ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JEAN-PIERRE WARNER
της 19ης Σεπτεμβρίου 1979 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Εισαγωγή
Στην υπόθεση αυτή έδωσε λαβή μια ποινική δίωξη που ασκήθηκε στο πλαίσιο της γαλλικής νομοθεσίας περί ελέγχου των τιμών. Το Δικαστήριο επελήφθη της υποθέσεως με αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε από το cour d'appel της Rouen.
Εφεσείων στη δίκη ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου είναι ο procureur général (εισαγγελέας) του cour d'appel (εφετείου). Εφεσίβλητοι είναι τρεις διοικούντες της Denkavit France Sàrl, καθώς και η ίδια η εταιρία η οποία δήλωσε ότι είναι «αστικά υπεύθυνη». Οι τρεις διοικούντες είναι οι Η. Buys (που δηλώνει ότι το όνομά του γράφηκε κατά λάθος «Buijs» στην παραπεμπτική απόφαση και ο οποίος είναι Ολλανδός), Η. Pesch (επίσης Ολλανδός) και Yves Dullieux (που φαίνεται να είναι Γάλλος).
Η εφεσίβλητη εταιρία (που θα αποκαλώ συντετμημένα «Denkavit») ανήκει σε ομάδα εταιριών που παρασκευάζουν ζωοτροφές, ειδικότερα δε προϊόντα θηλασμού που χρησιμοποιούνται για την κτηνοτροφία μόσχων και άλλων νέων ζώων. Το Δικαστήριο γνωρίζει ήδη προϊόντα αυτής της ομάδας από ορισμένες προηγούμενες υποθέσεις μεταξύ των οποίων και η 251/78, Denkavit Futtermittel GmbH κατά Υπουργού Διατροφής, Γεωργίας και Δασοπονίας της ομοσπονδιακής χώρας της Βορείας Ρηνανίας—Βεστφαλίας, στην οποία ανέπτυξα χθες τις προτάσεις μου.
Οι εφεσίβλητοι εδιώχθησαν ενώπιον του tribunal correctionnel (πλημμελειοδικείου) της Rouen για παραβάσεις μιας γαλλικής υπουργικής αποφάσεως, ηo 76-86 Ρ, της 22ας Σεπτεμβρίου 1976 (Bulletin officiel des services des prix «BOSP», της 23ης Σεπτεμβρίου 1976, σ. 364).
Το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής προέβλεπε ότι, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1976, οι τιμές όλων των προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων και όλων των φόρων, δεν μπορούσαν να είναι ανώτερες, τόσο στην παραγωγή όσο και στα διάφορα στάδια διανομής, των τιμών που ίσχυαν νομίμως στις 15 Σεπτεμβρίου 1976 ή, ελλείψει αυτών, της πιο πρόσφατης προηγούμενης ημερομηνίας.
Το άρθρο 2 της αποφάσεως εξαιρούσε από τις διατάξεις του άρθρου 1 τις τιμές αυτών που περιγράφονταν ως «νωπών προϊόντων γεωργίας και αλιείας».
Ενδείξεις σχετικά με τους σκοπούς που επεδίωκε η απόφαση παρείχε μια ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε κατά την ίδια ημερομηνία (και στην ίδια σελίδα του BOSP). Η ανακοίνωση διελάμβανε μεταξύ άλλων ότι το άρθρο 1 της αποφάσεως δεν εφαρμοζόταν στις τιμές παραγωγής:
«Των προϊόντων που διέπονται από τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα.
Των νωπών προϊόντων που προέρχονται από τη γεωργία και την αλιεία (πρβλ. άρθρο 2 της αποφάσεως) και των λοιπών γεωργικών προϊόντων των οποίων η τιμή παραγωγής διέπεται από αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.»
Η ανακοίνωση προχωρούσε ως εξής:
«Δεν πρέπει να λογίζονται ως προϊόντα γεωργίας και αλιείας παρά μόνον αυτά που δεν έχουν μεταποιηθεί. Αν τα προϊόντα αυτά δεν διατηρούν τα χαρακτηριστικά της καταγωγής τους ή αποτελούν αντικείμενο μεταποιήσεως που εκφεύγει της κανονικής ή συνήθους χρήσεως της γεωργίας ή επήλθε σε οποιοδήποτε στάδιο της βιομηχανίας ή του εμπορίου χάνουν για τον λόγο αυτό τον αρχικό τους χαρακτήρα. Παραδείγματος χάρη δεν μπορούν να λογισθούν ως γεωργικά προϊόντα τα κατεργασμένα δέρματα, ο πολτός των τεύτλων ή τα υπερκατεψυγμένα προϊόντα.
Όσον αφορά ειδικότερα τα γαλακτοκομικά προϊόντα, γίνεται δεκτό με ανοχή ότι τα βούτυρα, η κρέμα γάλακτος και τα τυριά των οποίων οι τιμές παραγωγής μπορούσαν να καθορίζονται ελεύθερα κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος της αποφάσεως, διατηρούν τον χαρακτήρα τους ως γεωργικών προϊόντων, ακόμη και μετά τη μεταποίηση ή τον καθαρισμό. Αντιθέτως, προϊόντα όπως η σκόνη γάλακτος, το συμπυκνωμένο γάλα, οι παγωμένες κρέμες εμφανίζουν βιομηχανική μορφή καθώς και τα παρασκευάσματα όπως τα γιαούρτια, τα νωπά τυριά, τα τετηγμένα τυριά.»
Αλλη μια διευκρινιστική ανακοίνωση δημοσιεύθηκε την 1η Οκτωβρίου 1976 (βλέπε το BOSP της ημερομηνίας αυτής, σ. 380).
Στην ανακοίνωση αυτή αναφέρεται ότι, όπως είχε διευκρινιστεί στην προηγούμενη ανακοίνωση, το πάγωμα των τιμών δεν θα εφαρμοζόταν στις τιμές παραγωγής των νωπών προϊόντων της γεωργίας ή άλλων γεωργικών προϊόντων των οποίων οι τιμές διέπονται από αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Πάντως, όσον αφορά τα αποτελέσματα του παγώματος των τιμών στο στάδιο της διανομής, έπρεπε να γίνει διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών γεωργικών προϊόντων. Στην περίπτωση των νωπών γεωργικών προϊόντων, οι διανομείς (στους οποίους περιλαμβάνονται οι εισαγωγείς και οι έμποροι χονδρικής και λιανικής πωλήσεως) όφειλαν να διατηρήσουν το περιθώριο κέρδους τους, σε απόλυτη αξία, που ίσχυε κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του παγώματος. Αυτό σήμαινε ότι μπορούσαν αφενός μεν να αυξήσουν τις τιμές τους για να αντιμετωπίσουν τις μεταγενέστερες αυξήσεις των τιμών παραγωγής ή των τιμών τσιφ ελεύθερο στα σύνορα των εισαγομένων προϊόντων, αλλά ότι όφειλαν αφετέρου να αφήνουν να ωφεληθεί η πελατεία τους από κάθε μείωση αυτών των τιμών. Στην περίπτωση των λοιπών γεωργικών προϊόντων που υπάγονται στην κοινοτική ρύθμιση της αγοράς, διευκρινιζόταν ότι αποκλειόταν η εφαρμογή της αποφάσεως, «κατ' εφαρμογή των κοινοτικών ρυθμίσεων», όσον αφορά τις τιμές τόσο της παραγωγής όσο και του σταδίου χονδρικής πωλήσεως. Εντούτοις, στα λοιπά στάδια παραγωγής, οι τιμές πωλήσεως δεν μπορούσαν να είναι ανώτερες από εκείνες που ίσχυαν νομίμως κατά την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του παγώματος. Σ' ένα παράρτημα περιελήφθησαν κατάλογοι των προϊόντων που ανήκουν στις δύο κατηγορίες. Ο κατάλογος των «νωπών προϊόντων γεωργίας» περιελάμβανε το ακατέργαστο γάλα, το βούτυρο, το ανθόγαλα και ορισμένα τυριά· ο κατάλογος των λοιπών γεωργικών προϊόντων περιελάμβανε τη σκόνη γάλακτος χύμα.
Οι ζωοτροφές δεν μνημονεύονταν ρητά σε καμιά ανακοίνωση.
Οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται — και το σημείο αυτό δεν αμφισβητείται — ότι η Denkavit προμηθεύει τις ζωοτροφές τις οποίες παρασκευάζει αποκλειστικά στους εμπόρους χονδρικής πωλήσεως οι οποίοι τις μεταπωλούν στους γεωργούς.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 1976 η Denkavit αύξησε τις τιμές της στις τροφές θηλασμού για να αντιμετωπίσει — όπως δηλώνουν εκ νέου οι εφεσίβλητοι χωρίς να αντικρουστούν — τις αυξημένες τιμές που έπρεπε να πληρώσει για τις πρώτες γεωργικές ύλες. Οι αυξήσεις αυτές των τιμών διατηρήθηκαν για τις πωλήσεις που έγιναν κατά το διάστημα του Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου 1976, αφού είχε αρχίσει να ισχύει το πάγωμα των τιμών.
Το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκαν οι εφεσίβλητοι ήταν ότι μεταξύ της 24ης Σεπτεμβρίου και της 31ης Οκτωβρίου 1976 πώλησαν σε παράνομες τιμές έξι προϊόντα ειδικά για θηλασμό μόσχων, συγκεκριμένα δε τα εξής: «Denkavit Starter», «Denkavit Finition», «Denkavit CR», «Denkavit KB», «Denkavit Elevage» και «Denkavit Milk».
Με απόφαση της 18ης Μαΐου 1978 το πλημμελειοδικείο της Rouen απήλλαξε τους κατηγορούμενους. Έκρινε με το σκεπτικό του το οποίο συνοψίζεται στην τελευταία σκέψη της αποφάσεως αυτής ότι τα εν λόγω προϊόντα υπάγονται όλα στην κοινοτική ρύθμιση της ευρωπαϊκής γεωργικής αγοράς και ότι δεν μπορούσαν επομένως να αποτελέσουν αντικείμενο εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως και κατά συνέπεια ότι η απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1976 δεν είχε σ' αυτούς εφαρμογή. Για την εν λόγω κρίση του το δικαστήριο αναφέρθηκε στη νομολογία στην οποία περιλαμβάνονται και αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 31/74, Galii (ECR 1975, σ. 47), στην υπόθεση 1976, σ. 323).
Κατά της αποφάσεως αυτής του πλημμελειοδικείου άσκησε ο εισαγγελέας σήμερα έφεση ενώπιον του εφετείου βάσει τριών λόγων που συνδέονται στενά και οι οποίοι αναφέρονται στην παραπεμπτική απόφαση ως εξής:
«1)
Ότι τα προϊόντα θηλασμού μόσχων δεν θεωρήθηκαν ποτέ ότι υπάγονται στην κατηγορία των γεωργικών προϊόντων των οποίων η τιμή διέπεται από κοινοτικές διατάξεις.
2)
Ότι τα εθνικά συστήματα τιμών είναι νόμιμα κατά το μέτρο που δεν διαταράσσουν τον σχηματισμό των τιμών των πρώτων υλών που περιέχονται στα εν λόγω προϊόντα.
3)
Ότι τα προϊόντα θηλασμού μόσχων πρέπει να θεωρηθούν ως δεύτερη μεταποίηση.»
Η σύνθεση καθενός από τα έξι εν λόγω προϊόντα δεν είναι δυστυχώς απολύτως σαφής. Η απόφαση του πλημμελειοδικείου δεν περιλαμβάνει σχετικά καμιά ειδική σκέψη. Το εφετείο αναφέρει στην απόφαση παραπομπής ότι, σύμφωνα με τους εφεσίβλητους των οποίων η δήλωση στο σημείο αυτό δεν αμφισβητείται, η σύνθεση των προϊόντων αυτών ήταν 60 % σκόνη γάλακτος, 20 % lactosérum, 19,70 % φυτικές λιπαρές ουσίες και 0,30 % βιταμινούχες μεταλλικές ουσίες. Στις γραπτές τους παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου οι εφεσίβλητοι δηλώνουν ότι η σύνθεση αυτή δεν ανταποκρίνεται απολύτως και με ακρίβεια στη δήλωσή τους και ότι στην πραγματικότητα τα προϊόντα αυτά, σύμφωνα με τον ειδικό τύπο, συντίθενται ως εξής:
—
σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος: 60 ως 65 %,
—
σκόνη lactosérum: 12 ως 20 %,
—
άμυλο αραβοσίτου: 4 ως 7 %,
—
λιπαρές ουσίες: 15 ως 20 %,
—
προσθετικά: 0,3 %.
Οι εφεσίβλητοι προσθέτουν ότι οι λιπαρές ουσίες δεν είναι κυρίως φυτικές αλλά ζωικές (λίπος), ενώ μόνο μια ισχνή αναλογία αποτελούν τα φυτικά λίπη (δηλαδή έλαιο κοκκοκαρύδας). Η Γαλλική Κυβέρνηση δίνει στις έγγραφες παρατηρήσεις της που υπέβαλε στο Δικαστήριο την εντύπωση εκ πρώτης όψεως μιας διαφορετικής συνθέσεως των δύο από τα προϊόντα, δηλαδή:
«Denkavit Finition»:
—
σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος: 60 %,
—
lactosérum spray: 12,5 %,
—
μίγμα από λίπη: 20,39 %,
—
διάφορα προσθετικά: 7,1 %.
«Denkavit Elevage»:
—
σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος: 45 %,
—
σκόνη βουτυρογάλακτος: 15 %,
—
lactosérum spray: 18,33 %,
—
μίγμα από λίπη: 16,4 %,
—
διάφορα προσθετικά: 5,2 %.
Κατά την ακροαματική διαδικασία ελέχθη πάντως εν ονόματι των εφεσιβλήτων ότι η πιο πάνω σύνθεση δεν διέφερε τόσο με τη σύνθεση που αναγράφεται στις γραπτές τους παρατηρήσεις, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι κατά τη σχετική κοινοτική νομοθεσία η σκόνη του βουτυρογάλακτος εξομοιώνεται με τη σκόνη του αποκορυφωμένου γάλακτος (πράγμα που φαίνεται να είναι ορθό) και ότι η Γαλλική Κυβέρνηση θεώρησε το άμυλο αραβοσίτου ως προσθετικό.
Δεν εμπίπτει προφανώς στο έργο του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, να προσπαθήσει να λύσει οριστικά τέτοια προβλήματα. Το Δικαστήριο πρέπει, για τους σκοπούς της προδικαστικής αιτήσεως, να προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει κατά τον καλύτερο τρόπο αυτά που αναφέρονται στην παραπεμπτική απόφαση. Οι εφεσίβλητοι υπογράμμισαν το γεγονός ότι, μεταξύ των ουσιών των εν λόγω προϊόντων Denkavit όπως περιγράφηκαν, όλες, πλην των 0,3 % «προσθετικών», υπέκειντο στις κοινές οργανώσεις των αγορών: η σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος και η σκόνη lactosérum δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα), το άμυλο αραβοσίτου δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 (σιτηρά) και οι λιπαρές ουσίες, ανάλογα με την καταγωγή τους, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 136/66 (λιπαρές ουσίες), του κανονισμού (ΕΟΚ) 805/68 (βόειο κρέας) ή του κανονισμού (ΕΟΚ) 2759/75 του Συμβουλίου (χοιρινό κρέας). Και αυτό φαίνεται ότι είναι ακριβές.
Το εφετείο υπέβαλε στο Δικαστήριο έξι ερωτήματα τα οποία πρέπει κατά τη γνώμη μου να εξεταστούν διαδοχικά.
Το πρώτο ερώτημα
Το πρώτο ερώτημα έχει την εξής διατύπωση:
«Τα προϊόντα θηλασμού μόσχων της πιο πάνω αναφερθείσας φύσεως και συνθέσεως πρέπει, για τον καθορισμό των τιμών στο στάδιο της παραγωγής ή του χονδρικού εμπορίου, να περιληφθούν στα προϊόντα που υπάγονται στους κανόνες της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών; Ειδικότερα, εμπίπτουν είτε στον ορισμό των γαλακτοκομικών προϊόντων (άρθρο 1 του κανονισμού 804/68 της 27ης Ιουνίου 1968) είτε στον ορισμό των ζωοτροφών (άρθρο 4 του κανονισμού 990/72, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 804/76 της 7ης Απριλίου 1976) είτε σε οποιαδήποτε άλλη κατηγορία γεωργικών προϊόντων που υπάγονται στην κοινοτική νομοθεσία δυνάμει του άρθρου 38 της Συνθήκης της Ρώμης;»
Είναι αναμφίβολο ότι οι εν λόγω ζωοτροφές, ανεξαρτήτως από την ακριβή τους σύνθεση, αποτελούν «γεωργικά προϊόντα» κατά την έννοια του άρθρου 38 της Συνθήκης διότι περιλαμβάνονται μεταξύ των προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα II της Συνθήκης. Το παράρτημα II περιλαμβάνει ολόκληρο το κεφάλαιο 23 της καλούμενης «Ονοματολογίας των Βρυξελλών» όταν καταρτίστηκε η Συνθήκη και το κεφάλαιο αυτό καλύπτει «τις τροφές που παρασκευάζονται για ζώα».
Οι ζωοτροφές αυτές εμπίπτουν, ανεξαρτήτως επίσης της συγκεκριμένης τους συνθέσεως, στην κλάση 23 07 Β του κοινού δασμολογίου η οποία περιλαμβάνει «παρασκευάσματα κτηνοτροφικά με προσθήκη μελάσσης ή σακχάρων» και «έτερα παρασκευάσματα του είδους των χρησιμοποιουμένων προς διατροφή των ζώων… που περιλαμβάνουν… γαλακτοκομικά προϊόντα». Δεν χρειάζεται για την παρούσα διαδικασία να εξεταστεί σε ποια υποδιαίρεση αυτής της κατηγορίας εμπίπτουν οι εν λόγω ζωοτροφές· αυτό εξαρτάται μεταξύ άλλων από το ζήτημα αν και σε ποιο μέτρο περιέχουν άμυλο. (Ενθυμείσθε, κύριοι, ότι η περιγραφή της συνθέσεώς τους που περιλαμβάνεται στην παραπεμπτική απόφαση δεν μνημονεύει το άμυλο).
Το άρθρο 1 του κανονισμού 804/68 ορίζει τα προϊόντα που καλύπτονται από την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων. Κατά την παράγραφο η του άρθρου αυτού, τα προϊόντα αυτά περιλαμβάνουν την πρώην κλάση 23 07 B του κοινού δασμολογίου:
«Παρασκευάσματα και τροφαί περιέχουσαι προϊόντα, επί των οποίων εφαρμόζεται ο παρών κανονισμός… εξαιρέσει των παρασκευασμάτων και τροφών, εις τας οποίας εφαρμόζεται ο κανονισμός 120/67/ΕΟΚ.»
Οι επίδικες ζωοτροφές περιλαμβάνουν αναμφισβητήτως προϊόντα επί των οποίων εφαρμόζεται ο κανονισμός 804/68 (έστω και διότι περιλαμβάνουν σκόνη γάλακτος), ο δε κανονισμός (ΕΟΚ) 120/67 (που έχει αντικατασταθεί σήμερα με τον κανονισμό 2727/75) δεν εφαρμόζεται στις ζωοτροφές αυτές διότι περιλαμβάνουν 50 % ή περισσότερο γαλακτοκομικά προϊόντα (βλέπε το άρθρο 1 και το παράρτημα Α του κανονισμού αυτού). Από αυτό προκύπτει ότι οι εν λόγω ζωοτροφές καλύπτονται από την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων.
Δεν αντελήφθην να θέλησε κάποιος να βεβαιώσει το αντίθετο ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενθυμείσθε, κύριοι, τον τρόπο με τον οποίο έχουν διατυπωθεί οι λόγοι εφέσεως του γενικού εισαγγελέα ενώπιον του εφετείου και ιδίως την αναφορά του στις εν λόγω ζωοτροφές ως «προϊόντων δευτέρας μεταποιήσεως». Γίνεται αντιληπτό, ενόψει του ορισμού των «γεωργικών προϊόντων» στο άρθρο 38, παράγραφος 1 της Συνθήκης, ως προϊόντων «του εδάφους, της κτηνοτροφίας και της αλιείας καθώς και των προϊόντων πρώτης μεταποιήσεως τα οποία έχουν άμεση σχέση με αυτά», ότι αυτό φαίνεται να οδήγησε τους εφεσίβλητους και την Επιτροπή να αναρωτηθούν μήπως ο γενικός εισαγγελέας δήλωνε ότι τα προϊόντα θηλασμού Denkavit δεν ήσαν καθόλου γεωργικά προϊόντα κατά την έννοια της Συνθήκης. Ενώπιον πάντως του Δικαστηρίου δηλώθηκε σαφώς εν ονόματι της Γαλλικής Κυβερνήσεως ότι δέχεται ότι τα προϊόντα αυτά εμπίπτουν στον κανονισμό 804/68. Η δήλωση σύμφωνα με την οποία αποτελούν προϊόντα «δευτέρας μεταποιήσεως» επαναλήφθηκε στο πλαίσιο ενός ευστοχότερου επιχειρήματος κατά το οποίο, μολονότι εμπίπτουν στον κανονισμό, δεν αποτελούν προϊόντα των οποίων οι τιμές ρυθμίζονται από τον κανονισμό. θα αναφερθώ στο επιχείρημα αυτό ερευνώντας το τρίτο ερώτημα του εφετείου.
Ο κανονισμός 990/72, που μνημονεύεται επίσης στο πρώτο ερώτημα του εφετείου αποτελεί κανονισμό της Επιτροπής με τον οποίο ορίζονται οι ακριβείς κανόνες χορηγήσεως ενισχύσεων στο αποκορυφωμένο γάλα και στο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές ή μεταποιούνται σε σύνθετες ζωοτροφές. Ο κανονισμός αυτός στηρίζεται στο άρθρο 10 του κανονισμού 804/68, η παράγραφος 1 του οποίου προβλέπει γενικά τη χορήγηση ενισχύσεων για το αποκορυφωμένο γάλα και για το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που παράγονται στην Κοινότητα και χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές. Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 10, το Συμβούλιο καθορίζει τους γενικούς κανόνες που διέπουν αυτές τις ενισχύσεις. Τέτοιοι κανόνες θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 986/68 του Συμβουλίου. Η παράγραφος 3 του άρθρου 10 προβλέπει ότι οι λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου αυτού θεσπίζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας της επιτροπής διαχειρίσεως. Έτσι εκδόθηκε ο κανονισμός 990/72 σε αντικατάσταση προηγούμενου κανονισμού της Επιτροπής, 1106/68, που είχε τροποποιηθεί σε πολλά σημεία.
Το άρθρο 4 του κανονισμού 990/72, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 804/76 της Επιτροπής (που άρχισε να ισχύει από τις 15 Απριλίου 1976) ορίζει τις σύνθετες τροφές για τις οποίες μπορεί να χορηγηθεί ενίσχυση. Τις ορίζει δε, κατά το μέτρο που έχει σημασία για την προκειμένη υπόθεση, ως προϊόντα «που περιέχουν 60 % τουλάχιστον και 70 % κατ' ανώτατο όριο αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, στο οποίο προστίθενται τουλάχιστον… 5 % μη βουτυρικές λιπαρές ουσίες και τουλάχιστον 2 % άμυλο…».
Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ότι βάσει μόνο της δηλώσεως της συνθέσεως των προϊόντων Denkavit που περιλαμβάνεται στην παραπεμπτική απόφαση υφίσταται αμφιβολία για το αν τα περιλαμβάνει ο πιο πάνω ορισμός, δεδομένου ότι η δήλωση αυτή δεν αναφέρει το άμυλο. Αφετέρου, βάσει της δηλώσεως της συνθέσεως των προϊόντων που περιλαμβάνεται στις γραπτές παρατηρήσεις των εφεσιβλήτων είναι σαφές ότι ο ορισμός τα καλύπτει.
Κατά συνέπεια, σας προτείνω να απαντήσετε ως εξής στο πρώτο ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο από το εφετείο:
1)
Τα προϊόντα θηλασμού μόσχων της φύσεως και της συνθέσεως που περιλαμβάνονται στο ερώτημα αποτελούν γεωργικά προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 38 της Συνθήκης ΕΟΚ και εμπίπτουν στον ορισμό των γαλακτοκομικών προϊόντων του άρθρου 1, του κανονισμού 804/68.
2)
Το ζήτημα αν τα προϊόντα αυτά θηλασμού εμπίπτουν επίσης στον ορισμό των συνθέτων ζωοτροφών του άρθρου 4, του κανονισμού 990/72, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 804/76, εξαρτάται από το αν περιλαμβάνουν τουλάχιστον 2 % άμυλο.
Το δεύτερο ερώτημα
Το δεύτερο ερώτημα του εφετείου αναφέρεται στο αν οι επίδικες ζωοτροφές «υπόκεινται στα εξισωτικά ποσά που προβλέπονται από τον κανονισμό 974/71 της 12ης Μαΐου 1971 και σε καταφατική περίπτωση αν το γεγονός αυτό και μόνο συνεπάγεται την υπαγωγή τους στην κοινή οργάνωση αγοράς δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού».
Η απάντηση στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος αυτού δεν επιδέχεται καμιά αμφιβολία. Τα νομισματικά εξισωτικά ποσά εφαρμόζονται σ' όλες τις περιόδους που λαμβάνονται υπόψη για τις ζωοτροφές αυτού του είδους. Ενθυμείσθε, κύριοι, ότι κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου, τα νομισματικά εξισωτικά ποσά μπορούν να εφαρμόζονται:
«α)
στα προϊόντα, για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών
β)
στα προϊόντα των οποίων η τιμή εξαρτάται από την τιμή των προϊόντων που αναφέρονται στην περίπτωση α) και τα οποία υπάγονται στην κοινή οργάνωση των αγορών ή αποτελούν αντικείμενο ειδικής ρυθμίσεως βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης».
Οι ζωοτροφές δεν αποτελούν αντικείμενο, υπό την ιδιότητά τους αυτή, ούτε μέτρων παρεμβάσεως ούτε οποιασδήποτε ειδικής ρυθμίσεως δυνάμει του άρθρου 235 της Συνθήκης. Υπάγονται στα νομισματικά εξισωτικά ποσά επειδή είναι προϊόντα των οποίων η τιμή εξαρτάται από την τιμή των προϊόντων για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως και τα οποία αυτά τα ίδια εμπίπτουν στην κοινή οργάνωση των αγορών. Οι κανονισμοί που θεσπίστηκαν σχετικά από την Επιτροπή για την περίοδο Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου 1976 απαριθμούνται προσεκτικά τόσο στις γραπτές παρατηρήσεις των εφεσιβλήτων όσο και στις γραπτές παρατηρήσεις της Επιτροπής. Κατόπιν αυτού δεν νομίζω ότι χρειάζεται να τις επαναλάβω.
Όπως σημειώνει η Επιτροπή, το δεύτερο τμήμα του ερωτήματος προτείνει να αρχίσει από εκεί που πρέπει να τελειώσει. Τα νομισματικά εξισωτικά ποσά δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε προϊόντα που εμπίπτουν στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71, πράγμα που σημαίνει ότι εφόσον δεν αποτελούν αντικείμενο ειδικής ρυθμίσεως βάσει του άρθρου 235 της Συνθήκης, τα νομισματικά εξισωτικά ποσά δεν εφαρμόζονται εδώ, πλην αν τα προϊόντα εμπίπτουν στην κοινή οργάνωση γεωργικής αγοράς. Από αυτό προκύπτει ότι δεν μπορεί κανείς από το γεγονός ότι τα νομισματικά εξισωτικά ποσά εφαρμόζονται σ' ένα προϊόν να συναγάγει το συμπέρασμα ότι το προϊόν αυτό εμπίπτει στην κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών. Αν εφαρμόζονταν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά σ' ένα προϊόν που δεν ήταν ούτε αντικείμενο ειδικής ρυθμίσεως δυνάμει του άρθρου 235 της Συνθήκης ούτε υπέκειτο σε κοινή οργάνωση αγοράς, η εφαρμογή τους στο προϊόν αυτό θα ήταν παράνομη. Πάντως, ναι μεν η απάντησή μου στο πρώτο ερώτημα του εφετείου είναι ακριβής, το δεύτερο όμως σκέλος του δευτέρου ερωτήματος έχει μικρή σημασία.
Κατά συνέπεια, προτείνω να απαντήσετε χωρίς πολλά λόγια στο δεύτερο ερώτημα του εφετείου, ότι οι ζωοτροφές της φύσεως που αναφέρονται στο ερώτημα υπέκειντο σε όλες τις επίμαχες περιόδους στα νομισματικά εξισωτικά ποσά που προβλέπονται από τον κανονισμό 974/71.
Τα επόμενα ερωτήματα του εφετείου τέθηκαν ρητά υπό την προϋπόθεση ότι οι απαντήσεις στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα έχουν ως συνέπεια να εμπίπτουν τα προϊόντα Denkavit στην κοινοτική νομοθεσία. Δεδομένου ότι αυτό συντρέχει κατά τη γνώμη μου, προχωρώ στην έρευνα αυτών των ερωτημάτων.
Με το τρίτο ερώτημα εγγίζομε, νομίζω, την καρδιά της υποθέσεως.
Το τρίτο ερώτημα
Το ερώτημα αυτό έχει την εξής διατύπωση:
«Η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, η οποία προβλέπεται από τον κανονισμό 804/68 της 27ης Ιουνίου 1968, μόνη ή σε συνδυασμό με την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος που προβλέπεται από τον κανονισμό 805/68, αντιτίθεται ή όχι στην εφαρμογή από ένα κράτος μέλος εθνικής ρυθμίσεως παγώματος των τιμών στα προϊόντα θηλασμού βοοειδών όπως ορίστηκαν πιο πάνω;»
Ερευνώντας τα επιχειρήματα που εκτέθηκαν επί του ερωτήματος αυτού, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να θυμηθούμε ότι οι γραπτές παρατηρήσεις αυτών που υπέβαλαν τέτοιες παρατηρήσεις (η Γαλλική Κυβέρνηση, οι εφεσίβλητοι και η Επιτροπή) κατατέθηκαν όλες πριν αναπτύξει τις προτάσεις του ο γενικός εισαγγελέας Capotorti στην υπόθεση 223/78, υπόθεση Grosoli, και ότι οι προφορικές παρατηρήσεις αυτών που μετέσχαν στην επ' ακροατηρίου διαδικασία (οι εφεσίβλητοι και η Επιτροπή) έγιναν πριν εκδώσει το Δικαστήριο την απόφασή του στην υπόθεση αυτή (πράγμα που συνέβη στις 12 παρελθόντος Ιουλίου). Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι δικηγόροι που εκπροσωπούσαν τους εφεσίβλητους ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν οι ίδιοι με αυτούς που εκπροσωπούσαν τον Grosoli, έτσι ώστε φυσικά πολλά επιχειρήματα που προβλήθηκαν εν ονόματι των εφεσιβλήτων ήταν όμοια με εκείνα που ερεύνησε ο γενικός εισαγγελέας Capotorti και το Δικαστήριο στην υπόθεση Grosoli.
Η συζήτηση στην προκειμένη υπόθεση επικεντρώθηκε αναποφεύκτως, όπως συνέβη και στην περίπτωση της υποθέσεως Grosoli, στις αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Galii, Tasca και SADAM και στην υπόθεση 154/77, Βασιλικός Επίτροπος κατά Dechmann (ECR 1978, σ. 1573), από τις οποίες οι τρεις πρώτες αναφέρθηκαν, όπως έχω ήδη πει, από το πλημμελειοδικείο στην απόφασή του. Κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας μνημονεύθηκε επίσης η υπόθεση 10/79, Toffoli, που έπρεπε τότε να συζητηθεί την επομένη ημέρα και στην οποία πρόκειται να αναπτύξει τις προτάσεις του αύριο ο γενικός εισαγγελέας Reischl.
Δεν χρειάζεται να επαναλάβω το θέμα που έχει ήδη πραγματευθεί ευρέως ο γενικός εισαγγελέας Capotorti στις προτάσεις του και το οποίο πραγματεύεται επίσης η απόφαση που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεσε Grosoli. Οι προτάσεις αυτές αναφέρονται στην προηγούμενη νομολογία και περιέχουν ευρεία νομική ανάλυση. Η απόφαση περιλαμβάνει περίληψη των νομικών αυτών σκέψεων και αποτελεί δεδικασμένο.
Είναι ασφαλώς ορθό ότι εδώ πρόκειται για την τιμή μεταξύ του παραγωγού και του εμπόρου χονδρικής πωλήσεως, ενώ στην υπόθεση Grosoli το Δικαστήριο αντιμετώπισε την τιμή μεταξύ του εμπόρου λιανικής πωλήσεως και του καταναλωτή. Ειπώθηκε εν ονόματι των εφεσιβλήτων ότι από αυτό απορρέει μια διάκριση αρχής μεταξύ των δύο υποθέσεων. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, η νομολογία καταδεικνύει σαφώς ότι δεν έχει έτσι το πράγμα. Η διαφορά είναι διαφορά βαθμού. Όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο, «μια εθνική κανονιστική ρύθμιση γεωργικών τιμών που αφορά τα ίδια εμπορικά στάδια με το καθεστώς κοινοτικών τιμών διατρέχει κανονικά τον κίνδυνο να έλθει σε σύγκρουση με το εν λόγω καθεστώς, περισσότερο από μια κανονιστική ρύθμιση που εφαρμόζεται αποκλειστικά σε άλλα στάδια» (βλέπε την έκτη σκέψη της αποφάσεως που εκδόθηκε στην υπόθεση Tasca και στην έβδομη σκέψη της αποφάσεως που εκδόθηκε στην υπόθεση SADAM). Το κριτήριο, σε κάθε περίπτωση, συνίσταται στο αν η εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση μπορεί ή όχι να θέσει σε κίνδυνο τους στόχους ή τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς. Πρόκειται για πρόβλημα που, σε τελική ανάλυση, σε περίπτωση σαν την προκειμένη, πρέπει να λυθεί από τα αρμόδια εθνικά δικαστήρια.
Επίσης, πιστεύω ότι πρέπει να απορριφθεί η άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με την οποία πρέπει να γίνει διάκριση καταρχήν μεταξύ της εισαγωγής εθνικού συστήματος τιμών για προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο κοινοτικών μέτρων (όπως τα μέτρα παρεμβάσεως) που εγγυώνται τις τιμές τους και της εισαγωγής εθνικού συστήματος τιμών για προϊόντα που παρασκευάζονται με βάση τα πιο πάνω προϊόντα (τα οποία περιγράφονται από τη Γαλλική Κυβέρνηση ως «προϊόντα δευτέρας μεταποιήσεως» ή ως «βιομηχανικά προϊόντα»). Η νομολογία καταδεικνύει σαφώς ότι ο λόγος για τον οποίο ένα εθνικό σύστημα ελέγχου των τιμών λιανικής πωλήσεως μπορεί να έλθει σε σύγκρουση με την κοινοτική ρύθμιση είναι ότι ένας τέτοιος έλεγχος μπορεί να έχει επιπτώσεις στις τιμές των προηγουμένων εμπορικών σταδίων. Είναι νομίζω προφανές ότι, κατά παρόμοιο τρόπο, ο εθνικός έλεγχος των τιμών για μεταποιημένα προϊόντα μπορεί να έχει επιπτώσεις στις τιμές των προϊόντων από τα οποία μεταποιήθηκαν. Και εδώ επίσης το μόνο κριτήριο συνίσταται στη διαπίστωση αν η οικεία εθνική νομοθεσία μπορεί ή όχι να θέσει σε κίνδυνο τους στόχους ή τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς.
Η Γαλλική Κυβέρνηση προσπάθησε να αποδείξει ότι το πάγωμα των τιμών που επιβλήθηκε με την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1976 δεν είχε επίπτωση στους στόχους ή στη λειτουργία της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, επικαλούμενη τέσσερις παράγοντες:
1)
τη σχέση μεταξύ του κόστους των πρώτων υλών που περιλαμβάνονται στη σύνθεση δύο από τα προϊόντα Denkavit (Denkavit Elevage και Denkavit Finition) και των τιμών πωλήσεως των προϊόντων αυτών στις 31 Ιανουαρίου 1977·
2)
το γεγονός ότι η τιμή της σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος στη Γαλλία αυξήθηκε κατά 7 % για όλο το έτος 1976.
3)
το γεγονός ότι οι εργασίες μεταποιήσεως σκόνης αποκορυφωμένου γάλακτος (για τη διατροφή ζώων) δεν μειώθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου του παγώματος· και
4)
απάντηση που έδωσε η Επιτροπή σε ερώτημα που τέθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο από τον Cointat, με την οποία η Επιτροπή δήλωσε ότι, βάσει των πληροφοριών που διέθετε τότε, δεν πίστευε ότι η απόφαση είχε οποιοδήποτε αποτέλεσμα στην κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων.
Παρά τον σεβασμό που οφείλεται στη Γαλλική Κυβέρνηση, πιστεύω ότι, στηριζόμενη στους τρεις πρώτους παράγοντες, έκαμε εσφαλμένη προσέγγιση διότι δεν είναι γνωστό ποιοι άλλοι παράγοντες μπορούν να επηρέασαν κατά το διάστημα της επίμαχης περιόδου το κόστος των Γάλλων παραγωγών προϊόντων θηλασμού ή την αγορά για τα προϊόντα τους. Ούτε είναι άλλωστε ρεαλιστικό να απαιτεί κανείς από τα κοινά ποινικά δικαστήρια ενός κράτους μέλους, σε μια υπόθεση σαν την παρούσα, να εξετάζουν και να κρίνουν περίπλοκα οικονομικά προβλήματα που συνεπάγεται μια τέτοια προσέγγιση. Κανείς δεν μπορεί να πεισθεί από τα συνοπτικά στοιχεία που παρέσχε η Γαλλική Κυβέρνηση στο Δικαστήριο. Κατά τη γνώμη μου, η ορθή προσέγγιση συνίσταται στην έρευνα του μηχανισμού σχηματισμού των τιμών της κοινής οργανώσεως αγοράς και στη διαπίστωση αν, ενόψει της συνθέσεως των εν λόγω προϊόντων, μπορούσε το πάγωμα να διαταράξει ουσιωδώς τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού.
Όσον αφορά την απάντηση της Επιτροπής στον Cointat, πιστεύω ότι αρκεί να υπενθυμιστεί ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι είχε δώσει αυτή την απάντηση βάσει πληροφοριών τις οποίες διέθετε τότε. Οι δηλώσεις που έκανε η Επιτροπή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία για το ότι θα έδινε σήμερα διαφορετική απάντηση.
Τα κύρια χαρακτηριστικά του μηχανισμού σχηματισμού των τιμών της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων είναι τα εξής:
1)
Ο καθορισμός για κάθε έτος μιας ενδεικτικής τιμής για το ίδιο το γάλα. είναι η τιμή «που επιδιώκεται να εξασφαλιστεί για το σύνολο του γάλακτος που πωλείται από τους παραγωγούς… στην αγορά της Κοινότητας και στις εξωτερικές αγορές» (άρθρο 3 του κανονισμού 804/68).
2)
Ο καθορισμός της τιμής παρεμβάσεως για το βούτυρο, το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη και ορισμένα ιταλικά τυριά. οι τιμές αυτές καθορίζονται σε επίπεδα που πρέπει να επιτρέπουν στο γάλα να φθάσει στην ενδεικτική του τιμή (άρθρο 5 του κανονισμού).
3)
Αγορές παρεμβάσεως και ενισχύσεις για την ιδιωτική αποθεματοποίηση αυτών των «προϊόντων παρεμβάσεως» (άρθρα 6, 7 και 8).
4)
Οι ενισχύσεις (δυνάμει του άρθρου 10) που παρέχονται για το αποκορυφωμένο γάλα και το αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη που χρησιμοποιούνται για τη διατροφή των ζώων.
5)
Σύστημα εισφορών λόγω εισαγωγής και επιστροφών λόγω εξαγωγής το οποίο επεκτείνεται όχι μόνο στα προϊόντα παρεμβάσεως αλλά επίσης και στα λοιπά γαλακτοκομικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των ζωοτροφών, και το οποίο αποβλέπει στον αποχωρισμό των κοινοτικών τιμών από τις τιμές της παγκόσμιας αγοράς (άρθρα 14 και 17).
Εξάλλου, όπως γνωρίζετε, κύριοι, το σύστημα των νομισματικών εξισωτικών ποσών εφαρμόζεται στα γαλακτοκομικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων και των ζωοτροφών.
Είναι δυσχερές να αντιληφθεί κανείς πως ένα εθνικό σύστημα παγώματος ή ελέγχου των τιμών για τις ζωοτροφές που έχουν ως βάση το γάλα θα μπορούσε να μη διαταράξει τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού. Πράγματι, οι εφεσίβλητοι επισύναψαν στις γραπτές τους παρατηρήσεις (ως παράρτημα 5) πίνακα ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, παρουσιάζει κατά τρόπο εντυπωσιακό πως το σύστημα αυτό πρέπει αναποφεύκτως να παράγει τέτοιο αποτέλεσμα. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι έτσι έχει το πράγμα. Έδειξε ότι είναι ιδιαιτέρως ανήσυχη για την ενέργεια ενός τέτοιου συστήματος επί των πωλήσεων αποκορυφωμένου γάλακτος σε σκόνη από τα αποθέματα παρεμβάσεως.
Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η ενέργεια του παγώματος των τιμών έπρεπε να ήταν ασήμαντη λόγω της πολύ βραχείας διάρκειας εφαρμογής του. Επί του σημείου αυτού οι εφεσίβλητοι επικαλέστηκαν την υπόθεση 82/77, Openbaar Ministerie των Κάτω Χωρών κατά Van Tiggele (ECR 1978, σ. 25) στην οποία έκρινε το Δικαστήριο ότι η προσωρινή φύση ενός μέτρου ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό των εμπορικών ανταλλαγών μεταξύ κρατών μελών δεν μπορούσε να καταστήσει το μέτρο αυτό συμβιβαστό με το άρθρο 30 της Συνθήκης. Πιστεύω, όπως και οι εφεσίβλητοι, ότι παρόμοιες σκέψεις ισχύουν και στην προκειμένη περίπτωση. Η απαγόρευση που επιβλήθηκε στα κράτη μέλη να εισάγουν μέτρα που αντιτίθενται στην κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών δεν μπορεί να παραμερισθεί με επίκληση της αρχής του de minimis, σε κάθε δε περίπτωση όταν γίνεται επίκλησή της για την επιβολή τέτοιων μέτρων σε μια ποινική δίκη.
Μπορεί να φανταστεί κανείς περιστάσεις λόγω των οποίων, παρά το πρόδηλο ασυμβίβαστο μεταξύ της κοινής οργανώσεως αγοράς και του εθνικού παγώματος των τιμών, δεν θα υφίστατο στην πραγματικότητα τέτοιο ασυμβίβαστο. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί παραδείγματος χάρη αν αποδεικνυόταν ότι, ίσως λόγω ελλείψεως ανταγωνισμού μεταξύ των παραγωγών ζωοτροφών με βάση το γάλα, το περιθώριο κέρδους τους ήταν τόσο υψηλό που να τους επιτρέπει ευχερώς να απορροφήσουν τα αποτελέσματα του παγώματος, μολονότι αυτό που ελέχθη εν ονόματι των εφεσιβλήτων αφήνει να υποτεθεί το αντίθετο. Αυτό είναι βεβαίως έργο των αρμοδίων γαλλικών δικαστηρίων να ερευνήσουν αυτές τις δυνατότητες εφόσον αναπτυχθούν ενώπιόν τους βάσει καταλλήλων αποδείξεων.
Κατά συνέπεια, καταλήγω να σας προτείνω να απαντήσετε ως εξής στο τρίτο ερώτημα που υπέβαλε το εφετείο:
1)
Απαγορεύεται στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν εθνική κανονιστική ρύθμιση ελέγχου των τιμών στα προϊόντα θηλασμού του είδους που αναφέρονται στο ερώτημα όταν η εφαρμογή αυτής της ρυθμίσεως στα προϊόντα αυτά θέτει σε κίνδυνο τους στόχους ή τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 804/68 ή τους στόχους ή τη λειτουργία οποιασδήποτε άλλης κοινής οργανώσεως αγοράς που θεσπίστηκε από το κοινοτικό δίκαιο.
2)
Όταν γεννηθεί ζήτημα ισχύος ή εφαρμογής μιας τέτοιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να διαπιστώσει αν η ρύθμιση αυτή συμβιβάζεται ή μη με το κοινοτικό δίκαιο. ενεργώντας έτσι, το δικαστήριο αυτό πρέπει να λάβει υπόψη του τα πραγματικά χαρακτηριστικά κάθε σχετικής κοινής οργανώσεως αγοράς και ειδικότερα τον μηχανισμό της σχηματισμού τιμών.
Το τέταρτο ερώτημα
Το τέταρτο ερώτημα του εφετείου έχει ως εξής:
«Οι κανόνες της ελευθέρας κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, που περιλαμβάνονται στα άρθρα 30 ως 34 της Συνθήκης της Ρώμης και ειδικότερα το άρθρο 22, του κανονισμού 804/68 για τα γαλακτοκομικά προϊόντα αντιτίθενται στην εφαρμογή επί των εν λόγω προϊόντων μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως παγώματος των τιμών η οποία αποκλείει την επίρριψη στις τιμές πωλήσεως της ανόδου των τιμών αγοράς των πρώτων υλών ή των έτοιμων προϊόντων;»
Όπως ανέφερα χθες στις προτάσεις μου στην υπόθεση 251/78, εφόσον παρήλθε ήδη η μεταβατική περίοδος, το άρθρο 22, του κανονισμού 804/68 δεν προσθέτει τίποτε σε ό, τι προβλέπεται από την ίδια τη Συνθήκη και πρέπει να θεωρηθεί εξαντληθέν.
Κατά τα λοιπά, η απάντηση στο ερώτημα μπορεί να βρεθεί κυρίως στις αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Tasca και SADAM (αντίστοιχα στη δεκάτη τρίτη και τη δεκάτη πέμπτη σκέψη). Προτείνω, ακολουθώντας και υιοθετώντας αυτό που δέχθηκε το Δικαστήριο, να απαντήσετε ως εξής στην τέταρτη ερώτηση:
Τα άρθρα 30 ως 34 της Συνθήκης απαγορεύουν, στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, κάθε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό. Για την απαγόρευση αυτή αρκεί ότι τα εν λόγω μέτρα είναι ικανά να εμποδίσουν αμέσως ή εμμέσως, πραγματικά ή δυνητικά, το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Μπορεί μεν μια εθνική κανονιστική ρύθμιση ελέγχου των τιμών που εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εθνικά και στα εισαγόμενα προϊόντα να μην αποτελεί αναγκαστικά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος με ποσοτικό περιορισμό, μπορεί όμως να παράγει τέτοιο αποτέλεσμα αν καταλήγει στο να καθιστά τη διάθεση στο εμπόριο των εισαγομένων προϊόντων είτε αδύνατη είτε δυσχερέστερη από εκείνη των εθνικών προϊόντων. Ειδικότερα, μια εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία επιβάλλει πάγωμα των τιμών δεν μπορεί να εφαρμοστεί υπό περιστάσεις υπό τις οποίες, λαμβανομένων υπόψη των τιμών των εισαγομένων προϊόντων συγκρινομένων προς τις τιμές των εθνικών προϊόντων, οι επιχειρηματίες που επιθυμούν να εισαγάγουν είτε πρώτες ύλες είτε έτοιμα προϊόντα στο οικείο κράτος μέλος από άλλα κράτη μέλη, δεν μπορούν να το πράξουν παρά μόνον επί ζημία.
Το πέμπτο ερώτημα
Το πέμπτο ερώτημα του εφετείου έχει την εξής διατύπωση:
«Η κοινή οργάνωση αγοράς των γαλακτοκομικών προϊόντων (κανονισμός 804/68) εμποδίζει τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν εθνική κανονιστική ρύθμιση παγώματος των τιμών, η οποία δεν προβλέπει ειδικές διατάξεις σχετικά με τα γεωργικά προϊόντα που διέπονται από τις αποφάσεις της ΕΟΚ;»
Υποστηρίχθηκε εν ονόματι των εφεσιβλήτων ότι το ερώτημα αυτό είναι κακώς διατυπωμένο και ότι δεν χρειάζεται απάντηση παρά μόνον αν οι απαντήσεις στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα ήταν αρνητικές. Η Επιτροπή εξάλλου δήλωσε ότι είχε δυσκολίες να αντιληφθεί τη χρησιμότητα του ερωτήματος.
Δεν θεωρώ δικαιολογημένες τις επικρίσεις αυτές.
Φρονώ ότι, θέτοντας το ερώτημα αυτό, το εφετείο σκεπτόταν τη μέριμνα των εκδοτών των ανακοινώσεων που δημοσιεύθηκαν στο BOSP της 23ης Σεπτεμβρίου και της 1ης Οκτωβρίου 1976 να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως τα προϊόντα των οποίων οι τιμές διείποντο από τους κοινοτικούς κανονισμούς και ότι αναρωτήθηκε στο σημείο αυτό αν είχαν προχωρήσει αρκετά σ' αυτή την κατεύθυνση.
Όπως εξέθεσα προσφάτως στις προτάσεις μου στην υπόθεση 159/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας (επικαλούμενος την υπόθεση 167/73, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, ECR 1974, σ. 359), φρονώ ότι ένα κράτος μέλος παραβιάζει τη Συνθήκη αν διατηρεί σε ισχύ μια κανονιστική ρύθμιση που είναι ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο, σε κάθε περίπτωση όταν η ρύθμιση αυτή μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να παραπλανήσει τους ενδιαφερομένους για το πραγματικό περιεχόμενο του δικαίου. Αν έχουν έτσι τα πράγματα, θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ένα κράτος μέλος παραβιάζει τη Συνθήκη όταν θεσπίζει κανονιστική ρύθμιση ελέγχου των τιμών χωρίς να αποσαφηνίζει (κατά τον έναν ή τον άλλο τρόπο) ότι η ρύθμιση αυτή δεν εφαρμόζεται στα προϊόντα που υπάγονται σε κοινή οργάνωση αγοράς κατά το μέτρο που η εφαρμογή της στα προϊόντα αυτά θα ήταν ασυμβίβαστη με τις διατάξεις της οργανώσεως αυτής.
Καταλήγω επομένως να σας προτείνω να απαντήσετε στο πέμπτο ερώτημα ότι μια εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία επιβάλλει πάγωμα των τιμών είναι ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο όταν και κατά το μέτρο που, βάσει των διατάξεων αυτών, εφαρμόζεται σε προϊόντα που υπάγονται σε κοινή οργάνωση αγοράς κατά τρόπο ασυμβίβαστο με τις διατάξεις αυτής της οργανώσεως.
Το έκτο ερώτημα
Το έκτο και τελευταίο ερώτημα του εφετείου έχει την εξής διατύπωση:
«Οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 5 και 85 της Συνθήκης της Ρώμης εμποδίζουν την εφαρμογή από ένα κράτος μέλος μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως παγώματος των τιμών των προϊόντων που υπάγονται στην κοινοτική νομοθεσία;»
Επί του θέματος αυτού αναπτύχθηκε εν ονόματι των εφεσιβλήτων μια εμπεριστατωμένη και ευφυής άποψη, το ουσιώδες σημείο της οποίας ήταν ότι η επιβολή ελέγχου τιμών είχε το ίδιο αρνητικό αποτέλεσμα επί του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων όπως και μια συμφωνία μεταξύ τους για τον καθορισμό των τιμών. Εφόσον απαγορεύεται από το άρθρο 85 μια τέτοια συμφωνία, θα έπρεπε, κατά την άποψη αυτή, να θεωρηθεί παράβαση του άρθρου 5 το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος προκάλεσε το ίδιο αποτέλεσμα μέσω μιας κανονιστικής ρυθμίσεως.
Το αδύνατο σημείο σ' αυτό τον συλλογισμό έγκειται, κατά τη γνώμη μου, στο γεγονός ότι παραβλέπει ότι κατά το άρθρο 85 απαγορεύονται οι «συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική» που εμφανίζουν ορισμένα ειδικά χαρακτηριστικά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα κράτος μέλος θα παραβίαζε τις διατάξεις του άρθρου 5 αν προέβαινε σε κανονιστική ρύθμιση που θα απέβλεπε στην πρόκληση ή την ενθάρρυνση τέτοιων συμφωνιών, αποφάσεων ή πρακτικών. Αλλά δεν νομίζω ότι καθόσον αφορά το άρθρο 85, θα μπορούσε το άρθρο 5 να ερμηνευθεί ότι βαίνει πέραν αυτού. Η σκέψη ότι βαίνει πέραν αυτού θα κατέληγε στο να καταστήσει το άρθρο 90 ανενεργό. Αυτό θα σήμαινε επίσης ότι η Συνθήκη απέσυρε από τα κράτη μέλη κάθε εξουσία ελέγχου των τιμών, πράγμα που αρνήθηκαν ρητά οι αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Galii, Tasca, SADAM, Van Tiggele, Dechmann και Grosoli.
Κατά συνέπεια, προτείνω να απαντήσετε στο έκτο ερώτημα ότι το άρθρο 85 της Συνθήκης, μόνο ή σε συνδυασμό με το άρθρο 5, δεν αφορά μια εθνική κανονιστική ρύθμιση ελέγχου των τιμών.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy