ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN-PIERRE WARNER
της 13ης Δεκεμβρίου 1979 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Εισαγωγή
Η πρώτη από τις δύο αυτές υποθέσεις, η υπόθεση 52/79, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο με προδικαστικό ερώτημα του tribunal correctionnel της Λιέγης και η δεύτερη, η υπόθεση 62/79, με ερώτημα του cour d'appel των Βρυξελλών.
Και οι δύο υποθέσεις θέτουν προβλήματα ερμηνείας των άρθρων 59 έως 66 της Συνθήκης ΕΟΚ, περί ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών.
Και οι δύο υποθέσεις ανέκυψαν στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες μεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων στο Βέλγιο. Οι υπηρεσίες αυτές συνίστανται στην ουσία στη λήψη, με τη βοήθεια κεραίας, τηλεοπτικών σημάτων που εκπέμπονται δια του αέρος και την αναμετάδοση των σημάτων αυτών, καλωδιακά, στους τηλεοπτικούς δέκτες των συνδρομητών. Όπως ακούσαμε, από τεχνική άποψη η διαδικασία αυτή διακρίνεται από εκείνη που συνίσταται στη χρησιμοποίηση συνηθισμένης κεραίας για τη λήψη τηλεοπτικών εκπομπών, παραδείγματος χάρη σε μια πολυκατοικία, αποκλειστικά λόγω της κλίμακος και του επαγγελματικού της χαρακτήρα (ιδίως λόγω των διαστάσεων και της θέσεως της κεραίας, καθώς και του βαθμού συντηρήσεως).
Στην καλωδιακή μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων αποδίδονται τέσσερα πλεονεκτήματα. Καταρχήν αποτελεί τρόπο υπερνικήσεως των εμποδίων για την άμεση λήψη εκπομπών, όπως είναι οι λόφοι, τα δάση και τα μεγάλα κτίρια. Δεύτερον, βελτιώνει την ποιότητα τόσο της εικόνας όσο και του ήχου. Τρίτον, επιτρέπει στους συνδρομητές τη λήψη τηλεοπτικών προγραμμάτων, ακόμη κι αν κατοικούν εκτός της ζώνης εκπομπής των σταθμών που μεταδίδουν τα προγράμματα αυτά, δηλαδή εκτός της καλούμενης «ζώνης φυσικής λήψεως» των τελευταίων. Τέλος, υπάρχει ένα στοιχείο που συνδέεται με την προστασία του περιβάλλοντος: η καλωδιακή μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων απαλλάσσει από την ανάγκη εγκαταστάσεως αντιαισθητικής ιδιωτικής κεραίας στη σκεπή των σπιτιών. Υπογραμμίστηκε ότι ο τηλεθεατής, που είναι συνδρομητής σε υπηρεσία μεταδόσεως τηλεοπτικών προγραμμάτων, λαμβάνει όλα τα τηλεοπτικά προγράμματα καλωδιακά, συμπεριλαμβανομένων και αυτών, των οποίων η λήψη είναι δυνατή εντός της ζώνης φυσικής λήψεως στην οποία κατοικεί.
Οι προκείμενες υποθέσεις αφορούν προβλήματα που θέτει η καλωδιακή μετάδοση στο Βέλγιο προγραμμάτων που εκπέμπουν τηλεοπτικοί σταθμοί ευρισκόμενοι εκτός του βελγικού εδάφους. Προσκομίστηκε στο Δικαστήριο ένας χάρτης που δείχνει ότι όλα τα μέρη του Βελγίου βρίσκονται εντός της ζώνης φυσικής λήψεως ενός ή περισσοτέρων αλλοδαπών σταθμών εκπομπής (βρετανικών, ολλανδικών, γερμανικών, λουξεμβουργιανών και γαλλικών).
Η έκταση της διεισδύσεως των αλλοδαπών σταθμών εκπομπής, όπως προκύπτει από το χάρτη, αμφισβητήθηκε από τον εκπρόσωπο της Γερμανικής Κυβερνήσεως, αλλά αυτός δεν επέμεινε στο θέμα αυτό, και, εν πάση περιπτώσει, η γενική όψη της καταστάσεως δεν θα άλλαζε πολύ, ακόμη κι αν είχε δίκαιο. Αναφέρθηκε, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι η καλωδιακή μετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων αυξάνει τον αριθμό των ξένων προγραμμάτων για τους Βέλγους τηλεθεατές από δύο ή τρία σε οκτώ ή δέκα, στις περιοχές που ευνοούνται περισσότερο.
Η υπόθεση 52/79 αφορά ποινική δίωξη λόγω παραβάσεως απαγορεύσεως μεταδόσεως εμπορικών διαφημίσεων, που θεσπίστηκε με ένα βασιλικό διάταγμα, στο οποίο θα αναφερθώ λεπτομερώς σε λίγο. Η υπόθεση 62/79 αφορά αγωγή λόγω προσβολής των δικαιωμάτων του δημιουργού.
Η κρίσιμη βελγική νομοθεσία
Η εκπομπή προγραμμάτων με κύματα συνιστά στο Βέλγιο νόμιμο μονοπώλιο, που καλύπτει συγχρόνως το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Το μονοπώλιο αυτό διέπεται σήμερα από ένα νόμο της 18ης Μαΐου 1960 (που τροποποιήθηκε με διάταγμα της 12ης Δεκεμβρίου 1977) που δημιουργεί δύο οργανισμούς εκπομπής (instituts d'émission), και συγκεκριμένα τη «Radiodiffusion-télévision belge de la Communauté culturelle française» (γενικώς γνωστή ως «RTBF») και τη «Belgische radio en televisie, Nederlandse uitzendingen» (γενικώς γνωστή ως «BRT»). Ο νόμος δημιούργησε επίσης έναν κοινό οργανισμό, τη «Radiodiffusion-télévision belge — Institut des services communs», που είναι υπεύθυνος για τις κοινές τεχνικές, διοικητικές, οικονομικές και πολιτιστικές υπηρεσίες, για τις εκπομπές σε γερμανική γλώσσα, καθώς και για την υπηρεσία των παγκοσμίων εκπομπών.
Μεταξύ άλλων περιορισμών, ο νόμος, με το άρθρο 28, παράγραφος 3, απαγορεύει κάθε μετάδοση από την RTBF ή την BRT (ή, όπως κατάλαβα, από το κοινό «Institut») μηνυμάτων που «έχουν χαρακτήρα εμπορικής διαφημίσεως». Αναφέρθηκε ότι επιτρέπονται εντούτοις τα προγράμματα που τελούν υπό την αιγίδα κρατικών ή ημικρατικών οργανισμών, όπως η Sabena, η Caisse de Credit Communal και η Caisse d'épargne.
H καλωδιακή μετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών ρυθμίζεται με βασιλικό διάταγμα της 24ης Δεκεμβρίου 1966.
Το κεφάλαιο II αυτού του βασιλικού διατάγματος περιέχει διατάξεις που αφορούν την άδεια για δίκτυο καλωδιακής μεταδόσεως εκπομπών.
Κατά το άρθρο 2, απαγορεύεται η δημιουργία τέτοιου δικτύου χωρίς την άδεια του αρμόδιου υπουργού. Όπως ακούσαμε, η αίτηση αδείας πρέπει να αναφέρει τους σταθμούς εκπομπής, των οποίων τα προγράμματα σκοπεύει να αναμεταδίδει ο αιτών, κάθε μεταβολή δε στη δηλωθείσα ομάδα σταθμών χρειάζεται νέα άδεια.
Στο άρθρο 7 προβλέπεται ότι η άδεια χορηγείται για περιορισμένη περιοχή σε τμήμα δήμου, σε δήμο ή σε ομάδα γειτονικών δήμων. Εντούτοις, ο αρμόδιος υπουργός μπορεί να επιτρέψει την εγκατάσταση κεραιών και των συσκευών που συνδέονται μ' αυτές εκτός της περιοχής αυτής.
Το κεφάλαιο VI του βασιλικού διατάγματος φέρει τον τίτλο «προγράμματα». Περιέχει, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 20 έως 23, τα οποία, στο μέτρο που ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση, έχουν ως εξής:
«Άρθρο 20
Εκτός της περιπτώσεως αδυναμίας αναγνωρισμένης από τον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών, κάθε δίκτυο αναμεταδόσεως τηλεοπτικών εκπομπών πρέπει να μεταδίδει συγχρόνως και στο σύνολο τους όλες τις εκπομπές της Βελγικής Ραδιοφωνίας και Τηλεοράσεως.
Αρθρο 21
Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των διεθνών συμβάσεων, ο αναμεταδίδων μπορεί να μεταδίδει τις εκπομπές κάθε άλλου σταθμού τηλεοπτικής μεταδόσεως, η λειτουργία του οποίου επιτρέπεται στη χώρα όπου είναι εγκατεστημένος.
Απαγορεύεται, εντούτοις, η μετάδοση:
1ο
εκπομπών που παρουσιάζουν χαρακτήρα εμπορικής διαφημίσεως·
Άρθρο 22
Απαγορεύεται στον αναμεταδίδοντα η σύνδεση στο δίκτυο αναμεταδόσεως τηλεοπτικών εκπομπών συσκευών που μπορούν να αναμεταδώσουν εικόνες και ήχους πλην των επιτρεπομένων προγραμμάτων.
...
Άρθρο 23
Απαγορεύεται η αναμετάδοση εκπομπών:
α)
που προσβάλλουν τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη ή παραβιάζουν τους βελγικούς νόμους
β)
που είναι αντίθετες στα χρηστά ήθη
γ)
που μπορούν να αποτελέσουν προσβολή αλλότριων πεποιθήσεων ή προσβολή ξένου κράτους.»
Στο άρθρο 41 του βασιλικού διατάγματος προβλέπεται ότι κάθε παράβαση των διατάξεων αυτών μπορεί να οδηγήσει σε προσωρινή ή οριστική ανάκληση της αδείας από την επιχείρηση μεταδόσεως προγραμμάτων. Η κύρωση αυτή προβλέπεται επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 16 του νόμου της 26ης Ιανουαρίου 1960, σύμφωνα με το οποίο μπορούν να επιβληθούν χρηματικές ποινές.
Οι διατάξεις του βελγικού δικαίου περί των δικαιωμάτων του δημιουργού που ενδιαφέρουν την παρούσα υπόθεση, εκτίθενται στη Διάταξη παραπομπής του cour d'appel των Βρυξελλών. Στη Διάταξη αυτή αναφέρεται ότι η θέση των επιχειρήσεων καλωδιακής μεταδόσεως ρυθμίζεται στο Βέλγιο από το άρθρο 11 bis της Συμβάσεως της Βέρνης «δια την προστασίαν των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων» που αναθεωρήθηκε τελευταία στις Βρυξέλλες, την 26η Ιουνίου 1948, και κυρώθηκε με βελγικό νόμο της 26ης Ιουνίου 1951. Η παράγραφος 1 του άρθρου 11 bis ορίζει τα εξής:
«Οι δημιουργοί λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων που έχουν το αποκλειστικόν δικαίωμα να επιτρέπουν:
1)
την ραδιοφωνική ν μετάδοσιν των έργων των ή την δημοσίαν ανακοίνωσιν των έργων τούτων διά παντός άλλου μέσου, χρησιμεύοντος εις την ασύρματον μετάδοσιν των σχημάτων, των ήχων ή των εικόνων,
2)
πάσαν δημοσίαν ανακοίνωσιν είτε ενσύρματον είτε ασύρματον, του μεταδιδομένου δια του ραδιοφώνου έργου, οσάκις η ανακοίνωσις αύτη γίνεται υπό Οργανισμού διαφόρου του αρχικού,
3)
...»
Το cour d'appel έκρινε ότι το σημείο 2 εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση στο μέτρο που μια βελγική επιχείρηση καλωδιακής μεταδόσεως αποτελεί οργανισμό διαφορετικό από τον αρχικό οργανισμό εκπομπής και που η μετάδοση εκπομπής από μια τέτοια επιχείρηση στους συνδρομητές της αποτελεί «ενσύρματη δημόσια ανακοίνωση». Έτσι, ο δημιουργός κάθε λογοτεχνικού ή καλλιτεχνικού έργου που αποτελεί αντικείμενο εκπομπής έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπει τη μετάδοση της από μια τέτοια επιχείρηση. Αν κατάλαβα καλά, το cour d'appel θεωρεί ότι η αρχή αυτή εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του αν η αρχική εκπομπή έγινε στο Βέλγιο ή αλλού.
Νομίζω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει τη σκέψη του cour d'appel επί του σημείου αυτού, διότι στο πλαίσιο παραπομπής κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης, κάθε ερώτημα ως προς την ερμηνεία του εθνικού δικαίου ανήκει στη δικαιοδοσία του εθνικού δικαστηρίου.
Τα άρθρα 1 και 6, παράγραφος 1, της ευρωπαϊκής συμφωνίας περί της προστασίας των τηλεοπτικών εκπομπών, της 22ας Ιουνίου 1960, που συνήφθη υπό την αιγίδα του Συμβουλίου της Ευρώπης (συμφωνία του Στρασβούργου) ενδιαφέρουν επίσης ως ένα βαθμό τις παρούσες υποθέσεις. Όσον αφορά τα κράτη μέλη της Κοινότητας, η συμφωνία αυτή ισχύει μεταξύ Βελγίου, Δανίας, Γαλλίας, Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και Ηνωμένου Βασιλείου. Όπως φαίνεται, δεν έχουν κυρώσει τη συμφωνία η Ιρλανδία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία.
Το άρθρο 1 της συμφωνίας, στο μέτρο που ενδιαφέρει την παρούσα υπόθεση, ορίζει τα εξής:
«Οι οργανισμοί ραδιοφωνικής μεταδόσεως που συνιστώνται στο έδαφος ενός συμβαλλόμενου κράτους σύμφωνα με τη νομοθεσία του ή πραγματοποιούν εκπομπές στο έδαφος αυτό, απολαύουν, όσον αφορά όλες τις τηλεοπτικές τους εκπομπές,
1)
του δικαιώματος να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν στο έδαφος όλων των συμβαλλομένων κρατών:
α)
...
β)
την ενσύρματο μετάδοση των εκπομπών αυτών στο κοινό...»
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, ορίζει ότι:
«Η προστασία του άρθρου 1 δεν θίγει τυχόν δικαιώματα τρίτων επί τηλεοπτικής εκπομπής, ιδίως δε τα δικαιώματα των δημιουργών, εκτελεστών ή ερμηνευτών, των παραγωγών ταινιών ή δίσκων και των διοργανωτών θεαμάτων.»
Θα εξετάσω τώρα τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου και καταρχάς αυτά της υποθέσεως 52/79.
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως 52/79
Το άρθρο 21 του βασιλικού διατάγματος της 24ης Δεκεμβρίου 1966 έχει προφανώς ως αποτέλεσμα ότι στο Βέλγιο οι εταιρίες καλωδιακής μεταδόσεως εκπομπών υποχρεούνται να εξαλείφουν τις εμπορικές διαφημίσεις από τα ξένα τηλεοπτικά προγράμματα που αναμεταδίδουν. Κατά το άρθρο 23 υποχρεούνται να αποκλείουν επίσης και άλλα είδη εκπομπών, η υπόθεση 52/79 αναφέρεται όμως μόνο στη διαφήμιση.
Αναφέρθηκαν οι δυσκολίες που θα συνεπάγονταν οι αποκλεισμοί αυτοί, αν τηρούνταν οι απαγορεύσεις των άρθρων 21 και 23 του βασιλικού διατάγματος. Οι δυσκολίες αυτές φαίνεται να είναι τριών ειδών.
Καταρχάς, κάθε δίκτυο μεταδόσεως θα έπρεπε να απασχολεί ένα πρόσωπο που να παρακολουθεί κάθε ξένο αναμεταδιδόμενο πρόγραμμα, καθ' όλη τη διάρκεια εκπομπής του, κατά τρόπον ώστε να διακόπτει την εκπομπή όταν εμφανίζονται στην οθόνη απαγορευμένα μηνύματα και να την αποκαθιστά μετά το τέλος τους. Αυτό θα επέβαλε τεράστια αύξηση προσωπικού που θα επέφερε αντίστοιχη αύξηση της συνδρομής για τις υπηρεσίες μεταδόσεως. Αναφέρθηκε ότι σήμερα, μετά την εγκατάσταση του δικτύου, όλος ο εξοπλισμός λειτουργεί αυτόματα, έτσι ώστε δεν χρειάζεται προσωπικό παρά μόνο για τη διαχείριση και τη συντήρηση.
Κατά δεύτερο λόγο, το προσωπικό που θα προσλαμβανόταν για να παρακολουθεί και να λογοκρίνει τα προγράμματα θα διέπραττε αναπόφευκτα σφάλματα κρίσεως. Το όριο μεταξύ των εκπομπών «που έχουν χαρακτήρα εμπορικής διαφημίσεως» και εκείνων που δεν έχουν το χαρακτήρα αυτό είναι συγκεχυμένο. Έγινε λόγος για τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν κι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν η RTBF και η BRT για να κάνουν τη διάκριση αυτή. Αναφέρθηκε το παράδειγμα του ελεγκτού που παρακολουθεί αγώνα ποδοσφαίρου και βλέπει στην οθόνη του μια διαφήμιση που βρίσκεται στο στάδιο. Πρέπει να διακόψει αμέσως την εκπομπή ή όχι;
Κατά τρίτο λόγο η διακοπή της εκπομπής προκαλεί ένα δυσάρεστο θόρυβο στις συσκευές των συνδρομητών και στις οθόνες τους το καλούμενο «χιόνι». Αυτό ενοχλεί τους συνδρομητές που διερωτώνται αν η διατάραξη οφείλεται στο δέκτη τους, στο δίκτυο μεταδόσεως ή στην ίδια την εκπομπή.
Επιπλέον, η διάταξη του άρθρου 22 του βασιλικού διατάγματος εμποδίζει την εταιρία μεταδόσεως να παρεμβάλει η ίδια ένα σήμα που να εξηγεί τους λόγους διακοπής της εκπομπής.
Είναι δεδομένο ότι, αφού συμμορφώθηκαν αρχικά προς τις διατάξεις του νόμου, οι εταιρίες καλωδιακής μεταδόσεως, λόγω των δυσκολιών αυτών και της ταχείας αυξήσεως των τηλεοπτικών διαφημίσεων στις γειτονικές χώρες του Βελγίου, κατέληξαν στο να αγνοήσουν το άρθρο 21 του βασιλικού διατάγματος και να αναμεταδίδουν ολόκληρα τα ξένα τηλεοπτικά προγράμματα. Οι αρχές επέλεξαν να κλείσουν τα μάτια μπροστά σ' αυτή τη γενική παράβαση του εν λόγω άρθρου. Αυτό προκύπτει από τις υπουργικές δηλώσεις που τέθηκαν υπόψη μας, καθώς και από το γεγονός ότι οι ποινικές διώξεις της υποθέσεως 52/79 είναι οι πρώτες που ασκήθηκαν λόγω παραβάσεως του άρθρου 21.
Τις ποινικές αυτές διώξεις προκάλεσαν τρεις ενώσεις που εμφανίζονται ως «ενώσεις καταναλωτών», και συγκεκριμένα η ASBL «Fédération Nationale du Mouvement Coopératif Féminin, Organisation de Consommateurs», η ASBL «Fédération Belge des Coopératives» και η ASBL «Vie Féminine». Πώς εξηγείται αυτό το έντονο ενδιαφέρον των γυναικείων οργανώσεων; Η εξήγηση δόθηκε από τον πληρεξούσιο τους κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία. Στις ενώσεις αυτές συμμετέχουν κυρίως μητέρες και γυναίκες εκπαιδευτικοί, που ενδιαφέρονται για τις επιδράσεις που μπορεί να ασκήσει η τηλεοπτική διαφήμιση στα παιδιά.
Εν πάση περιπτώσει, οι ενώσεις αυτές άσκησαν μήνυση ενώπιον των εισαγγελικών αρχών (ministère public) των Βρυξελλών, της Αμβέρσας και της Λιέγης. Μόνο η Εισαγγελία της τελευταίας πόλεως ενήργησε, και ασκήθηκε ποινική δίωξη ενώπιον του tribunal de police.
Οι εταιρίες για τις δραστηριότητες των οποίων ασκήθηκε ποινική δίωξη είναι μια επιχείρηση που ανήκει στο γνωστό όμιλο «Coditei» και μια εταιρία που ονομάζεται «Association liégeoise d'électricité» (ή «ALE»). Η Coditei και η ALE παρέχουν υπηρεσίες καλωδιακής μεταδόσεως προγραμμάτων στην πόλη της Λιέγης και στην ομώνυμη επαρχία. Κατηγορούνται πράγματι τρία άτομα (Debauve, Deņuit και Lohest), που είναι διευθυντές της Coditei και της ALE. Η Coditei και η ALE μετέχουν στη δίκη ως αστικώς υπεύθυνοι.
Οι τρεις ενώσεις που προκάλεσαν την ποινική δίωξη άσκησαν πολιτική αγωγή, όπως έκανε και μεγάλος αριθμός ιδιωτών, καθώς και η RTBF.
Όπως ακούσαμε, ο εισαγγελέας πρότεινε ενώπιον του tribunal de police την απαλλαγή των κατηγορουμένων.
Εν πάση περιπτώσει, το tribunal de police τους αθώωσε. Με απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1978, αφού υπενθύμισε ότι το άρθρο 21 παράγει αποτελέσματα «sous réserve des conventions internationales» (υπό την επιφύλαξη των διεθνών συμβάσεων), κήρυξε τη διάταξη αυτή ανεφάρμοστη για δύο λόγους. Πρώτον, διότι η συμφωνία του Στρασβούργου δίνει στους ξένους σταθμούς εκπομπής το δικαίωμα να απαγορεύουν την καλωδιακή μετάδοση των εκπομπών τους αν τα προγράμματα τους υποστούν τροποποιήσεις. Και πράγματι προσκομίστηκε στο Δικαστήριο έγγραφο της 8ης Οκτωβρίου 1966 της Πρεσβείας της Γαλλίας στο Βέλγιο, απευθυνόμενο στην εταιρία που φαίνεται πως είναι η μητρική εταιρία του ομίλου Coditei, το οποίο επέτρεπε τη μετάδοση των τηλεοπτικών εκπομπών της ORTF στη Λιέγη, υπό προϋποθέσεις που, μεταξύ άλλων, προβλέπουν ότι «la distribution devra être effectuée sans coupures» (η μετάδοση θα πρέπει να γίνεται χωρίς περικοπές - Παράρτημα Ι των παρατηρήσεων του Debauve και λοιπών). Ο δεύτερος λόγος που δέχεται το tribunal είναι ότι, εφόσον το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση 155/73, Sacchi (ECR. 1974, 409, σ. 427) ότι η μετάδοση τηλεοπτικών σημάτων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που έχουν διαφημιστικό χαρακτήρα, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 59 έως 66 της Συνθήκης, ο αποκλεισμός διαφημιστικών μηνυμάτων από εκπομπές που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη θα ήταν αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο υπερισχύει του άρθρου 21 του βασιλικού διατάγματος σε περίπτωση συγκρούσεως των διατάξεων αυτών.
Οι πολιτικώς ενάγοντες (ή η πλειοψηφία τους) άσκησαν έφεση κατά της αθωωτικής αποφάσεως ενώπιον του tribunal correctionnel της Λιέγης. Όπως ακούσαμε, η εισαγγελική αρχή πρότεινε και ενώπιον του δικαστηρίου αυτού την απαλλαγή των κατηγορουμένων, με κύρια αιτιολογία ότι το άρθρο 21 του βασιλικού διατάγματος είναι αντίθετο προς τις διατάξεις του βελγικού Συντάγματος που κατοχυρώνουν την ελευθερία της γνώμης και απαγορεύουν τη λογοκρισία.
Εντούτοις, με Διάταξη της 23ης Φεβρουαρίου 1979, το tribunal correctionnel υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα δύο ερωτήματα:
«1.
Λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 30ής Απριλίου 1974 επί της υποθέσεως 155/73, Sacchi, το άρθρο 59 της Συνθήκης της Ρώμης έχει την έννοια ότι απαγορεύει κάθε εθνική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων από τις εταιρίες καλωδιακής μεταδόσεως τηλεοπτικών εκπομπών, ενώ η φυσική λήψη τέτοιων μηνυμάτων στις ζώνες λήψεως των ξένων σταθμών εκπομπής παραμένει δυνατή και θεμιτή, λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι:
α)
μια τέτοια ρύθμιση θα δημιουργούσε διάκριση βασιζόμενη στη γεωγραφική θέση του ξένου σταθμού εκπομπής, που δεν θα μπορούσε να εκπέμπει διαφημιστικά μηνύματα παρά μόνον εντός της ζώνης φυσικής λήψεως του, διότι οι ζώνες αυτές μπορεί να παρουσιάζουν πολύ διαφορετικό ενδιαφέρον από την άποψη της διαφημίσεως, λόγω της διαφορετικής πυκνότητας πληθυσμού,
β)
μια τέτοια ρύθμιση θα εισήγαγε δυσανάλογο περιορισμό σε σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, διότι αυτό — δηλαδή η απαγόρευση της τηλεοπτικής διαφημίσεως — δεν μπορεί ποτέ να πραγματοποιηθεί πλήρως λόγω της υπάρξεως των ζωνών φυσικής λήψεως;
2.
Λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 3ης Δεκεμβρίου 1974 επί της υποθέσεως 33/74, van Binsbergen, τα άρθρα 59 και 60 της Συνθήκης της Ρώμης πρέπει να θεωρηθούν ότι ισχύουν άμεσα έναντι κάθε εθνικής ρυθμίσεως στο μέτρο που αυτή δεν εισάγει ρητή διάκριση εις βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες λόγω της ιθαγενείας ή του τόπου διαμονής του (στη συγκεκριμένη περίπτωση απαγόρευση αναμεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων);»
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως 62/79
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως 62/79 είναι τα ακόλουθα.
Με σύμβαση της 8ης Ιουλίου 1969, που συνήφθη μεταξύ μιας γαλλικής εταιρίας, της S.A. «Les Films La Boëtie» (στο εξής καλούμενης «La Boëtie») και μιας βελγικής εταιρίας, της S.A. «Cine Vog Films» (στο εξής καλούμενης «Cine Vog»), η La Boëtie χορήγησε στη Cine Vog για επτά έτη το αποκλειστικό δικαίωμα διανομής στο Βέλγιο και το Λουξεμβούργο μιας ταινίας με τίτλο «Le Boucher», δικής της παραγωγής. Η συμφωνία κάλυπτε τόσο τις κινηματογραφικές παραστάσεις όσο και τις τηλεοπτικές εκπομπές. Προέβλεπε πάντως ότι η ταινία δεν θα παρουσιαζόταν στην τηλεόραση στο Βέλγιο παρά 40 μήνες μετά την πρώτη κινηματογραφική παρουσίαση της στη χώρα αυτή και ότι δεν μπορούσε να παρουσιαστεί στην τηλεόραση στο Λουξεμβούργο πριν το τελευταίο έτος της περιόδου των 7 ετών. Η ταινία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε βελγικό κινηματογράφο στις 15 Μαΐου 1970, έτσι ώστε, σύμφωνα με τη σύμβαση, δεν μπορούσε να παρουσιαστεί στη χώρα αυτή στην τηλεόραση πριν το Σεπτέμβριο 1973.
Η La Boëtie παραχώρησε το δικαίωμα διανομής της ταινίας «Le Boucher» στη Γερμανία σε μια άλλη γαλλική εταιρία, καλούμενη «Filmedis», αυτό τουλάχιστον υποστήριξε κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία ο πληρεξούσιος της Cine Vog. Οπως φαίνεται, επιτράπηκε στη Filmedis, κατά τους όρους της συμβάσεως της με τη La Boëtie, να εκμεταλλευτεί αμέσως τα δικαιώματα προβολής της ταινίας στη γερμανική τηλεόραση, όπως και έκανε. Η ταινία παρουσιάστηκε στη γερμανική τηλεόραση στις 5 Ιανουαρίου 1971. Η λήψη της εκπομπής στο Βέλγιο έγινε από την Coditei και η εκπομπή αναμεταδόθηκε από την Coditei στους συνδρομητές της, αλλά μόνο — σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Coditei, όπως τον κατάλαβα — στη ζώνη φυσικής λήψεως του γερμανικού σταθμού. Οι συνδρομητές της Coditei που κατοικούν στη ζώνη αυτή είδαν επομένως την ταινία (μεταγλωττισμένη σε γερμανική γλώσσα και χωρίς υποτίτλους) μόνο επτά μήνες μετά την πρώτη κινηματογραφική της παρουσίαση στο Βέλγιο.
Η Cine Vog από κοινού με την ASBL «Chambre Syndicale Blege de la Cinematographic» άσκησε αγωγή ενώπιον του tribunal de Première Instance των Βρυξελλών κατά της La Boëtie και τριών εταιριών του ομίλου Coditei, μεταξύ των οποίων, νομίζω, ήταν και η εταιρία της Λιέγης που είναι κατηγορουμένη στην υπόθεση 52/79. (Για ευκολία θα αποκαλώ στο εξής αυτές τις τρεις εταιρίες με το όνομα «Coditei»). Στη «Chambre Syndicale des Porducteurs et Exportateurs de Films Français» επιτράπηκε να παρέμβει υπέρ της La Boëtie.
Η αγωγή που άσκησε η Cine Vog κατά της La Boëtie λόγω παραβάσεως της συμβάσεως απορρίφθηκε από το Tribunal de Première Instance ως μη νομοτύπως ασκηθείσα.
Αντίθετα, το δικαστήριο αυτό δέχθηκε την αγωγή που στρεφόταν κατά της Coditei λόγω προσβολής δικαιωμάτων του δημιουργού. Απαγόρευσε στην Coditei την προβολή της ταινίας «Le Boucher» στο Βέλγιο χωρίς την άδεια της Cine Vog, κήρυξε παράνομη την προβολή της ταινίας από την Coditei στις 5 Ιανουαρίου 1971, υποχρέωσε την Coditei να καταβάλει στη Cine Vog το ποσό των 300000 βελγικών φράγκων ως αποζημίωση και, στη δεύτερη ενάγουσα, το ποσό ενός βελγικού φράγκου ως αποζημίωση, επέτρεψε στην τελευταία να δημοσιεύσει την απόφαση σε δύο βελγικές ημερήσιες εφημερίδες με έξοδα της Coditei και καταδίκασε την Coditei στα δικαστικά έξοδα.
Κατά της αποφάσεως αυτής η Coditei άσκησε έφεση ενώπιον του cour d'appel των Βρυξελλών.
Στο δεύτερο βαθμό επετράπηκε και σ' άλλους ενδιαφερομένους να παρέμβουν. Τους αναφέρω μόνο επειδή δύο από αυτούς εκπροσωπήθηκαν ανεξάρτητα ενώπιον του Δικαστηρίου, συγκεκριμένα η «Inter-Régies» και η «Union professionnelle de radio et télédistribution» που φαίνεται πως είναι οι ενώσεις που εκπροσωπούν αντίστοιχα τους οργανισμούς δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου που παρέχουν υπηρεσίες καλωδιακής μεταδόσεως στο Βέλγιο.
Το cour d'appel έκρινε ότι, δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας περί των δικαιωμάτων του δημιουργού, η Coditei δεν είχε το δικαίωμα να αναμεταδώσει την εκπομπή της ταινίας «Le Boucher» στις 5 Ιανουαρίου 1971, είτε εντός της ζώνης φυσικής λήψεως της γερμανικής εκπομπής είτε εκτός αυτής, χωρίς να λάβει σχετική άδεια από τη Cine Vog. Εξέτασε στη συνέχεια αν το άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ μπορούσε να επηρεάσει την περίπτωση αυτή και διαπίστωσε ότι το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται υπό τις συνθήκες της συγκεκριμένης υποθέσεως. Τέλος, το cour d'appel εξέτασε το άρθρο 59 της Συνθήκης υπό το πρίσμα του ισχυρισμού της Coditei, σύμφωνα με τον οποίο η αγωγή της Cine Vog δεν συμβιβάζεται με τη διάταξη αυτή, στο μέτρο που μειώνει, για ένα σταθμό εκπομπής σε γειτονική του Βελγίου χώρα, τη δυνατότητα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε πρόσωπα εγκατεστημένα στο Βέλγιο.
Το cour d'appel, αφού παρατήρησε ότι
«στο διπλό ισχυρισμό που θα μπορούσε να τους αντιταχθεί, σύμφωνα με τον οποίο ο επίδικος περιορισμός δεν βαρύνει τον παρέχοντα υπηρεσίες (δηλαδή τον ξένο σταθμό εκπομπής), αλλά τους ενδιαμέσους (τις εταιρίες τηλεοπτικής μεταδόσεως) και επομένως δεν επηρεάζει παρά τους υπηκόους του ίδιου κράτους (του Βελγίου), οι εκκαλούσες απαντούν ότι το άρθρο 59 έχει την έννοια ότι απαγορεύει τους περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και όχι μόνο της ελεύθερης δραστηριότητας των παρεχόντων υπηρεσίες, καθώς και ότι καταλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις στις οποίες η παροχή υπηρεσιών οδηγεί ή οδήγησε, σε προηγούμενο στάδιο, ή θα οδηγήσει, σε μεταγενέστερο στάδιο, σε διέλευση των ενδοκοινοτικών συνόρων»,
παρέπεμψε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1.
Οι περιορισμοί που απαγορεύονται από το άρθρο 59 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας είναι αποκλειστικά εκείνοι που εμποδίζουν την παροχή υπηρεσιών μεταξύ υπηκόων διαφόρων κρατών μελών ή περιλαμβάνουν και τους περιορισμούς στην παροχή υπηρεσιών μεταξύ υπηκόων εγκατεστημένων στο ίδιο κράτος μέλος που όμως αφορούν παροχή, η ουσία της οποίας προέρχεται από άλλο κράτος μέλος;
2.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος του προηγούμενου ερωτήματος, είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να επικαλείται ο εκδοχέας των δικαιωμάτων προβολής κινηματογραφικής ταινίας σε ένα κράτος μέλος το δικαίωμα του για να απαγορεύσει στον εναγόμενο την προβολή της ταινίας αυτής με τηλεοπτική μετάδοση στο κράτος αυτό, ενώ η λήψη της κατά τον τρόπο αυτό προβαλλόμενης ταινίας από τον εναγόμενο στο εν λόγω κράτος μέλος γίνεται μετά την προβολή της ταινίας από κάποιον τρίτο, σε άλλο κράτος μέλος, με την άδεια του αρχικού δικαιούχου του δικαιώματος;»
Από την επ' ακροατηρίου διαδικασία προέκυψε, έπειτα από ερωτήσεις που υπέβαλαν ορισμένοι από σας, κύριοι δικαστές, ότι οι βελγικές εταιρίες καλωδιακής μεταδόσεως δεν έχουν μέχρι τώρα πληρώσει ποτέ τίποτα στους δικαιούχους των δικαιωμάτων επί των ταινιών των οποίων την εκπομπή αναμετέδωσαν και ότι η παρούσα αγωγή ασκήθηκε με τον ειδικό σκοπό να αναγνωριστεί η υποχρέωση πληρωμής τους. Με άλλα λόγια, πρόκειται για αγωγή με την οποία επιδιώκεται η έκδοση αποφάσεως αρχής.
Δευτερεύοντα ζητήματα κοινοτικού δικαίου
Νομίζω ότι πρέπει καταρχάς, για να διευκολυνθεί η συζήτηση, να εξεταστούν τρία δευτερεύοντα ζητήματα κοινοτικού δικαίου, δύο από τα οποία ανέκυψαν στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος του tribunal correctionnel της Λιέγης και ένα στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος του cour d'appel των Βρυξελλών.
Πρόκειται καταρχάς για τη σκέψη που διατυπώνεται στην παράγραφο α του πρώτου ερωτήματος του tribunal correctionnel, σύμφωνα με την οποία η βελγική ρύθμιση που απαγορεύει την καλωδιακή μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων (και λογικά θα ισχύει το ίδιο όσον αφορά τον αντίστοιχο κανόνα της βελγικής νομοθεσίας περί δικαιωμάτων του δημιουργού) μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιουργεί διάκριση μεταξύ των σταθμών εκπομπής που βρίσκονται σε γειτονικά κράτη μέλη διότι, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, έχουν διαφορετικές ζώνες φυσικής λήψεως, οι οποίες δεν έχουν όλες την ίδια πυκνότητα πληθυσμού. Η υποκρυπτόμενη σκέψη είναι, αν κατάλαβα καλά, ότι μια τέτοια «διάκριση» δεν μπορεί να αποφευχθεί παρά μόνο αν επιτραπεί η ελεύθερη καλωδιακή αναμετάδοση σε όλο το Βέλγιο του συνόλου του προγράμματος καθενός από αυτούς τους σταθμούς εκπομπής.
Βέβαια, το πρόβλημα δεν τίθεται παρά στο μέτρο που πρέπει να θεωρηθεί ότι οι σταθμοί εκπομπής των γειτονικών κρατών μελών παρέχουν, κατά τα άρθρα 59 και 66 της Συνθήκης, υπηρεσίες στους Βέλγους τηλεθεατές εκτός της αντίστοιχης ζώνης φυσικής λήψεως. Πρόκειται για δυσχερέστερο πρόβλημα που θα εξεταστεί αργότερα. Αν πάντως υποτεθεί ότι οι σταθμοί αυτοί πρέπει να θεωρηθούν ότι παρέχουν υπηρεσίες, είναι, νομίζω, σαφές ότι η «διάκριση» μεταξύ τους, την οποία αντιμετωπίζει το tribunal correctionnel, δεν αποτελεί διάκριση από αυτές που απαγορεύει η Συνθήκη. Όπως υπογραμμίστηκε με έμφαση ενώπιον του Δικαστηρίου για λογαριασμό, ιδίως της RTBF, της Γαλλικής Κυβερνήσεως και της Επιτροπής, οι διατάξεις της Συνθήκης που απαγορεύουν τις διακρίσεις αφορούν τις διακρίσεις που δημιουργούνται τεχνητά από τα μέτρα που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις ή άλλα πρόσωπα τα οποία είναι περιβεβλημένα με εξουσία. Οι διατάξεις αυτές δεν αποσκοπούν στην εξάλειψη των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων που διαθέτουν ορισμένες επιχειρήσεις λόγω της γεωγραφικής θέσεως τους ή άλλων φυσικών παραγόντων. Αντίθετα η Συνθήκη, όταν ασχολείται καν με τέτοιους παράγοντες, δεν το κάνει παρά για να επιτρέψει, κατ' εξαίρεση, τη χορήγηση ενισχύσεων προς επιχειρήσεις που θίγονται απ' αυτούς: βλ. για παράδειγμα τα άρθρα 42 και 92.
Το δεύτερο πρόβλημα που θέτει η παράγραφος β του πρώτου ερωτήματος του tribunal correctionnel είναι εάν η βελγική ρύθμιση που απαγορεύει την καλωδιακή μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων (και εδώ επίσης θα μπορούσε να ισχύει το ίδιο όσον αφορά τον αντίστοιχο κανόνα της βελγικής νομοθεσίας περί δικαιωμάτων του δημιουργού) πρέπει να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο, διότι εισάγει περιορισμό δυσανάλογο προς το σκοπό της, επειδή η απόλυτη απαγόρευση λήψεως απαγορευμένων μηνυμάτων στο Βέλγιο δεν μπορεί ποτέ να πραγματοποιηθεί, λόγω της υπάρξεως ζωνών φυσικής λήψεως των ξένων σταθμών εκπομπής.
Νομίζω ότι αυτό οφείλεται σε παρεξήγηση. Η βελγική νομοθεσία, όπως αναπτύχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αναγνωρίζει την ύπαρξη ζωνών φυσικής λήψεως ξένων σταθμών εκπομπής και δεν προσπαθεί να παρεμποδίσει την ελευθερία των τηλεθεατών που κατοικούν στις ζώνες αυτές, όσον αφορά την άμεση λήψη των προγραμμάτων που εκπέμπουν οι σταθμοί αυτοί. Αυτό που απαγορεύει η βελγική ρύθμιση για την οποία πρόκειται είναι η αναμετάδοση από τις βελγικές εταιρίες καλωδιακής μεταδόσεως ορισμένων τμημάτων των προγραμμάτων αυτών, δηλαδή η προβολή αυτού που χαρακτήρισα ως «απαγορευμένα μηνύματα». Είναι σαφές ότι οι κανόνες αυτοί δεν έχουν και δεν θα μπορούσαν να έχουν ως αντικείμενο την απόλυτη απαγόρευση των μηνυμάτων αυτών στο βελγικό έδαφος. Μοναδικός σκοπός τους είναι, στην περίπτωση κάθε προγράμματος, να εμποδίσουν τη μετάδοση των μηνυμάτων αυτών πέρα από την ομάδα των προσώπων για τα οποία είναι δυνατή η άμεση λήψη τους. Νομίζω ότι το γεγονός ότι η ρύθμιση επιδιώκει αποκλειστικά αυτόν τον περιορισμένο σκοπό, δεν μπορεί καθαυτό να θίξει το κύρος της.
Τρίτον, υπάρχει το πρόβλημα που θέτει το πρώτο ερώτημα του cour d'appel, ως προς το εάν το άρθρο 59 απαγορεύει μόνο τους περιορισμούς στην παροχή υπηρεσιών μεταξύ προσώπων εγκατεστημένων σε διαφορετικά κράτη μέλη ή αν απαγορεύει τους περιορισμούς στην παροχή, μεταξύ προσώπων εγκατεστημένων στο ίδιο κράτος μέλος, υπηρεσιών «η ουσία των οποίων προέρχεται» από άλλο κράτος μέλος.
Νομίζω ότι η απάντηση του ερωτήματος προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση του άρθρου 59, σύμφωνα με την οποία η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στην παροχή υπηρεσιών από «υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος της Κοινότητας άλλο από εκείνο του αποδεκτού της παροχής». Φυσικά ο όρος «εγκατεστημένοι» της διατάξεως αυτής έχει ανάγκη ερμηνείας. Στην υπόθεση 33/74, υπόθεση Van Binsbergen (ECR. 1974, 1299) το άρθρο 59 κρίθηκε ότι εφαρμόζεται στην περίπτωση Ολλανδού που κατοικούσε στο Βέλγιο και παρείχε τις υπηρεσίες του στην Ολλανδία και, στην υπόθεση 39/75, υπόθεση Coenen, (ECR. 1975, 1547) κρίθηκε ότι εφαρμόζεται στην περίπτωση Ολλανδού που κατοικούσε στο Βέλγιο, είχε γραφείο στην Ολλανδία και παρείχε τις υπηρεσίες του στην Ολλανδία. Θα ήταν προφανώς εσφαλμένο να ερμηνευθεί ότι το άρθρο 59 δεν εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, ιδίως λόγω της αναφοράς που κάνει το άρθρο 65 στην εφαρμογή περιορισμών σε όσους παρέχουν υπηρεσίες «χωρίς διακρίσεις ιθαγενείας ή διαμονής». Μάταια όμως θα αναζητούσε κανείς στα άρθρα 59 έως 66 της Συνθήκης αναφορά ή υπαινιγμό σχετικά με την περίπτωση κατά την οποία η ουσία ή το αντικείμενο υπηρεσίας που παρέχεται στο εσωτερικό κράτους μέλους προέρχεται από άλλο κράτος μέλος. Εξάλλου, δεν είναι περίεργο που οι συντάκτες της Συνθήκης απέφυγαν μια τόσο αόριστη έννοια.
'Ετσι, για να διαπιστωθεί εάν το άρθρο 59 μπορεί να εφαρμοστεί στις παρούσες περιπτώσεις, δεν είναι, νομίζω, αναγκαίο να ερευνηθεί εάν η «ουσία» της υπηρεσίας που παρέχει η Coditei στους συνδρομητές της «προέρχεται» από άλλα κράτη μέλη. Σημαντικό είναι το αν οι περιορισμοί που επιβάλλει η βελγική νομοθεσία στην παροχή της υπηρεσίας αυτής (εξ ολοκλήρου εντός των γεωγραφικών ορίων της χώρας αυτής) περιορίζουν εμμέσως την παροχή οποιασδήποτε άλλης υπηρεσίας προσώπου εγκατεστημένου σε ένα κράτος μέλος προς πρόσωπα εγκατεστημένα σε άλλο κράτος μέλος.
Πριν εξετάσω το κρίσιμο αυτό πρόβλημα, πρέπει εντούτοις να αναλύσω τα γενικότερα προβλήματα ερμηνείας των άρθρων 59 έως 66 της Συνθήκης γύρω από τα οποία στράφηκε η επιχειρηματολογία των διαδίκων και από την απάντηση στα οποία θα εξαρτηθεί αναγκαστικά η συνολική αντιμετώπιση των υποθέσεων αυτών.
Το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 59 έως 66 της Συνθήκης
Το πρώτο από τα ζητήματα αυτά είναι εάν, όπως υποστήριξαν ή θεώρησαν ορισμένοι από αυτούς που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, σκοπός των άρθρων 59 έως 66 είναι μόνον η κατάργηση των διακρίσεων ιθαγενείας ή διαμονής μεταξύ αυτών που παρέχουν υπηρεσίες ή εάν, όπως υποστήριξαν ή θεώρησαν άλλοι, τα άρθρα αυτά αποσκοπούν, ευρύτερα, στη δημιουργία αυτού που χαρακτηρίστηκε ως «κοινή αγορά των υπηρεσιών».
Καθεμιά από τις απόψεις αυτές, μπορεί να βρει έρεισμα στη νομολογία του Δικαστηρίου. Πριν όμως εξετάσω τη νομολογία αυτή, πρέπει, νομίζω, να εξετάσω τις διατάξεις της Συνθήκης που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση.
Τα άρθρα 59 έως 66 αποτελούν το κεφάλαιο 3, του τίτλου III, του δεύτερου μέρους της Συνθήκης.
Το δεύτερο μέρος της Συνθήκης επιγράφεται «Οι βάσεις της Κοινότητος».
Ο τίτλος III επιγράφεται: «Η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων». Ο τίτλος αυτός αντικατοπτρίζει τη διατύπωση του άρθρου 3 γ της Συνθήκης, που περιλαμβάνει στη δράση της Κοινότητας «την εξάλειψη των εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων μεταξύ των κρατών μελών». Αυτό δείχνει σαφώς ότι, αντίθετα απ' ό,τι πιστεύεται συνήθως, οι συντάκτες της Συνθήκης θεωρούσαν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών ως κάτι διαφορετικό από την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Πράγματι, όπως συνηθίζει να τονίζει η Επιτροπή, η παροχή υπηρεσίας από πρόσωπο ευρισκόμενο σ' ένα κράτος μέλος υπέρ προσώπου ευρισκομένου σε άλλο κράτος μέλος δεν απαιτεί αναγκαστικά την κυκλοφορία του ενός ή του άλλου από τα πρόσωπα αυτά.
Ο τίτλος III περιλαμβάνει τέσσερα κεφάλαια, δηλαδή το κεφάλαιο 1 «Οι εργαζόμενοι», το κεφάλαιο 2 «Το δικαίωμα εγκαταστάσεως» (τα δύο αυτά κεφάλαια αφορούν προφανώς την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων), το κεφάλαιο 3 «Οι υπηρεσίες» και το κεφάλαιο 4 «Τα κεφάλαια».
Το άρθρο 59, με το οποίο αρχίζει το κεφάλαιο 3, δεν αναφέρει τίποτα στο ζήτημα των διακρίσεων. Το πρώτο εδάφιο του άρθρου ορίζει, γενικά, τα εξής:
«Στο πλαίσιο των κατωτέρω διατάξεων, οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητος καταργούνται προοδευτικώς κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος της Κοινότητος άλλο από εκείνο του αποδεκτού της παροχής.»
Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 59 εξουσιοδοτεί απλώς το Συμβούλιο να επεκτείνει τις διατάξεις του κεφαλαίου 3 «σε υπηκόους τρίτου κράτους που παρέχουν υπηρεσίες και είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της Κοινότητος».
Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 60 είναι διατυπωμένο κατά τρόπο που επιβεβαιώνει ότι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών πρέπει να θεωρείται ως κάτι διαφορετικό από «την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των κεφαλαίων και των προσώπων».
Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 60 δεν ενδιαφέρει το παρόν ζήτημα.
Θα εξετάσω στη συνέχεια το τρίτο εδάφιο της διατάξεως αυτής, όπου, για πρώτη φορά στο κεφάλαιο 3, γίνεται λόγος για διακρίσεις. Το εδάφιο αυτό ορίζει ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του κεφαλαίου που αφορά το δικαίωμα εγκαταστάσεως, εκείνος που παρέχει υπηρεσία δύναται για την εκτέλεση αυτής να ασκήσει προσωρινά τη δραστηριότητα του στο κράτος όπου παρέχεται η υπηρεσία με τους ίδιους όρους που το κράτος αυτό επιβάλλει στους δικούς του υπηκόους.»
Αυτό φαίνεται να σημαίνει ότι αν εκείνος που παρέχει υπηρεσία δεν μεταβεί στο κράτος παροχής της υπηρεσίας, οι όροι που το κράτος αυτό επιβάλλει στους δικούς του υπηκόους δεν λαμβάνονται υπόψη ή, τουλάχιστον, δεν αποτελούν σημαντικό στοιχείο.
Καμία άλλη διάταξη του κεφαλαίου 3 δεν αναφέρει τις διακρίσεις, πριν από τη διάταξη του άρθρου 65, που είναι διατυπωμένη ως εξής:
«Καθ' όσον χρόνο οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν έχουν καταργηθεί, κάθε κράτος μέλος τους εφαρμόζει σε όλους όσοι παρέχουν υπηρεσίες κατά την έννοια του άρθρου 59, πρώτη παράγραφος, χωρίς διακρίσεις ιθαγενείας ή διαμονής.»
Κατά συνέπεια, οι διακρίσεις ιθαγενείας ή διαμονής απαγορεύονταν πριν ακόμη καταργηθεί κάθε περιορισμός δυνάμει του πρώτου εδαφίου του άρθρου 59. Από αυτό προκύπτει ότι είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 59 αποσκοπεί αποκλειστικά στην κατάργηση των διακρίσεων, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, δεν θα απέμενε σχεδόν τίποτα που να μην είχε ήδη καταργηθεί δυνάμει του άρθρου 65, για να καταργηθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 59.
Μένει το άρθρο 66, το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις των άρθρων 55 μέχρι και 58 (του κεφαλαίου 2) εφαρμόζονται επί των θεμάτων του κεφαλαίου 3. Τίποτα όμως στις διατάξεις αυτές δεν οδηγεί σαφώς στο συμπέρασμα ότι το κεφάλαιο 3 αφορά μόνο την κατάργηση των διακρίσεων.
Υπάρχουν δύο σημαντικές διαφορές μεταξύ των διατάξεων του κεφαλαίου 3 και αυτών του κεφαλαίου 2.
Η πρώτη είναι ότι το άρθρο 52 (το πρώτο άρθρο του κεφαλαίου 2) περιλαμβάνει, στο δεύτερο εδάφιο του, διάταξη που αφορά σαφώς τις διακρίσεις. Η διάταξη αυτή είναι διατυπωμένη ως εξής:
«Η ελευθερία εγκαταστάσεως περιλαμβάνει την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων, καθώς και τη σύστάση και τη διαχείριση επιχειρήσεων, και ιδίως εταιριών κατά την έννοια του άρθρου 58, παράγραφος 2, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τη νομοθεσία της χώρας εγκαταστάσεως για τους δικούς της υπηκόους, με την επιφύλαξη των διατάξεων του κεφαλαίου της παρούσας συνθήκης που αναφέρονται στην κυκλοφορία κεφαλαίων.»
Ήδη στην υπόθεση 6/64, Costa κατά ENEL (ECR. 585, σελ. 596-597) το Δικαστήριο ερμήνευσε τη διάταξη αυτή ως ορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως και συνήγαγε απ' αυτό ότι το κεφάλαιο 2 αφορά αποκλειστικά τις διακρίσεις. Δεν υπάρχει όμως τέτοιου είδους διάταξη στο άρθρο 59, ούτε αλλού στο κεφάλαιο 3.
Η άλλη σημαντική διαφορά είναι ότι το κεφάλαιο 2 δεν περιέχει διάταξη παρόμοια προς το άρθρο 65.
Ίσως ένας από τους λόγους των δυσκολιών αυτών να είναι ότι ορισμένες υπηρεσίες σε ορισμένα κράτη μέλη είναι εθνικοποιημένες. Η εθνικοποίηση μιας υπηρεσίας σ' ένα κράτος έχει συχνά ως συνέπεια ότι οι ιδιώτες δεν μπορούν να εγκατασταθούν στο κράτος αυτό για να παράσχουν την ίδια υπηρεσία. Θα ήταν λογικό για τους συντάκτες της Συνθήκης να θεωρήσουν ότι μια τέτοια απαγόρευση πρέπει να εφαρμόζεται στους υπηκόους άλλων κρατών μελών στο ίδιο μέτρο που εφαρμόζεται στους υπηκόους του ίδιου κράτους που εθνικοποίησε την εν λόγω υπηρεσία, αλλά ότι δεν πρέπει να επεκτείνεται στην παροχή της υπηρεσίας από πρόσωπο εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος για όσο χρόνο η παροχή της υπηρεσίας αυτής από το πρόσωπο αυτό δεν οδηγεί σε μετάβαση του τελευταίου στο έδαφος του κράτους που εθνικοποίησε την εν λόγω υπηρεσία. Διαφορετικά, η εθνικοποιημένη επιχείρηση θα μπορούσε να παρέχει ελεύθερα τις υπηρεσίες της στους κατοίκους άλλων κρατών μελών, ενώ οι επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στα κράτη αυτά δεν θα μπορούσαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στους κατοίκους του κράτους που εθνικοποίησε την υπηρεσία.
Εν πάση περιπτώσει, η ανάλυση των διατάξεων της Συνθήκης που αφορούν το ζήτημα που μας απασχολεί οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, όποια κι αν είναι η έκταση εφαρμογής του κεφαλαίου 2 επί του δικαιώματος εγκαταστάσεως, όσοι υποστήριξαν ότι το κεφάλαιο 3 αποσκοπούσε στη δημιουργία κοινής αγοράς στον τομέα παροχής υπηρεσιών και όχι μόνο στην κατάργηση των διακρίσεων μεταξύ όσων παρέχουν υπηρεσίες, είχαν δίκαιο.
Αυτή φαίνεται πως ήταν η γνώμη του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Van Binsbergen και Coenen, με τις οποίες δέχτηκε ότι: «Οι περιορισμοί, η κατάργηση των οποίων προβλέπεται στο άρθρο 59, εδάφιο 1, της Συνθήκης, περιλαμβάνουν όλες τις απαιτήσεις που επιβάλλονται στον παρέχοντα υπηρεσίες λόγω ιδίως της ιθαγενείας του ή του γεγονότος ότι δεν διαθέτει συνήθη διαμονή στο κράτος όπου παρέχεται η υπηρεσία, οι οποίες δεν εφαρμόζονται στα πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στο εθνικό έδαφος ή μπορούν να εμποδίσουν ή να παρενοχλήσουν με άλλο τρόπο τις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες.»
(Δέκατη σκέψη της αποφάσεως επί της υποθέσεως Van Binsbergen και έκτη σκέψη της αποφάσεως επί της υποθέσεως Coenen — η υπογράμμιση είναι δική μου.)
Νομίζω ότι όλες οι άλλες αποφάσεις του Δικαστηρίου που αναφέρονται στα άρθρα 59 έως 66 συμφωνούν ή, τουλάχιστον, συμβιβάζονται με την άποψη αυτή, εκτός από μία. Πρόκειται για την απόφαση επί της υποθέσεως 15/78, Société générale alsacienne de Banque κατά Koestier (ECR. 1978, 1971), στην οποία το Δικαστήριο έλαβε αναμφισβήτητα ως αφετηρία ότι οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν μόνο στην κατάργηση των διακρίσεων. Εντούτοις, δεν φαίνεται να εξετάστηκε πλήρως το ζήτημα στην υπόθεση αυτή. Ειδικότερα, δεν φαίνεται να επιστήθηκε η προσοχή του Δικαστηρίου στο άρθρο 65 ή στη σημασία του. Το Δικαστήριο φαίνεται ότι στήριξε τα συμπεράσματα του στην εξέταση του τρίτου εδαφίου του άρθρου 60 (που αναφέρεται στην απόφαση ως δεύτερο εδάφιο), ενώ η διάταξη αυτή δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι κανείς εκπρόσωπος της Société générale δεν μετέβη στη Γερμανία στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών της τράπεζας υπέρ του Koestier, καθώς και στην εξέταση του γενικού προγράμματος που εξέδωσε το Συμβούλιο κατ' εφαρμογή του άρθρου 63, ενώ, όπως υπογράμμισα στην υπόθεση 36/74, Walrave & Koch κατά UCI (ECR. 1974,1425), το γενικό πρόγραμμα δεν μπορούσε να καθορίσει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 59 και ούτε αποσκοπούσε άλλωστε να το κάνει. Το γενικό πρόγραμμα δεν ήταν καν σημαντικό για την εφαρμογή του άρθρου 59 κατά τη μεταβατική περίοδο: βλ. τις λέξεις με τις οποίες αρχίζει η παράγραφος 2 του άρθρου 63. Νομίζω, εξάλλου, ότι αν οι διατάξεις του άρθρου 56 περί δημοσίας τάξεως, στο μέτρο που εφαρμόζονται, δυνάμει του άρθρου 66, επί των θεμάτων του κεφαλαίου 3, έχουν το αποτέλεσμα που νομίζω πως έχουν (πρόβλημα επί του οποίου θα επανέλθω σε λίγο), τότε θα αποτελούσαν στην υπόθεση Koestier ένα ακόμη έρεισμα για την επίτευξη του ίδιου πραγματικού αποτελέσματος. Ως συμπέρασμα, νομίζω ότι πρέπει να διατηρήσει το Δικαστήριο την άποψη που εξέφρασε στις υποθέσεις Van Binsbergen και Coenen, και όχι αυτή στην οποία στηρίχθηκε στην υπόθεση Koestier. Νομίζω, πράγματι, ότι οποιαδήποτε άλλη στάση θα ήταν αντίθετη προς το ρητό γράμμα της Συνθήκης.
Η έκταση της αμέσου ισχύος του άρθρου 59
Ο τρόπος με τον οποίο έχει διατυπωθεί το δεύτερο ερώτημα του tribunal correctionnel της Λιέγης καθιστά ήδη από μόνος του αναγκαίο να εξεταστεί σε ποιο μέτρο το άρθρο 59 ισχύει άμεσα. Ευτυχώς στο σημείο αυτό θα μπορέσω να είμαι πιο σύντομος.
Είναι προφανές ότι το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 59 δεν μπορεί να ισχύει άμεσα. Έτσι το πρόβλημα αναφέρεται αποκλειστικά στο πρώτο εδάφιο του άρθρου.
Τουλάχιστον σε τρεις περιπτώσεις το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη αυτή ισχύει άμεσα «σε κάθε περίπτωση» στο μέτρο που επιδιώκει την κατάργηση κάθε διακρίσεως έναντι προσώπου που παρέχει υπηρεσίες, λόγω της ιθαγενείας ή του τόπου διαμονής του — ας σημειωθεί ότι η χρησιμοποίηση της διατυπώσεως αυτής επιβεβαιώνει το γεγονός ότι το άρθρο 59 εξυπηρετεί και ένα πιο εκτεταμένο σκοπό. Υποθέτω ότι το Δικαστήριο χρησιμοποίησε τη διατύπωση αυτή στις υποθέσεις αυτές ώστε να αποφύγει να προχωρήσει πέρα από όσο ήταν αναγκαίο για την επίλυση τους. Οι τρεις αυτές υποθέσεις είναι η υπόθεση Van Binsbergen, η υπόθεση Walrave & Kohl και η υπόθεση 13/96, Dona κατά Mantera (ECR. 1976,1333). Υπάρχουν επίσης υποθέσεις στις οποίες δόθηκε λύση που δύσκολα συμβιβάζεται με την άποψη ότι το πρώτο εδάφιο του άρθρου 59 ισχύει άμεσα μόνο σ' αυτό το περιορισμένο μέτρο: βλ. ιδίως τις υποθέσεις 110 και 111/78, Ministère Public κατά Van Wesemael και λοιπών (ECR. 1979, 35).
Νομίζω ότι η άποψη ότι η άμεση ισχύς της διατάξεως αυτής είναι τόσο περιορισμένη δεν βρίσκει έρεισμα και κανείς από τους διαδίκους που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο επί των υποθέσεων αυτών δεν προέβαλε, εξάλλου, παρόμοιο ισχυρισμό.
Έτσι θεωρώ ότι το πρώτο εδάφιο του άρθρου 59 ισχύει από κάθε άποψη άμεσα.
Στο σημείο αυτό δεν παραβλέπω ότι το βασιλικό διάταγμα για το οποίο πρόκειται στην υπόθεση 52/79 εκδόθηκε το 1966, δηλαδή μετά τη θέση της Συνθήκης σε ισχύ, έτσι ώστε η συμφωνία του προς το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση προς το άρθρο 62 (τη διάταξη «standstill» του κεφαλαίου 3) και όχι ενόψει του ίδιου του άρθρου 59, όπως παρατηρήθηκε. Νομίζω πάντως ότι η έκταση της αμέσου ισχύος του άρθρου 62 και του πρώτου εδαφίου του άρθρου 59 πρέπει να είναι η ίδια.
Οι εν λόγω υπηρεσίες
Θα εξετάσω τώρα το ζήτημα που είναι, όπως ήδη ανέφερα, κρίσιμο στην προκειμένη υπόθεση.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η απαγόρευση καλωδιακής μεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων, που περιέχεται στο άρθρο 21 του βασιλικού διατάγματος αφενός, και το δικαίωμα του δικαιούχου των δικαιωμάτων του δημιουργού επί ταινίας να εμποδίσει την καλωδιακή μετάδοση της στο Βέλγιο, αφετέρου, θα αποτελούσαν, σε κάθε περίπτωση πραγματικής ασκήσεως τους, περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών της Coditei προς τους συνδρομητές της. Δεν χωρεί όμως αμφιβολία ούτε ότι η υπηρεσία που παρέχει η Coditei στους συνδρομητές της αποτελεί, από τη φύση της, υπηρεσία που παρέχεται αποκλειστικά στο εσωτερικό του Βελγίου, έτσι ώστε δεν μπορεί επ' αυτής να εφαρμοστεί το άρθρο 59. Ορισμένοι διάδικοι (και ιδίως η RTBF) υποστήριξαν ότι έτσι λήγει η υπόθεση. Δεν νομίζω όμως ότι τα πράγματα είναι τόσο απλά, διότι παραμένει το ερώτημα εάν οι άμεσοι περιορισμοί της υπηρεσίας που παρέχει η Coditei στους συνδρομητές της περιορίζουν έμμεσα οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία με διεθνή χαρακτήρα.
Θα αρχίσω απ' αυτή την απλή περίπτωση. Έργο της RTBF είναι να προσφέρει τηλεοπτικές εκπομπές στο γαλλόφωνο βελγικό πληθυσμό.
Το κοινό της αποτελείται εν μέρει από εκείνους που έχουν απευθείας λήψη των εκπομπών αυτών και εν μέρει επίσης από αυτούς που έχουν τη λήψη τους μέσω συστήματος καλωδιακής μεταδόσεως. Θα ήταν αντίθετο προς την πραγματικότητα να θεωρήσει κανείς, όπως πράγματι βιάστηκα να κάνω, ότι η RTBF προσφέρει τις υπηρεσίες της αποκλειστικά σε όσους μπορούν να έχουν απευθείας λήψη των εκπομπών, συμπεριλαμβανομένων των εταιριών καλωδιακής μεταδόσεως. Ο συνδρομητής της Coditei, όταν παρακολουθεί στο δέκτη του ένα πρόγραμμα της RTBF, δέχεται δύο υπηρεσίες: την υπηρεσία που του παρέχει η RTBF εκπέμποντας το πρόγραμμα και την υπηρεσία που του παρέχει η Coditei αναμεταδίδοντας γι' αυτόν το πρόγραμμα. Η πρώτη υπηρεσία δεν τελειώνει εκεί που αρχίζει η δεύτερη.
Είναι η κατάσταση διαφορετική όταν ο συνδρομητής της Coditei παρακολουθεί ξένο πρόγραμμα; Υπάρχουν δύο λόγοι για τους οποίους μπορεί να θεωρηθεί ότι έτσι έχει το πράγμα.
Τον πρώτο τον επικαλέστηκε με επιμονή η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και, ακόμη πιο έντονα, η Γερμανική Κυβέρνηση. Βασίζεται στην έκφραση «αποδέκτης της παροχής» που χρησιμοποίησαν οι συντάκτες της Συνθήκης στο άρθρο 59. Υποστηρίχθηκε ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των προσώπων στα οποία απευθύνεται μια εκπομπή και εκείνων που μπορούν τυχαία να επιτύχουν τη λήψη της. Οι εκπομπές της γερμανικής τηλεοράσεως απευθύνονται στο γερμανικό κοινό και όχι στους κατοίκους των γειτονικών χωρών. Το γεγονός ότι μερικοί από αυτούς μπορούν να επιτύχουν τη λήψη τους δεν εντάσσει τα πρόσωπα αυτά στους αποδέκτες των εκπομπών αυτών και επομένως δεν συνεπάγεται την εφαρμογή του άρθρου 59.
Αυτό θα αποτελούσε εύκολη λύση αν ήταν δυνατό να υποστηριχθεί, τουλάχιστον γενικά, ότι ένας σταθμός τηλεοπτικών εκπομπών πραγματοποιεί τις εκπομπές του αποκλειστικά για τα πρόσωπα που διαμένουν στην ίδια χώρα. Είναι όμως γνωστό ότι αυτό δεν συμβαίνει. Αναφέρθηκαν παραδείγματα, όπως αυτό των προγραμμάτων που εκπέπμπει η ORTF και που περιέχουν διαφημιστικά μηνύματα με αναφορά των τιμών σε βελγικά φράγκα, καθώς και αυτό των προγραμμάτων που εκπέμπει η RTL και που περιέχουν διαφημιστικά μηνύματα αναφερόμενα σε καταστήματα της Λιέγης, πόλεως που βρίσκεται εκτός της ζώνης φυσικής λήψεως της RTL σύμφωνα με το χάρτη, στον οποίο ήδη προηγουμένως αναφέρθηκα.
Πώς θα μπορούσαν λοιπόν τα εθνικά δικαστήρια στα οποία υποβάλλονται υποθέσεις σαν την προκειμένη να κρίνουν εάν μία συγκεκριμένη εκπομπή προορίζεται ή όχι για συγκεκριμένο κοινό; Είναι προφανές ότι δεν μπορούν να κρίνουν επικαλούμενα τη μαρτυρία συγκεκριμένων παραγωγών προγραμμάτων ως προς το κοινό στο οποίο σκόπευαν να απευθυνθούν. Ούτε νομίζω ότι είναι πρακτική λύση για τα δικαστήρια αυτά η παρακολούθηση προβολής μαγνητοσκοπημένων προγραμμάτων για το σχηματισμό αντικειμενικής γνώμης επί του περιεχομένου τους. Αφενός μπορεί να μην υπάρχουν τέτοιες μαγνητοσκοπήσεις και, αφετέρου, κι αν υποτεθεί ότι υπάρχουν, το περιεχόμενο τους μπορεί να μην παρέχει ενδείξεις για το κοινό για το οποίο προόριζαν τα προγράμματα οι δημιουργοί τους.
Η λογική απάντηση είναι, νομίζω, ότι μια τηλεοπτική εκπομπή υποτίθεται ότι απευθύνεται σε όλους όσοι μπορούν να επιτύχουν τη λήψη της, είτε απευθείας είτε μέσω δικτύου καλωδιακής μεταδόσεως, ανεξαρτήτως του αν οι υπεύθυνοι της εκπομπής είχαν ή όχι επίγνωση ότι απευθύνονται σ' αυτούς.
Θα προσθέσω ότι, δεδομένου ότι μια εταιρία καλωδιακής μεταδόσεως εκπομπών δεν μπορεί να αναμεταδίδει τα προγράμματα ενός οργανισμού εκπομπών χωρίς την άδεια του τελευταίου, τουλάχιστον στα συμβαλλόμενα κράτη της συμφωνίας του Στρασβούργου, φαίνεται λογική η άποψη ότι ένας οργανισμός εκπομπών που έδωσε την έγκριση του για την αναμετάδοση ενός προγράμματος του από συγκεκριμένη υπηρεσία καλωδιακής μεταδόσεως πρέπει να θεωρεί ότι οι συνδρομητές της υπηρεσίας αυτής αποτελούν τμήμα του κοινού του για το πρόγραμμα αυτό.
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ένας ξένος σταθμός εκπομπής δεν παρέχει στους συνδρομητές της Coditei υπηρεσία επί της οποίας μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 59, βασίζεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 60, στο μέτρο που αυτό προβλέπει ότι: «Κατά την έννοια της παρούσης συνθήκης, ως υπηρεσίες νοούνται οι παροχές που κατά κανόνα προσφέρονται αντί αμοιβής...»
Βέβαια, αν οι εταιρίες καλωδιακής μεταδόσεως προέβαιναν κανονικά στις πληρωμές τους στους οργανισμούς εκπομπής ως αμοιβή για το δικαίωμα αναμεταδόσεως των προγραμμάτων τους, η διάταξη αυτή δεν θα δημιουργούσε προβλήματα. Το κόστος των πληρωμών αυτών θα επερρίπτετο στις συνδρομές που καταβάλλουν οι πελάτες των εταιριών αυτών και στην περίπτωση αυτή θα ήταν προφανές ότι η εν λόγω υπηρεσία προσφέρεται αντί αμοιβής. Στην πράξη όμως δεν καταβάλλονται τέτοια δικαιώματα. Αναφέρθηκε πράγματι ότι ο λόγος για τον οποίο τα προγράμματα του BBC δεν αναμεταδίδονται στο Βέλγιο είναι ότι το BBC δεν δέχεται να γίνει η αναμετάδοση χωρίς πληρωμή δικαιωμάτων.
Εντούτοις, με έπεισε ένα επιχείρημα που προέβαλε η Επιτροπή, σύμφωνα με το οποίο το να θεωρηθεί ότι η μη καταβολή δικαιωμάτων από τις εταιρίες καλωδιακής μεταδόσεως στους οργανισμούς εκπομπής έχει σημασία για την προκειμένη υπόθεση, θα αποτελούσε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 60. Σκοπός του ορισμού των «υπηρεσιών» που επιχειρείται στο άρθρο αυτό είναι να καθοριστούν τα είδη των υπηρεσιών επί των οποίων εφαρμόζεται η Συνθήκη και, ιδίως, να αποκλειστούν οι υπηρεσίες που παρέχονται συνήθως δωρεάν. Οι τηλεοπτικές εκπομπές χρηματοδοτούνται με διάφορους τρόπους. Ορισμένοι οργανισμοί χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από δικαιώματα που καταβάλλουν οι τηλεθεατές· άλλοι εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από τα έσοδα που προέρχονται από τα διαφημιστικά μηνύματα που μεταδίδουν άλλοι πάλι χρηματοδοτούνται εν μέρει κατά τον πρώτο τρόπο και εν μέρει κατά το δεύτερο. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι αν οι τηλεοπτικές εκπομπές αποτελούν από τη φύση τους υπηρεσία του είδους αυτών στις οποίες εφαρμόζεται η Συνθήκη. Η μέθοδος χρηματοδοτήσεως ορισμένων οργανισμών εκπομπών ή ορισμένων συγκεκριμένων εκπομπών δεν μπορεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα αυτό. Καθοριστικό είναι ότι οι τηλεοπτικές εκπομπές συνήθως πληρώνονται, δηλαδή με τον ένα ή τον άλλο τρόπο καταβάλλεται γι' αυτές αμοιβή. 'Ετσι, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι πρόκειται για υπηρεσία του είδους αυτών επί των οποίων εφαρμόζεται η Συνθήκη, ανεξαρτήτως της προελεύσεως της αμοιβής. Νομίζω, πράγματι, ότι κάθε άλλη άποψη θα ισοδυναμούσε με αναθεώρηση των όσων έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Sacchi.
Συμπερασματικά νομίζω ότι οι σταθμοί εκπομπής που βρίσκονται εκτός Βελγίου, στο μέτρο που μπορεί να επιτευχθεί λήψη των προγραμμάτων τους από τηλεθεατές που διαμένουν στη χώρα αυτή, απευθείας είτε μέσω συστήματος καλωδιακής μεταδόσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι παρέχουν στα πρόσωπα αυτά υπηρεσία επί της οποίας εφαρμόζεται το άρθρο 59 και ότι οι περιορισμοί για τους οποίους πρόκειται πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελούν περιορισμούς τόσο της υπηρεσίας αυτής, όσο και της υπηρεσίας που παρέχουν στους συνδρομητές τους οι βελγικές εταιρίες καλωδιακής μεταδόσεως.
Έχοντας τη γνώμη αυτή επί της πλευράς των υποθέσεων αυτών που θεωρώ κρίσιμη, δεν νομίζω ότι χρειάζεται να κάνω κατάχρηση του χρόνου σας, κύριοι δικαστές, εξετάζοντας τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση σχετικά με την ύπαρξη άλλων υπερορίων υπηρεσιών, οι οποίες μπορεί να θίγονται από τους περιορισμούς αυτούς, όπως οι υπηρεσίες που παρέχουν σταθμοί ευρισκόμενοι εκτός του Βελγίου σε Βέλγους διαφημιζόμενους ή οι υπηρεσίες που παρέχουν οι σταθμοί αυτοί σε μη Βέλγους διαφημιζόμενους που επιδιώκουν να διεισδύσουν στη βελγική αγορά.
Το τελευταίο ερώτημα που τίθεται είναι εάν οι περιορισμοί αυτοί, έστω κι αν εκ πρώτης όψεως, αν δεν κάνω λάθος, απαγορεύονται από το άρθρο 59, μπορούν να αποφύγουν την απαγόρευση αυτή χάρη στην εξαίρεση της «δημοσίας τάξεως» του άρθρου 56 της Συνθήκης ή με άλλο τρόπο. Προτείνω να γίνει χωριστή εξέταση του ζητήματος αυτού, καταρχήν σε σχέση με τους περιορισμούς μεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων και, στη συνέχεια, σε σχέση με τον περιορισμό που επιβάλλει η νομοθεσία περί δικαιωμάτων του δημιουργού.
Η νομιμότητα των περιορισμών μεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων
Το άρθρο 56, παράγραφος 1, της Συνθήκης (το οποίο εφαρμόζεται επί των υπηρεσιών δυνάμει του άρθρου 66), ορίζει όπως είναι γνωστό, ότι:
«Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου και τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει αυτών δεν εμποδίζουν τη δυνατότητα εφαρμογής των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που προβλέπουν ειδικό καθεστώς για τους αλλοδαπούς υπηκόους και δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας.»
Υποστηρίχθηκε ότι η διάταξη αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση, διότι οι αλλοδαποί υπήκοοι δεν υποβάλλονται σε «ειδικό καθεστώς». Η απαγόρευση μεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων από ξένους σταθμούς δεν αποτελεί παρά επέκταση της απαγορεύσεως που εφαρμόζεται στις εκπομπές των βελγικών σταθμών και στους σταθμούς αυτούς.
Εντούτοις, όπως υπογράμμισε η Γερμανική Κυβέρνηση, το άρθρο 56, εφόσον επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν, για λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας και δημοσίας υγείας, μέτρα που προβλέπουν ειδικό καθεστώς για τους αλλοδαπούς υπηκόους, πρέπει κατά μείζονα λόγο να επιτρέπει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν, για τους ίδιους λόγους, μέτρα εφαρμοζόμενα αδιακρίτως στους αλλοδαπούς και στους δικούς τους υπηκόους. (Για το λόγο αυτό ανέφερα προηγουμένως ότι θεωρώ πως το άρθρο 56 προσέφερε, στην υπόθεση Koestier, άλλο έρεισμα για την επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος).
Εν πάση περιπτώσει, το να επιβληθεί η τήρηση της απαγορεύσεως μεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων θα κατέληγε στην πραγματικότητα σε εφαρμογή ειδικού καθεστώτος στις ξένες εκπομπές, δεδομένου ότι μόνο στην περίπτωση τους θα ήταν αναγκαίο να περικοπούν ορισμένα τμήματα των προγραμμάτων. Επιπλέον, αν στο άρθρο 21 του βασιλικού διατάγματος δοθεί η έννοια ότι επιβάλλει να περικοπούν από τα ξένα προγράμματα διαφημιστικά μηνύματα σαν αυτά που επιτρέπεται να προβάλλουν οι βελγικοί τηλεοπτικοί σταθμοί — αναφέρομαι στα διαφημιστικά μηνύματα της Sabena και άλλων, για τα οποία έγινε λόγος — αυτό επίσης θα αποτελούσε ειδικό καθεστώς.
Δεν αμφισβητώ ότι ο έλεγχος της τηλεοπτικής διαφημίσεως υπάγεται πλήρως στη δημοσία τάξη. Το Βέλγιο δεν είναι η μόνη χώρα που αναγνωρίζει τέτοιο έλεγχο. Πληροφορηθήκαμε την ύπαρξη τέτοιων περιορισμών στη Γερμανία όπου, για παράδειγμα, τα διαφημιστικά μηνύματα πρέπει να μπορούν να διακρίνονται σαφώς από άλλες εκπομπές, δεν πρέπει να καταλαμβάνουν περισσότερα από είκοσι λεπτά χρόνο εκπομπής ημερησίως, δεν μπορούν να μεταδίδονται μετά τις 8 το βράδυ ούτε, σε καμιά περίπτωση, τις Κυριακές και εορτές, όπου απαγορεύεται η διαφήμιση για τα τσιγάρα ή η ανακοίνωση κενών θέσεων εργασίας, όπου η διαφήμιση φαρμάκων είναι περιορισμένη και όπου δεν επιτρέπεται ούτε στους διαφημιζόμενους ούτε στους διαφημιστές να επηρεάζουν άλλα τμήματα των προγραμμάτων. Πληροφορηθήκαμε ότι ανάλογον περιορισμοί υπάρχουν επίσης, σε πολλά θέματα, στο Ηνωμένο Βασίλειο καθώς και στο Λουξεμβούργο, τουλάχιστον όσον αφορά τη διαφήμιση για τα φάρμακα.
Ο πληρεξούσιος της Coditei υποστήριξε ότι το άρθρο 21 του βασιλικού διατάγματος δεν μπορεί να είναι δημοσίας τάξεως στο Βέλγιο, δεδομένου ότι διάφορες κυβερνήσεις, διαδοχικά, καθώς και η εισαγγελία είχαν κάνει σαφές ότι δεν είχαν σκοπό να επιβάλουν την τήρηση του. Επ' αυτού οι πληρεξούσιοι των ενώσεων καταναλωτών, μηνυτριών της κύριας δίκης, απάντησαν ότι το τι ανήκει στη δημοσία τάξη μιας χώρας πρέπει να προκύπτει από τη νομοθεσία της και όχι από τις απόψεις που εκφράζουν οι αρχές της χώρας αυτής, που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής. Δεν νομίζω πως το τι ανήκει στη δημόσια τάξη ενός κράτους μέλους, κατά την έννοια της Συνθήκης, πρέπει αναγκαστικά να αναφέρεται ρητά στη νομοθεσία του (βλ. υπόθεση 41/77, Van Duyn κατά Home Office, ECR. 1974, σ. 1337). Νομίζω όμως ότι τελικά είναι έργο των αρμοδίων δικαστηρίων κάθε κράτους μέλους, και όχι του Δικαστηρίου, να καθορίσουν τι ανήκει στη δημοσία τάξη του κράτους τους, με την έννοια αυτή.
Η νομιμότητα του περιορισμού όσον αφορά τα δικαιώματα του δημιουργού
Κανείς δεν υποστήριξε ότι η προστασία των δικαιωμάτων του δημιουργού ανήκει στον τομέα της δημοσίας τάξεως. Η Γερμανική Κυβέρνηση, αλλά μόνον αυτή, υποστήριξε την «αναλογική» εφαρμογή του άρθρου 56.
Νομίζω ότι η Γερμανική Κυβέρνηση είχε προσφορότερο νομικό έρεισμα, όταν υποστήριξε ότι η διάταξη που έπρεπε να εφαρμοστεί αναλογικά είναι το άρθρο 36. Στην άποψη του αυτή υποστηρίχθηκε και από άλλους διαδίκους, συμπεριλαμβανομένης της Επιτροπής.
Στις υποθέσεις 138 και 137/77, Frankfurt κατά Neumann και Ludwig κατά Hamburg (ECR. 1978, σ. 1641-1642) εξέτασα τη νομολογία του Δικαστηρίου στο ζήτημα της αναλογικής εφαρμογής διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η αναλογική εφαρμογή επιτρέπεται όταν υφίσταται κενό που πρέπει να συμπληρωθεί, οφειλόμενο σε παράλειψη των συντακτών της σχετικής πράξεως και όχι σε πρόθεση τους. Νομίζω ότι η έλλειψη κάθε διατάξεως σχετικής με την προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας στα άρθρα 59 έως 66 της Συνθήκης οφείλεται μάλλον σε παράλειψη παρά σε πρόθεση. Θα μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί ότι για τους συντάκτες της Συνθήκης η προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας εμπίπτει στο άρθρο 57, παράγραφος 2, αλλά αυτό δεν μου φαίνεται πιθανό. Εάν ευσταθεί η άποψη που εξέφρασα προηγουμένως για το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 59 έως 66, η έννοια που δίνει η Συνθήκη στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών είναι παρόμοια προς αυτή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Φαίνεται επομένως, πρόσφορη η κατ' αναλογία εφαρμογή του άρθρου 36.
Στις παρατηρήσεις της η Coditei και η Επιτροπή φαίνεται ότι υποστηρίζουν την άποψη ότι η αναφορά στο άρθρο 36 δημιουργεί καταρχάς γλωσσικές δυσκολίες όσον αφορά το κείμενο του άρθρου αυτού σε ορισμένες επίσημες γλώσσες. Η έκφραση «industrial and commercial property» που χρησιμοποιείται στο αγγλικό κείμενο δεν αποτελεί, απ' όσο γνωρίζω, καθιερωμένη έκφραση του αγγλικού δικαίου. Πρόκειται για έκφραση με αόριστη και γενική έννοια, που αντλεί το νόημα της από τα εκάστοτε συμφραζόμενα. Από τα συμφραζόμενα του άρθρου 36 προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι είναι αρκετά ευρεία ώστε να συμπεριλαμβάνει τα δικαιώματα του δημιουργού. Αυτό δεν φαίνεται να συμβαίνει στις αντίστοιχες εκφράσεις σε άλλες γλώσσες. Οι γαλλόφωνοι νομικοί, για παράδειγμα, δεν θεωρούν ότι η «βιομηχανική και εμπορική ιδιοκτησία» περιλαμβάνει τα δικαιώματα του δημιουργού τα εντάσσουν μάλλον σε διαφορετική κατηγορία, καλούμενη «propriété litteraire et artistique» (πνευματική και καλλιτεχνική ιδιοκτησία). Εντούτοις, η Coditei και η Επιτροπή υποστηρίζουν και οι δύο ότι στο πλαίσιο του άρθρου 36, η «propriété industrielle et commerciale» πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει τα δικαιώματα του δημιουργού. Η άποψη αυτή συμφωνεί με τη γνώμη της ευρείας πλειοψηφίας της θεωρίας και νομίζω ότι πρέπει να είναι σωστή.
Η αναλογική εφαρμογή του άρθρου 36 γεννά, όσον αφορά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου επί της ασκήσεως των δικαιωμάτων βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας σχετικά με τα εμπορεύματα, το πρόβλημα του ειδικού αντικειμένου του εν λόγω δικαιώματος.
Το εν λόγω δικαίωμα αποτελεί εδώ ένα στοιχείο του δικαιώματος του δημιουργού, συγκεκριμένα δε το δικαίωμα δημοσίας εκτελέσεως. Όλοι οι διάδικοι που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο αναγνωρίζουν ότι στον τομέα του δικαιώματος δημοσίας εκτελέσεως δεν μπορεί να εφαρμοστεί η θεωρία περί αναλώσεως του δικαιώματος όπως εφαρμόζεται στον τομέα της εμπορίας των προϊόντων. Η ίδια η ουσία του δικαιώματος δημοσίας εκτελέσεως συνίσταται στο να επιτρέπει στο δικαιούχο του να δίδει άδεια δημοσίας εκτελέσεως ή να απαγορεύει κάθε δημοσία εκτέλεση του έργου στο οποίο αναφέρεται.
'Ετσι οδηγείται κανείς στο να δεχθεί ότι ο δικαιούχος δικαιώματος δημοσίας εκτελέσεως έργου πρέπει να θεωρηθεί ότι, όταν επιτρέπει τη μετάδοση του με κύματα, επιτρέπει επίσης και την καλωδιακή μετάδοση της εκπομπής. Φαίνεται ότι σε ορισμένα κράτη μέλη αυτό ορίζεται, σε περιορισμένη έκταση, στο νόμο. Αναφέρθηκαν η «section» 40 (3) του «Copyright Act 1956» του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου αυτό προβλέπεται για τις εκπομπές του BBC και του IBA, το «Copyright Act 1963» της Ιρλανδίας που προβλέπει το ίδιο στη «section» 52 (3), για τις εκπομπές του Radio Eireann, καθώς και μία απόφαση του Landgericht του Αμβούργου της 6ης Ιανουαρίου 1978, που επικυρώθηκε με απόφαση του Oberlandesgericht του Αμβούργου της 14ης Δεκεμβρίου 1978, σύμφωνα με την οποία ο γερμανικός νόμος ορίζει τα ίδια όσον αφορά τη μετάδοση εκπομπών εντός της ζώνης φυσικής λήψεως τους. Σε παρόμοιες περιπτώσεις η αμοιβή που εισπράττει ο δικαιούχος του δικαιώματος δημοσίας εκτελέσεως από τον οργανισμό εκπομπής υπολογίζεται, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η εκπομπή θα αναμεταδοθεί καλωδιακά.
Εντούτοις, εδώ πρόκειται για εξαιρετικές περιπτώσεις. Η πλήρης και πολύ χρήσιμη ανάλυση του δικαίου των κρατών μελών, την οποία προσκόμισε η Επιτροπή (και διόρθωσε ως προς ελάσσονα ζητήματα όσον αφορά το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου η κυβέρνηση της χώρας αυτής), δείχνει ότι γενικά το δικαίωμα να επιτρέπει κανείς μία εκπομπή και το δικαίωμα να επιτρέπει την καλωδιακή της μετάδοση θεωρούνται διαφορετικά μεταξύ τους, όπως έκρινε το cour d'appel των Βρυξελλών στην περίπτωση του Βελγίου. Για το λόγο αυτό δεν νομίζω ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να θεωρήσει ότι το κοινοτικό δίκαιο αρνείται στο δικαιούχο του δικαιώματος δημοσίας εκτελέσεως ενός έργου σαν τις κινηματογραφικές ταινίες την εξουσία — ως στοιχείο του ειδικού αντικειμένου του δικαιώματος αυτού — να επιτρέπει ή να απαγορεύει την καλωδιακή μετάδοση εκπομπής του έργου.
Πρόταση
Ως συμπέρασμα νομίζω ότι, απαντώντας στα ερωτήματα που του υπέβαλε το tribunal correctionnel της Λιέγης στην υπόθεση 52/79, το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί ότι:
1)
Το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει την έννοια ότι απαγορεύει κάθε εθνική ρύθμιση που περιορίζει την καλωδιακή μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων που εκπέμπονται σε άλλα κράτη μέλη, εκτός από το μέτρο που η ρύθμιση αυτή δικαιολογείται για λόγους δημοσίας τάξεως.
2)
Οι διατάξεις του άρθρου 59 ισχύουν άμεσα και επομένως είναι δυνατή η επίκληση τους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.
Νομίζω ότι, απαντώντας στα ερωτήματα που του υπέβαλε το cour d'appel των Βρυξελλών στην υπόθεση 62/79, το Δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί ότι:
1)
Το άρθρο 59 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγορεύει τους περιορισμούς της παροχής υπηρεσιών από πρόσωπα εγκατεστημένα σ' ένα κράτος μέλος σε πρόσωπα εγκατεστημένα σε άλλο κράτος μέλος.
2)
Όταν μία κινηματογραφική ταινία μεταδίδεται τηλεοπτικά σ' ένα κράτος μέλος με συγκατάθεση του δικαιούχου του δικαιώματος δημοσίας εκτελέσεως στο κράτος αυτό, οι διατάξεις της Συνθήκης περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν εμποδίζουν τον εκδοχέα του δικαιώματος δημοσίας εκτελέσεως σε άλλο κράτος μέλος να επικαλεστεί το δικαίωμα του για να απαγορεύσει την καλωδιακή μετάδοση της εκπομπής στο άλλο κράτος.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy