ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ JEAN-PIERRE WARNER
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 10 'ΙΟΥΛΊΟΥ 1980 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Ἡ προσφεύγουσα στην παρούσα υπόθεση, P., ἀνήκει στό προσωπικό τῆς Ἐπιτροπῆς (μέ βαθμό C 4, τό γεγονός ὅμως αυτό δέν αποτελεί τή βάση τῆς προσφυγῆς της. Ή προσφυγή τῆς στηρίζεται στό γεγονός ὅτι ὁ πρώην σύζυγος της, ὁ ἀποθανών Manfredo C., ήταν επίσης υπάλληλος τῆς Ἐπιτροπής (μέ βαθμό D 2). Τόν ἀποκαλῶ «πρώην σύζυγο», άλλά ἀποτελεί επίδικο ζήτημα τῆς παρούσας ὑποθέσεως ἄν ἡ προσφεύγουσα είναι ἡ χήρα ἤ ἡ διαζευγμένη σύζυγος του.
Βασικά, τό ζήτημα ἐπί τοῦ ὁποίου πρέπει νά κρίνετε εἶναι ἄν ἡ προσφεύγουσα, λόγω τοῦ θανάτου τοῦ πρώην συζύγου της, δικαιοῦται συντάξεως επιζώντων βάσει τοῦ παραρτήματος VIII τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων.
Τά άρθρα 17 έως 20 τοῦ παραρτήματος VIII προβλέπουν τήν καταβολή συντάξεως επιζώντων στή χήρα υπαλλήλου ἤ τέως υπαλλήλου. Τό άρθρο 26 προβλέπει ὅτι τό δικαίωμα τῆς χήρας ἐπί τῆς συντάξεως επιζώντων παύει νά υφίσταται σέ περίπτωση νέου γάμου της, λαμβάνει ὅμως, σέ ὁρισμένες περιστάσεςι μικρό ποσό σέ κεφάλαιο. Τό άρθρο 27 εἶναι διατυπωμένο ὡς έξης:
«Ή πρώην σύζυγος ὑπαλλήλου δικαιοῦται, κατά τό θάνατο τοῦ τελευταίου, συντάξεως επιζώντων πού καθορίζεται στό παρόν κεφάλαιο, μέ τήν επιφύλαξη ὅτι ἡ ἀπόφαση πού ἀπήγγειλε τό διαζύγιο εξεδόθη μέ ἀποκλειστική υπαιτιότητα τοῦ συζύγου. Ή πρώην σύζυγος χάνει τό δικαίωμα αυτό, ἄν τελέσει ἐκ νέου γάμο πρίν ἀπό τό θάνατο τοῦ πρώην συζύγου της. Ἀπολαύει τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 26 ανωτέρω, ἄν τελέσει νέο γάμο μετά τό θάνατο τοῦ πρώην συζύγου της».
Ή διατύπωση αυτή προέρχεται ἀπό τροποποίηση τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων πού επῆλθε τό 1978 μέ τόν κανονισμό 912/78 τοῦ Συμβου-λίθου (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, ΕΥΡΑΤΟΜ). Συνεπῶς δέ θά μπορούσε νά προβληθεί ὁ ἰσχυρισμός εἴτε ὅτι ἡ διατύπωση αυτή προτιμήθηκε ὑπό τό φως τῆς νομοθεσίας μόνο τῶν ἔξι ἀρχικών Κρατών μελών εἴτε ὅτι επιλέχτηκε βάσει μόνο τῆς νομοθεσίας τῶν Κρατῶν μελών στην κατάσταση πού αύτη βρισκόταν, ὅταν θεσπίστηκε γιά πρώτη φορά ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων τό 1968.
Τά πραγματικά περιστατικά τῆς παρούσας υποθέσεως μποροῦν νά συνοψιστοῦν ὡς ἀκολούθως.
Τόσο ἡ προσφεύγουσα ὅσο καί ὁ πρώην σύζυγός τῆς γεννήθηκαν στή Σιλεσία, αυτή τό 1936 καί αὐτός τό 1939. Ή προσφεύγουσα εἶχε ἐκ γενετής τή γερμανική ἰθαγένεια, ὁ δέ σύζυγος τῆς τήν ἰταλική. Τέλεσαν τό γάμο τους στό Woluwe-Saint-Lambert, προάστιο τῶν Βρυξελλών στίς 27 Ἀπριλίου 1963. Συνεπεία τοῦ γάμου, ή προσφεύγουσα ἀπόκτησε τήν ιταλική Ιθαγένεια, διατήρησε ὅμως καί τή γερμανική της ιθαγένεια. Ἀπό τό γάμο τους γεννήθηκαν στό Βέλγιο δύο παιδιά, τό ἕνα στίς 2 Ὀκτωβρίου 1963 καί τό άλλο στίς 19 Σεπτεμβρίου 1968.
Στίς 2 Φεβρουαρίου 1971 ἡ προσφεύγουσα ήγειρε ἀγωγή διαζυγίου ενώπιον τοῦ Tribunal de Première Instance τῶν Βρυξελλών. Πρός θεμελίωση τῆς ἀγωγής της, στηρίχτηκε σέ δέκα πραγματικά περιστατικά, πού ἀφορούν κυρίως ισχυρισμούς γιά σκληρότητα καί μοιχεία ἐκ μέρους τοῦ συζύγου της. Ταυτόχρονα ὁ σύζυγός της κίνησε τήν ποινική διαδικασία εναντίον της γιά μοιχεία. (Φαίνεται ὅτι σύμφωνα μέ τό βελγικό δίκαιο ὁ σύζυγος μπορεί νά προβεῖ στην ενέργεια αυτή εναντίον τῆς συζύγου του). Ή ποινική διαδικασία κατέληξε σέ ἀπόφαση τοῦ Cour d'Appel τῶν Βρυξελλών τῆς 14ης Μαΐου 1974 μέ τήν ὁποία ἡ προσφεύγουσα ἀθωώθηκε γιά τή μοιχεία. Προφανώς, ὅμως, ἡ ἀπόφαση αύτη (τῆς ὁποίας ἀντίγραφο δέν υπάρχει μεταξύ τῶν έγγραφων πού προσκομίστηκαν στό Δικαστήριο) δέχτηκε τήν ύπαρξη τοῦ γεγονότος πού περιγράφτηκε ὡς «des relations gravement injurieuses à l'égard de» C. μεταξύ τῆς προσφεύγουσας καί ενός «κ. Β. ...». Βασιζόμενος στή διαπίστωση αυτή ὁ C. ήγειρε ἀνταγωγή διαζυγίου εναντίον τῆς προσφεύγουσας ενώπιον τοῦ Tribunal de Première Instance.
Μέ ἀπόφαση τῆς 13ης Ἰουνίου 1975 (ἀντίγραφο τῆς ὁποίας υπάρχει μεταξύ τῶν εγγράφων πού μᾶς προσκομίστηκαν — παράρτημα 1 τοῦ έγγράφου τῆς προσφυγής) τό Tribunal de Première Instance ἀποφάνθηκε ὅσον άφορᾶ τέσσερα σημεία. Πρώτα, επέτρεψε στην προσφεύγουσα νά ἀποδείξει τά δέκα περιστατικά πού επικαλέστηκε. Δεύτερο, «επέτρεψε» τό διαζύγιο «aux torts» τῆς προσφεύγουσας. Μᾶς δόθηκε ἡ εξήγησε ὅτι αυτό έγινε γιατί κανένα δικαστήριο στό Βέλγιο δέν εκδίδει πραγματικά διαζύγιο. Ὁ γάμος λύνεται μέ τήν καταχώριση τῆς διακαστικῆς ἀποφάσεως, πού επιτρέπει τό διαζύγιο, στά «registres de l'état civil» τοῦ τόπου ὅπού τελέστηκε ὁ γάμος. Στήν παρούσα περίπτωση ἡ ἀπόφαση καταχωρίστηκε στό Woluwe-Saint-Lambert (βλέπε παράρτημα 1 τοῦ υπομνήματος τῆς καθ' ἧς). Τρίτο, τό δικαστήριο διατήρησε σέ ἰσχύ, διατάξεις περί ἀσφαλιστικών μέτρων πού εξέδωσε ὁ πρόεδρός του, δυνάμει τῶν όποίων ἡ επιμέλεια τῶν δύο τέκνων πού γεννήθηκαν ἀπό τό γάμο καί ἡ διαχείριση τῆς περιουσίας τους ἀνατέθηκαν στην προσφεύγουσα καί ὁ C. καταδικάστηκε στή διενέργεια μηνιαίων πληρωμών, γιά τή διατροφή καί τήν εκπαίδευση τους. Τέλος τό δικαστήριο ἐπιφυ-λάχτηκε ὡς πρός τά δικαστικά έξοδα.
Ή προσφεύγουσα δέν έκανε χρήση τῆς ἀδείας πού τῆς παρέσχε ἡ ἀπόφαση πρός ἀπόδειξη τῶν ισχυρισμών πού επικαλέστηκε στην ἀγωγή της. Πληροφορηθήκαμε γιά λογαρισμό τῆς ὅτι αυτό ὀφειλόταν στό γεγονός ὅτι εἶχε πετύχει μέ τήν ἀπόφαση ὅλα ὅσα επεδίωκε δηλ. τό διαζύγιο καί την επιμέλεια τῶν παιδιῶν της μαζί μέ την καταδίκη τοῦ C. στη διενέργεια πληρωμῶν γιά τη διατροφή καί εκπαίδευση τους, καί κατ' αυτό τόν τρόπο δέν υπήρχε λόγος νά ἐπιθυμεί νά υποβληθεί στά ἔξοδα περαιτέρω δικαστικών ἀγώνων.
Στίς 31 Ὀκτωβρίου 1977 ὁ C. ἀπεβίωσε.
Μέ επιστολή τῆς 25ης Μαΐου 1978 (παράρτημα 2 τῆς προσφυγής) ὁ επικεφαλής τοῦ τμήματος ἀτομικά διακαιώματα καί προνόμια, τῆς Γενικής διευθύνσεως προσωπικού καί διοικήσεως τῆς Ἐπιτροπής, πληροφόρησε την προσφεύγουσα ὅτι βάσει των διατάξεων τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως δέν εἶχε δικαίωμα ἐπί τῆς συντάξεως επιζώντων ἀλλ᾿ ὅτι θά τῆς καταβαλλόταν ἡ σύνταξη ὀρφανοῦ γιά τά δύο τέκνα τῆς σύμφωνα μέ τό άρθρο 80 τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως.
Στίς 11 Αυγούστου 1978 ἡ προσφεύγουσα υπέβαλε ένσταση σύμφωνα μέ τό άρθρο 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως κατά τῆς ἀρνήσεως καταβολής συντάξεως επιζώντων (παράρτημα 5 τῆς προσφυγής). Δέν έλαβε ὅμως καμία ἀπάντηση στην ένσταση τῆς πού πρέπει, έτσι, νά θεωρηθεί ὅτι ἀπορρίφθηκε σιωπηρώς.
Μέ τήν παρούσα προσφυγή της, ἡ προσφεύγουσα ζητά:
(i)
νά κηρυχτεί άκυρη ἡ απόφαση τῦς 25ης Μαΐου 1978 περί ἀρνήσεως χορηγήσεως σ' αυτή συντάξεως επιζώντων
(ii)
νά κηρυχτεί άκυρη ἡ σιωπηρή ἀπόφαση περί ἀπορρίψεως τῆς ενστάσεως τῆς 11ης Αυγούστου 1978
(iii)
νά καταδικαστεί ἡ Ἐπιτροπή νά τῆς χορηγήσει σύνταξη ἐπιζώντων καί
(iv)
τόκους υπερημερίας ἐπί τῆς ἐν λόγω συντάξεως.
Μέ διάταξη τῆς 4ης Ὀκτωβρίου 1979 τό Δικαστήριο δέχτηκε τήν παρέμβαση τῆς μητέρας τοῦ C.CO. ὑπό τήν ιδιότητα ὡς «subrogée-tutrice» (παρεπιτρόπου) τῶν δύο τέκνων. Τά τελευταία έχουν συμφέρον στην έκβαση τῆς δίκης, γιατί σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ κανονισμοῦ περί υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, οἱ συντάξεις ὀρφανοῦ πού λαμβάνουν θά μειωνόταν στό ήμισυ, ἄν ή προσφεύγουσα ελάμβανε σύνταξη επιζώντων.
Ἀναφέρω ἀμέσως, γιά νά εκκαθαρίσω τό σημείο αυτό, ὅτι κατά τη γνώμη μου τό αἴτημα τῆς προσφεύγουσας πού ἀφορᾶ τη σιωπηρή ἀπόφαση ἀπορρίψεως τῆς ενστάσεως τῆς στηρίζεται σέ παρανόηση. Όπως υπογραμμίστηκε πρόσφατα ἀπό τό τρίτο τμήμα στίς υποθέσεις 33 καί 75/79 Kuhner κατά Ἐπιτροπῆς (28 Μαΐου 1980, πού δέν έχει δημοσιευτεί ἀκόμη στή συλλογή νομολογίας — βλ. τό 9ο σημείο τοῦ σκεπτικοῦ τῆς ἀποφάσεως) μιά τέτοια ἀπόφαση πού ἁπλώς επιβεβαιώνει τήν ἀμφισβητούμενη πράξη δέν μπορεί νά προσβληθεί ἡ ἴδια βάσει τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Αυτό ὅμως δέν ἀποτελεί παρά τυπικό ζήτημα.
Προς υποστήριξη τῶν ἐπί τῆς ουσίας αιτημάτων τῆς προβλήθηκαν γιά λογαριασμό τῆς προσφεύγουσας τρεις κύριοι λόγοι.
Πρώτα προβλήθηκε ὁ ισχυρισμός, βάσει τοῦ ἄρθρου 184 τῆς συνθήκης ΕΟΚ, ὅτι ή προϋπόθεση τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως στην ὁποία στηρίχθηκε ή Ἐπιτροπή γιά νά ἀρνηθεί τή χορήγηση πρός αύτη συντάξεως, δηλαδή ἡ προϋπόθεση ὅπως «ή ἀπόφαση πού ἀπήγγειλε τό διαζύγιο νά μήν έχει εκδοθεί μέ ἀποκλειστική υπαιτιότητα τῆς συζύγου» εἶναι παράνομη. Στό έγγραφο τῆς προσφυγής εἶχε προβληθεί ὁ ισχυρισμός ὅτι αυτό ὀφειλόταν σέ ὁρισμένους λόγους στην ἀπάντηση τῆς ὅμως καί στην προφορική διαδικασία ἡ προσφεύγουσα περιορίστηκε νά ισχυριστεί ὅτι αυτό ὀφειλόταν στό γεγονός ὅτι ἡ ἐν λόγω προϋπόθεση παραβιάζει τήν ἀρχή τῆς ἴσης μεταχειρίσεως κατά τό μέτρο κατά τό όποιο μποροῦσε νά θίξει μόνο τίς γυναίκες πού εἶχαν διαζευχθεῖ σέ μιά χώρα, ὅπου τά δικαστήρια έχουν τή δυνατότητα νά ἀπαγγέλλουν τό διαζύγιο ὑπαιτιότητι τοῦ ἑνός ἤ τοῦ ἄλλου τῶν συζύγων.
Κατά δεύτερο λόγο καί επικουρικῶς ή προσφεύγουσα ισχυρίζεται ὅτι Ἐπιτροπή κακώς τή μεταχειρίζεται ως τή διαζευγμένη σύζυγο τοῦ C. καί ὄχι ὡς χήρα του, γιατί τό βελγικό διαζύγιο δέν ἀναγνωρίστηκε οὔτε στην Ἰταλία, χώρα τῆς κοινής τους ιθαγένειας, ούτε στή Γερμανία τῆς ὁποίας ή προσφεύγουσα ήταν υπήκοος.
Κατά τρίτο λόγο καί πάντοτε επικουρικώς, ή προσφεύγουσα υποστηρίζει ὅτι ἡ ἀπόφαση τῆς 13ης Ἰουνίου 1975, ὀρθά ἑρμηνευόμενη, δέ διαπιστώνει ὅτι αύτη ήταν «ἀποκλειστικά υπαίτια» γιά τό διαζύγιο καί ἔτσι ἡ προϋπόθεση τοῦ ἄρθρου 27 ικανοποιείται στην πράξη.
Καταλήγω στό συμπέρασμα ὅτι ὁ πρῶτος λόγος τῆς προσφεύγουσας εἶναι βάσιμος.
ΟΙ σχετικές νομοθεσίες τῶν Κρατών μελών μπορούν νά συνοψιστοῦν ὡς έξῆς: Σ' ένα Κράτος μέλος, τήν Ἰρλανδία, ἡ νομοθεσία δέν προβλέπει τό διαζύγιο. Σέ τρία άλλα, τό Βέλγιο, τή Γαλλία καί τό Λουξεμβοῦργο, τό δικαστήριο πού επιτρέπει ἡ ἀπαγγέλλει τό διαζύγιο μπορεί νά τό ἀποδώσει στην ευθύνη τοῦ ἑνός ἡ καί τῶν δύο συζύγων, υπάρχει δέ επίσης ἡ δυνατότητα διαζυγίου λόγω κοινῆς συγκαταθέσεως. Στά ἀπομένοντα πέντε Κράτη μέλη τό διαζύγιο εκδίδεται λόγω ἀνεπανόρθωτου κλονισμοῦ τοῦ γάμου χωρίς καταλογισμό ευθυνών. Στην Ἰταλία αυτό συμβαίνει πάντοτε ἀπό τότε πού θεσπίστηκε τό διαζύγιο τό 1970. Στά άλλα τέσσερα ἀπό τά ἐν λόγω Κράτη μέλη αὐτό εἶναι ἀποτέλεσμα μιας σχετικά πρόσφατης μεταρρυθμίσεως πού σκοπεύει στην κατάργηση τῆς έννοιας τοῦ περί τό γάμο ἀδικήματος. Ἡ κατάργηση αυτή πραγματοποιήθηκε τό 1969 στή Δανία καί στην Ἀγγλία καί Ουαλία, τό 1971 στην Ὀλλανδία, τό 1976 στή Γερμανία καί τή Σκωτία καί τό 1978 στή Βόρεια Ἰρλανδία. Αυτό δέ σημαίνει βέβαια ὅτι ἡ συμπεριφορά τῶν συζύγων δέν μπορεί νά ληφθεί υπόψη ἀπό τά δικαστήρια, σέ ὁρισμένες ἀπό τίς χώρες αυτές, γιά νά ἀποφασιστεί ἄν ὁ γάμος έχει ἀνεπανόρθωτα κλονιστεί, ἤ γιά νά ληφθεί ἀπόφαση σέ θέματα ὅπως ή διατροφή καί επιμέλεια τῶν τέκνων πού γεννήθηκαν ἀπό τό γάμο. Τό οὐσιώδες πάντως εἶναι ὅτι δέν καταλογίζεται υπαιτιότητα γιά τή διάλυση τοῦ γάμου. Ἐπομένως ἡ προϋπόθεση τοῦ ἄρθρου 27 μπορεί νά εφαρμοστεί μόνο στίς γυναίκες πού υπόκεινται στην περί διαζυγίου δικαιοδοσία τῶν δικαστηρίων τοῦ Βελγίου, τῆς Γαλλίας καί τοῦ Λουξεμβούργου (ἤ ενός τρίτου κράτους στό όποιο ἡ έννοια τοῦ περί τό γάμο ἀδικήματος εξακολουθεί νά υπάρχει). Δηλαδή τό άρθρο 27 προβλέπει ὅτι γυναίκες, τῶν ὁποίων ἡ συμπεριφορά είναι ή ἴδια, υπόκεινται σέ διαφορετική μεταχείριση ἀνάλογα μέ τό ἄν ἡ προσωπική τους κατάσταση (εθνικότητα, κατοικία κλπ.) τίς υπάγει στή δικαιοδοσία τῶν δικαστηρίων τῆς μιᾶς ἤ τῆς άλλης χώρας. Πράγματι σέ ὁρισμένες περιπτώσεις, μπορεί νά υπάρξει επιλογή δικαιοδοσίας σέ τρόπο ὥστε ή δυνατότητα εφαρμογής ἡ ὄχι τῆς προϋποθέσεως νά εξαρτάται ἀπό τό πώς ἀσκήθηκε ή δυνατότητα ἐπιλογής. Ἐπιπλέον ἀκόμη καί ὅταν τό διαζύγιο εκδίδεται στό Βέλγιο, τή Γαλλία ἡ τό Λουξεμβοῦργο, εξαρτάται ἀπό τήν επιλογή τῆς διαδικασίας δηλαδή ἀπό τό ἄν τό διαζύγιο εκδόθηκε στά πλαίσια μιᾶς κατ' ἀμφισβήτηση διαδικασίας ή κατόπιν συναινέσεως.
Ή Ἐπιτροπή πρόβαλε τόν ισχυρισμό ὅτι ή διάκριση αύτη (πού δέ διστάζω νά χαρακτηρίσω αυθαίρετη) δέν προέκυψε ἀπό τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 27, τό όποιο εφαρμόζεται ὁμοιόμορφα σέ ὅλους, άλλά ἀπό τό γεγονός, πού τά ευρωπαϊκά ὄργανα δέν μποροῦσαν νά ἀποφύγουν, ὅτι οι νομοθεσίες διαφόρων χωρῶν ἦταν διαφορετικές. Δέν μπορώ νά δεχτῶ τό επιχείρημα αυτό. Ή ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση 21/74 Airola κατά Ἐπιτροπῆς (1975, 1 ECR, 221) δείχνει ὅτι διατάξεις τῆς νομοθεσίας τῶν Κρατών μελών δέν εἶναι επιτρεπτό νά συνεπάγονται διακρίσεις ὅταν αυτό μπορεί νά ἀποφευχθεί. Οἱ νομοθεσίες τῶν Κρατών μελών (καί ἴσως επίσης καί άλλων κρατών) ἀποτελούν πραγματικά περιστατικά τά όποια τά κοινοτικά όργανα ὀφείλουν νά λαμβάνουν υπόψη κατά την κατάρτιση τῆς νομοθεσίας τους. Ὑπάρχουν ἀναμφίβολα περιπτώσεις στίς όποιες εἶναι ἀδύνατο νά διαμορφωθεί ἡ νομοθεσία αύτη κατά τέτοιο τρόπο ὥστε νά ἀποφεύγονται εντελώς διαφορές μεταχειρίσεως ὀφειλόμενες σέ ἀνομοιότητες μεταξύ τῶν ἐν λόγω νομοθεσιών. Στην παρούσα περίπτωση, ὅμως, υιοθετήθηκε μιά διατύπωση ἡ ὁποία, ἀπό τήν ἴδια τῆς τή φύση, πρέπει νά ὁδηγήσει σέ διακρίσεις, γιατί μπορεί νά έχει ὡς ἀποτέλεσμα νά ἀποκλείσει ἀπό τή χορήγηση ευεργετήματος γυναίκες στίς όποιες εφαρμόζονται ιδιαίτερες εθνικές νομοθεσίες. Ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς μᾶς δόθηκε ἀριθμός παραδειγμάτων γιά θέματα στά όποια, ὁπως ἀναφέρθηκε, διαφορές στίς εθνικές νομοθεσίες θά μποροῦσαν νά προκαλέσουν διαφορετική μεταχείριση σέ επίπεδο κοινοτικού δικαίου. Ἐνας ἀπό τους τομείς αυτούς ωφοροῦσε τό πότε ἐνη-λικιώνεται ένα άτομο. Κατά τή γνώμη μου αυτό δέν ἀποτελεί επιτυχημένο παράδειγμα, γιατί τό άρθρο 2 παράγραφος 3 τοῦ παραρτήματος VII τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως παρακάμπτει τά προβλήματα πού προκύπτουν ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ ηλικία ἀπό τῆς ὁποίας ἕνα άτομο θεωρείται ενήλικο δέν εἶναι ἡ ἴδια σέ ὅλες τίς χώρες, καθορίζοντας ειδικά ὅρια ηλικίας μέχρι τά όποια πρέπει νά καταβάλλονται τά οικογενειακά επιδόματα. Ἀν, ἀντίθετα, είχε προβλεφτεί ὅτι τά επιδόματα αυτά θά καταβάλλονταν μέχρι τῆς ἐνηλικιώ-σεως κάθε τέκνου, τούτο θά εισήγαγε σχεδόν σίγουρα διακρίσεις. Νομίζω, ὅτι δέ χρειάζεται νά σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερο μέ τά άλλα παραδείγματα τῆς Ἐπιτροπής. Δέ μέ έπεισαν ὅτι εἶναι επιτρεπτό ὁ κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως νά προβλέπει ὅτι υπάλληλοι, ἤ ἐξ αυτών εξαρτώμενα πρόσωπα, μπορεί νά υπόκεινται σέ διαφορετική μεταχείριση βάσει τῶν εθνικών νομοθεσιών πού εφαρμόζονται σ' αυτούς, ὅταν αυτό εἶναι δυνατό νά ἀπο-φευχτεῖ.
Ἀκόμα λιγότερο πειστικό εἶναι κατά τή γνώμη μου τό επιχείρημα πού προβλήθηκε ἐξ ονόματος τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ἡ σύνταξη επιζώντων πρέπει νά θεωρηθεί ὡς υποκατάστατο τῆς υποχρεώσεως διατροφῆς πού βάρυνε, όσο ζοῦσε, τόν ἀποθανόντα υπάλληλο. Μιά τέτοια σύνταξη, ἀναφέρθηκε, δέ χορηγείται στίς διαζευγμένες συζύγους τῶν οποίων τό διαζύγιο εκδόθηκε λόγω ἀποκλειστικής τους υπαιτιότητας, γιατί αυτές κανονικά δέν έχουν δικαίωμα διατροφής. Μοῦ φαίνεται ὅτι τό επιχείρημα αυτό ἀντιτίθεται σέ ὅ,τι δέχτηκε τό Δικαστήριο στην υπόθεση 24/71 Meinhardt κατά Ἐπιτροπῆς (1972, 1 ECR 269, στην παράγραφο 3 τοῦ σκεπτικού) δηλαδή ὅτι οἱ διατάξεις τοῦ παραρτήματος VΙΙΙ δέν ἀποσκοποῦν στή διατήρηση, μέ διαφορετική μορφή, πρός όφελος τῆς χήρας ἡ τῆς διαζευγμένης συζύγου, μιᾶς υποχρεώσεως διατροφῆς πού προκύπτει ἀπό τό γάμο ἡ τό διαζύγιο, άλλα γεννούν δικαίωμα, τό όποιο ή ενδιαφερόμενη γυναίκα ἀρύεται ἀπευθείας ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακῆς καταστάσεως ὑπό τήν ιδιότητά τῆς ὡς χήρας ἡ διαζευγμένης συζύγου. Οὔτε ὁ συλλογισμός στόν όποιο στηρίζεται τό επιχείρημα εἶναι ὀρθός. Ἀν εξεταστούν οἱ νομοθεσίες τῶν Κρατών μελών σάν σύνολο, εἶναι προσφανῶς ἀδύνατο νά διαπιστωθεί, έστω καί κατά τρόπο γενικό ὅτι τό δικαίωμα διατροφής τῆς διαζευγμένης γυναίκας εἰς βάρος τοῦ πρώην συζύγου της εξαρτᾶται ἀπό τό ἄν εἶχε ἀποδειχτεί ἡ ὄχι ὅτι ήταν ἀποκλειστικά υπαίτια.
Ή Ἐπιτροπή ἀναγνώρισε πράγματι ὅτι τά πράγματα εἶχαν έτσι καί μᾶς ἀναφέρθηκε ἐκ μέρους τῆς ὅτι πρότεινε στό Συμβούλιο τροποποίηση τοῦ ἄρθρου 27, σύμφωνα μέ την όποια τό ἐν λόγω άρθρο θά παρείχε σέ μιά διαζευγμένη σύζυγο τό δικαίωμα γιά σύνταξη επιζῶντος μόνο ἄν είχε δικαίωμα διατροφῆς, κατά τό χρόνο τοῦ θανάτου τοῦ πρώην συζύγου της, δυνάμει εἴτε μιας δικαστικής ἀποφάσεως εἴτε μιᾶς συμφωνίας — ἄν καί προκύπτει ἀπό τήν πρόταση, έτσι ὅπως ἔχει ἐπί τοῦ παρόντος διατυπωθεί, ὅτι ή προϋπόθεση κατά τήν ὁποία τό διαζύγιο δέ θά πρέπει νά έχει ἐκδοθεί λόγω ἀποκλειστικής τῆς υπαιτιότητας, διατηρείται. Μοῦ φαίνεται, ἄν μπορῶ νά εκφραστώ ἔτσι, ὅτι μιά τέτοια διατύπωση, χωρίς βεβαίως τήν προϋπόθεση, θά μπορούσε νά γίνει δεκτή χωρίς ἀντιρρήσεις, θεωρώ ὅμως ὅτι θά έπρεπε, προτοῦ θεσπιστεί, νά γίνει μιά προσεκτική μελέτη τῶν νομοθεσιών τῶν Κρατών μελών — τουλάχιστον —, ως πρός τά δικαιώματα διατροφής μέ σκοπό νά βεβαιωθεί ὅτι δέ θά προκαλέσει διαφορές μεταχειρίσεως πού θά ήταν δυνατό νά ἀπο-φευχτοῦν.
Ἄν συμμερίζεστε τήν άποψη μου ὡς πρός τό πρώτο αυτό ζήτημα τοῦτο ἀρκεῖ γιά νά κρίνετε τήν παρούσα υπόθεση, Θά ήθελα ὅμως νά προσθέσω ὅτι κατέληξα, μετά ἀπό κάποιους ενδοιασμούς, στό συμπέρασμα ὅτι ἄν ισχύει ἡ προϋπόθεση τοῦ ἄρθρου 27, ή προσφεύγουσα δύναται νά κερδίσει τή δίκη βάσει τοῦ τρίτου λόγου πού προβάλλει, δηλαδή βάσει τοῦ λόγου ὅτι ἡ ἀπόφαση τοῦ Tribunal de Première Instance δέ διαπιστώνει τήν ἀποκλειστική τῆς υπαιτιότητα.
Οἱ συνήγοροι θεώρησαν τό ζήτημα αυτό, ὡς θέμα ερμηνείας τῆς ἀποφάσεως, θεωρώ ὅμως ὅτι στην πραγματικότητα είναι ζήτημα ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 27. Τό νόημα της ἀποφάσεως εἶναι αρκετά σαφές: επιτρέπει τό διαζύγιο «aux torts» τῆς προσφεύγουσας — καί ὄχι «aux torts exclusifs de» —, τῆς παρέχει τήν άδεια νά συνεχίσει τή διαδικασία βάσει τῆς δικής τῆς ἀγωγής, διατηρεί τίς διατάξεις περί ἀσφαλιστικών μέτρων προσωρινά ὡς πρός τήν επιμέλεια, τή διατροφή καί τήν εκπαίδευση τῶν τέκνων καί επιφυλάσσεται ὡς πρός τίς δικαστικές δαπάνες. Μέ άλλα λόγια διαπιστώνει τήν υπαιτιότητα τῆς προσφεύγουσας ἀφήνει ὅμως ἀνοικτό τό θέμα ἄν ὁ C. ήταν επίσης υπαίτιος. Τό ζήτημα είναι ἄν ἡ προϋπόθεση τοῦ ἄρθρου 27 εφαρμόζεται ἡ ὄχι σέ μιά τέτοια περίπτωση. Γιά νά δοθεί ἀπάντηση στό ερώτημα αυτό είναι νομίζω χρήσιμο νά εξεταστεί ἡ διατύπωση τῆς προϋποθέσεως καί στίς έξι γλώσσες. Ή διατύπωση αυτή έχει ὡς έξῆς:
Ἀγγλικά:«provided that the court which pronounced the decree of divorce did not find that the divorced wife in question was solely to blame»
Γαλλικά:«sous réserve que le jugement prononçant le divorce n'ait été rendu à ses torts exclusifs»
Γερμανικά:«sofern sie in dem Scheidungsurteil nicht für allein schuldig erklärt worden ist»
Δανικά:«såfremt hun ved skilsmissedommen ikke har fået tillagt hele skylden»
Ἰταλικά:«a condizione che la sentenza di divorzio non sia stata pronunciata esclusivamente per colpa del coniuge divorziato»
Ὀλλανδικά:«mits het echtscheidingsvonnis niet alleen de vrouw als schuldige partij aanmerkt».
Αυτό πού κατά τή γνώμη μου προκύπτει εἶναι ὅτι γιά νά ἐφαρμοστεί ἡ προϋπόθεση πρέπει ἡ ἀπόφαση τοῦ διαζυγίου νά διαπιστώνει ὅτι ἡ σύζυγος ήταν ἀποκλειστικά υπαίτια. Ή προϋπόθεση αυτή θά μποροῦσε κατά τή γνώμη μου νά εκπληρωθεί στην προκειμένη περίπτωση ἄν δέν υπήρχε ἀγωγή τῆς προσφεύγουσας ἡ ἄν ἡ ἀγωγή της εἶχε ἀπορριφθεί. Κατά τή γνώμη μου δέν εἶναι ἀρκετό ὅτι κατά τό χρόνο τοῦ θανάτου τοῦ C. ἡ μόνη θετική διαπίστωση στην ὁποία είχε προβεί τό δικαστήριο ήταν ὅτι ἡ σύζυγός του ήταν υπαίτια, γιατί τούτο δέν ισοδυναμεί μέ τή διαπίστωση ὅτι ήταν ἀποκλειστικά υπαίτια.
Καί έρχομαι στό δεύτερο λόγο τῆς προσφεύγουσας πού ήταν, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, ὅτι θά έπρεπε νά θεωρηθεί ὡς χήρα τοῦ C. καί ὄχι ὡς διαζευγμένη σύζυγός του γιατί τό βελγικό διαζύγιο δέν ἀναγνωρίστηκε ούτε στην Ἰταλία ούτε στη Γερμανία.
Ό λόγος αυτός στηρίχτηκε στά έξης επιχειρήματα:
Διάφορες διατάξεις τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, περιλαμβανομένων των περί συντάξεως επιζώντων, ἀναφέρονται στην προσωπική κατάσταση μέ σκοπό τή χορήγηση ἡ μη, ὁρισμένων πλεονεκτημάτων. Ή προσωπική κατάσταση διέπεται ἀπό τήν εθνική νομοθεσία καί μπορεί νά συμβεί ἕνα πρόσωπο νά βρίσκεται ὑπό ιδιαίτερη προσωπική κατάσταση βάσει τοῦ δικαίου ενός Κράτος μέλους καί ὑπό διαφορετική κατάσταση βάσει τοῦ δικαίου άλλου Κράτους μέλους. Τέτοιες διαφορές δέν μποροῦν νά ἐπιλυθοῦν παρά μόνο μέ εφαρμογή τῶν κανόνων τοῦ ιδιωτικοί) διε-θνοῦς δικαίου, εἶναι δέ γενικός κανόνας τοῦ ιδιωτικοί) διεθνοῦς δικαίου ὅτι ή προσωπική κατάσταση ενός ἀτόμου διέπεται ἀπό τό δίκαιο τῆς χώρας τῆς ὁποίας ἔχει τήν υπηκοότητα.
Δέν υπάρχει προφανώς τέτοιος γενικός κανόνας. Σύμφωνα μέ τή νομοθεσία ὁρισμένων χωρών (περιλαμβανομένων καί τῶν τριών νέων Κρατῶν μελών) ἡ προσωπική κατάσταση ενός ἀτόμου διέπεται κατά πρώτο λόγο ἀπό τό δίκαιο τοῦ τόπου τῆς κατοικίας του. Τό βασικότερο ὅμως λάθος πού ενυπάρχει στό επιχείρημα εἶναι ὅτι υποθέτει τήν ύπαρξη ἑνός μοναδικοί) καί γενικοῦ συνόλου κανόνων ιδιωτικοί) διε-θνοῦς δικαίου στους ὁποίους μπορεί κανείς νά προσφεύγει γιά τήν επίλυση οιουδήποτε προβλήματος συγκρούσεως νομοθεσιών. Στην πραγματικότητα, κάθε χώρα ἔχει τους δικούς τῆς κανόνες ιδιωτικοῦ διεθνοῦς δικαίου (τους ὁποίους δύναται ἤ ὄχι νά τροποποιήσει μέσω διεθνών συμβάσεων, ὅπως ἡ σύμβαση μεταξύ Βελγίου καί Γερμανίας καί μεταξύ Βελγίου καί Ἰταλίας οἱ όποιες μᾶς ἀναφέρθηκαν). Κατά τό μέτρο πού λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα περίπτωση, τό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο κάθε χώρας ἔχει σάν σκοπό νά επιτρέψει στά δικαστήρια τῆς χώρας αυτής νά ἀποφασίσουν ἄν θά ἀναγνωρίσουν ἀλλοδαπό διαζύγιο.
Τό ζήτημα, ἑπομένως, εἶναι ἄν τό Δικαστήριο πρέπει νά διατυπώσει μιά σειρά ἀπό κανόνες ιδιωτικοί) διεθνοῦς δικαίου πού πρέπει νά εφαρμόζονται σέ κοινοτικό επίπεδο. Βεβαίως, ένας ἁπλός κανόνας πού θά ελάμβανε ὑπόψη τήν εθνικότητα τοῦ ενδιαφερόμενου προσώπου δέ θά ἀρκοῦσε, πρώτα γιατί θά μποροῦσε νά προκαλέσει τεχνητές καί άδικες καταστάσεις σέ περιπτώσεις προσώπων πού έχουν τήν ιθαγένεια, ή κατοικούν σέ Κράτη μέλη, ὅπου ἡ κατοικία ἔχει καθοριστική σημασία, δεύτερο γιατί στην περίπτωση ενός τουλάχιστον Κράτους μέλους, τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου, ἕνας τέτοιος κανόνας θά ήταν ἀπό μόνος του ἀνενεργός — οἱ υπήκοοι τοῦ Ήνωμένου Βασιλείου ὅπως καθορίστηκαν γιά τους σκοπούς τοῦ κοινοτικοί) δικαίου (βλ. σχετικά τήν ὑπόθεση 257/78 Devred κατά Επιτροπῆς, τῆς 14ης Δεκεμβρίου 1979, πού δέν έχει ἀκόμα δημοσιευτεί) υπόκεινται σέ διάφορα νομικά συστήματα — καί τρίτο γιατί ένας τέτοιος κανόνας δέ θά μπορούσε νά προσδιορίσει ἀναγκαστικά τήν κατάσταση ενός ἀτόμου, πού, ὅπως ἡ προσφεύγουσα στην προκειμένη περίπτωση, ἔχει διπλή υπηκοότητα. Πράγματι τό κείμενο τῆς συμβάσεως τῆς Χάγης τῆς 1ης Ἰουνίου 1970 περί ἀναγνωρίσεως τῶν διαζυγίων καί τῶν χωρισμών ἀπό τραπέζης καί κοίτης, ή ὁποία μας ἀναφέρθηκε ἀπό τό δικηγόρο τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπεικονίζει ἔντονα πόσο πολύπλοκο θά ήταν ένα τέτοιο σύνολο κανόνων. 'Υπάρχουν κατά τή γνώμη μου ἀρκετοί λόγοι νά μην επιχειρήσει τό Δικαστήριο ἕνα τέτοιο έργο.
Κατά πρώτο λόγο, τούτο θά σήμαινε ὅτι οἱ δικαστές ἀσκούν νομοθετικό έργο. Θά μπορούσε νά ήταν διαφορετικά ἄν ἡ σύμβαση τῆς Χάγης εἶχε επικυρωθεί ἀπό ὅλα τά Κράτη μέλη ἡ ἴσως ἀπό τά περισσότερα. Φαίνεται ὅμως ὅτι έχει επικυρωθεί ἀπό δύο μόνο (Δανία καί Ήνωμένο Βασίλειο).
Κατά δεύτερο λόγο, αυτό δέ θά ἀπάλλασε ὁπωσδήποτε τίς υπηρεσίες προσωπικού των κοινοτικών ὀργάνων, υπεύθυνες γιά τήν εφαρμογή τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ἀπό τή διεξαγωγή ερευνών γιά νά διαπιστωθεί ἄν διαζύγιο πού εκδόθηκε σ᾽ ένα κράτος ισχύει επίσης καί σ᾽ ένα άλλο. Οἱ πιθανές δυσκολίες καί οἱ ἀβεβαιότητες καθώς καί οἱ δαπάνες μιᾶς τέτοιας έρευνας ἀπεικονίζονται παραστατικά στή συζήτηση κατά τήν παρούσα περίπτωση ἐπί τοῦ ζητήματος ἄν καί σέ ποιά έκταση θά μπορούσε νά ἀναγνωριστεί στή Γερμανία καί Ἰταλία, ἀντίστοιχα, τό βελγικό διαζύγιο, ζήτημα γιά τό ὁποίο δέ νομίζω ὅτι μᾶς δόθηκαν εντελώς σαφείς ἀπαντήσεις παρά τήν επιστημονική έρευνα πού ἀφιερώθηκε σ᾽ αυτά.
Πάντως σέ μιά υπόθεση ὅπως ἡ παρούσα μιά τέτοια έρευνα θά μπορούσε νά ἀποδειχτεί ἀτελέσφορη. Ὅπως τό Δικαστήριο ἀποφάνθηκε στή διάταξη του τῆς 4ης Ὀκτωβρίου 1979 μέ τήν ὁποία ἀποδεχόταν
τήν παρέμβαση τῆς Co. ἡ ἀπόφαση σας, στην προκειμένη υπόθεση δέν μπορεί καί δέν θά έχει ὡς ἀποτέλεσμα τόν καθορισμό της προσωπικῆς καταστάσεως τῆς προσφεύγουσας γιά κάθε περίπτωση. Θά κρίνει μόνο ἄν ἡ προσφεύγουσα δικαιοῦται συντάξεως επιζώντων σύμφωνα μέ τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. Ἀν τυχόν εἶναι εσφαλμένες οἱ ἀπόψεις πού έχω διατυπώσει ὡς πρός τόν πρώτο καί τρίτο λόγο, ἡ ἀπάντηση σας θἀ εξαρτᾶται μόνο ἀπό τό ἄν αυτή θά μπορούσε νά θεωρηθεί ὡς χήρα ἤ ὡς διαζευγμένη σύζυγος γιά τους σκοπούς τοῦ κανονισμού περί τῆς υπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν υπαλλήλων. Ἀπό τῆν άποψη αύτη δέν ἀμφιβάλλω καθ' ὅσον μέ άφορα, ὅτι στό πλαίσιο τῶν σχέσεων μεταξύ ενός προσώπου καί ενός κοινοτικοί) ὀργάνου σέ θέματα πού ἀνάγονται στον κανονισμό υπηρεσιακῆς καταστάσεως, ένα άτομο τό όποιο κίνησε μιά διαδικασία ενώπιον, ἡ ἀποδέχτηκε τή δικαιοδοσία, δικαστηρίου ενός κράτους (εἴτε εἶναι Κράτος μέλος εἴτε ὄχι) δέν μπορεί νά ισχυριστεί ὅτι ή ἀπόφαση αυτού τοῦ δικαστηρίου δέν είναι δεσμευτική. Ἰδού, μέχρι πού χρειάζεται νά προχωρήσετε, στην προκειμένη περίπτωση, ἐφ᾽ ὅσον ἡ ἴδια ἡ προσφεύγουσα κίνησε τή διαδικασία ενώπιον τοῦ Tribunal de Première Instance τῶν Βρυξελλών. Ούτε νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαίο νά εξεταστούν τά θέματα τά όποια θίχτηκαν ὑπό μορφή επιχειρημάτων ὡς πρός τίς συνέπειες πού θά προέκυπταν ἄν ἀποδεικνυόταν ὅτι τό Tribunal εσφαλμένα έκρινε πώς έχει δικαιοδοσία, έστω καί κατά τό βελγικό δίκαιο, ἡ ὅτι ενήργησε κατά παράβαση τοῦ δικαιώματος υπερασπίσεως.
Γιά τους λόγους αυτούς θά πρότεινα τήν ἀπόρριψη τοῦ δεύτερου λόγου τῆς προσφεύγουσας. 'Έχοντας πάντως ὑπόψη τίς ἀπόψεις πού διατύπωσα σχετικά μέ τόν πρῶτο καί τόν τρίτο λόγο, έχω τή γνώμη ὅτι θά έπρεπε νά κηρύξετε άκυρη τήν ἀπόφαση πού τῆς ἀνακοινώθηκε μέ την επιστολή τῆς 25ης Μαΐου 1978 τοῦ επικεφαλής τοῦ τμήματος ἀτομικῶν δικαιωμάτων καί προνομίων τῆς Γενικής διευθύνσεως προσωπικοῦ καί διοικήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, καί ἡ ὁποια τῆς ἀρνήθηκε τή χορήγηση συντάξεως επιζώντων.
Σχετικά μέ τήν επανόρθωση πού θά εἶναι συνέπεια τῆς ἀκυρώσεως, έχετε, δυνάμει τῆς τελευταίας φράσεως τοῦ ἄρθρου 91 παράγραφος 1 τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως πλήρη δικαιοδοσία. Ειδικότερα έχετε δικαιοδοσία νά διατάξετε τήν Ἐπιτροπή νά χορηγήσει στην προσφεύγουσα σύνταξη επιζώντων σύμφωνα μέ τίς διατάξεις τοῦ παραρτήματος VIII τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως (βλ. ἀπόφαση Meinhardt) καί νομίζω ὅτι πρέπει νά τό πράξετε ἐφ' ὅσον καί ἡ προσφεύγουσα υπέβαλε αυτό τό αίτημα. Κατά τή γνώμη μου πάντως ἡ ἀπόφαση σας ὀφείλει νά διευκρινίζει ὅτι πρέπει νά ἀφαιρεθούν ἀπό τίς συντάξεις τῶν παρελθόντων μηνῶν ποσά ἴσα μέ τό ήμισυ τῆς συντάξεως ὀρφανοῦ πού έλαβε ἡ προσφεύγουσα γιά τά τέκνα της. Στό μέλλον, νομίζω, ὅτι μιά ἀναπροσαρμογή τῶν συντάξεων αυτῶν θά έπρεπε νά εἶναι αυτόματη.
Ή προσφεύγουσα ζητα επίσης τόκους μέ επιτόκιο 8 % γιά τίς καταπεσοῦσες μηνιαίες δόσεις τῆς συντάξεως της, χωρίς νά προσδιορίζει ἀπό ποιά ημερομηνία. Ἀναφορικά μέ τό επιτόκιο, νομίζω ὅτι οι δύο τελευταίες υποθέσεις στίς όποιες τό Δικαστήριο χορήγησε τόκους ήταν ἡ υπόθεση 115/76 Leonardini κατά Ἐπιτροπῆς (1978) ECR 735, ὅπου εἶχε ζητηθεί καί χορηγήθηκε επιτόκιο 8 % καί ἡ υπόθεση 114/77 Jacquemart κατά Ἐπιτροπῆς (1978) ECR 1967, ὅπού εἶχε ζητηθεί καί
χορηγήθηκε επιτόκιο 6 %. Νομίζω κατά συνέπεια ὅτι επιτόκιο 8 ο/ο μπορεί νά χορηγηθεί στην προκειμένη περίπτωση. 'Ως πρός τήν ἡμερομηνία, είχα συνοψίσει τίς ἀρχές πού πρέπει νά διέπουν τό θέμα αυτό στίς προτάσεις μου ἐπί τῆς υποθέσεως Jacquemart (1978 ECR στίς σ. 1718-1719) καί εἶχα καταλήξει στό συμπέρασμα ὅτι ὀρθή ἡμερομηνία έπρεπε νά εἶναι εκείνη κατά τήν ὁποία υποβλήθηκε στην Ἐπιτροπή ή αἴτηση τῆς προσφεύγουσας. Τό Δικαστήριο εἶχε υιοθετήσει τήν ἄποψη αὐτή.
Νομίζω ὅτι πρέπει νά εφαρμοστεί ἐδῶ επίσης ἡ ἴδια ἀρχή, έτσι ὥστε οἱ τόκοι ἐπί τῶν καθυστερημένων νά τρέχουν ἀπό τίς 11 Αυγούστου 1978 γιά τήν περίπτωση μηνιαίων καταβολών τῆς συντάξεως πού ὀφείλονταν πρίν ἀπό τήν ημερομηνία αυτή.
Τέλος ἡ προσφεύγουσα ζητᾶ τήν ἀπόδοση τῶν δικαστικών εξόδων καί, κατά τή γνώμη μου, θά πρέπει ἡ Ἐπιτροπή νά καταδικαστεί στην καταβολή τους.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy