ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
FRANCESCO CAPOTORTI
της 13ης Φεβρουαρίου 1980 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Ο προσδιορισμός της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων κατέστη αντικείμενο είτε διεθνών συμβάσεων προηγουμένων της ιδρύσεως της Κοινότητας — μεταξύ των οποίων κυρίως η Συμφωνία των Βρυξελλών της 15ης Δεκεμβρίου 1951 — είτε διατάξεων του παράγωγου κοινοτικού δικαίου ιδιαίτερα πρέπει να υπομνησθούν οι διατάξεις του κανονισμού 803/88 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1968 και του κανονισμού 375/69 της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 1969. Κυρίως μέσα στο πλαίσιο αυτό γεννώνται τα προβλήματα ερμηνείας που ανέκυψαν στην υπό κρίση υπόθεση Châtain.
Όπως συνήθως, κρίνω σκόπιμο να παρουσιάσω καταρχάς μία σύντομη ανακεφαλαίωση των πραγματικών περιστατικών. Μεταξύ της αρχής του έτους 1971 και του τέλους του έτους 1973η γαλλική εταιρεία «Laboratoires Sandoz», θυγατρική της ελβετικής εταιρίας Sandoz AG, εισήγαγε στη Γαλλία πολλές παρτίδες δύο φαρμακευτικών πρώτων υλών — των βιοκαταλυτών της εργοτα-μίνης και της διυδροεργοταμίνης — που της είχε πωλήσει η μητρική εταιρία. Πρέπει σχετικώς να σημειωθεί ότι η εταιρία αυτή εκχώρησε στη γαλλική θυγατρική της εταιρία την αποκλειστική άδεια παραγωγής των φαρμακευτικών αυτών ιδιοσκευασμάτων, ισχύει δε υπέρ της πρώτης εταιρίας προτίμηση ως προς την προμήθεια των πρώτων υλών που είναι απαραίτητες στη δεύτερη εταιρία. Με πρακτικό της 20ής Φεβρουαρίου 1974 ο γάλλος επιθεωρητής του τελωνείου διαπίστωσε ότι τα υποβληθέντα από την εισάγουσα εταιρία τιμολόγια εμφάνιζαν τιμή 'αγοράς που φαινόταν υπερβολική σε σχέση με την κανονική αξία των εμπορευμάτων. Το συμπέρασμα αυτό βασιζόταν, όσον αφορά την εργοταμίνη, σε σύγκριση μεταξύ των τιμών, με τις οποίες η Sandoz χρέωνε τη γαλλική θυγατρική της εταιρία και των προσφορών στη Γαλλία αντίστοιχων προϊόντων από άλλους κατασκευαστές και εμπόρους διαφόρων χωρών όσον αφορά τη διυδροεργοταμίνη, η οποία εισάγεται στη Γαλλία μόνο από την αναφερθείσα θυγατρική εταιρία της Sandoz, το γαλλικό τελωνείο προέβη σε τεχνική συγκριτική έρευνα με το προηγούμενο προϊόν και έλαβε υπόψη τις τιμές πωλήσεως στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Αποτέλεσμα της έρευνας αυτής ήταν, παρά το ότι η συνολική αξία των εισαγωγών, τις οποίες δήλωσε η εταιρία «Laboratoires Sandoz» για την εν λόγω περίοδο, ανερχόταν περίπου σε 90 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα, η αξία την οποία αναγνώρισαν οι τελωνειακές αρχές έφθανε περίπου τα 53 εκατομμύρια φράγκα.
Κατόπιν αυτής της διαπιστώσεως η γαλλική τελωνειακή αρχή κατέθεσε ενώπιον του αρμοδίου εισαγγελέως μήνυση κατά του René Châtain, διαχειριστή της εταιρείας
«Laboratoires Sandoz» κατηγορώντας τον για ψευδή δήλωση της αξίας της εισαγωγής και για παράνομη εξαγωγή κεφαλαίων στο εξωτερικό: είναι αλήθεια ότι, αν η εν λόγω εταιρεία πλήρωνε το εισαχθέν προϊόν ακριβότερα από την πραγματική του αξία, θα μετέφερε τα κέρδη της στην Ελβετία αποφεύγοντας να καταβάλει τους φόρους, στους οποίους τα κέρδη αυτά υπόκεινται στη Γαλλία.
Ο κατηγορούμενος, αμυνόμενος κατ' αυτών των κατηγοριών, υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι ο κανονισμός 803/68 του Συμβουλίου περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων αποκλείει κατ' αρχήν αυτοδίκαιη μείωση της πράγματι καταβληθείσας τιμής ο κανονισμός 375/69 της Επιτροπής εξάλλου, που ρυθμίζει τη δήλωση των σχετικών με τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων στοιχείων, περιορίζει τις υποχρεώσεις του εισαγωγέα, όσον αφορά τη διασάφηση και, τέλος, ότι απαγορεύεται στις εθνικές αρχές να κάνουν χρήση της κοινοτικής νομοθεσίας περί της δασμολογητέας αξίας για να καταστείλουν συναλλαγματικές παραβάσεις, δεδομένης της διαφοράς μεταξύ του ενός και του άλλου ζητήματος.
Το Tribunal de Grande Instance της Nanterre, με δύο Διατάξεις, τη μία της 7ης Μαρτίου και την άλλη της 14ης Μαΐου 1979, υπέβαλε στο Δικαστήριο ένδεκα προδικαστικά ερωτήματα που έχουν ως αντικείμενο την ερμηνεία, όχι μόνο της προαναφερθείσας κοινοτικής νομοθεσίας περί της δασμολογητέας αξίας, αλλά και των άρθρων 13 και 19 της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας της 22ας Ιουλίου 1972 που κατέστη εκτελεστή με τον κανονισμό του Συμβουλίου 2840 της 19ης Δεκεμβρίου 1972.
2.
Το γαλλικό δικαστήριο ερωτά με το πρώτο ερώτημα αν ο κανονισμός του Συμβουλίου (ΕΟΚ) 803 της 27ης Ιουνίου 1968 και ιδίως τα άρθρα του 1 έως 10, καθώς και ο κανονισμός της Επιτροπής (ΕΟΚ) 1581 της 24ης Ιουνίου 1974 σχετικά με το ότι κατά τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας λαμβάνονται υπόψη μειώσεις της τιμής, επιτρέπουν στις εθνικές αρχές να προσδίδουν στα εισαγόμενα από τρίτη χώρα εμπορεύματα δασμολογητέα αξία κατώτερη από την αξία που δήλωσε ο εισαγωγέας ή για τις εισαγωγές που είναι μεταγενέστερες της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού (ΕΟΚ) 375 της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 1969, κατώτερη της αξίας που προκύπτει από τα σχετικά με τη δασμολογητέα αξία στοιχεία που δήλωσε ο εισαγωγέας.
Για να καταστεί σαφής η έννοια της διακρίσεως που κάνει το παραπέμπον δικαστήριο μεταξύ της καταστάσεως που προηγείται και αυτής που έπεται της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 375/69 πρέπει να υπομνησθεί ότι ο κανονισμός αυτός, καινοτομώντας σε σχέση με ορισμένες εθνικές νομοθεσίες και τελωνειακές πρακτικές που περιορίζονταν να υποχρεώνουν τον εισαγωγέα να δηλώνει τη δασμολογητέα αξία των εμπορευμάτων, εισήγαγε, για την εφαρμογή του κανονισμού 803/68, υποχρέωση εξειδικεύσεως ορισμένων στοιχείων σχετικών με τη δασμολογητέα αξία. Αυτό δεν εμποδίζει, ακόμα και με το σύστημα που θέσπισε ο αναφερθείς κανονισμός, να υπάρχει μία αξία, την οποία δηλώνει ο εισαγωγέας βάσει προσκομισθέντων στοιχείων, όπως προκύπτει από το ερωτηματολόγιο που έχει επισυναφθεί στον κανονισμό.
Η απάντηση στο προαναφερθέν ερώτημα απαιτεί, πριν από όλα, ερμηνεία του άρθρου 1 του κανονισμού 803/68. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι: «Για την εφαρμογή του κοινού δασμολογίου δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων είναι η κανονική τιμή, δηλαδή η τιμή που τεκμαίρεται ότι μπορεί να επιτευχθεί σε περίπτωση πωλήσεως υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού μεταξύ ενός αγοραστή και ενός πωλητή ανεξάρτητων του ενός από τον άλλο.» Το Δικαστήριο, από την πλευρά του, με την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1970 στην υπόθεση 27/70 Edding κατά Hauptzollamt Αμβούργου (Raccolta 1970, σ. 1044, ιδίως σκέψη 8) επιβεβαίωσε ότι «καταρχήν η πράγματι επιτευχθείσα για τα συγκεκριμένα εμπορεύματα τιμή κατά την πώληση υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού είναι αυτή που εξηγεί καλύτερα την κανονική τιμή που συνιστά τη δασμολογητέα αξία».
Είναι σαφές ότι δυνατότητα διαφοράς μεταξύ της επιτευχθείσας (και καταβληθείσας) τιμής και της «κανονικής τιμής» του εμπορεύματος υφίσταται πάντοτε προπαντός όταν η τιμή επιτεύχθηκε σε πώληση που δεν έγινε υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού. Η αναφερθείσα απόφαση Edding ορθά επιβεβαίωσε (με την έβδομη σκέψη) ότι: «Η έννοια της κανονικής τιμής έχει κυρίως ως σκοπό να επιτρέψει στις τελωνειακές αρχές, προς το συμφέρον της εισπράξεως δίκαιων δασμών, να εξακριβώνει τις τιμές των εμπορευμάτων στην περίπτωση που οι συνθήκες συναλλαγών των εμπορευμάτων αυτών επηρεάστηκαν από τα στοιχεία τα οποία στρεβλώνουν τον πλήρη ανταγωνισμό μεταξύ εμπόρων.» Όπως είδαμε, το προαναφερθέν άρθρο, παράγραφος 1, του κανονισμού 803/68 προσδιορίζει την έννοια του ελεύθερου ανταγωνισμού από την ύπαρξη αμοιβαίας ανεξαρτησίας μεταξύ πωλητή και αγοραστή. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, περιέχει άλλες λεπτομέρειες, προσδιορίζοντας ότι, για να μπορεί να γίνει λόγος για πωλήσεις πραγματοποιούμενες υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού μεταξύ αγοραστή και πωλητή ανεξάρτητων μεταξύ τους, πρέπει ιδίως η καταβολή της τιμής του εμπορεύματος να συνιστά τη μόνη πραγματική παροχή του αγοραστή (δηλαδή η μόνη αντιπαροχή που δίνει στον πωλητή), και ακόμη η συμφωνηθείσα τιμή να μην έχει επηρεαστεί από εμπορικές οικονομικές ή άλλες σχέσεις που θα μπορούσαν να υφίστανται, εκτός από εκείνες που δημιουργούνται από την πώληση μεταξύ, αφενός, του πωλητή ή ενός φυσικού ή νομικού
προσώπου που συμμετέχει στις επιχειρήσεις του και, αφετέρου, του πωλητή ή ενός φυσικού ή νομικού προσώπου που συμμετέχει στις επιχειρήσεις του πωλητή και, τέλος, ότι κανένα μέρος του προϊόντος της μεταπωλήσεως ή της μεταγενέστερης χρήσεως των εμπορευμάτων δεν θα επιστρέφει, έστω και έμμεσα, στον πωλητή ή σε ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συμμετέχει στις επιχειρήσεις του.
Δεν αμφισβητείται επομένως ότι προέχουσα σημασία για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων έχει η «θεωρητική» κανονική αξία του εμπορεύματος και όχι η πράγματι συμφωνηθείσα και καταβληθείσα τιμή. Αυτό επιβεβαιώνεται και από άλλες διατάξεις του κανονισμού που εξετάζεται εδώ: αρκεί να αναφερθεί η παράγραφος 2, στοιχεία β και γ, του άρθρου 1, κατά την οποία η κανονική τιμή καθορίζεται προϋποθέτοντας ότι τα έξοδα πωλήσεως και παραδόσεως του εμπορεύματος βαρύνουν τον πωλητή και ότι οι δασμοί και οι φόροι που είναι απαιτητοί στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας βαρύνουν τον αγοραστή: το άρθρο 3, που θεσπίζει τα κριτήρια καθορισμού της κανονικής τιμής σε περίπτωση που τα εμπορεύματα καλύπτονται από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, φέρουν σήμα ή άλλα σημεία προστασίας της βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας και ιδίως το άρθρο 9, παράγραφος 1 στοιχεία β και γ, κατά το οποίο «η πράγματι καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή μπορεί να γίνει δεκτή ως δασμολογητέα αξία καθόσον η τιμή αντιστοιχεί, στο χρόνο κατά τον οποίο συμφωνήθηκε, στις τιμές που επιτεύχθηκαν σε πώληση πραγματοποιηθείσα υπό προϋποθέσεις πλήρους ανταγωνισμού μεταξύ αγοραστή και πωλητή ανεξάρτητων μεταξύ τους, και καθόσον κατέστη απαραίτητο η τιμή αυτή να υποστεί προσαρμογή για να ληφθούν υπόψη στοιχεία, τα οποία διέφεραν στην κρίσιμη πώληση από τα στοιχεία που απαρτίζουν την κανονική τιμή». Πρέπει ακόμη να σημειωθεί επί της τελευταίας αυτής διατάξεως ότι, όταν έχουν πληρωθεί οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις, οι τελωνειακές αρχές έχουν το δικαίωμα, και όχι την υποχρέωση, να δεχτούν ότι η καταβληθείσα ή η καταβλητέα τιμή αντιστοιχεί στην κανονική τιμή και, επομένως, στη δασμολογητέα αξία.
Από την ρύθμιση αυτή προκύπτει ασφαλώς ότι ο προσδιορισμός της δασμολογητέας αξίας πρέπει να πραγματοποιείται κατά τρόπο αντικειμενικό, ανεξάρτητα από τη δήλωση του εισαγωγέα. Ο αντικειμενικός αυτός προσδιορισμός, που μπορεί βέβαια να συνεπάγεται διόρθωση της τιμής που προκύπτει από το τιμολόγιο, δεν περιορίζεται καθόλου στις περιπτώσεις που η πράγματι καταβληθείσα τιμή είναι κατώτερη της κανονικής τιμής καμία κοινοτική διάταξη δεν θέτει τέτοιο περιορισμό. Για το λόγο αυτό συμπεραίνεται ότι το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει, και μάλιστα επιβάλλει, στις εθνικές τελωνειακές αρχές να τροποποιούν τη δηλωθείσα αξία κάθε φορά που απέχει, όχι μόνο προς τα κάτω αλλά και προς τα άνω, από την κανονική τιμή του εμπορεύματος.
Φυσικά, είναι πολύ συνηθέστερο στην περίπτωση που η δηλωθείσα αξία δεν συμφωνεί με την κανονική τιμή, το ποσό της πρώτης να είναι χαμηλότερο σε σχέση με τη δεύτερη, δεδομένου ότι ο εισαγωγέας έχει προφανές συμφέρον να εφαρμοστεί από την τελωνειακή αρχή δασμολογικός συντελεστής στη χαμηλότερη δυνατή αξία. Γι' αυτό και η ρύθμιση που αφορά τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας λαμβάνει κυρίως υπόψη τέτοια περίπτωση μεριμνώντας προπαντός ώστε να μη ματαιώνεται η καταβολή των οφειλομένων δασμών. Αυτό δείχνει ιδίως το άρθρο 9, παράγραφος 2, του αναφερθέντος κανονισμού που αναφέρει τις κύριες (και όχι τις μόνες) διορθώσεις στην καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή και αναφέρει τα απαρτίζοντα τη δασμολογητέα αξία στοιχεία που πρέπει να προστεθούν στην τιμή τιμολογίου (έξοδα σε βάρος του πωλητή, εκπτώσεις επί της τιμής που επιτρέπονται μόνο στους αποκλειστικούς αντιπροσώπους ή εκείνους που έχουν μόνοι τους την εκμετάλλευση, ασυνήθεις εκπτώσεις). Μπορεί να προστεθεί ότι η έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού δέχεται ότι έχει επίσης σημασία να αποφεύγεται και ενδεχομένως να αποτρέπεται κάθε διαφυγή τελωνειακών εσόδων. Κατά τη γνώμη μου όμως αυτό δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται στις τελωνειακές αρχές ο καθορισμός κανονικής τιμής κατώτερης από τη δηλωθείσα αξία.
Είναι αλήθεια ότι η άποψη αυτή δεν μπορεί να υποστηριχθεί παρά μόνο εάν επικαλεσθεί κανείς τους δύο σκοπούς του κοινού δασμολογίου, οι οποίοι συνίστανται στην εξασφάλιση πρόσφορης προστασίας της κοινοτικής οικονομίας και την εξεύρεση οικονομικών πόρων της Κοινότητας. Πράγματι, αν δηλωθεί αξία του εμπορεύματος ανώτερη από την πραγματική που ακολουθείται από αντίστοιχη επιβολή δασμού, αυτό συνιστά πλεονέκτημα για τις Κοινότητες, τόσο από άποψη προστασίας της οικονομίας τους, όσο και από άποψη οικονομικών εσόδων, οπότε είναι αμφίβολο αν υφίσταται κάποιο κοινοτικό συμφέρον που επιβάλλει να αμφισβητηθεί η δήλωση αυτή και να αποδοθεί στο εμπόρευμα χαμηλότερη αξία. Η υποτιθέμενη ωστόσο μη ύπαρξη κοινοτικού συμφέροντος για τέτοια ενέργεια δεν αρκεί για να κριθεί ότι απαγορεύεται στις εθνικές αρχές κάθε υποτίμηση των εισαγομένων προϊόντων. Εν πάση περιπτώσει, από την άποψη των σκοπών, ασφαλώς δεν είναι δυνατό να αγνοηθούν οι ειδικοί σκοποί του κανονισμού 803/68 που συνίστανται κυρίως στην εισαγωγή ενιαίων κριτηρίων προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας.
Νομίζω ότι το σημείο αυτό αξίζει να τονισθεί. Αρκεί να διαβάσει κανείς τις αιτιολογικές σκέψεις 2, 6 και 8 του κανονισμού 803/68 για να συνειδητοποιήσει την εμμονή με την οποία ο νομοθέτης εξέφρασε την ανάγκη «τελωνειακής νομοθεσίας που να εξασφαλίζει ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινού δασμολογίου», την ανάγκη ενός επιπέδου προστασίας ίσου σε όλη την Κοινότητα, την ανάγκη ίσης μεταχείρισης των εισαγωγέων από άποψη εισπράξεως των δασμών του κοινού δασμολογίου. Ήδη η νομολογία του Δικαστηρίου, με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973 στην υπόθεση 8/73, Massey Ferguson (Raccolta 1973, σ. 1907) έκρινε ότι «η λειτουργία της τελωνειακής ενώσεως απαιτεί οπωσδήποτε ομοιόμορφο προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων από τρίτες χώρες εμπορευμάτων» (τρίτη σκέψη): η απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1977 στην υπόθεση 38/77, Enkä (Raccolta 1977, σ. 2203 επ.) επανέλαβε την ίδια άποψη, αναφερόμενη στην έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 803/68 και συνέδεσε επιτυχώς το κριτήριο της «κανονικής τιμής» του εισαγόμενου εμπορεύματος με το σκοπό του ομοιόμορφου προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας (αιτιολογικές σκέψεις 13 και 14). Βάσιμοι λόγοι επομένως στηρίζουν την άποψη ότι προέχον κοινοτικό συμφέρον επί θεμάτων καθορισμού της δασμολογητέας αξίας είναι η ομοιομορφία των κριτηρίων εκτιμήσεως η ομοιομορφία αυτή πραγματοποιήθηκε με την επιβολή σε όλα τα κράτη μέλη του κριτηρίου της κανονικής τιμής. Κατά τη γνώμη μου αυτό δικαιολογεί πλήρως τη δυνατότητα μειώσεως της δηλωθείσας τιμής, προκειμένου αυτή να φθάσει το επίπεδο της κανονικής τιμής της αγοράς.
Άλλες σκέψεις, διαφορετικής φύσεως, ενισχύουν περαιτέρω τη λύση που δέχεται. Σε κοινοτικό επίπεδο φαίνεται δικαιολογημένο να λαμβάνεται υπόψη και το συμφέρον προς αποφυγή υπερεκτιμήσεως των εισαγομένων προϊόντων που μπορεί να έχει αντίκτυπο στο επίπεδο τιμών εντός της Κοινότητας. Εξάλλου, αν ο δασμός επιβαρύνει περισσότερο τα προϊόντα που ο εισαγωγέας υπερτίμησε από λάθος, αυτό θα είχε ως συνέπεια, άλλοι εισαγωγείς περισσότερο συνετοί, να βρεθούν σε πλεονεκτική θέση, σε προφανή αντίθεση με την αρχή του υγιούς ανταγωνισμού. Από άποψη επιείκειας τέλος, ο εισαγωγέας που έκανε μια κακή συναλλαγή πληρώνοντας πολύ υψηλή τιμή πρέπει ακολούθως να έχει τη δυνατότητα να πετύχει υπολογισμό του δασμού επί της τιμής του εμπορεύματος που ισχύει στην αγορά.
Με το πρώτο ερώτημα, το παραπέμπον δικαστήριο αναφέρεται επίσης και στον κανονισμό 1581/74 της Επιτροπής της 24ης Ιουνίου 1974. Δεν νομίζω όμως ότι ο κανονισμός αυτός μπορεί να έχει κάποια επίδραση στην απάντηση που θα δοθεί στο ερώτημα αυτό. Με τον κανονισμό 1581/74η Επιτροπή προσδιόρισε τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορεί, κατά τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας, να λαμβάνονται υπόψη οι μειώσεις της τιμής που χορηγήθηκαν από έναν πωλητή σε έναν αγοραστή. Αντίθετα, εδώ γίνεται συζήτηση για περίπτωση στην οποία οι τελωνειακές αρχές αναθεωρούν την τιμή τιμολογίου, λόγω της διαφοράς που διαπίστωσαν σε σχέση με την κανονική τιμή του προϊόντος στην αγορά. Επομένως, ο αναφερθείς κανονισμός δεν μπορεί να συμβάλει στη διαφώτιση του προβλήματος, το οποίο μας απασχολεί, παρά μόνον καθόσον επιβεβαιώνει το κριτήριο της κανονικής τιμής (που συνιστά την αφετηρία): αυτό όμως δεν αποτελεί κάτι καινούργιο, δεδομένου ότι πρόκειται για εκτελεστικό κανονισμό του κανονισμού του Συμβουλίου 803/68 που εξετάστηκε προηγουμένως.
Όσον αφορά τον κανονισμό 375/69 της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 1969 (που επίσης αναφέρεται στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα), έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει την ίση μεταχείριση των εισαγωγέων κατά την κατάρτιση της δηλώσεως των στοιχείων που απαρτίζουν τη δασμολογητέα αξία και το πετυχαίνει αναφέροντας με λεπτομέρειες (στο παράρτημα του) τις πληροφορίες που υποχρεούνται να παρέχουν.
Προς το παρόν επιθυμώ να περιοριστώ στο να επιστήσω την προσοχή του Δικαστηρίου σε μία από τις διατάξεις του κανονισμού αυτού η οποία επιβεβαιώνει την άποψη που έκρινα ότι μπορεί να συναχθεί από το βασικό κανονισμό. Πρόκειται για το άρθρο 1, παράγραφος 2, του αναφερθέντος κανονισμού 375/69: ορίζει ότι οι τελωνειακές αρχές μπορούν να ζητήσουν από τον εισαγωγέα λεπτομερέστερες πληροφορίες από αυτές που προβλέπει το στερεότυπο ερωτηματολόγιο του παραρτήματος του κανονισμού και αυτό ιδίως αν η εισαγωγή πραγματοποιείται επί τη βάσει συναλλαγής που συνήφθη μεταξύ αγοραστή και πωλητή που δεν είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους. Ενδιαφέρουσα είναι η άποψη ότι ούτε αυτή η διάταξη κάνει διάκριση μεταξύ της περιπτώσεως, κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές βρίσκονται ενώπιον τιμής τιμολογίου κατώτερης από την κανονική τιμή και της περιπτώσεως, αντίθετα, κατά την οποία η τιμή τιμολογίου είναι ανώτερη της κανονικής τιμής. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι με τη βοήθεια των πληροφοριών που ζητούνται συμπληρωματικά, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να αναθεωρήσουν τη δηλωθείσα από τον εισαγωγέα αξία, η οποία βασίζεται στην τιμή αγοράς, τόσο για να αυξήσουν όσο και για να μειώσουν το ποσό της.
3.
Όπως υπέμνησα στην αρχή, τα κριτήρια προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας θεσπίστηκαν, πριν από την ίδια την ίδρυση της Κοινότητας, με τη συμφωνία των Βρυξελλών της 15ης Δεκεμβρίου 1950, που άρχισε να ισχύει στις 28 Ιουλίου 1953. Η σύμβαση αυτή συντάχθηκε σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου VII της συμφωνίας GATT και ιδίως της αρχής της συμφωνίας μεταξύ δασμολογητέας αξίας και πραγματικής αξίας του εισαγομένου εμπορεύματος.
Όσον αφορά το πρώτο πρόβλημα που ο πα-ραπέμπτων δικαστής υπέβαλε προς εξέταση στο Δικαστήριο, η συμφωνία των Βρυξελλών παρέχει χρήσιμα στοιχεία, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη. Πραγματικά, ακόμα και σε προηγούμενες περιπτώσεις, το Δικαστήριο ερμήνευσε την κοινοτική νομοθεσία επί της δασμολογητέας αξίας χωρίς να αγνοήσει τις διατάξεις της συμφωνίας αυτής: αναφέρομαι στις ήδη αναφερθείσες αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 1970 στην υπόθεση Edding (ιδίως στη σκέψη 11), και της 23ης Νοεμβρίου 1977 στην υπόθεση Enkä (σκέψη 24 έως 26). Η τελευταία αυτή απόφαση ορθώς τόνισε ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 803/68 επαναλαμβάνει σχεδόν επί λέξει την αντίστοιχη διάταξη του παραρτήματος 1 της Συμβάσεως των Βρυξελλών η ίδια διαπίστωση ισχύει και για το ήδη αναφερθέν άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, το οποίο ταυτίζει τη δασμολογητέα αξία με την «κανονική τιμή» του εμπορεύματος. Εκτός όμως από τη σχεδόν πλήρη αντιστοιχία των δύο διατάξεων, δεν πρέπει κανείς να ξεχνά ότι όλα τα κράτη μέλη είναι συμβαλλόμενα μέρη στην αναφερθείσα σύμβαση (αυτό το υπενθυμίζει η ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 803/68) και ότι οι αρμοδιότητες σε τελωνειακά θέματα που ασκούνταν προηγουμένως από τα κράτη μέλη έχουν μεταβιβασθεί στην Κοινότητα για το λόγο αυτό η εν λόγω σύμβαση συνδέει την Κοινότητα (σαφής σχετική επιβεβαίωση συναντάται στο σκεπτικό της αποφάσεως της 12ης Δεκεμβρίου 1972 στις υποθέσεις 21 έως 24/72, International Fruit Company, Raccolta 1972, σ. 1219' βλ. επίσης απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1975 στην υπόθεση 38/75, Nederlandse Spoorwegen, Raccolta 1975, σ. 1439). Έπεται ότι η κοινοτική νομοθεσία πρέπει στο μέτρο του δυνατού να ερμηνεύεται έτσι ώστε να αποφεύγεται κάθε σύγκρουση με τις διεθνείς υποχρεώσεις που απορρέουν από την αναφερθείσα Σύμβαση των Βρυξελλών για όσο διάστημα ισχύει (σύντομα πρέπει να αντικατασταθεί με μια νέα συμφωνία περί εφαρμογής του άρθρου 7 της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου).
Ας στρέψω τώρα την προσοχή μου στις ερμηνευτικές σημειώσεις του όρου της δασμολογητέας αξίας που αποτελούν το αντικείμενο του παραρτήματος II της Συμβάσεως και ιδίως στη σημείωση 5. Αρχίζει ορίζοντας ότι: «Σκοπός του όρου της αξίας είναι να επιτρέψει σε κάθε περίπτωση τον υπολογισμό των δασμών βάσει της τιμής, στην οποία οποιοσδήποτε αγοραστής θα μπορούσε να προμηθευτεί — στο λιμάνι ή τον τόπο εισόδου στη χώρα εισαγωγής — τα εισαγόμενα εμπορεύματα, όταν η πώληση πραγματοποιείται υπό όρους πλήρους ανταγωνισμού. Η εκδοχή αυτή ισχύει γενικά· τυχαίνει εφαρμογής ανεξάρτητα από το αν τα εισαγόμενα εμπορεύματα αποτέλεσαν ή όχι αντικείμενο συμβάσεως πωλήσεως και ανεξάρτητα από τους όρους της συμβάσεως αυτής.»
Το πρώτο αυτό μέρος της σημειώσεως δείχνει ότι οι συντάκτες της Συμβάσεως έκριναν σκόπιμο να απομακρυνθούν από μία μέθοδο προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας βασισμένη στην πραγματική τιμή των διαφόρων ποσοτήτων εμπορευμάτων, για να στηριχτούν αντίθετα στην έννοια της «θεωρητικής» συμβάσεως πωλήσεως. Σύμφωνα με την έννοια αυτή, η τιμή είναι η αυτή στην οποία θα πωλούνταν το εμπόρευμα υπό όρους «πλήρους ανταγωνισμού», προϋποθέτοντας συνεπώς πλήρη αμοιβαία ανεξαρτησία μεταξύ πωλητή και αγοραστή. Η σημείωση συνεχίζει με τη διαβεβαίωση ότι «η εφαρμογή αυτού του ορισμού συνεπάγεται έρευνα σχετικά με τις ισχύουσες τιμές κατά το χρόνο της εκτιμήσεως». Με τον τρόπο αυτό προκύπτει η αυτονομία της τελωνειακής διοικήσεως όταν πρόκειται για εξακρίβωση των στοιχείων της «θεωρητικής συμβάσεως», στην οποία αναφέρθηκα. Η ανάγκη όμως για γρήγορο εκτελωνισμό του εμπορεύματος και η ανάγκη εξαρτήσεως της εκτιμήσεως, στο μέτρο του δυνατού, από τα εμπορικά έγγραφα (ανάγκες που έγιναν δεκτές από τις αρχές III και VII, τις οποίες διατύπωσε η ομάδα εργασίας για την ευρωπαϊκή τελωνειακή ένωση πριν από τη σύνταξη του ορισμού των Βρυξελλών) οδήγησαν στο να λαμβάνεται υπόψη στην πρακτική η τιμή τιμολογίου των διάφορων πωλήσεων.
Η σημείωση 5 δέχεται σχετικά ότι η τιμή αυτή μπορεί γενικά να θεωρείται ως υπολογίσιμη ένδειξη για τον προσδιορισμό της κανονικής τιμής που αναφέρει ο ορισμός θέτει όμως τη σημαντική προϋπόθεση ότι πρόκειται για πώληση bona fide και επιφυλάσσεται για τα μέτρα που πρόκειται να ληφθούν προς αποφυγή περιγραφής δικαιωμάτων μέσω πλασματικών ή νοθευμένων τιμών ή συμβάσεων, καθώς και για ενδεχόμενες προσαρμογές της τιμής που κρίνονται αναγκαίες προκειμένου να ληφθούν υπόψη στοιχεία που, στην εξεταζόμενη πώληση, θα διέφεραν από τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στον ορισμό της αξίας.
Υπό το φως της σημειώσεως 5 επομένως, το σύστημα της Συμβάσεως των Βρυξελλών προσανατολίζεται σαφώς προς την κατεύθυνση επιτεύξεως αναλογίας μεταξύ δασμολογικής επιβαρύνσεως και αντικειμενικής αξίας των εμπορευμάτων, πράγμα που αποτελεί αρμοδιότητα των τελωνειακών αρχών, χωρίς αυτές να δεσμεύονται από την τιμή που προκύπτει από τα εμπορικά έγγραφα. Είναι προφανές ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, δηλώνεται πλασματική τιμή προκειμένου να καταβληθεί χαμηλότερο ποσό δασμών και αυτό οδηγεί σε δήλωση τιμής χαμηλότερης από την πραγματική αξία αυτό εξηγεί την πρώτη επιφύλαξη της σημειώσεως 5, που προαναφέρθηκε. Τα συμφραζόμενα όμως της σημειώσεως — όπως άλλωστε και τα συμφραζόμενα του κανονισμού 803/68 — δεν αποκλείουν καθόλου τη δυνατότητα οι διοικήσεις να διαπιστώνουν ότι η τιμή τιμολογίου είναι ανώτερη από την αντικειμενική αξία και επαναλαμβάνω ότι, αν γίνει μία τέτοια διαπίστωση, οι τελωνειακές αρχές είναι υποχρεωμένες να εφαρμόσουν το κριτήριο της κανονικής τιμής, υποτιμώντας το εμπόρευμα σε σχέση με τις τιμές που δήλωσε ο εισαγωγέας. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεviko χαρακτήρα της προϋποθέσεως που διατυπώνεται στη σημείωση 5 για να ληφθεί υπόψη η τιμή τιμολογίου και από τη δεύτερη επιφύλαξη που ακολουθεί' αναφέρομαι στην προϋπόθεση ότι πρέπει να πρόκειται για πώληση bona fide, και στην επιφύλαξη σχετικά με τις προσαρμογές που έχουν στόχο να προσαρμόσουν τη δηλωθείσα τιμή στην τιμή του ορισμού.
4.
Η εταιρία «Laboratoires Sandoz», στις παρατηρήσεις που κατέθεσε στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, επικαλέστηκε την ομοιομορφία στην εφαρμογή του κοινού δασμολογίου για να υπογραμμίσει ότι η εφαρμογή αυτή δεν πρέπει να χρησιμεύει, εκτός και πέρα από το κοινοτικό συμφέρον εισπράξεως δασμών, για προστασία των εθνικών συμφερόντων ή για εξυπηρέτηση σκοπιμοτήτων αυστηρά εθνικών. Ο ισχυρισμός αυτός αξίζει μερικά σχόλια.
Πρώτον, υπογραμμίζω ότι η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε μέχρι τώρα για την επίλυση του πρώτου προβλήματος το οποίο υπέβαλε ο παραπέμπτων δικαστής, παρέμεινε μέσα στο πλαίσιο ερμηνείας των κοινοτικών διατάξεων από άποψη διακυβευόμενων κοινοτικών συμφερόντων. Είχα ήδη την ευκαιρία να παρατηρήσω ότι, αν θεωρηθεί ως προέχον κοινοτικό συμφέρον η είσπραξη των μεγαλυτέρων δυνατών δασμών, δεν δικαιολογείται ερμηνεία του κανονισμού 803/68 που δέχεται αρμοδιότητα των τελωνειακών αρχών να «υποτιμούν» τα εισαγόμενα εμπορεύματα. Έχω όμως τη γνώμη ότι προέχον κοινοτικό συμφέρον είναι ο προσδιορισμός της αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων σύμφωνα με αντικειμενικό και σταθερό κριτήριο, κατάλληλο να εξασφαλίσει ομοιομορφία της εφαρμογής του κοινού δασμολογίου: αυτό που έχει σημασία είναι η ορθή και ομοιόμορφη είσπραξη δασμών και όχι ασυνήθως υψηλό έσοδο που να συμφωνεί μεν με την τιμή τιμολογίου όχι όμως και με την κανονική τιμή του προϊόντος.
Δεύτερον, η απαίτηση ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινού δασμολογίου συνδέεται με άλλα συμφέροντα, επίσης κοινοτικά. Σημαντικό στοιχείο συνιστά υπεράνω όλων το συμφέρον διατηρήσεως προϋποθέσεων ελεύθερου και έντιμου ανταγωνισμού: είδαμε ότι αυτό επηρεάζει τον ίδιο τον ορισμό της δασμολογητέας αξίας. Εύκολα επομένως γίνεται αντιληπτό, ότι εν ονόματι αυτού του συμφέροντος πρέπει να καταπολεμούνται οι υποτιμήσεις που γίνονται από τους εισαγωγείς- έχουν ως στόχο να ελαφρύνουν παράνομα την επιβάρυνση από τους δασμούς και, επομένως, να καταστήσουν δυνατό τον καθορισμό χαμηλότερων τιμών πωλήσεως. Ακόμη όμως και οι υπερτιμήσεις στις οποίες προβαίνουν οι εισαγωγείς μπορούν να τους αποφέρουν παράνομα ωφέλη: ιδίως όταν επιτρέπουν να υπολογίζεται τεχνητά μειωμένο περιθώριο κέρδους, οπότε διαφεύγουν φορολογικές επιβαρύνσεις που θα ήταν βαρύτερες από τις ανώτερες δασμολογικές επιβαρύνσεις. Είναι μόλις απαραίτητο να αναφερθεί ότι τέτοιου είδους χειρισμός είναι νοητός, ιδίως όταν μία θυγατρική εταιρία εισάγει προϊόντα από τη μητρική εταιρία.
Τρίτον, δεν νομίζω κάποιος λόγος να αποκλείει ότι τα αποτελέσματα του ελέγχου της δασμολογητέας αξίας, δηλαδή της εξακριβώσεως της «κανονικής τιμής» των εμπορευμάτων, μπορούν να χρησιμεύσουν για προστασία, δευτερευόντως, εθνικών συμφερόντων διαφορετικών από το κοινοτικό συμφέρον της εισπράξεως δασμών. Νομίζω ότι τα μόνα όρια που μπορούν να τεθούν σε μία τέτοια πιθανότητα συνίστανται στο αν οι δύο τάξεις συμφερόντων συμβιβάζονται μεταξύ τους και η σχολαστική τήρηση των κοινοτικών κριτηρίων σχετικά με τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας. Με άλλα λόγια, ενδεχόμενη επιδίωξη εθνικών σκοπών (σκοπών φορολογικής ή νομισματικής φύσεως για παράδειγμα) δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να διακυβεύει την ακριβή είσπραξη δασμών και ο προσδιορισμός της αξίας δεν πρέπει να εξαρτάται από κριτήρια διαφορετικά από εκείνα τα οποία δέχεται η κοινοτική νομοθεσία. Αν όμως η διόρθωση της δηλωθείσας αξίας, υπό την έννοια ότι οδηγεί στην κανονική τιμή, έλαβε χώρα σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις, το ενδιαφερόμενο κράτος είναι ελεύθερο να επωφεληθεί από άλλες συνέπειες προκειμένου να εφαρμόσει μέτρα σε διαφορετικούς τομείς από τον τελωνειακό τομέα. Αυτό που έχει σημασία είναι τα κριτήρια και οι μέθοδοι διαπιστώσεως να εξυπηρετούν το κοινοτικό συμφέρον — πράγμα που πρέπει να θεωρείται δεδομένο αν έχει τηρηθεί η κοινοτική νομοθεσία στον τομέα αυτό- αν υποτεθεί ότι κάτι τέτοιο συνέβη και ότι η τιμή του τιμολογίου διορθώθηκε, η διόρθωση αυτή μπορεί να έχει σε εθνικό επίπεδο όλες τις επιπτώσεις που δεν διακυβεύουν τους προέχοντες κοινοτικούς στόχους του καθορισμού της δασμολογητέας αξίας.
5.
Πριν εξετάσω τα ερωτήματα από το δεύτερο έως το δέκατο που υποβλήθηκαν με την αναφερθείσα Διάταξη του Tribunal de Grande Instance της Nanterre της 7ης Μαρτίου 1979, πρέπει να ασχοληθώ εν συντομία με το ενδέκατο ερώτημα που το εθνικό δικαστήριο απηύθυνε στο Δικαστήριο, με Διάταξη της 14ης Μαΐου του ίδιου έτους, δεδομένου ότι συνδέεται στενά με το πρόβλημα που πραγματεύτηκα μέχρις εδώ. Το γαλλικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 9 του κανονισμού του Συμβουλίου 803/68, όσον αφορά τις εισαγωγές επί των οποίων εφαρμόζεται ο κανονισμός της Επιτροπής 375/69 και το παράρτημα του, επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους να προβαίνουν — με σκοπό τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας — σε προσαρμογές προς τα κάτω επί της τιμής τιμολογίου, εκτός από εκείνες που προβλέπονται στις περιπτώσεις 18 έως 21 του προαναφερθέντος παραρτήματος και προσδιορίζονται από στοιχεία διάφορα της τιμής των εμπορευμάτων, περιλαμβανόμενα όμως στην τιμή τιμολογίου.
Το προαναφερθέν άρθρο 9 θεσπίζει, με την παράγραφο 1, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή μπορεί να γίνει δεκτή ως δασμολογητέα αξία στη δεύτερη παράγραφο αναφέρονται ορισμένες προσαρμογές που μπορεί να είναι απαραίτητες σύμφωνα με το στοιχείο γ της παραγράφου 1, προκειμένου να ληφθούν υπόψη στοιχεία, τα οποία, στην εξεταζόμενη πώληση, διαφέρουν από τα στοιχεία που απαρτίζουν την κανονική τιμή. Εξάλλου οι περιπτώσεις 18 έως 21 του έντυπου που προσαρτάται στο παράρτημα του κανονισμού 375/69 της Επιτροπής αντιστοιχούν σε τόσα «μη απαρτίζοντα τη δασμολογητέα αξία στοιχεία» περιλαμβανόμενα στην τιμή τιμολογίου, η οποία υποτίθεται ότι αποτέλεσε τη βάση υπολογισμού της δηλωθείσας αξίας. Στην ουσία, τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 9, παράγραφος 2 (και εξειδικεύονται ακολούθως με τους αριθμούς 11 έως 17 του αναφερθέντος εντύπου) πρέπει να προστίθενται στην τιμή τιμολογίου για να καθορισθεί η κανονική τιμή ενώ τα στοιχεία που προβλέπονται στις περιπτώσεις 18 έως 21 του εντύπου (τα οποία ο κανονισμός 803/68 αναφέρει πιο περιληπτικά στο άρθρο 1, παράγραφος 2, περίπτωση γ), πρέπει να αφαιρούνται από την τιμή τιμολογίου, όταν έχουν περιληφθεί σ' αυτήν, για να καθορισθεί η κανονική τιμή.
Ο παραπέμπτων δικαστής, αναφερόμενος στις δύο κατηγορίες στοιχείων, δείχνει ότι έχει επίγνωση του ότι η κοινοτική νομοθεσία προβλέπει δυνατότητα διορθώσεως είτε στην περίπτωση που η τιμή τιμολογίου είναι κατώτερη της κανονικής τιμής είτε στην αντίστροφη περίπτωση. Αμφισβητεί, ωστόσο, ότι διορθώσεις εκτός από όσες αναφέρονται στις προαναφερθείσες διατάξεις, τουλάχιστον «προς τα κάτω», είναι παραδεκτές στην πραγματικότητα, είναι πολύ σαφές ότι οι διορθώσεις «προς τα άνω» που αναφέρονται στο άρθρο 9, παράγραφος 2, είναι οι κυριότερες, αλλά ασφαλώς όχι οι μόνες, όπως δείχνει το επίρρημα«ιδίως» στη δεύτερη γραμμή της παραγράφου αυτής.
Μπορεί κανείς να απαντήσει, παρατηρώντας ότι η ελευθερία διορθώσεως «προς τα άνω», η οποία δεν συνοδεύεται από ίση ελευθερία προς την αντίστροφη κατεύθυνση, δεν θα είχε κανένα νόημα, δεδομένου ότι σκοπός πάντοτε είναι η εξεύρεση της κανονικής τιμής. Θα μπορούσε να προστεθεί το επιχείρημα που απορρέει από τη γραμματική ερμηνεία ότι, κατά την περίπτωση 21 του εντύπου που προσαρτάται στο παράρτημα του κανονισμού 375/69 της Επιτροπής, ζητείται να δηλωθούν «άλλα στοιχεία» μεταξύ εκείνων που δεν απαρτίζουν τη δασμολογητέα αξία, πράγμα που δείχνει ότι πρόκειται για ενδεικτική απαρίθμηση. Κατά τη γνώμη μου όμως η απάντηση πρέπει να θεμελιωθεί σε συλλογισμό διαφορετικής φύσεως. Το άρθρο 9 του κανονισμού 803/68 και το έντυπο που προσαρτάται στο παράρτημα του κανονισμού 375/69 προϋποθέτουν, και τα δύο, ότι η τιμή τιμολογίου συνιστά τη βάση υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας και ότι οι απαραίτητες διορθώσεις για τον προσδιορισμό αυτής της τελευταίας συνιστούν απλές αριθμητικές πράξεις.
Όπως όμως είδαμε και θα προσδιορίσω καλύτερα ακολούθως, η τελωνειακή αρχή είναι ελεύθερη να προχωρήσει σε δική της εκτίμηση του εμπορεύματος, χωρίς να υιοθετήσει ως βάση υπολογισμού την τιμή τιμολογίου στην πρακτική, αυτό θα συμβεί σε σπάνιες περιπτώσεις, κατά τις οποίες υπάρχουν λόγοι που οδηγούν στην άποψη ότι η τιμή τιμολογίου απέχει αισθητά από την κανονική τιμή. Στις περιπτώσεις αυτές, βρίσκεται κανείς εκτός πλαισίου εφαρμογής των διατάξεων που αναφέρθηκαν πιο πάνω και ασφαλώς δεν μπορεί κανείς να σκεφθεί ότι η ύπαρξη των διατάξεων αυτών — που στερούνται περιοριστικού χαρακτήρα — αφαιρεί από τις τελωνειακές αρχές την ανεξαρτησία εκτιμήσεως, η οποία προκύπτει είτε από το σύστημα της Συμβάσεως των Βρυξελλών είτε από την κοινοτική νομοθεσία, θεωρούμενη στο σύνολο της.
6.
Με το δεύτερο ερώτημα (εξαρτώμενο από τη θετική απάντηση στο πρώτο) ο γάλλος δικαστής ερωτά αν η προαναφερθείσα κοινοτική νομοθεσία επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους να μειώ-ουν τη δηλωθείσα από τον εισαγωγέα αξία (ή κατ' εφαρμογή του κανονισμού 375/69 της Επιτροπής, την αξία που προκύπτει από τα στοιχεία που υπέβαλε ο εν λόγω εισαγωγέας), με βάση τη σύγκριση μεταξύ της προαναφερθείσας αξίας και μιας ή περισσοτέρων τιμών από εκείνες που περιλαμβάνονται σε άλλες συμβάσεις πωλήσεως του ιδίου προϊόντος.
Δεδομένου ότι, όπως ήδη ανέφερα, επιτρέπεται στις τελωνειακές αρχές να προσδιορίζουν τη δασμολογητέα αξία τους σε χαμηλότερο επίπεδο από την τιμή τιμολογίου, νομίζω ότι οι αρχές αυτές μπορούν ασυζητητί να κάνουν χρήση ιδίως των τιμών που ίσχυσαν για την πώληση ίδιων εμπορευμάτων. Η δυνατότητα αυτή προκύπτει κυρίως από την αναφερθείσα ερμηνευτική σημείωση 5 που βρίσκεται στο παράρτημα της συμβάσεως των Βρυξελλών και βεβαιώνει, όπως είδαμε ήδη, ότι «η εφαρμογή αυτού του ορισμού (της δασμολογητέας αξίας) συνεπάγεται έρευνα των τιμών που ισχύουν κατά τον χρόνο της εκτιμήσεως». Πιο κάτω, η ίδια σημείωση αναφέρει μεταξύ των στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τη διόρθωση της τιμής πωλήσεως κάθε μείωση επί της «συνήθους τιμής ανταγωνισμού». Από αυτό συνάγεται ότι η τιμή αυτή είναι το αντικειμενικό στοιχείο αναφοράς. Το εμπόρευμα όμως, με το οποίο γίνεται σύγκριση, πρέπει να είναι πραγματικά το ίδιο και να μπορεί να συγκριθεί σε οικονομικό επίπεδο, ιδίως όσον αφορά τις πωλούμενες ποσότητες, την προέλευση του εμπορεύματος, τις συνθήκες εμπορίας και τις άλλες συνθήκες που χαρακτηρίζουν μία πώληση.
7.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά, εκ τρίτου, από ποιες χώρες εξαγωγής και σε ποιες χώρες εισαγωγής πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί οι πωλήσεις, ώστε οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους να δικαιούνται βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας, την οποία εξετάζουμε εδώ, να προβαίνουν, επί τη βάσει των τιμών που ισχύουν στις πωλήσεις αυτές, σε μείωση της δηλωθείσας αξίας (ήτοι της αξίας που προκύπτει από τα στοιχεία που υπέβαλε ο εισαγωγέας). Το γαλλικό δικαστήριο ερωτά ιδίως αν οι πωλήσεις, η τιμή των οποίων μπορεί να γίνει δεκτή ως παράμετρος, πρέπει απαραιτήτως να έχει πραγματοποιηθεί μεταξύ ενός εξαγωγέα και ενός εισαγωγέα εγκατεστημένων αντιστοίχως στις ίδιες χώρες, μεταξύ των οποίων διεξάγεται η συναλλαγή αυτή, επ' ευκαιρία της οποίας αμφισβητείται η δήλωση του εισαγωγέα περί της αξίας (ή των στοιχείων που αυτός υπέβαλε για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας).
Κατά τη γνώμη μου, η αναγκαιότητα αυτή πρέπει να αποκλειστεί, ιδίως όταν δεν υπάρχουν όμοιες συναλλαγές ίδιων εμπορευμάτων μεταξύ των δύο υπό κρίση χωρών. Μπορεί πραγματικά να πρόκειται για ασυνήθιστα προϊόντα (όπως φαίνεται ότι είναι τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστή) και είναι σαφές ότι η τελωνειακή αρχή πρέπει να είναι σε θέση να διεξάγει τη συγκριτική της έρευνα σ' ένα πλαίσιο ευρύτερο των δύο προαναφερθεισών χωρών για να μπορέσει να εξακριβώσει την ακριβή αξία του εμπορεύματος.
Η αρνητική επομένως λύση που προτείνω να δοθεί στο προηγούμενο ερώτημα συνεπάγεται εξέταση ενός άλλου αλληλένδετου ερωτήματος, το οποίο υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο, δηλαδή αν η κοινοτική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένου του κανονισμού της Επιτροπής 603 της 24ης Μαρτίου 1972 περί του αγοραστή που λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν από εξαγωγείς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη ή που προορίζονται για εισαγωγείς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη, ή έγιναν από εξαγωγείς εγκατεστημένους σε τρίτες χώρες, ή που προορίζονται για εισαγωγείς εγκατεστημένους σε τρίτες χώρες, ή, τέλος, που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ προμηθευτή και αγοραστή εγκατεστημένων σε τρίτες χώρες.
Ο αναφερθείς κανονισμός 603/72 ορίζει στο άρθρο 1 ότι για την εφαρμογή του κανονισμού 803/68 «η καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή μπορεί να εκλαμβάνεται ως δασμολογητέα αξία καθόσον έχει συμφωνηθεί σε πώληση μεταξύ αγοραστή εγκατεστημένου στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας». Ο εδαφικός αυτός περιορισμός με οδηγεί στο να σκεφθώ ότι αποκλείεται οι τιμές που ίσχυσαν σε πωλήσεις προς εισαγωγείς εγκατεστημένους εκτός του κοινοτικού τελωνειακού εδάφους, δηλαδή σε τρίτες χώρες, να μπορούν να λαμβάνονται υπόψη, έστω και ως συγκριτικά στοιχεία, όπως αυτά που εξετάζουμε τώρα. Επί της ιδίας, ωστόσο, βάσεως νομίζω, ότι είναι ασφαλώς δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη οι πωλήσεις προς εισαγωγείς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη.
Πρέπει σχετικώς να υπομνησθεί ότι η σύσταση της 1ης Ιουνίου 1965 του Συμβουλίου περί τελωνειακής συνεργασίας, ως προς την εφαρμογή του ορισμού της δασμολογητέας αξίας κατά τη Σύμβαση των Βρυξελλών, ασχολούμενη με τον καθορισμό της αξίας αυτής, «σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι τιμές είναι ασυνήθιστα χαμηλές σε σχέση με τις ισχύουσες για πανομοιότυπα ή ομοειδή εμπορεύματα», αναφέρεται σταθερά στις τιμές που μπορεί να πετύχει ελεύθερα «οποιοσδήποτε αγοραστής συναλλασσόμενος στη χώρα εισαγωγής στο ίδιο εμπορικό επίπεδο με τον εξεταζόμενο αγοραστή». Νομίζω όμως ότι, αν θέλει κανείς να λάβει υπόψη τη σύσταση αυτή από κοινοτική άποψη, η έννοια της χώρας εισαγωγής πρέπει να επεκταθεί στο σύνολο της Κοινότητας που αποτελεί ενιαίο τελωνειακό έδαφος και δεν πρέπει να περιορίζεται στα διάφορα κράτη μέλη.
Ας δούμε τώρα ποια είναι τα όρια των συγκριτικών ερευνών, για τις οποίες μιλάμε, όσον αφορά τη θέση των πωλητών. Αν δεν υπάρχουν άλλοι πωλητές στο κράτος προελεύσεως του προς αποτίμηση εμπορεύματος, ασφαλώς επιτρέπεται αναφορά στις πωλήσεις από εξαγωγείς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη. Θα ήταν όμως απαραίτητο να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που μπορεί να υφίστανται μεταξύ των λαμβανομένων υπόψη χωρών εξαγωγής, ιδίως όσον αφορά το κόστος παραγωγής, σύμφωνα με την υπόδειξη της παραγράφου 3, στοιχείο α, περίπτωση 2 της αναφερθείσας συστάσεως του Συμβουλίου περί τελωνειακής συνεργασίας.
Κατά τη γνώμη μου, το ίδιο ισχύει όσον αφορά τη δυνατότητα αναφοράς σε πωλήσεις από εξαγωγείς τρίτων χωρών, δηλαδή χωρών διαφορετικών από τη χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένος ο πωλητής του υπό εκτίμηση εμπορεύματος και επιπλέον ξένων προς την Κοινότητα.
Δεν είναι ανάγκη, τέλος, να αναφερθεί καν ότι, εφόσον αποκλείεται η δυνατότητα να ληφθούν υπόψη πωλήσεις προς εισαγωγείς εγκατεστημένους σε τρίτες χώρες, πρέπει επίσης να αποκλεισθεί κάθε αναφορά σε πωλήσεις μεταξύ προμηθευτή και αγοραστή εγκατεστημένων σε τρίτες χώρες.
8.
Με το τέταρτο ερώτημα ο γάλλος δικαστής ερωτά αν η προαναφερθείσα κοινοτική ρύθμιση επιτρέπει στις εθνικές τελωνειακές αρχές να παίρνουν ως τιμές αναφοράς, για τη μείωση της δηλωθείσας από τον εισαγωγέα αξίας (ή της αξίας που προκύπτει από τα στοιχεία που υπέβαλε ο εισαγωγέας αυτός κατ' εφαρμογή του κανονισμού 375/69), τις τιμές που ισχύουν: α) σε πωλήσεις προϊόντων προελεύσεως χωρών, το εξωτερικό εμπόριο των οποίων αποτελεί αντικείμενο κρατικού μονοπωλίου ή μονοπωλίων δημοσίων επιχειρήσεων β) σε πωλήσεις προϊόντων που είναι απομίμηση προϊόντων που συνιστούν αντικείμενο της συγκεκριμένης πωλήσεως, για την οποία μειώθηκε η δασμολογητέα αξία.
Όσον αφορά τις πωλήσεις της πρώτης κατηγορίας, η Επιτροπή υπογράμμισε ορθώς, ότι, δεδομένου ότι πραγματοποιούνται από χώρες, το εξωτερικό εμπόριο των οποίων συνιστά κρατικό μονοπώλιο ή μονοπώλιο δημοσίων επιχειρήσεων, δεν υπακούουν γενικά στους νόμους της αγοράς και δεν πραγματοποιούνται υπό τις συνθήκες ανταγωνισμού που προβλέπονται από το άρθρο 1 του κανονισμού 803/68. Επομένως, οι ισχύουσες για τις πωλήσεις αυτές τιμές δεν θα μπορούσαν να υιοθετηθούν ως τιμές αναφοράς, παρά μόνο αν διαπιστωνόταν ότι αντιστοιχούν σε κανονικές τιμές υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού. Για να γίνει όμως αυτή η διαπίστωση, πρέπει κανείς να αναφερθεί σε άλλες πωλήσεις του ίδιου προϊόντος που πραγματοποιούνται έξω από τα κανάλια του κρατικού εμπορίου. Αυτό ισοδυναμεί με το να αποκλείσει κανείς τη δυνατότητα να λαμβάνονται, κατά τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας ενός προϊόντος, ως βάση οι τιμές που ισχύουν στις εξαγωγές που εμπίπτουν στο αναφερθέν μονοπωλιακό καθεστώς.
Όσον αφορά πωλήσεις προϊόντων απομιμήσεως, πρέπει με βεβαιότητα να αποκλειστεί η δυνατότητα αναφοράς στην τιμή τους, όταν πρόκειται για προϊόντα που κατασκευάζονται κατά παράβαση των δικαιωμάτων του κατόχου του σχετικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και όταν η διανομή τους στη χώρα εισαγωγής συνεπάγεται παράβαση του αποκλειστικού αυτού δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας (την περίπτωση αυτή, αναφέρει στο υπόμνημα αντικρούσεως η γερμανική κυβέρνηση). Πράγματι, δεδομένου ότι ένα προϊόν απομιμήσεως δεν μπορεί να πωληθεί νομίμως στην αγορά του κράτους εισαγωγής χωρίς συναίνεση του κατόχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, η τιμή που αναφέρεται για τις πωλήσεις, οι οποίες δεν λαμβάνουν υπόψη το κόστος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντιπροσωπευτική: η τιμή αυτή προήλθε καταργώντας παράνομα ένα από τα κανονικά στοιχεία της τιμής. Αν αντίθετα πρόκειται για προϊόντα που δεν προστατεύονται από δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας, τότε όταν βρεθεί κανείς ενώπιον ελεύθερων απομιμήσεων, επιτρέπεται αναφορά στην τιμή του προϊόντος απομιμήσεως, αρκεί να μπορεί ποιοτικά να συγκριθεί με το δασμολογητέο προϊόν.
9.
Το πέμπτο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστή ξεκινά από την προϋπόθεση ότι δεν είναι δυνατή, ούτε νομικά ούτε πραγματικά, κάποια αναφορά, και ερωτά αν οι αρμόδιες αρχές του κράτους εισαγωγής έχουν, στην περίπτωση αυτή, τη δυνατότητα να καταφύγουν μονομερώς σε άλλες μεθόδους ή στοιχεία και, αν ναι, σε ποια.
Πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί ότι το πρόβλημα της εκτιμήσεως για τελωνειακούς σκοπούς, με βάσεις διαφορετικές από την καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή, ασφαλώς και δεν είναι άγνωστο στο σύστημα της συμβάσεως των Βρυξελλών. Τα κεφάλαια 8 και 9 των ερμηνευτικών σχολίων του ορισμού των Βρυξελλών είναι αφιερωμένα στο ζήτημα αυτό και αναφέρονται ιδιαίτερα στην περίπτωση εισαγωγής από
συνεργαζόμενες επιχειρήσεις (συμπεριλαμβανομένων των θυγατρικών ξένων εταιριών).
Βεβαιώνεται σχετικά ότι «θεμελιώδες κριτήριο είναι το πιθανό προϊόν πωλήσεως των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων» (βλ. σελ. 75 των σημειώσεων που αναφέρθηκαν). Ορίζεται όμως ακόμη ότι «δεν έχουν ερευνηθεί εξαντλητικά οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταβληθείσα ή καταβλητέα τιμή δεν μπορεί να ληφθεί ως βάση της εκτιμήσεως, επειδή η ειλικρίνεια της τιμής αυτής αμφισβητείται ή επειδή αποδεικνύεται ότι διαστρεβλώθησαν τα γεγονότα. Πραγματικά, οι περιπτώσεις καταδολιεύσεως δεν εμπίπτουν στις παρούσες ερμηνευτικές σημειώσεις. Αν έπρεπε να εξακριβωθεί όμως η θεωρητική αξία των επίμαχων εμπορευμάτων θα μπορούσε να ακολουθήσει κανείς τις οδηγίες του παρόντος κεφαλαίου (IX), εφαρμόζοντας κάθε φορά τις μεθόδους ή τα κριτήρια που φαίνονται προσφορότερα» (σελ. 74).
Περαιτέρω ενδείξεις μπορούν να συναχθούν από το σχέδιο της συμφωνίας περί εφαρμογής του άρθρου VII της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου που σύντομα πρέπει να αντικαταστήσει τη Σύμβαση των Βρυξελλών και που αποτελεί αντικείμενο πολύ προχωρημένων διαπραγματεύσεων μεταξύ των συμβαλλομένων στη γενική συμφωνία κρατών. Από τα άρθρα 5 και 6 του σχεδίου αυτού (συνημμένου στο υπόμνημα αντικρούσεως του Ηνωμένου Βασιλείου) προκύπτει ότι το προβλεπόμενο κριτήριο της τιμής πωλήσεως — όταν δεν υπάρχουν τιμές αναφοράς — συμπληρώνεται από το κριτήριο της υπολογιζόμενης αξίας (computed value), που περιλαμβάνει κυρίως το κόστος της πρώτης ύλης και της κατασκευής και ένα συγκεκριμένο ποσό που αντιστοιχεί στα κέρδη και στα γενικά έξοδα.
Χωρίς να προχωρήσω στις λεπτομέρειες αυτών των μεθόδων εκτιμήσεως, σημειώνω ότι η αμφιβολία του γάλλου δικαστή, όσον αφορά το δικαίωμα των εθνικών αρχών να εφαρμόζουν μεθόδους διαφορετικές από το να καταφεύγουν σε τιμές αναφοράς, δικαιολογείται μόνο από το γεγονός, ότι η Κοινότητα αντικατέστησε τα κράτη μέλη στην εκπλήρωση των εκ της Συμβάσεως των Βρυξελλών υποχρεώσεων. Αυτό οδηγεί τη Γερμανική Κυβέρνηση στο να υποστηρίζει ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο προαναφερθέν ερώτημα, διότι τα κράτη μέλη έχασαν κάθε αρμοδιότητα στον τομέα αυτό, η οποία εφεξής ρυθμίζεται εξ ολοκλήρου από την κοινοτική νομοθεσία.
Κατά τη γνώμη μου, η άποψη αυτή αποφεύγει να λάβει υπόψη, αφενός, το ότι η κοινοτική νομοθεσία δεν αναφέρει τίποτα, όσον αφορά τις μεθόδους εκτιμήσεως που πρέπει να εφαρμόζονται όταν δεν μπορεί κανείς να βασιστεί στο στοιχείο της τιμής αφετέρου, ότι, συγχρόνως, η ρύθμιση αυτή αναγνωρίζει (σύμφωνα με ερμηνεία που δεχόμαστε) το δικαίωμα των εθνικών τελωνειακών αρχών να προβαίνουν σε δική τους έρευνα για τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας ενός εμπορεύματος τέλος, ότι το σύστημα της Συμβάσεως των Βρυξελλών — που εφαρμόζεται, όπως εξήγησα πιο πάνω, σε κοινοτικό πλαίσιο — παρέχει χρήσιμες ενδείξεις για τον προσδιορισμό της δασμολογητέας αξίας επί βάσεων διαφόρων της τιμής τιμολογίου. Με βάση λοιπόν το σύστημα αυτό, οι εθνικές τελωνειακές αρχές, που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας υπό το φως και της προαναφερθείσας συμβάσεως, μπορούν και πρέπει να αντιμετωπίζουν την κατάσταση που αναφέρεται στο πέμπτο ερώτημα του γάλλου δικαστή (αδυναμία χρησιμοποιήσεως τιμών αναφοράς).
Εξάλλου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος, τον οποίο επεσήμανε η Γερμανική Κυβέρνηση, η ενέργεια των εθνικών τελωνειακών αρχών να καταλήξει σε αυθαίρετη άσκηση του δικαιώματος εκτιμήσεως των εμπορευμάτων με βάση διαφορετική της τιμής τιμολογίου ή των τιμών αναφοράς, διακυβεύοντας έτσι την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινού δασμολογίου. Σ' αυτό οφείλεται και η ανάγκη να συμβουλεύονται οι εθνικές αρχές τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής, όταν πρέπει να προβούν σε ενέργειες σε πεδίο εκτός των ρητών διατάξεων του κανονισμού 803/68 και των συμπληρωματικών κανονισμών στον τομέα αυτό.
10.
Το έκτο ερώτημα του γάλλου δικαστή αναφέρεται στην περίπτωση, κατά την οποία «πρέπει να αποκλειστούν τα κριτήρια που ακολουθεί η γαλλική διοίκηση για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας» και ερωτά σύμφωνα με ποια κριτήρια είναι ορθό να εξακριβωθεί η αξία αν δεν υπάρχει καμία πρόσφορη συγκριτική τιμή και αν πρόκειται για προϊόντα που προστατεύονται από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που είναι αντικείμενο πωλήσεως μεταξύ δύο αλληλεξαρτώμενων επιχειρήσεων.
Είναι προφανές ότι, στο πλαίσιο της παρούσας ερμηνευτικής διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφασίσει αν τα κριτήρια που ακολουθεί η γαλλική διοίκηση στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτρέπονται ή όχι.
Κατά τα λοιπά, το ερώτημα αυτό επαναλαμβάνει κατ' ουσίαν το πρόβλημα που έθεσε το προηγούμενο, προσθέτοντας μόνο ότι η περίπτωση αυτή παρουσιάζει κάτι το ειδικό, επειδή πρόκειται για πώληση προϊόντων προστατευομένων από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μεταξύ δύο αλληλεξαρτώμενων επιχειρήσεων. Νομίζω, επομένως, ότι παρέλκει να επαναλάβω τους συλλογισμούς που ανέπτυξα προ ολίγου: η απάντηση παραμένει συνδεδεμένη με το σύστημα της συμβάσεως των Βρυξελλών, όπως συμπληρώνεται από τις συστάσεις του Συμβουλίου περί τελωνειακής συνεργασίας και από τα αποτελέσματα της συμβουλευτικής δραστηριότητας και της μελέτης της επιτροπής αξίας.
11.
Το γαλλικό δικαστήριο ερωτά με το έβδομο ερώτημα αν οι αρχές ενός κράτους μέλους μπορούν να αμφισβητήσουν σε έναν εισαγωγέα την ψευδή δήλωση της δασμολογητέας αξίας που έγινε με βάση τιμολόγιο νοθευμένο, ελλιπές, ανακριβές ή ανεφάρμοστο εξομοιώνοντας τα γεγονότα αυτά με εισαγωγή χωρίς δήλωση των εμπορευμάτων που απαγορεύεται δυνάμει του εθνικού δικαίου, δηλαδή με παράνομη πράξη τιμωρούμενη με υψηλά πρόστιμα ή κράτηση, ακόμη και αν ο εισαγωγέας συμμορφώθηκε με τον κανονισμό 375/69 της Επιτροπής, υποβάλλοντας σωστά τα σχετικά με τη δασμολογητέα αξία στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο του ερωτηματολογίου το οποίο προσαρτάται στο παράρτημα του κανονισμού αυτού και αν δεν αμφισβητείται ότι τα εμπορεύματα αυτά παραδόθηκαν πραγματικά στον αγοραστή, στην ποιότητα και ποσότητα που δηλώθηκαν στο τιμολόγιο και ότι ο πωλητής εισέπραξε το σύνολο του ποσού που αναφέρεται στο τιμολόγιο.
Με τη διατύπωση του ερωτήματος του ο δικαστής της ουσίας παίρνει σαφώς ως δεδομένο ότι ο εισαγωγέας, εφόσον συμμορφώθηκε με τον κανονισμό 375/69 και εκτέλεσε πράγματι τη σύμβαση, δεν παρέβη καθόλου την κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία. Με βάση το δεδομένο αυτό, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική: ότι δηλαδή αποκλείεται οι εθνικές αρχές να μπορούν να κατηγορήσουν τον εν λόγω εισαγωγέα για ψευδή δήλωση της δασμολογητέας αξίας. Πράγματι, οι διατάξεις εσωτερικού δικαίου επί τελωνειακών θεμάτων, συμπεριλαμβανομένων όσων έχουν ποινικό χαρακτήρα, έχουν καθαρά επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με την κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία, εφόσον επιτρέπονται μόνο αν εξυπηρετούν τη θέση σε εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας και εξασφαλίζουν την τήρηση της. Η παγία νομολογία του Δικαστηρίου έκρινε, σχετικά, ότι, στους τομείς που καλύπτονται από το κοινοτικό δίκαιο, τα κράτη μέλη δεν μπορούν μονομερώς να προσθέτουν προϋποθέσεις, σχετικά με το ίδιο αντικείμενο που έχει ήδη ρυθμιστεί, εξαντλητικώς, από την κοινοτική νομοθεσία: βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 11ης Φεβρουαρίου 1971 στην υπόθεση 39/70, Fleisch-Kontor (Raccolta 1971, σ. 58), και της 14ης Μαρτίου 1973 στην υπόθεση 57/72, Westzucker (Raccolta 1973, σ. 322, ιδίως σ. 343).
Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί αν, ή ορθότερα μέχρι ποιο σημείο, το προαναφερθέν δεδομένο είναι ακριβές. Κατά τη γνώμη μου, πέρα από την υποχρέωση του εισαγωγέα να εξειδικεύει τα σχετικά με τη δασμολογητέα αξία στοιχεία, χρησιμοποιώντας το έντυπο που είναι προσαρτημένο στο παράρτημα του αναφερθέντος κανονισμού της Επιτροπής 375/69, υπάρχει η θεμελιώδης υποχρέωση να δηλώνεται η πραγματική αξία του εισαγομένου εμπορεύματος με καλή πίστη. Όπως είχα ήδη την ευκαιρία να σημειώσω, το έντυπο τελειώνει με ένδειξη της δηλωθείσας αξίας, την ευθύνη για την οποία παίρνει ο εισαγωγέας. Οπότε δύο περιπτώσεις μπορεί να συμβούν, κατά τις οποίες η πρόδηλα ορθή σύνταξη του εντύπου δεν σημαίνει ότι εκπληρώθηκε η υποχρέωση δηλώσεως της πραγματικής αξίας με καλή πίστη. Πρώτον, μπορεί μεταξύ πωλητή και αγοραστή να έχει συμφωνηθεί εικονική τιμή: οπότε η τιμή τιμολογίου είναι ανώτερη ή κατώτερη της πραγματικής τιμής (μετά από αυτό η σύμβαση εκτελείται, αλλά ο πωλητής, ανάλογα με την περίπτωση, εμβάζει συμπλήρωμα της τιμής ή μεταφέρει σε άλλους λογαριασμούς που έχει με τον αγοραστή το ποσό που εισέπραξε επιπλέον της πραγματικής τιμής). Δεύτερον, ο εισαγωγέας μπορεί να έχει αποφύγει ορισμένα στοιχεία, που περιλαμβάνονται στην τιμή τιμολογίου, και που στην πραγματικότητα είναι ξένα προς την πώληση. Σε περιπτώσεις αυτού του είδους μπορεί επίσης κανείς να σκεφθεί ότι ο εισαγωγέας θα μπορούσε να προσδιορίσει στο έντυπο τα στοιχεία που διογκώνουν τεχνητά την τιμή, κάνοντας ενδεχομένως χρήση του αριθμού 21 (που χρησιμεύει κυρίως για κάλυψη των πρόσθετων δαπανών που είναι μεταγενέστερες της αγοράς)' από την άποψη αυτή ο επιχειρηματίας θα μπορούσε να κατηγορηθεί για ελλιπή δήλωση ακόμη και κατ' εφαρμογή του κανονισμού 375/69. Αυτό όμως που νομίζω πως έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι, σε περίπτωση που συμφωνείται εικονική τιμή μεταξύ των συμβαλλομένων, μπορεί να έχουν τηρηθεί αυτές οι διατάξεις χωρίς η δήλωση να αντικατοπτρίζει την πραγματική τιμή. Αυτό επιτυγχάνεται με δόλιο μέσο του εισαγωγέα και επομένως, νομίζω, ότι είναι βέβαιο πως παραβιάζει την κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία, έστω κι αν δημιουργείται η εντύπωση ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις που αφορούν τη δήλωση των στοιχείων τα οποία απαρτίζουν τη δασμολογητέα αξία. Επομένως, φαίνεται νόμιμη η ποινική δίωξη σε εθνικό επίπεδο, αν η έννομη τάξη του κράτους μέλους περιλαμβάνει διατάξεις για τη δίωξη παραβάσεων της τελωνειακής νομοθεσίας. Κατά τη γνώμη μου, το ίδιο πρέπει να λεχθεί αν ο εισαγωγέας — έστω και από αμέλεια — αποσιωπήσει στοιχεία που θα έπρεπε να δηλώσει.
Όσα αναπτύχθηκαν μέχρι τώρα αξίζει να αποσαφηνιστούν και να ολοκληρωθούν με ορισμένες άλλες σκέψεις. Δεδομένου ότι οι ποινικές διατάξεις επί τελωνειακών θεμάτων πρέπει, όπως ανέφερα, να ενισχύουν την εγγύηση ότι θα τηρηθεί η κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία, μπορεί κανείς να αναρωτηθεί ποιο συμφέρον δικαιολογεί την τιμωρία εκείνου, ο οποίος δηλώνοντας ανώτερη αξία από την πραγματική δεν διακυβεύει ούτε την προστασία της κοινοτικής οικονομίας ούτε τα έσοδα της Κοινότητας. Η απάντηση συνδέεται λογικά με ένα σημείο που κατέστησα ήδη προηγουμένως σαφές: το συμφέρον της Κοινότητας, που προστατεύεται και από εθνικές ποινικές διατάξεις, είναι να προβαίνουν οι εισαγωγείς σε δηλώσεις που αντιστοιχούν στην αντικειμενική αξία των εμπορευμάτων προς εξυπηρέτηση της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινού δασμολογίου. Η ενδεχόμενη δυνατότητα επιβολής συγχρόνως ποινής και για άλλες παράνομες πράξεις που προβλέπονται μόνο από την εθνική νομοθεσία (παράνομες πράξεις σε συναλλαγματικά θέματα για παράδειγμα), ούτε αφαιρεί αλλά ούτε και προσθέτει κάτι στη λογική της ποινικής προστασίας του κοινοτικού τελωνειακού συστήματος.
Φυσικά, οι παραβάσεις των διατάξεων του συστήματος αυτού μπορούν να είναι λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές και νομίζω ότι είναι σαφές ότι η υπερτίμηση ενός εισαγόμενου εμπορεύματος συνιστά παράβαση λιγότερο σοβαρή από την υποτίμηση, επειδή στην τελευταία αυτή περίπτωση μειώνονται τα έσοδα της Κοινότητας από δασμούς. Εδώ παίζει κάποιο ρόλο η αρχή της αναλογικότητας η οποία, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρέπει κυρίως να χρησιμεύει στο να περιορίζει τη δράση των κοινοτικών οργάνων, μπορεί όμως να γίνεται επίκληση της και σε σχέση με πράξεις των εθνικών αρχών σχετικά με τη θέση σε εφαρμογή της Συνθήκης (στην περίπτωση αυτή για διασφάλιση της). Για το λόγο αυτό οι ποινικές κυρώσεις, με τις οποίες τα κράτη μέλη συμβάλλουν στην εξασφάλιση της τηρήσεως των κοινοτικών τελωνειακών διατάξεων έπρεπε να είναι ανάλογες με τη φύση και τη σοβαρότητα της διαπραττόμενης παραβάσεως, λαμβανομένης υπόψη της σημασίας του θιγομένου από την παράβαση αυτή συμφέροντος.
'Ενα άλλο σημείο, το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ότι, η διαπίστωση οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ της δηλωθείσας από τον εισαγωγέα αξίας και της αξίας που διαπιστώνεται ως «κανονική» από τη διοίκηση, δεν αρκεί για να κινηθεί η διαδικασία των ποινικών κυρώσεων. Η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών αξιών μπορεί να οφείλεται σε διαφορετικές αιτίες: μπορεί κανείς να σκεφθεί ότι η τιμή τιμολογίου είναι ανώτερη της ισχύουσας στην αγορά τιμής λόγω ιδιαίτερης επιδεξιότητας του πωλητή και ελλείψεως πείρας του αγοραστή (για παράδειγμα αυτός μπορεί να εξαπατήθηκε ή να έχει εξαπατηθεί όσον αφορά την ποιότητα του εμπορεύματος). Πρέπει, επομένως, να αποκλεισθεί, καταρχήν, ότι οι εθνικές αρχές κινούν ποινική διαδικασία κατά του εισαγωγέα για μόνο το λόγο ότι η δηλωθείσα αξία χρειάζεται διόρθωση. Είναι αλήθεια, ότι διστάζω να κάνω εδώ λόγο για προϋποθέσεις ή όρια του κοινοτικού δικαίου: είναι φυσικό, ο υποκειμενικός παράγοντας να παίζει αποφασιστική σημασία στο ποινικό δίκαιο. Ενώπιον ενός ιδιαίτερα αυστηρού κατασταλτικού συστήματος, υπό την έννοια ότι προβλέπει βαριές κυρώσεις ακόμη και για συμπεριφορά που οφείλεται σε αμέλεια, μπορεί κανείς να επικαλεστεί εκ νέου την αρχή της αναλογικότητας, κάθε φορά που οι κυρώσεις αυτές έχουν ως σκοπό την εξασφάλιση της τήρησης των κοινοτικών διατάξεων. Φαίνεται εξίσου προφανές ότι το βάρος αποδείξεως των παραβάσεων, που κρίνονται εδώ, φέρει η δημόσια αρχή που διατύπωσε την κατηγορία αυτό όμως, σύμφωνα με θεμελιώδη αρχή του ποινικού δικαίου που δεν χρειάζεται επικύρωση από το κοινοτικό δίκαιο.
Τέλος πρέπει να υπομνησθεί ότι, στην περίπτωση που ο εισαγωγέας κατηγορείται συγχρόνως για παράβαση των τελωνειακών υποχρεώσεων, βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας, και των υποχρεώσεων άλλης φύσεως, που απορρέουν αποκλειστικά από τους νόμους του κράτους, η τύχη της πρώτης κατηγορίας δεν πρέπει να εξαρτάται ή να μεταβάλλεται από τη δεύτερη. Επομένως, οι τελωνειακές διατάξεις δεν μπορούν να ερμηνεύονται σε συνάρτηση με επιδίωξη σκοπών διαφορετικών από εκείνους που είναι χαρακτηριστικοί γι' αυτές, σύμφωνα με την κοινοτική έννομη τάξη. Οι εθνικές αρχές, προβαίνοντας ελεύθερα, επί τη βάσει εθνικών διατάξεων, σε κατασταλτικές ενέργειες συμπεριφοράς ξένης προς την τελωνειακή τους νομοθεσία, πρέπει να ενεργούν κατά τρόπο που να μην εμποδίζει την ορθή εφαρμογή των γνήσιων διατάξεων κοινοτικού δικαίου.
12.
Το όγδοο ερώτημα του Tribunal της Nanterre αφορά το «αν η μείωση της δηλωθείσας αξίας και οι βαριές συνέπειες που συνεπάγεται για τους εισαγωγείς συμβιβάζεται με την τελωνειακή ένωση που ιδρύεται με τα άρθρα 12 έως 29 της Συνθήκης ΕΟΚ, λαμβανομένων υπόψη των εκτροπών του εμπορίου και των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού που μπορεί να προκαλέσει η πρακτική αυτή».
Η διατύπωση που χρησιμοποιεί το παραπέ-μπον δικαστήριο φαίνεται ότι περικλείει ήδη την απάντηση: πράγματι, αν η υποτίμηση του εμπορεύματος από τις τελωνειακές αρχές προκαλεί εκτροπή του εμπορίου και στρέβλωση του ανταγωνισμού, η «πρακτική» αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως αντίθετη προς τις αρχές της τελωνειακής ενώσεως. Νομίζω όμως ότι η μείωση της δηλωθείσας αξίας, καθεαυτή, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πηγή των αρνητικών συνεπειών που φοβάται το γαλλικό δικαστήριο. Αντίθετα, σύμφωνα με την άποψη που υποστηρίζω, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να μειώσουν ή να αυξήσουν τη δηλωθείσα από τον εισαγωγέα αξία για να εξασφαλίσουν την ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινού δασμολογίου ακολουθώντας πιστά το κριτήριο της κανονικής αξίας του εμπορεύματος. Για το λόγο αυτό το πρόβλημα του αν συμβιβάζεται προς τις αρχές της τελωνειακής ενώσεως είναι τελείως εκτός θέματος.
Όσον αφορά τις «βαριές συνέπειες για τους εισαγωγείς», οι οποίες, κατά τη διατύπωση του ερωτήματος, θεωρούνται συνδεδεμένες με την υποτίμηση των εμπορευμάτων από τις τελωνειακές αρχές, έχω την εντύπωση ότι το γαλλικό δικαστήριο αναφέρεται στη σοβαρότητα των προβλεπομένων από τη γαλλική έννομη τάξη ποινικών κυρώσεων για ψευδείς δηλώσεις δασμολογητέας αξίας, ακόμη και όταν η δηλωθείσα τιμή είναι ανώτερη της κανονικής. Από άποψη όμως κοινοτικού δικαίου, μια τέτοια κατάσταση μπορεί να κρίνεται μόνο από τη σκοπιά της τηρήσεως ή μη τηρήσεως από τα κράτη μέλη της αρχής της αναλογικότητας, όταν επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις για προσβολή κοινοτικών συμφερόντων. Ήδη όμως ασχολήθηκα με το θέμα αυτό και δεν νομίζω ότι είναι ανάγκη να επιμείνω σ' αυτό το ερώτημα σημειώνω πάντως ότι η περίπτωση μη τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας διαφέρει από τη φερομένη παράβαση διατάξεων σχετικά με την τελωνειακή ένωση.
13.
Με το ένατο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά καταρχάς αν το άρθρο 13 της συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και Ελβετικής Συνομοσπονδίας της 22ας Ιουλίου 1972 που απαγορεύει, στις σχέσεις μεταξύ Κοινότητος και Ελβετίας, κάθε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, απαγορεύει και στις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους να μειώνουν τη δηλωθείσα αξία (ή την αξία που προκύπτει από τα στοιχεία που υπέβαλε ο εισαγωγέας). Το γαλλικό δικαστήριο ερωτά επίσης αν το εν λόγω άρθρο 13 επιτρέπει να απαγγέλλονται βαριές χρηματικές ποινές και φυλάκιση κατά εισαγωγέα ενός κράτους μέλους που τήρησε σχολαστικά τις κοινοτικές διατάξεις, υποβάλλοντας στις αρμόδιες εθνικές αρχές με ακρίβεια και κατά τρόπο εξαντλητικό τις απαιτούμενες από τον κανονισμό της Επιτροπής 375/69 πληροφορίες, εφόσον δεν αμφισβητείται ότι τα εμπορεύματα αυτά παραδόθηκαν πράγματι στον αγοραστή, στην ποιότητα και ποσότητα που αναφέρονται στο τιμολόγιο, και ότι ο πωλητής εισέπραξε το σύνολο της τιμής του τιμολογίου.
Όσον αφορά το πρώτο μέρος του ερωτήματος αυτού, θα περιορισθώ να υπενθυμίσω τις σκέψεις που διατύπωσα ήδη, όταν υποστήριξα ότι η μείωση της δηλωθείσας αξίας συμβιβάζεται με τους κανόνες περί τελωνειακής ενώσεως. Το άρθρο 13 της συμφωνίας μεταξύ ΕΟΚ και Ελβετικής Συνομοσπονδίας προφανώς αντικατοπτρίζει, τουλάχιστον εν μέρει, τις διατάξεις των άρθρων 30 και 31 της Συνθήκης της Ρώμης. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, υποτίμηση των εμπορευμάτων από τις τελωνειακές αρχές, που έγινε σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία και το σύστημα της Συμβάσεως των Βρυξελλών, δεν συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ούτε εντός της Κοινότητος ούτε στις σχέσεις της με την Ελβετική Συνομοσπονδία. Μου φαίνεται επομένως αδύνατον να συναχθεί από το άρθρο 13 της αναφερθείσας συμφωνίας ότι απαγορεύεται στις εθνικές αρχές να διορθώνουν τη δηλωθείσα αξία μειώνοντας την.
Όσον αφορά το πρόβλημα που ανακύπτει με το δεύτερο μέρος του ερωτήματος, είχα ήδη την ευκαιρία να τονίσω ότι η τυπική τήρηση από τον εισαγωγέα του κανονισμού 375/69 δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι ο εισαγωγέας εκπλήρωσε με καλή πίστη την υποχρέωση να δηλώσει την πραγματική τιμή, υποχρέωση που προκύπτει από το κοινοτικό δίκαιο. Για να δοθεί όμως απάντηση στο ερώτημα αυτό ας υποθέσουμε ότι, πραγματικά, ο αγοραστής εκπλήρωσε όλες τις κοινοτικές υποχρεώσεις σχετικά με την τελωνειακή δήλωση και ότι, παρά ταύτα, το κράτος της εισαγωγής θέλει να «του επιβάλει βαριές χρηματικές ποινές ή φυλάκιση», θεωρώντας τον ως υπαίτιο τελωνειακών καταστρατηγήσεων, προφανώς επί τη βάσει εθνικής αντιλήψεως αυτού του εγκλήματος, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η σχετική κοινοτική νομοθεσία. Αν αυτό συνέβαινε, ο εισαγωγέας θα έπρεπε να θεωρείται ως θύμα άδικης μεταχείρισης, από άποψη κοινοτικού δικαίου, η οποία μπορεί να επιδράσει στην εμπορική του δραστηριότητα. Κατά τη γνώμη μου πληρούνται οι προϋποθέσεις για να κριθεί ότι εφαρμόζεται σε βάρος του μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό και παραβιάζεται το άρθρο 13 της αναφερθείσας συμβάσεως.
14.
Το δέκατο ερώτημα του γάλλου δικαστή αναφέρεται στο άρθρο 19, εδάφιο 1, της προαναφερθείσας συμφωνίας μεταξύ ΕΟΚ και Ελβετικής Συνομοσπονδίας που απαγορεύει κάθε περιορισμό στις σχετικές προς τις συναλλαγές επί εμπορευμάτων πληρωμές καθώς και στη μεταφορά των πληρωμών αυτών μεταξύ των κρατών μελών της Κοινότητας και της Ελβετίας. Το δικαστήριο της ουσίας ερωτά αν η διάταξη αυτή εμποδίζει τις εθνικές αρχές να χαρακτηρίζουν ως «παράνομη μεταφορά κεφαλαίων» ενέργεια με την οποία ο αγοραστής, εγκατεστημένος σε ένα κράτος μέλος της ΕΟΚ, εμβάζει στον ελβετό προμηθευτή του το ποσό του τιμολογίου πωλήσεως εμπορευμάτων, αν δεν αμφισβητείται ότι τα εμπορεύματα αυτά παραδόθηκαν πράγματι στον αγοραστή, στην ποσότητα και ποιότητα που αναφέρονται στο τιμολόγιο, και ότι ο πωλητής εισέπραξε πράγματι το σύνολο της τιμής τιμολογίου.
Είναι γνωστό, ότι σε κοινοτικό πλαίσιο, η απελευθέρωση των πληρωμών σχετικά με συναλλαγές επί εμπορευμάτων συνεπάγεται την υποχρέωση κάθε κράτους μέλους να χορηγεί στους εισαγωγείς άδεια συναλλάγματος για ποσό που αντιστοιχεί στην τιμή των εμπορευμάτων. Ίδια συνέπεια απορρέει από το άρθρο 19 της αναφερθείσας συμφωνίας μεταξύ ΕΟΚ και Ελβετικής Συνομοσπονδίας. Αν όμως ο εισαγωγέας προέβη σε εικονική συμφωνία με τον πωλητή για τεχνητή υπερτίμηση των εμπορευμάτων, με σκοπό την εξαγωγή κεφαλαίου ανώτερου από εκείνο που θα δικαιολογούσε η ίδια η πληρωμή του εμπορεύματος, είναι σαφές ότι, η διαφορά μεταξύ της πραγματικής τιμής και της τιμής τιμολογίου δεν μπορεί να θεωρείται ως καλυπτόμενη από την άδεια, υπό το φως των αναφερθεισών κοινοτικών διατάξεων. Πράγματι, οι διατάξεις αυτές υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να επιτρέπουν τις πληρωμές που είναι πραγματικά απαραίτητες για τις συναλλαγές επί εμπορευμάτων και δεν θα μπορούσαν ασφαλώς να χρησιμοποιηθούν για να νομιμοποιήσουν πραγματικές μεταφορές κεφαλαίων, καταστρατηγώντας τη φορολογική ή συναλλαγματική νομοθεσία. Ως εκ τούτου, μου φαίνεται περιττή η αναφορά, που έγινε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, στην απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1978 στην υπόθεση 7/78, Regina κατά Thompson (Raccolta 1978, σ. 2248, ή ειδικότερα σ. 2274), που δέχτηκε στο νομισματικό τομέα μία εθνική απαγόρευση περί εξαγωγής ακόμη και στις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών, όταν δικαιολογείται από λόγους δημοσίας τάξεως, δηλαδή δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης (στο οποίο αντιστοιχεί το άρθρο 20 της αναφερθείσας συμφωνίας με την Ελβετία). Κατά τη γνώμη μου, για να επιτραπεί η καταστολή καταστρατηγήσεων της εσωτερικής νομοθεσίας επί φορολογικών ή νομισματικών θεμάτων, δεν χρειάζεται να επικαλεστεί κανείς αυτές τις εξαιρετικές διατάξεις, αλλά αρκεί, και είναι ορθότερο, να λαμβάνονται υπόψη τα όρια των υποχρεώσεων που ανέλαβε η Κοινότητα, τα οποία, όπως ανέφερα, δεν εκτείνονται πέραν των τρεχουσών πληρωμών των εισαγομένων εμπορευμάτων, μέσα στα πλαίσια της πραγματικής τους αξίας.
15.
Καταλήγοντας, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που του απηύθυνε το Tribunal de Grande Instance της Nanterre, με Διατάξεις της 7ης Μαρτίου και της 14ης Μαΐου 1979, ως εξής:
1)
Κατ' εφαρμογή του κριτηρίου της κανονικής τιμής των εισαγομένων εμπορευμάτων, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 803 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1968 επιτρέπει να προσδίδεται, σε ορισμένα προϊόντα, δασμολογητέα αξία κατώτερη από τη δηλωθείσα από τον εισαγωγέα ή την απορρέουσα από τα στοιχεία που ο εισαγωγέας υπέβαλε κατ' εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 375 της Επιτροπής της 27ης Φεβρουαρίου 1969. Η τελωνειακή αρχή, κατά τον προσδιορισμό της αξίας ενός εμπορεύματος, μπορεί να λαμβάνει υπόψη και στοιχεία και περιστάσεις διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 9 του αναφερθέντος κανονισμού του Συμβουλίου και στους αριθμούς 18 έως 21 του παραρτήματος του αναφερθέντος κανονισμού της Επιτροπής.
2)
Ο προσδιορισμός της κανονικής αξίας του εμπορεύματος μπορεί να πραγματοποιηθεί, από την τελωνειακή αρχή, κατόπιν συγκρίσεως της δηλωθείσας από τον εισαγωγέα αξίας με μία ή περισσότερες τιμές περιλαμβανόμενες σε άλλες συμβάσεις πωλήσεως του ιδίου προϊόντος, υπό την προϋπόθεση ότι η οικονομική αλληλουχία μπορεί να συγκριθεί, ιδίως όσον αφορά την ποσοτική σημασία των εξεταζομένων πωλήσεων, την καταγωγή των εμπορευμάτων, τις συνθήκες εμπορίας και άλλες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την πώληση.
3)
Όταν δεν είναι δυνατή η σύγκριση με τιμές που εφαρμόζουν οι ανταγωνιστές, σε πωλήσεις μεταξύ ενός εισαγωγέα και ενός εξαγωγέα εγκατεστημένων στις ίδιες χώρες, μεταξύ των οποίων πραγματοποιήθηκε η πώληση που ανακινεί το πρόβλημα της εκτιμήσεως της δασμολογητέας αξίας, η τελωνειακή αρχή έχει δικαίωμα να επεκτείνει την έρευνα της σε συμβάσεις που συνάπτονται για συναλλαγές εκτός των δύο αυτών χωρών.
Για τους σκοπούς των συγκριτικών αυτών ερευνών, πρέπει να αποκλειστεί η δυνατότητα να λαμβάνονται υπόψη τιμές που ίσχυσαν σε πωλήσεις προς εισαγωγείς εγκατεστημένους σε τρίτες χώρες οι πωλήσεις όμως προς εισαγωγείς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνονται υπόψη. Οι πωλήσεις που χρησιμεύουν ως συγκριτικά στοιχεία μπορούν να έχουν πραγματοποιηθεί από εξαγωγείς άλλων κρατών μελών ή έστω και τρίτων χωρών, αν δεν είναι δυνατή αναφορά σε πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν από εξαγωγείς του κράτους, από το οποίο προέρχεται το εμπόρευμα που πρέπει να εκτιμηθεί.
4)
Ως τιμές αναφοράς μπορούν να χρησιμεύσουν μόνο οι τιμές που ισχύουν κανονικά υπό συνθήκες ανταγωνισμού. Πρέπει, επομένως, να αποκλεισθούν οι τιμές που ίσχυσαν σε πωλήσεις προϊόντων προελεύσεως χωρών, το εξωτερικό εμπόριο των οποίων αποτελεί αντικείμενο κρατικού μονοπωλίου ή μονοπωλίου δημοσίων επιχειρήσεων. Οι τιμές προϊόντων απομιμήσεως δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη παρά μόνο αν το προϊόν, που αποτελεί αντικείμενο της απομιμήσεως, δεν προστατεύεται από δικαίωμα βιομηχανικής ιδιοκτησίας και υπό την προϋπόθεση ότι ποιοτικά μπορεί να συγκριθεί με το προϊόν για το οποίο πρέπει να ορισθεί αξία.
5)
Οι εθνικές τελωνειακές αρχές, αν δεν είναι δυνατό να επικαλεστούν καμία τιμή αναφοράς, μπορούν να καταφύγουν σε μεθόδους και στοιχεία που επιτρέπονται από το σύστημα της Συμβάσεως των Βρυξελλών για τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας του εμπορεύματος, λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι σκόπιμο να συμβουλεύονται τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής των Κοινοτήτων.
6)
Αν ο εισαγωγέας, προβαίνοντας στο τελωνείο στη δήλωση περί της αξίας των εμπορευμάτων, συμμορφώθηκε πλήρως με την κοινοτική νομοθεσία, παρέχοντας όλα τα σχετικά με τη δασμολογητέα αξία στοιχεία, τα οποία βρίσκονταν στη διάθεση του, και δηλώνοντας καλόπιστα την πραγματική τιμή του εισαγόμενου εμπορεύματος, δεν μπορεί να του επιβληθεί για τη συμπεριφορά του καμία ποινική κύρωση από ένα κράτος μέλος. Σε περίπτωση που οι εθνικές αρχές διαπιστώσουν διαφορές προς τα άνω ή προς τα κάτω μεταξύ της καταβληθείσας από τον εισαγωγέα για ένα εμπόρευμα τιμής και της δασμολογητέας του αξίας, εκτιμώμενης σύμφωνα με την προαναφερθείσα κανονιστική ρύθμιση, δεν μπορούν να συνάγουν αυτομάτως δολία πρόθεση του εισαγωγέα να παραβεί την τελωνειακή κοινοτική νομοθεσία.
Σε περίπτωση, αντίθετα, που αποδεικνύεται η ύπαρξη μεταξύ εξαγωγέα και εισαγωγέα συμφωνίας περί εικονικής τιμής τιμολογίου και δηλώσεως στο τελωνείο ή αν ο εισαγωγέας αποσιώπησε την ύπαρξη στοιχείων που διαφοροποιούν την τιμή τιμολογίου από την πραγματική τιμή, είναι δικαιολογημένη η εφαρμογή ποινικών κυρώσεων από ένα κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι είναι ανάλογη προς τη φύση και τη σοβαρότητα της παραβάσεως της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας.
7)
Το άρθρο 13 της Συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος και Ελβετικής Συνομοσπονδίας της 22ας Ιουλίου 1972, το οποίο απαγορεύει, στις σχέσεις μεταξύ των δύο συμβαλλομένων, κάθε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, δεν έχει καμία επίπτωση επί της εξουσίας των τελωνειακών αρχών των κρατών μελών να καθορίζουν τη δασμολογητέα αξία ενός εμπορεύματος διαπιστώνοντας ότι η κανονική αξία είναι κατώτερη από τη δηλωθείσα.
Η συμπεριφορά ενός κράτους μέλους, που συνίσταται σε εφαρμογή ποινικών κυρώσεων κατά εισαγωγέως, ο οποίος συμμορφώθηκε πλήρως με την κοινοτική νομοθεσία δηλώνοντας την αξία των εισαγομένων από την Ελβετία εμπορευμάτων, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών, κατά παράβαση του αναφερθέντος άρθρου 13 της Συμφωνίας μεταξύ ΕΟΚ και Ελβετικής Συνομοσπονδίας.
8)
Το άρθρο 19, εδάφνο 1, της αναφερθείσας συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και Ελβετικής Συνομοσπονδίας, απαγορεύοντας κάθε περιορισμό στις σχετικές συναλλαγές επί εμπορευμάτων πληρωμές και στη μεταφορά των σχετικών με αυτές χρηματικών ποσών μεταξύ των κρατών μελών και της Ελβετίας, δεν εμποδίζει τις εθνικές αρχές να χαρακτηρίζουν ως παράνομη μεταφορά κεφαλαίων την πράξη, με την οποία ο αγοραστής, εγκατεστημένος σε ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, εμβάζει στη μητρική του εταιρία στην Ελβετία, η οποία του προμήθευσε τα συγκεκριμένα εμπορεύματα, την τιμή του τιμολογίου πωλήσεως, αν η τιμή αυτή είναι σημαντικά ανώτερη από την πραγματική αξία των εισαγομένων προϊόντων και αν επιπλέον αποδεικνύεται ότι ο αγοραστής συμφώνησε δολίως με τον πωλητή υπερτίμηση των προϊόντων αυτών.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy