ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟῦ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΊΣΑΓΓΕΛΈΑ GERHARD REISCHL
ΠΟΫ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΊΣ 11 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1980 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
Οἱ δύο υποθέσεις, τίς όποιες καλούμαστε νά εκδικάσουμε σήμερα ἀφορούν, ἀφ᾽ ενός, ἀποφάσεις περί προαγωγών, τίς όποιες ἔλαβε ὁ γενικός γραμματεύς τοῦ Συμβουλίου στίς 30 Νοεμβρίου 1978 καί, ἀφ᾽ έτερου, την ἔκθεση πού ἀφοροῦσε την προσφεύγουσα καί συντάχθηκε σύμφωνα μέ τό άρθρο 43 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως γιά την περίοδο ἀπό 1ης Νοεμβρίου 1975 μέχρι 31 Όκτωβρίου 1977.
Ἡ Schiavo, ἡ ὁποία κίνησε τη διαδικασία αυτή, άρχισε νά εργάζεται στό Συμβούλιο στίς 16 Δεκεμβρίου 1972 ὡς δόκιμη υπάλληλος (ἀναπληρώτρια μεταφράστρια μέ βαθμό LA 7) καί μονιμοποιήθηκε στίς 16 'Ιουλίου 1973. Ἀπό τήν 1η Σεπτεμβρίου 1978 μέχρι τίς 31 Αυγούστου 1979, τῆς χορηγήθηκε άδεια γιά προσωπικούς λόγους, ἡ ὁποία παρατάθηκε ἀργότερα μέχρι τίς 31 'Ιουλίου 1980. Ὅπως πληροφορηθήκαμε, ἀποχώρησε ἐκ νέου ἀπό τίς Κοινότητες, κατά τή διάρκεια μάλιστα τῶν παρουσῶν διαδικασιών, έλαβε δέ τίς προβλεπόμενες γι' αύτη τήν περίπτωση ἀπό τόν κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ἀποζημιώσεις.
Μιά πρώτη έκθεση γιά τήν «ικανότητα, ἀπόδοση καί συμπεριφορά στην υπηρεσία» τῆς προσφεύγουσας συντάχτηκε στίς 31 Όκτωβρίου 1973, ἐνῶ μία δεύτερη στίς 31 Όκτωβρίου 1975. 'Ως πρός τίς δύο αυτές εκθέσεις ή προσφεύγουσα δέν προέβαλε καμιά ἀντίρρηση. Ἀντίθετα, διαφωνοῦσε μέ τήν έκθεση πού ἀναφερόταν στό χρονικό διάστημα ἀπό τήν 1η Νοεμβρίου 1975 μέχρι τίς 31 Όκτωβρίου 1977, γιατί ὁ πρώτος βαθμολογητής καί προϊστάμενος τοῦ τμήματος της, τῆς έδωσε χαμηλότερη βαθμολογία, ἀπό αυτή πού περιείχαν οἱ δύο πρώτες εκθέσεις, ἐνῶ σέ σημείωμα τοῦ προϊσταμένου τοῦ τμήματός τῆς στίς 14 'Ιουνίου 1976, τῆς ἀναγνωριζόταν ἡ άριστη γνώση τῆς ἰταλικῆς, ἀγγλικής καί γαλλικής γλώσσας, είχε ὁριστεί στίς 23 'Ιουνίου 1976 γιά νά συμμετάσχει σέ τμῆμα εκμαθήσεως τῆς ελληνικής, τό όποιο καί τελείωσε μέ επιτυχία τόν Αύγουστο τοῦ 1976, καί στίς 16 Δεκεμβρίου 1976 ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματός τῆς τήν πρότεινε γιά προαγωγή. Μετά ἀπό προφορικές διαμαρτυρίες της, ή έκθεση βελτιώθηκε ἀπό τόν προϊστάμενο τοῦ τμήματος τῆς στίς 16 Φεβρουαρίου 1978. Ἐν τούτοις, ἡ προσφεύγουσα ζήτησε μέ έγγραφό τῆς στίς 6 Μαρτίου 1978 τήν περαιτέρω διόρθωση, αίτηση πού ἀπέρριψε ὁ πρώτος βαθμολογητής στίς 9 Μαρτίου 1978. Ή προσφεύγουσα τότε υπέβαλε στίς 17 Μαρτίου 1978 αίτηση ἀναθεωρήσεως στό δεύτερο βαθμολογητή, ὁ όποιος προσέθεσε κρίση πού μπορεί νά χαρκτηριστεῖ ὡς θετική. Ἐν τούτοις ἡ προσφεύγουσα γνωστοποίησε τήν πρόθεση τῆς νά ὑποβάλει ένσταση κατά τῆς εκθέσεως, ενέργεια στην ὁποία προέβη σύμφωνα μέ τίς κατά νόμο διατυπώσεις στίς 11 Σεπτεμβρίου 1978. Ἔτσι ἡ έκθεση βαθμολογήσεως της διαβιβάστηκε στίς 17 'Ιουλίου 1978 στην επιτροπή εκθέσεων τοῦ Συμβουλίου. Ἀφού άκουσε τήν προσφεύγουσα στίς 6 Νοεμβρίου 1978, ἡ ἐν λόγω επιτροπή γνωμοδότησε, ἐν τούτοις, ἀρνητικά ἐπί τοῦ αιτήματος τῆς προσφεύγουσας. Ό γενικός γραμματεύς τοῦ Συμβουλίου επικύρωσε τότε μέ σημείωμα στίς 8 Δεκεμβρίου 1978 τήν έκθεση καί τή διαβίβασε, μαζί μέ τή γνώμη τῆς επιτροπής εκθέσεων στην προσφεύγουσα, ἡ ὁποία καί έλαβε τά ἐν λόγω ἔγγραφα στίς 18 Δεκεμβρίου 1978. Ή προσφεύγουσα, ἀφοῦ υπέγραψε την έκθεση, τήν επέστρεψε, ἐπιφυλάχτηκε ὅμως νά ἀμφισβητήσει ἀργότερα τήν ὀρθότητά της.
Κατά τή διάρκεια εκείνης τῆς περιόδου ετοιμάστηκαν καί οἱ ἀποφάσεις γιά τίς προαγωγές τοῦ 1977. Ή συμβουλευτική ἐπί των προαγωγῶν επιτροπή συνῆλθε στό διάστημα μεταξύ τῆς 13ης Ὀκτωβρίου καί 9ης Νοεμβρίου 1978 καί έδωσε τη γνώμη της στίς 22 Νοεμβρίου 1978. Οἱ προαγωγές κατόπιν αποφασίστηκαν στίς 30 Νοεμβρίου 1978 καί στίς 6 Δεκεμβρίου 1978 τοιχοκολλήθηκε στους χώρους τοῦ Συμβουλίου ὁ κατάλογος τῶν προαγόμενων υπαλλήλων.
Ή προσφεύγουσα — πού δέν εἶχε προαχθεί — υπέβαλε στίς 25 Μαρτίου 1979 ένσταση, ή ὁποία περιήλθε στό Συμβούλιο στίς 4 Ἀπριλίου 1979. Μέ αύτη ζήτησε τήν ἀκύρωση τῶν ἀποφάσεων περί προαγωγῶν βάσει ὁρισμένων λόγων γιά τους ὁποίους θά μιλήσω ἀργότερα.
Τήν 'ίδια ήμερα, στίς 25 Μαρτίου 1979, ή προσφεύγουσα ἀπεύθυνε — βάσει τοῦ άρθρου 175 τῆς συνθήκης ΕΟΚ — δεύτερο γράμμα στό γενικό γραμματέα τοῦ Συμβουλίου, μέ τό όποιο ζήτησε τήν έκδοση αιτιολογημένης καί κατά τους νόμιμους τύπους ἀποφάσεως ἐπί τῆς αιτήσεως ἀναθεωρήσεως τῆς εκθέσεως, καθώς καί τήν ἀκύρωση τῆς εκθέσεως αυτής.
Στό τελευταίο αὐτό γράμμα ἀπάντησε ὁ γενικός γραμματεύς στίς 18 'Ιουνίου 1979, τονίζοντας ὅτι τό άρθρο 175 τῆς συνθήκης ΕΟΚ δέν μπορεί νά εφαρμοστεί στην περίπτωση αύτη, παραπέμποντας γιά τά υπόλοιπα θέματα στό σημείωμα του τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1978, τό όποιο ἀνέφερε ὅτι ή ἀρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή είχε λάβει ἀπόφαση ἐπί τῆς αιτήσεως ἀναθεωρήσεως τῆς προσφεύγουσας. Σ' ένα ἄλλο γράμμα του, τῆς 18ης 'Ιουνίου 1979, ὁ γενικός γραμματεύς ἀπαντώντας στην ένσταση κατά τῶν ἀποφάσεων προαγωγής πού υπέβαλε ἡ προσφεύγουσα, τῆς επισήμανε ὅτι ἡ ένσταση τῆς κατά τῶν ἀποφάσεων αυτών έπρεπε νά ἀπορριφθεί ὡς απαράδεκτη, επειδή δέν υποβλήθηκε εντός τῆς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, δηλαδή πρίν ἀπό τήν εκπνοή τῆς προθεσμίας τῶν τριών μηνών ἀπό τήν τοιχοκόλληση τῶν ἀποφάσεων περί προαγωγών στους χώρους τοῦ Συμβουλίου.
Μετά ἀπό αυτά ἡ προσφεύγουσα άσκησε στίς 3 Αυγούστου 1979 δύο προσφυγές.
Στην υπόθεση 122/79 ζητά τήν ἀκύρωση τῶν ἀποφάσεων τῆς 30ης Νοεμβρίου 1978 περί προαγωγών ὁρισμένων υπαλλήλων τοῦ μεταφραστικού κλάδου καθώς καί ὅλων τῶν προπαρασκευαστικών τους πράξεων, στίς όποιες περιλαμβάνεται καί ἡ γνώμη της επιτροπής ἐπί τῶν προαγωγών.
Στην υπόθεση 123/79 ζητά τήν ἀκύρωση τῆς ἀνακοινώσεως τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1978, τῆς σιωπηρής ἀπορρίψεως τῆς αιτήσεως τῆς τῆς 25ης Μαρτίου 1979 καθώς καί ὅλων τῶν προπαρασκευαστικών πράξεων, στίς όποιες περιλαμβάνεται καί ἡ γνωμοδότηση τῆς επιτροπής εκθέσεων.
Ὡς πρός τίς προσφυγές αυτές λαμβάνω τήν έξης θέση :
I — Ἐπί τοῦ παραδεκτοῦ
Τό Συμβούλιο, κατά τοῦ ὁποίου στρέφεται ή προσφυγή, πρόβαλε καί στίς δύο διαδικασίες τήν ένσταση τοῦ ἀπαραδέκτου. Στην υπόθεση μάλιστα 123/79 μέ χωριστό δικόγραφο, σύμφωνα μέ τό άρθρο 91 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
1. Ὑπόθεση 122/79
α)
Τό Συμβούλιο έθεσε ἀρχικά τό ζήτημα τοῦ πώς πρέπει νά εκτιμηθεί τό γεγονός ὅτι ή προσφυγή δέ φέρει χρονολογίες, παρά τόν κανόνα τοῦ ἄρθρου 37 παράγραφος 3 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
Υποστηρίζω ὅτι θά πρέπει νά γίνει δεκτό, ὅπως υποστηρίζει καί ἡ προσφεύγουσα, ὅτι κάτι τέτοιο δέν έχει καμιά συνέπεια, ὄχι μόνο γιατί ὁ κανονισμός δέν ὁρίζει ρητά ὡς συνέπεια τῆς μή συμμορφώσεως πρός τη διάταξη αύτη τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγῆς, άλλά καί διότι τό άρθρο 37 παράγραφος 3 ὁρίζει ὅτι «γιά τόν υπολογισμό των δικονομικῶν προθεσμιών λαμβάνεται ὑπόψη ἀποκλειστικά καί μόνο ἡ ἡμερομηνία καταθέσεως στη γραμματεία». Ή ἡμερομηνία αύτη, στην προκειμένη περίπτωση ἡ 3η Αὐγούστου 1979, μπορεί νά διαπιστωθεῖ. μέ βεβαιότητα. Πέρα ἀπό αὐτά, δέν μπορώ νά θεωρήσω ὅτι υπάρχει καμιά γενική ἀρχή τοῦ δικονομικού δικαίου σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ χρονολόγηση τοῦ έγγράφου τῆς προσφυγῆς είναι τόσο σημαντική, ώστε ἡ έλλειψη τῆς νά συνεπάγεται τό ἀπαράδεκτο τῆς προσφυγής.
β)
Κατά τό Συμβούλιο, ἡ προσφυγή εἶναι ὁπωσδήποτε ἀπαράδεκτη, γιατί δέν υποβλήθηκε νωρίτερα, ὅπως προβλέπει τό άρθρο 91 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, ένσταση εντός τῆς προθεσμίας τοῦ άρθρου 90 παράγραφος 2. 'Ισχυρίζεται ὅτι, κατά τό άρθρο 90 παράγραφος 2, ἡ προθεσμία γιά τήν υποβολή προσφυγής ἀπό ἕναν τρίτο πού θίγεται ἀπό μέτρο ἀτομικού χαρακτήρα τρέχει «ἀπό τήν ημέρα πού λαμβάνει γνώση τοῦ μέτρου, τό ἀργότερο δέ ἀπό τήν ήμερα τῆς δημοσιεύσεως». Οἱ ἀποφάσεις περί τῶν προαγωγών πού ἀφορᾶ ἡ προκειμένη διαδικασία δημοσιεύτηκαν μέ τοιχοκόλληση στίς 6 Δεκεμβρίου 1978, ώστε ἄν ή προθεσμία υπολογιστεί ἀπό τή μέρα αυτή, ή ένσταση πού περιήλθε στίς 4 Ἀπριλίου 1979 πρέπει πράγματι νά θεωρηθεί ὡς εκπρόθεσμη.
Κατά τήν άποψη ὅμως τῆς προσφεύγουσας, γιά τήν έναρξη τῆς προθεσμίας τῆς προσφυγής λαμβάνεται υπόψη ἡ δημοσίευση τῶν ἀποφάσεων περί προαγωγών στό μηνιαίο δελτίο τοῦ προσωπικοί), πράγμα πού έγινε μόλις τόν 'Ιανουάριο τοῦ 1979. Ὑποστηρίζει ὅτι, στό άρθρο 25 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως, ὑπάρχει σαφής διάκριση — καί μάλιστα καί γιά τίς ἀποφάσεις πού ἀναφέρονται σέ προαγωγές — μεταξύ τοιχοκολλήσεως καί δημοσιεύσεως στό μηνιαίο δελτίο τοῦ προσωπικοί).
Ἀπό αυτό συνάγεται κατά τήν άποψη της, επειδή μάλιστα πρόκειται γιά σώρευση προϋποθέσεων, ὅτι οἱ τέτοιου είδους πράξεις δέν παράγουν αποτελέσματα παρά μόνον ἀπό τῆς δημοσιεύσεως τους στό μηνιαίο δελτίο. Μ' αυτήν ἀκριβώς τήν έννοια πρέπει νά ερμηνευτεί ὁ ὅρος «δημοσίευση» πού εμπεριέχεται στό άρθρο 90 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Δέν πρέπει ὅμως επιπλέον νά παραβλέψει κανείς τό γεγονός ὅτι ἡ προσφεύγουσα βρισκόταν εκείνη τήν περίοδο σέ άδεια γιά προσωπικούς λόγους καί επομένως δέν μπορούσε νά λάβει γνώση τῶν ἀποφάσεων περί προαγωγών ἀπό τήν τοιχοκόλληση τους στους χώρους τοῦ Συμβουλίου.
Στό σημείο αυτό συντάσσομαι πρός τήν άποψη τοῦ Συμβουλίου.
Κατ' ἀρχήν, μοῦ φαίνεται εσφαλμένη ή άποψη ὅτι οἱ ἀτομικοῦ χαρακτήρα πράξεις δέν παράγουν αποτελέσματα, βάσει τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, παρά μόνο ἀπό τή δημοσίευση τους στό μηνιαίο δελτίο τοῦ προσωπικοί). Στην πραγματικότητα, οἱ πράξεις αυτές επιφέρουν ἀποτελέσματα ἀπό τῆς κοινοποιήσεως τους στους ἐνδιαφερόμενους, ἡ δέ δημοσίευση στό μηνιαῖο δελτίο, πού προβλέπεται στό άρθρο 25 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως έχει προφανώς μόνο σκοπό τήν εξασφάλιση γενικής ενημερώσεως.
Εἶναι κατά τά λοιπά λάθος νά ἀνατρέξει κανείς μόνο στό γαλλικό κείμενο τοῦ κανονισμού ὑπηρεσιακής καταστάσεως καί νά συνάγει ἀπό τή χρησιμοποίηση τῶν ὅρων «δημοσίευση» ἡ «έχει δημοσιευτεί» στά άρθρα 90 καί 25 ὅτι πρόκειται γιά ένα καί το αυτό μέτρο. Πράγματι, εἶναι σημαντικό νά διαπιστωθεί ὅτι τό γερμανικό κείμενο τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων χρησιμοποιεί στό ἀνωτέρω χωρίς ἀντί τοῦ «Veröffentlichung» τή λέξη «Bekanntmachung» καί ὅτι στό άρθρο 25 χρησιμοποιεί τόν τελευταίο ὅρο σέ συνδυασμό μέ τό «Aushang» δηλαδή τοιχοκόλληση.
Τέλος, δέν πρέπει νά μᾶς διαφύγει ἡ γενική οικονομία τοῦ ἄρθρου 90 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση, σύμφωνα μέ τό όποιο ή προθεσμία πρός άσκηση προσφυγής γιά ἕναν ενδιαφερόμενο τρίτο ἀρχίζει κατ' ἀρχήν την ἡμερα πού αυτός λαμβάνει γνώση τοῦ επίδικου μέτρου καί ἐν πάση περιπτώσει τό ἀργότερο την ήμερα τῆς δημοσιεύσεως του. Αὐτό σημαίνει ὅτι, ὅταν δέν πρέπει νά ἀποδειχτεί ἡ πραγματική γνώση, λαμβάνεται υπόψη ἡ ημερομηνία κατά τήν ὁποία ήταν δυνατό να λάβει κανείς γνώση. Ὡς πρός αυτό, συνεπώς, στην περίπτωση ἀποφάσεων περί προαγωγῶν, οἱ όποιες δέν ἀφοροῦν παρά τους ὑπαλλήλους ενός ὀργάνου, ἀρκεῖ ὡς μέσο συνήθους πληροφορήσεως ἡ τοιχοκόλληση τῶν ἀποφάσεων αυτών. Επιπλέον, ορθά τό Συμβούλιο επικαλέστηκε τό αίτημα τῆς ἀσφάλειας τοῦ δικαίου, τό όποῖο, ὅταν πρόκειται γιά τήρηση προθεσμίας, ἔχει ιδιαίτερη βαρύτητα καί τό όποιο δέ λαμβάνεται υπόψη ἄν ὡς ἀφετηρία θεωρηθεί ἡ δημοσίευση στό μηνιαίο δελτίο, ἡ οποία καμιά φορά γίνεται πολύ μετά τή λήψη τῶν ἐν λόγω μέτρων καί τή δημοσίευση τους διά τοίχο κολλήσεως. Μιά τέτοια ελαστικότητα τῆς προθεσμίας πρός άσκηση προσφυγής δέν μπορεί βέβαια νά γίνει αποδεκτή, πρός τό συμφέρον τῶν προσώπων πού ευνοούνται ἀπό μιά ἀπόφαση, πολύ περισσότερο μάλιστα ὅταν πρόκειται γιά υπαλλήλους, οἱ όποιοι γιά ὁποιοδήποτε λόγο δέν ευρίσκονται στόν τόπο διορισμοί) τους ἀλλά οἱ όποιοι, πρός τό συμφέρον τους, μπορούν χωρίς δυσχέρειες νά πληροφορηθούν ἔγκαιρα περί τῶν σημαντικών μέτρων, πού ἀποτέλεσαν ἀντικείμενο τοιχοκολλήσεως καί εἶναι σχετικά μέ τή διοίκηση τοῦ προσωπικοί).
Ἐπειδή λοιπόν, ἡ ένσταση τῆς προσφεύγουσας υποβλήθηκε ἀναμφισβήτητα εκπροθέσμως, ἐφ' ὅσον υπολογιστεί ἡ προθεσμία ἀπό τήν τοιχοκόλληση τῶν ἀποφάσεων περί προαγωγής στους χώρους τοῦ Συμβουλίου, πράγματι ἡ προσφυγή δέν μπορεί, ἐν ὄψει τοῦ ἄρθρου 91 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως παρά νά κριθεί ὡς ἀπαράδεκτη.
γ)
Πράγματι εἶναι περιττό, κάτω ἀπ' αυτές τίς προϋποθέσεις, νά εξεταστούν περαιτέρω δύο άλλες αντιρρήσεις. Ή πρώτη συνίσταται στον ισχυρισμό ὅτι ἡ ένσταση δέ διαβιβάστηκε ιεραρχικά, ὅπως τό ὁρίζει τό άρθρο 90 παράγραφος 3. Ἐπιπλέον, τό Συμβούλιο θεωρεί ὅτι μπορεί νά καταστήσει φανερή τήν ύπαρξη προφανούς σφάλματος στην causa petendi, για τό λόγο ὅτι ἡ προσφυγή προσβάλλει, λόγω δήθεν ελλείψεως ρητής ἀποφάσεως ἐπί τῆς ενστάσεως, τή σιωπηρή ἀπόρριψη της, ἐνῶ στην πραγματικότητα ἡ ένσταση τῆς 18ης 'Ιουνίου 1979 ἀπορρίφθηκε, κατά τή γνώμη τοῦ Συμβουλίου, ρητώς.
Σχετικά, έχω νά παρατηρήσω συνοπτικά τά έξῆς:
Κατά τήν άποψη τῆς προσφεύγουσας, τό γεγονός πού ἀναφέρεται κατά πρώτο λόγο μπορεί πράγματι νά θεωρηθεί ὅτι δέν επιφέρει συνέπειες, ἐφ' ὅσον ἡ ένσταση έφθασε στον προορισμό τῆς καί ἐφ' ὅσον στην ἀπόφαση, πού έλαβε ὁ γενικός γραμματεύς στίς 18 'Ιουνίου 1979 γιά τό θέμα της, δέν επικρίθηκε τό πταίσμα πού άφορᾶ τή διαβίβαση.
Σέ σχέση μέ τό δεύτερο σημείο, δέν εἶναι ἀναγκαίο νά εξεταστεί, ἄν μπορεί επίσης νά γίνει λόγος γιά σιωπηρή ἀπόρριψη ενστάσεως, ὅταν έχει ληφθεί ἀπόφαση, κατά τους νόμιμους τύπους χωρίς, ἐν τούτοις, αυτή νά ἀναφέρεται στό ἀντικείμενο τῆς ενστάσεως, διότι ἡ υποβολή τῆς θεωρήθηκε εκπρόθεσμη. Τά αιτήματα τῆς προσφυγής καί ὁ προσδιορισμός τοῦ ἀντικειμένου τῆς διαφοράς δείχνουν σαφώς ὅτι ἡ προσφεύγουσα ἀμφισβητεί τή νομιμότητα τῶν αποφάσεων περί προαγωγής πού λήφθηκαν στίς 30 Νοεμβρίου 1978. Κατά συνέπεια, δέ συντρέχει λόγος κατά τή γνώμη μου, νά ἀσχοληθούμε μέ τό ερώτημα ἄν, ἡ διαδικασία τῆς ενστάσεως πού προηγήθηκε καθώς καί τό ἀποτέλεσμά τῆς ἀναπτύχθηκαν καί εκτιμήθηκαν ὀρθά στό δικόγραφο τῆς προσφυγής.
2. Ὑπόθεση123/79
Καί στην ὑπόθεση αυτή διατυπώθηκαν διάφορες ἀντιρρήσεις ὡς πρός τό παραδεκτό.
α)
Ὅσον άφορᾶ τόν ισχυρισμό ὅτι οὔτε αυτό τό δικόγραφο φέρει χρονολογία, παραπέμπω σ' αυτά τά όποια εἶναι σχετικά μέ τήν υπόθεση 122/79.
β)
Ὅσον άφορᾶ τόν ισχυρισμό ὅτι ή προσφυγή ἀσκήθηκε εκπρόθεσμα, τό σημαντικό στοιχείο εἶναι ὅτι στην υπόθεση αυτή ἡ προσφεύγουσα επιθυμεί τό δικαστικό έλεγχο τῆς εκθέσεως πού συντάχθηκε στίς 16 Φεβρουαρίου 1978 καί άφορᾶ τήν ικανότητα, τήν ἀπόδοση καί τή συμπεριφορά τῆς στην υπηρεσία κατά τό χρονικό διάστημα ἀπό τήν 1η Νοεμβρίου 1975 μέχρι τίς 31 Όκτωβρίου 1977. Ἀφού ἡ προσφεύγουσα προσπάθησε χωρίς ἀποτέλεσμα νά επιτύχει τροποποίηση τῆς εκθέσεως ἀπό τόν πρώτο βαθμολογητή, ὑπέβαλε στίς 17 Μαρτίου 1978 αίτηση ἀναθεωρήσεως στό δεύτερο βαθμολογητή, αίτηση πού είχε ὡς ἀποτέλεσμα, στίς 12 Μαρτίου 1978, τήν τροποποίηση τῆς εκθέσεως καί τή συμπλήρωση τῆς σέ ὁρισμένα σημεία. Ἐξακολουθώντας νά μήν εἶναι ικανοποιημένη, γνωστοποίησε, στίς 15 'Ιουνίου 1978, τήν πρόθεση τῆς νά ὑποβάλει ένσταση, ενέργεια στην ὁποία προέβη σύμφωνα μέ τίς κατά νόμο διατυπώσεις, στίς 11 Σεπτεμβρίου 1978, ἀναφερόμενη στό σημείωμά της τῆς 15ης 'Ιουνίου 1978. Σύμφωνα μέ τήν ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου τῆς 18ης Όκτωβρίου 1977, ἡ ὁποία καθόρισε τίς γενικές διατάξεις εἰς εκτέλεση τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ κανονισμοῦ ὑπηρεσιακής καταστάσεως, ἀκόμη καί ἡ γνωστοποίηση προθέσεως πρός υποβολή ενστάσεως συνεπάγεται, ὅπως προκύπτει καί ἀπό τό άρθρο 9 σέ συνδυασμό μέ τό άρθρο 6, τή διαβίβαση τῆς υποθέσεως στην επιτροπή εκθέσεων, διαβίβαση πού στην παρούσα ὑπόθεση έλαβε χώρα στίς 17 'Ιουλίου 1978. Ή επιτροπή γνωμοδότησε στίς 28 Νοεμβρίου 1978 καταλήγοντας στό συμπέρασμα ὅτι ἡ εξέταση τῆς επιχειρηματολογίας τῆς προσφεύγουσας δέν εμφάνισε κανένα στοιχείο «πού νά συνηγορεί ὑπέρ τῆς ἑπανεξετάσεως τῶν εκτιμήσεων πού περιλαμβάνονται στην έκθεση ...». Μετά ἀπό αυτό, ὁ γενικός γραμματεύς τοῦ Συμβουλίου διαπίστωσε, στό σημείωμα πού ἤδη ἀναφέρθηκε τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1978 καί ὑπό τήν ιδιότητά του ὡς ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή, ὅτι ἡ γνωμοδότηση τῆς επιτροπής εκθέσεων εἶχε διαβιβαστεί στό δεύτερο βαθμολογητή καί ὅτι αυτός ἐδῶ δέν έκρινε ἀναγκαίο νά τροποποιήσει τήν έκθεση. Περαιτέρω, τό σημείωμα προσέθετε ὅτι ἡ ἐπικρινόμενη έκθεση, τήν ὁποία επίσης εἶχε επικυρώσει ὁ γενικός γραμματεύς, οριστικοποιούνταν κατ' αυτόν τόν τρόπο καί ὅτι ἡ διαδικασία ενστάσεως εἶχε, κατά συνέπεια, περατωθεί. Τό σημείωμα αυτό διαβιβάστηκε στην προσφεύγουσα, ταυτόχρονα μέ τήν ὁριστική έκθεση, στίς 18 Δεκεμβρίου 1978.
Ἐξάλλου, σύμφωνα μέ τό άρθρο 3 τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς 18ης Όκτωβρίου 1977, πού προαναφέρθηκε, ἡ ὁποία καθόρισε τίς διατάξεις εἰς εκτέλεση τοῦ άρθρου 43 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, υπάλληλος ὁ όποιος διαφωνεί μέ έκθεση πού τόν άφορᾶ μπορεί, ἀφοῦ γνωστοποιήσει πρόθεση του νά υποβάλει ένσταση, νά τήν υποβάλει εντός προθεσμίας τριών μηνῶν βάσει τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 6, ἡ προθεσμία αυτή ἀρχίζει ἀπό τήν ημερομηνία κατά τήν ὁποία ἡ έκθεση κοινοποιήθηκε ἀπό τό δεύτερο βαθμολογητή στον υπάλληλο. Κατά τό άρθρο 10, ἡ επιτροπή εκθέσεων, ἡ ὁποία επιλαμβάνεται στή συνέχεια, ἀνακοινώνει τή γνωμοδότηση τῆς στό δεύτερο βαθμολογητή, ὁ όποιος συντάσσει τότε τήν οριστική έκθεση. Σύμφωνα μέ τό άρθρο 10, ή ἁρμόδια γιά διορισμούς αρχή επικυρώνει τήν έκθεση καί τήν κοινοποιεί στόν ενδιαφερόμενο υπάλληλο, ενέργεια πού, ὅπως ὁρίζει ρητώς ἡ παράγραφος 5 τῆς διατάξεως, περατώνει τή διαδικασία ενστάσεως. Τέλος, τό άρθρο 12 τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου ὁρίζει ἀκόμη ὅτι ἡ ὁριστική έκθεση μπορεί νά προσβληθεί μέ προσφυγή ενώπιον τοῦ Δικαστηρίου βάσει τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ κανονισμοῦ υπηρεσιακής καταστάσεως.
Είναι, συνεπώς, σαφές ὅτι στην παρούσα υπόθεση, ἡ αποφασιστική ενέργεια τῆς προσφεύγουσας προκειμένου νά ἐπιτύχει διόρθωση τῆς εκθέσεως βαθμολογήσεως της, εἶναι ἡ τυπική ένσταση τῆς 11ης Σεπτεμβρίου 1978. Ή ιδιαίτερη διαδικασία πού κινήθηκε μέ την ένσταση αύτη περατώθηκε μέ ρητή πράξη τῆς ἁρμόδιας γιά διορισμούς ἀρχής, δηλαδή μέ τό σημείωμα τοῦ γενικού γραμματέως τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1978. Μετά τή φάση αυτή, ή προσφεύγουσα ὄφείλε νά προσφύγει στό Δικαστήριο εντός τῆς προθεσμίας πού καθορίζεται στό ἄρθρο 91 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, προθεσμία ή ὁποία άρχισε νά τρέχει ἀπό τήν ἡμερομηνία λήψεως τοῦ σημειώματος (18 Δεκεμβρίου 1978). Δέν ήταν πλέον δυνατό νά επιληφθεί ἐκ νέου ἡ ἁρμόδια γιά διορισμούς ἀρχή τό Μάρτιο τοῦ 1979. Αυτό προκύπτει ἀπό τό άρθρο 10 παράγραφος 5 τῆς προαναφερόμενης ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου, μπορεί δέ επίσης νά γίνει παραπομπή ἐν προκειμένω στην ἀπόφαση ἐπί τῶν υποθέσεων 6 καί 97/79 (Daniele Grassi κατά Συμβουλίου, ἀπόφαση τῆς 3ης 'Ιουλίου 1980), σύμφωνα μέ τήν ὁποία εἶναι δυνατή ή άσκηση προσφυγής κατά ὁριστικής εκθέσεως χωρίς προηγούμενη ὑποβολή ενστάσεως. Συνεπώς, πρέπει ἡ προσφυγή, ἡ ὁποία στράφηκε μόνο κατά τῆς ἀντιδράσεως τῆς ἁρμόδιας γιά διορισμούς ἀρχής, ὅταν τό Μάρτιο τοῦ 1979 κλήθηκε νά επιληφθεί ἐκ νέου τῆς υποθέσεως, νά θεωρηθεί ὅτι ἀσκήθηκε εκπροθέσμως καί ὅτι, ὡς ἐκ τούτου, εἶναι ἀπαράδεκτη, ἐφ' ὅσον ἡ ἐν λόγω ἀντίδραση δέν εἶναι παρά πράξη επιβεβαιωτική, ἡ ὁποία δέν ἀποτελεί ἀφετηρία νέας προθεσμίας πρός άσκηση προσφυγής.
Δέν εἶναι δυνατόν ούτε καί αὐτό τό συμπέρασμα νά τροποποιηθεί ἀπό τόν ισχυρισμό τῆς προσφεύγουσας σύμφωνα μέ τό όποιο τό σημείωμα τοῦ γενικού γραμματέως τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1978 δέν προκάλεσε έννομες συνέπειες καί δέν πρέπει νά χαρακτηριστεί ὡς ἀπόφαση διότι, ἀντίθετα προς τίς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δέν ήταν αιτιολογημένο. Ἐκτός τοῦ γεγονότος ὅτι γιά τίς βαθμολογήσεις ὑπό τήν έννοια τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως υφίσταται, σύμφωνα μέ τή νομολογία, μόνο υποχρέωση περιορισμένης αιτιολογήσεως καί ὅτι ἡ παραπομπή στη γνωμοδότηση τῆς επιτροπής εκθέσεων, μπορεί νά θεωρηθεί ὡς αιτιολογία, ἡ άποψη τῆς προσφεύγουσας παραγνωρίζει επιπλέον τό γεγονός ὅτι μιά πράξη δικαίου (Rechtsakt) στερούμενη αιτιολογίας δέ στερείται συνεπειών, πολύ περισσότερο δέ πάσχει ἀπό ελάττωμα, πού μπορεί κανείς νά επικαλεσθεί ενώπιον δικαστηρίου. Ἀκόμη ὅμως κι ἄν έπρεπε νά γίνει ἀποδεκτό ὅτι τό ἐν λόγω σημείωμα τοῦ γενικού γραμματέως στερούνταν σημασίας γιά τόν προτεινόμενο λόγο, ή ένσταση, έπρεπε ἐν τούτοις, δυνάμει τοῦ άρθρου 90 παράγραφος 2 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως τῶν υπαλλήλων, νά θεωρηθεί ὅτι ἀπορρίφθηκε σιωπηρώς κατά τήν εκπνοή τῆς προθεσμίας τῶν τεσσάρων μηνών ἀπό τήν υποβολή τῆς ενστάσεως, γεγονός πού ούτε καί αυτό ἀποτέλεσε εγκαίρως ἀντικείμενο δικαστικής διαφορᾶς.
Χωρίς νά εἶναι ἀναγκαίο νά εξετασθούν περαιτέρω άλλες ἀντιρρήσεις πού διατυπώθηκαν ὡς πρός τό παραδεκτό, είναι, συνεπώς, δυνατή ἡ διαπίστωση ὅτι καί ή προσφυγή 123/79 εἶναι ἀπαράδεκτη.
II — Μολονότι εἶναι πλέον ἀμφίβολο κατά πόσο υπάρχει σοβαρός λόγος νά γίνει επίσης ἀνάλυση τοῦ βασίμου τῆς προσφυγής, ἐν τούτοις, θά ήθελα νά εκθέσω συνοπτικά τίς ἀκόλουθες παρατηρήσεις ἐπί τοῦ θέματος.
1. Ὑπόθεση 122/79
Οἱ ἀποφάσεις περί προαγωγής' τῆς 30ής Νοεμβρίου 1978 επικρίθηκαν μέ τόν ισχυρισμό ὅτι ἡ προσφεύγουσα ἀποκλείστηκε χωρίς λόγο ἀπό αυτές καί ὅτι μάλιστα ἀγνοήθηκε τελείως κατά τή λήψη τῶν ἐν λόγω ἀποφάσεων, τόσο ἀπό τήν επιτροπή προαγωγών ὅσο καί ἀπό τήν ἁρμόδια γιά διορισμούς ἀρχή. Στην ἀπάντηση τῆς ή προσφεύγουσα ἀναφέρθηκε — χωρίς νά χρειάζεται νά επαληθεύσουμε ἄν πρόκειται γιά νέους λόγους προσφυγής καί κατά συνέπεια ἀπαράδεκτους — στό δικαίωμα προαγωγής πού εἶχε, τό όποιο, ἄν καί συνέτρεχαν στό πρόσωπό τῆς ὅλες οἱ προϋποθέσεις, δέ λήφθηκε κατά τή γνώμη της, υπόψη, καθώς καί στό ὅτι ὁ εκούσιος ἀποκλεισμός τῆς ἀπό τίς προαγωγές ἀποδεικνύεται ἀπό τό γεγονός ὅτι, ἄν καί ὁ δεύτερος βαθμολογητής επιλήφθηκε τῆς υποθέσεως τό Μάρτιο τοῦ 1978, δέν ἀποφάνθηκε παρά στίς 25 Μαΐου 1978, δηλαδή κατά παράβαση τοῦ κανόνα πού διατυπώνεται στον «ὁδηγό βαθμολογήσεως» ὁ όποιος επιβάλλει στό δεύτερο βαθμολογητή νά ἀποφανθεί εντός προθεσμίας 15 ήμερων.
Ὅλοι αυτοί οἱ συλλογισμοί δέ βοηθούν στην ευδοκίμηση τῆς προσφυγής.
α)
Όρθῶς παρατήρησε τό Συμβούλιο ὅτι οἱ ἀποφάσεις περί προσγωγῆς δέν πρέπει νά εἶναι αιτιολογημένες ὅσον άφορᾶ τους υπαλλήλους πού δέν προάχθηκαν. Αυτό προκύπτει σαφῶς ἀπό τήν πλούσια νομολογία πού ἀναφέρεται στή σελίδα 10 τοῦ υπομνήματος ἀντικρούσεως τοῦ καθ' οὗ. Συνεπώς ἡ αιτίαση πού βασίζεται στην έλλειψη αιτιολογίας ἀσφαλώς καί δέν ευσταθεί.
β)
Ή νομολογία επίσης τόνισε ήδη επανειλημμένως ὅτι δέν υφίσταται δικαίωμα ἐπί προαγωγής. Ἐφ᾿ ὅσον πληρούνται οἱ προϋποθέσεις γιά προαγωγή, ἡ αρμόδια γιά διορισμούς ἀρχή πρέπει νά προβεί, ενδεχομένως μετά ἀπό γνωμοδότηση τῆς επιτροπής προαγωγών, σέ συγκριτική εξέταση των προσόντων καί έπειτα νά λάβει τήν ἀπόφαση της, ἡ ὁποία δέν ὑπόκειται σέ δικαστικό έλεγχο παρά σέ έναν πολύ περιορισμένο βαθμό. Στην παρούσα υπόθεση, τό ἀρνητικό γιά τήν προσφεύγουσα ἀποτέλεσμα αυτής τῆς συγκριτικής εξετάσεως, δέν μπορεί βεβαίως νά χαρακτηριστεί ως προφανώς εσφαλμένο, γιατί περιέχονταν εὐνοϊκές γι' αυτήν εκτιμήσεις σέ δύο έγγραφα, ἀπό τά όποια μπορεί κατά τά λοιπά νά γίνει ἀποδεκτό ὅτι ἡ ἀρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή γνώριζε τίς εκτιμήσεις αυτές, ἐφ᾿ ὅσον ἀποτελούσαν μέρος τοῦ ἀτομικού φακέλου τῆς ενδιαφερόμενης. Ἀναφέρομαι στην ανωτέρω πρόταση προαγωγής, πού έκανε ὁ προϊστάμενος τοῦ τμήματός τῆς στίς 16 Δεκεμβρίου 1976, καθώς καί στό ἀνωτέρω σημείωμα του τῆς 14ης 'Ιουνίου 1976, στό όποιο παρεχόταν ή βεβαίωση ὅτι ἡ προσφεύγουσα γνώριζε άριστα τήν ιταλική, γαλλική καί ἀγγλική γλώσσα καί είχε άρτια πανεπιστημιακή κατάρτιση. Ἀπό αυτή τήν άποψη, δέν πρέπει ἁπλώς νά μᾶς διαφεύγει τό γεγονός ὅτι ἡ εξέταση, πού πραγματοποιήθηκε στό πλαίσιο τῆς διαδικασίας προαγωγής, διενεργήθηκε τό Νοέμβριο 1976 καί ὅτι αὐτό πού λήφθηκε τότε υπόψη ήταν τό σύνολο τῶν γεγονότων καί περιστατικών πού ὑφίσταντο κατά τήν ἐποχή αὐτή, σύμφωνα μέ τά όποια ἡ προσφεύγουσα ήταν, χωρίς ἀμφιβολία, λιγότερο προακτέα ἀπ' ὅ,τι άλλοι υπάλληλοι.
γ)
'Ως πρός τή συμπληρωματική ένδειξη μιᾶς ἀρνητικής πρός αυτή συμπεριφορᾶς ἀπό τήν έναρξη τῆς διαδικασίας προαγωγής, τήν ὁποία ἡ προσφεύγουσα πιστεύει ὅτι μπορεῖ νά επισημάνει στό γεγονός ὅτι ὁ δεύτερος βαθμολογητής δέν ἀποφάνθηκε εμπροθέσμως ἐπί τῆς αιτήσεως ἀναθεωρήσεως, ἡ καθυστέρηση αυτή ὀφείλεται ἁπλώς στό γεγονός ὅτι, μετά ἀπό τήν ἀντικατάσταση τῆς ισχύουσας ἀρχικά ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς 25ης Μαΐου 1964, ἀπό τήν ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου τῆς 18ης Όκτωβρίου 1977, έπρεπε τότε σέ μεγάλο ἀριθμό υπαλλήλων νά εφαρμοστεί μιά νέα μέθοδος υπολογισμοί). Ό ισχυρισμός τῆς προσφεύγουσας, συνεπώς, δέν επιτρέπει βεβαίως τή διαπίστωση ὅτι υπήρχε ἡ πρόθεση νά ἀγνοηθεί κατά τή διαδικασία προαγωγών, γιατί ἀποτελούσε μέλος τῆς εκτελεστικής επιτροπής τῆς συνδικαλιστικής ἑνώσεως.
δ)
Τέλος, καθ' ὅσον ἡ προσφεύγουσα εκφράζει ἀμφιβολίες κατά πόσο τά στοιχεία τοῦ ἀτομικού τῆς φακέλου, πού εἶχαν σημασία γιά τήν προαγωγή, ήταν πράγματι στή διάθεση τῆς επιτροπής προαγωγών — ἀμφιβολίες πού προέρχονται, ὅπως εἶναι γνωστό ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ έκθεση πού τήν ἀφορούσε καί ἀναφερόταν στό διάστημα ἀπό 1ης Νοεμβρίου 1975 μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 1977, υποβλήθηκε τότε στην επιτροπή εκθέσεως πρός μελέτη καί ὅτι ή επιτροπή προαγωγών γνωμοδότησε ὀκτώ ήμερες νωρίτερα ἀπό τήν επιτροπή ἐκθέσεων —, τό ἀποφασιστικό στοιχείο είναι ὅτι τό Συμβούλιο υποστήριζε, χωρίς νά δώσει λαβή πρός ἀμφισβήτηση, ὅτι ἡ επιτροπή προαγωγών διέθετε τά σημαντικά στοιχεία πού την ἀφοροῦσαν ἀπό τους ατομικούς φακέλους τῶν υποψηφίων γιά προαγωγή, στά όποια περιλαμβάνονταν οἱ εκθέσεις κατά την ἔννοια τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακῆς καταστάσεως. Στην περίπτωση τῆς προσφεύγουσας, ὅσον άφορᾶ την ἔκθεση γιά τό διάστημα ἀπό 1ης Νοεμβρίου 1975 μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 1977, τό Συμβούλιο υποστήριζε ὅτι γιά νά ληφθούν υπόψη αυτά τά στοιχεία ήταν δυνατόν ἁπλώς νά χρησιμοποιηθούν ἀντίγραφα.
Ὡς πρός τόν ισχυρισμό αυτό, δέν έχει σημασία νά επαληθευτεί ἄν μιά τέτοια ἀναπαραγωγή συμβιβάζεται μέ τό άρθρο 26 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, καί την ἀπόφαση 18.4/78 τοῦ Συμβουλίου, στην ὁποία τονίζεται ὁ μυστικός χαρακτήρας ἀναλόγων έγγράφων. Ἐν πάση περιπτώσει, τό Συμβούλιο πρόσθεσε ἐν προκειμένω ὅτι ἡ ἀναπαραγωγή ἀνατίθεται σέ ὁρισμένους υπαλλήλους των υπηρεσιών του, οἱ όποιοι υποχρεούνται νά επιδεικνύουν ιδιαίτερη εχεμύθεια.
Κατόπιν, τό Συμβούλιο ἰσχυρίστηκε ἀκόμη ὅτι τό γεγονός ὅτι ἡ επιτροπή εκθέσεων γνωμοδότησε ἀργότερα ἀπ᾽ ὅ,τι ἡ επιτροπή προαγωγῶν δέν εἶχε σημασία, γιατί ή γνωμόδότηση της, ως πρός τήν ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τῆς εκθέσεως πού εἶχε συνταχθεί γιά τήν προσφεύγουσα, ήταν ἀρνητική. Ἐπιπλέον, οἱ 'ίδιες ἀποφάσεις περί προαγωγής λήφθηκαν μετά ἀπό τή γνωμοδότηση τῆς επιτροπής εκθέσεων. Ή ἁρμόδια γιά τους διορισμούς ἀρχή πού έλαβε τίς ἀποφάσεις αυτές, κατείχε, ἐν πάση περιπτώσει, ὅλα τά ἀπαραίτητα έγγραφα στά όποια περιλαμβάνονταν ή ὁριστική έκθεση γιά τήν προσφεύγουσα ή ὁποία, λόγω τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς επιτροπής εκθέσεων, δέν εἶχε ἀκριβώς υποστεί τροποποίηση.
ε)
Ἀν, συνεπώς, καί ἀντίθετα πρός τή γνώμη μου ήθελε. κριθεί παραδεκτή ἡ προσφυγή 122/79, πρέπει ὁπωσδήποτε νά ἀπορριφθεί ὡς ἀβάσιμη.
2. Ὑπόθεση 123/79
Γιά νά αιτιολογήσει τή δεύτερη τῆς προσφυγή, ἡ προσφεύγουσα ισχυρίζεται, αφ' ενός, ὅτι τό ήδη ἀναφερθέν επανειλημμένως σημείωμα τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1978 ἀποτελούσε μόνο επικύρωση τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπής εκθέσεων καί ὄχι αιτιολογημένη ἀπόφαση καί ὅτι επιπλέον δέν κοινοποιήθηκε νομοτύπως στην προσφεύγουσα, ἀλλά ἁπλώς ταχυδρομικώς. Ἀφ' ἑτερου, γιά νά υποστηρίξει ὅτι ή εκτίμηση πού τήν ἀφοροῦσε γιά τήν περίοδο ἀπό 1ης Νοεμβρίου 1975 μέχρι 31 Όκτωβρίου 1977 ήταν ἀνακριβής, ἡ προσφεύγουσα παραπέμπει στίς δύο εκθέσεις πού ἀναφέρονταν σέ προηγούμενες περιόδους καί οἱ όποιες ήταν σαφώς ευνοϊκότερες, καθώς καί στό ήδη ἀναφερθέν σημείωμα τῆς 16ης Δεκεμβρίου 1976 τοῦ τέως προϊσταμένου τοῦ τμήματός της, μέ τό όποιο προτεινόταν ἡ προαγωγή της. Σέ σχέση μέ τίς προγενέστερες, ἡ έκθεση πού ἀποτελεί ἀντικείμενο τῆς διαφοράς συνιστά λογικό σφάλμα, ισχυρισμός πού ενισχύεται επιπλέον ἀπό τό γεγονός ὅτι κατά τή διάρκεια τῆς περιόδου πού καλύπτεται ἀπό τήν επίδικη έκθεση ουδέποτε ἀνακοινώθηκε στην προσφεύγουσα πτώση τῆς ἀποδόσεως της.
α)
Τό Συμβούλιο ὀρθώς παρατήρησε ἐν προκειμένω ὅτι τό σημείωμα τοῦ γενικοῦ του γραμματέως τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1976 δέ συνιστοῦσε επιβεβαίωση τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς επιτροπής εκθέσεων άλλά, σύμφωνα μέ τό άρθρο 10 παράγραφος 5 τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς 18ης Όκτωβρίου 1977 ἡ ὁποία καθόρισε τίς διατάξεις εἰς εκτέλεση τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τήν ἀποδοχή τῆς ὁριστικής εκθέσεως. Ἐπιπλέον, ὅπως δέχεται ἡ ἀπόφαση τῆς 25ης Νοεμβρίου 1976 στην υπόθεση 122/75 (Berthold Küster κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Recueil 1976 σ. 1685), ἐν προκειμένω δέν εφαρμόζεται ἡ γενική υποχρέωση αιτιολογήσεως τοῦ ἄρθρου 25 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως άλλα ειδικές διατάξεις. Ἐπειδή λοιπόν ἡ ἀπόφαση τοῦ Συμβουλίου τῆς 18ης Όκτωβρίου 1977, ἡ ὁποία πρέπει νά θεωρηθεί ὡς τέτοια ειδική διάταξη, δέν επιτάσσει νά αιτιολογείται ἡ ὁριστική σύνταξη μιας εκθέσεως ὑπό τήν ἔννοια τοῦ ἄρθρου του 10 καί επειδή, επιπλέον, ὁ γενικός γραμματεύς επανέλαβε στό σημείωμα του τή γνωμοδότηση τῆς επιτροπής εκθέσεων, εἶναι προφανές, υποστηρίζει τό Συμβούλιο, ὅτι τό σημείωμα τῆς 18ης Δεκεμβρίου 1978 δέν μπορεί νά επικριθεί μέ βάση τόν ισχυρισμό ὅτι δέν περιέχει επαρκή αιτιολογία.
Όσον ἀφορᾶ τόν τρόπο επιδόσεως αὐτοῦ τοῦ σημειώματος, ἀρκεῖ ἡ παραπομπή στην ἀπόφαση τῆς 12ης Όκτωβρίου 1978 στην υπόθεση 86/77 (Kuno Ditterich κατά Ἐπιτροπής, Recueil 1978 σ. 1855), ὅπού τό Δικαστήριο ἔκρινε ρητῶς ὅτι τό άρθρο 25 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δέ διευκρινίζει τόν τρόπο κοινοποιήσεως μιᾶς ἀποφάσεως, έτσι ώστε, λογίζεται ὅτι ἡ κοινοποίηση γίνεται μόλις ἡ ἀπόφαση περιέλθει στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο, «ἀνεξάρτητα ἀπό τό μέσο πού χρησιμοποιήθηκε γιά τήν κοινοποίηση αυτή».
β)
Όσον άφορᾶ τά σφάλματα πού επηρεάζουν μιά βαθμολόγηση βάσει τοῦ άρθρου 43 τοῦ κανονισμοί) υπηρεσιακής καταστάσεως, καί τά όποια έχουν σημασία στό πλαίσιο δικαστικοῦ έλεγχου, πρέπει νά γίνει ἐκ νέου μνεία τῆς ἀποφάσεως, πού ήδη ἀναφέρθηκε, στην υπόθεση 122/76. Τό Δικαστήριο τόνισε ὀρθῶς τότε, κατά τή γνώμη μου, ὅτι στό πλαίσιο μιᾶς δίκης μπορεί νά εξεταστεί μόνο τό ἄν έχουν ενδεχομένως γίνει εκτιμήσεις κατά παράβαση τύπου ἤ κανόνα διαδικασίας ἡ ἄν βασίζονται σέ προφανές σφάλμα ἡ σέ σκέψεις πού συνιστοῦν κατάχρηση εξουσίας. Τήν 'ίδια γραμμή ἀκολουθεῖ ἡ ἀπόφαση στίς υποθέσεις 6 καί 97/79. Καί ἐκεῖ τονίστηκε ὅτι γιά τίς εκθέσεις βάσει τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δέν υφίσταται καθολικός έλεγχος νομιμότητας, άλλά μπορούν νά ληφθούν υπόψη μόνο παραβάσεις τύπου, προφανή σφάλματα ὡς πρός τά περιστατικά ή καταχρηστική άσκηση τῆς εξουσίας βαθμολογήσεως.
Ἀπό τήν άποψη αὐτή, δέν εἶναι ικανοποιητικό τό ἐπιχείρημα τῆς προσφεύγουσας σύμφωνα μέ τό όποιο οἱ προγενέστερες εκθέσεις πού συντάχθηκαν γι' αυτήν ήταν ευνοϊκότερες καί ὅτι τό Δεκέμβριο τοῦ 1976 προτάθηκε γιά προαγωγή. Όχι μόνο εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι τό 1977 τό Συμβούλιο τροποποίησε τό σύστημα βαθμολογήσεως, πράγμα τό όποιο ἀπό μόνο του μπορεί επίσης νά εξηγήσει ὁρισμένες διαφορές σέ σχέση μέ προγενέστερες εκτιμήσεις, άλλά σύμφωνα καί μέ τίς εκτιμήσεις τοῦ δεύτερου βαθμολογητή, έχω τήν εντύπωση ὅτι οἱ εκθέσεις βαθμολογήσεως πού ἀφοροῦν τήν προσφεύγουσα καί συντάχθηκαν προγενέστερα, ἐπί τῶν ὁποίων δέ χωρίς ἀμφιβολία βασίζεται ἡ ἐν λόγω πρόταση προαγωγής, δέν ήταν καθόλου ευνοϊκότερες, άλλά περιελάμβαναν στό σύνολο κρίσεις πού ἀντιστοιχοῦν μέ εκείνες τῆς τωρινής ἐκθέσεως. Στην πραγματικότητα, ἡ ὑπό ἀμφισβήτηση έκθεση δέν περιέχει πράγματι κανένα βαθμό κατώτερο ἀπό τό «καλώς», γιά πέντε δέ ἀπό τίς δεκαοκτώ ενδείξεις περιλαμβάνει μάλιστα τό βαθμό «λίαν καλώς». Στό θέμα τῶν γλωσσικών γνώσεων τῆς προσφεύγουσας, υποδεικνύει ὅτι ὅσον άφορα τήν ιταλική καί τήν ἀγγλική εἶναι πολύ καλές καί τή γαλλική καλές, κρίση ἡ ὁποία ἀντιστοιχεί ἀπόλυτα μέ τίς δύο προηγούμενες εκθέσεις. Ἐπιπλέον, ἀναγνωρίζει στην προσφεύγουσα, μετά ἀπό διόρθωση, ὄχι μόνο μιά «κάποια καλή θέληση» ἀλλα «ἀξιοσημείωτη καλή θέληση». Δέ βλέπω πώς μπορεῖ νά γίνει λόγος, ὑπ᾿ αυτές τίς προϋποθέσεις, γιά «λογικό σφάλμα» τῶν κρίσεων πού νά δικαιολογεί τήν ἀκύρωση τῆς τελευταίας ἐξ αυτών.
γ)
Συνεπώς, ούτε καί ἡ δεύτερη προσφυγή μπορεί ἐπ᾽ οὐδενί νά θεωρηθεῖ ὡς βάσιμη, ἀκόμη καί ἄν υποτεθεί ὅτι εἶναι παραδεκτή.
III — Όσον άφορᾶ τά δικαστικά ἔξοδa, θά μποροῦσε κανείς νά διερωτηθεί, μετά ἀπό ὅσα ἀκούσαμε κατά τή διάρκεια τῆς προφορικῆς διαδικασίας γιά την ἀποχώρηση τῆς προσφεύγουσας ἀπό τίς ὑπηρεσίες τῆς Κοινότητας, ἄν λόγω ελλείψεως συμφέροντος πρός εξακολούθηση τῆς δίκης θά έπρεπε ἡ προσφεύγουσα νά παραιτηθεί ἀπό τίς προσφυγές καί ἄν ἡ μη παραίτηση δέ δικαιολογεί τελικῶς την καταδίκη της σέ ὅλα τά έξοδα πού δημιουργήθηκαν μετά ἀπό τήν ημερομηνία αύτη, διότι προκλήθηκαν κατά κατάχρηση από τήν προσφεύγουσα. Ἐν τούτοις, διστάζω νά υποβάλω παρόμοια πρόταση. Συμφέρον πρός εξακολούθηση τῆς δίκης μπορεί, πράγματι, νά γίνει ἀποδεκτό, ἀφ᾽ ενός, γιατί ἡ ὑπό ἀμφισβήτηση έκθεση βαθμολογήσεως παραμένει στόν ἀτομικό φάκελο καί μπορεί νά έχει σημασία σέ περίπτωση ἐκ νέου ἀναλήψεως καθηκόντων καί, ἀφ᾽ έτερου, γιατί οἱ συνθήκες παύσεως τῶν καθηκόντων μπορεί νά ἐπηρεαστοῦν ἀπό τό ερώτημα ἄν ἡ προσφεύγουσα άδικα ἀποκλείστηκε ἀπό τίς προαγωγές τοῦ 1977, γιά τίς όποιες ἡ ὑπό ἀμφισβήτηση έκθεση ήταν επίσης σημαντική. Ἀπό άλλη πλευρά, μπορεί κανείς νά διερωτηθεί ἄν μπορεί νά γίνει λόγος στίς παρούσες υποθέσεις, ἐν πάση περιπτώσει, ὅσον άφορᾶ τήν προσφυγή 123/79, ὅπως ισχυρίζεται ὁ εκπρόσωπος τοῦ Συμβουλίου, γιά κακόβουλη θέση σέ κίνηση τῆς ενδίκου διαδικασίας καί ἄν γιά τό λόγο αυτό, ἀκολουθώντας τό παράδειγμα τῶν ἀποφάσεων 6 καί 97/79, δέ θά έπρεπε νά επιδικαστούν
εἰς βάρος τῆς προσφεύγουσας ὅλα τά έξοδα τῆς παρούσας διαδικασίας. Ἀν συμμερίζεστε τήν άποψη μου ὡς πρός τό παραδεκτό τῶν προσφυγών, δέ θεωρῶ ὅτι ή λύση αὐτή εἶναι ἡ προσήκουσα, γιατί τό ζήτημα δέ διαλευκάνθηκε πλήρως παρά μέ τήν ἀνωτέρω ἀπόφαση, ἡ ὁποία μάλιστα εκδόθηκε μετά τήν άσκηση τῶν προσφυγών. Ἐπιπλέον, πρέπει βεβαίως νά γίνει δεκτό ὅτι ἐν προκειμένω ἡ προσφεύγουσα πέτυχε, κατά τή διοικητική διαδικασία, μιά κάποια βελτίωση τῆς εκθέσεως πού επέκρινε καί, ὑπ᾽ αυτές τίς προϋποθέσεις, δέν μπορεί καθόλου νά γίνει λόγος γιά σημαντική διαφορά σέ σχέση μέ τίς κρίσεις πού έλαβε για τίς προγενέστερες περιόδους. Ἀλλά δέν πρέπει νά μας διαφεύγει επίσης, τό γεγονός ὅτι, κυρίως, ἄν σκεφτεί κανείς τά δύο σημειώματα τοῦ 1976, ἡ προσφεύγουσα μπορεί ἀκόμη πάντα νά θεωρεί ὅτι θίχτηκαν τά συμφέροντά τῆς καί ὅτι μπορεί επίσης νά μή θεωρεί ὡς ικανοποιητικό τό γεγονός ὅτι κατά τῆς ενστάσεως της τοῦ Σεπτεμβρίου 1978, ἡ ἁρμόδια γιά διορισμούς ἀρχή δέν έλαβε ιδιαίτερη καί αιτιολογημένη ἀπόφαση σχετικά μέ τήν έκθεση πού επέκρινε.
Ὑπ᾽ αυτές τίς προϋποθέσεις, δέ μας φαίνεται ἐν πάση περιπτώσει προφανές ὅτι οἱ προσφυγές ἀσκήθηκαν κακοβούλως, ὡς ἐκ τούτου προτείνω νά ληφθεί ἡ ἀπόφαση ἐπί τῶν δικαστικών εξόδων σύμφωνα μέ τό άρθρο 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας.
IV — Γιά ὅλους αυτούς τους λόγους, καταλήγω στό συμπέρασμα ὅτι οἱ δύο προσφυγές πού άσκησε ἡ Schiavo πρέπει νά ἀπορριφθοῦν ὡς απαράδεκτες καί ὅτι πρέπει ὅσον άφορᾶ τά δικαστικά έξοδα νά ἀποφανθείτε σύμφωνα μέ τό άρθρο 70 τοῦ κανονισμοῦ διαδικασίας τοῦ Δικαστηρίου.
( 1 ) Μετάφραση ἀπό τά γερμανικά.
Full & Egal Universal Law Academy