ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
HENRI MAYRAS
της 26ης Μαρτίου 1980 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο Δικαστήριο από το Oberlandesgericht της Φραγκφούρτης επί του Μάιν, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, επ' ευκαιρία διαφοράς μεταξύ της SNC Couchet Frères, γαλλικής επιχειρήσεως μεταφορών, και ενός γερμανού πελάτη, του Denilauler. Τα ερωτήματα που υποβάλλει το παραπέ-μπον Δικαστήριο έχουν ως αντικείμενο την ερμηνεία της Συμβάσεως των Βρυξελλών της 27ης Σεπτεμβρίου 1968 για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
Δεδομένου ότι η έκθεση για την επ' ακροα-τηρίω συζήτηση του εισηγητή δικαστή περιγράφει πλήρως τα γεγονότα που γέννησαν τη διαφορά και τα διάφορα προδικαστικά στάδια της τελευταίας, δεν θα κάνω κατάχρηση του χρόνου σας επαναλαμβάνοντας τα, αλλά θα θίξω απευθείας τα σημαντικά προβλήματα που έγειρε το Oberlandesgericht της Φραγκφούρτης.
Τα δύο πρώτα ερωτήματα που υπέβαλε το δικαστήριο αυτό αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 27, περίπτωση 2,46, περίπτωση 2 και 47, περίπτωση 1, της Συμβάσεως.
Το άρθρο 27, περίπτωση 2, ορίζει ότι «η απόφαση δεν αναγνωρίζεται αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης δεν έχει επιδοθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο, κανονικά και έγκαιρα, ώστε να μπορεί να αμυνθεί». Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στην εκτέλεση μέσω του άρθρου 34, δεύτερο εδάφιο, δυνάμει του οποίου η αίτηση περί εκτελέσεως πρέπει να απορριφθεί εάν δεν μπορεί να γίνει δεκτή κατά τα άρθρα 27 και 28.
Το άρθρο 46, περίπτωση 2, αντλεί τις συνέπειες στον τομέα των αποδείξεων, ορίζοντας ότι ο διάδικος που επικαλείται την αναγνώριση ή ζητεί την εκτέλεση αποφάσεως οφείλει να προσκομίσει, αν πρόκειται για απόφαση ερήμην, το πρωτότυπο ή κυρωμένο αντίγραφο εγγράφου που να αποδεικνύει ότι το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης έχει επιδοθεί στον ερημοδικήσαντα διάδικο.
Το άρθρο 47, περίπτωση 1, αφορά την ίδια την απόφαση που πρέπει να εκτελεσθεί. Υποχρεώνει το διάδικο που ζητά την εκτέλεση να προσκομίσει «κάθε έγγραφο κατάλληλο να αποδείξει ότι, κατά το δίκαιο του κράτους προελεύσεως, η απόφαση είναι εκτελεστή και έχει επιδοθεί».
Το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά εάν οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται όταν η απόφάση που εκδόθηκε στο κράτος προελεύσεως διατάσσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατόπιν διαδικασίας η οποία, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους αυτού, λαμβάνει χώρα χωρίς κλήση του αντιδίκου. Ειδικότερα ερωτά αν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές, όσον αφορά διάταξη του προέδρου γαλλικού δικαστηρίου που επιτρέπει στο δανειστή να επιβάλει συντηρητική κατάσχεση στο λογαριασμό του οφειλέτη του στη Γερμανία, χωρίς ο τελευταίος να ειδοποιηθεί για την αίτηση και την απόφαση που εκδόθηκε επ' αυτής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 48 του παλαιού Code de procédure civile.
I — Για την απάντηση στο ερώτημα αυτό θα εξετάσω κατ' αρχήν τους ίδιους τους όρους των διατάξεων των οποίων ζητείται η ερμηνεία.
Νομίζω ότι για το σκοπό αυτό πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του άρθρου 47, περίπτωση 1, αφενός, και των άρθρων 46, περίπτωση 2, και 27, περίπτωση 2, αφετέρου.
Το άρθρο 47, περίπτωση 1, χρησιμοποιεί τον όρο «απόφαση» χωρίς περιορισμό. 0 όρος αυτός επιλέχθηκε, όπως προκύπτει από το άρθρο 25, για να καλύψει κάθε δυνατή μορφή δικαστικής αποφάσεως, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που επιβάλλουν ασφαλιστικά μέτρα κατόπιν διαδικασίας χωρίς κλήση του αντιδίκου. Επομένως, το άρθρο 47, περίπτωση 1, εφαρμόζεται στις προαναφερθείσες αποφάσεις, εκτός αν γίνει δεκτό ότι ο όρος «απόφαση» έχει στο άρθρο αυτό διαφορετική έννοια από ότι στο άρθρο 25.
Μπορεί αντίθετα να αμφισβητηθεί η δυνατότητα εφαρμογής των άρθρων 27, περίπτωση 2, και 46, περίπτωση 2, επί των ασφαλιστικών μέτρων, στο μέτρο που οι διατάξεις αυτές περιέχουν, στο γαλλικό κείμενο, τις εκφράσεις «ερημοδικήσας εναγόμενος» και «απόφαση ερήμην» αντιστοίχως. Όμως, όπως επισημαίνει το παραπέμπον δικαστήριο, η ερήμην εκδίκαση, με την τεχνική έννοια του όρου, «λόγω της νομικής της φύσεως δεν είναι διαδικασία χωρίς κλήση του αντιδίκου, αλλά αντίθετα προβλέπει τη συμμετοχή του αντιδίκου».
Αναλύοντας το άρθρο 46, περίπτωση 2, η Επιτροπή προβαίνει στην ίδια διαπίστωση. Είναι αλήθεια ότι η ερήμην εκδίκαση είναι διαδικασία κατ' αντιμωλία, διότι, στην περίπτωση αυτή, ο εναγόμενος, παρόλο που δεν αντέδρασε, ειδοποιήθηκε για τη δίκη στην οποία έχει εμπλακεί.
Εντούτοις δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι οι όροι που χρησιμοποιούνται στα άρθρα 27, περίπτωση 2, και 46, περίπτωση 2, της Συμβάσεως δεν μπορούν να εφαρμοστούν παρά στις δίκες που διεξάγονται ερήμην, με την stricto sensu έννοια που έχει ο όρος σε ορισμένες εθνικές νομοθεσίες.
Δεν νομίζω ότι επιτρέπεται να ερμηνευτεί το άρθρο 27, περίπτωση 2, ως αναφερόμενο μόνο σε συγκεκριμένες διαδικασίες ορισμένων εσωτερικών δικαίων. Αυτή η ερμηνεία θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, υπερβολικά στενή και θα παραγνώριζε την αυτονομία της Συμβάσεως, οργάνου του διεθνούς δικαίου, έναντι των ποικίλων διαδικασιών των εθνικών δικαίων των συμβαλλομένων κρατών.
Αυτό επιβεβαιώνεται από το αγγλικό κείμενο του άρθρου 27, περίπτωση 2, το οποίο, χρησιμοποιώντας την έκφραση απόφαση που εκδόθηκε «in default of appearance», φροντίζει να επιλέξει έναν όρο που να μη θυμίζει ορισμένες εθνικές διαδικασίες και μόνον αυτές. Δεν αμφισβητείται ότι, κατά τη συνήθη έννοια των λέξεων, κάθε απόφαση που εκδίδεται χωρίς ακρόαση του εναγομένου αποτελεί απόφαση «in default of his appearance». Ο αγγλικός όρος αναφέρεται μόνο στην απουσία του εναγομένου κατά τη διαδικασία, όποια και αν είναι η αιτία της. Επομένως περιλαμβάνει όχι μόνο την περίπτωση του εναγομένου, στον οποίο το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης επιδόθηκε, χωρίς αυτός να αντιδράσει, αλλά και την περίπτωση εκείνου στον οποίον, κατά το εθνικό δικονομικό δίκαιο, δεν χρειαζόταν επίδοση του εγγράφου αυτού.
Το αγγλικό κείμενο του άρθρου 46, περίπτωση 2, χρησιμοποιεί βέβαια τη συντομότερη έκφραση «given in default», δεν πρέπει όμως να λησμονείται ότι το κείμενο του άρθρου αυτού είναι δευτερεύον σε σχέση με το άρθρο 27, περίπτωση 2, του οποίου, όπως είπαμε, αποτελεί συνέπεια στον τομέα των αποδείξεων. Λόγω της σχέσεως αυτής, «given in default» δεν μπορεί παρά να σημαίνει «given in default of appearance».
Όπως παρατηρεί το ίδιο το παραπέμπον δικαστήριο, η άποψη ότι τα άρθρα 27, περίπτωση 2, και 46, περίπτωση 2, εφαρμόζονται σε κάθε απόφαση που εκδίδεται στο πλαίσιο διαδικασίας, στην οποία δεν χωρεί κλήση του αντιδίκου, υποστηρίζεται και από λαμπρούς ειδικούς στα θέματα της Συμβάσεως όπως ο Bülow και ο Böckstiegel (στο Der internationale Rechtsverkehr in Zivil- und Handelssachen — σχόλιο επί του άρθρου 27, III, 2, σ. 606-208.209 — σχόλιο επί του άρθρου 46, II, 2, σ. 606-276.277).
Τέλος, από αυτή την ανάλυση του κειμένου των επιδίκων διατάξεων δημιουργείται η εντύπωση ότι η άποψη σύμφωνα με την οποία αυτές μπορούν να εφαρμοστούν επί των ασφαλιστικών μέτρων που ελήφθησαν
κατόπιν διαδικασίας χωρίς κλήση του αντιδίκου είναι ισχυρότερη από την αντίθετη άποψη. Ομολογώ, πάντως, ότι δεν μπόρεσα στις διατάξεις αυτές, εκτός από το άρθρο 47, περίπτωση 1, να βρω στοιχεία αρκετά σημαντικά για να πεισθώ πλήρως.
II — Έτσι νομίζω ότι το σημαντικό πρόβλημα που εγείρει το Oberlandesgericht της Φραγκφούρτης δεν μπορεί να επιλυθεί ικανοποιητικά παρά μόνον υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού της Συμβάσεως.
Αυτή έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει την ενίσχυση της εννόμου προστασίας και της ασφάλειας του δικαίου στην Κοινή Αγορά και την κατάργηση των εμποδίων που παρακωλύουν τη λειτουργία της.
1)
Με αφετηρία αυτή την τελευταία άποψη, η αιτούσα της κυρίας δίκης, η Ιταλία και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το άρθρο 27, περίπτωση 2, δεν εφαρμόζεται επί των αποφάσεων που επιβάλλουν ασφαλιστικά μέτρα κατόπιν διαδικασίας χωρίς κλήση του αντιδίκου. Διαπιστώνουν ότι τέτοιου είδους αποφάσεις μπορούν να ληφθούν, στο εσωτερικό επίπεδο, σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη. Η ίδια διαπίστωση ισχύει, πάντοτε στο εσωτερικό επίπεδο, για το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία και τη Δανία, ως προς τις οποίες η Σύμβαση δεν έχει ακόμη τεθεί σε ισχύ. Από το γεγονός ότι σκοπός της Συμβάσεως είναι να καταστεί δυνατό στο κοινοτικό επίπεδο ό,τι ήδη υφίσταται στο εθνικό επίπεδο αντλούν το συμπέρασμα ότι η αναγνώριση και η εκτέλεση των μέτρων αυτών πρέπει να είναι δυνατές στο κοινοτικό επίπεδο.
Παρά την απρόσβλητη λογική του ο συλλογισμός αυτός παραβλέπει, νομίζω, τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των ασφαλιστικών μέτρων που λαμβάνονται χωρίς κλήση του αντιδίκου.
Το γεγονός ότι οι Συντάκτες της συμβάσεως είχαν συνείδηση των ιδιαιτεροτήτων των μέτρων αυτών προκύπτει από την ειδική δικαιοδοσία που προβλέπεται ως προς αυτά στο άρθρο 24. Κατά τη διάταξη αυτή «τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο συμβαλλομένου κράτους μπορούν να ζητηθούν από τα δικαστήρια του κράτους αυτού, έστω και αν δικαστήριο άλλου συμβαλλόμενου κράτους έχει, σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υποθέσεως».
Ιδιαιτέρας προσοχής χρήζει ο εξαιρετικός χαρακτήρας της δικαιοδοσίας αυτής, που υποδηλώνεται με τον όρο «έστω και αν». Σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες της συμβάσεως που αφορούν την κατανομή της διεθνούς δικαιοδοσίας, ένα δικαστήριο δεν έχει εξουσία διαγνώσεως των διαφορών οι οποίες, ως προς την ουσία τους, αφορούν τα δικαστήρια άλλου συμβαλλόμενου κράτους. Η ειδική δικαιοδοσία του άρθρου 24 θα ήταν, νομίζω, εντελώς περιττή, εάν οι συντάκτες της Συμβάσεως είχαν ως σκοπό να επιτρέψουν αποφάσεις που ελήφθησαν σε κράτος άλλο από αυτό που έχει διεθνή δικαιοδοσία, σύμφωνα με το άρθρο 24, να είναι αυτόματα εκτελεστές στην περιφέρεια αυτού του τελευταίου δικαστηρίου.
Η άποψη περί της ιδιαιτερότητας των ασφαλιστικών μέτρων ενισχύεται έτσι από το κείμενο της Συμβάσεως της Χάγης της 1ης Φεβρουαρίου 1971, που συνήφθη υπό την αιγίδα της συνδιασκέψεως της Χάγης για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, μέλη της οποίας είναι όλα τα κράτη της Κοινότητος. Δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, της Συμβάσεως αυτής, οι διατάξεις της δεν εφαρμόζονται επί των αποφάσεων που διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα. Από τις προπαρασκευαστικές εργασίες της προκύπτει ότι η διάταξη αυτή περιεχόταν ήδη στο προσχέδιο που δέχτηκε η επιτροπή που ήταν επιφορτισμένη με τη σύνταξη του κειμένου, και ότι δεν αμφισβητήθηκε στη συνέχεια. Σύμφωνα με τον εισηγητή της Συμβάσεως «η διάταξη αυτή είναι σύμφωνη προς την κρατούσα άποψη που θεωρεί ότι τα μέτρα αυτά ανήκουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του κράτους στο οποίο πρέπει να εκτελεστούν».
Δεν πρέπει πάντως να συναχθεί, από τους προηγούμενους συλλογισμούς, ότι δέχομαι την άποψη που εξέθεσε κατά τη συζήτηση ο εκπρόσωπος του Ηνωμένου Βασιλείου, κατά την οποία, στο σύστημα της Συμβάσεως των Βρυξελλών, κανένα ασφαλιστικό μέτρο, είτε ελήφθη σε διαδικασία χωρίς κλήση του αντιδίκου είτε σε διαδικασία κατ' αντιμωλία, δεν μπορεί να αναπτύξει αποτελέσματα εκτός του εδάφους του κράτους όπου ελήφθη.
Ως προς αυτό τα πάντα εξαρτώνται, νομίζω, από τη φύση της αποφάσεως με την οποία ελήφθη το μέτρο. Από τη μία πλευρά, αν η απόφαση του δικαστηρίου προελεύσεως έχει εκτελεστικό χαρακτήρα, αυτό θα αποτελούσε σαφή παραβίαση της αρχής της εδαφικότητας της αναγκαστικής εκτελέσεως των δικαστικών αποφάσεων, που γίνεται παγκοσμίως δεκτή. Στη Σύμβαση, έκφραση αυτής της εδαφικότητας αποτελεί η αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία του άρθρου 16, περίπτωση 5, σύμφωνα με το οποίο «αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν... σε θέματα αναγκαστικής εκτελέσεως αποφάσεων, τα δικαστήρια του συμβαλλόμενου κράτους του τόπου εκτελέσεως».
Από την άλλη πλευρά αν η απόφαση δεν έχει παρά χαρακτήρα απλού τίτλου, με τον οποίο τα δικαστήρια ενός κράτους επιτρέπουν στον αιτούντα να την επικαλεσθεί ενώπιον των δικαστηρίων άλλου συμβαλλομένου κράτους, ώστε αυτά να προβούν σε εκτέλεση της αποφάσεως σύμφωνα με τα μέσα εκτελέσεως που προβλέπονται στο δίκαιο τους, δεν θίγεται νομίζω η δικαιοδοσία του δικαστηρίου εκτελέσεως.
Τελικά η ίδια η φύση των ασφαλιστικών μέτρων οδηγεί στην υιοθέτηση μιας μέσης απόψεως. Νομίζω ότι, όταν ελήφθησαν υπό τη μορφή που μόλις ανέφερα και, επιπλέον, έπειτα από διαδικασία κατ' αντιμωλία, τα μέτρα αυτά μπορούν να αναπτύξουν αποτελέσματα εκτός του εδάφους του κράτους όπου ελήφθησαν, και αυτό σύμφωνα με τους κανόνες της Συμβάσεως των Βρυξελλών, όσον αφορά την εκτέλεση. Αντίθετα ο ίδιος ιδιαίτερος χαρακτήρας οδηγεί στη μη υπαγωγή των αντίστοιχων μέτρων, που ελήφθησαν έπειτα από διαδικασία χωρίς κλήση του αντιδίκου, στους κανόνες της Συμβάσεως.
Επομένως είναι αυτός ο μονομερής χαρακτήρας της διαδικασίας που δικαιολογεί, κατά τη γνώμη μου, τέτοια διαφορετική μεταχείριση.
2)
Οι οπαδοί της μη εφαρμογής του άρθρου 27, περίπτωση 2, επί των ασφαλιστικών μέτρων που ελήφθησαν χωρίς κλήση του αντιδίκου έχουν όμως διαφορετική γνώμη. Υποστηρίζουν ότι το ν' απαιτείται απόδειξη επιδόσεως του εισαγωγικού εγγράφου της δίκης για την περιαφή του εκτελεστη-ρίου τύπου επί των μέτρων αυτών τα καθιστά μέτρα χωρίς πρακτική εφαρμογή.
Πρόκειται για ένα επιχείρημα που επηρέασε και το Oberlandesgericht της Φραγκφούρτης. Το δικαστήριο αυτό εκφράζει το φόβο του λέγοντας ότι «ο αιφνιδιασμός που προφανώς επιδιώκει η Couchet με το ασφαλιστικό μέτρο που διάταξε ο πρόεδρος του Tribunal de grande Instance του Montbrison και που είναι προφανώς καθοριστικός για την επιτυχία της εκτελέσεως του μέτρου αυτού θα απετύγχανε, εάν απαιτείτο και στην προκειμένη περίπτωση η προηγούμενη επίδοση της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, καθώς και της Διατάξεως του Δικαστηρίου που εκδόθηκε την ίδια μέρα, ως προϋπόθεση της περια-φής του εκτελεστηρίου τύπου». Δεν αμφισβητείται ότι η ταχύτητα και ο αιφνιδιασμός είναι στοιχεία απαραίτητα για την επιτυχία τέτοιου είδους μέτρων. Νομίζω όμως ότι δεν είναι το μόνο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη και ότι, στις διεθνείς σχέσεις, είναι στοιχείο δευτερεύον σε σχέση με την τήρηση του δικαιώματος αμύνης. Ήδη στην εσωτερική έννομη τάξη, οι αποφάσεις που επιτρέπουν ασφαλιστικά μέτρα χωρίς κλήση του αντιδίκου έχουν ριζικές συνέπειες. Από τη φύση τους αποτελούν στοιχεία που διαταράσσουν σημαντικά το φυσιολογικό νομικό παιχνίδι, κύριο στοιχείο του οποίου αποτελεί η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Στο πεδίο των εμπορικών σχέσεων η δέσμευση τραπεζικού λογαριασμού μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για την επιχείρηση εις βάρος της οποίας επιβάλλεται.
Επιπλέον, οι τρίτοι που διατηρούν επιχειρηματικές σχέσεις με τον καθού η αίτηση λήψεως του ασφαλιστικού μέτρου υφίστανται τον αντίκτυπο του μέτρου αυτού. 'Ετσι οι πελάτες του καθού στους οποίους έπρεπε να πληρωθεί μία μη εξοφληθείσα επιταγή ή συναλλαγματική μπορεί να υποστούν σημαντική βλάβη από το γεγονός της αδυναμίας αμέσου πληρωμής. Οι κίνδυνοι αυτοί μου φαίνονται ιδιαιτέρως έντονοι σε ορισμένους τομείς του διεθνούς εμπορίου, όπου πολύ σημαντικά ποσά ή αγαθά μεγάλης αξίας μπορούν να αλλάξουν πολλές φορές κύριο σε μικρό χρονικό διάστημα.
Όμως, το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως, βασιζόμενο αποκλειστικά στους ισχυρισμούς του αιτούντος δεν θα είναι σε θέση να εξακριβώσει εάν τα περιουσιακά στοιχεία, των οποίων ζητείται η κατάσχεση, εξακολουθούν πράγματι να ανήκουν στην κυριότητα του καθού η αίτηση, ενώ είναι δυνατόν να πωλήθηκαν αμέσως προηγουμένως, ή τρίτοι να έχουν επ' αυτών προνομιούχο απαίτηση. Για να αποφευχθεί η σημαντική βλάβη των δικαιωμάτων των τρίτων, και ο κίνδυνος να αυξηθεί η αβεβαιότητα στις εμπορικές συναλλαγές, είναι απαραίτητο μέτρα, όπως η συντηρητική κατάσχεση του γαλλικού δικαίου, να γνωστοποιούνται γρήγορα σε όλους τους ενδιαφερομένους και να έχουν οι τελευταίοι την ευκαιρία να αντιδράσουν αμέσως.
Ο καθού η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που επιδιώκει την άρση των μέτρων που επιβλήθηκαν στα περιουσιακά του στοιχεία πρέπει να είναι σε θέση να προβάλλει τους ισχυρισμούς του σε όσο το δυνατόν συντομότερο χρόνο. Είναι αυτό δυνατόν όταν ένα μέτρο επετράπη από δικαστήριο ενός κράτους και κηρύχθηκε εκτελεστό από δικαστήριο άλλου κράτους;
Δεν το νομίζω.
Τι μπορεί τότε να κάνει ο οφειλέτης;
Μπορεί να προσφύγει ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως. Ας υποτεθεί — αυτή είναι η ευνοϊκότερη υπόθεση — ότι κατοικεί στο κράτος αυτό. Αυτό, από γλωσσικής και νομικής απόψεως, τον διευκολύνει. Όμως δεν πρέπει να λησμονείται ότι, επειδή το μέτρο ελήφθη χωρίς κλήση του αντιδίκου, ο καθού θα πληροφορηθεί την εκτέλεση του από το αλλοδαπό δικαστήριο που την επέτρεψε, πράγμα που μπορεί να αποτελέσει μία πρώτη πηγή καθυστερήσεως. Ακόμη και αν επιτύχει γρήγορα την άρση των μέτρων που επιβλήθηκαν στα περιουσιακά του στοιχεία, η απόφαση αυτή θα πρέπει να διαβιβαστεί στο κράτος της εκτελέσεως, και αυτό μπορεί να αποτελέσει δεύτερη πηγή καθυστερήσεως.
Η συνηθέστερη όμως περίπτωση θα είναι να μην κατοικεί ο καθού στο κράτος όπου εδρεύει το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως. Στην περίπτωση αυτή για προφανείς πρακτικούς λόγους θα χρειασθεί κάποιο χρονικό διάστημα για να υποβάλει το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού.
Ο καθού μπορεί να προσβάλει το ασφαλιστικό μέτρο ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου εκτελέσεως; Το άρθρο 29 της Συμβάσεως δεν του επιτρέπει βέβαια να επικαλεστεί λόγους ουσίας. Χωρίς αμφιβολία θα μπορεί, όπως προτείνει ο Jenard στα σχόλια επί του άρθρου 37 (έκθεση επί της Συμβάσεως — JO C 59 της 5ης Μαρτίου 1979, σ. 51), να αποδείξει ότι εξόφλησε το χρέος του μετά την έκδοση της αλλοδαπής αποφάσεως. Η δυνατότης όμως αυτή, που είναι πράγματι ελάχιστη, ουδόλως εξασφαλίζει κατάλληλη προστασία σε όλες τις περιπτώσεις.
Αν, για παράδειγμα, ο οφειλέτης αρνηθεί ότι είναι κύριος των κατασχεθέντων, διότι μόλις τα επώλησε, ο — δικαιολογημένος εξάλλου — αποκλεισμός τής επί της ουσίας αναθεωρήσεως θα τον εμποδίσει να προβάλει το επιχείρημα αυτό. Επίσης, ο τρίτος που απέκτησε κυριότητα δεν θα μπορεί να παρέμβει στη δίκη.
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι ανακοπή που να επιφέρει γρήγορα αποτελέσματα δεν είναι δυνατόν να ασκηθεί ούτε ενώπιον του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως ούτε ενώπιον του δικαστηρίου εκτελέσεως. Για να είναι αποτελεσματική, η ανακοπή κατά της εκτελέσεως ασφαλιστικού μέτρου απαιτεί το δικαστήριο που θα αποφανθεί επ' αυτής να είναι συγχρόνως αρμόδιο να κρίνει αν το μέτρο αυτό είναι δικαιολογημένο και ποια μορφή πρέπει να λάβει, και να είναι επίσης σε θέση να προσδώσει άμεση ισχύ στην απόφαση στην οποία θα καταλήξει, όποια και αν είναι αυτή. Έδειξα νομίζω ότι ούτε το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως ούτε αυτό του τόπου της εκτελέσεως συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις αυτές.
3)
Αυτή η αδυναμία του καθού να αντιδράσει γρήγορα και αποτελεσματικά κατά αποφάσεως αλλοδαπού δικαστηρίου που εκδόθηκε έπειτα από διαδικασία χωρίς κλήση του αντιδίκου, η οποία αποσκοπούσε στο να επιτραπεί η λήψη ασφαλιστικών μέτρων εις βάρος του, αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, παράνομη προσβολή του δικαιώματος αμύνης.
Όμως η Σύμβαση των Βρυξελλών βασίζεται στην αυστηρή τήρηση του δικαιώματος αυτού. Η τήρηση αυτή εκδηλώνεται στο άρθρο 2 της Συμβάσεως που αποτελεί απλή εφαρμογή της αρχής «actor sequitur forum rei» (αρμόδιο είναι το δικαστήριο της κατοικίας του εναγομένου). Όπως εξηγεί ο Jenard, η συνήθης διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου της κατοικίας του εναγομένου «δικαιολογείται πολύ περισσότερο στο διεθνές επίπεδο απ' ότι στο εσωτερικό δίκαιο. Πράγματι είναι γενικά πιο δύσκολο να αμυνθεί κανείς ενώπιον των δικαστηρίων αλλοδαπού κράτους απ' ό,τι ενώπιον αυτών άλλης πόλεως του κράτους της κατοικίας του» (έκθεση επί της Συμβάσεως, JO C 59 της 5ης Μαρτίου 1979, σ. 18).
Όμοια, το άρθρο 20, δεύτερη παράγραφος, της Συμβάσεως, που ορίζει ότι «ο δικαστής οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία εφόσον δεν διαπιστώνεται ότι ο εναγόμενος αυτός ήταν σε θέση να παραλάβει το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης εντός της αναγκαίας για την άμυνα του προθεσμίας ή ότι καταβλήθηκε κάθε επιμέλεια για το σκοπό αυτό», «έχει επίσης ως σκοπό να εξασφαλίσει το δικαίωμα της αμύνης, αναγνωρίζοντας τη σημασία της επιδόσεως των δικαστικών εγγράφων στη διεθνή έννομη τάξη» (Jenard, έκθεση επί της συμβάσεως, σ. 39).
Αυτή η αυστηρότητα στην απαίτηση τηρήσεως του δικαιώματος αμύνης δεν είναι τυχαία. Αποτελεί το αντιστάθμισμα του άκρου φιλελευθερισμού της Συμβάσεως στον τομέα της αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των αποφάσεων. Ο φιλελευθερισμός αυτός δεν επιτρέπεται παρά μόνον αν το δικαστήριο της εκτελέσεως μπορεί να έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως. Αυτήν ακριβώς την άποψη εκφράζει ο Jenard όταν αναφέρει, στην αρχή των γενικών του παρατηρήσεων επί της αναγνωρίσεως και της εκτελέσεως (έκθεση επί της Συμβάσεως, σ. 42), ότι «λόγω των εγγυήσεων που παρέχονται στον εναγόμενο στη διαδικασία εκδόσεως της αποφάσεως, η Σύμβαση στον τίτλο III είναι πολύ φιλελεύθερη όσον αφορά την αναγνώριση και την εκτέλεση».
Επομένως, κατά τη γνώμη μου, το σύστημα της Συμβάσεως αποκλείει τη δυνατότητα αιφνιδιασμού του εναγομένου με την εκτέλεση αποφάσεως που δεν του επιδόθηκε και ενώ δεν γνώριζε ούτε την ύπαρξη της δίκης που κατέληξε στην απόφαση αυτή. Η σημασία της τηρήσεως του δικαιώματος αμύνης οδηγεί επίσης στη σκέψη ότι οι συντάκτες της Συμβάσεως, αν ήθελαν να μην εφαρμόζεται σε αποφάσεις, όπως αυτή της κυρίας δίκης, η άρνηση αναγνωρίσεως και εκτελέσεως για το λόγο που αναφέρεται στο άρθρο 27, περίπτωση 2, θα το είχαν αναφέρει ρητά.
Δεν μπορεί μάλιστα να αποκλειστεί ότι τα δικαστήρια ορισμένων κρατών, που είναι ιδιαιτέρως απαιτητικά όσον αφορά την τήρηση του δικαιώματος αμύνης, θα αρνηθούν να περιάψουν τον εκτελεστήριο τύπο επί των αποφάσεων που επιβάλλουν ασφαλιστικά μέτρα κατόπιν διαδικασίας χωρίς κλήση του αντιδίκου, προβάλλοντας ότι οι αποφάσεις αυτές αντιτίθενται στην εθνική τους δημόσια τάξη.
III — Πρέπει μήπως από τα προηγούμενα να συναχθεί το συμπέρασμα ότι υπό το κράτος της Συμβάσεως των Βρυξελλών ο δανειστής δεν μπορεί να προστατεύσει τα συμφέροντα του, πετυχαίνοντας τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων από ένα δικαστήριο και αιφνιδιάζοντας τον οφειλέτη του;
1)
Αυτό θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε το άρθρο 24, που αναφέρθηκε ήδη, διάταξη που έχει την αντίστοιχη της σε όλες σχεδόν τις συμβάσεις περί εκτελέσεως (έκθεση Jenard, σ. 42). Σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου αυτού είναι δυνατόν οι δικαστικές αρχές συμβαλλομένου κράτους, από τις οποίες ζητείται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, να επιτρέψουν τα μέτρα αυτά κατόπιν διαδικασίας χωρίς κλήση του αντιδίκου, αν προβλέπεται αυτό στο δίκαιο του κράτους αυτού, ενώ διεθνή δικαιοδοσία για την κρίση επί της ουσίας έχουν τα δικαστήρια άλλου συμβαλλομένου κράτους.
Το πλεονέκτημα της προσφυγής στο άρθρο 24 είναι ότι ο δικαστής από τον οποίο ζητείται η λήψη των ασφαλιστικών μέτρων δεν έχει μόνο κάθε εξουσία όσον αφορά τη διαδικασία, αλλά γνωρίζει και τα πραγματικά περιστατικά της προκειμένης περιπτώσεως. Ακόμη και αν τη διενεργεί κατά τρόπο επιφανειακό και προσωρινό, η εξέταση των συνθηκών της προκειμένης περιπτώσεως του είναι πράγματι αναγκαία για να σχηματίσει πεποίθηση όσον αφορά τη σκοπιμότητα λήψεως του μέτρου που του ζητείται. Στο δικονομικό επίπεδο είναι βέβαια ο μόνος υπεύθυνος για την επιλογή του περισσότερο κατάλληλου μέτρου του εθνικού δικαίου. Η εποπτεία που έχει έτσι επί της υποθέσεως τον καθιστά μόνο ικανό να κρίνει, με πλήρη γνώση της υποθέσεως, επί της ανακοπής που θα ασκήσει ενδεχομένως ο καθού κατά της εκτελέσεως του ασφαλιστικού μέτρου που έλαβε.
Ακόμη θα πρέπει βέβαια, για να μπορεί πράγματι το άρθρο 24 να χρησιμεύσει σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, να προβλέπουν όλα τα συμβαλλόμενα κράτη διαδικασία του τύπου της συντηρητικής κατασχέσεως του γαλλικού δικαίου. Η Επιτροπή δήλωσε ότι αυτό συμβαίνει σε όλα τα κράτη, μεταξύ των οποίων ισχύει αυτή τη στιγμή η Σύμβαση.
Ο εκπρόσωπος του Ηνωμένου Βασιλείου επισήμανε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση την ύπαρξη της «Mareva Injunction», ενός ασφαλιστικού μέτρου που φέρει το όνομα υποθέσεως που κρίθηκε από το Court of Appeal της Αγγλίας το 1975. Με ένα τέτοιο ασφαλιστικό μέτρο, το Δικαστήριο απαγορεύει στον καθού να διαθέσει τα σχετικά κεφάλαια εκτός της περιφερείας του, κατόπιν διαδικασίας που μπορεί να διεξαχθεί χωρίς κλήση του αντιδίκου. Ο πληρεξούσιος της Βρετανικής Κυβερνήσεως πληροφόρησε επίσης το Δικαστήριο ότι, στη νομοθεσία που ετοιμάζει το κράτος του ενόψει της προσχωρήσεως του στη Σύμβαση, η εφαρμογή του ασφαλιστικού αυτού μέτρου θα επεκταθεί στις περιπτώσεις όπου αρμόδια για την κρίση της ουσίας είναι δικαστήρια άλλου συμβαλλομένου κράτους.
Στη Δανία, με συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 612 και 628 του Κώδικα Δικονομίας («Lov om rettens pleje»), μπορεί να επιτευχθεί ασφαλιστικό μέτρο αντίστοιχο προς τη συντηρητική κατάσχεση του γαλλικού δικαίου.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διαθέτω φαίνεται ότι και στην Ιρλανδία υπάρχει η δυνατότητα, σε μία περίπτωση όπως η προκειμένη, να διατάξει το Δικαστήριο τη δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση του καθού.
Τίποτα επομένως δεν εμποδίζει πρακτικά την επίκληση του άρθρου 24 στις διμερείς σχέσεις μεταξύ όλων των κρατών που είναι αυτή τη στιγμή μέλη της Κοινότητας, από τη στιγμή που η Σύμβαση θα ισχύσει και έναντι του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Δανίας.
2)
Η Επιτροπή προέβαλε κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία ένα μειονέκτημα της εφαρμογής του άρθρου 24 που εμφανίζεται ιδίως όταν ο καθού το ασφαλιστικό μέτρο διαθέτει περιουσιακά στοιχεία σε περισσότερα κράτη. Ο αιτών που θέλει να τα κατάσχει θα ήταν τότε υποχρεωμένος να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε κάθε ένα από τα κράτη αυτά.
Από αυτό θα προέκυπταν πρακτικές δυσκολίες που δεν μπορούν να συγκριθούν με αυτές που θα επέφερε η επιλογή της λύσεως που υποστηρίζει η Επιτροπή. Σύμφωνα με τη λύση αυτή, ο αιτών υποχρεούται μόνο να ζητήσει την εκτέλεση της αλλοδαπής αποφάσεως που επιτρέπει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατόπιν διαδικασίας χωρίς κλήση του αντιδίκου, βάσει της συνοπτικής διαδικασίας που προβλέπει η Σύμβαση. Αντίθετα, υπό το κράτος του άρθρου 24, το δικαστήριο της εκτελέσεως θα έπρεπε να προβεί στην πληρέστερη εξέταση κάθε αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, για την οποία έγινε ήδη λόγος.
Πρόκειται πράγματι για μια δυσκολία που πρέπει να φέρει ο αιτών. Τη θεωρώ όμως δίκαιο αντίτιμο για τα εξαιρετικά μέτρα που ζητάει από το δικαστήριο και, αμοιβαίως, έκφραση της αρχής της εύνοιας που πρέπει να απολαύει οφειλέτης. Εκτός αυτού μπορεί να σκεφθεί κανείς ότι, πρακτικά, οι δανειστές που θα κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής θα διαθέτουν τις περισσότερες φορές οργάνωση που θα τους επιτρέπει να αντιμετωπίσουν το μειονέκτημα αυτό.
Ιδίως δεν είμαι βέβαιος ότι οι αιτούντες θα επιτύχουν την περιαφή της αποφάσεως περί ασφαλιστικών μέτρων με τον εκτελεστή-ριο τύπο τόσο εύκολα, όσο πιστεύει η Επιτροπή. Ήδη, όσον αφορά τις σχέσεις των έξι αρχικών μελών της Κοινότητος, η υπό κρίση υπόθεση δείχνει τους δισταγμούς ορισμένων δικαστηρίων. Τι θα γίνει όσον αφορά τα τρία κράτη που δεν έχουν ακόμη κυρώσει τη Σύμβαση των Βρυξελλών;
Το γεγονός ότι η «Mareva Injunction» αποτελεί νεωτερισμό, ο οποίος μάλιστα δεν φαίνεται να έγινε δεκτός χωρίς δισταγμό, οδηγεί στη σκέψη ότι η περιαφή μιας αποφάσεως που επιτρέπει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατόπιν διαδικασίας χωρίς κλήση του αντιδίκου με τον εκτελεστή pio τύπο δεν είναι προφανής για τα δικαστήρια των κρατών του Common Law, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι, όπως έχει σήμερα η νομοθεσία τους, δεν γνωρίζουν την άμεση εκτέλεση αλλοδαπής αποφάσεως.
Στη Δανία, ακόμη και στο πλαίσιο της Κοινότητας των Σκανδιναβικών Χωρών, μία απόφαση δεν μπορεί καταρχήν να αναγνωριστεί και να εκτελεσθεί, δυνάμει του νόμου 300 της 8ης Ιουνίου 1977, παρά μόνο αν είναι οριστική. Ασφαλώς, ο νόμος αυτός εκτείνεται, εξαιρετικά, και σε ορισμένες μη οριστικές αποφάσεις, που αναφέρονται περιοριστικά, στις οποίες όμως δεν περιλαμβάνονται οι αποφάσεις που λαμβάνονται κατόπιν διαδικασίας χωρίς κλήση του αντιδίκου.
Υπό τις συνθήκες αυτές είναι δικαιολογημένος ο φόβος, λόγω της προοπτικής της επιθυμητής προσχωρήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας και της Δανίας στη Σύμβαση, ότι ορισμένοι δικαστές θα αρνηθούν να αναγνωρίσουν ή να επιτρέψουν την εκτέλεση αποφάσεων όπως αυτή που προκάλεσε το παρόν προδικαστικό ερώτημα. Αντί να επιτευχθεί η ενίσχυση της ασφαλείας του δικαίου και της ελεύθερης κυκλοφορίας των αποφάσεων στην Κοινή Αγορά, θα καταλήξουμε τότε, δυστυχώς, στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκει η Σύμβαση των Βρυξελλών.
Για το λόγο αυτό προτείνω στο Δικαστήριο να ταχθεί υπέρ της εφαρμογής των άρθρων 27, περίπτωση 2,46, περίπτωση 2, και 47, περίπτωση 1, στις διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων η λήψη ασφαλιστικών μέτρων επιτρέπεται χωρίς κλήση του αντιδίκου.
IV — Με το τρίτο του ερώτημα, το Oberlandesgericht της Φραγκφούρτης ερωτά εάν το άρθρο 36, πρώτο εδάφιο, της Συμβάσεως επιτρέπει στον οφειλέτη, στο πλαίσιο της προσφυγής που ασκεί κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της εκτελέσεως, με την οποία επιτρέπεται η εκτέλεση ασφαλιστικού μέτρου, να προβάλει λόγους ουσίας, ανεξαρτήτως του χρόνου γενέσεως των λόγων αυτών.
Συγκεκριμένα μπορεί ο οφειλέτης, σε τέτοια περίπτωση, να επικαλεσθεί συμψηφισμό με απαίτηση που είχε κατά του αιτούντος το ασφαλιστικό μέτρο ήδη πριν αυτό διαταχθεί στο κράτος προελεύσεως;
Όπως συνάγει το ίδιο το παραπέμπον δικαστήριο, η ένσταση του συμψηφισμού δύο οφειλών αναφέρεται στην ουσία, ή, κατ' άλλη έκφραση, στο ουσιαστικό δίκαιο. Όμως, βασική αρχή της Συμβάσεως είναι να μην επιτρέπεται στο δικαστήριο της εκτελέσεως να κρίνει επί της ουσίας της υποθέσεως.
Η αρχή αυτή εφαρμόζεται βέβαια, όπως αναφέρεται στην έκθεση Jenard (σχόλια επί του άρθρου 37, σ. 51), στα δικαστήρια ενώπιον των οποίων ασκούνται οι προσφυγές κατά των αποφάσεων που επιτρέπουν την εκτέλεση.
Ασφαλώς, πρέπει οπωσδήποτε να δεχτούμε, όπως και ο Jenard, ότι «ο προσφεύγων μπορεί πάντως έγκυρα να προβάλει λόγους στηριζόμενους σε γεγονότα μεταγενέστερα της αλλοδαπής αποφάσεως, αποδεικνύοντας για παράδειγμα ότι εξόφλησε το χρέος του μετά την έκδοση της αλλοδαπής αποφάσεως» (σχόλια επί του άρθρου 37, σ. 51). Η εξαίρεση όμως αυτή δεν μπορεί να διευρυνθεί. Δεν μπορεί να καλύψει λόγους που στηρίζονται σε γεγονότα προηγούμενα της αλλοδαπής αποφάσεως που πρέπει να εκτελεσθεί.
Αν το δικαστήριο της εκτελέσεως ελάμβανε υπόψη λόγο αναφερόμενο στην ουσία, θα αντιποιείτο χωρίς αμφιβολία την εξουσία αποφάσεως του δικαστηρίου a quo που έχει διεθνή δικαιοδοσία να κρίνει οριστικά επί του επιδίκου δικαιώματος. Τα έχοντα γι' αυτό διεθνή δικαιοδοσία δικαστήρια είναι τα δικαστήρια που έχουν δικαιοδοσία επί της ουσίας και επομένως, δυνάμει του άρθρου 29, μόνο τα δικαστήρια του κράτους προελεύσεως. Είναι απαράδεκτο, όπως τονίζει η Ιταλική Κυβέρνηση στις παρατηρήσεις της, να έχει η προσφυγή του άρθρου 36 ως αποτέλεσμα τη μεταβολή των συνήθων κριτηρίων κατανομής της διεθνούς δικαιοδοσίας μεταξύ των δικαστηρίων των συμβαλλομένων κρατών.
Σύμφωνα με το σύστημα της Συμβάσεως, αντικείμενο της προσφυγής δεν μπορεί να είναι παρά το «να εξακριβωθεί εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζει η Σύμβαση για την περιαφή του εκτελεστη-ρίου τύπου και να επιτραπεί κατά συνέπεια να κινηθεί η διαδικασία της εκτελέσεως».
Στις σκέψεις αυτές, που ισχύουν όποια και αν είναι η φύση της αποφάσεως του δικαστηρίου του κράτους προελεύσεως, πρέπει να προστεθεί μία παρατήρηση που αφορά ειδικά τις αποφάσεις περί ασφαλιστικών μέτρων. Εν πάση περιπτώσει, νέοι ισχυρισμοί επί της ουσίας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη παρά μόνο εάν έχει περατωθεί η διαδικασία στο αλλοδαπό δικαστήριο. Όμως, όταν η απόφαση του δικαστηρίου επιτρέπει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, εξ ορισμού δεν έχει ακόμη εξετασθεί οριστικά το δικαίωμα που αφορούν τα μέτρα αυτά.
Επιπλέον, στην ειδική περίπτωση εκτελέσεως αλλοδαπής αποφάσεως τέτοιου τύπου στη Γερμανία, η αποδοχή της δυνατότητας προβολής μέσων αμύνης επί της ουσίας θα οδηγούσε στην αναγνώριση μεγαλυτέρων δυνατοτήτων του οφειλέτη να αντιταχθεί στην εκτέλεση αλλοδαπής αποφάσεως απ' ό,τι στην εκτέλεση αποφάσεως ίδιου τύπου που εκδόθηκε στη Γερμανία, όπως προκύπτει από τα άρθρα 916 και 917, παράγραφος 1, του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ZPO). Ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Για όλους αυτούς τους λόγους επιβάλλεται, νομίζω, αρνητική απάντηση στο τρίτο ερώτημα του δικαστηρίου της παραπομπής.
V — Υπό αυτές τις συνθήκες θα εξετάσω επικουρικά το τελευταίο ερώτημα, που υποβάλλεται αποκλειστικά για την περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο ερώτημα. Προϋποθέτοντας ότι το δικαστήριο που εξετάζει σε δεύτερο βαθμό την προσφυγή κατά της εκτελέσεως είναι αρμόδιο να κρίνει τις αντιρρήσεις επί της ουσίας, το ερώτημα αυτό αφορά τη δυνατότητα του καθού να προτείνει ενώπιον του δικαστηρίου αυτού τις αντιρρήσεις που ήδη προέβαλε κατά τη διαδικασία που στρέφεται, στο κράτος προελεύσεως, κατά της αποφάσεως που διατάσσει ασφαλιστικά μέτρα εις βάρος του.
Είναι σαφές ότι οι κανόνες περί εκκρεμοδικίας του άρθρου 21 της Συμβάσεως αποκλείουν εντελώς τέτοια δυνατότητα. Κατά τη διάταξη αυτή «αν έχουν ασκηθεί αγωγές με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων διάφορων συμβαλλόμενων κρατών κάθε δικαστήριο, εκτός εκείνου που έχει πρώτο επιληφθεί, οφείλει, ακόμα και αυτεπάγγελτα, να διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του υπέρ του πρώτου».
Δεν υπάρχει λόγος να μην εφαρμοστεί το άρθρο αυτό στην ειδική περίπτωση που περιγράφει το Oberlandesgericht στο ερώτημα του. Έτσι θα μπορούσε ν' αποφευχθεί ο κίνδυνος να εκδώσουν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του κράτους προελεύσεως και το δικαστήριο του τόπου εκτελέσεως αντιφατικές αποφάσεις επί του ιδίου ερωτήματος.
Καταλήγοντας προτείνω να δοθεί η εξής απάντηση στα ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Oberlandesgericht της Φραγκφούρτης:
1.
Τα άρθρα 27, περίπτωση 2, και 46, περίπτωση 2, εφαρμόζονται στις διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων επιτρέπεται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων χωρίς κλήση του αντιδίκου.
2.
Το άρθρο 47, περίπτωση 1, στο μέτρο που ορίζει ότι ο διάδικος που ζητεί την εκτέλεση οφείλει να προσκομίσει έγγραφα κατάλληλα να αποδείξουν ότι η απόφαση της οποίας ζητείται η εκτέλεση έχει επιδοθεί, εφαρμόζεται επίσης επί των αποφάσεων που επιτρέπουν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατόπιν διαδικασίας χωρίς κλήση του αντιδίκου.
3.
Δεν επιτρέπεται στον καθού να επικαλεστεί κατά τη διαδικασία εκτελέσεως συμψηφισμό ο οποίος εχώρησε πριν από την έκδοση της αποφάσεως από το δικαστήριο του κράτους προελεύσεως.
4.
Το ίδιο ισχύει ακόμη περισσότερο αν προέβαλε ήδη την ένσταση αυτή στο πλαίσιο προσφυγής κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε στο κράτος προελεύσεως.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy