ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
HENRI MAYRAS
της 24ης Απριλίου 1980 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως θα επιτρέψει στο Δικαστήριο να καθορίσει το περιεχόμενο των υποχρεώσεων των κρατών μελών ως προς τις οδηγίες που αφορούν την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με τις πρόσθετες ουσίες που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα.
Ι —
Πηγή της διαφοράς είναι έλεγχος που διενεργήθηκε στις 13 Αυγούστου 1975 από το service de la Repression des fraudes (υπηρεσία καταστολής της απάτης) του διαμερίσματος του Βορρά. Αυτός ο έλεγχος αφορούσε, μεταξύ άλλων, συντηρητικό αλάτι χρησιμοποιούμενο στα αλλαντικά και στα αλίπαστα, το οποίο παρασκευάζεται και πωλείται από την εταιρία ADITEC του Στρασβούργου. Η εν λόγω εταιρία, της οποίας διαχειριστής είναι ο Siegfried Gruñen, παρασκευάζει προϊόντα προοριζόμενα για τη βιομηχανία τροφίμων και ειδικότερα πρόσθετες ουσίες για την αλλαντοποιία. Οι γενόμενες αναλύσεις απέδειξαν ότι ένα από τα συντηρητικά που η εν λόγω εταιρία είχε πωλήσει περιείχε γαλακτικό οξύ και κιτρικό οξύ.
Η γαλλική κανονιστική ρύθμιση δεν επιτρέπει, όμως, τη χρησιμοποίηση αυτών των ουσιών στην αλλαντοποιία. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 1 του décret της 15ης Απριλίου 1912, όπως τροποποιηθέν ισχύει, και περιέχει διοικητικό κανονισμό για την εφαρμογή του νόμου της 1ης Απριλίου 1905 περί καταστολής της απάτης, απαγορεύεται η προσθήκη στα τρόφιμα οποιασδήποτε ουσίας, η οποία δεν έχει αποτελέσει το αντικείμενο προηγουμένης αδείας. Πρόκειται περί της αρχής που αποκαλείται αρχή των θετικών πινάκων προσθέτων ουσιών.
Όπως προκύπτει από την εν λόγω διάταξη, μια πρόσθετη ουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρά όταν η χρησιμοποίηση της έχει κηρυχθεί θεμιτή με υπουργικές αποφάσεις, εκδοθείσες από κοινού από πολλούς υπουργούς, μεταξύ των οποίων ο υπουργός Γεωργίας και ο υπουργός Δημόσιας Υγείας, κατόπιν γνωμοδοτήσεως του Conseil supérieur d'Hygiène publique της Γαλλίας και της Académie nationale de médecine, επομένως, κατόπιν διαδικασίας ιδιαίτερα αυστηρής.
Η χρησιμοποίηση του γαλακτικού και του κιτρικού οξέος στα συντηρητικά που προορίζονται για την αλλαντοποιία δεν έχει επιτραπεί από κανένα κείμενο και, επομένως, απαγορεύεται. Υπ' αυτές τις συνθήκες, ο Grunert, ως ποινικώς υπεύθυνος των πράξεων της εταιρίας του, εδιώχθη ενώπιον του δευτέρου ποινικού τμήματος του tribunal de grande instance του Στρασβούργου για παραποίηση τροφίμων, κατά την έννοια του άρθρου 3 του νόμου της 1ης Αυγούστου 1905.
Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε τα πραγματικά περιστατικά που του προσάπτονται, ισχυρίστηκε, όμως, ότι η γαλλική νομοθεσία αντιβαίνει προς τις διατάξεις του Συμβουλίου 64/54 της 5ης Νοεμβρίου 1963 και 70/357 της 13ης Ιουλίου 1970 οι οποίες, κατ' αυτόν, επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση στη Γαλλία του γαλακτικού και του κιτρικού οξέος στα συντηρητικά που προορίζονται για την αλλαντοποιία. Λόγω της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου επί των αντιθέτων εθνικών διατάξεων, σε συνδυασμό με το άμεσο αποτέλεσμα ορισμένων διατάξεων περιεχομένων σ' αυτές τις οδηγίες, όπως γίνεται δεκτό από τη νομολογία του Δικαστηρίου, νομίζει ότι μπορεί να αντλήσει από αυτές δικαιώματα που μπορεί να προβάλλει ενώπιον δικαστηρίου.
Δεδομένου ότι η εισαγγελική αρχή αρνείται ότι οι εν λόγω οδηγίες έχουν το περιεχόμενο που τους αποδίδει ο Grunert, η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται έτσι από την ερμηνεία τους. Για το λόγο αυτό το tribunal de grande instance του Στρασβούργου έκρινε προτιμότερο να ερωτήσει το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης:
«—
αν τα κράτη μέλη είχαν την υποχρέωση να επιτρέψουν με τις εθνικές νομοθεσίες τους το σύνολο των συντηρητικών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στα τρόφιμα που προορίζονται για τη διατροφή των ανθρώπων και που απαριθμούνται στις εν λόγω οδηγίες, ή αν όφειλαν μόνο να απαγορεύσουν τη χρησιμοποίηση όλων των ουσιών που δεν περιλαμβάνονται στα παραρτήματα των κοινοτικών οδηγιών,
—
ενδεχομένως, αν ο κοινοτικός υπήκοος τον οποίο βλάπτει η αντίθετη προς την κοινοτική οδηγία εθνική νομοθεσία μπορεί να επικαλείται ότι η εθνική νομοθεσία δεν μπορεί να του αντιταχθεί».
II —
Επί του πρώτου ερωτήματος του πα-ραπέμποντος δικαστηρίου επιβάλλεται μια προκαταρκτική παρατήρηση. Η απλή του ανάγνωση δείχνει, σαφώς, ότι αφορά τη χρησιμοποίηση, στα τρόφιμα, ουσιών που απαριθμούνται σε παραρτήματα των οδηγιών. Δεν αφορά τη διάθεση τους στο εμπόριο.
Όπως επισήμανα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η δραστηριότητα της εταιρίας που διαχειρίζεται ο Grunert δεν συνίσταται στην παρασκευή αλλαντικών, όπως νόμισε η Επιτροπή, αλλά ασκείται στο προηγούμενο στάδιο, αυτό της παραγωγής και διαθέσεως στο εμπόριο προσθέτων ουσιών για τα εν λόγω τρόφιμα. Η εταιρία ADITEC δεν χρησιμοποιεί, επομένως, η ίδια πρόσθετες ουσίες σε τρόφιμα προοριζόμενα για τη διατροφή των ανθρώπων τα διαθέτει στο εμπόριο. Η Ολλανδική Κυβέρνηση το αντελήφθη καλώς, απαντώντας στην ερώτηση που της υποβλήθηκε από την άποψη της διαθέσεως στο εμπόριο των συντηρητικών και των ουσιών που έχουν αντιοξειδωτικά αποτελέσματα.
Θα έπρεπε, επομένως, να τροποποιηθεί η διατύπωση αυτού του ερωτήματος και να δοθεί σ' αυτό απάντηση ως εάν αφορούσε τη διάθεση στο εμπόριο και όχι τη χρησιμοποίηση.
Βάσει των περιπτώσεων στις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι του επιτρεπόταν να απομακρυνθεί από τη διατύπωση των ερωτημάτων που του υπέβαλαν τα εθνικά δικαστήρια, όπως συστηματοποιήθηκαν από το γενικό εισαγγελέα Warner στις σύμφωνες προτάσεις του επί της υποθέσεως Greenwich (υπόθεση 22/79, Société Greenwich Film Production κατά SACEM και Société des Editions Labrador) δεν νομίζω ότι μας επιτρέπεται να το πράξουμε. Το εν λόγω ερώτημα, του οποίου η έννοια είναι αναμφίβολη, είναι διατυπωμένο αορίστως και αφορά αποκλειστικώς το κοινοτικό δίκαιο. Δεν εγείρει πρόβλημα ερμηνείας διατάξεως του κοινοτικού δικαίου προφανώς ανεφάρμοστου στα πραγματικά περιστατικά που έχουν αποδειχθεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Τέλος, ούτε παραλείπει να αναφερθεί σε διάταξη του κοινοτικού δικαίου προδήλως εφαρμοστέα σ' αυτά τα πραγματικά περιστατικά. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η ερμηνεία των οδηγιών πρέπει να περιοριστεί στη χρησιμοποίηση των προσθέτων ουσιών δεν θα αφορά τη διάθεση τους στο εμπόριο.
Θα ήθελα, ωστόσο, να προσθέσω ότι αυτή η διάκριση φαίνεται αρκετά τεχνητή επί του πρακτικού πεδίου. Αν η απαγόρευση από τη γαλλική κανονιστική ρύθμιση της χρησιμοποιήσεως ορισμένων οξέων στις πρόσθετες ουσίες που προορίζονται για ορισμένο τρόφιμο δεν είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, η διάθεση αυτών των προσθέτων ουσιών στο εμπόριο στη Γαλλία δεν έχει νόημα· οι Γάλλοι παρασκευαστές τροφίμων δεν θα αγοράσουν πρόσθετη ουσία, της οποίας τους απαγορεύεται η χρησιμοποίηση, εκτός αν παραβούν σκοπίμως την εθνική τους νομοθεσία.
III —
Όπως αναφέρει η Επιτροπή, το γαλακτικό και κιτρικό οξύ προσδίδουν κυρίως γεύση προσδίδουν οξύτητα στο τρόφιμο στο οποίο προστίθενται. Ως τέτοια, δεν αποτελούν, δυστυχώς, αντικείμενο κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως διότι δεν υφίσταται, προς το παρόν, σχετική οδηγία.
1.
Αντιθέτως, αναφέρονται, όπως βεβαιώνει ο Grunert, ανάλογα με την περίπτωση, σε μία ή δύο οδηγίες του Συμβουλίου.
Το γαλακτικό οξύ αναφέρεται τόσο στον πίνακα του παραρτήματος της οδηγίας του Συμβουλίου της 5ης Νοεμβρίου 1963, όπως έχει τροποποιηθεί, της αποκαλούμενης «συντηρητικά» (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 89 επ.), ως ουσία δυνάμενη να έχει δευτερεύον συντηρητικό αποτέλεσμα, καθώς και στον πίνακα τον περιεχόμενο στο παράρτημα της οδηγίας του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 1970, όπως έχει τροποποιηθεί, της αποκαλούμενης «αντιοξειδωτικά» (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 130 επ.) μεταξύ των ουσιών «που μπορούν να ενισχύσουν την αντιοξει-δωτική ενέργεια άλλων ουσιών».
Το κιτρικό οξύ δεν αναφέρεται παρά στον πίνακα παραρτήματος της οδηγίας «αντιοξειδωτικά» υπό την αυτή ιδιότητα υπό την οποία αναφέρεται και το γαλακτικό οξύ.
2.
Ποιο είναι το αποτέλεσμα της μνείας αυτών των ουσιών στους εν λόγω πίνακες; Έχουν τα κείμενα που μόλις ανέφερα ως αποτέλεσμα να επιτρέπεται η χρησιμοποίηση όλων των ουσιών που απαριθμούν, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, ή απλώς να απαγορεύουν τη χρησιμοποίηση των ουσιών που δεν αναφέρουν, όπως υποστηρίζει η εισαγγελική αρχή;
Οι επίμαχες οδηγίες είναι, όπως η οδηγία περί χρωστικών ουσιών (οδηγία του Συμβουλίου της 23.10.1962, όπως τροποποιήθηκε, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 71 επ.), καθώς και η οδηγία περί γαλακτωματοποιητών (οδηγία του Συμβουλίου της 18.6.1974, όπως τροποποιήθηκε, JO L 189 της 12.7.1974, σ. 1 έως 7), οριζόντιες οδηγίες. Μ' αυτό τον όρο εννοείται ότι αφορούν τη χρησιμοποίηση ορισμένης κατηγορίας προσθέτων ουσιών στα τρόφιμα γενικά.
Οι οδηγίες αυτού του τύπου περιέχουν, σε παράρτημα, κατάλογο ουσιών οι οποίες έχουν, ή μπορεί να έχουν, τις ιδιότητες που αφορά το αντικείμενο τους. Οι απαριθμούμενες μ' αυτό τον τρόπο ουσίες είναι, δυνάμει του άρθρου 1 κάθε μιας απ' αυτές τις οδηγίες, οι μόνες των οποίων τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν τη χρησιμοποίηση στα τρόφιμα που προορίζονται για διατροφή των ανθρώπων. A contrario, η χρησιμοποίηση στα τρόφιμα, προς τους σκοπούς που προβλέπει η κάθε οδηγία, ουσιών οι οποίες δεν αναφέρονται στους πίνακες που είναι προσαρτημένοι σ' αυτές τις οδηγίες απαγορεύεται σε όλη την έκταση της Κοινότητας. Μ' αυτή την κοινή απαγόρευση των αποκλειομένων ουσιών αρχίζει η διαδικασία η οποία, σύμφωνα με τον τίτλο των οδηγιών, αποτελεί το αντικείμενο τους και επιτυγχάνονται, στον ίδιο βαθμό, η βελτίωση της προστασίας της υγείας των καταναλωτών και οι ίσοι όροι ανταγωνισμού, που συνιστούν αποτελέσματα επιδιωκόμενα μέσω της προσεγγίσεως των νομοθεσιών, όπως βεβαιώνουν οι αιτιολογικές τους σκέψεις.
3.
Το Συμβούλιο, όμως, δεν έκρινε ότι μπορούσε να επιτύχει εξ υπαρχής στενότερη εναρμόνιση. Τόσο η οδηγία «συντηρητικά», στο άρθρο 2, παράγραφος 2 όσο και η οδηγία «αντιοξειδωτικά», στο άρθρο 9, επισημαίνουν πράγματι, με σχεδόν την ίδια διατύπωση, ότι οι διατάξεις τους δεν θίγουν ούτε τις εθνικές νομοθεσίες που καθορίζουν τα τρόφιμα στα οποία επιτρέπεται να προστεθούν οι ουσίες που αναφέρονται στα παραρτήματα αυτών των οδηγιών ούτε τις εθνικές νομοθεσίες που θεσπίζουν τις προϋποθέσεις αυτής της προσθήκης.
Μόνο ένα όριο, που φαίνεται ασήμαντο, τέθηκε μ' αυτές τις οδηγίες στην ελεύθερη επιλογή, από τα κράτη μέλη, των τροφίμων για τα οποία έχουν την πρόθεση να επιτρέψουν τη χρησιμοποίηση ορισμένης πρόσθετης ουσίας. Το όριο αυτό προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφος 2, in fine της οδηγίας «συντηρητικά» και το άρθρο 9 της οδηγίας «αντιοξειδωτικά». Σύμφωνα μ' αυτές τις διατάξεις, οι εθνικές νομοθεσίες «δεν πρέπει να αποκλείουν τελείως τη χρήση στα τρόφιμα μιας από τις ουσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα». Αρκεί επομένως ένα κράτος μέλος να επιτρέψει τη χρησιμοποίηση κάθε πρόσθετης κοινοτικής ουσίας σε ένα μόνο τρόφιμο για να μην παραβεί τις υποχρεώσεις που υπέχει.
Ως προς τις επίμαχες πρόσθετες ουσίες, κατά τις πληροφορίες που μας παρέχει η Επιτροπή, η γαλλική κανονιστική ρύθμιση ανταποκρίνεται σ' αυτές τις απαιτήσεις. Έτσι, ιδίως,
—
το γαλακτικό οξύ επιτρέπεται, με εγκύκλιο της 27ης Ιανουαρίου 1930, ως συντηρητικό στις σόδες και λεμονάδες και, με εγκύκλιο της 17ης Ιουνίου 1965, ως αντιοξειδωτικά σε προϊόντα ζαχαροπλαστικής,
—
το κιτρικό οξύ επιτρέπεται ως αντιοξει-δωτικό στη μουστάρδα, δυνάμει décret της 10ης Σεπτεμβρίου 1937.
4.
Από αυτή τη διατήρηση, σε μεγάλο βαθμό, των διαφορών μεταξύ εθνικών νομοθεσιών, προκύπτει ότι ο στόχος της ελεύθερης κυκλοφορίας των τροφίμων, ο οποίος επίσης αναφέρεται στο προοίμιο των οδηγιών, δεν μπορεί, στο παρόν στάδιο, να επιτευχθεί παρά εν μέρει. Τα τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο που προκύπτουν από τις υφιστάμενες μεταξύ των νομοθεσιών διαφορές διατηρούνται, εφόσον η απαγόρευση χρησιμοποιήσεως πρόσθετης ουσίας σε τρόφιμο εκτείνεται όχι μόνο στην εθνική παραγωγή αλλά και στις εισαγωγές.
Για να διασφαλιστεί, στον υπό εξέταση τομέα, η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, η οποία ποτέ δεν θα επαναληφθεί αρκετά ότι συνιστά μία από τις βάσεις της Κοινότητας, θα έπρεπε ο κοινοτικός νομοθέτης να ασχοληθεί με τη δεύτερη φάση της προσεγγίσεως των νομοθεσιών που ο ίδιος εξαγγέλλει εν κατακλείδι των αιτιολογικών σκέψεων των εξετασθεισών οδηγιών. Αυτή η φάση πρέπει, πράγματι, να αφορά τα τρόφιμα, θεωρούμενα ατομικά, στα οποία οι αναφερόμενες σε παράρτημα πρόσθετες ουσίες θα μπορούσαν να προστίθενται και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτή η προσθήκη πρέπει να λαμβάνει χώρα.
Άλλος τρόπος για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα συνίσταται, ελέχθη, στο να περιληφθούν οι ενδείξεις που μόλις ανέφερα σε κάθετες οδηγίες, που να αφορούν ορισμένο τρόφιμο. Η χρησιμοποίηση του γαλακτικού οξέος και του κιτρικού οξέος επιτρέπεται ή θα έπρεπε έτσι να επιτρέπεται και οι λεπτομέρειες αυτής της χρησιμοποιήσεως έχουν οριστεί για το χυμό σταφυλιών (δυνάμει της οδηγίας 75/726 του Συμβουλίου, της 17.11.1975, όπως έχει τροποποιηθεί, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/014, σ. 116 επ.) και για την τυρίνη (δυνάμει προτάσεως οδηγίας της 30.1.1979, JO C 50 της 24.2.1979, σ. 5 έως 11). Τέτοια όμως κάθετη οδηγία δεν υφίσταται για την αλλαντοποιία.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, προτείνω να δοθεί στο υποβληθέν από το tribunal de grande instance του Στρασβούργου πρώτο ερώτημα η εξής απάντηση:
—
Δυνάμει του άρθρου 1 της οδηγίας του Συμβουλίου 64/54 της 5ης Νοεμβρίου 1963 και του άρθρου 1 της οδηγίας του Συμβουλίου 70/357 της 13ης Ιουλίου 1970, τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση μόνο να απαγορεύσουν τη χρησιμοποίηση των προσθέτων ουσιών που τα εν λόγω κείμενα δεν κάνουν δεκτές,
—
δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2 της οδηγίας 64/54 και του άρθρου 9 της οδηγίας 70/357, τα κράτη μέλη δεν έχουν την υποχρέωση να επιτρέψουν τη χρησιμοποίηση τους παρά σε ένα μόνο τρόφιμο, κατ' επιλογή τους, και
—
κατά συνέπεια, οι εθνικές διατάξεις που κάνουν χρήση αυτής της ευχέρειας πρέπει να θεωρούνται ως νομίμως θεσπισθείσες από το οικείο κράτος μέλος εντός των ορίων αυτών των οδηγιών.
IV —
Αυτή η απάντηση υποδεικνύει την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου.
Το ερώτημα αυτό δεν τίθεται παρά για την περίπτωση κατά την οποία μια εθνική νομοθεσία θα εκρίνετο αντίθετη προς τις οδηγίες διότι δεν επιτρέπει τη χρησιμοποίηση σε όλα τα τρόφιμα όλων των ουσιών που απαριθμούνται στις οδηγίες. Δεδομένου ότι δεν συντρέχει αυτή η περίπτωση, δεν πρέπει να δοθεί απάντηση σ' αυτό το ερώτημα.
Επιπλέον, όπως πρόσφατα το υπενθύμισε ο γενικός εισαγγελέας Warner στις προτάσεις του επί της υποθέσεως Santillo (υπόθεση 131/79, Regina κατά Υπουργού των Εσωτερικών «ex parte» Santillo) «είναι πρόδηλο ότι το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος παραβαίνει την υποχρέωση του να θέσει σε εφαρμογή διάταξη οδηγίας δεν συνεπάγεται, αυτό καθεαυτό, ότι οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν απευθείας αυτή τη διάταξη». Ο Warner προσέθετε, αναφέροντας τους όρους που χρησιμοποίησε το Δικαστήριο στην απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1974 (Van Duyn κατά Home Office, υπόθεση 41/74, Recueil σ. 1349), ότι «έπρεπε να εξετάζεται, σε κάθε περίπτωση, αν η φύση, η οικονομία και οι όροι της διατάξεως μπορούν να συνεπάγονται μια τέτοια απαίτηση».
Στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται περί των οδηγιών «συντηρητικά» και «αντιοξειδωτικά» στο σύνολο τους, για τις οποίες ο Grunert ισχυρίζεται ότι έχουν άμεσο αποτέλεσμα.
Όμως, μια από τις προϋποθέσεις που προβλέπει ασφαλώς η νομολογία του Δικαστηρίου, για να αναγνωριστεί άμεσο αποτέλεσμα σε διάταξη οδηγίας, δεν συντρέχει προφανώς στην προκειμένη περίπτωση: κείμενα που υποβάλλουν ως μοναδική υποχρέωση στα κράτη μέλη, εκτός από του να απαγορεύσουν τη χρησιμοποίηση των ουσιών που δεν μνημονεύουν, να επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση των προσθέτων ουσιών που απαριθμούν σε ένα μόνο τρόφιμο της επιλογής τους, αφήνουν στα κράτη ελευθερία εκτιμήσεως για να καθορίσουν σε ποια τρόφιμα η τάδε πρόσθετη ουσία θα επιτρέπεται, πράγμα που αποκλείει να τους αναγνωριστεί το παραμικρό άμεσο αποτέλεσμα.
Κατά συνέπεια, και αν ακόμα υποτεθεί ότι ένα κράτος μέλος δεν εκτέλεσε ορθώς τις οδηγίες 64/54 και 70/357, τα υποκείμενα δικαίου δεν μπορούν να ισχυριστούν ότι δεν αντιτάσσεται σ' αυτούς η νομοθεσία αυτού του κράτους που δεν επιτρέπει τη χρησιμοποίηση συγκεκριμένης πρόσθετης ουσίας, όπως είναι το γαλακτικό οξύ και το κιτρικό οξύ, σε τρόφιμο ή σε ορισμένη ομάδα τροφίμων, όπως είναι τα προϊόντα αλλαντοποιίας.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy