ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN-PIERRE WARNER
της 23ης Ιανουαρίου 1980 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η υπό κρίση αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε από τον Pretore της Bra, Piémont. Η υπόθεση παρουσιάστηκε ως θέτουσα, ως προς το ουσιώδες, ερωτήματα του τύπου που μας είναι γνωστά και που αφορούν την ερμηνεία του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΟΚ και τις σχέσεις μεταξύ αυτού του άρθρου και των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η υπόθεση εγείρει εξ υπαρχής ζητήματα γενικότερης σημασίας, όσον αφορά το περιεχόμενο του άρθρου 177 της Συνθήκης.
Τα πραγματικά περιστατικά είναι τα εξής.
Την 1η Φεβρουαρίου 1979, η Mariella Novello, κάτοικος Magliano Alfieri, Ιταλίας, παρήγγειλε στον Pasquale Foglia, έμπορο οίνων στη Santa Vittoria της Alba, επίσης στην Ιταλία, ορισμένο αριθμό χαρτοκιβωτίων ιταλικού οίνου παραδοτέου, υπό τη μορφή δώρου, στην Anna Cerutti, κάτοικο Menton, Γαλλίας. Οι οίνοι ήσαν διαφόρων τύπων, όλοι όμως ενέπιπταν στον ορισμό των «vins de liqueur» που αναφέρεται στην παράγραφο 12 του παραρτήματος II του κανονισμού (ΕΟΚ) 337/79 του Συμβουλίου, περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς. Γενικά αυτός ο ορισμός καλύπτει τους αλκοολούχους οίνους που έχουν παραχθεί εντός της Κοινότητας.
Η συναφθείσα μεταξύ Novello και Foglia σύμβαση περιελάμβανε ρήτρα, προβλέπουσα ρητώς ότι ενδεχόμενοι φόροι, απαιτούμενοι από τις ιταλικές ή γαλλικές αρχές και «αντίθετες προς την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των δύο χωρών ή, εν πάση περιπτώσει, μη νόμιμοι», δεν θα βάρυναν τη Novello. Ο Foglia ανέθεσε την παράδοση του οίνου σε μεταφορική επιχείρηση, την Danzas SpA, (στο εξής Danzas). Η μεταξύ Foglia και Danzas σύμβαση περιελάμβανε ρήτρα περί μη νομίμων φόρων, αντιστοιχούσα προς την προβλεπόμενη στη μεταξύ Novello και Foglia σύμβαση ρήτρα. Η Danzas παρέδωσε κανονικά τον οίνο στην Cerutti και απέστειλε, στις 31 Μαρτίου 1979, το τιμολόγιο μεταφοράς και λοιπών εξόδων στον Foglia. Το τιμολόγιο περιελάμβανε ποσό 148300 λιρών Ιταλίας και δασμούς που η Danzas κλήθηκε να καταβάλει κατά την εισαγωγή του οίνου στη Γαλλία. Ο Foglia κατέβαλε το συνολικό ποσό του τιμολογίου και ήγειρε στις 7 Απριλίου 1979 ενώπιον του Pretore την παρούσα αγωγή αποδόσεως αυτού του ποσού κατά της Novello. Η τελευταία κατέβαλε αμέσως στον Foglia το εν λόγω ποσό, μειωμένο κατά 148300 λίρες Ιταλίας οι οποίες, κατά τη γνώμη της, παρανόμως εισπράχθηκαν από το ιταλικό τελωνείο και από τις οποίες θεωρούσε, επομένως, ότι απαλλασσόταν λόγω της ρητής διατάξεως που προέβλεπε η συναφθείσα από αυτή σύμβαση. Ο Foglia ζήτησε τότε από τον Pretore να προσεπικαλέσει την Danzas σε αναγκαστική παρέμβαση, υποστηρίζοντας ότι, είτε η είσπραξη στη Γαλλία των εν λόγω δασμών ήταν νόμιμη, και σ' αυτή την περίπτωση η Novello όφειλε να τις καταβάλει, είτε ήταν παράνομη και σ' αυτήν την περίπτωση η Danzas είναι εκείνη που όφειλε να υποστεί το βάρος τους· σε καμιά περίπτωση ο Foglia δεν όφειλε αυτούς τους δασμούς. Ο Pretore, ωστόσο, απέρριψε το αίτημα του και, με Διάταξη της 6ης Ιουνίου 1979, παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου.
Όπως προκύπτει από την εν λόγω Διάταξη, ο Pretore έκρινε ότι, για να μπορέσει να εκδώσει την απόφαση του, έπρεπε στην ουσία να γνωρίζει αν οι γαλλικοί δασμοί που εισπράχθηκαν επί του οίνου κατά την εισαγωγή του στη Γαλλία συμβιβάζονταν με το κοινοτικό δίκαιο. Θεωρούσε, ειδικότερα, ότι η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα εξαρτούσε το αν έπρεπε να διατάξει την αναγκαστική παρέμβαση της Danzas στην εκκρεμούσα ενώπιον του δίκη.
Ο Pretore θεώρησε ότι οι εν λόγω γαλλικοί φόροι δεν συνιστούσαν φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς. «Δεν εισπράχθηκαν λόγω του γεγονότος της εισαγωγής, αλλά στο πλαίσιο περίπλοκου συστήματος εσωτερικών φόρων που έχει ως προορισμό να πλήττει τόσο τα εισαγόμενα όσο και τα εγχώρια προϊόντα.»
Φαίνεται ότι οι γαλλικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή σ' αυτόν τον τομέα διακρίνουν τους vins de liqueur σε τρεις κατηγορίες.
Η πρώτη κατηγορία είναι αυτή των «φυσικών γλυκών οίνων». Υπόκεινται (ή εν πάση περιπτώσει κατά την κρίσιμη εποχή υπόκεινταν) σε ειδικό φόρο καταναλώσεως 22,50 γαλλικών φράγκων ανά εκατόλιτρο οίνου και σε «φόρο καταναλώσεως»1790 γαλλικών φράγκων ανά προστιθέμενο εκατόλιτρο αλκοόλης. Οι «φυσικοί γλυκείς οίνοι» ορίζονται στο άρθρο 406 του «γενικού κώδικα φορολογίας». Πρέπει να προέρχονται από ορισμένες αμπέλους και να παρασκευάζονται εντός του ορίου αποδόσεως 40 εκατόλιτρων γλεύκους ανά εκτάριο. Πρέπει να κατέχουν αλκοολικό πλούτο τουλάχιστον 14 βαθμών και η προστιθέμενη αλκοόλη θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 90 βαθμών και να αντιπροσωπεύει 5% κατ' ελάχιστο όριο και 10% κατ' ανώτατο όριο του όγκου του γλεύκους. Τέλος, ο αιτών όπως ο οίνος του καταταγεί ως «φυσικός γλυκός οίνος» πρέπει να επισημάνει την τοποθεσία των αμπέλων από τις οποίες συγκομίζονται οι σταφυλές, καθώς και τον αριθμό τους στο «κτηματολόγιο». Είναι δεδομένο ότι επί του παρόντος μόνο οι οίνοι που παράγονται στη Γαλλία μπορούν να φέρουν την ονομασία «φυσικοί γλυκείς οίνοι», παρ' όλο ότι η Γαλλική Κυβέρνηση δήλωσε ότι ήταν έτοιμη, και αυτό από πολλού χρόνου, να διαπραγματευθεί συμφωνίες για να υπαγάγει σ' αυτό το σύστημα οίνους προελεύσεως άλλων κρατών μελών και ειδικότερα προελεύσεως Ιταλίας. Η Επιτροπή αναφέρει ότι το σύνολο σχεδόν των vins de liqueur που παράγονται στη Γαλλία είναι «φυσικοί γλυκείς οίνοι». Οι αριθμοί τους οποίους ο εκπρόσωπος της Γαλλικής Κυβερνήσεως ανέφερε στην επ' ακροατηρίου συζήτηση επιβεβαίωσαν ότι το μεγαλύτερο μέρος των vins de liqueur που παράγονται στη Γαλλία εντάσσονται σ' αυτή την κατηγορία.
Η δεύτερη κατηγορία είναι αυτή των «vins de liqueur με ελεγχόμενη ονομασία καταγωγής». Δυνάμει διμερών συμβάσεων που έχουν συναφθεί μεταξύ, αφενός, της Γαλλίας και, αφετέρου, της Πορτογαλίας και της Ελλάδας αντιστοίχως, το Porto, η Μαδέρα και οι οίνοι της Σάμου εξομοιώνονται μ' αυτή την κατηγορία. Αυτοί οι οίνοι υπόκείνται σε «φόρο καταναλώσεως»4270 γαλλικών φράγκων ανά εκατόλιτρο αλκοόλης, είτε η αλκοόλη περιλαμβάνεται φυσικά στον οίνο είτε έχει προστεθεί. Φαίνεται, παρ' όλον ότι οι παρατηρήσεις των διαδίκων (συμπεριλαμβανομένων των παρατηρήσεων της Επιτροπής και της Γαλλικής Κυβερνήσεως) δεν υπήρξαν απολύτως σαφείς επ' αυτού του σημείου, ότι εκτός του Porto, της Μαδέρας και των οίνων της Σάμου, μόνο γαλλικοί οίνοι (ειδικότερα το Pineau des Charentes) μπορούν να φέρουν αυτή την ονομασία.
Τρίτον, υφίσταται κατηγορία που περιλαμβάνει όλους τους άλλους vins de liqueur και ειδικότερα αυτούς προελεύσεως Ιταλίας που εισάγονται στη Γαλλία. Υπόκεινται όχι μόνο σε «φόρο καταναλώσεως»4270 γαλλικών φράγκων ανά εκατόλιτρο αλκοόλης, αλλά και σε «φόρο παραγωγής» 710 γαλλικών φράγκων ανά εκατόλιτρο αλκοόλης. Προφανώς τα γαλλικά τελωνεία εισέπραξαν αυτούς τους φόρους επί των προσφερθέντων από τη Novello στην Cerutti οίνων.
Τα ερωτήματα που ο Pretore υπέβαλε στο Δικαστήριο είναι τα ακόλουθα:
«1.
Πρέπει, έχοντας υπόψη τα άρθρα της Συνθήκης της Ρώμης και τις πράξεις που εκδόθησαν σε εφαρμογή της, να θεωρηθεί ότι ο φόρος, που επιβάλλεται στη Γαλλία στους vins de liqueur, οι οποίοι φέρουν ή όχι ονομασία καταγωγής ποιότητας και που εισάγονται από κράτη μέλη της ΕΟΚ, εισάγει δυσμενείς διακρίσεις κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης, όπως ο φόρος που επιβάλλεται στους γλυκείς οίνους, οι οποίοι φυσικώς έχουν υψηλό αλκοολικό τίτλο, φέρουν ή όχι ονομασία καταγωγής και εισάγονται από τις ίδιες αυτές χώρες, δεδομένου ότι:
οι ομοιειδείς γαλλικοί vins de liqueur ή, εν πάση περιπτώσει, οι αμέσως ανταγωνιζόμενοι τους προαναφερθέντες οίνους, ευνοούνται με την επιβολή πολύ χαμηλότερων φόρων και για την ίδια αιτία που φορολογούνται οι εισαγόμενοι από χώρες μέλη της ΕΟΚ οίνοι υψηλού φυσικού αλκοολικού τίτλου,
ορισμένοι vins de liqueur, εισαγόμενοι από τρίτες χώρες, υποβάλλονται στη Γαλλία σε χαμηλότερους φόρους από τους φόρους που εφαρμόζονται στους vins de liqueur κοινοτικής καταγωγής;
2.
Αυτές οι φορολογικές μειώσεις μπορούν ενδεχομένως να εμπίπτουν, και εντός ποίων ορίων και υπό ποίες προϋποθέσεις, στο πλαίσιο του άρθρου 92 της Συνθήκης;
3.
Μπορεί να θεωρηθεί ότι φόρος αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο είναι, γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, μη νόμιμος και, συνεπώς, η είσπραξη του συμπληρωματικού φόρου επί των εισαγομένων προϊόντων συνιστά μη νόμιμη είπραξη και, κατά συνέπεια, καταβολή αχρεωστήτως ποσού;
4.
Πρέπει να θεωρείται ότι μπορεί να γίνει επίκληση αυτής της έλλειψης νομιμότητας, σε όλη την Κοινότητα, ενώπιον των εθνικών δικαστών όλων των χωρών μελών, ακόμα και κατά τη διάρκεια δίκης μεταξύ ιδιωτών;
5.
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 2, ποια αποτελέσματα απορρέουν από την έλλειψη αδείας, στηριζόμενης στο άρθρο 92 της Συνθήκης, έναντι των βαρύτερα φορολογουμένων επιχειρηματιών;»
Κατά τη γνώμη μου, είναι λογικό να αρχίσω την εξέταση από το τέταρτο ερώτημα που θέτει ο Pretore.
Ευχερώς γίνεται αντιληπτό ότι ο Pretore έχει αμφιβολίες ως προς κατάσταση στην οποία καλείται, ή, εν πάση περιπτώσει, νομίζει ότι καλείται, να αποφανθεί επί του αν νόμοι άλλου κράτους μέλους συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο, λαμβανομένου ειδικώς υπόψη του γεγονότος ότι οι αρχές αυτού του κράτους μέλους ουδόλως εκπροσωπούνται ενώπιον του.
Δεν πρέπει, ωστόσο, να λησμονείται ότι όλα τα δικαστήρια όλων των κρατών μελών καλούνται να εφαρμόσουν το κοινοτικό δίκαιο, όταν αυτό έχει εφαρμογή επί των υποθέσεων των οποίων έχουν επιληφθεί. Όταν η εκδοθησόμενη απόφαση επί διαφοράς μεταξύ ιδιωτών, η οποία ήχθη ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, αποδεικνύεται ότι θέτει το ζήτημα της συμφωνίας της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους με το κοινοτικό δίκαιο, αυτό το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτό το ζήτημα. Δεν μπορεί να αποφύγει αυτή την υποχρέωση με την απλή αιτιολογία ότι αυτό που αμφισβητείται είναι το κύρος της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους. Εν τούτοις, η απόφαση του δεν θα αποτελέσει δεδικασμένο παρά μεταξύ των διαδίκων δεν μπορεί να δεσμεύσει το κράτος μέλος του οποίου αμφισβητήθηκε η νομοθεσία. Ούτε η απόφαση αυτού του Δικαστηρίου μπορεί να δεσμεύσει άλλο δικαστήριο εντός της Κοινότητας, δυνάμει της θεωρίας του σεβασμού των εκδοθεισών αποφάσεων και του νομολογιακού προηγουμένου ούτε βάσει οποιασδήποτε νομολογιακής σκέψεως.
'Ετσι, επομένως, αν ο Pretore είχε δεχθεί, στην πρώτη υπόθεση, το αίτημα του Foglia και είχε διατάξει την αναγκαστική παρέμβαση της Danzas και αν η Danzas είχε τότε υποστηρίξει ότι οι εν λόγω γαλλικοί φόροι ήταν νόμιμοι, το ζήτημα της νομιμότητας τους θα είχε αναπόφευκτα τεθεί ενώπιον του και θα είχε την υποχρέωση να αποφανθεί επ' αυτού του σημείου. Σ' αυτή την περίπτωση και παρ' όλον ότι η απόφαση του δεν θα μπορούσε να δεσμεύσει οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκτός από τους Foglia, Novello και την Danzas, ο Pretore θα μπορούσε να υποβάλει ερωτήματα στο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης, αν το είχε κρίνει χρήσιμο.
Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση είναι στην πραγματικότητα ότι δεν υφίσταται διαφορά μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης ενώπιον του Pretore, ήτοι μεταξύ Foglia και Novello, επί κοινοτικού προβλήματος. Οι δύο διάδικοι υποστηρίζουν ότι οι εν λόγω γαλλικοί φόροι εισπράχθηκαν κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου. Η Novello υιοθετεί αυτή τη στάση διότι προφανώς έχει συμφέρον να το πράξει. Η στάση του Foglia σαφώς διευκρινίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από το δικηγόρο του, τόσο στο υπόμνημα του όσο και κατά την προφορική διαδικασία. Στην ουσία, η στάση του συνίσταται στο ότι η θέση του στην εκκρεμούσα ενώπιον του Pretore δίκη είναι ουδέτερη. Κατ' αυτόν, το ποσό των 148300 λιρών Ιταλίας πρέπει να καταβληθεί είτε από τη Novello είτε από την Danzas και με κανένα τρόπο δεν είναι αυτός που πρέπει να τις καταβάλει (παρ' όλον ότι στην πραγματικότητα, επί του παρόντος, αυτός είναι εκείνος που κατέβαλε το εν λόγω ποσό). Ως ιταλός έμπορος οίνων, ο Foglia έχει, ωστόσο, ευρύτερο συμφέρον να υποστηρίξει ότι οι γαλλικοί φόροι είναι παράνομοι και ο δικηγόρος του με έμφαση υποστήριξε αυτή την άποψη ενώπιον του Δικαστηρίου.
Υπ' αυτές τις συνθήκες, νομίζω ότι τίθεται το ερώτημα αν αυτή η παραπομπή είναι παραδεκτή.
Το άρθρο 177 απονέμει αρμοδιότητα στο Δικαστήριο να αποφαίνεται με προδικαστική απόφαση επί ζητημάτων κοινοτικού δικαίου όταν «ανακύπτει τέτοιο ζήτημα ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους». Το Δικαστήριο δεν έχει, επομένως, αρμοδιότητα να αποφαίνεται με προδικαστική απόφαση επί υποθέσεως, στην οποία η εκκρεμούσα ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δίκη δεν εγείρει στην πραγματικότητα κανένα ζήτημα κοινοτικού δικαίου.
Είναι αληθές ότι η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 177 παρέχει, περαιτέρω, το δικαίωμα στο ενδιαφερόμενο εθνικό δικαστήριο να ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί επ' αυτού του ζητήματος «αν κρίνει ότι η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του αποφάσεως». Αυτοί, όμως, οι όροι δεν μπορούν να νοηθούν ως παρέχοντες στα εθνικά δικαστήρια απεριόριστη αρμοδιότητα παραπομπής υποθέσεων στο Δικαστήριο, διότι περιορίζονται με τον περιεχόμενο στην αρχή της φράσεως περιορισμό «ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα ...». Εξάλλου, πρέπει η δεύτερη παράγραφος να αναγνωσθεί υπό το φως της τρίτης, η οποία υποχρεώνει το εθνικό δικαστήριο, του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο, όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα ενώπιον του και μόνο σ' αυτήν την περίπτωση. Πράγματι, νομίζω ότι μπορεί κανείς ορθώς να εκτιμήσει το παραδεκτό παραπομπής βάσει της δεύτερης παραγράφου, διερωτώμενος αν, στην περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση θα εκκρεμούσε ενώπιον εθνικού δικαστηρίου τελευταίου βαθμού, αυτό θα είχε την υποχρέωση να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο.
Είναι αναμφισβήτητο ότι δεν παρίσταται ανάγκη το ζήτημα να έχει εγερθεί από τους διαδίκους στην εκκρεμούσα ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δίκη. Το ζήτημα μπορεί να εγερθεί από αυτό το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, θεωρώ, ωστόσο, ότι τουλάχιστον στις αστικές υποθέσεις, στις οποίες μόνο τα συμφέροντα των διαδίκων διακυβεύονται, πρέπει να πρόκειται περί ζητήματος το οποίο, εφόσον εγερθεί, αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων. Άλλως, δεν πρόκειται περί πραγματικού ζητήματος στο πλαίσιο τέτοιας φύσεως διαδικασίας. Τονίζω «όταν μόνο τα συμφέροντα των διαδίκων διακυβεύονται», διότι θα συνέβαινε το αντίθετο σε διαδικασία «in rem», για παράδειγμα, ή σε υπόθεση στην οποία διακυβεύεται η δημόσια τάξη.
Το Δικαστήριο ερμήνευσε πάντοτε το άρθρο 177 κατά την έννοια ότι γενικά το ενδιαφερόμενο γενικό δικαστήριο πρέπει να είναι ο κριτής του βάσιμου των παραπεμπομένων ζητημάτων. Πρόκειται, χωρίς αμφιβολία, περί σωτήριου κανόνα και δεν ζητώ από το Δικαστήριο να τον εγκαταλείψει. Πρόκειται, όμως, απλώς περί γενικού κανόνα και όχι περί απόλυτου κανόνα. Μνημόνευσα πρόσφατα, στην υπόθεση 22/79, Greenwich Film Production κατά SACEM, ορισμένες από τις επιφυλάξεις της εφαρμογής αυτού του κανόνα. Δεν παρίσταται ανάγκη να τις επαναλάβω. Δεν γνωρίζω ασφαλώς καμιά υπόθεση, στην οποία το Δικαστήριο να έκρινε ότι ένα ερώτημα μπορούσε να του υποβληθεί, παρά το γεγονός ότι οι διάδικοι της κύριας δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ήσαν σύμφωνοι επί της απαντήσεως που έπρεπε να δοθεί και μόνο αυτούς ενδιέφερε η εν λόγω απάντηση.
Κατά τη γνώμη μου, ένας από τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να εξετάσει μια τέτοια υπόθεση είναι ότι η τελευταία δεν έχει καμιά πιθανότητα να εμφανιστεί προσηκόντως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου και δεν θα είχε καμιά πιθανότητα να συζητηθεί καταλλήλως ενώπιον του Δικαστηρίου. Λέγοντας αυτό, δεν παραβλέπω το γεγονός ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τις παρατηρήσεις, τόσο γραπτές όσο και προφορικές, της Γαλλικής Κυβερνήσεως. Εν τούτοις, η διαδικασία που επιτρέπει στα κράτη μέλη, μέσω της κυβερνήσεως τους, να καταθέτουν παρατηρήσεις στις υποθέσεις των οποίων επιλαμβάνεται το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 177, δεν έχει ως σκοπό να περιαγάγει ένα κράτος μέλος στη θέση του μοναδικού ή κυρίου ενάγοντος ή εναγομένου σε μια υπόθεση, και θα ήταν εντελώς αντίθετο προς την επιείκεια να θεωρηθεί ότι αυτή η διαδικασία αρμόζει γι' αυτό το αποτέλεσμα. Εννοείται, μπορεί να προκύψουν περιπτώσεις στις οποίες ένα κράτος μέλος να βρεθεί τυχαία σ' αυτή την κατάσταση, αλλά δεν μπορεί κανείς να το περιαγάγει σ' αυτή την κατάσταση σκοπίμως.
Υπάρχουν δύο κύριοι τρόποι υποβολής στο Δικαστήριο του ζητήματος της συμφωνίας με το κοινοτικό δίκαιο κανόνα δικαίου ισχύοντος και διοικητικής πρακτικής ακολουθούμενης σε ένα κράτος μέλος. Ο ένας τρόπος είναι η διαδικασία την οποία κινεί η Επιτροπή βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης. Ο άλλος είναι η παραπομπή βάσει το άρθρου 177 από ένα δικαστήριο αυτού του κράτους, σχετικά με διαδικασία στην οποία η αρμόδια αρχή αυτού του κράτους είναι διάδικος. Τόσο στη μία όσο και στην άλλη διαδικασία, το κράτος για το οποίο πρόκειται απολαύει των εγγυήσεων που δεν έχει όταν περιορίζεται στο να παρεμβαίνει σε παραπομπή που πραγματοποιεί δικαστήριο άλλου κράτους μέλους. Κατ' αρχάς, γλώσσα της διαδικασίας θα είναι η γλώσσα στην οποία οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι νομικοί της είναι συνηθισμένοι να εργάζονται.
Περαιτέρω, θα έχει, τουλάχιστον κατ' αρχήν, την ευκαιρία να προετοιμάσει πλήρη επιχειρηματολογία και να την προβάλει (με όλες τις αποδείξεις που θεωρεί σχετικές), είτε ενώπιον της Επιτροπής είτε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, πριν ακόμα η υπόθεση αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.
Αν δικαίως υποστηρίζω, όπως και προηγουμένως έπραξα, ότι μπορεί ένα δικαστήριο κράτους μέλους να πρέπει να αποφανθεί, για να επιλύσει διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί, επί του αν νόμος κράτους μέλους συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, και ότι, σ' αυτή την περίπτωση, πρέπει το εν λόγω δικαστήριο να υποβάλει προς το Δικαστήριο ένα ή περισσότερα προδικαστικά ερωτήματα, πρέπει τότε να γίνει δεκτό όπως αυτό το κράτος μέλος στερηθεί των εγγυήσεων που προανέφερα. Όταν, όμως, υφίσταται πραγματική διαφορά μεταξύ των διαδίκων στην ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δίκη, νομίζω ότι πρέπει να γίνει ανεκτή αυτή η έλλειψη εγγυήσεων, κατ' αρχάς προς αποφυγή μεγαλύτερης αρνησιδικίας έναντι αυτών των διαδίκων και, περαιτέρω, διότι σ' αυτή την περίπτωση το κράτος μέλος για το οποίο πρόκειται δεν θα είναι ο μοναδικός ή κύριος ενάγων ή εναγόμενος, αλλά θα λάβει θέση υπέρ ενός των διαδίκων. Είναι φυσικά δυνατό αυτός ο διάδικος να μην παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου ή, αν παραστεί, η επιχειρηματολογία του να μην προβληθεί με ικανοποιητικό τρόπο. Αυτό, όμως, θα έχει τότε σχέση με τις αναπόφευκτες ατέλειες της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι με καταστρατήγηση αυτής της διαδικασίας.
Στις υποθέσεις που ανέφερε η Επιτροπή επ' αυτού του σημείου, ήτοι στις υποθέσεις 22/76, Import Gadgets κατά LAMP, Eer. 1976, τόμος 2, σ. 1371, και 52/77, Cayrol κατά Rivoira, Eer. 1977, τόμος 2, σ. 2261, τίποτε δεν επέτρεπε τη σκέψη ότι δεν υπήρχε στην πραγματικότητα διαφορά μεταξύ των διαδίκων.
Αυτό ήταν περισσότερο συζητήσιμο, κατά τη γνώμη μου, στην υπόθεση 244/78, Union laitière normande κατά French Dairy Farmer Ltd. (12 Ιουλίου 1979), διότι η διαφορά σ' αυτή την υπόθεση υφίστατο μεταξύ μιας μητρικής εταιρίας και της θυγατρικής της και η τελευταία δεν είχε φανεί ότι επιδείκνυε μεγάλη μαχητικότητα. Δεν φαίνεται να συζητήθηκε το παραδεκτό της παραπομπής. Εν τούτοις, σαφώς προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου ότι το τελευταίο εξήτασε την υπόθεση με μεγάλη σύνεση, αποφαινόμενο μόνο επί ενός των ερωτημάτων που του είχαν υποβληθεί από το εθνικό δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι η απόφαση επ' αυτού του ερωτήματος ήταν αρκετή για να επιτρέψει στο εθνικό δικαστήριο να αποφασίσει επί της υποθέσεως της οποίας είχε επιληφθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, αντιθέτως, το παραδεκτό της παραπομπής έχει προβληθεί, έστω και εμμέσως, με το τέταρτο ερώτημα που υπέβαλε ο Pretore.
Υφίσταται νομολογία που μπορεί να φανεί ασυμβίβαστη, εν μέρει, τουλάχιστον, με όσα είπα. Πρόκειται περί της νομολογίας που αρχίζει με την υπόθεση 33/70, SACE κατά Υπουργείου Οικονομικών της Ιταλικής Δημοκρατίας, Eer. 1970, τόμος 2, σ. 1213, περιλαμβάνει την υπόθεση 18/71, Eunomia κατά Υπουργού Παιδείας της Ιταλικής Δημοκρατίας, Eer. 1971, τόμος 2, σ. 811, την υπόθεση 43/71, Politi κατά Υπουργού Οικονομικών της Ιταλικής Δημοκρατίας, ibidem, σ. 1039, την υπόθεση 2/73, Geddo κατά Ente nazionale Risi, Eer. 1973, τόμος 2, σ. 865, και την υπόθεση 162/73, Birra Dreber κατά Amministrazione delle Finanze dello Stato, Ecr. 1974, τόμος 1, σ. 201, και τελειώνει με την υπόθεση 70/77, Simmenthai κατά Amministrazione delle Finanze dello Stato, Ecr. 1978, σ. 1453.
Αυτές οι υποθέσεις έχουν ως κοινό σημείο το ότι όλες ήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω προδικαστικών ερωτημάτων υποβληθέντων από ιταλικά δικαστήρια, και πάντοτε στο πλαίσιο διαδικασιών «ex parte» (προφανώς δυνάμει των άρθρων 633 επ. του ιταλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας), έτσι ώστε η καθής δεν έτυχε ακροάσεως από το ιταλικό δικαστήριο, πριν αυτό εκδώσει τη Διάταξη του περί παραπομπής.
Σε καθεμιά από αυτές τις υποθέσεις, το Δικαστήριο έκρινε ωστόσο, σιωπηρώς ή ρητώς, ότι η παραπομπή ήταν παραδεκτή. Εν τούτοις, το Δικαστήριο παρατήρησε, στην υπόθεση Simmenthai, ότι μπορούσε «να αποδειχθεί ότι ήταν προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να απαιτείται η υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος μόνο κατόπιν κατ' αντιμωλία συζητήσεως».
Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν θεωρώ αυτή τη νομολογία πολύ ικανοποιητική, παρ' όλον ότι και ο ίδιος τη δέχθηκα στην υπόθεση Simmenthai, ως αντιπροσωπεύουσα το δίκαιο.
Το ζήτημα του παραδεκτού δεν φαίνεται να έχει συζητηθεί σε καμιά από τις πρώτες δύο υποθέσεις. Στην πρώτη, την υπόθεση SACE, το πρόβλημα αναφέρθηκε εν συντομία στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Roemer (σ. 1227), που φαίνεται ότι είχε εξομοιώσει την ιταλική διαδικασία ex parte με τη διαδικασία που αποβλέπει στη θέσπιση προσωρινού μέτρου κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον γερμανικού δικαστηρίου, την οποία αφορούσε η υπόθεση 29/69, Stauder κατά πόλεως Ulm, Ecr. 1969, σ. 419. Το πρόβλημα δεν αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου. Στη δεύτερη υπόθεση, την Eunomia, δεν υφίσταται απολύτως καμιά ρητή μνεία αυτού του προβλήματος, είτε στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα είτε στην απόφαση του Δικαστηρίου, παρ' όλον ότι, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Dutheillet de Lamothe στις προτάσεις του στην τρίτη υπόθεση, την υπόθεση Politi, το Δικαστήριο φάνηκε να λαμβάνει υπόψη το πρόβλημα στη σκέψη της αποφάσεως του περί δικαστικών εξόδων (το σημείο είναι τόσο ασαφές ώστε διέφυγε της προσοχής του αγγλικού μεταφραστικού τμήματος όταν μετάφρασε την απόφαση στην αγγλική γλώσσα). Στην υπόθεση Politi, στηριζόμενος στη μικρή αυθεντία των δύο πρώτων υποθέσεων, ο γενικός εισαγγελέας Dutheillet de Lamothe θεώρησε το ζήτημα ως λελυμένο (βλ. Eer. 1971, τόμος 2, σ. 1054), και το Δικαστήριο τον ακολούθησε (ibidem, σ. 1048). Ο γενικός εισαγγελέας Trabucchi επανήλθε επί του προβλήματος στην υπόθεση Geddo (βλ. Eer. 1973, τόμος 2, σ. 893-893), αλλά το Δικαστήριο το αγνόησε στην απόφαση του. Στην επομένη υπόθεση, την υπόθεση Birra Dreber, ο γενικός εισαγγελέας Mayras ανέφερε πιστά στις προτάσεις του ότι το πρόβλημα είχε επιλυθεί με την προγενέστερη νομολογία, ειδικότερα με την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Politi και με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Trabucchi, στην υπόθεση Geddo (βλ. Eer. 1974, τόμος 1, σ. 221). Το Δικαστήριο τον ακολούθησε. Στην υπόθεση Simmenthai, τέλος, παρ' όλον ότι δεν είχα το θάρρος να είπω — όπως πιθανόν έπρεπε να το είχα πράξει — ότι αυτή η νομολογία δεν ήταν ικανοποιητική και έπρεπε να αναθεωρηθεί, τόνισα, τουλάχιστον (αναφέροντας την υπόθεση 52/76, Benedetti κατά Mumari, Eer. 1977, τόμος 1, σ. 163), ότι η διαδικασία ex parte που υιοθετούν τα ιταλικά δικαστήρια όσον αφορά το άρθρο 177, αν ήταν έγκυρη, δεν ήταν αναγκαστικά ευκτέα (βλ. Eer. 1978, σ. 1486). Το Δικαστήριο έλαβε αυτά υπόψη κατά τη σύνταξη του χωρίου που ανέφερα.
Η υιοθέτηση αυτής της διαδικασίας ex parte σημαίνει όχι μόνον ότι ο εναγόμενος δεν έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει την επιχειρηματολογία του ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, πριν αυτό ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί με προδικαστική απόφαση, αλλά επίσης ότι η παραπομπή λαμβάνει χώρα πριν το εθνικό δικαστήριο έχει την ευκαιρία να βεβαιωθεί ότι υφίσταται πράγματι διαφορά μεταξύ των διαδίκων επί προβλήματος κοινοτικού δικαίου. Σ' αυτό το μέτρο, αυτή η νομολογία είναι αντίθετη προς τη γνώμη που υποστηρίζω τώρα. Πρέπει, ωστόσο, να παρατηρήσω ότι σε κάθε μια απ' αυτές τις υποθέσεις, εξαιρέσει της υποθέσεως Eunomia, φάνηκε σαφώς, όταν η υπόθεση ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι υφίστατο πράγματι διαφορά μεταξύ των διαδίκων επί προβλήματος κοινοτικού δικαίου και ότι υπήρχε πράγματι ενώπιον του Δικαστηρίου καθού (γενικά η Ιταλική Κυβέρνηση) για να προβάλει τα επιχειρήματα του επί του θέματος. Στην υπόθεση Eunomia απλώς δεν εξετάστηκε το πρόβλημα. Σε καμιά απ' αυτές τις υποθέσεις δεν αμφισβητείτο το δίκαιο άλλου κράτους εκτός της Ιταλίας.
Μια άλλη λεπτή υπόθεση είναι η υπόθεση Benedetti κατά Munari, που ήδη ανέφερα. Σ' αυτή την υπόθεση, είχε κινηθεί διαδικασία «inter partes» ενώπιον Ιταλού Pretore, αλλά φαίνεται ότι δεν υπήρχε πραγματική διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Η πραγματική διαφορά υφίστατο μεταξύ των διαδίκων και της ΑΙΜΑ, ιταλικής κρατικής υπηρεσίας. Ο Pretore διέταξε την αναγκαστική παρέμβαση της ΑΙΜΑ, αλλά εξέδωσε διάταξη περί παραπομπής ενώπιον του Δικαστηρίου πριν ακούσει την ΑΙΜΑ. 'Ετσι, και σ' αυτή την υπόθεση υπέβαλε το ερώτημα στο Δικαστήριο, χωρίς εκ των προτέρων να έχει καθορίσει ερώτημα κοινοτικού δικαίου επί του οποίου οι διάδικοι δεν ήσαν σύμφωνοι. Η ΑΙΜΑ δεν εκπροσωπείτο ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά τα συμφέροντα της υποστηρίχθηκαν από την Ιταλική Κυβέρνηση. Οι όροι της αποφάσεως σαφώς αποκαλύπτουν ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικασία δεν ήταν ικανοποιητική. Όπως αναγκάστηκε να το πράξει μεταγενέστερα στην υπόθεση Union laitière normande, αρνήθηκε να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν με τη Διάταξη περί παραπομπής. Στο σύνολο της, δεν μου φαίνεται ότι η απόφαση Benedetti κατά Munari επιλύει, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σαφώς το πρόβλημα που τίθεται στην υπό κρίση υπόθεση.
Έτσι, δεν νομίζω ότι, προβαίνοντας σε αυστηρή ανάλυση, το Δικαστήριο θα επανέλθει επί της προηγούμενης νομολογίας αν κρίνει ότι το άρθρο 177 δεν απονέμει αρμοδιότητα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί, με προδικαστική απόφαση, επί υποθέσεως στην οποία δεν υφίσταται διαφορά μεταξύ των διαδίκων επί προβλήματος κοινοτικού δικαίου και στην οποία δεν διακυβεύονται άλλα συμφέροντα, εκτός των συμφερόντων των διαδίκων και νομίζω ότι αυτή είναι η λύση που πρέπει να γίνει δεκτή.
Υπ' αυτό το πρίσμα δεν νομίζω ότι παρίσταται ανάγκη, στην υπό κρίση υπόθεση, να προβώ σε εξέταση των άλλων ερωτημάτων που ο Pretore υπέβαλε στο Δικαστήριο. Επομένως, θα αποφύγω να τα εξετάσω.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy