγματικότητα από την τιμή παρεμβάσεως της ζάχαρης και όχι από την τιμή του αραβοσίτου, οι δε επικρίσεις αναφορικά με τα εφαρμοστέα για το προϊόν αυτό εξισωτικά ποσά είναι αβάσιμες.
Το πρόβλημα οφείλεται στο ότι, αφενός μεν, η ισογλυκόζη προέρχεται γενικά από το μεταποιημένο σε γλυκόζη άμυλο, αλλά, αφετέρου, ότι είναι υποκατάστατο προϊόν το οποίο ανταγωνίζεται άμεσα τη ζάχαρη που προέρχεται από τη μεταποίηση των ζαχαρότευτλων ή του ζαχαροκάλαμου. Νομίζω ότι έτσι η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι σχέσεις μεταξύ ισογλυκόζης και ζάχαρης είναι ακόμα πιο χαλαρές και ότι το προϊόν αυτό συνδέεται πλήρως προς το προϊόν βάσεως από το οποίο προέρχεται.
Πράγματι, για την περίοδο στην οποία αναφέρεται η προσφυγή της κύριας δίκης, η ισογλυκόζη των δασμολογικών κλάσεων 17.02 Δ και 17.05 Γ εξομοιωνόταν πάντοτε προς τη ζάχαρη όσον αφορά τα εξισωτικά ποσά. Μόνο μετά την 1η Ιουλίου 1977 έγινε ρητός διαχωρισμός της ισογλυκόζης από τη ζάχαρη, εξακολούθησε όμως να περιλαμβάνεται στον ίδιο τομέα. Τούτο προκύπτει από τον κανονισμό 1474/77 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1977, που περιλαμβάνει την εξής αιτιολογική σκέψη (τρίτη):
«εκτιμώντας ότι το Συμβούλιο, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1111/77 της 17ης Μαΐου 1977, καθιέρωσε κοινές διατάξεις για την ισογλυκόζη· ότι η ισογλυκόζη είναι ένα προϊόν άμεσης υποκαταστάσεως της υγρής ζάχαρης που προέρχεται από τη μεταποίηση του τεύτλου ή του ζαχαροκάλαμου σε ζάχαρη· ότι το προϊόν αυτό ευρίσκεται σε άμεσο ανταγωνισμό με την υγρή ζάχαρη, για την οποία έχουν ορισθεί νομισματικά εξισωτικά ποσά από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 938/77·
ότι, στις περιπτώσεις αυτές, η ύπαρξη των νομισματικών εξισωτικών ποσών για τη ζάχάρη καθιστά εξίσου απαραίτητο τον καθορισμό εξισωτικών ποσών για την ισογλυκόζη· ότι, πράγματι, αν αυτά τα τελευταία ποσά δεν είχαν καθορισθεί, θα ήταν δυνατό να διαπιστωθούν ανωμαλίες στις συναλλαγές αυτού του προϊόντος· ότι, επομένως, πρέπει να συμπληρωθεί ο αναφερόμενος κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 938/77.»
Από την 1η Ιουλίου 1977, το μέρος 7 του παραρτήματος Ι των κανονισμών της Επιτροπής σχετικά με τα νομισματικά εξισωτικά ποσά φέρει τον τίτλο όχι πλέον «Τομέας της ζάχαρης» αλλά «Τομέας της ζάχαρης και της ισογλυκόζης». Με τον κανονισμό 2560/77 του Συμβουλίου, της 7ης Νοεμβρίου 1977, περί τροποποιήσεως της ονοματολογίας ορισμένων γεωργικών προϊόντων, διαφόρων κανονισμών για τα προϊόντα αυτά και του Κοινού Δασμολογίου, η διάκριση 17.05 Γ Ι αντικαταστάθηκε από 1ης Ιανουαρίου 1978 από την εξής: «21.07 Ζ III, σιρόπι ισογλυκόζης, αρωματισμένο ή με προσθήκη χρωστικών ουσιών». Το κεφάλαιο 21 έχει ως επικεφαλίδα «Διάφορα παρασκευάσματα διατροφής».
Λαμβανομένης υπόψη αυτής της πλευράς των πραγμάτων θεωρώ ότι, ακόμα και πριν από την 1η Ιουλίου 1977, δεν μπορούσε να υπάρχει μαθηματική σχέση μεταξύ του εφαρμοστέου για τον αραβόσιτο εξισωτικού ποσού και του εφαρμοστέου για την ισογλυκόζη. Η Επιτροπή υπενθύμισε ορθά ότι ο γενικός εισαγγελέας Capotorti είχε θεωρήσει, στις προτάσεις του στην υπόθεση Milac (απόφαση της 3ης Μαΐου 1978, Rec. σ. 1046 επ.) ότι, όσον αφορά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71, «αρκεί η τιμή προϊόντος μη υπαγομένου στο σύστημα της παρεμβάσεως να εξαρτάται από την τιμή ενός άλλου προϊόντος το οποίο υπάγεται στο σύστημα της παρεμβάσεως (και που υπάγεται στην κοινή οργάνωση γεωργικών αγορών), και δεν είναι απαραίτητο αυτό το τελευταίο προϊόν να είναι η πρώτη ύλη από την οποία προέρχεται το άλλο. Μπορεί επίσης να πρόκειται για ανταγωνιστικά μεταξύ τους προϊόντα, υπό την προϋπόθεση να είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι οι τιμές του υπαγόμενου στο σύστημα της παρεμβάσεως προϊόντος σχηματίζονται βάσει των τιμών του άλλου προϊόντος».
V —
Στην τρίτη υπόθεση που σας έχει υποβληθεί, το Tribunal d'instance της Λίλλης θέτει το ζήτημα αρχής αναφορικά με τις λεπτομέρειες της επιδικάσεως τόκων υπερημερίας για τα αχρεωστήτως καταβληθέντα από τους επιχειρηματίες ποσά. Για την περίπτωση που οι βαλλόμενοι κανονισμοί κριθούν ανίσχυροι και πριν διατάξει την απόδοση των επιπλέον καταβληθέντων ποσών, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, το εθνικό δικαστήριο επιθυμεί να βεβαιωθεί ότι το βάρος θα αναληφθεί οριστικά από τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Αυτό το ίδιο ζήτημα τίθεται και στην υπόθεση 130/79, Express Dairy Foods, στην οποία οι διάδικοι εξέθεσαν τις προφορικές παρατηρήσεις τους στις 12 Φεβρουαρίου 1980.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτό το ζήτημα, «το οποίο αφορά τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών και των οργάνων της Κοινότητας, δεν μπορεί να επιλυθεί στο πλαίσιο διαφοράς ενώπιον εθνικού δικαστηρίου μεταξύ ιδιώτου και της διοικήσεως ενός κράτους μέλους και δεν μπορεί, επομένως, να αποτελέσει το αντικείμενο προδικαστικού ερωτήματος». Επιπλέον, θεωρεί ότι η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα δεν θα χρησίμευε σε τίποτα στο εθνικό δικαστήριο για τη λύση της διαφοράς της κύριας δίκης.
Θεωρώ ότι αυτή η άποψη της Επιτροπής είναι νέα και, εάν γινόταν δεκτή, το αποτέλεσμα θα ήταν ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να κρίνει ότι είναι αναρμόδιο να εξετάσει σημαντικό αριθμό αιτήσεων που του υποβάλλονται βάσει του άρθρου 177. Είναι ακόμη πιο περίεργο ότι, ενώ στην υπόθεση Roquette, επί της οποίας το Δικαστήριο έκρινε στις 21 Μαίου 1976 (Rec. σ. 686), θεωρώντας απαράδεκτη αίτηση αποζημιώσεως λόγω μη καταβολής τόκων υπερημερίας, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής είχε υποστηρίξει ότι «θα ήταν μάλλον προτιμότερο να υποβληθεί νέο προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο αναφορικά με το αν το Γαλλικό Δημόσιο ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει στην προσφεύγουσα τους παρεπόμενους τόκους τους οποίους είχε εισπράξει αχρεωστήτως, το δε ΕΓΤΠΕ θα καθίστατο αυτόματα οφειλέτης».
Προσωπικά διακρίνω μεταξύ της ίδιας της αρχής της καταβολής τόκων υπερημερίας και του προβλήματος αν θα πρέπει να βαρύνουν τον προϋπολογισμό. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να δώσει απάντηση στο πρώτο σκέλος του ζητήματος.
Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση Roquette, της 21ης Μαΐου 1976, από τις διατάξεις σχετικά με τους ίδιους πόρους των Κοινοτήτων, δηλαδή την απόφαση του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, και τον κανονισμό 2/71 του Συμβουλίου, της 2ας Ιανουαρίου 1971, περί εφαρμογής της, σε συνδυασμό με τον κανονισμό 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, προκύπτει ότι εναπόκειται στις εθνικές αρχές να αναλάβουν, για λογαριασμό της Κοινότητας και σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, την είσπραξη των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
Αυτές οι εισπράξεις γίνονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές τους διατάξεις. Επομένως, οι διαφορές σχετικά με την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών υπάγονται στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων, αυτά δε πρέπει να τις εκδικάζουν κατ' εφαρμογή του εθνικού τους δικαίου, καθόσον το κοινοτικό δίκαιο δεν καλύπτει αυτό τον τομέα.
Όσον αφορά το ζήτημα αν η καταβολή των τόκων θα βαρύνει τους εθνικούς προϋπολογισμούς ή, αντιθέτως, τον προϋπολογισμό της Κοινότητας, δεν υφίσταται παρά μόνο μία πρόταση κανονισμού την οποία υπέβαλε η Επιτροπή στο Συμβούλιο, στις 14 Φεβρουαρίου 1973, περί των τόκων των καταβληθέντων και επιστρεπτέων ποσών. Αυτή η πρόταση, που δεν δημοσιεύτηκε ποτέ στην «Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», μετά την έγκριση της από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτέλεσε αντικείμενο τροποποιήσεων, οι οποίες απεστάλησαν στο Συμβούλιο στις 20 Σεπτεμβρίου 1973, τελικά όμως η Επιτροπή την απέσυρε στις 8 Δεκεμβρίου 1976. Στο σημείο αυτό, υπάρχει ένα ανησυχητικό νομικό κενό, όσον αφορά την ευρωπαϊκή λογιστική, που είναι πρόξενος στρεβλώσεων και το οποίο θα έπρεπε να πληρωθεί σε κοινοτικό επίπεδο.
Το καθεστώς του προϋπολογισμού των αρνητικών εξισωτικών ποσών είχε τότε ως εξής: τα εισπραττόμενα κατά τις εμπορικές ανταλλαγές μεταξύ κρατών μελών εξισωτικά ποσά θεωρούνταν, όσον αφορά τη χρηματοδότηση της κοινής αγροτικής πολιτικής, ότι αποτελούν μέρος των παρεμβάσεων που προορίζονται για την ομαλοποίηση των γεωργικών αγορών (άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71). Το ΕΓΤΠΕ όφειλε να καταβάλει τη διαφορά μεταξύ των χορηγηθέντων και των εισπραχθέντων από κάθε κράτος μέλος ποσών.
Στις εμπορικές ανταλλαγές με τις τρίτες χώρες, τα εισπραττόμενα κατά την εξαγωγή εξισωτικά ποσά αφαιρούνταν από τις επιστροφές λόγω εξαγωγής (άρθρο 4 α). Ο καθορισμός του συνολικού ύψους των ποσών που έπρεπε να αφαιρεθεί από τις επιστροφές μπορούσε να γίνει με συνολική μέθοδο. Για τη λογιστική εμφάνιση στον κοινοτικό προϋπολογισμό, το ποσό αυτό θεωρείτο ότι είχε αφαιρεθεί από τις επιστροφές και μόνο το μέρος που υπερέβαινε αυτό το ποσό θεωρείτο ως ίδιος πόρος.
Στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων εναπόκειται στις εθνικές αρχές να ρυθμίσουν, σε περίπτωση αποδόσεως εισφορών που εισπράχθηκαν αχρεωστήτως, κάθε παρεπόμενο προς αυτή την απόδοση ζήτημα, όπως την ενδεχόμενη καταβολή τόκων υπερημερίας. Επομένως, το Tribunal d'instance της Λίλλης είναι το μόνο αρμόδιο να αποφασίσει για την επιδίκαση τόκων. Τίποτα δεν το εμποδίζει, εφόσον το γαλλικό δίκαιο το επιτρέπει ή εφόσον, όπως πιστεύω, το επιβάλλει μία αρχή φυσικής επιεικείας, κοινή στα νομικά συστήματα των κρατών μελών, να αποφασίσει, όπως είχε κρίνει το Finanzgericht του Αμβούργου στις 16 Μαρτίου 1978 αναφορικά με ζητήματα αχρεωστήτως χορηγηθέντων ποσών, ότι η υποχρέωση αποδόσεως των αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών εκτείνεται και στους αναλογούντες σ' αυτά τα ποσά τόκους υπερημερίας.
Καταλήγοντας, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής, απαντώντας στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν:
1.
Το παράρτημα Ι, μέρος 1, των κανονισμών 1910/76, της 30ής Ιουλίου 1976, και 2466/76, της 8ης Οκτωβρίου 1976, της Επιτροπής, περί καθορισμού των ποσών που έπρεπε να εισπραχθούν κατά την εξαγωγή από τη Γαλλία σιμιγδαλιών και πλιγουριών αραβοσίτου, είναι ανίσχυρο.
2.
Το παράρτημα Ι, μέρος 1, του κανονισμού 652/76 της Επιτροπής, της 24ης Μαρτίου 1976, περί καθορισμού των ποσών που έπρεπε να εισπραχθούν κατά την εξαγωγή από τη Γαλλία αμύλου αραβοσίτου και σίτου και αμύλου γεωμήλων, είναι ανίσχυρο.
3.
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφασίσει σχετικά με τους τόκους υπερημερίας επί των χρηματικών ποσών που εισπράχθηκαν ως εξισωτικά ποσά και τα οποία αποτελούν αντικείμενο επιστροφής.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy