ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ JEAN-PIERRE WARNER
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 4 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1980 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Πρόκειται γιά προσφυγή πού άσκησε ή Ἐπιτροπή κατά τῆς Γαλλικής Δημοκρατίας, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 169 τῆς συνθήκης ΕΟΚ. Ή Ἐπιτροπή Ισχυρίζεται ὅτι ἡ Γαλλική Δημοκρατία, εἰσάγοντας γιά το 1976 μέ τό «Lói de finances»«μιά εἰσφορά ἐπί τής χρησιμοποιήσεως τῆς ἀνατυπώσεως» («redevance sur l'emploi de la reprographie»), παρέλειψε νά εκπληρώσει τίς υποχρεώσεις της σύμφωνα μέ
(i)
τό άρθρο 12 τῆς συνθήκης πού ἀπαιτεί ἀπό τά Κράτη μέλη να μήν ἐπιβάλουν μεταξύ τους νέους δασμούς ἡ επιβαρύνσεις Ισοδύναμου αποτελέσματος καί
(ii)
τό άρθρο 113 τῆς συνθήκης καί τους κανονισμούς τοῦ Συμβουλίου πού θέσπισαν τό Κοινό Δασμολόγιο, πού ἀπαιτούν ἀπό τά Κράτη μέλη νά μήν εἰσάγουν τέτοιους δασμούς ἡ επιβαρύνσεις στό εμπόριο μέ τρίτες χώρες (βλ. πχ. υποθέσεις 37 καί 38/73 Diamantarbeiders κατά Indiamex (1973), 2 ECR 1609).
Ή σχετική διάταξη τοῦ Loi de Finances γιά τό 1976 (75-1278 τῆς 30ής Δεκεμβρίου 1975) είναι τό άρθρο 22 πού θέσπισε ἀπό τήν 1η Ἰανουαρίου 1976: (α) μιά εἰσφορά ἡ ὁποία καταβάλλεται ἀπό τους έκδοτες ἐπί τῆς πωλήσεως βιβλίων καί «ouvrages de libraire de toute nature», έκτός εκείνων πού προορίζονται γιά εξαγωγή, εἰσφορά πού υπόκειται σέ εξαιρέσεις γιά τά σχολικά βιβλία, γιά τίς επιστημονικές καί θρησκευτικές εκδόσεις καί γι' άλλες παρόμοιες καί (β) τήν επίδικη εἰσφορά.
Τά ποσά πού ἀπέφεραν οἱ εἰσφορές αυτές διαθέτονταν, σύμφωνα μέ τό άρθρο 22, σέ ένα ίδρυμα πού ὀνομαζόταν «Ἐθνικό Κέντρο Γραμμάτων». Θά έφθαναν δέ σ᾽ αὐτό μέσω ἑνός εἰδικοῦ λογαριασμοῦ πού θά ανοιγόταν στά βιβλία τοῦ «Trésor» (Δημόσιο Ταμείο) καί πού θά ἀπεκαλεῖτο «Fonds national du livre».
Ή εἰσφορά ἐπί τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς ἀνατυπώσεως θά καταβαλλόταν: (i) ἀπό γάλλους κατασκευαστές μηχανημάτων ἀνατυπώσεως ἐπί τῶν πωλήσεων καί ἐπί των μηχανημάτων πού θά κρατούσαν γιά δική τους χρήση, έκτός ἐπί εκείνων πού προορίζονταν γιά ἐξαγωγή καί (ii) ἐπί των εισαγωγών τέτοιων μηχανημάτων. Ό συντελεστής τῆς εἰσφορᾶς ήταν καί στίς δύο περιπτώσεις 3 %. Μιά υπουργική ἀπόφαση επρόκειτο νά ἀπαριθμήσει τά είδη τῶν μηχανημάτων στά ὁποία θά επιβαλλόταν ή εἰσφορά.
Πράγματι μία τέτοια ἀπόφαση δημοσιεύτηκε στίς 12 Ἰουλίου 1976. Ἀπαριθμεῖ δέ τά είδη τῶν μηχανημάτων ἀνατυπώσεως πού υπόκεινται σέ εἰσφορά ὡς ἑξῆς: (οἱ ἀριθμοί στίς παρενθέσεις ἀναφέρονται στην «nomenclature générale des produits», (γενική ὀνοματολογία τῶν προϊόντων) πού φαίνεται ὅτι βασίζεται στό Κοινό Δασμολόγιο).
«Μηχανές εκτυπώσεως offset, μέχρι καί 500 κιλά, μεγέθους ίσου ἡ κατώτερου ἀπό 305 x445 mm (84.35.31.0 καί ex 84.35.33.1)
Πολύγραφοι ἑκτογραφικοῦ τύπου (84.54.31.0)
Πολύγραφοι μεμβράνης (84.54.39.0);
Εἰδικά φωτοαντιγραφικά μηχανήματα γιά ἀντιγραφή ἐγγράφων (90.07.13.1)
Μικροαναγνῶστες συνδυασμένους μέ συσκευή ἀναπαραγωγής (ex 90.09.11.0)
Συσκευές φωτοαντιγραφῆς δι' ὀπτικοῦ συστήματος (90.10.22.0)
Συσκευές θερμοαντιγραφῆς (90.10.32.0)
Συσκευές φωτοαντιγραφῆς δι᾽ επαφής, μεγέθους ἴσου ἡ κατώτερου ἀπό 305 x 445 mm (90.10.42.0)».
Τό ιστορικό τοῦ Ἐθνικοῦ Κέντρου Γραμμάτων ανάγεται στό 1946. Τό έτος αυτό, ἐκδόθηκε ένα νομοθέτημα (νόμος 46-2196 τῆς 11ης Όκτωβρίου 1946) περί συστάσεως τοῦ «Ἐθνικοῦ Ταμείου Γραμμάτων» πού ἀποτελοῦσε ἕνα νόμιμα συσταμένο όργανο μέ οἰκονομική ἀνεξαρτησία καί τελούσε ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ ὑπουργοῦ εθνικής παιδείας. Ό ἀρχικός του στόχος ήταν βραχυ-λογικά νά παρέχει οἰκονομική υποστήριξη στους γάλλους συγγραφείς καί έκδοτες. Ἀντλοῦσε κυρίως τους πόρους του ἀπό φόρους κύκλου εργασιών τῶν γάλλων έκδοτων καί ἀπό φόρους ἐπί τῶν συγγραφικῶν δικαιωμάτων πού αυτοί κατέβαλλαν στους συγγραφείς. Στους πόρους αυτούς προστέθηκαν μέ νομοθέτημα τοῦ 1956 (νόμος 56-202 τῆς 25ης Φεβρουαρίου 1956), τά συγγραφικά δικαιώματα πού προέρχονταν ἀπό μιά ἐπέκταση, πρός μόνο όφελος τοῦ Ταμείου, τοῦ χρονικοῦ ορίου τοῦ δικαιώματος ἀνατυπώσεως στά συγγραφικά ἔργα, πέραν εκείνου πού ἴσχυε μέχρι τότε. Αυτοί οἱ φόροι καί ἡ επέκταση τοῦ χρονικοῦ ὁρίου τοῦ δικαιώματος ἀνατυπώσεως καταργήθηκαν μέ τό άρθρο 22 τοῦ Loi de Finances γιά τό 1976. Μέ διάταγμα τοῦ 1973 (Décret 73-539 τῆς 14ης Ἰουνίου 1973), τό ὄνομα τοῦ Ταμείου άλλαξε σέ «Ἐθνικό Κέντρο Γραμμάτων» καί τέθηκε ὑπό την αἰγίδα τοῦ «ὑπουργοῦ πολιτιστικῶν υποθέσεων». Κατά τη διάρκεια τῶν χρόνων πού μεσολάβησαν διάφορα νομοθετήματα (εἰδικότερα ὁ νόμος τοῦ 1956, ένα διάταγμα τοῦ Ιδίου έτους, 56-1215 τῆς 29ης Νοεμβρίου 1956, ένα διάταγμα τοῦ 1961, 61-739 τῆς 17ης Ἰουλίου 1961, τό διάταγμα τοῦ 1973 καί ένα διάταγμα τοῦ 1976, 76-113 τῆς 30ης Ἰανουαρίου 1976) τροποποίησαν τή διάρθρωση τοῦ Κέντρου καί διεύρυναν τους σκοπούς του, ἀλλα ὄχι κατά τρόπους πού έχουν σχέση μέ τήν παρούσα υπόθεση, έκτός ἴσως ἀπό τό ὅτι τό Κέντρο έχει τώρα τήν εξουσία νά βοηθάει ὄχι μόνο γάλλους συγγραφείς άλλα καί συγγραφείς άλλων εθνικοτήτων πού γράφουν στά γαλλικά καί, ὅπως μέ έμφαση μᾶς τονίστηκε γιά λογαριασμό τῆς γαλλικής κυβερνήσεως, συγγραφείς πού μεταφράζουν στά γαλλικά, έργα γραμμένα σέ άλλες γλώσσες.
ΟΙ πηγές ἐσόδων τοῦ Κέντρου ἀπαριθμοῦνται στό άρθρο 15 τοῦ διατάγματος της 30ης Ἰανουαρίου 1976. Περιλαμβάνουν, έκτός ἀπό τίς εἰσφορές πού επιβλήθηκαν μέ τό άρθρο 22 τοῦ Loi de finances γιά τό 1976, επιδοτήσεις ἐκ μέρους τοῦ κράτους καί ἐκ μέρους άλλων δημόσιων ἡ Ιδιωτικών ὀργανισμών, δωρεές καί κληροδοτήματα, καθώς καί άλλα διάφορα κονδύλια. Όσον άφορᾶ τό ὕψος τῶν εσόδων πού ἀντλοῦσε τό Κέντρο ἀπό τίς εἰσφορές, ὁ πληρεξούσιος της Ἐπιτροπῆς ἀναφέρθηκε, κατά τή συζήτηση, στην ἀπάντηση πού έδωσε ὁ «υπουργός πολιτισμού καί επικοινωνίας» σέ μία γραπτή επερώτηση βουλευτή περί τῶν εσόδων καί εξόδων τοῦ Κέντρου, ή ὁποία εἶναι δημοσιευμένη στην Ἐπίσημη Ἐφημερίδα τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας (ἀριθ. 39 ΑΝ (Q.) τῆς 29ης Σεπτεμβρίου 1980). Οἱ ἀριθμοί πού έδωσε ὁ υπουργός, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εκφράζονται σέ γαλλικά φράγκα, μποροῦν νά εκτεθοῦν ὡς έξῆς:
Πίνακας 1
Έτος
1977
1978
1979
Εἰσφορές ἐπί έκδοτῶν
5 140 371
6 306 295
7 784 682
Εἰσφορές επί τῶν μηχανημάτων ἀνατυπώσεως
18 895 134
21 097 744
25 554 510
Σύνολο
24 035 505
27 404 039
33 339 192
Όσον άφορᾶ τήν έκταση κατά τήν ὁποία ή εἰσφορά ἐπί τῶν μηχανημάτων ἀνατυπώσεως βάρυνε, ἀφ' ενός μέν τά κατασκευαζόμενα στή Γαλλία μηχανήματα, ἀφ' έτερου δέ τά εἰσαγόμενα μηχανήματα, υπήρξε διάσταση μεταξύ τῶν διαδίκων κατά τίς ἀγορεύσεις. Ἡ Ἐπιτροπή υποστήριξε, μέ βάση τίς στατιστικές γιά τό 1976, 1977 καί 1978, ὅτι ἡ υποκείμενη σέ εἰσφορά ἀξία τῶν γαλλικής κατασκευής μηχανημάτων ήταν κάτω τοῦ 1 % τῆς ἀξίας τῶν εισαγομένων καί ὅτι τό ποσοστό αυτό έτεινε νά μειωθεί. Ἡ Ἐπιτροπή Ισχυρίσθηκε επίσης ὅτι τά στοιχεία των στατιστικῶν πρέπει νά διορθωθούν, ώστε νά ληφθοῦν υπόψη τά διάφορα στάδια εμπορίας, στά όποια, εἰσαγόμενα καί εγχώρια μηχανήματα ὑπέκειντο, ἀντίστοιχα, στην εισφορά καί ὅτι, μέ αυτή τή βάση, ἡ ἀξία τῆς γαλλικής παραγωγής μπορούσε νά εκτιμηθεί στό 0,33 % τῆς ἀξίας των εισαγωγών. Ἐξαλλου υποστηρίχθηκε γιά λογαριασμό τῆς γαλλικής κυβερνήσεως, βάσει ἄλλων ἀποδεικτικών στοιχείων, ὅτι ή γαλλική παραγωγή ξεπέρασε τό 8 % τῆς συνολικής. Στό τέλος τῶν ἀγορεύσεων, τό Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους νά προσπαθήσουν νά συμφωνήσουν στους ἀριθμούς, πράγμα τό όποιο καί ἔγινε. Οἱ κατόπιν συμφωνίας ἀριθμοί, εκφραζόμενοι πάλι σέ γαλλικά φράγκα, έχουν ὡς έξῆς:
Πίνακας 2
Ἔτος
Εἰσαγωγές ἀπό άλλα Κράτη μέλη
Εἰσαγωγές ἀπό τρίτες χώρες
Ἐγχώρια παραγωγή
1977
741 262 000 (77 %)
209 600 000 (21,8 %)
11 768 000 (1,2 %)
1978
719 141 000 (72,3 %)
266 300 000 (26,8 %)
8 982 000 (0,9 %)
1979
943 146 000 (71,7 %)
358 700 000 (27,3 %)
13 427 000 (1,0 %)
Κατά τή συζήτηση, ὁ πληρεξούσιος τῆς Ἐπιτροπής μας ξαναθύμισε τήν άποψη ὅτι οἱ ἀριθμοί πού ἀφορούσαν τή γαλλική παραγωγή πρέπει νά διορθωθούν στη μέση τιμή τοῦ 0,33 %, ώστε νά ληφθοῦν υπόψη τά διάφορα στάδια εμπορίας στά όποια διενεργήθηκαν οἱ εισαγωγές καί οἱ πωλήσεις εγχώριων προϊόντων. Δέν εξήγησε ὅμως γιατί θά έπρεπε νά είναι έτσι. Ἐγώ, μάλιστα, νομίζω ὅτι ὁποιαδήποτε ενδεχόμενη διόρθωση θά έπρεπε νά γίνει πρός τήν ἀντίθετη κατεύθυνση:
Δεδομένου ὅτι ἡ εισφορά επιβάλλεται ἐπί τῆς εγχώριας παραγωγής κατά τό στάδιο τῆς πωλήσεως ἀπό τόν κατασκευαστή, ἐνῶ οἱ εἰσαγωγές μπορεί νά γίνονται σέ ὁποιοδήποτε στάδιο εμπορίας (ακόμα καί σέ ἐκεῖνο τῆς πωλήσεως ἀπό τό λιανοπωλητή στον τελικό καταναλωτή), θά έπρεπε νά κάνω τή σκέψη ὅτι οἱ ἀριθμοί, πού προσφέρονταν γιά ἐξόγκωση, ήταν εκείνοι πού ἀναφέρονταν στην ἀξία τῶν εισαγωγών. Ἐν πάση περιπτώσει, ὁ πληρεξούσιος τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας εξέφρασε τήν έκπληξη του γιά τήν προσπάθεια τῆς Ἐπιτροπῆς νά υπαναχωρήσει ἀπό τή συμφωνία στην ὁποία κατέληξαν οἱ διάδικοι κατόπιν εντολής τοῦ Δικαστηρίου. Θαύμασα τή μετριοπάθειά του. Κατά τή γνώμη μου, αυτός δικαιοῦταν νά ἀποδοκιμάσει τήν προσπάθεια αυτή μέ μεγάλη ὀξύτητα.
Στοιχεία ὅπως αυτά πού έχει τό Δικαστήριο γιά τίς δαπάνες τοῦ Ἐθνικοῦ Κέντρου Γραμμάτων περιέχονται επίσης στην ἀπάντηση τῆς κοινοβουλευτικής ἐπερωτή-σεωςποῦ προανέφερα. Ἔχουν δέ ὡς έξῆς, εκφραζόμενα σέ γαλλικά φράγκα:
Πίνακας 3
Ἔτος
1977
1978
1979
Ἐνισχύσεις γιά συγγραφική δημιουργικότητα
1 523 965
1 256 879
1 545 351
Κοινωνικῆς φύσεως ενισχύσεις σέ συγγραφείς
655 460
956 210
1 084 250
Υποστήριξη τῶν συγγραφικῶν δραστηριοτήτων
1 689 940
1 741 050
1 903 075
Ἐπιδοτήσεις γιά έκδοση δυσκόλων ἔργων
833 459
721 615
614 565
Δάνεια γιά τήν έκδοση τέτοιων έργων
3 119 630
3 579 505
4 921 100
Ἐπιδοτήσεις σέ δημόσιες βιβλιοθήκες
19 396 246
21 444 717
24 022 991
Σύνολο
27 218 700
29 699 976
34 091 332
Δύο συμπεράσματα μποροῦν νά ἐξαχθούν ἀπό τή σύγκριση τῶν ἀριθμών αὐτοῦ τοῦ πίνακα μέ τους ἀριθμούς τοῦ πίνακα 1. Τό πρώτο εἶναι ὅτι, οἱ εισφορές πού ἐπιβάλλονται μέ τό άρθρο 22 τοῦ Loi de Finances γιά τό 1976 ἀποφέρουν τό μεγαλύτερο μέρος τῶν εσόδων τοῦ Κέντρου. Τό άλλο είναι ὅτι, τό ποσό τῶν ἐσόδων, πού ἀντλεί τό Κέντρο ἀπό τίς εισφορές ἐπί τῶν μηχανημάτων ἀνατυπώσεως καί τό ποσό πού διαθέτει τό Κέντρο γιά τίς επιδοτήσεις δημόσιων βιβλιοθηκών, εἶναι περίπου τό ἴδιο.
Τό ζήτημα ως πρός τό όποιο διαφωνούν οἱ διάδικοι εἶναι ἄν ἡ εισφορά ἐπί τῶν μηχανημάτων ἀνατυπώσεως ἀποτελεί επιβάρυνση Ισοδύναμου πρός δασμούς ἀποτελέσματος, πού ἀπαγορεύεται ἀπό τίς διατάξεις τοῦ κοινοτικοί) νόμου, τίς όποιες ἐπικαλείται ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ἀποτελεί, ὅπως Ισχυρίζεται ἡ γαλλική κυβέρνηση, εσωτερικό φόρο, ἐπί τοῦ ὁποίου ἔχει εφαρμογή τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης. Ἐχει βέβαια διαπιστωθεί, ὅτι κανένας φόρος δέν μπορεί νά ἀποτελεί καί τά δυό, διότι οἱ επιβαρύνσεις Ισοδύναμου πρός δασμούς ἀποτελέσματος ἀπαγορεύονται τελείως μεταξύ τῶν Κρατών μελών, ἐνῶ στην περίπτωση εσωτερικών φόρων τό άρθρο 95 ἀπαγορεύει μόνο τή διάκριση εἰς βάρος τῶν προϊόντων άλλων Κρατών μελών — βλ. πχ υπόθεση 10/65 Deutschmann κατά Γερμανίας (1965) 1 ECR, σ. 469, υπόθεση 57/65 Lütticke κατά HZA Saarlouis (1966) ECR, σ. 205, υπόθεση 94/74 IGAV κατά ENCC (1975) 1 ECR, σ. 699, υπόθεση. 78/7*6 Steinike & Weinlig κατά Γερμανίας (1977) 1 ECR, σ. 595, υπόθεση 77/76 Cucchi κατά Avez, ibid., σ. 987 καί υπόθεση 105/76 Interzuccheri κατά Rezzano, ibid., σ. 1029.
Γιά νά κατανοήσει κανείς τους ισχυρισμούς τῶν διαδίκων σ᾿ αὐτό τό ζήτημα, πρέπει νά έχει υπόψη του ένα πρόβλημα τό όποιο φαίνεται ὅτι ἀντιμετωπίζουν οἱ νομοθέτες ὅλων τῶν ἀναπτυγμένων χωρών, δηλαδή τό πρόβλημα πού ἀνακύπτει ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ εκτεταμένη διάδοση, ἀπό τίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1960, τῶν φωτοαντιγραφικῶν καί άλλων μηχανών ἀνατυπώσεως, τῶν ὁποίων ἡ λειτουργία εἶναι ἁπλή καί ἡ χρήση σχετικά φθηνή, κατέστησε μή εφαρμόσιμο τό Ισχύον στις ἐν λόγω χώρες δίκαιο περί τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργού.
Στην παράγραφο 24 τῆς ἀνακοινώσεως περί τῆς «κοινοτικής δράσεως στό μορφωτικό τομέα» πού ἡ Ἐπιτροπή έστειλε στό Συμβούλιο στίς 22 Νοεμβρίου 1977 (δημοσιευμένη ὡς Συμπλήρωμα 6/77 στό «Δελτίο Ευρωπαϊκῶν Κοινοτήτων»), στην οποία ή γαλλική κυβέρνηση επέστησε τήν προσοχή μας, ἡ Ἐπιτροπή, ὑπό τόν τίτλο «Οἱ συνέπειες τῆς τεχνικής προόδου», είπε τά ἑξῆς:
«Ή μεγάλη ἀνάπτυξη τῶν μηχανημάτων ὀπτικοακουστικής ἀναπαραγωγής φέρνει τους ἐκτελεστές ἀντιμέτωπους μέ μιά κατάσταση ταυτόσημη μέ εκείνη πού ἀντιμετωπίζουν οἱ συγγραφείς συνεπεία τῆς μαζικής διαδόσεως τῶν φωτοαντιγραφικῶν μηχανημάτων. Καί στίς δύο περιπτώσεις, οἱ ἀγορές διαθέσεως ελαττώνονται, χωρίς ἡ ἐπερχόμενη ζημία νά ἀντισταθμίζεται ἀπό ανάλογη ἀμοιβή. Ούτε ἡ τελευταία εἶναι πλέον ἀνάλογη μέ τή χρήση τοῦ πρωτότυπου έργου ... Ἐνῶ πρέπει νά χειροκροτείται ή πλατύτερη διάδοση τῆς μορφώσεως καί, ἀκόμα γενικότερα, τῆς ἐπικοινωνίας μεταξύ τῶν λαών, δημιουργείται ἕνα καινούργιο πρόβλημα ἀπό τήν ύπαρξη ἑνός νέου ἀκροατηρίου, γιά τό όποιο ὁ αρχικός παραγωγός δέν έχει καταβάλει αμοιβή στους συγγραφείς, ἐκδότες ἡ εκτελεστές.
Πολύγραφοι (φωτοαντιγραφικοί, μικρο-αντιγραφικοί) χρησιμοποιοῦνται τώρα εκτεταμένα σέ βιβλιοθήκες, σχολεῖα, πανεπιστήμια, Ινστιτούτα ερευνών, κέντρα πληροφοριών κλπ., εἶναι δέ θέμα χρόνου καί μόνο τό ὅτι οἱ Ιδιώτες θά συνηθίσουν νά ἀγοράζουν καί νά χρησιμοποιοῦν ἀντι-γραφικά μηχανήματα, ὅπώς γίνεται μέ τά μαγνητόφωνα. Αυτό θέτει τό δύσκολο πρόβλημα τῆς ἐπιτεύξεως μιας Ισορροπίας μεταξύ τῶν συμφερόντων τῶν καταναλωτών καί τῆς ἀνάγκης τῶν συγγραφέων καί έκδοτων νά επιτύχουν μιά εύλογη ἀμοιβή γιά τήν εργασία τους. Μολονότι ἀληθεύει ὅτι, ὅ,τι εἶναι πρός τό συμφέρον τῶν καταναλωτών συχνά βοηθάει επίσης τήν εξάπλωση τῆς μορφώσεως, δέν μπορεί κανείς νά υποτιμήσει τόν κίνδυνο, ιδίως ὅσον ἀφορᾶ τά βιβλία καί τά ὑψηλῆς ποιότητας περιοδικά, τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμού ἀντιτύπων, πράγμα πού μέ τή σειρά του θά ὁδηγούσε σέ πτώση τῶν εσόδων τῶν ἐκδοτῶν καί κατά συνέπεια τῆς ἀμοιβής τῶν συγγραφέων. Ἄν ένας μεγάλος ἀριθμός συγγραφέων καί έκδοτων δέν μπορούσε νά συνεχίσει, τότε τό ἀντι-γραφικό μηχάνημα θά γινόταν θύμα τῆς ἴδιας του τῆς τεράστιας ἐπιτυχίας — θά ὑφί-στατο τίς συνέπειες τοῦ μαρασμού τῶν ἐκδόσεων, πού εφοδίασαν τά πρότυπά του».
Ή Ἐπιτροπή κατέληξε:
«Όσον άφορᾶ τήν ἀναπαραγωγή τοῦ γραπτού λόγου, τοῦ ήχου καί τῶν εικόνων, ένα ποσό έπρεπε νά περιλαμβάνεται στην τιμή πωλήσεως τῶν μηχανημάτων (φωτοαντιγραφικών, μαγνητοφώνων, συσκευών video) καί τοῦ ὑλικοῦ πού γίνεται χρήση (φωτοαντιγραφικό χαρτί, ταινίες), γιά νά εξασφαλίζεται ἡ ἀμοιβή, τήν ὁποία οἱ συγγραφείς, έκδοτες καί· εκτελεστές, δικαιούνται νά προσδοκούν (καί δέν πρέπει κανείς νά τους τήν ἀρνηθεί)· θά μποροῦσε νά βασισθεί σέ ένα ποσοστό τῆς τιμής λιανικής πωλήσεως, Πχ. ὅταν οἱ καταναλωτές ἀγοράζουν μηχανήματα ἡ υλικά, θά μπορούσαν νά καταβάλουν ένα καθορισμένο ποσό, πού θά κάλυπτε τήν ἐν συνεχεία χρήση, ὡς δικαιώματα δημιουργοί) (περιλαμβανομένων τῶν εκδοτικών δικαιωμάτων) καί ὡς δικαιώματα εκτελεστών. Γιά τόν εξοπλισμό ἀναπαραγωγής ευρείας κλίμακας (βιβλιοθῆκες, πανεπιστήμια κλπ.) ένα περιοδικό τέλος θά μπορούσε νά επιβληθεί επιπλέον εκείνου πού καταβάλλεται κατά τό χρόνο τῆς ἀγορᾶς ἡ τῆς μισθώσεως.»
Ή Επιτροπή δέν επεκτάθηκε περισσότερο.
Στό Ἡνωμένο Βασίλειο τό πρόβλημα εξετάσθηκε ἀπό τήν Committee ἐπί τοῦ Copyright and Designs Law, τήν Whitford Committee, ἡ ὁποία υπέβαλε την έκθεση τῆς τό Μάρτιο τοῦ 1977, μερικούς δηλαδή μήνες πρίν ἀπό την ἀνακοίνωση τῆς Ἐπιτροπῆς στό Συμβούλιο. Ἀφιερώθηκε σ᾽ αυτό τό θέμα ἕνα ὁλόκληρο κεφάλαιο τῆς ἐκθέσεως (βλ. Cmnd. 6732, Κεφάλαιο 4, «Ἀνατύπωση»). Ἐκτός από τίς κατηγορίες καταναλωτών τίς όποιες ἀναγνώρισε ἡ Ἐπιτροπή, δηλαδή βιβλιοθήκες, σχολεία, πανεπιστήμια, Ινστιτούτα ἐρευνών καί κέντρα πληροφοριών, ἡ Whitford Committee τόνισε τήν ἀνατυπωτική ἀναπαραγωγή ὑλικοῦ, πού καλύπτεται μέ copyright, ἀπό τίς κυβερνητικές υπηρεσίες, ἀπό τή βιομηχανία (κυρίως γιά ερευνητικούς σκοπούς) καί ἀπό τους επαγγελματίες. Παρατήρησε ὅτι τό πρόβλημα ήταν Ιδιαίτερα ὀξύ στἀ επιστημονικά καί τεχνικά περιοδικά καί ὅτι, στην περίπτωση αυτών τῶν εκδόσεων, ἡ απειλή αφορούσε περισσότερο τήν οἰκονομική επιβίωση τῶν έκδοτῶν, παρά τήν ἀμοιβή τῶν συγγραφέων, οἱ όποιοι ἐνδιαφέρονταν περισσότερο γιά τήν υπόληψη ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων τους παρά γιά τήν ἀπο-λαυή τῶν συγγραφικῶν δικαιωμάτων. «Ἀλλά», εἶπε ἡ Committee, «οἱ συγγραφείς κάθε άλλο παρά ευχαριστημένοι θά ήταν βλέποντας νά σταματούν, γιά οἰκονομικούς λόγους, οἱ ἐκδόσεις στίς όποιες εμφανίζονται οἱ εργασίες τους καθώς καί οἱ εργασίες τῶν συναδέλφων τους». Ή Committee, ἀφού εξέτασε τίς λύσεις πού μελετήθηκαν ή υἱοθετήθηκαν σέ ὁρισμένες άλλες χώρες (τήν Ὁμοσπονδιακή Δημοκρατία τῆς Γερμανίας, τήν Όλλανδία, τή Σουηδία, τήν Αυστραλία, τόν Καναδά καί τίς ΗΠΑ), πρότεινε ένα εὐέλικτο σύστημα χορηγήσεως μιας «εκτεταμένης άδειας» σ᾽αυτούς οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιούν μηχανήματα ἀνα-τυπώσεως, τό όποιο διευθύνεται ἀπό εγκεκριμένες ἀπό τήν κυβέρνηση ἑταιρείες, οἱ ὁποίες συγκεντρώνουν τά συγγραφικά δικαιώματα ενεργώντας γιά λογαριασμό τῶν δικαιούχων αυτῶν τῶν δικαιωμάτων.
Ή άποψη τῶν γάλλων ἐπί τοῦ προβλήματος διατυπώθηκε ἀπό τόν κ. Jean de Bagneux, πρόεδρο τῆς «Commission des affaires culturelles» τῆς Γαλλικῆς Συγκλήτου, κατά τή διάρκεια συζητήσεως στή Σύγκλητο, σχετικῶς μέ τό άρθρο 22 τοῦ Loi de Finances γιά τό 1976. Αυτή ἡ συζήτηση έγινε στίς 22 Νοεμβρίου 1975, ἐνῶ είχε προηγηθεί στίς 23 Ὀκτωβρίου 1975 ἡ συζήτηση γιά τό ἴδιο άρθρο στην Ἐθνική Συνέλευση. Ἡ Ἐπιτροπή ἐπικαλέσθηκε, πάρα πολύ ὅ,τι εἰπώθηκε σ᾽ εκείνες τίς συζητήσεις, ὡς ἀπόδειξη τῆς πραγματικής προθέσεως τῶν συντακτών τοῦ ἄρθρου 22.
Ὁ κ. de Bagneux υπογράμμισε τή μείωση τοῦ κύκλου εργασιών τῶν έκδοτῶν επιστημονικών καί τεχνικών έργων, τήν ὁποία ἀπέδωσε στην «εκπληκτική διάδοση τοῦ φωτοαντίγραφου». Ἀναφέρθηκε στην ἀνεπάρκεια τῆς γαλλικής νομοθεσίας περί δικαιώματος τοῦ δημιουργοί) (ὅπως ενσωματώθηκε στό νομοθέτημα τῆς 11ης Μαρτίου 1957) νά ἀντιμετωπίσει τό πρόβλημα, τό όποιο καί ἐπεξήγησε ἀναφέροντας τή χρήση τέτοιων έργων ἀπό σπουδαστές καί ερευνητές στή βιομηχανία φωτοαντίγραφων, ὅπου προηγουμένως θά εἶχαν ἀγορασθεί περισσότερα ἀντίτυπα. Δέχτηκε ευπρόσδεκτα τίς προτάσεις τῆς κυβερνήσεως πού ἀπέβλεπαν, ὅπως,τίς κατάλαβε, στό νά ἐπιδοτηθεί ἡ ἀγορά επιστημονικών καί τεχνικών έργων, τῶν ὁποίων ἡ έκδοση δέν ήταν προσοδοφόρος, ἀπό βιβλιοθήκες, κυρίως δημοτικές. Σημείωσε ὅτι ἡ δαπάνη αυτής τῆς ενέργειας.ανερχόταν σέ 30 ἑκατομμύρια φράγκα, καί ὅτι ἡ Ιδέα ήταν νά ἀντληθεί αυτό τό ποσό ἀπό τή βιομηχανία ἀνατυπώσεως, φορολογώντας τίς πωλήσεις καί τίς εἰσαγωγές μηχανημάτων,ἀνατυπώ-σεως. Ἐξέφρασε τήν ὑποστήριξη τῆς επιτροπής του στην πρόταση, μέ τό, αιτιολογικό ὅτι ήταν πρός όφελος τῶν συγγραφέων καί έκδοτων. Συγχρόνως παρατήρησε ότι τά έσοδα τῆς άλλης εἰσφορᾶς, εκείνης ἐπί τῶν έκδοτῶν, πού ἐπρόκειτο νά θεσπισθεί μέ τό ἐν λόγω άρθρο, έπρεπε νά διατεθεί γιά ενίσχυση τῶν συγγραφέων.
Ή Ἐπιτροπή μᾶς κάλεσε νά ἑρμηνεύσουμε τις εκθέσεις αυτών τῶν συζητήσεων σάν ένδειξη ὅτι ἡ γαλλική κυβέρνηση αποφάσισε νά συγκεντρώσει τό ποσό τῶν 30 ἑκατομμυρίων φράγκων καί ὅτι, ἀντί νά μελετήσει πως θά μποροῦσε νά συγκεντρωθεί ένα τέτοιο ποσό μέ τήν επέκταση ἑνός εσωτερικού φόρου στίς εισαγωγές, ἡ κυβέρνηση εἶχε πρῶτα καθορίσει, ενόψει τοῦ ὄγκου τῶν εἰσαγωγῶν μηχανημάτων ἀνατυπώσεως, τό συντελεστή τοῦ φόρου σέ σχέση μέ αυτές καί έπειτα τόν ἐπεξέτεινε στά γαλλικά προϊόντα, ἐν γνώσει τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ γαλλική παραγωγή μηχανημάτων ἀνατυπώσεως ήταν ασήμαντη.
Κύριοι δικαστές, διάβασα ἐπανειλημμένα τίς εκθέσεις αὐτῶν τῶν συζητήσεων καί δέν μπορώ νά συνάγω αυτό τό συμπέρασμα ἀπό αυτές. Ὅ,τι εἰπώθηκε στην Ἐθνική Συνέλευση δέ μοῦ φαίνεται ὅτι έχει σχέση μέ τό παρόν θέμα. Στή Σύγκλητο ή συζήτηση άρχισε μέ τό λόγο τοῦ κ. de Bagneux. Τά περισσότερα ἀπ' ὅσα ἀκολούθησαν ἀφορούσαν τίς ἀντιρρήσεις τῆς «Commission des finances» κατά τῶν προτάσεων τῆς κυβερνήσεως, γιά τεχνικούς επίσης λόγους, χωρίς νά έχουν επίσης σχέση μέ τό ἐν λόγω θέμα. Είναι ἀλήθεια ὅτι κατά τή διάρκεια τῶν συζητήσεων ἀκούστηκαν, ἄς μοῦ συγχωρεθεί ή έκφραση, «ἐθνικιστικοί θόρυβοι». Ἀκόμα καί ὁ κ. de Bagneux είπε σέ ένα σημείο ὅτι, στά ταξίδια πού έκανε στό εξωτερικό, παρατήρησε ὅτι οἱ τεχνικές καί επιστημονικές βιβλιοθήκες ήταν γεμάτες ἀπό ἀγγλικές, ἀμερικάνικες, γερμανικές καί Ιταλικές εκδόσεις, ἐνῶ υπήρχαν λίγες γαλ-λικές. Καί ὁ «Ministre de l'économie et des finances», κ. Jean-Pierrè Fourcade, έκανε τίς παρατηρήσεις πού μας παρατέθηκαν γιά λογαριασμό τῆς Ἐπιτροπής, ὅτι δηλαδή ή εἰσφορά θά έπληττε βασικά τίς εἰσαγωγές, ἐφ' ὅσον στή Γαλλία κατασκευάζονται λίγα μηχανήματα ἀνατυπώσεως. Ἔκανε ὅμως αυτές τίς παρατηρήσεις κατά τή διάρκεια ενός λόγου μέ τόν όποιο σκόπευε κυρίως νά ἀποδείξει ὅτι διακυβευόταν ή επιβίωση τῶν επιστημονικών, τεχνικών καί πολιτιστικών εκδόσεων καί προσπάθησε νά ἀντικρούσει τά επιχειρήματα τῆς Commission des finances. Τό κύριο ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ήταν ἡ μείωση τοῦ συντελεστή τῆς εἰσφορᾶς ἀπό 5 %, ὁπως εἶχε ἀρχικά προταθεί, σέ 3 %.
Ἐν πάση περιπτώσει, τό παρόν Δικαστήριο θά πρέπει, κατά τή γνώμη μου νά εξετάσει, γιά νά πω τό ελάχιστο, μέ τή μεγαλύτερη δυνατή προσοχή, ὁποιαδήποτε πρόταση πού θά εἶχε σάν ἀποτέλεσμα μία ἀπόφαση σχετική μέ τή φύση τῆς νομοθεσίας πού θεσπίζεται ἀπό ένα Κράτος μέλος, σέ σχέση μέ τό ὅ,τι εἰπώθηκε ἡ δέν εἰπώθηκε γι' αυτό τό θέμα, κατά τή διάρκεια τών συζητήσεων στά Κοινοβούλια τῶν Κρατών μελών.
Ή Ἐπιτροπή υπογραμμίζει τό γεγονός ὅτι ή νομοθεσία πού επιβάλλει τήν εἰσφορά ἀποτελεί μέρος τοῦ γαλλικοῦ δημοσιονομικοῦ δικαίου καί όχι τοῦ δικαίου περί δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ. Ή Ἐπιτροπή εἶπε ὅτι ἡ επιβολή τῆς εἰσφορᾶς δέν επέλυσε κατά τρόπο επαρκή καί κατάλληλο τά προβλήματα, πού δημιουργήθηκαν στό πεδίο τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ ἀπό τήν αυξανόμενη χρήση τῶν μηχανημάτων ἀνατυπώσεως, προβλήματα πού ήταν πολύ περισσότερο πολύπλοκα ἀπ' ὅ,τι αναγνωρίστηκε μέ τά επιχειρήματα τῆς γαλλικής κυβερνήσεως. Ή Ἐπιτροπή ἄν καί τό παραδέχεται ὅτι υπήρχαν διάφοροι δυνατοί τρόποι επιλύσεως αυτών τῶν προβλημάτων, συνέχισε προβάλλοντας ὅτι, ἀπό πλευράς κοινοτικοῦ δικαίου, τό ερώτημα ἄν ἡ εἰσφορά συνιστοῦσε ἤ ὄχι εσωτερικό φόρο ἐξηρτᾶτο ἀπό τό ἄν ἡ επιβολή τῆς ἐμπίπτει στό σύστημα ρυθμίσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ δημιουργοί) (Ἀπάντηση σ. 6).
Κατά τη γνώμη μου, αυτός ὁ ισχυρισμός πρέπει νά ἀπορριφθεί. Τό ερώτημα δέν εἶναι ἄν ἡ νομοθεσία πού επιβάλλει τήν εισφορά ἀποτελεί μέρος τοῦ γαλλικού δημοσιονομικού δικαίου ἡ τοῦ δικαίου περί δικαιώματος τοῦ δημιουργοῦ ἤ ἄν, σαν μέρος τοῦ τελευταίου θά ήταν επαρκής καί κατάλληλη γιά τήν επιδίωξη τοῦ σκοποῦ της, ἀλλα ἄν, μέ δεδομένο ὅτι ἀποτελεί μέρος τοῦ γαλλικού δημοσιονομικού δικαίου, ἡ μάλλον ἀνεξάρτητα ἀπό τό γεγονός ὅτι ἀποτελεί, συνιστά, κατά τήν έννοια τῆς συνθήκης, εσωτερικό φόρο ή επιβάρυνση πού ἕχει ἰσοδύναμο ἀποτέλεσμα μέ δασμό.
Ὡς πρός αυτό ἡ θέση τῆς Ἐπιτροπῆς στηρίζεται, ὅπως καταλαβαίνω, σέ δύο ἀρχές, οἱ όποιες, ισχυρίζεται, ὅτι καθιερώθηκαν μέ ἀποφάσεις τοῦ παρόντος δικαστηρίου.
Γιά τήν πρώτη δέ χωρά ἀμφιβολία. Εἶναι ή ἀρχή ὅτι ὁ φόρος πού φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως ὅτι εἶναι εσωτερικός, διότι επιβάλλεται τόσο στά εισαγόμενα ὅσο καί στά εγχώρια προϊόντα, πρέπει ἐν τούτοις νά θεωρείται ὡς επιβάρυνση πού έχει ισοδύναμο ἀποτέλεσμα μέ δασμό, ἄν επιβάλλεται μέ μοναδικό σκοπό τή χρηματοδότηση δραστηριοτήτων πού ἀποβλέπουν ειδικά στό όφελος τῶν φορολογούμενων εγχώριων προϊόντων — βλ. υπόθεση 77/72 Capolongo κατά Maya (1973) 1 ECR 611, υπόθεση 94/74 IGAV κατά ENCC (1975) 1 ECR 699, υπόθεση 78/76 Steinike & Weinlig κατά Γερμανίας [1977] 1 ECR 595, υπόθεση 77/76 Cucchi κατά Avez, ibid. σ. 987, καί υπόθεση 105/76 Interzuccheri κατά Rezzano, ibid., σ. 1029. Αυτή ὅμως ἡ αρχή, ὅπως τό Δικαστήριο κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια νά τονίσει στίς δύο τελευταίες υποθέσεις, δέν μπορεί νά εφαρμοσθεί παρά μόνο ὅταν τά προϊόντα, στα όποια ἐπιβάλεται ὁ φόρος καί τά εγχώρια προϊόντα πού ὠφελοῦνται ἀπ' αυτόν, εἶναι τά ἴδια. Καί αυτό διότι ή αιτιολογία τῆς ἀρχής εἶναι ὅτι, σ' αυτή τήν περίπτωση, ὁ φόρος πού επιβαρύνει τά εγχώρια προϊόντα ἀντισταθμίζεται ἀπό τό όφελος πού ἀντλοῦν ἀπ' αυτόν, έτσι ώστε στό τέλος νά επιβαρύνονται μόνο οἱ εισαγωγές. Κατά συνέπεια, ὅπως παρατηρήθηκε γιά λογαριασμό τῆς γαλλικής κυβερνήσεως, αυτή ἡ ἀρχή δέν μπορεί νά εφαρμοσθεί έδω, ὅπου τά έσοδα τῆς εισφοράς δέ χρησιμοποιοῦνται μέ κανένα τρόπο πρός όφελος τῆς γαλλικής βιομηχανίας ἀνατυπώσεως.
Ή άλλη ἀρχή, στην ὁποία στηρίζεται ή Ἐπιτροπή, εἶναι περισσότερο ανεδαφική. Τήν επικαλείται δέ μέ τή βάση ὅτι ἡ γαλλική παραγωγή μηχανημάτων ἀνατυπώσεως εἶναι τόσο μικρή, ώστε μπορεί νά θεωρηθεί ὡς ἀνύπαρκτη. Σχετικά ἡ Ἐπιτροπή βασίζεται στίς ἀποφάσεις τοῦ παρόντος Δικαστηρίου, οἱ όποιες, κατά τήν άποψη της, ὅπως ἐγώ τουλάχιστον κατάλαβα, καθιερώνουν ὅτι ένα Κράτος μέλος δέν μπορεί νά επιβάλει ένα φόρο σέ ἀγαθά πού δέν παράγονται στό έδαφος του, έκτός ἄν ὁ φόρος Ισχύει γιά «ὁλόκληρες κατηγορίες εγχωρίων καί ἀλλοδαπών προϊόντων, πού βρίσκονται όλα στην ἴδια θέση, ἀνεξαρτήτως καταγωγής τους». Ή παραπομπή εἶναι ἀπό τή σκέψη 30 τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου στην υπόθεση 78/76 Steinike & Weinlig κατά Γερμανίας (1977) 1 ECR, σ. 613. Μέ άλλα λόγια, ἡ Ἐπιτροπή ισχυρίζεται ὅτι ὁ φόρος ἐπί αὐτῶν των ἀγαθών πρέπει νά θεωρηθεί σάν ἐπιβάρυνση ισοδύναμου μέ δασμό ἀποτελέσματος, έκτός ἄν πληροί τό παραπάνω κριτήριο.
Στην ἀντίρρηση τῆς γαλλικῆς κυβερνήσεως ὅτι μιά τέτοια ἀρχή θά αναιρούσε πχ. ένα φόρο ἐπί τῶν πετρελαιοειδῶν, ὁ όποιος επιβάλλεται ἀπό ένα Κράτος μέλος πού δέν παράγει πετρέλαιο (ὅπως ἡ ἴδια ἡ Γαλλία) ή ένα φόρο ἐπί τῶν μηχανοκίνητων ὀχημάτων, ὁ όποιος επιβάλλεται ἀπό ένα Κράτος μέλος ὅπου δέν κατασκευάζονται μηχανοκίνητα ὀχήματα (ὅπως ἡ Δανία ἡ τό Λουξεμβούργο), ἡ Ἐπιτροπή ἀπάντησε ὅτι πρέπει νά γίνεται διάκριση μεταξύ παραδοσιακών καί νέων φόρων. Ή Ἐπιτροπή φάνηκε ὅτι πρότεινε ὅτι ἡ νομολογιακή βάση γι' αυτή τή διάκριση έπρεπε νά βρεθεί στην ἀπόφαση τοῦ Δικαστηρίου στην υπόθεση 105/76 Interzuccheri κατά Rezzano (1977) 1 ECR, σ. 1029. Ἀπό μέρους μου, δέν μπορώ νά βρω τίποτα σ᾽ αὐτή τήν ἀπόφαση πού νά δικαιολογεί μιά τέτοια άποψη, ή ὁποία ἐπιπλέον, εἶναι ἀσυνεπής μέ τίς διατάξεις τῆς συνθήκης. Πουθενά ἡ συνθήκη δέν προβλέπει ὅτι ένας φόρος μπορεί νά θεωρηθεί σάν εσωτερικός καί ὄχι σάν επιβάρυνση ισοδύναμου μέ δασμό ἀποτελέσματος, ὑπό τόν ὅρο ὅτι εἶναι ἀρκετά παλιός. Ἀπεναντίας, ἡ συνθήκη διακρίνει μεταξύ δύο εἰδών φορολογίας μέ ἀναφορά στίς ἀντίστοιχες συνέπειες τους καί ἀπαιτεῖ τήν κατάργηση μεταξύ τῶν Κρατών μελών των επιβαρύνσεων ισοδύναμου μέ δασμούς ἀποτελέσματος, ἀνεξάρτητα ἀπό τό πόσο παλιές εἶναι.
Ἐτσι, νομίζω ὅτι πρέπει νά ἀναλύσουμε μέ ἀρκετή προσοχή τή νομολογία πού μᾶς παρατέθηκε σ᾽ αυτό τό σημείο.
Πρώτη εἶναι ἡ υπόθεση 27/67 Fink-Frucht κατά HZA München (1968) ECR, σ. 223. Ό ἐπίδικος φόρος ήταν ένας «εξισωτικός φόρος κύκλου εργασιῶν» («Umsatzausgleichssteuer»), ὁ όποιος ἀποτελούσε μέρος τοῦ γερμανικού συστήματος φόρου κύκλου εργασιών πρίν ἀπό τήν εισαγωγή τοῦ φόρου προστιθέμενης ἀξίας. Ή Fink Frucht ισχυρίστηκε στη δίκη ενώπιον τοῦ Finanzgericht, ὅτι τό άρθρο 95 τῆς συνθήκης ἀπαγορεύει τήν επιβολή αυτού τοῦ φόρου ἐπί γλυκοπιπεριῶν τίς ὁποῖες εἶχε εισαγάγει ἀπό τήν Ἰταλία. Φαίνεται ὅτι οἱ γλυκοπιπε-ριές δέν ἀναπτύσσονται στη Γερμανία. Τό Finanzgericht παρέπεμψε στό παρόν Δικαστήριο ὁρισμένα ἑρωτήματα σχετικά μέ τήν ερμηνεία τοῦ ἄρθρου 95, ένα ἀπό τά όποια μάλιστα ἀναφέρονταν στό άρθρο 30 της συνθήκης, πού άφορᾶ τους ποσοτικούς περιορισμούς καί τά μέτρα ισοδύναμου μέ αυτούς ἀποτελέσματος. Τό ερώτημα πού άφορᾶ τό άρθρο 30 μπορεί νά τεθεί κατά μέρος. Τό Δικαστήριο ἀποφάνθηκε ὅτι, καθ᾽ ὅ μέτρο μᾶς ενδιαφέρει ἐδῶ, τό άρθρο 95 δέν ἀπαγορεύει σέ ένα Κράτος μέλος νά επιβάλλει εσωτερική φορολογία σέ προϊόντα πού εισάγονται ἀπό άλλα Κράτη μέλη, ἐφ᾽ ὅσον δέν υπάρχουν παρόμοια εγχώρια προϊόντα ἡ άλλα εγχώρια προϊόντα δυνάμενα νά προστατευθοῦν. Καταλήγοντας σ᾽ αυτό τό συμπέρασμα τό Δικαστήριο είπε:
«Τό άρθρο 95 ἀποβλέπει στην εξάλειψη ὁρισμένων περιορισμών στην ελεύθερη διακίνηση τῶν εμπορευμάτων. Μέ τό νά συμπεράνουμε ὅμως ὅτι ἀπαγορεύει τήν επιβολή ὁποιασδήποτε εσωτερικής φορολογίας σέ εισαγόμενα εμπορεύματα, τά όποια δέν ἀνταγωνίζονται εγχώρια προϊόντα, θά τοῦ δίναμε έκταση εφαρμογής πού θά υπερέβαινε τό σκοπό του. Ἐσωτερικοί φόροι, ιδίως ὁ φόρος κύκλου εργασιών, ἔχουν κατ' ουσία δημοσιονομικό σκοπό. Δέν υπάρχει συνεπώς λόγος γιατί ὁρισμένα εισαγόμενα προϊόντα θά έπρεπε νά ἀπολαύουν προνομιακής μεταχειρίσεως, διότι δέν ἀνταγωνίζονται ὁποιαδήποτε εγχώρια προϊόντα, πού μποροῦν νά προστατευθοῦν. Όπου επιβάλλεται ένας τέτοιος φόρος στό στάδιο εισαγωγής, ἀκόμη καί σέ προϊόντα πού δέν ἀνταγωνίζονται τά εγχώρια, σκοπός του εἶναι νά θέσει κάθε είδος προϊόντος, ἀσχέτως καταγωγῆς του, σέ παρεμφερή δημοσιονομική κατάσταση στό έδαφος τῆς χώρας πού επιβάλλει τό φόρο.»
Τό Δικαστήριο δέν εἶπε τίποτε σχετικά μέ τίς επιβαρύνσεις ισοδύναμου μέ δασμούς ἀποτελέσματος, γιά τίς όποιες δέν εἶχε ἀρωτηθεί.
Δεύτερη εἶναι ἡ υπόθεση 31/67 Stier κατά HZA Hamburg Ericus (1968) ECR, σ. 235, ἐπί τῆς ὁποίας εκδόθηκε ἀπόφαση τήν ἴδια ήμερα ὅπως στην υπόθεση Fink-Frucht. Ό επίδικος φόρος ήταν πάλι ὁ γερμανικός εξισωτικός φόρος κύκλου εργασιών. Τό επίδικο προϊόν ήταν τά ιταλικά λεμόνια. Συζητήθηκε μόνο τό άρθρο 95. Τό Δικαστήριο κατέληξε στό ἴδιο συμπέρασμα, γιά τους ἴδιους λόγους, ὅπως καί στην υπόθεση Fink-Frucht. Τό Δικαστήριο επισήμανε σχετικά ὅτι αυτός ὁ φόρος δέν ήταν «ένας εἰδικός φόρος ἐπί εἰσαγόμενων προϊόντων» καί παρατήρησε ὅτι δέν επιτρεπόταν σέ ένα Κράτος μέλος «νά επιβάλλει ἐπί προϊόντων τά όποῖα, ὅταν δέν υπάρχει παρεμφερής εγχώρια παραγωγή, θά διέφευγαν τῆς εφαρμογής τῶν ἀπαγορεύσεων πού περιλαμβάνονται στό άρθρο 95, επιβαρύνσεις τέτοιου ὕψους, ώστε νά εμποδιζόταν, ὅσον άφορᾶ αυτά τά ἐν λόγω προϊόντα, ἡ ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων μέσα στην Κοινή Ἀγορά».
Ἔπειτα ήρθε ἡ υπόθεση 24/68 Ἐπιτροπή κατά Ἰταλίας (1969) ECR, σ. 193. Ἀφορούσε ἕνα «στατιστικό τέλος» πού επιβλήθηκε, δυνάμει τῆς ιταλικής νομοθεσίας, μόνο στίς εισαγωγές καί ἐξαγωγές. Δέν τέθηκε κατά συνέπεια θέμα ἄν ήταν ένας εσωτερικός φόρος. Τό ερώτημα ήταν ἄν ἀποτελούσε επιβάρυνση πού έχει ἰσοδύναμο μέ δασμό ἀποτέλεσμα ή, ὅπως ισχυρίσθηκε ἡ ιταλική κυβέρνηση, επιβάρυνση γιά παροχή υπηρεσίας καί ὡς ἐκ τούτου επιτρεπόμενη ἀπό τή συνθήκη. Καθορίζοντας, στην εισαγωγή τῆς ἀποφάσεως του, τήν ἔννοια τῆς επιβαρύνσεως πού έχει ισοδύναμο μέ δασμό ἀποτέλεσμα, τό Δικαστήριο εἶπε:
«... ἀπό τό άρθρο 95 ἑπ. προκύπτει ὅτι ή έννοια τῆς επιβαρύνσεως ισοδυνάμου ἀποτελέσματος δέν περιλαμβάνει τή φορολογία, ἡ ὁποία επιβάλλεται σέ ένα κράτος ἐπί τῶν παρομοίων ἡ συγκρίσιμων ἐγχωρίων προϊόντων, ἡ τουλάχιστον εμπίπτει, στην περίπτωση πού δέν υπάρχουν τέτοια προϊόντα, στό πλαίσιο γενικής εσωτερικής φορολογίας, ἡ ἀποσκοπεί νά ἀντισταθμίσει μία τέτοια εσωτερική φορολογία μέσα στά ὅρια πού τέθηκαν ἀπό τή συνθήκη».
(Σκέψη 11 τῆς ἀποφάσεως)
Τήν ἴδια ήμερα τό Δικαστήριο εξέδωσε τήν ἀπόφαση του στίς υποθέσεις 3 καί 1/69 Diamantarbeiders κατά Brachfeld (1969) ECR, σ. 211. Οἱ υποθέσεις αυτές ἀφορούσαν μιά εἰσφορά, πού επιβλήθηκε ἀπό τή βελγική νομοθεσία στίς εισαγωγές ακατέργαστων διαμαντικών. Καί ἐδῶ πάλι δέν υπήρξε καμία υπόδειξη ὅτι ἡ εἰσφορά μπορούσε νά ἀποτελεί εσωτερικό φόρο — ἄν καί κανείς μπορεί νά εξαγάγει τά συμπεράσματά του γιά τό ποιά θά ήταν ἡ προσέγγιση τοῦ Δικαστηρίου, ἄν ἡ εἰσφορά είχε ρητώς προβλεφθεί, ἀπό τή νομοθεσία, νά εφαρμόζεται τόσο στίς εισαγωγές ὅσο καί στά διαμάντια πού εξορύσσονται στό Βέλγιο. Ἐν πάση περιπτώσει, τό Δικαστήριο άρχισε τήν ἀπόφαση του επαναλαμβάνοντας, mutatis mutandis, τό εισαγωγικό μέρος τῆς ἀποφάσεως του στην υπόθεση 24/68, συμπεριλαμβανομένης τῆς σκέψεως 11, ή ὁποία στην ἀπόφαση ἐπί τῶν υποθέσεων 3 καί 4/69 έχει τόν ἀριθμό 29, άλλά κατά τά λοιπά διατυπώνεται πανομοιότυπα.
Τελευταία εἶναι ἡ υπόθεση Steinike & Weinlig. Αφορούσε εἰσφορές πού επιβάλλονταν ἀπό τή γερμανική νομοθεσία στους ἀπασχολούμενους μέ τή γεωργία, στίς βιομηχανίες τροφίμων καί στή δασοκομία, ὡς συνεισφορές σέ ένα ταμείο γιά την προαγωγή τῆς γερμανικῆς γεωργίας, τῶν γερμανικών βιομηχανιών τροφίμων καί τῆς γερμανικής δασοκομίας. Οἱ εισφορές επιβάρυναν, μέ διαφορετικούς τρόπους, διάφορες κατηγορίες συνεισφερόντων. Οἱ αιτούντες εισήγαγαν συμπυκνωμένο χυμό κίτρων γιά επεξεργασία ἀπό τήν Ἰταλία καί ἀπό τρίτες χῶρες. Ἐνώπιον τοῦ Verwaltungsgericht ἀμφισβήτησαν τήν υποχρέωση τους νά καταβάλουν τήν εισφορά πού επιβάλλεται στους ἐπεξεργαζόμενους φρούτα καί λαχανικά. Μεταξύ τῶν ερωτημάτων πού τέθηκαν ἀπό τό Verwaltungsgericht στό παρόν Δικαστήριο, υπήρχαν μερικά πού έδωσαν ἀφορμή, έμμεσα, νά ἐξετασθεί τό ζήτημα, ἄν ἡ εισφορά, ὅπως επιβαλλόταν στους αιτούντες, αποτελούσε εσωτερικό φόρο ἡ επιβάρυνση πού ἕχει ισοδύναμο μέ δασμό ἀποτέλεσμα. Τό Δικαστήριο εἶπε ὡς πρός αυτό τά έξῆς (σκέψη 30 τῆς ἀποφάσεως):
«Οἰκονομικές επιβαρύνσεις μέσα σ' ἕνα γενικό σύστημα εσωτερικής φορολογίας, πού επιβάλλονται συστηματικά σέ εγχώρια καί εἰσαγόμενα προϊόντα σύμφωνα μέ τά ἴδια κριτήρια, δέν πρέπει νά θεωρηθούν ὡς επιβαρύνσεις ισοδυνάμου ἀποτελέσματος. Αυτό μπορεί νά συμβεί ἀκόμα καί στην περίπτωση πού δέν υπάρχει εγχώριο προϊόν παρόμοιο μέ τό εισαγόμενο, ὑπό τόν ὅρο ὅτι ἡ ἐπιβάρυνση επιβάλλεται σέ ὁλόκληρες κατηγορίες εγχωρίων ἡ ἀλλοδαπών προϊόντων, πού βρίσκονται ὅλα στην ἴδια θέση, ἀνεξαρτήτως καταγωγής τους».
Ἔτσι, σέ καμία ἀπ' αυτές τίς υποθέσεις, έκτός ἀπό τήν υπόθεση Diamantarbeiders, τό Δικαστήριο δέν ἀσχολήθηκε μέ φόρο πού επιβλήθηκε ἀποκλειστικά σέ ειδική κατηγορία εμπορευμάτων, τά όποια παράγονταν στό Κράτος μέλος πού επέβαλε τό φόρο, στην υπόθεση δέ Diamantarbeiders δέν ἀνέκυψε τό ερώτημα ἄν ὁ φόρος μπορούσε νά χαρακτηρισθεί ὡς εσωτερικός. Καμιά ἀπό τίς υποθέσεις αυτές, συνεπῶς, δέν παρέχει άμεσα νομολογιακό έρεισμα γιά νά λεχθεί ὅτι ένας τέτοιος φόρος πρέπει ἀναπόφευκτα νά χαρακτηρισθεί ὡς επιβάρυνση ἰσοδύναμου μέ δασμό ἀποτελέσματος. Ἐξάλλου, ὅσα εἶπε τό Δικαστήριο σ' αυτές τίς υποθέσεις έχουν τήν έννοια ὅτι, ένας φόρος ἐπί τῶν εισαγωγών εμπορευμάτων, τῶν ὁποίων δέν υπάρχει εγχώρια παραγωγή, μπορεῖ νά χαρακτηρισθεί εσωτερικός, μόνο ἄν επιβάλλεται ὡς μέρος ἑνός ευρύτερου συστήματος φορολογίας, πού εφαρμόζεται τόσο στά εἰσαγόμενα ὅσο καί στά ἐγχώρια εμπορεύματα. Βέβαια αυτό συμφωνεί μέ ὅ,τι εἶπε τό Δικαστήριο σέ πολλές άλλες υποθέσεις, ὑπό τήν έννοια ὅτι ένας φόρος μπορεί νά χαρακτηρισθεί ὡς ἐσωτερικός, μόνο ἄν εφαρμόζεται συστηματικά καί μέ τόν ἴδιο τρόπο τόσο στά εγχώρια ὅσο καί εἰσαγόμενα προϊόντα.
Ἔχω καταλήξει στό συμπέρασμα ὅτι δέ χρειάζεται νά ἀποφανθείτε, κύριοι δικαστές, σ' αύτη τήν υπόθεση, ἄν ένας φόρος ἐπί εμπορευμάτων, τῶν ὁποίων δέν υπάρχει εγχώρια παραγωγή, καί μόνον ἐπ' αυτών, πρέπει ὁπωσδήποτε νά χαρακτηρισθεί ὡς επιβάρυνση ἰσοδύναμου μέ δασμό ἀποτελέσματος. Ό λόγος εἶναι ὅτι, κατά τή γνώμη μου, ὁ συλλογισμός στόν όποιο στηρίζεται τό επιχείρημα τῆς Ἐπιτροπῆς, δηλαδή ὅτι μπορεί νά ἀγνοηθεί ἡ γαλλική παραγωγή μηχανημάτων ἀνατυπώσεως, είναι εσφαλμένος.
Δέν υπάρχει ἀμφιβολία ὅτι καλώς καθιερώθηκε ἡ ἀρχή, ὅτι τό άρθρο 85 τῆς συνθήκης δέν έχει εφαρμογή σέ επιχειρήσεις τῶν ὁποίων ἡ θέση στην ἀγορά εἶναι τόσο ἀσθενής, ώστε μία συμφωνία μεταξύ τους δέν μπορεί νά ἐπηρεάσει τόν ἐλεύθερο ἀνταγωνισμό καί τό εμπόριο μεταξύ τῶν Κρατών μελών παρά μόνο σέ ἀσήμαντη έκταση. Δέ νομίζω ὅμως ὅτι αυτή ἡ ἀρχή μπορεί νά μεταφερθεί στό παρόν πλαίσιο ὅπως προτείνει ἡ Ἐπιτροπή. Κατά πρώτο, διότι ἐδῶ μᾶς άφορᾶ ἕνα βιομηχανικό προϊόν. Ἀντίθετα μέ ὅτι συμβαίνει ὅσον άφορᾶ τήν παραγωγή γλυκοπιπεριῶν ἤ κίτρων στη Γερμανία ἡ μέ τήν εξόρυξη διαμαντιῶν στό Βέλγιο, δέν υπάρχει κανένας ἐκ φύσεως λόγος γιατί νά μήν ἀναπτυχθεί ή παραγωγή μηχανημάτων ἀνατυπώσεως στή Γαλλία. Ὁποιαδήποτε αύξηση τῆς παραγωγης αὐτής θά ἐπλήττετο ἀπό τήν εισφορά ὅπως ἀκριβώς καί ἡ υφιστάμενη παραγωγή. Κατά δεύτερο, ὅσο μικρή κι ἄν εἶναι ἡ γαλλική παραγωγή μηχανημάτων ἀνατυπώσεως σέ σχέση μέ τή συνολική ἀξία τῶν μηχανημάτων ἀνατυπώσεως πού πωλούνται κατ᾽ έτος στή Γαλλία, δέν μπορεί νά χαρακτηρισθεί κατά τή γνώμη μου, ὡς ἀσήμαντη. Ή ἀξία τῆς ἀνήλθε τό 1979 σχεδόν στά 13 1/2 ἑκατ. γαλλικά φράγκα. Αυτός δέν εἶναι ένας ἀριθμός πού μπορεί νά ἀπορριφθεί δυνάμει τοῦ κανόνα «de minimis».
'Υπάρχει ἴσως καί ένα σημείο. Ή ἀπόφαση τῆς 12ης Ἰουλίου 1976 ἀπαριθμεί, οἱ κύριοι δικαστές θυμούνται, ὀκτώ διαφορετικά εἴδη μηχανημάτων, στά ὁποῖα εφαρμόζεται ή εἰσφορά. Εἰπώθηκε γιά λογαριασμό τῆς γαλλικῆς κυβερνήσεως ὅτι ἡ ἀπαρίθμηση αύτη περιελάμβανε κάθε τύπο μηχανήματος ἀνατυπώσεως πού κυκλοφορεί στην ἀγορά. Ό ισχυρισμός αυτός δέν ἀμφισβητήθηκε σοβαρά ἀπό τήν Ἐπιτροπή, μολονότι ή Ἐπιτροπή υπέδειξε ὅτι τά μηχανήματα ἀναπαραγωγής σχεδίων, τά ὁποία εἶναι διαφορετικά ἀπό εκείνα πού χρησιμοποιούνται γιά τήν ἀναπαραγωγή τοῦ γραπτού λόγου δέν περιλαμβάνονταν σ᾽ αυτή. Αυτό ἴσως εξηγεί τό γιατί, στην περίπτωση δύο εἰδῶν μηχανημάτων πού ἀπαριθμούνται στην ἀπόφαση τῆς 12ης Ἰουλίου 1976, υπάρχει περιορισμός σέ σχέση μέ τό μέγεθος (κάτω των 305 x 445 mm»).
Ἐπομένως, θά πρέπει πιθανώς νά θεωρήσουμε ὅτι ἡ εἰσφορά εκτείνεται σέ όλους τους τύπους μηχανημάτων ἀνατυπώσεως πού προορίζονται γιά τήν ἀναπαραγωγή γραπτού λόγου. Μέ τήν ἀπάντηση ερωτήματος πού ένας ἀπό σᾶς, κύριοι δικαστές, κατά τή συζήτηση, διεφάνη ὅτι, ἐνῶ οὔτε ή Ἐπιτροπή ούτε ἡ γαλλική κυβέρνηση είχαν διερευνήσει τά γεγονότα, ήταν πιθανό ὅτι μερικοί ἀπ᾽ αυτούς τους τύπους δέν κατασκευάζονται καθόλου στή Γαλλία, ἐνω άλλα κατασκευάζονται ἐκεῖ σέ μεγαλύτερη ἀναλογία ἀπ᾽ αυτή πού ἀντιστοιχεί στό μέσο ὅρο. Συνεπῶς, τά μηχανήματα ἀνατυπώσεως μπορούν στην πραγματικότητα νά συνιστούν κάλλιστα μιά κατηγορία εμπορευμάτων, μερικά ἀπό τά ὁποῖα δέν κατασκευάζονται στή Γαλλία, μερικά δέ κατασκευάζονται ἐκεῖ, σέ έκταση πού δέν μπορεί, ἀπό καμία άποψη, νά θεωρηθεί ἀμελητέα.
Ἐν πάση περιπτώσει, μοῦ φαίνεται ὅτι, ἄν κανείς λάβει υπόψη τή γαλλική παραγωγή, ή εἰσφορά ἐπί τῶν μηχανημάτων ἀνατυπώσεως συνιστά επιβάρυνση πού εφαρμόζεται σέ μιά ολόκληρη κατηγορία εγχώριων καί ἀλλοδαπών προϊόντων, τά όποια βρίσκονται ὅλα στην ἴδια θέση, ασχέτως καταγωγής τους, καί ὡς ἐκ τούτου δίκαια καί σαφῶς εμπίπτει στον ὁρισμό τοῦ εσωτερικού φόρου πού δόθηκε ἀπό τό Δικαστήριο στην υπόθεση Steinike & Weinlig — διότι δέ νομίζω ὅτι ἡ χρησιμοποίηση ἀπό τό δικαστήριο, σ᾽ αυτό τόν ὁρισμό, τῆς λέξεως «κατηγορίες» στόν πληθυντικό σκόπευε ενσυνείδητα νά ἀποκλείσει μιά φορολογία πού εφαρμόζεται σέ μιά ενιαία κατηγορία εμπορευμάτων. Μπορεί πράγματι, νά μήν εἶναι εύκολο σέ πολλές περιπτώσεις νά χαράξει κανείς τή διαχωριστική γραμμή μεταξύ τοῦ τί συνιστά μιά «κατηγορία» εμπορευμάτων καί τοῦ τί συνιστά «κατηγορίες» εμπορευμάτων.
Καταλήγοντας έχω τη γνώμη ὅτι ἡ παρούσα προσφυγή πρέπει νά ἀπορριφθεί καί ἡ προσφεύγουσα νά καταδικασθεί στά δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά ἀγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy