ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GERHARD REISCHL
της 22ας Νοεμβρίου 1979 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Και στην παρούσα υπόθεση, επί της οποίας αναπτύσσω την άποψη μου, πρόκειται για ένα επιλεκτικό σύστημα διανομής στον τομέα της βιομηχανίας αρωμάτων, όπως στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 253/78 και 1/79 έως 3/79.
Το σύστημα αυτό εφαρμόζει η ιδρυθείσα το 1967 γαλλική εταιρία Estéé Lauder, θυγατρική εταιρία της καναδικής εταιρίας Estéé Lauder Cosmetics Limited. Η πρώτη εταιρία αγοράζει καλλυντικά και αρώματα που παράγονται στο Βέλγιο και τη Μεγάλη Βρεταννία και τα διανέμει μέσω δικτύου αναγνωρισμένων εμπόρων στην Κοινή Αγορά. Για σχετικές λεπτομέρειες παραπέμπω στην αίτηση του Tribunal de Commerce του Παρισιού για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ιδίως δε στις σελίδες 7 επ. και 10 της γερμανικής απόδοσης της απόφασης αυτής.
Η Επιτροπή έλαβε γνώση αυτής της επιχειρήσεως διανομής όταν η εταιρία Estéé Lauder της κοινοποίησε στις 11 Ιανουαρίου 1977 τη στερεότυπη σύμβαση που προοριζόταν για τους εμπόρους λιανικής πωλήσεως στη Γαλλία, καθώς και τους γενικούς όρους πωλήσεως. Με έγγραφο της 23ης Μαρτίου 1977, το οποίο υπέγραφε ο διευθυντής της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού, διευκρινίστηκε σχετικά ότι τα κείμενα αυτά, κατ' αρχήν, «ενόψει του οικονομικού συσχετισμού εντός του οποίου ισχύουν, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν εμπίπτουν στις διατάξεις περί ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΟΚ». Σε έγγραφο της 8ης Ιουνίου 1978, το οποίο υπογράφηκε με τον ίδιο τρόπο, αφού η εταιρία Estéé Lauder, κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, διευκρίνισε ότι στα άλλα οκτώ κράτη μέλη η διανομή πραγματοποιείται μέσω θυγατρικών εταιριών που συνάπτουν αντίστοιχες συμφωνίες με εμπόρους λιανικής πωλήσεως, δηλώθηκε «ότι η υπόθεση αυτή τέθηκε στο αρχείο χωρίς να δοθεί συνέχεια».
Αυτό το σύστημα διανομής, καθώς και η στάση που έλαβε επ' αυτού η Επιτροπή έχουν σημασία για την κύρια υπόθεση για τους ακόλουθους λόγους.
Η ενάγουσα στο εθνικό δικαστήριο είναι ιδιοκτήτρια καταστήματος λιανικής πωλήσεως στο Παρίσι, το οποίο πωλεί και αρώματα. Τον Απρίλιο 1978 ζήτησε από την εταιρία Estéé Lauder να της ανοίξει λογαριασμό και να την προμηθεύει στο μέλλον, δίνοντας συγχρόνως μία πρώτη παραγγελία. Επειδή η εταιρία Estéé Lauder δεν έδωσε συνέχεια, η ενάγουσα, επικαλούμενη ότι η συμπεριφορά της Estéé Lauder συνιστά παράβαση του γαλλικού διατάγματος της 30ής Ιουνίου 1945 — το οποίο είναι γνωστό από τις άλλες υποθέσεις που αναφέρθηκαν ήδη — άσκησε αγωγή ενώπιον του Tribunal de Commerce του Παρισιού, ζητώντας μεταξύ άλλων να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της παραδώσει το εμπόρευμα και να της καταβάλει αποζημίωση λόγω παράνομης αρνήσεως πωλήσεως.
Η εναγομένη ισχυρίστηκε προς υπεράσπιση της ότι, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, επιχείρηση διανομής που στηρίζεται σε ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια επιλογής, είναι νόμιμη και κοινοποίησε στην Επιτροπή, με σκοπό την απαλλαγή, κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, τις συμβάσεις που προορίζονται για τα καταστήματα πωλήσεως στη Γαλλία· η Επιτροπή αποφάσισε σχετικά να δεχτεί αυτό το σύστημα διανομής. Εφόσον το σύστημα αυτό έγινε έτσι δεκτό από την Επιτροπή ως νόμιμο, πρέπει να θεωρηθεί νόμιμο και κατά το εθνικό δίκαιο. Επικουρικά η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι συμβάσεις περιέχουν μόνο διατάξεις, που συμβαδίζουν με τις απαιτήσεις της «circulaire (εγκυκλίου) Fontanet» της 30ής Μαρτίου 1960, που εκδόθηκε επί του διατάγματος της 30ής Ιουνίου 1945. Επομένως δεν είναι επιδεκτικές αμφισβητήσεως ούτε και κατά το γαλλικό δίκαιο· η ενάγουσα εξάλλου δεν μπορεί να τις επικαλείται κατά της εταιρίας Estée Lauder, επειδή δεν ασχολείται κατά κύριο λόγο με πώληση αρωμάτων, αλλά κυρίως με είδη ενδύσεως.
Το επιληφθέν δικαστήριο κατέληξε κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην άποψη ότι πρέπει να εφαρμοστεί το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ στις συναφθείσες από την εταιρία Estée Lauder συμβάσεις. Το δικαστήριο έκρινε ότι το έγγραφο της Επιτροπής της 23ης Ιουλίου 1977 (προφανώς εννοεί το έγγραφο της 23ης Μαρτίου 1977) φαίνεται να καταλήγει σε αρνητική πιστοποίηση και όχι σε απαλλαγή κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Οι αρνητικές όμως πιστοποιήσεις συνιστούν αποφάσεις της Επιτροπής, τις οποίες υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη τα εθνικά δικαστήρια λόγω της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου έναντι των εθνικών νόμων.
Για να διευκρινιστεί το σημείο αυτό, καθώς και ενόψει της κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 9 του κανονισμού 17, καθώς και της εξελίξεως και του τερματισμού της, το δικαστήριο ανέστειλε με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1979 τη διαδικασία και υπέβαλε σύμφωνα με το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1.
Συνιστά αρνητική πιστοποίηση το έγγραφο της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 23ης Ιουλίου 1977 (είκοσι τρεις Ιουλίου χίλια εννεακόσια εβδομήντα επτά), στο οποίο δεν απαντάται η λέξη “αρνητική πιστοποίηση” και το οποίο απεστάλη προφανώς χωρίς να γίνει η προβλεπόμενη από τον κανονισμό 17 δημοσίευση;
2.
Αν δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, συνιστά το έγγραφο της εικοστής τρίτης Ιουλίου χίλια εννεακόσια εβδομήντα επτά απόφαση της Επιτροπής, η οποία μπορεί να αντιταχθεί έναντι τρίτων και δεσμεύει τα δικαστήρια των κρατών μελών της Κοινότητας;
3.
Αν δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ή το δεύτερο ερώτημα: κινήθηκε η διαδικασία κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 17 και ποιες αρχές είναι τώρα αρμόδιες για την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης;»
Επί των ερωτημάτων αυτών εκφράζω την ακόλουθη άποψη:
1.
Κατά τη γνώμη μου η εξέταση πρέπει να αρχίσει από το ερώτημα αν το αναφερθέν έγγραφο συνιστά γενικά απόφαση της Επιτροπής.
Η ίδια η Επιτροπή αρνήθηκε κάτι τέτοιο, κατ' επίκληση μάλιστα της νομολογίας του Δικαστηρίου ως προς την έννοια της αποφάσεως. Σύμφωνα με αυτήν, έχει σημασία αν μία πράξη έχει ως προορισμό την επέλευση εννόμων συνεπειών (υπόθεση 54/65, Compagnie des Forges de Châtillon, Commentry et Neuves-Maisons κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, απόφαση της 16ης Ιουνίου 1966, Sig. 1966, σελ. 529). Στις υποθέσεις 23/63, 24/63 και 52/63 (Usines Emile Henricot και δύο άλλοι προσφεύγοντες κατά Ανωτάτης Αρχής ΕΚΑΧ, απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1963, Sig. 1973, σελ. 467) δόθηκε αντίστοιχα βάρος, στο αν είναι σαφές κατά πόσο μία πράξη έχει ως προορισμό να παράσχει δικαιώματα ή να επιβάλει υποχρεώσεις σε εκείνους προς τους οποίους απευθύνεται, και στις υποθέσεις 8 έως 11/66 (Ανώνυμος εταιρία Cimenteries CBR και λοιποί κατά Επιτροπής, απόφαση της 15ης Μαρτίου 1967, Sig. 1967, σελ. 99) θεωρήθηκε κρίσιμο το αν μία πράξη έχει έννομες συνέπειες που θίγουν τα συμφέροντα ορισμένων επιχειρήσεων, καθώς και αν τις δεσμεύει. Σημασία έχει εξάλλου ότι για να χαρακτηρισθεί μία πράξη ως απόφαση, πρέπει να τερματίζει την εσωτερική διοικητική διαδικασία και να συνιστά οριστική δήλωση βουλήσεως (υποθέσεις 54/65, 23/63, 24/63, 52/63). Σημαντικό, τέλος, είναι να εμφανίζεται ως γνωστοποίηση του αρμοδίου οργάνου και η εξωτερική της μορφή να επιτρέπει τη διαπίστωση ότι πρόκειται για απόφαση. Στις υποθέσεις 23/63, 24/63 και 52/63 αναφέρεται σχετικά ότι είναι απαραίτητο οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να διαπιστώσουν από την εξωτερική της μορφή τη φύση μιας γνωστοποιήσεως· πρέπει κυρίως να μπορεί να διαπιστωθεί ότι πρόκειται για απόφαση του αρμοδίου συλλογικού οργάνου, πράγμα για το οποίο απαιτείται, σύμφωνα με το δίκαιο περί ΕΚΑΧ, η υπογραφή ενός μέλους της Ανωτάτης Αρχής.
Είναι προφανές ότι το έγγραφο που ενδιαφέρει στην παρούσα περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις αυτές. Η μόνη συνέπεια που επιφέρει συνίσταται στο ότι σύμφωνα με αυτό η Επιτροπή — εκτός αν προκύψουν νέα στοιχεία — δεν θα προχωρήσει βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 1· ούτε μπορεί, αντίθετα, να γίνει λόγος για προσβολή των συμφερόντων της επιχειρήσεως προς την οποία απευθύνεται, επειδή αυτή μπορεί σε κάθε περίπτωση να επικαλεσθεί την κοινοποίηση του συστήματος διανομής στην οποία προέβη. Σημασία έχει τέλος — και γι' αυτό γίνεται αναφορά στην απόφαση στην υπόθεση 71/74 (Nederlandse Vereniging voor Fruit en Groentenimporthandel και Nederlandse Bond van Grossiers in Zuidvruchten en ander Geïmporteerd Fruit κατά Επιτροπής, απόφαση της 15ης Μαΐου, Sig. 1975, σ. 563) — ότι το έγγραφο φέρει υπογραφή μόνο ενός διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού. Σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής, ο διευθυντής αυτός δεν είναι αρμόδιος για πράξεις κατά το άρθρο 2 του Κανονισμού 17· ούτε προκαλείται εξάλλου με το έγγραφο η εντύπωση ότι πρόκειται για δήλωση που δεσμεύει την Επιτροπή ούτε ότι η Επιτροπή προβαίνει σε κάποια αποφασιστική ενέργεια.
Η εναγομένη στην κύρια υπόθεση αντιτάσσει σ' αυτά την άποψη ότι ασφαλώς θίγονται τα συμφέροντα της από το προαναφερθέν έγγραφο. Εξάλλου, όπως άλλες επιχειρήσεις, έτσι κι αυτή συμπέρανε από την πέμπτη αιτιολογική έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την πολιτική ανταγωνισμού, ότι η Επιτροπή επιδίωξε «γενική και ομοιόμορφη λύση για όλη τη βιομηχανία αρωμάτων». Από αυτό μπορεί κανείς να συναγάγει ότι η ίδια η Επιτροπή έλαβε κάποια απόφαση. Αν όμως κατά τη διαβίβαση της μέσω των υπαλλήλων η Επιτροπή διέπραξε ορισμένα τυπικά σφάλματα, αυτό δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία.
Όσον αφορά αυτή τη διαφωνία, μπορεί τώρα να παραμείνει ανοιχτό το ζήτημα, κατά πόσο η ανακοίνωση που διαβιβάστηκε στην εταιρία Estée Lauder μπορεί κατά το περιεχόμενο της να θεωρηθεί ως απόφαση. Θα ήθελα ωστόσο να παρατηρήσω σχετικά ότι κάτι τέτοιο δεν μου φαίνεται ότι μπορεί να αποκλειστεί. Διότι για την ουσιαστική έννοια της αποφάσεως θα πρέπει να αρκεί ότι με την απλή δήλωση συνδέονται έννομες συνέπειες, κάτι που ασφαλώς ισχύει για τη διαπίστωση που δεσμεύει την Επιτροπή, ότι δεν εμπίπτει στις διατάξεις περί ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΟΚ, ενώ δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία η προσβολή ορισμένων συμφερόντων.
Σημαντική είναι αντίθετα αφενός η διαπίστωση ότι, σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της Επιτροπής (ABL. 147 της 11ης Ιουλίου 1967, σελ. 1) αρμόδια για τη λήψη ρητών αποφάσεων στον τομέα του ανταγωνισμού (αρνητική πιστοποίηση, διαπίστωση παραβάσεως του άρθρου 85, παράγραφος 1, εξαίρεση ή άρνηση χορηγήσεως απαλλαγής κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3) είναι μόνο η Επιτροπή. Σύμφωνα με αυτό δεν υπάρχει καμία μεταβίβαση αρμοδιοτήτων σε μεμονωμένα μέλη της Επιτροπής ούτε πολύ περισσότερο σε υπαλλήλους της Επιτροπής. Τέτοια δυνατότητα εισήχθη για πρώτη φορά με διάταξη της 23ης Ιουλίου 1975 (ABL. L 199 της 30ής Ιουλίου 1975, σελ. 43) και αυτό μόνο για «μέτρα σχετικά με τη διαχείριση και τη διοίκηση». Σημασία έχει εξάλλου η εξιστόρηση στην οποία προέβη η Επιτροπή και η οποία δεν αμφισβητήθηκε, των γεγονότων, τα οποία οδήγησαν στο έγγραφο που μας ενδιαφέρει εδώ καθώς και στα άλλα υπό κρίση έγγραφα στις υποθέσεις σχετικά με έκδοση προδικαστικής αποφάσεως 253/78, 1/79-3/79. 'Ετσι — όπως επισήμανα ήδη στις άλλες υποθέσεις — μετά την κοινοποίηση μεγάλου αριθμού συμφωνιών για επιλεκτικά συστήματα διανομής της βιομηχανίας αρωμάτων, αποφασίστηκε, ενόψει ορισμένων ρητρών που προσέβαλαν το διακρατικό εμπόριο, να κινηθεί διαδικασία κατά τριών επιχειρήσεων — όχι κατά της επιχειρήσεως Estée Lauder — και να τους αποσταλούν αντίστοιχες αιτιάσεις. Γι' αυτό προφανώς αρκούσε μία πράξη του μέλους της Επιτροπής που ήταν αρμόδιο σε θέματα ανταγωνισμού. Διαρκούσης της διοικητικής διαδικασίας διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής με τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις που κατέληξαν σε εξάλειψη των αμφισβητουμένων ρητρών. Δεν υπήρξε όμως καμία σχετική απόφαση της Επιτροπής — δηλαδή δήλωση βουλήσεως των μελών της Επιτροπής ως συλλογικού οργάνου — περί εκτιμήσεως με ορισμένο τρόπο των διαδικασιών αυτών. Έχοντας υπόψη τη βραδύτητα της τυπικής διαδικασίας — είναι απαραίτητη η δημοσίευση της αιτήσεως κατά το άρθρο 19 του κανονισμού 17 και η ακρόαση της Συμβουλευτικής Επιτροπής επί Συμπράξεων και Δεσποζουσών Θέσεων — και ενόψει της ανάγκης, η ολιγοπρόσωπη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού να ρίξει το βάρος των εργασιών της σε σημαντικότερες περιπτώσεις ανταγωνισμού, αποφεύχθηκαν ρητές αρνητικές πιστοποιήσεις και προτιμήθηκε μία εκτίμηση από τον αρμόδιο επί θεμάτων ανταγωνισμού Επίτροπο. Η εκτίμηση αυτή εφαρμόστηκε σε όλες τις παρεμφερείς περιπτώσεις και έγιναν σχετικές κοινοποιήσεις στις επιχειρήσεις που υποδείχτηκαν από το Γενικό Διευθυντή Ανταγωνισμού και ένα διευθυντή της γενικής αυτής διευθύνσεως.
Δεν μπορεί επομένως κανείς να αποφύγει τη διαπίστωση ότι δεν υπήρχε καμία πράξη της Επιτροπής έστω και με τη μορφή αρνητικής πιστοποιήσεως. Μπορεί, εξάλλου, κατά τη γνώμη μου να λεχθεί — αν αυτό έχει σημασία — ότι ούτε καν προκλήθηκε τέτοια εντύπωση. Στην πέμπτη έκθεση ανταγωνισμού της Επιτροπής, στην οποία παρέπέμψε η εταιρία Estéé Lauder, γίνεται ειδικότερα λόγος μόνο για τη συνολική αντίληψη της Επιτροπής για τον τομέα της βιομηχανίας αρωμάτων, δηλαδή όχι για εκτίμηση μεμονωμένων περιπτώσεων, οι οποίες, αν η ίδια η Επιτροπή είχε συντάξει ένα γενικό σχέδιο, θα μπορούσαν να υπαχθούν σ' αυτή τη γενική λύση. Η έκθεση αυτή εξάλλου σαφώς αναφέρει ότι δεν έπρεπε να ληφθούν ρητές αποφάσεις.
Επομένως, το έγγραφο που αναφέρεται στο πρώτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου δεν πρέπει να θεωρηθεί απόφαση ή κοινοποίηση αποφάσεως, αλλά μόνο ως γνωστοποίηση της διοικήσεως ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής δεν θεωρούν σκόπιμο να προχωρήσουν σε ενέργειες κατά το άρθρο 85, παράγραφος 1. Εν προκειμένω δεν πρόκειται ούτε για αρνητική πιστοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 17, όπως προκύπτει εξάλλου και από το γεγονός ότι αποφεύχθηκε ο χαρακτηρισμός «αρνητική πιστοποίηση», ότι δεν επελέγη η μορφή που ισχύει συνήθως για τις αρνητικές πιστοποιήσεις, ότι δεν πραγματοποιήθηκε δημοσίευση κατά το άρθρο 21 του κανονισμού 17 και ότι η κοινοποίηση δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα αποφάσεων που προσαρτάται στην πέμπτη έκθεση περί της ακολουθούμενης στον ανταγωνισμό πολιτικής. Πρέπει χωρίς άλλο να γίνει δεκτό ότι αυτό δεν φαίνεται αρκετά ικανοποιητικό από τη σκοπιά των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών, οι οποίοι θέλουν να ασκούν την επαγγελματική τους δραστηριότητα στηριζόμενοι σε γερές βάσεις. Δεν υπάρχει ωστόσο τώρα λόγος να προχωρήσει κανείς σε λεπτομέρειες σ' αυτό το ζήτημα ούτε και στο ζήτημα αν οι επιχειρήσεις, μετά την κοινοποίηση μιας συμφωνίας, έχουν στη διάθεση τους κατάλληλα μέσα για να παρακινήσουν την Επιτροπή να εκδώσει ρητή απόφαση.
2.
Μετά την απάντηση αυτή στο πρώτο ερώτημα δεν υπάρχει πραγματικά πλέον ανάγκη να προχωρήσει κανείς στο δεύτερο ερώτημα, επειδή υποβλήθηκε μόνο για την περίπτωση που το αναφερθέν έγγραφο θα θεωρούνταν απόφαση. Παρόλα αυτά θα ήθελα να κάνω τουλάχιστον με συντομία δύο σχετικές παρατηρήσεις.
α)
Ορθώς το παραπέμπον δικαστήριο παίρνει ως βάση το ότι δεν χορηγήθηκε απαλλαγή στο επιλεκτικό σύστημα διανομής της εταιρίας Estéé Lauder σύμφωνα με το άρθρο 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Σχετικά μπορεί να υπομνηστούν τα όσα εκτέθηκαν στις υποθέσεις 253/78, 1/79-3/79, τα οποία, επειδή η Επιτροπή επιδίωξε ενιαία και συνολική λύση για όλο τον τομέα της βιομηχανίας αρωμάτων, ισχύουν και για την περίπτωση Estéé Lauder. Αυτό ενισχύεται εξάλλου και από τη διατύπωση του εγγράφου που ενδιαφέρει στην παρούσα περίπτωση. Όταν στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι οι συμφωνίες που συνάπτονται με τους εμπόρους λιανικής πωλήσεως στη Γαλλία «μπορούν να θεωρηθούν, λαμβανομένου υπόψη του οικονομικού συσχετισμού εντός του οποίου ισχύουν, ότι δεν εμπίπτουν στις διατάξεις περί ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΟΚ», τότε καθίσταται αρκετά σαφές ότι οι αναφερθείσες συμβάσεις δεν εμπίπτουν στο άρθρο 85, παράγραφος 1. Εν πάση περιπτώσει, λοιπόν, πρόκειται για τοποθέτηση παρόμοια με μια αρνητική πιστοποίηση, κατά το άρθρο 2 του κανονισμού 17, με την οποία απλώς εκφράζεται ότι η Επιτροπή, σύμφωνα με τα γνωστά πραγματικά περιστατικά, δεν έχει κανένα λόγο να προβεί σε ενέργειες κατά της συμφωνίας βάσει του άρθρου 85, παράγραφος 1.
β)
Δικαίως τονίζει η Επιτροπή ότι, κατά κανόνα, ούτε και μία επίσημη αρνητική πιστοποίηση δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά τρίτων και δεν δεσμεύει τα εθνικά δικαστήρια. Όπως ήδη ελέχθη — σχετική δε αναφορά μπορεί να γίνει στην έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 17 — τέτοιες πιστοποιήσεις απλώς εκφράζουν, ότι σύμφωνα με τα γνωστά πραγματικά περιστατικά, δεν συντρέχει κανένας λόγος να προχωρήσει η Επιτροπή σε ενέργειες. Επομένως, δεν συνιστούν οριστική εκτίμηση και ιδίως έκφραση γνώμης, για την οποία η Επιτροπή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα. Εφόσον το άρθρο 85, παράγραφος 1 — όπως επανειλημμένα διαπιστώθηκε — ισχύει άμεσα, δηλαδή ιδιώτες προσφεύγουν σχετικά στα εθνικά δικαστήρια και αντλούν δικαιώματα από το άρθρο αυτό, επειδή δε για τα εθνικά δικαστήρια ισχύει ενδεχομένως άλλη δυνατότητα γνώσεως των λεπτομερειών της υποθέσεως, τα δικαστήρια αυτά έχουν υποχρέωση να σχηματίσουν τα ίδια — σύμφωνα με τα γνωστά σ' αυτά γεγονότα — γνώμη ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, επί ορισμένων συμφωνιών.
Εφόσον όμως στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει καν αρνητική πιστοποίηση, δηλαδή απόφαση, που θα είχε κάποια δεσμευτι-κότητα —η πληροφορία που δόθηκε θα μπορούσε εν πάση περιπτώσει να έχει κάποια σημασία για θέμα εξωσυμβατικής ευθύνης — μπορεί χωρίς δυσκολία να διαπιστωθεί ότι τέτοια πράξη — που εξάλλου δεν δημοσιεύθηκε — δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά τρίτων και κατά εθνικών δικαστηρίων.
3.
Ούτε και επί του τρίτου ερωτήματος, το οποίο πρέπει ακολούθως να εξεταστεί, χρειάζονται εκτενείς παρατηρήσεις.
α)
Ως προς το πρώτο μέρος της αρκεί αφενός παραπομπή στην απόφαση στην υπόθεση 48/72 (ΑΕ Brasserie de Haecht κατά Wilkin και Janssen, απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου, Sig. 1973, σελ. 77). Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η έναρξη της διαδικασίας σύμφωνα με τα άρθρα 2, 3 και 6 του κανονισμού 17 προϋποθέτει κυριαρχική νομική πράξη της Επιτροπής, που εκφράζει τη βούληση εκδόσεως αποφάσεως σύμφωνα με τα αναφερθέντα άρθρα. 'Εχει εξάλλου ενδιαφέρον η ρητή δήλωση της Επιτροπής ότι ουδέποτε κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 17, κατά της εναγομένης στην κύρια υπόθεση. Πραγματικά δεν φαίνεται — πράγμα που απαιτείται — ούτε να υπάρχει αντίστοιχη κοινοποίηση προς την εναγομένη στην κύρια υπόθεση. Κατά τα λοιπά είναι απολύτως σαφές ότι δεν μπορεί σχετικά να θεωρηθεί επαρκής η κοινοποίηση αιτιάσεων σε τρεις άλλες επιχειρήσεις, ακόμη και αν είναι βέβαιο ότι η Επιτροπή θέλησε να χρησιμοποιήσει τις περιπτώσεις αυτές ως πειραματικές περιπτώσεις για όλο τον οικονομικό τομέα.
β)
Ως προς το δεύτερο μέρος του τρίτου ερωτήματος μπορεί να υπομνησθεί η απόφαση στην υπόθεση 127/73 (Belgische Radio en Televisie και Société belge des auteurs, compositeurs et éditeurs κατά SV SABAM και NV Fonior, απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974, Sig. 1974, σελ. 51, και απόφαση της 21ης Μαρτίου 1974, Sig. 1974, σελ. 313). Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι όταν η Επιτροπή κινήσει τη διαδικασία, οι αρχές των κρατών μελών χάνουν την αρμοδιότητα να ενεργήσουν με τον ίδιο τρόπο δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 1, και ότι στις αρχές εντάσσονται και τα δικαστήρια, που έχουν ως κύρια αρμοδιότητα την εφαρμογή του εθνικού δικαίου περί ανταγωνισμού. Η απόφαση αυτή τόνισε επίσης ότι η αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων για εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου προκύπτει από την άμεση ισχύ του άρθρου 85, παράγραφος 1, και ότι η αρμοδιότητα προς εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να τους αφαιρεθεί ούτε και με επίκληση του άρθρου 9 του κανονισμού 17. Καθίσταται επομένως σαφές — και αυτό έχει ενδιαφέρον μόνο για την κύρια δίκη — ότι όταν η Επιτροπή δεν έχει κινήσει καμία διαδικασία και όταν σε μια εθνική δίκη γίνεται επίκληση της άμεσης εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1 — τα εθνικά δικαστήρια είναι εν πάση περιπτώσει αρμόδια να εφαρμόσουν τη διάταξη αυτή.
Όσον αφορά κατά τα λοιπά τα μεμονωμένα προβλήματα εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, επιτρέψτε μου να παραπέμψω στις παρατηρήσεις μου στις προτάσεις 253/78,1/79- 3/79. Ως μόνη ιδιομορφία της παρούσας περιπτώσεως πρέπει να παρατηρηθεί ότι η κοινοποίηση των προβλεπομένων από την εναγομένη της κύριας δίκης συμφωνιών — επειδή η εταιρία ιδρύθηκε μόλις το 1967 — πραγματοποιήθηκε με καθυστέρηση, ώστε να μη βρισκόμαστε ενώπιον των αποκαλουμένων παλαιών συμφωνιών και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σχετική η νομολογία που αναπτύχθηκε επί των - συμφωνιών αυτών.
4.
Κατά συνέπεια, στην αίτηση του Tribunal de Commerce του Παρισιού μπορεί να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
α)
Το έγγραφο της 23ης Μαρτίου 1977 που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη της κύριας δίκης δεν συνιστά αρνητική πιστοποίηση κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 17.
β)
Αυτή η έκφραση γνώμης ενός διευθυντή της Διευθύνσεως Ανταγωνισμού, που δεν στηρίζεται σε κανενός είδους απόφαση της Επιτροπής, δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά τρίτων και δεν δεσμεύει τα δικαστήρια των κρατών μελών.
γ)
Δεν κινήθηκε η διαδικασία του άρθρου 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 17, κατά της εναγομένης της κύριας δίκης. Για την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 1, είναι αρμόδια και τα δικαστήρια των κρατών μελών.
( *1 ) Γλώσσα τσυ πρωτοτύπου: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy