ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
HENRI MAYRAS
(μετά την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας)
της 17ης Ιουνίου 1980 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Με μια ασυνήθιστη ενέργεια αποφασίσατε την επανάληψη της προφορικής διαδικασίας στις υποθέσεις για τις οποίες ανέπτυξα τις προτάσεις μου στις 11 Μαρτίου 1980, καλώντας τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης, τη Γαλλική και την Ιταλική Κυβέρνηση, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, να υποβάλουν γραπτές παρατηρήσεις επί των θεμάτων που αναφέρονται στο παράρτημα της διατάξεως του Δικαστηρίου της 26ης Μαρτίου 1980.
Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή εκμεταλλεύτηκαν αυτή την ευκαιρία για να εκφράσουν τις απόψεις τους γραπτώς. Επίσης το Συμβούλιο παρενέβη στο προφορικό στάδιο της διαδικασίας.
Κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως, πληροφορηθήκαμε ότι ορισμένοι ανταγωνιστές των προσφευγουσών της κύριας δίκης άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Finanzgericht του Αμβούργου κατά των μειώσεων των εξισωτικών ποσών τις οποίες επέφερε αργότερα η Επιτροπή. Πρέπει να σημειώσω ότι αυτή η διαφορά δεν έχει παραπεμφθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με αίτηση προς έκδοση προδικαστικής αποφάσεως και να διαπιστώσω ότι η Γερμανική Κυβέρνηση, η οποία μπορούσε να ενεργήσει ως εκπρόσωπος του συμφέροντος το οποίο προβάλλουν οι γερμανοί παραγωγοί για τη λύση των υποβληθέντων ερωτημάτων, δεν έκρινε σκόπιμο να παρέμβει σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, αν και της είχε κοινοποιηθεί η Διάταξη του Δικαστηρίου. Αφού μου δώσατε επίσης την ευχέρεια να ακουστώ, ας μου επιτραπεί να απαντήσω σε ορισμένες επικρίσεις και να προβώ στις ακόλουθες πρόσθετες παρατηρήσεις.
I —
Η Επιτροπή επιθυμεί να διορθώσει μία παρεξήγηση, η οποία, όπως λέγει, φαίνεται ότι με παραπλάνησε στις προτάσεις μου. Στις γραπτές παρατηρήσεις της εξέθεσε ότι «ο χαρακτηρισμός των υποπροϊόντων όσον αφορά την κατάταξη του κοινού δασμολογίου, καθώς και οι αποδόσεις τους, αποτελούν αντικείμενο αμφισβητήσεως μεταξύ της γερμανικής και της γαλλικής βιομηχανίας» και ότι «η Γαλλία υποστήριζε πάντα την άποψη ότι το άλευρο χορτονομής έπρεπε να καταταγεί αποκλειστικά στη δασμολογική διάκριση 23.02 Α Ι β». Και πιο κάτω ότι: «τα ανωτέρω παραδείγματα α, β και γ, δείχνουν ότι δεν υφίστανται ενιαίες δασμολογικές κλάσεις σχετικά με το χαρακτηρισμό των προϊόντων όσον αφορά την κατάταξη στο κοινό δασμολόγιο και τις αποδόσεις τους (η κατάσταση στα άλλα κράτη μέλη οδηγεί ακόμα σε άλλα αποτελέσματα)». «Ενώπιον αυτής της αντιφατικής καταστάσεως, οι υπηρεσίες της Επιτροπής — συνεχίζει η τελευταία — θεωρούν ότι το άλευρο χορτονομής υπάγεται κατά 50% στη διάκριση 23.02 Α Ι α και κατά 50% στη διάκριση 23.02 ΑΙ β.» Εξάλλου, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης βεβαιώνουν ότι οι γαλλικές διοικητικές και τελωνειακές αρχές κατατάσσουν το άλευρο χορτονομής στη διάκριση 23.02 Α Ι β.
Είχα θεωρήσει ότι από αυτό μπορούσα να συναγάγω ότι υπήρχαν «διαφορές σχετικά με την κατάταξη», όσον αφορά το κοινό δασμολόγιο, των υποπροϊόντων, στο δε προοίμιο των ερωτήσεων του Δικαστηρίου αναφερόταν ότι «η Επιτροπή απαντά ... ότι επί πλέον υπάρχουν διαφορές σχετικά με την κατάταξη». Εκτός και αν έσφαλα στο νόημα της γαλλικής γλώσσας, εξακολουθώ να πιστεύω ότι οι παρατηρήσεις της Επιτροπής δεν έδιναν λαβή σε αμφιβολίες.
Το κοινό δασμολόγιο περιλαμβάνει ένα κριτήριο: εάν η κατά βάρος περιεκτικότητα σε άμυλο του προϊόντος είναι κατώτερη από 35%, πρέπει να καταταγεί στη διάκριση 23.02 Αία. Εάν υπερβαίνει αυτό το ποσοστό, πρέπει να καταταγεί στη διάκριση 23.02 ΑΙ β.
II —
Η Επιτροπή αναφέρει ότι, μετά την κατά 6,2% μείωση του εφαρμοστέου για το άμυλο αραβοσίτου εξισωτικού ποσού και κατά 10% του εφαρμοστέου ποσού για τα υποπροϊόντα του αμύλου, το εξισωτικό ποσό για τα μεταποιημένα προϊόντα έφθασε «ουσιαστικά» το ανώτατο όριο σε σχέση με το εξισωτικό ποσό για το προϊόν βάσεως.
Πρέπει να σημειωθεί ότι:
—
αυτές οι μειώσεις έγιναν μόλις στις 28 Μαΐου 1979, ενώ οι κανονισμοί, το κύρος των οποίων καλείται να κρίνει το Δικαστήριο, είναι προγενέστεροι από αυτή την ημερομηνία·
—
η Επιτροπή δικαιολογεί τον αποκλεισμό των βλαστών στον «υπολογισμό της επιπτώσεως» — ενώ ισχύουν πάντοτε, καλώς ή κακώς, εξισωτικά ποσά γι' αυτά τα προϊόντα — θεωρώντας ότι «αυτά τα υποπροϊόντα ουσιαστικά δεν διατίθενται στο εμπόριο». Εντούτοις, δηλώνει ότι είναι πρόθυμη «να εξετάσει την κατάργηση τους όσον αφορά τους βλαστούς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει υπερβολική την εφαρμογή των συντελεστών μεταποιήσεως»
—
αντίθετα από την περίπτωση των παραγωγών αλεύρου, ακόμα και μετά από αυτές τις μειώσεις, «το ανώτατο όριο» ή, εάν προτιμάτε, η «αρχή της ουδετερότητας» δεν ίσχυε παρά μόνο grosso modo για τους παραγωγούς σιμιγδαλιού και αμύλου. Αυτή η διαπίστωση προκύπτει από εκτίμηση όχι μόνο στο πλαίσιο ενός κράτους μέλους, αλλά του συνόλου των κρατών μελών με υποτιμημένο νόμισμα, ιδίως του Ηνωμένου Βασιλείου. Εάν πρέπει, όπως προτείνει· η Επιτροπή, η εκτίμηση της επιπτώσεως του ανωτάτου ορίου να γίνει αναφορικά με όλα τα κράτη μέλη, πρέπει να μην παραβλεφθεί επίσης ότι σ' αυτό το ίδιο πλαίσιο ή στο πλαίσιο των εμπορικών ανταλλαγών με τις τρίτες χώρες, η ουσιαστική αντιστάθμιση προκύπτει από το σύνολο των θετικών και αρνητικών ποσών·
—
είναι αμφίβολο αν το γεγονός ότι δεν ελήφθησαν υπόψη, για τον υπολογισμό των εφαρμοστέων για τα μεταποιημένα προϊόντα με βάση τον αραβόσιτο εξισωτικών ποσών, οι μηνιαίες αυξήσεις της τιμής παρεμβάσεως του αραβοσίτου ευνοεί τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης, οι οποίες βρίσκονται σε χώρα με υποτιμημένο νόμισμα. Πράγματι δεν λαμβάνεται πλέον υπόψη αυτό το στοιχείο για τον υπολογισμό του εξισωτικού ποσού επί του προϊόντος βάσεως, η δε σχέση εξαρτήσεως που υπάρχει μεταξύ του εφαρμοστέου για το προϊόν αυτό ποσού και των ποσών τα οποία εφαρμόζονται για το παράγωγο προϊόν είναι τέτοια ώστε η διαφοροποίηση αυτού του πλεονεκτήματος στο επίπεδο των παραγώγων προϊόντων συνοδεύεται από τη δυνατότητα που έχει ο παραγωγός να προμηθεύεται το προϊόν βάσεως, έστω και εγχώριο, σε καλύτερη τιμή.
III —
Το Δικαστήριο παρακάλεσε ακόμη την Επιτροπή να του παράσχει περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά την άποψη σύμφωνα με την οποία «από τη λογική του γεωργονομισματικού συστήματος προκύπτει ότι η βάση υπολογισμού των εφαρμοστέων για το άμυλο αραβοσίτου εξισωτικών ποσών δεν μπορεί ποτέ να υπερβεί την τιμή παρεμβάσεως του αραβοσίτου που χρησίμευσε ως πρώτη ύλη».
1.
Η Επιτροπή βεβαιώνει καταρχάς ότι απλώς χρησιμοποίησε από το σύστημα των εισφορών του κανονισμού 2744/75 του Συμβουλίου τους συντελεστές στους βαλλόμενους κανονισμούς. Υποστηρίζει επίσης ότι έλαβε υπόψη, για τον καθορισμό των εφαρμοστέων για τα παράγωγα προϊόντα συντελεστών, την «απαραίτητη οικονομική προστασία για τη σταθεροποίηση των τιμών αυτών των προϊόντων». 'Ετσι, ενώ το Συμβούλιο υποστηρίζει εκ νέου ότι δεν υπάρχει «κατ' ανάγκη» σχέση μεταξύ του κανονισμού του και των νομοθετικών πράξεων της Επιτροπής, η τελευταία υποστηρίζει ότι υπάρχει «αναπόφευκτα» σχέση μεταξύ εξισωτικών ποσών και εισφορών. Τελικά δηλώνει ότι «βελτίωσε» το σύστημα των συντελεστών μετατροπής που χρησιμοποιούνταν για τον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών «με βάση πολύ περίπλοκα οικονομικά και τεχνικά στοιχεία».
2.
Για τον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών για τα πλιγούρια και τα σιμιγδάλια αραβοσίτου η Επιτροπή έλαβε ως βάση την τιμή παρεμβάσεως του αραβοσίτου. Εξηγεί ότι δεν μπορούσε να λάβει υπόψη την επιστροφή λόγω παραγωγής — παρά το ότι αυτή η ενίσχυση συνιστά, «για τον επιχειρηματία αυτού του τομέα, το μέτρο το οποίο έχει την προέχουσα επίδραση στην τιμή εφοδιασμού του σε αραβόσιτο» — δεδομένου ότι αυτή η επιστροφή είχε καταργηθεί με τον κανονισμό 665/75 του Συμβουλίου, της 4ης Μαρτίου 1975. Δεν θα ήταν «νομικά και οικονομικά» δυνατό στην Επιτροπή να λάβει υπόψη την τιμή αυτή παρά μόνο μετά την εκ νέου θέσπιση, από τις 19 Οκτωβρίου 1977, με τους κανονισμούς 1125/78 και 1127/78 της 22ας Μαΐου 1978 του Συμβουλίου, των επιστροφών λόγω παραγωγής για τα πλιγούρια και τα σιμιγδάλια που χρησιμοποιούνται στη ζυθοποιία (και για την παρασκευή διογκωμένου αμύλου προοριζομένου για την αρτοποιία): Πράγματι, με τις αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1977 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Ruckdeschel και λοιποί, καθώς και στις συνεκδικασθείσες αποφάσεις Moulins et huileries de Pont-à-Mousson και λοιποί (Rec. σ. 1754 και 1796), το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν ασυμβίβαστο προς την αρχή ττΐς ισότητας να χορηγείται επιστροφή λόγω παραγωγής για ορισμένα προϊόντα και μη χορηγείται στα άλλα προϊόντα τα οποία έχουν την ίδια αγορά διαθέσεως. Πρέπει όμως να προστεθεί ότι το Δικαστήριο ουσιαστικά εισήγαγε εκ νέου τις επιστροφές λόγω παραγωγής για την περίοδο από 1ης Αυγούστου 1975 έως 1ης Οκτωβρίου 1977, με την απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1979, Dumortier και λοιποί, καταδικάζοντας την Επιτροπή να καταβάλει σε ορισμένο αριθμό παραγωγών αραβοσίτου τα ποσά που αντιστοιχούσαν στις επιστροφές λόγω παραγωγής πλιγουριών.
Όπως και αν έχει το πράγμα, εφόσον αφαίρεσε την επιστροφή λόγω παραγωγής, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι αυτή η επιστροφή καταβάλλεται σε πράσινο νόμισμα και, επομένως, δεν εφάρμοσε σ' αυτήν το «νομισματικό συντελεστή» που γνωρίζετε καλά.
3.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι εκτός από τα τεχνικά στοιχεία, στο σύστημα των εισφορών υφίστανται και στοιχεία αγροτικής πολιτικής, προς υποστήριξη δε των ισχυρισμών της προσκομίζει έκθεση όπου αναπτύσσονται οι αιτιολογικές σκέψεις ενός σχεδίου κανονισμού του Συμβουλίου του έτους 1964. Εκεί αναφέρεται ότι «στην περίπτωση που παράγονται περισσότερα μεταποιημένα προϊόντα από το ίδιο σιτηρό, το κινητό στοιχείο του προϊόντος που θεωρείται ως κύριο υπολογιζόταν, μέχρι σήμερα, βάσει της ποσότητας της πρώτης ύλης η οποία υποτίθετο ότι πράγματι χρησιμοποιήθηκε, ενώ το κινητό στοιχείο των άλλων προϊόντων (βλαστών, πίτουρων κ.λπ.) υπολογιζόταν σε συνάρτηση με την προστασία που κρινόταν ότι ήταν απαραίτητη για τη σταθεροποίηση των τιμών αυτού του προϊόντος. Το σύστημα αυτό είναι οικονομικά δικαιολογημένο, διότι η σχέση μεταξύ των τιμών των προϊόντων που παράγονται από το ίδιο σιτηρό απορρέει περισσότερο από την εμπορική πολιτική ή την κατάσταση της αγοράς, παρά από την επίπτωση του κόστους καθενός από τα προϊόντα». Συνεπώς, αυτό το σχέδιο θεωρούσε «ότι ήταν σκόπιμο να προβλεφθεί μειωμένη εισφορά για τα εισαγόμενα πίτουρα ρυζιού και αραβοσίτου περιεκτικότητας σε άμυλο άνω του 35%, των οποίων όμως ο προορισμός για τη διατροφή των ζώων είναι εγγυημένος με την υποβολή τους σε διαδικασία μετουσιώσεως».
Όμως, εάν το κείμενο αυτό δείχνει ορθά τη λειτουργία των συντελεστών μεταποιήσεως στο σύστημα των εισφορών, λειτουργία προστασίας και σταθεροποιήσεως της κοινοτικής αγοράς, από αυτό δεν προκύπτει καθόλου ότι οι συντελεστές που χρησιμοποιούνται στο γεωργονομισματικό σύστημα για τον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών μπορούν να αποτελέσουν νομίμως ένα πρόσθετο στοιχείο προστασίας και σταθεροποιήσεως. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου υπάγεται κυρίως μια τέτοια χρησιμοποίηση των συντελεστών μεταποιήσεως.
4.
Η Επιτροπή αναφέρει στη συνέχεια ότι, «στη φιλοσοφία του γεωργό νομισματικού συστήματος που υποστήριξε η ίδια και την οποία αναγνώρισε το Δικαστήριο, τα εφαρμοστέα νομισματικά εξισωτικά ποσά πρέπει να περιορίζονται στα “απολύτως απαραίτητα” ποσά για την αντιστάθμιση της επιπτώσεως των νομισματικού χαρακτήρα γεγονότων επί των τιμών των γεωργικών προϊόντων για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως και μόνο στις περιπτώσεις όπου αυτή η επίπτωση προκαλεί διαταραχές στις εμπορικές ανταλλαγές αυτών των προϊόντων στο εσωτερικό της Κοινότητας και με τις τρίτες χώρες». Εάν η χρησιμοποίηση της τιμής παρεμβάσεως ως βάσεως υπολογισμού των εξισωτικών ποσών επιτρέπει, καταρχήν, τον καθορισμό αυτών των ποσών σε κατώτατο επίπεδο, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, στην οργάνωση αγοράς των σιτηρών, η ύπαρξη της επιστροφής λόγω παραγωγής μπορεί, ανάλογα με την περίπτωση, να έχει ως αποτέλεσμα να βρίσκεται η τιμή αγοράς του αμύλου κάτω από το επίπεδο το οποίο θα προέκυπτε από την τιμή παρεμβάσεως για τον αραβόσιτο. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή έλαβε υπόψη για τον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών για τα προϊόντα της αμυ-λοποιίας όχι την τιμή παρεμβάσεως, «η οποία δεν επιτελούσε πλέον την κανονική λειτουργία της για τον καθορισμό της τιμής αγοράς», αλλά την τιμή κατωφλίου, που αντιπροσωπεύει την πλέον σημαντική «τιμή επιδράσεως» για την αγορά του αραβοσίτου.
Θεωρώ όμως ότι η νομολογία την οποία παραθέτει η Επιτροπή δεν είναι σύμφωνη προς την άποψη την οποία υποστηρίζει.
Στο πλαίσιο της υποθέσεως Becher, επί της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1974 (Rec. σ. 19 επ.), η Επιτροπή είχε υποστηρίξει ότι δεν ήταν δυνατό να μεταφερθούν αυτές καθαυτές οι μέθοδοι που εφαρμόζονταν για τον υπολογισμό της εισφοράς στον υπολογισμό του νομισματικού εξισωτικού ποσού. Η 7η αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως του Δικαστηρίου (Rec. σ. 26) πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με αυτή την άποψη (την παραθέτω): «Πράγματι, το άρθρο 2 του κανονισμού 974/71, χρησιμοποιώντας την έννοια της “τιμής” ως βάση για τον υπολογισμό των εξισωτικών τιμών, δεν υποχρεώνει κατ' ανάγκη την Επιτροπή να επιλέξει την τιμή CIF ως τιμή αναφοράς, αλλά της αφήνει ορισμένη ευχέρεια να προτιμήσει μιαν άλλη τιμή, ακόμα και αν αυτή η τιμή διαφέρει από τις τιμές που καθορίζονταν πράγματι στις εμπορικές συναλλαγές...»
Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή μπορούσε νομίμως να λάβει υπόψη, για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 974/71, μια μέση τιμή CIF, υπολογιζόμενη «κατά τη διάρκεια περιόδου που έπρεπε να καθοριστεί» και να μη μεταβάλει αυτή τη μέση τιμή παρά μόνο σε περίπτωση σημαντικής αλλαγής (σε γενικές γραμμές αύξηση ή μείωση κατά 10%) σε σχέση με την προηγουμένως καθορισθείσα τιμή, ενώ η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστήριζε ότι θα έπρεπε όχι μόνο να ληφθεί υπόψη η τιμή CIF, αλλά ακόμα και οι μεσοπρόθεσμες διακυμάνσεις αυτής της τιμής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Επιτροπή είχε την ευχέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 2, να επιλέξει άλλη τιμή από εκείνη που είχε χρησιμοποιήσει για την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1.
Είναι ακριβές ότι, στον τομέα του βοείου κρέατος, δεν λαμβάνεται υπόψη η τιμή παρεμβάσεως για τον υπολογισμό των εξισωτικών ποσών, αλλά η αγοραία τιμή. Εντούτοις, αυτή η παρέκκλιση προκύπτει από τον κανονισμό 471/75 του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 1975, ο οποίος τροποποίησε ως προς αυτό το σημείο τον κανονισμό 974/71.
Πιεζόμενη από τις ερωτήσεις των εισηγητών του Δικαστηρίου, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι άσκησε την αρμοδιότητα που έχει βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, με το σκοπό να αυξήσει την προστασία την οποία παρέχει η εισφορά στους παραγωγούς των χωρών με ισχυρό νόμισμα έναντι των τρίτων χωρών, με αποτέλεσμα αυτή η αύξηση να επιφέρει στρεβλώσεις στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, σε βάρος των χωρών με υποτιμημένο νόμισμα. 'Ενας τέτοιος σκοπός είναι εντελώς ξένος προς το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κανονισμού 974/71, ο οποίος ορίζει ότι ο καθορισμός εξισωτικών ποσών πρέπει να γίνεται μόνο εφόσον οι νομισματικές διακυμάνσεις προξενούν διαταραχές στο εμπόριο των γεωργικών προϊόντων: ο αναφερόμενος στο άρθρο 2, παράγραφος 2, τρόπος υπολογισμού δεν έχει ως σκοπό να βοηθήσει ώστε να ενισχυθεί η προστασία έναντι των τρίτων χωρών, η οποία εξασφαλίζεται με τις εισφορές και τις επιστροφές. Εν πάση περιπτώσει δεν πρέπει να προκαλεί διαταραχές στις εμπορικές ανταλλαγές μεταξύ κρατών μελών.
Με τη απόφαση Balkan-Import-Export, της 22ας Ιανουαρίου 1976 (Rec. σ. 20 επ.), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή πρέπει να εξετάζει το αποτέλεσμα της υποτιμήσεως ή της υπερτιμήσεως του νομίσματος ενός κράτους μέλους επί των εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ τρίτων χωρών και του κράτους αυτού. Αναγνώρισε αυτή την αρχή λαμβάνοντας, στο πλαίσιο του άρθρου 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ομάδες προϊόντων που υπάγονται στην ίδια δασμολογική κλάση. Δεν διέλαβε τίποτα παρόμοιο σχετικά με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71. Προσέθεσε ότι η Επιτροπή πρέπει να εξετάζει επίσης το αποτέλεσμα αυτής της υποτιμήσεως ή υπερτιμήσεως επί των εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών.
Εξακολουθώ να πιστεύω ότι, μέσω του κατ' αποκοπή καθορισμού των εξισωτικών ποσών, η Επιτροπή χρησιμοποίησε τα νομισματικά εξισωτικά ποσά με τρόπο που δεν ανταποκρίνεται προς τη λειτουργία τους στο πλαίσιο του άρθρου 2, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, διατεινόμενη ότι «ένας ενδεχόμενος κανόνας περί ανωτάτου ορίου απαιτεί εξέταση από οικονομική άποψη και όχι μόνο από απλή αριθμητική άποψη». Στο σημείο αυτό, ο υπολογισμός των εξισωτικών ποσών βρίσκεται εκτός των πλαισίων τα οποία καθορίζει γι' αυτά η νομολογία του Δικαστηρίου. 'Ενας τέτοιος οικονομικός σκοπός, με ευρεία έννοια, ανήκει στην αρμοδιότητα μόνο του Συμβουλίου και όχι της Επιτροπής. Τα εξισωτικά ποσά δεν πρέπει να είναι υποκατάστατα ούτε των εισφορών ούτε των επιστροφών. Σε περίπτωση που καθίσταται απαραίτητο, κατόπιν αναπροσαρμογής τους, να αναθεωρηθεί ο καθορισμός της εισφοράς επί του προϊόντος βάσεως, αυτό πρέπει να γίνεται στο κατάλληλο πλαίσιο.
5.
Σ' ένα έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της, που τέθηκε υπόψη του Συμβουλίου στις 26 και 27 Μαρτίου 1979 και το οποίο προσκόμισε η ίδια επισυνάπτοντας το στις παρατηρήσεις της στην υπόθεση Société Havraise Dervieu Delahais, η Επιτροπή δέχεται ότι «είναι προφανές ότι τα εφαρμοστέα για τα παράγωγα προϊόντα εξισωτικά ποσά δεν θα έπρεπε να είναι, καταρχήν, μεγαλύτερα από εκείνα τα οποία εφαρμόζονται για το προϊόν βάσεως». Το γεγονός ότι λαμβάνεται υπόψη η τιμή παρεμβάσεως, μειωμένη κατά το ποσό της επιστροφής λόγω παραγωγής, δεν πρέπει να καταλήγει ποτέ σε υπερβολική αντιστάθμιση σε σχέση με την πραγματική κατάσταση της αγοράς. Όταν, στην υφισταμένη οικονομική πραγματικότητα, αυτή η τιμή παρεμβάσεως δεν επιτελεί πλέον την κανονική της λειτουργία ώστε να προσανατολίζει την αγορά, η λύση είναι η τροποποίηση ή η κατάργηση της επιστροφής λόγω παραγωγής, σύμφωνα με την κατάλληλη διαδικασία, και όχι η αύξηση της μέσω των εξισωτικών ποσών. Τα τελευταία, ακόμα και αν αποτελούν μέρος της κοινής γεωργικής πολιτικής, δεν είναι απαραβίαστα.
Αναγνωρίζοντας ότι, αν και προέβη βαθμηδόν σε «προσεκτική και σταδιακή μείωση» των εξισωτικών ποσών, από αυτό προκλήθηκε «ορισμένη ασυνέπεια η οποία θα μπορούσε η ίδια να καταστεί αντικείμενο επικρίσεων», η Επιτροπή προσθέτει ότι η διαφορά μεταξύ των δύο ειδών συντελεστών (για το προϊόν βάσεως και τα μεταποιημένα προϊόντα) «πολύ δύσκολα θα μπορούσε να αυξηθεί χωρίς να της προκαλέσει σοβαρές σκέψεις όσον αφορά την αναθεώρηση των συντελεστών μετατροπής που χρησιμοποιούνταν για τον υπολογισμό των εισφορών και των επιστροφών».
Θεωρώ ότι αυτή η τελευταία παρατήρηση είναι ξένη προς το ζήτημα. Εν πάση περιπτώσει, το Συμβούλιο έκανε λόγο, ήδη στις 22 Μαΐου 1978, στον κανονισμό του 1125/78, ο οποίος τροποποίησε τον κανονισμό 2727/75 περί κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα των σιτηρών, για μία «γενική εξέταση του συστήματος των επιστροφών λόγω παραγωγής στον τομέα των αμυλωδών», αυτή δε η εξέταση δεν τερματίστηκε με την έκδοση του κανονισμού 783/80 της Επιτροπής, της 31ης Μαρτίου 1980, περί καθορισμού των επιστροφών λόγω εξαγωγής μεταποιημένων προϊόντων με βάση τα σιτηρά και την όρυζα. Ναι μεν η Επιτροπή μπορεί και οφείλει να εξετάσει σοβαρά την αναθεώρηση των συντελεστών μετατροπής που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των εισφορών και των επιστροφών, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των αισθητών μεταβολών στις εισαγωγές αλεύρου μανιόκας στην Κοινότητα και της καταστάσεως της παγκόσμιας αγοράς του προϊόντος αυτού, αλλά είναι τελικά έργο του Συμβουλίου να καθορίσει αυτούς τους συντελεστές, η δε εξουσία οικονομικής εκτιμήσεως, την οποία αναγνώρισε το Δικαστήριο στην απόφαση του Ιταλία κατά Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 1979 (20ή σκέψη, Rec. σ. 2600), στον τομέα της παρασκευής του αμύλου ανήκει στο Συμβούλιο και όχι στην Επιτροπή.
Σε τελική ανάλυση η Επιτροπή δέχεται ότι ο λόγος, για τον οποίο έλαβε υπόψη μόνο την τιμή παρεμβάσεως για να υπολογίσει τα εξισωτικά ποσά τα οποία εφαρμόζονταν για τον αραβόσιτο που προοριζόταν να μεταποιηθεί σε άμυλο, είναι ότι η «προσέγγιση» της τιμής εφοδιασμού — θεωρητικά δυνατή — θα απαιτούσε την εφαρμογή τελωνειακών ελέγχων στα σύνορα προς επίβλεψη της χρήσεως του προϊόντος βάσεως ανάλογα με το αν χρησιμοποιείται για την παρασκευή ζωοτροφών, την παρασκευή πλιγουριών ή στη ζυθοποιία, ελέγχους τους οποίους αποφάσισε να μην επιβάλει, δεδομένης της δυσαναλογίας αυτού του μέτρου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Όμως ένα τέτοιο σύστημα υφίσταται ήδη για τον έλεγχο του αιτιολογημένου της καταβολής της επιστροφής λόγω παραγωγής, ένα δε παρόμοιο σύστημα θεσπίστηκε για το βούτυρο που χρησιμοποιείται στην παρασκευή γλυκισμάτων: δεν βλέπω για ποιο λόγο θα ήταν αυτό αδύνατο σ' έναν τομέα ο οποίος είναι, αναλογικά, τόσο σημαντικός.
IV —
Όσον αφορά τον περιορισμό των συνεπειών μιας ενδεχόμενης κηρύξεως του κανονισμού ως ανίσχυρου, θα προσθέσω δύο παρατηρήσεις. Καταρχάς, το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα, στο πλαίσιο των υποβληθέντων ερωτημάτων, να αποφανθεί άμεσα επί της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου στην υπό κρίση υπόθεση ή σε ανάλογες περιπτώσεις. Κατόπιν, πρέπει να ληφθεί υπόψη η απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουνίου 1980 στην υπόθεση Express Dairy Foods. Πρόκειται για πολύ παραπλήσιο τομέα, εφόσον αναφέρεται στα εξισωτικά ποσά για τον ορρό γάλακτος σε σκόνη. Όμως, στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο δεν δέχτηκε να εφαρμόσει κατ' αναλογία το άρθρο 174, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
Κατά τα λοιπά αναφέρομαι πλήρως στις προτάσεις μου της 11ης Μαρτίου 1980.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy