ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GERHARD REISCHL
της 18ης Σεπτεμβρίου 1980 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Οι δύο υποθέσεις επί των οποίων θα αναπτύξω σήμερα κοινές προτάσεις1 — λόγω του ουσιαστικού δεσμού που υφίσταται προφανώς μεταξύ τους — αφορούν για μια φορά ακόμη το νέο γλυκαντικό που είναι η ισογλυκόζη, η οποία μας είναι ήδη οικεία χάρη σε πολυάριθμες προηγούμενες υποθέσεις.
Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά αυτού του προϊόντος, όπως και όσον αφορά το κοινοτικό καθεστώς που εφαρμόζεται επί του θέματος αυτού, μπορώ να παραπέμψω στις αποφάσεις και στις προτάσεις στην υπόθεση 101/76, Koninklijke Scholten Honig NV κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, απόφαση της 5ης Μαΐου 1977, Sig 1977, σ. 797, στις υποθέσεις 103/77, 125/77 και 145/77, Royal Scholten Honig (Holdings) Limited κατά Intervention Board for Agricultural Produce, Koninklijke Scholten Honig NV και De verenigde Zetmeelbedrijven De Bijenkorf BV κατά Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten, Tunnel Refineries Limited κατά Intervention Board for Agricultural Produce, αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 1978, Sig 1978, σ. 1991 και 2037, καθώς και στις υποθέσεις 116/77, 124/77 και 143/77, G. R. Amylum N.V Tunnel Refineries Limited και Koninklijke Scholten Honig NV κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 1979.
Η απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1978 (Sig 1978, σ. 2070 και επόμενες) διαπίστωσε ότι το σύστημα της συνεισφοράς στην παραγωγή που θεσπίστηκε για την ισογλυκόζη από τον κανονισμό 1111/77 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/18, σ. 86) μεταχειρίζεται τους παραγωγούς ισογλυκόζης και τους παραγωγούς ζάχαρης κατά τρόπο διαφορετικό και επομένως προσβάλλει, ελλείψει αντικειμενικής δικαιολογίας, τη γενική αρχή της ισότητας της οποίας ειδική έκφραση αποτελεί η απαγόρευση των διακρίσεων, που εξαγγέλλει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Ο κανονισμός 1111/77 δεν είναι επομένως ισχυρός κατά το μέτρο που τα άρθρα του 8 και 9 επιβάλλουν συνεισφορά στην παραγωγή ισογλυκόζης 5 λογιστικών μονάδων για 100 χιλιόγραμμα ξηράς ουσίας για την περίοδο που αντιστοιχεί στην περίοδο εμπορίας ζαχάρεως 1977-1978.
Οι αρμόδιες κοινοτικές αρχές έπρεπε επομένως να πληρώσουν το νομικό κενό που προέκυψε από την απόφαση αυτή. Στις 7 Μαρτίου 1979 υπέβαλε η Επιτροπή στο Συμβούλιο πρόταση τροποποιήσεως του κανονισμού 1111/77. Το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΟΚ επέβαλε τη διαβούλευση επί του θέματος αυτού με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Θα αναπτύξω αργότερα λεπτομερώς πώς διεξήχθη αυτή η διαβούλευση με όλες της τις ιδιομορφίες — διότι η νομική εκτίμηση της παρούσας υποθέσεως εξαρτάται από αυτή τη διαβούλευση. Στις 25 Ιουνίου 1979 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1293/79 «περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1111/77 “περί θεσπίσεως κοινών διατάξεων για την ισογλυκόζη” (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/25, σ. 176), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1979.
Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού κατήργησε από 1ης Ιουλίου 1977 τις διατάξεις του τίτλου Π του κανονισμού 1111/77, δηλαδή το προαναφερθέν σύστημα συνεισφοράς.
Το άρθρο 3 του κανονισμού 1293/79 παρενέβαλε ως άρθρα 8 και 9 στον κανονισμό 1111/77 καθεστώς ποσοστώσεων. Το καθεστώς αυτό έπρεπε να εφαρμοσθεί για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1979 ως 30 Ιουνίου 1980. Το Συμβούλιο έπρεπε να θεσπίσει πριν από την 1η Ιανουαρίου 1980 το σύστημα που θα ίσχυε από την 1η Ιουλίου 1980. Ασφαλώς — ας μου επιτραπεί να το πω ήδη από τώρα — αυτό δεν συνέβη· αντιθέτως, ο κανονισμός 1592/80 του Συμβουλίου της 24ης Ιουνίου 1980 (ABl. L 160 της 26ης Ιουνίου 1980, σ. 12) κήρυξε το σύστημα που εισήχθη από τον κανονσμό 1293/79 εφαρμοστέο επίσης για την περίοδο εμπορίας 1980-1981, η οποία τερματίζεται στις 30 Ιουνίου 1981.
Το σύστημα ποσοστώσεων χορηγεί βασική ποσόστωση σε κάθε επιχείρηση που παράγει ισογλυκόζη η οποία είναι εγκατεστημένη στην Κοινότητα. Καταρχήν, η ποσόστωση αυτή είναι ίση με το διπλάσιο της παραγωγής κάθε επιχειρήσεως που διαπιστώθηκε για την περίοδο από 1ης Νοεμβρίου 1978 ως τις 30 Απριλίου 1979. Εξάλλου, σε κάθε επιχείρηση που διαθέτει βασική ποσόστωση χορηγείται μεγίστη ποσόστωση ίση με τη βασική της ποσόστωση προσαρμοσμένη με συντελεστή. Ο συντελεστής αυτός είναι ο καθοριζόμενος δυνάμει του άρθρου 25, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3330/74 (ABl L 359 της 31ης Δεκεμβρίου 1974, σ. 1) για τον καθορισμό της ποσοστώσεως ζάχαρης Β, για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1979 ως 30 Ιουνίου 1980. Εξάλλου, το άρθρο 9, παράγραφος 3, του κανονισμού 1111/77 όπως ισχύει μετά τον κανονισμό 1293/79 ορίζει ότι η βασική ποσόστωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 διορθώνεται κατά περίπτωση έτσι ώστε η μεγίστη ποσόστωση η καθοριζόμενη σύμφωνα με την παράγραφο 2 να μην υπερβαίνει το 85% ούτε να είναι μικρότερη του 65% της ετήσιας τεχνικής παραγωγικής δυναμικότητας της οικείας επιχειρήσεως. Οι βασικές ποσοστώσεις που προκύπτουν έτσι για κάθε επιχείρηση αναφέρονται στο παράρτημα Π του κανονισμού 1293/79. Οι παράγραφοι 7 και 8 του ίδιου άρθρου 9 ορίζουν τα εξής:
«7.
Η ποσότητα ισογλυκόζης που παρήχθη κατά την περίοδο την αναφερομένη στο άρθρο 8, παράγραφος 1 και:
—
υπερβαίνει τη μεγίστη ποσόστωση της επιχειρήσεως,
ή
—
παρήχθη από μια επιχείρηση που δεν ευνοήθηκε με καμιά ποσόστωση
δεν δύναται να διατεθεί στην εσωτερική αγορά της Κοινότητος και πρέπει να εξαχθεί στη φυσική της κατάσταση προς τις τρίτες χώρες χωρίς να γίνει εφαρμογή του άρθρου 4 (περί επιστροφής).
8.
Για την παραχθείσα ποσότητα ισογλυ-κόζης που υπερβαίνει τη βασική ποσόστωση χωρίς να υπερβαίνει τη μεγίστη ποσόστωση, τα κράτη μέλη εισπράττουν από τον βιομήχανο ισογλυκόζης μια συνεισφορά στην παραγωγή.
Για την περίοδο την αναφερομένη στο άρθρο 8, παράγραφος 1, το ποσό της συνεισφοράς στην παραγωγή ισογλυκόζης ισούται με το μέρος της συνεισφοράς στην παραγωγή ζάχαρης που καθορίζεται από τη ζαχαρική περίοδο 1979-80 δυνάμει του άρθρου 28 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3330/74 που επιβαρύνει τους ζαχαροβιομηχάνους.»
Οι επιχειρήσεις Roquette Frères, με έδρα τη Γαλλία (και των οποίων η βασική ποσόστωση καθορίστηκε, σύμφωνα με το παράρτημα II του κανονισμού 1293/79, σε 15887 τόνους) και η Maizena GmbH, με έδρα την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (και της οποίας η βασική ποσόστωση καθορίστηκε, σύμφωνα με το παράρτημα II του κανονισμού 1293/79, σε 28000), οι οποίες παράγουν μεταξύ άλλων και ισογλυκόζη από μερικά ήδη χρόνια, κρίνουν ότι υπέστησαν ζημία από τις διατάξεις αυτές. Για τον λόγο αυτό οι επιχειρήσεις αυτές προσέφυγαν στο Δικαστήριο στις 31 Αυγούστου και στις 5 Σεπτεμβρίου 1979 και ζήτησαν
—
να κηρύξει ανίσχυρο τον καθορισμό, που έγινε με το παράρτημα II του κανονισμού 1111/77, της ποσοστώσεως παραγωγής για την προσφεύγουσα (υπόθεση 138/79) και επί πλέον
—
να ακυρώσει τον κανονισμό 1111/77 όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 1293/79, κατά το μέτρο που, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 4, επιβάλλει στην προσφεύγουσα με το παράρτημα II (βλ. υπό την έννοια αυτή την υπόθεση 139/79) ποσόστωση παραγωγής για την ισογλυκόζη.
Το Συμβούλιο προτείνει την απόρριψη των προσφυγών. Δυο άλλα κοινοτικά όργανα παρενέβησαν επίσης στη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή, υπέρ των προσφευγουσών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και, υπέρ του Συμβουλίου, καθού στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή.
I — Προβλήματα παραδεκτού
Πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό της παρεμβάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη δίκη, καθώς και το παραδεκτό των προσφυγών και ορισμένων λόγων που επικαλούνται υπέρ αυτών των προσφυγών.
1. Επί της παρεμβάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Στο δικόγραφο ανταπαντήσεως του της 10ης Μαρτίου 1980 και στη συνέχεια κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, το Συμβούλιο προέβαλε επιφυλάξεις ως προς το παραδεκτό της παρεμβάσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αυτή η σχετική καθυστέρηση εξηγείται από το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο υπέβαλε την παρέμβαση του μόλις στις 24 Δεκεμβρίου 1979, δηλαδή μετά την κατάθεση του δικογράφου αντικρούσεως και ότι το δικόγραφο αυτό της παρεμβάσεως κρίθηκε με Διάταξη της 16ης Ιανουαρίου 1980 — χωρίς προφανώς να ακουσθούν οι διάδικοι.
α)
Κατά τη γνώμη μου, οι επιφυλάξεις που ανέφερα δεν μπορούν να αρθούν παραπέμποντας απλώς και μόνο στην προαναφερθείσα Διάταξη. Η Διάταξη αυτή επιτρέπει τη συμμετοχή στη δίκη προσωρινά- αντιστρόφως, η απόφαση είναι αυτή που κρίνει κατά περίπτωση το παραδεκτό της παρεμβάσεως, όπως συνάγεται σαφώς από τη νομολογία. Σχετικά, παραπέμπω στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 9/61 (Κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1962, Sig. 1962, σ. 4479).
β)
Όταν πρόκειται για εκούσια παρέμβαση — όπως προβλέπεται από το άρθρο 37 του οργανισμού του Δικαστηρίου —, το Συμβούλιο εξαρτά την ικανότητα παρεμβάσεως σε δίκη από την ικανότητα ασκήσεως προσφυγής. Τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούν να παρέμβουν σε δίκη — πράγμα που αντιστοιχεί στη σκέψη που εκφράζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ — παρά μόνο αν είχαν επίσης την ικανότητα ασκήσεως προσφυγής για την οικεία διαφορά. Επομένως, κατά την άποψη του Συμβουλίου, δεδομένου ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν διαθέτει γενική ικανότητα ασκήσεως προσφυγής — όπως αυτό προκύπτει, για την προσφυγή ακυρώσεως, από το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ — και ούτε αποτελεί διάδικο στις δίκες του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να κριθεί ότι η γενική οικονομία της Συνθήκης δεν δίνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γενική ικανότητα παρεμβάσεως.
Επικουρικά, στην περίπτωση κατά την οποία ήθελε κριθεί ότι όλα τα κοινοτικά όργανα δικαιούνται καταρχήν να παρέμβουν, σύμφωνα με το άρθρο 37 του οργανισμού του Δικαστηρίου, θα έπρεπε να γίνει δεκτό ότι, διαφορετικά από ό,τι προβλέπεται για τα λοιπά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 37, εδάφιο 2, δηλαδή ειδικότερα για τα φυσικά πρόσωπα και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν θα απαιτούνταν στην πραγματικότητα να πιθανολογηθεί «συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο». Αντιθέτως, το συμφέρον αυτό θα τεκμαιρόταν αλλά αυτό δεν θα απήλλασσε το Δικαστήριο από την υποχρέωση να κρίνει αν πράγματι υφίσταται. Σχετικά, δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκές το συμφέρον για την τήρηση της νομιμότητας διότι, σύμφωνα με το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν ανήκει στην αρμοδιότητα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου η άσκηση προσφυγής ακυρώσεως ως μέσου ελέγχου της νομιμότητας. Το Συμβούλιο θεωρεί ότι, στην παρούσα διαφορά, η οποία αφορά προσφυγή που κατατέθηκε από ιδιωτικές επιχειρήσεις και επιδιώκει την ακύρωση συγκεκριμένης αποφάσεως που τις αφορά, δεν πρέπει να λησμονηθεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει συμφέρον να υποστηρίξει το κεφάλαιο αυτό της προσφυγής, ούτως ώστε ελλείπει η σύμπτωση των συμφερόντων που απαιτεί η παρέμβαση. Στην πραγματικότητα η παρέμβαση επιδιώκει εδώ άλλο σκοπό, δηλαδή την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έναντι άλλου κοινοτικού οργάνου. Επομένως, κατά την άποψη του Συμβουλίου, όταν μια διαφορά μεταξύ κοινοτικών οργάνων επικαλύπτει σύγκρουση ιδιωτικών επιχειρήσεων με κοινοτικά όργανα, πρέπει να κριθεί ότι η παρέμβαση αποτελεί πραγματική προσφυγή, κατά κατάχρηση του δικαιώματος παρεμβάσεως.
αα)
Σχετικά, θεωρώ αναγκαίο να υπογραμμίσω καταρχάς ότι το άρθρο 37 του οργανισμού του Δικαστηρίου παρέχει κατά τρόπο εντελώς γενικό και χωρίς κανένα περιορισμό, όχι μόνο στα κράτη μέλη αλλά επίσης και στα όργανα της Κοινότητας, τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν στις διαφορές που υποβάλλονται στο Δικαστήριο. Δεν μου φαίνεται δυνατό να περιοριστεί αυτή η δυνατότητα με την επίκληση της ελλείψεως ικανότητας ασκήσεως προσφυγής και των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται για τα όργανα στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το γεγονός και μόνο ότι είναι δυνατή η παρέμβαση όχι μόνον υπέρ του προσφεύγοντος διαδίκου, αλλά επίσης και υπέρ του καθού η προσφυγή διαδίκου, έρχεται σε αντίθεση με αυτή την άποψη. Προπαντός δε η απόπειρα αυτή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία διότι το πρωτόκολλο του οργανισμού του Δικαστηρίου που ρυθμίζει την παρέμβαση έχει επίσης την ίδια νομική ισχύ με τις διατάξεις της Συνθήκης, όπως τούτο προκύπτει σαφώς από το άρθρο 239 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά συνέπεια, όταν στον οργανισμό του Δικαστηρίου ορισμένα συγκεκριμένα δικαιώματα, όπως η άσκηση παρεμβάσεως, καθορίζονται διαφορετικά από ό,τι το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ ή το δικαίωμα συμμετοχής σε διαδικασία δυνάμει του άρθρου 177 της ίδιας Συνθήκης, αυτό σημαίνει ασφαλώς ότι τα δικαιώματα αυτά έχουν διαφορετικό περιεχόμενο και επομένως — εφόσον δεν γίνεται εδώ καμιά διάκριση — σε όλα τα όργανα παρέχεται ευρύ δικαίωμα παρεμβάσεως. Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει αναφορά ούτε στο άρθρο 4 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεδομένου ότι, ως «Συνθήκη» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πρέπει σύμφωνα ακριβώς με το άρθρο 239 της Συνθήκης ΕΟΚ, να νοηθούν επίσης οι διατάξεις του πρωτοκόλλου του οργανισμού του Δικαστηρίου.
ββ)
Περαιτέρω, όσον αφορά το έννομο συμφέρον παρεμβάσεως, είμαι πεπεισμένος ότι η διαφορά η οποία υφίσταται μεταξύ των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 37 του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ δεν συνίσταται στο ότι το εδάφιο 2 απαιτεί την πιθανολόγηση του εννόμου συμφέροντος για τη λύση της διαφοράς που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο, ενώ το εδάφιο 1 δέχεται ένα τεκμήριο, τη βασιμότητα του οποίου οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο. Στην περίπτωση του εδαφίου 1, το έννομο συμφέρον μάλλον δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο. Το άρθρο 40 του οργανισμού — που πραγματεύεται την ερμηνεία των αποφάσεων — παρέχει ισχυρό επιχείρημα υπέρ της ερμηνείας αυτής: πράγματι, το άρθρο αυτό προβλέπει ότι και τα όργανα που υποβάλλουν σχετική αίτηση πρέπει να έχουν έννομο συμφέρον.
Αλλά, κι αν έπρεπε το άρθρο 37, εδάφιο 1, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι και αυτό απαιτεί την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος ασκήσεως προσφυγής, φρονώ ότι δεν μπορεί να εφαρμοσθεί σε κάθε περίπτωση στα όργανα της Κοινότητας που παρεμβαίνουν η νομολογία — που αφορά ιδιώτες παρεμβαίνοντες — σύμφωνα με την οποία — παραπέμπω παραδείγματος χάρη στις υποθέσεις 111/63 (Lemmerz-Werke GmbH κατά Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, απόφαση της 13ης Ιουλίου 1965, Sig. 1965, σ. 835) και 58/64 (Grundig-Verkaufs-GmbH κατά Επιτροπής της ΕΟΚ, απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966, Sig. 1966, σ. 429) — αυτό που έχει σημασία είναι το έννομο συμφέρον για τη λύση της διαφοράς, η οποία προκύπτει από το διατακτικό της αποφάσεως του Δικαστηρίου, ενώ δεν αρκεί το συμφέρον που μπορεί να έχει ο παρεμβαίνων για την ευνοϊκή έκβαση ορισμένων λόγων ακυρώσεως. Στην παρούσα περίπτωση, το κύρος των προσβαλλόμενων μέτρων εξαρτάται επίσης από το ζήτημα αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμμετέσχε ορθώς στη θέσπιση τους. Κατά συνέπεια, είναι πολύ πιθανόν ότι η απόφαση του Δικαστηρίου θα μνημονεύσει το δικαίωμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να ερωτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΟΚ. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι δυνατόν — και αν ακόμη ήθελε χαρακτηρισθεί μια τέτοια διαφορά ως διαφορά μεταξύ οργάνων της Κοινότητας — να απαγορευθεί με λογικά επιχειρήματα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να μετάσχει στη λύση αυτού του σημαντικού για τις αρμοδιότητες του ζητήματος, ώστε να δοθεί έτσι στην απόφαση — πράγμα που αποτελεί επίσης λειτουργία της παρεμβάσεως — σταθερότερη βάση από εκείνη που θα μπορούσε να είχε αν δεν παρενέβαινε το Κοινοβούλιο. Το συμφέρον αυτό αρκεί για το άρθρο 37, εδάφιο 1, του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί εδώ να γίνει λόγος για κατάχρηση του δικαιώματος παρεμβάσεως — ακόμη και αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει τη δυνατότητα να ασκήσει προσφυγή κατά πράξεως που εκδόθηκε κατά δήθεν προσβολή των δικαιωμάτων του.
Αντίθετα, λοιπόν, προς τις εκφρασθείσες επιφυλάξεις του Συμβουλίου,, η απόφαση θα πρέπει να κρίνει ότι νομίμως παρενέβη το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην παρούσα δίκη.
2. Επί του παραδεκτού των προσφυγών και ορισμένων λόγων
Όπως γνωρίζετε, το Συμβούλιο θεωρεί επίσης ότι οι προσφυγές που άσκησαν οι επιχειρήσεις Roquette και Maizena είναι απαράδεκτες ενόψει της νομικής φύσεως των προσβαλλόμενων διατάξεων. Για το Συμβούλιο, ο κανονισμός 1293/79 περιέχει γενική κανονιστική ρύθμιση, ειδικότερα δε το καθεστώς των ποσοστώσεων που προβλέπεται στο άρθρο 9 εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις που παράγουν ισογλυκόζη, περιλαμβανομένων και εκείνων που άρχισαν την παραγωγή τους μόλις κατά τη διάρκεια της ισχύος της ρυθμίσεως. Πρόκειται δηλαδή για γνήσιο κανονισμό, πράγμα που ενισχύεται εξάλλου από το γεγονός ότι ο κανονισμός αυτός εκδόθηκε για να τροποποιηθεί ο κανονισμός 1111/77. Αντιθέτως, το Συμβούλιο θεωρεί πλάνη να εκτιμηθεί μεμονωμένα το παράρτημα Π, το οποίο απαριθμεί τις βασικές ποσοστώσεις έξι επιχειρήσεων. Πράγματι, το παράρτημα αυτό δεν έχει κανένα αυτόνομο ρυθμιστικό περιεχόμενο· περιορίζεται στο να εκφράσει κατά τρόπο αμιγώς διαπιστωτικό — όπως προκύπτει από τη διατύπωση που χρησιμοποίησε το άρθρο 9, παράγραφος 4 — αυτό που αποτελεί απλή αριθμητική πράξη που έγινε βάσει των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου αυτού άρθρου. Κατά το Συμβούλιο, το προαναφερθέν παράρτημα δεν αποτελεί εκτελεστική απόφαση του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 3, διότι δεν ελήφθησαν υπόψη προς τον σκοπό αυτό ατομικές περιπτώσεις. Οι προσφυγές είναι επομένως απαράδεκτες, σύμφωνα με το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι η διάταξη αυτή απαγορεύει στους θιγόμενους ιδιώτες να προσβάλλουν τους κανονισμούς και διότι — αυτό αφορά ειδικότερα το παράρτημα Π — προϋπόθεση ασκήσεως της προσφυγής είναι η ύπαρξη πράξεως βλαπτικής και η οποία παράγει νομικά αποτελέσματα. Κατά τη γνώμη άλλωστε του Συμβουλίου, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ουδόλως στερούνται νομικής προστασίας διότι έχουν τη δυνατότητα να προσβάλλουν την εφαρμογή του κανονισμού ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα οποία μπορούν να υποβάλλουν σε έλεγχο, βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τις αντιρρήσεις που θα προβάλλουν κατά της ισχύος των βασικών διατάξεων.
Επί πλέον, το Συμβούλιο θεωρεί απαραίτητο να τονίσει σε κάθε περίπτωση ότι οι προσφεύγουσες προσέβαλαν όχι μόνο τις ποσοστώσεις που τους χορηγήθηκαν, αλλά επίσης αυτό καθαυτό το καθεστώς των ποσοστώσεων και τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκαν. Κατά την άποψη του, είναι βέβαιο ότι τα επιχειρήματα αυτά, που αφορούν γενικούς κανόνες, δεν μπορούν να θεωρηθούν παραδεκτά. Σχετικά, οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να αναφερθούν στο άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας των γενικών πράξεων που προβλέπεται στη διάταξη αυτή προϋποθέτει ότι πρόκειται για προηγούμενες πράξεις και δεν μπορεί να γίνει επίκληση αυτής της ενστάσεως παρά μόνο μετά την εκπνοή ορισμένων προθεσμιών — όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 184.
α)
Ενόψει της επιχειρηματολογίας αυτής πρέπει να λεχθεί καταρχάς ότι το παραδεκτό των προσφυγών που ασκούνται δυνάμει του άρθρου 173 δεν μπορεί φυσικά να εξαρτάται από τη δυνατότητα προσβολής μιας αμφισβητούμενης κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, αφού εφαρμόστηκε από τους εθνικούς οργανισμούς, ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, πράγμα που θα μπορούσε ενδεχομένως να δώσει λαβή σε διαδικασία βάσει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Συνθήκη προφανώς δεν γνωρίζει τέτοια σχέση επικουρικότητας μεταξύ διαφόρων μορφών δυνατής νομικής προστασίας· αυτό θα κατέληγε άλλωστε σε πολλές περιπτώσεις, όπως στην παρούσα, στην όχι ευχάριστη καθυστέρηση της λύσεως σημαντικών νομικών ζητημάτων. Ούτε έχω άλλωστε την εντύπωση ότι είναι αυτό που θέλει να πει το Συμβούλιο όταν ανέφερε τη δυνατή χρήση εθνικών δικαστικών διαδικασιών. Μάλλον θέλησε να διαλύσει την ανησυχία ότι στην παρούσα υπόθεση θα μπορούσαν οι ενδιαφερόμενοι να μείνουν χωρίς νομική προστασία.
β)
Κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, που μόνο μας ενδιαφέρει, όταν οι θιγόμενοι ιδιώτες ασκούν προσφυγή κατά των πράξεων που φέρουν την ονομασία κανονισμού, είναι σημαντικό αν οι πράξεις αυτές, κατά το μέτρο που αφορούν την προσφυγή ακυρώσεως, έχουν πράγματι κανονιστικό χαρακτήρα ή αν πρόκειται στην πραγματικότητα για κεκαλυμμένες ατομικές πράξεις. Η νομολογία έλαβε επανειλημμένα θέση σ' αυτό το πρόβλημα οροθετήσεως, προσφάτως δε παραδείγματος χάρη στις υποθέσεις 789 και 790/79, CALPAK S.p.A. και Società Emilian Lavorazione Frutti S.p.A. κατά Επιτροπής, απόφαση της 17ης Ιουνίου 1980. Παραπέμπω σχετικά στα δικόγραφα που υποβλήθηκαν στην παρούσα δίκη, που έχουν συγκεντρώσει όλα τα απαραίτητα στοιχεία.
Στην παρούσα υπόθεση θεωρώ σημαντικό το γεγονός ότι το παράρτημα II στον κανονισμό 1293/79 απαριθμεί τις βασικές ποσοστώσεις, που ισχύουν ένα έτος, έξι επιχειρήσεων οι οποίες αναφέρονται ονομαστικά — μεταξύ των οποίων και οι προσφεύγουσες. Δεν μου φαίνεται δυνατό να θεωρηθεί αυτό απλή ένδειξη που έχει αμιγώς διαπιστωτική αξία. Καταρχάς, το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 4, σύμφωνα με το οποίο:
«Οι βασικές ποσοστώσεις που καθιερώνονται σε εφαρμογή των παραγράφων 1 και 3 καθορίζονται για κάθε επιχείρηση όπως εμφαίνεται στο παράρτημα II», συνηγορεί υπέρ του αντιθέτου αυτής της απόψεως και υπέρ του ότι πρέπει να δοθεί στο παράρτημα αυτό ο χαρακτηρισμός αποφάσεως.
Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι, καθόσον αφορά αυτές τις ποσοστώσεις, εκείνο που έχει σημασία είναι η παραγωγική δυναμικότητα, δηλαδή κριτήριο που απαιτούσε εκτίμηση, διότι ο όρος επιδέχεται περισσότερες σημασίες: αυτό προκύπτει από τις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας Maizena, επί των οποίων θα επανέλθω αργότερα.
Εξάλλου, πιστεύω επίσης — και έτσι φαίνεται καθαρά ότι η συζήτηση για τον νομικό χαρακτηρισμό του παραρτήματος II και της σχέσεως του με το άρθρο 9 είναι κατ' ουσίαν χωρίς σημασία — ότι οι παράγραφοι 1 ως 3 του προαναφερθέντος άρθρου δεν έχουν στην πραγματικότητα κανονιστικό χαρακτήρα. Βάσει αυτών των διατάξεων υπολογίζονται — μάλιστα για ένα μόνο έτος — οι ποσοστώσεις των επιχειρήσεων που παρήγαγαν πράγματι κατά την περίοδο από 1ης Νοεμβρίου 1978 ως 30 Απριλίου 1979· οι ποσοστώσεις αυτές διορθώνονται, ενδεχομένως, ανάλογα με τις ετήσιες τεχνικές δυναμικότητες παραγωγής όπως υφίσταντο και όπως μπορούσαν να διαπιστωθούν κατά την έκδοση του κανονισμού. Η ισχύς του συστήματος αυτού περιορίζεται επομένως σε κλειστό και αμετάβλητο κύκλο γνωστών με ακρίβεια επιχειρήσεων και οι οποίες είναι οι επιχειρήσεις που απαριθμούνται στο ίδιο το παράρτημα Π.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά διαφέρουν προφανώς από εκείνα των υποθέσεων που ανέφερε το Συμβούλιο. Επρόκειτο — όπως στην υπόθεση 101/76 — για τροποποίηση του συστήματος της επιστροφής λόγω παραγωγής για αόριστη και μελλοντική περίοδο, έτσι ώστε μπορούσε να γίνει λόγος για γενικές και αφηρημένες κατηγορίες προσώπων ή επρόκειτο — όπως στην υπόθεση 123/77 — για υποβολή σε άδεια των εισαγωγών ορισμένου εμπορεύματος σε ένα κράτος μέλος και σε περιορισμό για το μέλλον του αριθμού αυτών των εισαγωγών τίποτα άλλωστε δεν ελέχθη για τον κανονιστικό χαρακτήρα του μέτρου. Οι υποθέσεις 103/78 ως 109/78 — Société des Usines de Beauport και λοιποί κατά Συμβουλίου, απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 1979, Sig. 1979, σ. 17 — αφορούσαν την άδεια που δόθηκε στη Γαλλία, για τρεις περιόδους εμπορίας, να μειώσει τις βασικές ποσοστώσεις για τις επιχειρήσεις που βρίσκονται στα υπερπόντια διαμερίσματα, άδεια που δεν αφορούσε ορισμένες συγκεκριμένες επιχειρήσεις, αλλά μέρος του εδάφους της Κοινότητας. Τέλος, στην υπόθεση 162/78 — Wagner κατά Επιτροπής, απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 1979 — αντικείμενο ερεύνης ήταν κανονισμός που επρόκειτο να ισχύσει για το μέλλον, αλλά επίσης, κατά ορισμένο μέτρο, αναδρομικά.
Αντιθέτως, η σκέψη μου πηγαίνει στην υπόθεση 100/74 (Société CAM SA κατά Επιτροπής, απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1975, Sig. 1975, σ. 1393). Στην τελευταία αυτή υπόθεση το προσβαλλόμενο μέτρο αφορούσε μόνον ορισμένο αριθμό επιχειρηματιών που εξατομικεύτηκαν βάσει ατομικού τρόπου ενεργείας που είχαν ή θεωρήθηκαν ότι είχαν κατά το διάστημα ορισμένης περιόδου. Όταν στην περίπτωση αυτή — επρόκειτο για προκαθορισμό της επιστροφής που χορηγήθηκε για ορισμένες εξαγωγές σε γνωστό αριθμό εξαγωγέων σιτηρών — το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το μέτρο αυτό, έστω και αν αποτελεί μέρος συνόλου διατάξεων κανονιστικού χαρακτήρα, αφορά ατομικά τα οικεία υποκείμενα δικαίου διότι θίγει τη νομική τους θέση λόγω πραγματικής καταστάσεως που τους χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, πιστεύω ότι δυσχερώς μπορεί στην παρούσα υπόθεση να γίνει δεκτό κάτι διαφορετικό.
Κατά της απόψεως, που είναι προφανής μετά από τα προηγουμένως λεχθέντα, κατά την οποία το προσβαλλόμενο μέτρο δεν είναι γνήσιος κανονισμός — κατά το μέτρο που πρόκειται για το άρθρο 9, παράγραφοι 1 ως 3 —, αλλά μόνον δέσμη ατομικών αποφάσεων, που δεν αποτελούν κανονιστική ρύθμιση γενικού χαρακτήρα παρά κατ' επίφαση, δεν μπορεί να γίνει ούτε επίκληση — όπως κάνει το Συμβούλιο — του γεγονότος ότι ο κανονισμός 1293/79 απέβλεπε στην τροποποίηση του κανονισμού 1111/77, που έχει πράγματι κανονιστικό χαρακτήρα, και του γεγονότος ότι άλλες διατάξεις του άρθρου 9 έχουν οπωσδήποτε κανονιστικό χαρακτήρα, διότι πρέπει να εφαρμοστούν σε κύκλο ενδιαφερομένων που δεν μπορούν να εξατομικευθούν (τις επιχειρήσεις που θα άρχιζαν να παράγουν ισογλυκόζη κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου εμπορίας). Στην πραγματικότητα, πράξη που εκδίδεται για να τροποποιήσει κανονισμό δεν εμφανίζει αναγκαστικά κανονιστικό χαρακτήρα σε όλα της τα μέρη. Στην παρούσα υπόθεση πρέπει μάλλον να διαπιστωθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης, μετά τη μερική κήρυξη ως ακύρου του κανονισμού 1111/77, έκρινε ορθό να πληρώσει το κενό που δημιουργήθηκε με αυτόν τον τρόπο για το διάστημα ενός έτους θεσπίζοντας σύστημα θεμελιωδώς διαφορετικό από το προηγούμενο σύστημα. Ούτε είναι δυνατό να συναχθεί από το γεγονός ότι το νέο σύστημα δημιούργησε ειδικό κύκλο προσώπων στα οποία απευθύνονται οι κανόνες, αυτών που αποκαλούνται «νεοφερμένοι» ότι ο χαρακτηρισμός που ισχύει εδώ πρέπει να ισχύσει αυτομάτως σε κύκλο τελείως διαφορετικό επιχειρήσεων που ήδη υφίσταντο σε ορισμένο χρόνο, για τις οποίες είχαν άλλωστε προβλεφθεί άλλα μέτρα.
γ)
Κατά συνέπεια, εφόσον δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το παραδεκτό των προσφυγών ενόψει του νομικού χαρακτήρα του προσβαλλόμενου μέτρου — πράγμα που, σύμφωνα με όλες τις απαριθμησθείσες ιδιομορφίες (εκτίμηση του ατομικού όγκου παραγωγής και της ατομικής δυναμικότητας παραγωγής), περιλαμβάνει την ανάγκη να θεωρηθεί ότι οι επιχειρήσεις θίγονται ατομικά — δεν είναι επίσης δυνατό να καταλήξει κανείς σε διαφορετικό συμπέρασμα όσον αφορά το ζήτημα αν οι επιχειρήσεις αυτές θίγονται άμεσα, πράγμα που απαιτεί επίσης το γράμμα του άρθρου 173.
Αρκεί σχετικά ότι η ρύθμιση καθόρισε άμεσα τις ποσοστώσεις για τις επιχειρήσεις όπως οι προσφεύγουσες και ότι δεν απήτη-σε σχετικά άλλα εκτελεστικά μέτρα, ειδικότερα μέτρα που περιλαμβάνουν περιθώριο διακριτικής εξουσίας. Αντιστρόφως, η παρατήρηση στην οποία προέβη σχετικά το Συμβούλιο, κατά την οποία οι ποσοστώσεις θα είχαν ενδεχομένως σημασία στην περίπτωση που η επιχείρηση θα ξεπερνούσε ορισμένο όγκο παραγωγής, δεν έχει αξία. Πράγματι, πραγματικά περιστατικά που μπορούν δύσκολα να εκτιμηθούν κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής δεν μπορούν είναι σημαντικά. Αυτό που αντιθέτως ενδιαφέρει, είναι ότι η νομική κατάσταση των προσφευγουσών εθίγη από το σύστημα των ποσοστώσεων και ότι αυτό είχε συνέπειες στα οικονομικά τους σχέδια έτσι ώστε το σύστημα των συνεισφορών ήταν γι' αυτές ξεπερασμένο.
δ)
Οι λοιπές ενστάσεις που μας ενδιαφέρουν ακόμα δεν αφορούν το παραδεκτό των προσφυγών, αλλά το παραδεκτό ορισμένων λόγων ακυρώσεως, δηλαδή εκείνων με τους οποίους προβάλλεται ότι το σύστημα των ποσοστώσεων είναι καταρχήν δεκτικό προσφυγής, όπως και τα κριτήρια που καθορίστηκαν για τον υπολογισμό των ποσοστώσεων. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να επιμείνω πολύ επί του σημείου αυτού.
Κατά το μέτρο που πρόκειται εδώ για στοιχεία που είναι σημαντικά για την ολική ρύθμιση και των οποίων ο κανονιστικός χαρακτήρας δεν μπορεί να τεθεί σε αμφιβολία, οι προσφεύγουσες επικαλέστηκαν ορθώς την αρχή κατά την οποία, όταν ασκείται προσφυγή κατά ατομικών πράξεων, είναι δυνατή η προβολή της παρανομίας των γενικών κανόνων βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι ατομικές πράξεις. Η αρχή αυτή καθιερώνεται με το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΟΚ και γίνεται ήδη δεκτό από μακρού από τη νομολογία ως γενική αρχή, που μπορεί μάλιστα να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο διασταλτικό, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση 92/78 — Simmenthai S.p.A. κατά Επιτροπής, απόφαση της 6ης Μαρτίου 1979, Sig. 1979, σ. 777. Είναι όμως εσφαλμένο να απαιτηθεί — όπως κάνει το Συμβούλιο — να προηγείται χρονικά η αμφισβητούμενη γενική πράξη της προσβαλλομένης ατομικής πράξεως. Για να αποφευχθούν παράλογα αποτελέσματα όσον αφορά τις πράξεις μικτού χαρακτήρα, είναι προφανές ότι πρέπει να αρκεί μια λογική σχέση εξαρτήσεως· πρέπει δηλαδή να είναι δεδομένο ότι στην περίπτωση που θα κηρυχθεί ανεφάρμοστος ο γενικός κανόνας, δεν θα έχει επίσης ύπαρξη η προσβαλλομένη ατομική πράξη. Επίσης, δεν μπορεί ασφαλώς να συναχθεί από τις πρώτες λέξεις του άρθρου 184 ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας είναι δυνατή μόνον μετά την παρέλευση της προθεσμίας που μνημονεύεται στη διάταξη αυτή. Με τις λέξεις αυτές εκφράζεται μόνον ότι η παρέλευση της προθεσμίας προσφυγής δεν έχει σημασία και δεν εμποδίζει στην προβολή της ενστάσεως ελλείψεως νομιμότητας. Τέλος, πρέπει επίσης να είναι σαφές ότι δεν χρειάζεται να πιθανολογηθεί για τον σκοπό αυτό ειδικό έννομο συμφέρον, όπως δεν είναι επίσης αναγκαίο να αποδειχθεί ότι οι αμφισβητούμενες διατάξεις αφορούν ειδικά τις προσφεύγουσες — ακριβώς διότι δεν πρόκειται για ακύρωση της γενικής διατάξεως, αλλά μόνον για τη μη εφαρμογή της στη συγκεκριμένη περίπτωση.
ε)
Εν συμπεράσματι πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι επιφυλάξεις που διατύπωσε το Συμβούλιο για το παραδεκτό — είτε αναφέρονται σε προσφυγές είτε σε ορισμένους λόγους ακυρώσεως — δεν ευσταθούν και ότι κατά συνέπεια πρέπει να εξετασθεί το βάσιμο των προσφυγών.
II — Επί της ουσίας
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν πολλούς λόγους ακυρώσεως κατά του προβλεφθέ-ντος συστήματος ποσοστώσεων. Θεωρώ σκόπιμο να προηγηθούν της εξετάσεως τους ορισμένες γενικές παρατηρήσεις.
1. Γενικές παρατηρήσεις επί της διακριτικής εξουσίας του Συμβουλίου και επί του μεταβατικού χαρακτήρα του επιδίκου συστήματος
Το Συμβούλιο επέμεινε για την άμυνα του επί του γεγονότος ότι διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία στον εν λόγω τομέα από την προσβαλλομένη ρύθμιση· περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι επρόκειτο για μεταβατικό σύστημα που έπρεπε να θεσπιστεί μετά την έκδοση της αποφάσεως της 25ης Οκτωβρίου 1978 και ότι έπρεπε να εφαρμοσθεί μόνον μέχρι της ενάρξεως ισχύος γενικής οργανώσεως αγοράς γλυκαντικών, η οποία είχε εξαρχής προβλεφθεί ήδη από την περίοδο εμπορίας 1980-1981.
α)
Επί του περιθωρίου διακριτικής εξουσίας του Συμβουλίου
Το Συμβούλιο υπογράμμισε προεχόντως ότι, όταν θεσπίζει κανονιστικές ρυθμίσεις οικονομικής πολιτικής καθώς και μέτρα στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής, όπως και στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχει καταρχήν ευρεία διακριτική εξουσία και ότι κατά συνέπεια ο δικαστικός έλεγχος των μέτρων αυτών που αποβλέπουν στη ρύθμιση της αγοράς πρέπει να είναι περιορισμένος και δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να ασκηθεί σε όλες τις λεπτομέρειες.
Οι προσφεύγουσες δεν απορρίπτουν ολοσχερώς αυτή τη σκέψη, αλλά πιστεύουν ότι η σκέψη αυτή πρέπει να καμφθεί κάπως, ειδικά στην προκειμένη περίπτωση. Έτσι, η προσφεύγουσα εταιρία Maizena υποστήριξε την άποψη ότι δεν πρέπει καταρχήν να γίνει δεκτή ευρεία διακριτική εξουσία παρά μόνον καθόσον αφορά τις θετικές υποχρεώσεις που προκύπτουν από τους στόχους που απαριθμούνται στο άρθρο 39 και ότι ακόμη και τότε είναι αναγκαίο να γίνεται διαρκώς προσπάθεια συμβιβασμού των στόχων αυτών και ότι, σε περίπτωση τυχόν συγκρούσεων, να δίδεται η προτεραιότητα μόνον προσωρινά σε έναν στόχο. Η προσφεύγουσα θεωρεί αντιθέτως ότι δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να γίνει δεκτό ευρύ περιθώριο διακριτικής εξουσίας όσον αφορά την τήρηση αρνητικών υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων αναφέρει ειδικότερα την τήρηση της απαγορεύσεως των διακρίσεων, την τήρηση της αρχής της αναλογίας και της αρχής της ελευθέρας ασκήσεως των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, καθώς και την τήρηση της αρχής που αναφέρεται στο άρθρο 3, περίπτωση στ, της Συνθήκης ΕΟΚ που απαιτεί την εξασφάλιση ανόθευτου ανταγωνισμού.
Εδώ πρέπει να παρατηρηθεί καταρχήν ότι, βάσει της νομολογίας που συγκέντρωσε το Συμβούλιο στη σελίδα 17 του δικογράφου του αντικρούσεως στην υπόθεση 139/79, στο πεδίο της οικονομικής πολιτικής και για την εκτέλεση της κοινής γεωργικής πολιτικής, τα όργανα της Κοινότητας διαθέτουν ευρεία διακριτική εξουσία. Ακόμη και αν γίνει προσπάθεια ευρείας ενσωματώσεως, ήδη από τώρα, του συστήματος της ισογλυκόζης στην κοινή οργάνωση της ζάχαρης για να διευκολυνθεί η μετάβαση πριν από την οριστική ενσωμάτωση του στην οργάνωση της αγοράς των γλυκαντικών, ο έλεγχος νομιμότητας πρέπει να περιοριστεί, σύμφωνα με τη νομολογία, στη διαπίστωση της υπάρξεως ή μη προδήλου πλάνης, καταχρήσεως εξουσίας ή προδήλου υπερβάσεως των άκρων ορίων της διακριτικής εξουσίας (βλ. επί του σημείου αυτού την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 136/77, Firma Α. Račke κατά Hauptzollamt Mainz, Sig. 1978, σ. 1245) — τούτο δε, αντιθέτως προς την άποψη της εταιρίας Roquette, όχι μόνον όταν πρόκειται για αγωγές αποζημιώσεως λόγω αστικής ευθύνης που ασκούνται δυνάμει του άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Αντιθέτως, όταν οι προσφεύγουσες επιχειρούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να δικαιολογήσουν ορισμένους περιορισμούς υπό ορισμένες επόψεις, οι γνώμες τους δεν είναι σε κάθε περίπτωση καθόλα πειστικές.
Κατά το μέτρο που η εταιρία Roquette, προσφεύγουσα, προβάλλει αντιφάσεις μεταξύ ορισμένων διαπιστώσεων που έγιναν προηγουμένως από τα όργανα της Κοινότητας και ορισμένων σημερινών εκτιμήσεων για την ανάπτυξη της παραγωγής ισογλυκόζης καθώς και τη δυνατότητα συστήματος ποσοστώσεων, πρέπει να παρατηρηθεί ότι τα προηγούμενα προγνωστικά σχετικά με την ανάπτυξη της δυναμικότητας της παραγωγής ισογλυκόζης — στην υπόθεση 116/77 έγινε λόγος για 400000 τόνους για το έτος 1977 — προϋπέθεταν ελεύθερη και χωρίς εμπόδια ανάπτυξη του τομέα αυτού, πράγμα που φυσικά δεν συμβαίνει πλέον από τότε που θεσπίστηκε το σύστημα των ποσοστώσεων με τον κανονισμό 1111/77. Ωσαύτως, όταν γινόταν τότε επίσης λόγος για την αδυναμία ρυθμίσεως με ποσοστώσεις, αυτό δεν βρίσκεται σε αντίφαση με το σήμερα ισχύον σύστημα, διότι τότε έλειπαν κατάλληλες περίοδοι αναφοράς.
Η άποψη που υποστηρίζει η προσφεύγουσα επιχείρηση Maizena, δηλαδή ότι σε περίπτωση συγκρούσεως δεν πρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε έναν από τους στόχους του άρθρου 39 παρά μόνον προσωρινά δεν είναι επίσης ακριβής. Αυτό μπορεί ασφαλώς να συμβεί επίσης για πιο μακρινή διάρκεια, δεδομένου ότι η νομολογία δέχεται τέτοιο συμβιβασμό των στόχων ανάλογα με τα οικονομικά δεδομένα, τα οποία δεν αλλάζουν υποχρεωτικά βραχυπρόθεσμα. Επίσης, η άποψη κατά την οποία η άσκηση από τα όργανα της Κοινότητας της διακριτικής τους εξουσίας είναι σε κάθε περίπτωση αυστηρά περιορισμένη από τις αρνητικές υποχρεώσεις που απαριθμούνται από την προσφεύγουσα δεν μπορεί να γίνει δεκτή υπό την απόλυτη αυτή μορφή της. Η απόφαση που εκδόθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1978 στην υπόθεση της ισογλυκόζης ομιλεί για προφανώς άνιση επιβάρυνση, κάτι που φαίνεται να είναι αντίθετο προς την αυστηρή εφαρμογή της απαγορεύσεως των διακρίσεων στο πλαίσιο τέτοιων αποφάσεων οικονομικής πολιτικής.
β)
Επί του μεταβατικού χαρακτήρα της προσβαλλομένης ρυθμίσεως
Όπως είπα ήδη, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι η ρύθμιση της ισογλυκόζης που είναι υπό κρίση έπρεπε να εκπονηθεί σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, μετά την απόφαση που εκδόθηκε στις 25 Οκτωβρίου 1978 και ότι το σύστημα αυτό επινοήθηκε — όπως προκύπτει από το άρθρο 8 του κανονισμού 1293/79 — ως μεταβατικό μέτρο μέχρι της ενάρξεως της ισχύος νέας οργανώσεως αγοράς γλυκαντικών, η οποία έπρεπε να εφαρμοσθεί από την 1η Ιουλίου 1980 και να καταλήξει σε σύστημα όσο το δυνατό πιο ομοιόμορφο για την ισογλυκόζη και τη ζάχαρη.
Φρονώ ότι και ο συλλογισμός αυτός είναι άξιος προσοχής.
'Ετσι είναι ασφαλώς αδιάφορη η παρατήρηση της προσφεύγουσας εταιρίας Maizena, κατά την οποία η ετησία διάρκεια ισχύος ήταν συνήθης για τους γεωργικούς κανονισμούς και ότι ο καθορισμός τέτοιας προθεσμίας δεν απεδείκνυε διόλου τον μεταβατικό χαρακτήρα του εν λόγω μέτρου. Ναι μεν είναι αναντίρρητο ότι τέτοιοι κανονισμοί είναι πολυπληθείς, γενικά όμως δεν περιέχουν κανένα θεμελιώδη κανόνα οργανώσεως της αγοράς, αλλά περιορίζονται στη ρύθμιση ορισμένων ειδικών στοιχείων, όπως οι τιμές, που πρέπει φυσικά να προσαρμόζονται ταχέως με την εξέλιξη της οικονομικής καταστάσεως.
Ωσαύτως, δεν θεωρώ ουσιώδες το επιχείρημα κατά το οποίο το σύστημα των ποσοστώσεων της οργανώσεως της αγοράς της ζάχαρης χαρακτηρίστηκε επίσης προσωρινό, αλλά εφαρμόζεται ήδη από το 1967. Κατά συνέπεια, κατά την προσφεύγουσα εταιρία Maizena, λαμβανομένης υπόψη και της επιμονής των πλεονασμάτων ζάχαρης που επικαλείται το Συμβούλιο για να δικαιολογήσει το μέτρο, ήταν αναμενόμενη η διατήρηση του συστήματος των ποσοστώσεων για την ισογλυκόζη και η διαιώνιση των περιορισμών της παραγωγής. Για την απόρριψη της σχετικής επιχειρηματολογίας της προσφεύγουσας δεν χρειάζεται τόσο η επίκληση της παρατηρήσεως της Επιτροπής κατά την οποία, κατά τη γνώμη της, το σύστημα των ποσοστώσεων καθαυτό δεν είναι οριστικό και ότι αντιθέτως υπήρχε η πρόθεση να εγκαταλειφθεί και να επιτευχθεί ικανοποιητική ρύθμιση με τις τιμές — επίσης για τη ζάχαρη. Σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι ο υπολογισμός των ποσοστώσεων στην προσβαλλομένη ρύθμιση δεν είναι ασφαλώς οριστικός, ακόμη και αν υποτεθεί η διατήρηση της αρχής του συστήματος των ποσοστώσεων για το ορατό μέλλον, για το οποίο συνηγορεί επίσης η πρόταση της Επιτροπής περί οργανώσεως της αγοράς των γλυκαντικών. Σχετικά μπορώ να παραπέμψω σε ορισμένες δηλώσεις που έγιναν κατά το στάδιο της προπαρασκευής της επίδικης κανονιστικής ρυθμίσεως και οι οποίες συμπλέουν: παραδείγματος χάρη, όταν υπογραμμίστηκε το γεγονός ότι η ρύθμιση αυτή δεν προδίκαζε την οριστική ρύθμιση ή όταν ο επίτροπος Gundelach διαπίστωσε, κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Μαΐου 1979, ότι το πρόβλημα της ισογλυκόζης έπρεπε να λυθεί στο πλαίσιο της προτάσεως μιας νέας οργανώσεως της αγοράς των γλυκαντικών που έπρεπε να εφαρμοσθεί για περίοδο πέντε ετών. Εξάλλου, λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη γνωμοδοτήσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού που ήδη κρίνεται επιφύλαξαν τη δυνατότητα λήψεως άλλων μέτρων κατόπιν γνωμοδοτήσεως που θα εξέδιδε αργότερα η Συνέλευση.
Εφόσον πρέπει λοιπόν να συνταχθεί κανείς με την άποψη του Συμβουλίου, σύμφωνα με την οποία ο προδήλως μεταβατικός χαρακτήρας των μέτρων που ελήφθησαν ζητεί να εφαρμοσθούν λιγότερο αυστηρά κριτήρια κατά τη νομική έρευνα των μέτρων αυτών υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογίας, πρέπει ακόμη να παρατηρηθεί σχετικά ότι η άποψη της προσφεύγουσας εταιρίας Maizena, κατά την οποία το μόνο κατάλληλο μεταβατικό μέτρο ήταν η εγκατάλειψη συστήματος ποσοστώσεων για την ισογλυκόζη και η αναμονή της ρυθμίσεως της αγοράς αυτής με τη θέσπιση οριστικής οργανώσεως αγοράς για τα γλυκαντικά, δεν φαίνεται καθόλου υποστηρίξιμη. Μετά την κατάργηση του συστήματος των συνεισφορών την 1η Ιουλίου 1977, ειδικότερα δε διότι η Επιτροπή δεν έκρινε δυνατό άλλο αποτελεσματικό σύστημα συνεισφορών, αυτό σήμαινε ότι η παραγωγή ισογλυκόζης μπόρεσε να αναπτυχθεί χωρίς εμπόδια επί έτη και ότι τα πλεονάσματα στην αγορά των γλυκαντικών, τα οποία είναι σημαντικά και δημιουργούν υψηλό κόστος, μπορούσαν να αυξηθούν. Εξάλλου, όχι μόνο πρέπει να υπογραμμισθεί — όπως πράττει η Επιτροπή — ότι φαίνεται αναγκαστικά άτοπο και όχι συνετό οικονομικά να επιτραπεί στην αρχή τέτοια εξέλιξη και να θεσπίζονται αργότερα μέτρα τροχοπεδήσεως της παραγωγής, ενδεχομένως μάλιστα με τρόπο δραστικό. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι αυτό μπορούσε να επιτρέψει στους βιομηχάνους ζάχαρης, στους οποίους εφαρμόζονται περιορισμοί οι επιπτώσεις των οποίων στην αγορά, ειδικότερα επί των τιμών, ωφελούν τους βιομηχάνους ισογλυκόζης, να επικαλεσθούν δυσμενή εις βάρος τους διάκριση. Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι η σχετική νομολογία στις προηγούμενες υποθέσεις ισογλυκόζης τόνισε σαφώς το γεγονός ότι είναι απολύτως επιτρεπτά τα περιοριστικά μέτρα για την ισογλυκόζη — τούτο δε προφανώς με άμεση ενέργεια — και ότι η δικαιολογία που δόθηκε σχετικά μπορεί αναμφίβολα να νοηθεί υπό την έννοια ότι, για την ισογλυκόζη, κατάλληλη κανονιστική ρύθμιση είναι εκείνη που πλησιάζει περισσότερο προς την οργάνωση της αγοράς της ζάχαρης.
2. Επί της παραβάσεως ουσιώδους τύπου
Στρεφόμενος ήδη προς τους διαφόρους λόγους ακυρώσεως που προβάλλουν οι προσφεύγουσες, πρέπει καταρχάς να εξετάσω την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη κανονιστική ρύθμιση θεσπίστηκε χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπως προβλέπει το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το Συμβούλιο αποφάσισε στις 13 Μαρτίου 1979, σύμφωνα με το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΟΚ, να ερωτήσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επί προτάσεως κανονισμού που τροποποιούσε τις διατάξεις του κανονισμού 111/77 οι οποίες κηρύχθηκαν ανίσχυρες από το Δικαστήριο, προτάσεως που του υπέβαλε η Επιτροπή στις 7 Μαρτίου 1979. Στο έγγραφο του της 19ης Μαρτίου 1979, με το οποίο ζητούσε τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το Συμβούλιο ανέφερε μεταξύ άλλων και τα εξής:
«Η πρόταση αυτή λαμβάνει υπόψη την κατάσταση που προέκυψε από την απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1978 μέχρις ότου θεσπιστεί το νέο σύστημα για την αγορά γλυκαντικών που πρέπει να τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιουλίου 1980. Η παρούσα πρόταση δεν προδικάζει το νέο αυτό σύστημα. Δεδομένου ότι ο κανονισμός πρέπει να εφαρμοσθεί από την 1η Ιουλίου 1979, το Συμβούλιο θα εκτιμούσε πολύ αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γνωμοδοτούσε επί της προτάσεως αυτής κατά τη συνοδό του του Απριλίου.»
Βάσει αυτού του εγγράφου, που γνωστοποιήθηκε στο Κοινοβούλιο στις 22 Μαρτίου 1979, ο πρόεδρος της Συνελεύσεως όρισε την επιτροπή γεωργίας ως αρμόδια επί της ουσίας επιτροπή και ζήτησε τη γνωμοδότηση της επιτροπής προϋπολογισμού, σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 38 του κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Στις 22 Μαρτίου 1979 η επιτροπή γεωργίας όρισε τον κύριο Tolman εισηγητή· η επιτροπή αυτή προέβη στην εξέταση του σχεδίου κανονισμού 1293/79 στις συνεδριάσεις της της 4ης και 5ης Απριλίου και της 9ης Μαΐου 1979 και δέχθηκε στις 9 Μαΐου 1979 το ψήφισμα που περιελάμβανε η εισήγηση του κυρίου Tolman αφού υπέβαλε η επιτροπή προϋπολογισμού τη γνωμοδότηση της στις 10 Απριλίου 1979. Στο ψήφισμα αυτό η Επιτροπή γεωργίας πρότεινε δύο τροποποιήσεις στο σχέδιο του κανονισμού:
—
απέρριψε τον καθορισμό μεγίστης ποσοστώσεως παράλληλα με τη βασική ποσόστωση, δεδομένου ότι, στον τομέα της παραγωγής ισογλυκόζης και αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση της ζάχαρης, η μεγίστη ποσόστωση δεν έχει καμιά χρησιμότητα·
—
απέρριψε την ειδική αύξηση κατά 10% της βασικής ποσοστώσεως που πρότεινε η Επιτροπή διότι, στην πραγματικότητα, το μέτρο αυτό θα είχε ανεπιθύμητες συνέπειες για τους παραγωγούς ισογλυκόζης·
Τέλος, επέμεινε να μεταβάλει η Επιτροπή την πρόταση της κατά την έννοια αυτή.
Κατά τη συνεδρίαση της 11ης Μαΐου 1979 προέβη το Κοινοβούλιο στην εξέταση της εισηγήσεως του κυρίου Tolman, καθώς και του σχεδίου ψηφίσματος που είχε εγκρίνει η επιτροπή γεωργίας.
Κατά τις συζητήσεις, ο αντιπρόεδρος της επιτροπής κύριος Gundelach τοποθετήθηκε κατά του σχεδίου αυτού ψηφίσματος, αναφερόμενος στην απόφαση του Δικαστηρίου.
Πριν από την ψηφοφορία επί του σχεδίου ψηφίσματος, στις 12 Μαΐου 1979, ο κύριος Hughes, μέλος του Κοινοβουλίου, ρώτησε αν η έκθεση της επιτροπής γεωργίας αντιμετώπιζε τη νομική κατάσταση που δημιουργήθηκε από την απόφαση του Δικαστηρίου. Ο επίτροπος Giolitti δήλωσε σχετικά ότι δεν είχε τίποτε να προσθέσει στους συλλογισμούς του συναδέλφου του κυρίου Gundelach, που είχε εκθέσει την προηγουμένη. Όταν τέθηκε σε ψηφοφορία, η πρόταση ψηφίσματος απορρίφθηκε από το Κοινοβούλιο και, σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού, αναπέμφθηκε στην επιτροπή γεωργίας για επανεξέταση.
Την 1η Μαρτίου 1979 αποφάσισε το γραφείο του Κοινοβουλίου να μην προβλέψει συμπληρωματικές συνόδους μεταξύ της συνόδου του Μαΐου και της συνεδριάσεως με την οποία συγκροτήθηκε το Κοινοβούλιο που εξελέγη στις 17 Ιουλίου 1979 με άμεση και καθολική ψηφοφορία. Εντούτοις προσέθεσε στο ψήφισμα του τις ακόλουθες σκέψεις:
«(Το Γραφείο) κρίνει εντούτοις ότι στην περίπτωση που το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα έκριναν αναγκαίο να προβλέψουν περίοδο συμπληρωματικής συνόδου, θα μπορούν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 4, του κανονισμού, να ζητήσουν τη σύγκληση του Κοινοβουλίου- εννοείται ότι η σύνοδος αυτή θα αφιερωθεί αποκλειστικά στην εξέταση εκθέσεων που θα συνταχθούν κατόπιν επειγουσών διαβουλεύσεων».
Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε από το γραφείο του Κοινοβουλίου κατά τη συνεδρίαση της 10ης Μαΐου 1979.
Στις 25 Ιουνίου 1979 εξέδωσε το Συμβούλιο τον κανονισμού 1293/79 χωρίς να έχει λάβει προηγουμένως από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τη γνωμοδότηση που απαιτεί το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Οι προσφεύγουσες και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρούν ότι η διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που προβλέπεται υποχρεωτικά από το άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, συνιστά ουσιώδη τύπο κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, η παράβαση του οποίου, ως παράβαση της Συνθήκης, συνεπάγεται αναγκαστικά την ακύρωση του εκδοθέντος κανονισμού. Το Συμβούλιο είναι αληθές ότι παραδέχεται ότι η διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνιστά ουσιώδη τύπο κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ φρονεί εντούτοις ότι το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική εξουσία εκτιμήσεως όταν ερευνά τις ειδικές περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως για να λύσει το ζήτημα αν η παράβαση του ουσιώδους αυτού τύπου πρέπει αναγκαστικά να επιφέρει την ακύρωση του κανονισμού. Κατά την άποψη του Συμβουλίου, πρέπει προπαντός να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι δεν δεσμεύεται από ενδεχομένη γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η Επιτροπή, η οποία παρενέβη υπέρ του Συμβουλίου, συντάσσεται με την άποψη αυτή και επικουρικώς προτείνει να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται προσωρινά ο κανονισμός δυνάμει του άρθρου 174, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί — πράγμα που δεν πράττει ούτε το Συμβούλιο — ότι η διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που προβλέπεται επιτακτικά από το άρθρο 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, αποτελεί ουσιώδη τύπο κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ. Σχετικά πρέπει να ληφθεί ιδίως υπόψη το γεγονός ότι οι συμβουλευτικές αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποτελούν σήμερα το κύριο μέσο συμμετοχής των λαών της Κοινότητας στην επεξεργασία των νομικών κοινοτικών πράξεων. Δεν μπορεί καθόλου να συγκριθεί η διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο της κοινοτικής νομοθετικής διαδικασίας με τη διαβούλευση, που είναι γνωστή κατά γενικό τρόπο στα εσωτερικά δίκαια των κρατών μελών, με ορισμένα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ή μέρη σε διοικητικές διαδικασίες. Τα Κοινοβούλια των κρατών μελών μετέχουν κατά τρόπο αποφασιστικό στη νομοθεσία λόγω των δημοκρατικών συνταγμάτων των κρατών αυτών. Ναι μεν οι ίδιες οι συνθήκες περιορίζουν τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην κοινοτική νομοθεσία σε απλή συμβουλευτική αρμοδιότητα, η συμμετοχή όμως αυτή των λαών των κρατών μελών στη νομοθετική διαδικασία, που είναι μειωμένη και περιορίζεται σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, δεν πρέπει ακόμη πιο πολύ να καταστεί πρακτικά χωρίς αποτέλεσμα με το να εκτοπισθεί τελείως. Για μόνο τον λόγο αυτό συμμερίζομαι την άποψη των προσφευγουσών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κατά την οποία νομική διάταξη που εκδόθηκε χωρίς προηγουμένη διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η οποία προβλέπεται επιτακτικά, είναι άκυρη. Το ότι η γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνον με απόφαση που λαμβάνεται από την Ολομέλεια δεν αφήνει καμιά αμφιβολία, τόσο σύμφωνα με τον κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσο και σύμφωνα με το κοινοβουλευτικό δίκαιο των κρατών μελών.
Το Συμβούλιο υποστήριξε, ιδίως κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ότι, με την ίδια του τη συμπεριφορά κατέστησε το Κοινοβούλιο αδύνατη, στην παρούσα περίπτωση, την εμπρόθεσμη διαβούλευση και επομένως απώλεσε εν προκειμένω το δικαίωμα του να μετάσχει στην κανονιστική διαδικασία. Επ' αυτού πρέπει να δοθεί η απάντηση στο Συμβούλιο ότι επειδή υπέβαλε πάντως αρκετά καθυστερημένα το σχέδιο του κανονισμού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν έκανε χρήση της δυνατότητας που του δίδει το άρθρο 14 του κανονισμού της Συνελεύσεως να υποβάλει αίτηση επειγούσης συζητήσεως. Αντιθέτως, με το έγγραφο με το οποίο ζήτησε τη διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ζήτησε να γνωμοδοτήσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επί της προτάσεως αυτής κατά τη σύνοδο του Απριλίου αναφέροντας μόνον ότι η πρόταση αυτή πρέπει να τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιουλίου 1979. Όταν αργότερα, κατά την τελευταία κανονική συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 12 Μαΐου 1979, δεν μπόρεσε η Συνέλευση εν Ολομέλεια να εκδώσει τη γνωμοδότηση της επί του σχεδίου κανονισμού, όφειλε το Συμβούλιο — το οποίο, όπως ακούσαμε, εκπροσωπείται επίσης στο γραφείο του Κοινοβουλίου — να ζητήσει τη σύγκληση εκτάκτου συνόδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επικαλούμενο το επείγον της υποθέσεως. Το ίδιο το Κοινοβούλιο δεν είχε κανένα λόγο να καθορίσει την ημερομηνία τέτοιας συνόδου, διότι μπορούσε να θεωρήσει, σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθούσε μέχρι τότε το Συμβούλιο, ότι το Συμβούλιο θα εξέδιδε επίσης τον εν λόγω κανονισμό αναδρομικά. Δεν μπορεί επομένως να γίνει λόγος στην παρούσα περίπτωση για «αποδυνάμωση» του δικαιώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να μετάσχει στην κανονιστική διαδικασία.
Συνοψίζοντας, καταλήγω λοιπόν στο ότι ο κανονισμός 1293/79 του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1111/77 περί θεσπίσεως κοινών διατάξεων για την ισογλυκόζη (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/25, σ. 176) είναι άκυρος λόγω παραβάσεως του άρθρου 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ. Σύμφωνα με το άρθρο 174, εδάφιο 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει επομένως να κηρυχθούν άκυρες οι διατάξεις του κανονισμού που προσβάλλονται στην παρούσα δίκη. Πάντως, προτείνω μαζί με την Επιτροπή να ορισθεί, σύμφωνα με το άρθρο 174, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, ότι οι διατάξεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν κατά το διάστημα ισχύος του κανονισμού 1293/79. Δεν έχω ενδοιασμούς γι' αυτή την πρόταση αφού, με την παράγραφο 53 του ψηφίσματος του της 26ης Μαρτίου 1980 (ABI. C 97 της 21ης Απριλίου 1980, σ. 33 και επ.), με την οποία γνωμοδότησε επί της προτάσεως κανονισμού του Συμβουλίου περί κοινής οργανώσεως αγορών στους τομείς της ζάχαρης και της ισογλυκόζης (Abi. C 60 της 10ης Μαρτίου 1980, σ. 3), το Κοινοβούλιο εκφράστηκε υπέρ της ευθυγραμμίσεως του συστήματος της ισογλυκό-ζης με τη ρύθμιση της ζάχαρης. Αλλά, δεδομένου ότι, για να κριθεί αν τα αποτελέσματα του εν λόγω κανονισμού πρέπει να θεωρηθούν οριστικά, δεν φαίνεται να μην έχει σημασία το αν οι προσβαλλόμενες διατάξεις μπορούν ίσως να είναι άκυρες επίσης για άλλους λόγους, θα εξετάσω τώρα τους λοιπούς προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως.
3. Επί της παραβάσεως των αρχών τον δικαίου του ανταγωνισμού σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 39 ως 46 της Συνθήκης ΕΟΚ
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που αναφέρεται στην οικονομία των προσβαλλόμενων μέτρων αφορά τους διαρθρωτικούς κανόνες της οργανώσεως του ανταγωνισμού και αναπτύχθηκε κυρίως από την προσφεύγουσα εταιρία Maizena. Η εταιρία αυτή εκκινεί από τη σκέψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 38, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, οι διατάξεις στα θέματα γεωργίας δεν υπερέχουν των γενικών διατάξεων της Συνθήκης παρά μόνο σε περίπτωση διαφοράς. Υπό το πρίσμα αυτό, η αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού, από την οποία απορρέει η ανάγκη πραγματικού ανταγωνισμού, δηλαδή δομών που επιτρέπουν τον ανταγωνισμό, και η ανάγκη ελευθέρας προσβάσεως στην αγορά, εφαρμόζεται επίσης στον γεωργικό τομέα. Αυτό μπορεί να συναχθεί, ιδίως διότι το άρθρο 3, περίπτωση στ, δεν αναφέρεται εκεί, από το άρθρο 42 της Συνθήκης ΕΟΚ· εξάλλου, ο κανονισμός 26 της 4ης Απριλίου 1962 (ABl. 1962, σ. 993), που θέτει την αρχή της εφαρμογής των κανόνων του ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα, συνηγορεί υπέρ αυτού· επιπλέον, όσον αφορά ειδικότερα την ισογλυκόζη, το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού 1111/77, τα άρθρα 92 ως 94 της Συνθήκης ισχύουν για την παραγωγή και το εμπόριο της ισογλυκόζης είναι επίσης ενδιαφέρον. Κατά την εταιρία Maizena τα κοινοτικά όργανα επομένως οφείλουν, όταν εκδίδουν διατάξεις στον γεωργικό τομέα, να μη διαμορφώνουν δομές ανταγωνισμού πιο περιοριστικές από ό,τι χρειάζεται για τους σκοπούς του άρθρου 39. Τα προσβαλλόμενα μέτρα δεν έλαβαν υπόψη τους αυτή την ανάγκη. Η εταιρία Maizena θεωρεί ότι, μεταξύ των στόχων που απαριθμούνται στο άρθρο 39, ελήφθη υπόψη μόνον ο στόχος της σταθεροποιήσεως της αγοράς. Επομένως, τα μέτρα που ελήφθησαν δεν είναι αναγκαία για τον σκοπό αυτό, διότι δεν υπάρχουν πλεονάσματα ισογλυκόζης και διότι το προϊόν αυτό ασκεί ασήμαντη επιρροή στην αγορά της ζάχαρης. Σε κάθε περίπτωση, κατά τη γνώμη της εταιρίας Maizena, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ενόψει της αρχής του ελεύθερου ανταγωνισμού, η οικονομία του κανονισμού είναι πιο περιοριστική από όσο απαιτείται για τους σκοπούς του προαναφερθέντος στόχου. Σημαντικό είναι από την άποψη αυτή, ότι το σύστημα των ποσοστώσεων για την ισογλυκόζη εμπόδισε το προϊόν αυτό να εισέλθει στην αγορά κατά το αρχικό στάδιο της παραγωγής του και παρακώλυσε έτσι την περαιτέρω ανάπτυξη του. Θεωρεί δε ότι με τον τρόπο αυτό δεν θίγεται η θέση της ζάχαρης στην αγορά και ότι κρατήθηκε στην πραγματικότητα για το προϊόν αυτό η αγορά. Εξάλλου, πάντοτε κατά τη γνώμη της εταιρίας Maizena, σημασία έχει, όσον αφορά τη διατήρηση του πυρήνα του ανταγωνισμού, ότι οι προβλεπόμενες ποσοστώσεις δεν μπορούν να παραχωρηθούν ούτε να τροποποιηθούν και έχουν άλλωστε υπολογισθεί έτσι ώστε να εδραιώνεται η δεσπόζουσα θέση στην αγορά ενός παραγωγού, της βελγικής εταιρίας Amylum.
Όμως, μαζί με την Επιτροπή, θεωρώ ότι η επιχειρηματολογία αυτή είναι πεπλανημένη, όχι μόνον από την αφετηρία της, αλλά και κατά τα λοιπά.
α)
Όταν η προσφεύγουσα εταιρία Maizena επικαλείται το άρθρο 3, περίπτωση στ, της Συνθήκης για να χαρακτηρίσει την αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού ως βασική αρχή της Συνθήκης, η οποία δεσμεύει τον νομοθέτη επίσης στον γεωργικό τομέα, παραγνωρίζει το γεγονός ότι η διάταξη αυτή δεν έχει αυτόνομο περιεχόμενο, αλλά η συγκεκριμένη της διαμόρφωση έγινε με τα άρθρα 85 και επόμενα — όπως δείχνει η εισαγωγική φράση του άρθρου 3. Λησμονεί επίσης ότι το άρθρο 3, περίπτωση δ, ομιλεί — θέτοντας την τουλάχιστον ως ισότιμη — για τη θέσπιση κοινής πολιτικής στον τομέα της γεωργίας. Έτσι, η σημασία που έχει ο τελευταίος αυτός τομέας προκύπτει από το άρθρο 38, παράγραφος 2, της Συνθήκης. Η διάταξη αυτή επιβεβαιώνει την υπεροχή των διατάξεων περί γεωργίας και αφήνει καθαρά να φανεί ότι οι γενικοί στόχοι της Συνθήκης εφαρμόζονται στον τομέα αυτό υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δηλαδή με άλλα λόγια ότι πρέπει να υποχωρούν προ των μέτρων τα οποία θεσπίζονται για την επίτευξη των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 39. Η απόφαση που εκδόθηκε στις 13 Μαΐου 1971 στις υποθέσεις 41/70—44/70 (NV Internationl Fruit Company και λοιποί κατά Επιτροπής, Sig. 1971, σ. 411) είναι σημαντική από την άποψη αυτή, ακριβώς μάλιστα ενόψει των προβλημάτων που τίθενται στην προκειμένη υπόθεση το Δικαστήριο υπογράμμισε σαφώς στην απόφαση αυτή ότι η Συνθήκη δίδει ιδιαίτερη σημασία στην πραγματοποίηση του στόχου που αναφέρεται στο άρθρο 3, περίπτωση δ.
Εξάλλου, το άρθρο 42 της Συνθήκης συνηγορεί επίσης υπέρ της σχετικοποιησεως των αρχών του ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα, επειδή οι αρχές αυτές έχουν επικουρική σημασία και δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να θεωρηθούν υποχρεωτικοί κανόνες για τον κοινοτικό νομοθέτη. Περαιτέρω, η υπεροχή που δίδεται στους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 31 μπορεί να συναχθεί από τις διατάξεις — που δεν απευθύνονται άλλωστε στα κοινοτικά όργανα — του κανονισμού 26 και των αιτιολογικών του σκέψεων που μνημονεύουν την εγκαθίδρυση συστήματος ανταγωνισμού προσαρμοσμένου στην ανάπτυξη της κοινής γεωργικής πολιτικής. Επιπλέον, μπορεί να αναφερθεί σ' αυτό τον συνειρμό και το άρθρο 40 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο προβλέπει συγκεκριμένες μορφές οργανώσεως και ορίζει κατά τρόπο γενικό ότι η κοινοτική οργάνωση σε μία απο τις μορφές που προβλέπει η παράγραφος 2 μπορεί να περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 39.
Δεν μπορεί λοιπόν εκ πρώτης όψεως να θεωρηθεί ότι η αρχή του ελεύθερου ανταγωνισμού στον γεωργικό τομέα έχει τη σπουδαιότητα και τη σημασία που της αποδίδει η προσφεύγουσα με την επιχειρηματολογία της.
β)
Ορθώς επικρίνει η Επιτροπή εξάλλου το αμάλγαμα στο οποίο προβαίνει η προσφεύγουσα μεταξύ της αρχής της αναλογικότητας αφενός και των αρχών του δικαίου του ανταγωνισμού και της ασκήσεως των κοινοτικών αρμοδιοτήτων στον γεωργικό τομέα, αφετέρου. Η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται μόνον στα μέτρα που επιβάλλουν στους ιδιώτες ένα βάρος και πρέπει να ληφθεί υπόψη στο σημείο αυτό ότι οι αρχές του ανταγωνισμού δεν αποτελούν μέρος των αρχών που εγγυώνται την ελευθερία και την περιουσία των ατόμων. Εξάλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ήδη από τώρα — επειδή γίνεται λόγος για τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 39 — ότι τα επίδικα μέτρα δεν αφορούν μόνον τη σταθεροποίηση της αγοράς και ότι είναι σε κάθε περίπτωση πεπλανημένο — λόγω της δυνατότητας αμοιβαίας αντικαταστάσεως της ισογλυκόζης και της ρευστής ζάχαρης — να κριθεί η αγορά της ισογλυκόζης χωριστά από την αγορά των γλυκαντικών εν γένει. Στην πραγματικότητα, και άλλοι στόχοι από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 39 έχουν επίσης σημασία για τη ρύθμιση της ισογλυκόζης: εξασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου στον γεωργικό πληθυσμό, κατά το μέτρο που καλλιεργεί τα ζαχαρότευτλα και εξασφάλιση του εφοδιασμού. Θα επανέλθω στο σημείο αυτό λεπτομερώς σε άλλο συνειρμό.
γ)
Αλλά και αν υποτεθεί ότι, επίσης στον γεωργικό τομέα, είναι αναγκαία η εξασφάλιση σε κάθε περίπτωση ενός πυρήνα ανταγωνιστικής οικονομίας και ότι ούτε εκεί δεν είναι δυνατό να καταργηθεί πλήρως η αρχή της ελευθέρας προσβάσεως στην αγορά — μολονότι η ύπαρξη τέτοιας αρχής δεν μπορεί να αποδειχθεί —, πιο προσεκτική εξέταση δείχνει ότι η προσβαλλομένη ρύθμιση συγκεντρώνει πλήρως τις ελάχιστες αυτές προϋποθέσεις.
αα)
Δεν αμφισβητείται ότι το σύστημα των ποσοστώσεων που καθιερώθηκε για την ισογλυκόζη δίνει πρόσβαση στην αγορά των γλυκαντικών και δίδει επίσης ορισμένες δυνατότητες αναπτύξεως, ιδίως με τον υπολογισμό των ποσοστώσεων Β. Πρέπει να υπομνησθεί σχετικά ότι το 1978η παραγωγή ισογλυκόζης ήταν μόνον 117732 τόνοι, το σύνολο των βασικών ποσοστώσεων 138819 τόνοι και η συνολική μεγίστη ποσόστωση (το άθροισμα της ισογλυκόζης Α και Β) 176994 τόνοι. Επομένως, ελήφθη αρκούντως υπόψη ότι η παραγωγή βρισκόταν στο αρχικό στάδιο αναπτύξεως και ότι εμποδίστηκε τυχόν από διοικητικούς κανόνες, όπως η συνεισφορά στην παραγωγή που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1111/77 ή οι απαγορεύσεις χρήσεως που υφίστανται στην Ιταλία σε ουσιώδεις τομείς και που εφαρμόστηκαν επίσης στη Γαλλία ως τον Αύγουστο του 1979. Εξάλλου, το εν λόγω σύστημα έπρεπε να εφαρμοστεί μόνο για ένα έτος. Δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς πώς θα ήταν δυνατή μια σημαντική αύξηση σε τόσο σύντομη περίοδο, είτε με τη βελτίωση των μεθόδων παραγωγής είτε με την απόκτηση νέων πελατών, οι οποίοι θα έπρεπε να εξοικειωθούν πρώτα με το προϊόν αυτό. Αυτό αποδεικνύεται άλλωστε από τον όγκο της παραγωγής της παρελθούσης περιόδου εμπορίας που έγινε εν τω μεταξύ γνωστός και επί του οποίου θα επανέλθω.
ββ)
Ούτε μπορεί ασφαλώς να λεχθεί ότι το σύστημα των ποσοστώσεων δεν επιτρέπει στην πραγματικότητα κανένα ανταγωνισμό μεταξύ των παραγωγών ισογλυκόζης. Ο ανταγωνισμός είναι βεβαίως δυνατός εντός των ποσοστώσεων στο πεδίο των τιμών, των λοιπών όρων πωλήσεως ή της ποιότητας — όπως έχει γίνει ήδη δεκτό από τη νομολογία γνα την αγορά της ζάχαρης. Σχετικά, όταν πρόκειται για σύστημα που προβλέπεται μόνο για ένα έτος, δεν είναι επίσης αναγκαίο να θεσπίζεται πιο ελαστική ρύθμιση που να επιτρέπει τη μεταβίβαση των ποσοστώσεων και την τροποποίηση τους. Το γεγονός ότι οι προσφεύγουσες εταιρίες έλαβαν αντιστοίχως μόνον 20 και 15% ποσοστώσεις ενώ ένας άλλος παραγωγός (η εταιρία Amylum) διέθετε 40% λόγω του ότι ο προηγούμενος όγκος παραγωγής της ήταν υψηλότερος επίσης δεν φαίνεται να περιόρισε τον ανταγωνισμό. Συνολικά, δεν έχει επιτευχθεί ακόμα μέγεθος τέτοιο που να επιτρέπει πλήρη κυριαρχία στην αγορά των γλυκαντικών.
Για την παρούσα έρευνα δεν φαίνεται να έχει μεγάλη σημασία αν ο ανταγωνισμός είναι δυνατός εκτός των ποσοστώσεων, στον τομέα της ισογλυκόζης C, που πρέπει να εξαχθεί. Πράγματι, δεν φαίνεται ότι έχει αποκλεισθεί τελείως, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι υπάρχουν εδώ ορισμένα εμπόδια όπως τα εμπόδια στις εισαγωγές που υφίστανται σε ορισμένες γειτονικές χώρες ή το σύστημα των ποσοστώσεων που θεσπίστηκε από την Επιτροπή με τον κανονισμό 1630/79 (ABl L 190 της 28ης Ιουλίου 1979, σ. 38), που επιτρέπει την εξαγωγή μόνο μετά την εξάντληση των ποσοστώσεων Α και Β. Άλλωστε τα κοινοτικά όργανα — όσον αφορά τα τεχνικά προβλήματα μεταφοράς και αποθεματοποιήσεως — μπορούσαν να αναφερθούν στο πραγματικό εξωτερικό εμπόριο των εταιριών Amylum και Roquette και — αφήνοντας κατά μέρος τους αριθμούς που αφορούν την εξαγωγή και αναφέρονται στη σελίδα 26 του δικογράφου ανταπαντήσεως στην υπόθεση 139/79 — πρέπει να υπομνησθεί η δυνατότητα, την οποία υπογράμμισε η Επιτροπή, του συστήματος της ενεργού τελειοποιήσεως, το οποίο δεν έχει υπαχθεί σε κανένα περιορισμό.
γγ)
Τέλος, είναι επίσης δυσχερές να υποστηριχθεί ότι το σύστημα των ποσοστώσεων έχει ως αποτέλεσμα να θέσει την ισογλυκόζη σε κατάσταση αδιεξόδου σε σχέση με τη ζάχαρη, διότι το μερίδιο που της επιφυλάσσεται στην αγορά της ζάχαρης είναι μόλις 1,4%. Εν προκειμένω δεν έχει τόσο σημασία αν η ισογλυκόζη έχει πράγματι πλεονεκτήματα όσον αφορά το κόστος παραγωγής. Είναι γνωστό ότι οι προσφεύγουσες το αμφισβητούν για τον λόγο ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε στους υπολογισμούς της σε πολύ χαμηλό ποσοστό αποδοτικότητας για τους βιομηχάνους ζάχαρης και δεν έλαβε υπόψη της, όταν εκτίμησε τα παράγωγα προϊόντα στη βιομηχανία ισογλυκόζης, το σχετικό ειδικό κόστος παραγωγής. Αυτό που είναι αντιθέτως σημαντικό, είναι ότι καταλήγει κανείς σε σχετικά υψηλότερο ποσοστό της αγοράς αν περιοριστεί στην αγορά της ρευστής ζάχαρης με όγκο 700000 τόνους σε στρογγυλούς αριθμούς, τούτο δε ακόμη και αν θεωρηθεί η αγορά αυτή υπό ευρεία έννοια, δηλαδή αν ληφθεί υπόψη ότι η βιομηχανία ποτών χρησιμοποιεί ρευστοποιημένη κρυσταλλική ζάχαρη σε μεγάλη ποσότητα — προφανώς 1,3 εκατομμύρια τόνους για ποτά μη αλκοολούχα. Αμα μάλιστα σκεφθεί κανείς ότι η ισογλυκόζη αποτελεί μέρος της παραγωγής αμύλου στο πλαίσιο ισχυρών οικονομικών ομίλων και αν ερευνήσει την ανταγωνιστική δυναμικότητα των διαφόρων επιχειρήσεων δυσχερώς μπορεί να τεθεί σε αμφιβολία το γεγονός ότι εξασφαλίζεται κάποιο ελάχιστο όριο ανταγωνισμού, επίσης σε σχέση με τη ζάχαρη, έστω και αν είναι βέβαιο ότι οι μέσες βασικές ποσοστώσεις των διαφόρων βιομηχάνων ζάχαρης είναι πολύ σημαντικότερες.
δ)
Οι λόγοι ακυρώσεως που προβάλλονται κατ' επίκληση κυρίως των άρθρων 2 και 3, περίπτωση στ, της Συνθήκης, καθώς και των διαρθρωτικών αρχών του ανταγωνισμού επίσης δεν μπορούν να οδηγήσουν στην ακύρωση του συστήματος των ποσοστώσεων.
4. Επί της παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας
Οι προσφεύγουσες συνάγουν εξάλλου από την αρχή της αναλογικότητας διάφορα επιχειρήματα κατά του συστήματος των ποσοστώσεων που θεσπίστηκε για την ισογλυ-κόζη. Κατά την αρχή αυτή, την οποία πραγματεύτηκε επανειλημμένως η νομολογία, τα μέτρα που επιβάλλουν επιβάρυνση πρέπει να βρίσκονται σε ανάλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο. Οι διοικητικές επεμβάσεις δεν πρέπει να προχωρούν πέραν αυτού που είναι απαραίτητο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου και επομένως δεν μπορούν να βρουν έρεισμα εφόσον αρκούν λιγότερο περιοριστικά μέτρα.
Σχετικά, οι προσφεύγουσες υποστήριξαν προπαντός ότι το σύστημα των ποσοστώσεων ήταν πολύ αυστηρότερο από όλα τα μέσα που μπορούσαν να αντιμετωπισθούν, διότι συνοδεύεται με περιορισμούς του ανταγωνισμού και προσβάλλει την ελεύθερη άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας. Ιδιαιτέρως σοβαρό, από την άποψη αυτή, είναι το γεγονός ότι η μεγίστη ποσόστωση περιορίζεται στο 85% της ετήσιας παραγωγικής δυναμικότητας, η οποία χρησιμεύει επίσης στον υπολογισμό της βασικής ποσοστώσεως· πράγματι, ο περιορισμός αυτός εμποδίζει την ορθολογική παραγωγή, διότι δεν είναι δυνατόν στην πραγματικότητα να παράγεται ισογλυκόζη C Εξάλλου, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι αν εκτιμηθεί αυτό το σύστημα με τον επιδιωκόμενο στόχο, ο οποίος είναι η σταθεροποίηση της αγοράς και η αποφυγή της αυξήσεως της ανισοσκέλειας στην αγορά της ζάχαρης, το μέτρο χρησιμεύει μόνον κατά περιορισμένο τρόπο για τον σκοπό αυτό, διότι η ισογλυκόζη δεν έχει την επίφοβη όπως είχε αρχικά νομισθεί επιρροή, αλλά μόνον ασήμαντη επιρροή στην αγορά της ζάχαρης με τα πλεονάσματα της. Τέλος, πάντα κατά την άποψη των προσφευγουσών, αν σκεφθεί κανείς το γεγονός ότι το πρόβλημα της ανισοσκέλειας στον καθαυτό τομέα της ζάχαρης προήλθε επίσης από κοινοτικά μέτρα καθορισμού τιμών και ποσοστώσεων ζάχαρης, τα οποία απέβλεπαν αποκλειστικά στον στόχο που αναφέραμε στο άρθρο 39, β — την αύξηση του εισοδήματος του γεωργικού πληθυσμού —, θα πρέπει να καταλήξει κανείς στο ότι η μείωση ιδίως των ποσοστώσεων της ζάχαρης μπορούσε να αποτελέσει το λιγότερο ριζοσπαστικό μέσο.
Στα πιο πάνω ζητήματα έχω να κάνω τις εξής παρατηρήσεις:
α)
Πρέπει να υπογραμμισθεί ευθύς εξαρχής — και αυτό εξασθενίζει το σύνολο της επιχειρηματολογίας που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση — ότι οι μέγιστες ποσοστώσεις που καθορίστηκαν για την ισογλυκόζη στην Κοινότητα για την περίοδο εμπορίας 1979-1980 δεν εξαντλήθηκαν, ούτε καν από τις προσφεύγουσες. Η μεγίστη συνολική ποσόστωση για την Κοινότητα ήταν 177000 τόνοι, αλλά η πραγματική παραγωγή έφθασε τους 166000 τόνους. Για μεγίστη ποσόστωση περίπου 37000 τόνων η προσφεύγουσα Maizena παρήγαγε μόνον 32000 τόνους σε στρογγυλούς αριθμούς και η προσφεύγουσα εταιρία Roquette 19625 τόνους για μεγίστη ποσόστωση 20256 τόνων. Η προσφεύγουσα εταιρία Roquette, της οποίας η παραγωγή είναι πολύ κοντά στη μεγίστη ποσόστωση της, δεν μπόρεσε επίσης να αποδείξει ότι τα προϊόντα της είχαν περισσότερη και σοβαρή ζήτηση, πράγμα που θα κατέληγε σε αύξηση της παραγωγής της αν η αύξηση αυτή ήταν νομικά δυνατή. Και μόνος αυτός ο λόγος αρκεί για να καταδείξει ότι το Συμβούλιο δεν θέσπισε μέτρο επιβολής υπερβολικής επιβαρύνσεως.
Περαιτέρω, φαίνεται ότι για την προσφεύγουσα εταιρία Maizena οι ποσοστώσεις καθορίστηκαν ανακριβώς, διότι όταν δήλωσε την παραγωγική της δυναμικότητα, η εταιρία αυτή είχε ήδη προβεί σε αφαίρεση για διακοπή της παραγωγής που οφειλόταν σε περιόδους αδειών, σε αργίες και σε απαραίτητα έργα επισκευής, πράγμα που δεν δικαιολογούνταν, κατά τον ορισμό του όρου ετήσια δυναμικότητα παραγωγής, τον οποίο δέχθηκε το Συμβούλιο. Κατά συνέπεια, αν στηριχθεί κανείς για την προσφεύγουσα εταιρία Maizena στην ετήσια τεχνική δυναμικότητα παραγωγής που ανήρχετο προφανώς, χωρίς τις διακοπές εργασίας, σε 46335 τόνους, οι οποίοι πολλαπλασιαζόμενοι με το 85% δίδουν 39401 τόνους, η εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 2, κατέληξε στον καθορισμό βασικής ποσοστώσεως 28882 τόνων αντί των 28000 τόνων καθώς και στον καθορισμό μεγίστης ποσοστώσεως 36825 τόνων αντί 35700 τόνων. Επομένως, ορθώς, τουλάχιστον ως προς το σημείο αυτό, προσβάλλεται το παράρτημα II του κανονισμού 1293/79 και δεν υφίσταται έλλειψη εννόμου συμφέροντος σχετικά, μολονότι η καθορισθείσα μεγίστη ποσόστωση δεν επιτεύχθηκε — διότι η πραγματική παραγωγή υπερέβη τη βασική ποσόστωση και κατά συνέπεια έπρεπε να καταβληθούν συνεισφορές στην παραγωγή.
β)
Πρέπει επίσης να συμφωνήσει κανείς με το Συμβούλιο και την Επιτροπή όταν δέχονται ότι δεν μπορεί να λεχθεί εκ των προτέρων ότι ένα σύστημα ποσοστώσεων πρέπει να θεωρηθεί ως το πιο δραστικό μέτρο. Το ζήτημα ποιο μέτρο είναι, μεταξύ περισσοτέρων επεμβάσεων που μπορούν να αντιμετωπισθούν στον τομέα της ισογλυκόζης, εκείνο που αξίζει αυτό τον χαρακτηρισμό, εξαρτάται ασφαλώς από τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζεται στις λεπτομέρειες του και στις συγκεκριμένες περιστάσεις. Πρέπει επίσης να προστεθεί, για την προκειμένη περίπτωση, ότι είναι σημαντικό ότι οι λοιποί βιομήχανοι ισογλυκόζης, που προσέβαλαν σφοδρά το σύστημα των συνεισφορών που ίσχυε προηγουμένως — το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τις τωρινές προσφεύγουσες — συμφώνησαν προφανώς με το σύστημα των ποσοστώσεων.
Κατά τα λοιπά πρέπει να παρατηρήσω σύντομα τα εξής σχετικά με το δικαίωμα που προβάλλουν οι προσφεύγουσες της ελευθέρας ασκήσεως της οικονομικής δραστηριότητας καθώς και με το ζήτημα αν το σύστημα των ποσοστώσεων τις εμπόδισε να παράγουν ορθολογικά:
αα)
Από τη νομολογία προκύπτει ότι το δικαίωμα της ελευθέρας ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας δεν συνιστά απόλυτο δικαίωμα κατά την έννοια του περιορισμού των παρεμβάσεων της διοικήσεως· ορισμένοι περιορισμοί πρέπει να γίνουν δεκτοί υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Το εν λόγω δικαίωμα περιορίζεται από τους σκοπούς του κοινού συμφέροντος που ακολουθεί η Κοινότητα· παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1974 στην υπόθεση 4/73 (Noid κατά Επιτροπής, Sig. 1974, σ. 491) και της 13ης Δεκεμβρίου 1979 στην υπόθεση 44/79, Hauer κατά Ομόσπονδου Κράτους της Ρηνανίας-Πλατινάτου). Εν προκειμένω, το σύστημα των ποσοστώσεων δεν εμποδίζει την πρόσβαση σε δραστηριότητα υπό την έννοια της ελεύθερης εκλογής επαγγέλματος, ανεξαρτήτως δε του ότι η δραστηριότητα αυτή δεν αποτελεί παρά έναν από τους πολυπληθείς τομείς της βιομηχανίας αμύλου. Στον συνειρμό αυτόν είναι ασφαλώς αξιοσημείωτη η αναφορά του Συμβουλίου στο άρθρο 36 του γερμανικού νόμου για το γάλα και την απαγόρευση που επιβάλλει ο νόμος αυτός στην απομίμηση του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων για διατροφή, καθώς και η απόφαση που εκδόθηκε σχετικά στις 28 Φεβρουαρίου 1977 από το Bundesverfassungsgericht (1 BvR 260/75). Η απόφαση αυτή χαρακτηρίζει την προαναφερθείσα απαγόρευση ως νόμιμη ρύθμιση της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, η οποία δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, αντικειμενικούς και εύλογους — τη διατήρηση της αποδοτικότητας της γεωργίας. Δεν πρέπει μάλιστα να λησμονείται ότι το σύστημα που είναι εδώ υπό κρίση δεν φθάνει καθόλου μέχρις εκεί.
ββ)
Όσον αφορά εξάλλου το πρόβλημα της παρεμβολής εμποδίων στην ορθολογική παραγωγή, διότι δεν είναι δυνατή η παραγωγή στην πραγματικότητα ισογλυκόζης C, διαπίστωσα ήδη σε άλλη αλληλουχία ότι ήταν δύσκολο να γίνει δεκτό ότι για τεχνικούς και οικονομικούς λόγους αποκλειόταν τελείως η εξαγωγή του προϊόντος αυτού. Αλλά, κατά το μέτρο που προβάλλεται ότι εμπόδια προκύπτουν από το γεγονός ότι, κατά τον κανονισμό 1630/79 της Επιτροπής, τα πιστοποιητικά εξαγωγής έπρεπε να χορηγούνται μόνον μετά τη λήξη των ποσοστώσεων Α και Β, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η παρούσα δίκη δεν αφορά παρά την εφαρμογή του κανονισμού 1293/79 του Συμβουλίου, ο οποίος δεν προβλέπει τέτοιους περιορισμούς.
γ)
Πρέπει εξάλλου να αντιλεχθεί στις προσφεύγουσες εταιρίες ότι δεν όρισαν ορθώς τους στόχους του επιδίκου μέτρου, στόχους οι οποίοι είναι αποφασιστικοί για να κριθεί η νομιμότητα του μέτρου ως προς την αρχή της αναλογικότητας.
Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται μόνον και ούτε πρόκειται προεχόντως για την επιθυμία σταθεροποιήσεως της αγοράς, δηλαδή να ζητηθεί από τους παραγωγούς ισο-γλυκόζης να συμβάλλουν στην απαλλαγή της αγοράς της ζάχαρης από τα πλεονάσματα της. Αν εκτιμηθεί το σύστημα στο σύνολο του — ο κανονισμός 1111/77 που τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1293/79 αναφέρεται σαφώς στην οργάνωση της αγοράς της ζάχαρης που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 3330/74 —, φαίνεται καθαρά ότι ο προέχων στόχος είναι η προστασία της γεωργίας και η εξασφάλιση δίκαιου βιοτικού επιπέδου για τους τευτλοπαραγωγούς και ότι ο στόχος της εξασφαλίσεως του εφοδιασμού παίζει επίσης ρόλο. Ορθώς λοιπόν μπορεί να διερωτηθεί κανείς αν οι στόχοι αυτοί απειλούνται εφόσον δεν ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα εγκαίρως στον τομέα της ισογλυκόζης.
Σχετικά, δεν πρέπει να λησμονείται η ανάπτυξη που γνώρισε πράγματι η παραγωγή ισογλυκόζης: η παραγωγή της, η οποία εισήχθη στην Κοινότητα το 1974-1975, αυξήθηκε από 70000 τόνους το 1976 σε 81000 τόνους το 1976-1977, σε 103000 τόνους για την περίοδο εμπορίας 1977-1978 και σε 139000 τόνους σε στρογγυλούς αριθμούς για την περίοδο εμπορίας 1978-1979. Όταν βρισκόταν το προσβαλλόμενο μέτρο ακόμη υπό επεξεργασία, υφίσταντο σε πολλά κράτη μέλη σχέδια δημιουργίας νέων σημαντικών δυναμικοτήτων παραγωγής, έτσι ώστε έπρεπε να αναμένει κανείς καταρχήν νέα ταχεία ανάπτυξη της παραγωγής. Η ίδια η βιομηχανία ισογλυκόζης είχε ήδη παραδεχθεί ότι είχε το 1980 δυναμικότητα παραγωγής ενός εκατομμυρίου τόνων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ιαπωνία το μερίδιο της αγοράς της ισογλυκόζης είναι 13%. Υπενθυμίζω εξάλλου την παρατήρηση που έγινε κατά την προφορική διαδικασία, κατά την οποία για να καλυφθούν οι κοινοτικές ανάγκες σε κόκα κόλα, έπρεπε να διπλασιασθούν οι μέγιστες ποσοστώσεις όλων των παραγωγών. Μπορούσε επομένως ορθώς να υποτεθεί ότι, αν μπορούσε η παραγωγή να αναπτυχθεί ελεύθερα μετά την κατάργηση του συστήματος των συνεισφορών, η ισογλυκόζη θα κατακτούσε σημαντικό μερίδιο της αγοράς των γλυκαντικών, η οποία έπρεπε αναγκαστικά να ληφθεί υπόψη και, κατά συνέπεια, θα ηύξανε τα πολύ σημαντικά πλεονάσματα που υφίσταντο τότε και που θα υφίστανται ακόμα στο ορατό μέλλον. Αυτό θα είχε ασφαλώς — η Επιτροπή ομιλεί σχετικά επίσης για κίνδυνο πολιτικής πιέσεως — επιπτώσεις στην οργάνωση της αγοράς της ζάχαρης υπό την έννοια σημαντικού περιορισμού της τευτλοκαλλιέργειας οφειλόμενου στην μείωση των ποσοστώσεων και στις τιμές. Θα έπρεπε λοιπόν να αναμένει κανείς — δεδομένου ότι η ισογλυκόζη ωφελεί τη γεωργία μόνον δευτερευόντως — αισθητή χειροτέρευση του εισοδήματος τμήματος του γεωργικού πληθυσμού που καλλιεργεί τα τεύτλα και για τον οποίο δεν βλέπει κανείς προς το παρόν καμιά παραγωγή αντικαταστάσεως που να είναι εύλογη και να μην αφορά επίσης πλεονασματικούς τομείς. Ούτε θα εξασφάλιζε αυτό κατά τον ίδιο τρόπο τον εφοδιασμό που εξασφάλιζε η οργάνωση της αγοράς της ζάχαρης, ακόμη και σε περιόδους ελλείψεως, διότι δεν πρέπει να λησμονείται ότι σήμερα — δεν προβλέπεται δε καμιά αλλαγή — η ισογλυκόζη παράγεται κυρίως από εισαγόμενο αραβόσιτο.
Υπό το πρίσμα αυτό — εδώ πρέπει να υπενθυμίσω ακόμη μια φορά ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, ο συμβιβασμός των στόχων που απαριθμούνται στο άρθρο 39 αποτελεί ζήτημα διακριτικής εξουσίας —, πιστεύω ότι δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί πεπλανημένη και υπερβολική η αντιμετώπιση κινδύνου επιδεινώσεως της πλεονασματικής καταστάσεως που υφίσταται στην αγορά της ζάχαρης, όχι μόνο με τη λήψη μέτρων στον τομέα της ζάχαρης, αλλά ακόμη με μέτρα συνοδευτικά που λαμβάνονται στον τομέα προϊόντος υποκαταστάσεως, πολύ περισσότερο αφού τα μέτρα αυτά προκάλεσαν τον περιορισμό της αναπτύξεως αυτού του προϊόντος — χωρίς να προσβάλλουν τη σημερινή κατάσταση.
δ)
Εφόσον, ύστερα από τις πιο πάνω παρατηρήσεις, δεν συντρέχει ασφαλώς λόγος παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας, δεν χρειάζεται να επεκταθώ επί μακρόν σε ορισμένα άλλα επιχειρήματα που προέβαλαν οι προσφεύγουσες εταιρίες στην παρούσα επίσης αλληλουχία.
αα)
Είναι έτσι προφανές ότι οι επίδικες διατάξεις δεν παρέλειψαν να εκτιμήσουν τον στόχο που αναφέρεται στο άρθρο 39, περίπτωση δ (εξασφάλιση του εφοδιασμού). Όταν λένε οι προσφεύγουσες επί του θέματος αυτού ότι η ισογλυκόζη έχει αξία που δεν πρέπει να υποτιμάται σε περίπτωση δομικών κρίσεων της αγοράς της ζάχαρης, μπορεί να τους αντιλεχθεί ότι δεν αντιμετωπίστηκαν τέτοιες σκέψεις, ορθώς, κατά τη θέσπιση μέτρων των οποίων η διάρκεια ισχύος ήταν ετησία και σε χρόνο όπου υφίσταντο στην αγορά της ζάχαρης σημαντικά πλεονάσματα — για τα οποία υπήρχε πρόβλεψη ότι θα διατηρηθούν.
ββ)
Όταν ισχυρίζονται οι προσφεύγουσες ότι η πλεονασματική κατάσταση προκλήθηκε από την πολιτική που ακολούθησε η Κοινότητα στον τομέα της ζάχαρης και ότι, για τον λόγο αυτό, παρακινείται κανείς να σκεφθεί λιγότερο δραστικά μέτρα στον τομέα της ζάχαρης, η επιχειρηματολογία τους είναι ήδη εσφαλμένη ευθύς εξαρχής. Στην πραγματικότητα, η κοινοτική πολιτική δεν οδηγεί σε χρόνια πλεονάσματα ζάχαρης-αντιθέτως, το σύστημα των ποσοστώσεων δοκιμάστηκε στο σύνολο του και οδήγησε σε αποτελεσματικούς περιορισμούς της παραγωγής, πράγμα που αποδείχθηκε από το γεγονός ότι, κατά τα έτη 1974 ως 1976, η παραγωγή βρισκόταν σε επίπεδο ικανοποιητικό σε σχέση με την κατανάλωση. Η πρόσφατη επανεμφάνιση των προαναφερθέντων πλεονασμάτων εξηγείται κατά μέγα μέρος από τις υποχρεώσεις που έχει η Κοινότητα να εισάγει ζάχαρη ΑΚΕ, αλλά επίσης και από τη μη αναμενόμενη πτώση της καταναλώσεως και από αύξηση της αποδόσεως ανά εκτάριο.
Αφετέρου, δεν πρέπει να λησμονείται ότι περιοριστικά μέτρα ελήφθησαν επίσης και στον τομέα της ζάχαρης. Έτσι, οι μέγιστες ποσοστώσεις για την περίοδο εμπορίας 1978-1979 μειώθηκαν και οι τιμές παρεμβάσεως αυξήθηκαν μόλις προσφάτως, σε ποσοστό τόσο ισχνό (2%) ώστε να συνεπάγεται μείωση των εισοδημάτων, διότι η αύξηση αυτή δεν αντιστοιχεί με την πληθωριστική εξέλιξη του κόστους. Αλλά τα σημαντικά επιχειρήματα γεωργικής πολιτικής που αναφέρθηκαν, δηλαδή αυτά που συμβάδιζαν με το πνεύμα του άρθρου 39, περίπτωση β, δεν άφησαν να ληφθούν μέτρα που βαίνουν ακόμη πιο πέρα και τα οποία θα ήταν αναγκαία αν δεν έπρεπε να γίνει προσωρινά χρήση παρεμβάσεων στον τομέα της ισογλυκόζης. Σχετικά, το γεγονός ότι η ποσόστωση Β στον τομέα της ζάχαρης έχει την ειδική λειτουργία της προωθήσεως της τοπικής εξειδικεύσεως, λειτουργία που ασφαλώς λείπει όσον αφορά την ισογλυκόζη, παίζει επίσης κάποιο ρόλο· ο υπολογισμός της μπορεί να έχει ακριβώς σημασία για τους γεωργούς που κινούνται στα κατώτατα όρια της αποδοτικότητας. Όσον αφορά τις ποσοστώσεις ζάχαρης Α, των οποίων η μείωση μπορούσε, κατά τις προσφεύγουσες, να αντιμετωπισθεί, η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αποστρέφεται μια βίαιη και δραστική τροποποίηση πριν από τη λήξη της ρυθμίσεως η οποία θεσπίστηκε αρχικά για μακρότερη περίοδο.
γγ)
Τέλος, όσον αφορά επίσης τις λεπτομέρειες του υπολογισμού των ποσοστώσεων για την ισογλυκόζη, δεν προκύπτει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
—
Καταρχήν δεν υπάρχει ασφαλώς λόγος να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι ο υπολογισμός αυτής της ποσοστώσεως συνάπτεται με περίοδο αναφοράς, πράγμα που αντιθέτως φαίνεται λογικό. Τέτοιος τρόπος ενεργείας είναι άλλωστε συνήθης στο κοινοτικό δίκαιο, επίσης και σε άλλους τομείς — παραδείγματος χάρη στη ρύθμιση της αλιείας ή κατά τον καθορισμό των ποσοστώσεων εισαγωγής — και συνιστά ασφαλώς, από αντικειμενική άποψη, κατάλληλο μέτρο όταν πρόκειται να περιορισθεί η ανάπτυξη συγκεκριμένης δραστηριότητας. Όσον αφορά τη συγκεκριμένη επιλογή της περιόδου αναφοράς επίσης δύσκολα μπορεί να γίνει λόγος για λάθος εκτιμήσεως. Όταν οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται σχετικά ότι τότε δεν μπορούσαν ακόμη να παράγουν ελεύθερα διότι ίσχυαν περιορισμοί στη χρήση της ισογλυκόζης σε ορισμένα κράτη μέλη και διότι, ακόμη και μετά την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1978, επικρατούσε ακόμη αβεβαιότητα όσον αφορά τη ρύθμιση της ισογλυκόζης που έπρεπε να εφαρμοσθεί και όταν ισχυρίζονται ότι η περίοδος αναφοράς είναι πολύ σύντομη, διότι η παραγωγή ισογλυκόζης υπόκειται σε εποχικές διακυμάνσεις, πρέπει καταρχάς να διαπιστωθεί ότι οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν τίποτε για να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό τους κατά τον οποίο έπρεπε να περιορίσουν την παραγωγή τους λόγω του συστήματος των συνεισφορών που ίσχυε προηγουμένως και ότι είναι βέβαιο — τουλάχιστον μετά την έκδοση της προαναφερθείσης αποφάσεως — ότι δεν ήταν πλέον νόμιμη μια συνεισφορά του αρχικά προβλε-φθέντος ποσού. Εξάλλου, είναι αναμφισβήτητο ότι η περίοδος αναφοράς που άρχιζε τον Νοέμβριο του 1978 — αυτό αποδεικνύει η ταχεία αύξηση της παραγωγής — πρέπει να θεωρηθεί η ευνοϊκότερη περίοδος για τις προσφεύγουσες και ότι η επιλογή μακρότερης περιόδου αναφοράς θα κατέληγε σε αποτέλεσμα πιο δυσμενές λόγω της καθυστερημένης ενάρξεως της παραγωγής ισογλυκόζης στην Κοινότητα.
—
Ωσαύτως, ο υπολογισμός των ποσοστώσεων σε συνάρτηση με τις περιόδους αναφοράς δεν μπορεί να δώσει λαβή σε επίκριση. Αρκεί σχετικά να λεχθεί ότι, κατά την περίοδο εμπορίας 1978-1979, οι προσφεύγουσες παρήγαγαν πράγματι 17350 τόνους (Roquette) και 31092 (Maizena), ενώ οι μέγιστες ποσοστώσεις τους ανήρχοντο αντίστοιχα σε 20256 και 35700 τόνους, πράγμα που επέτρεψε ορισμένη επέκταση της παραγωγής. Καθόσον παραπονούνται οι προσφεύγουσες για την έλλειψη ορισμένης ελαστικότητας στη ρύθμιση των ποσοστώσεων, πρέπει να παρατηρηθεί ότι μια τέτοια ελαστικότητα δεν φαίνεται απαραίτητη για ρύθμιση που περιοριζόταν σε ένα έτος.
—
Τέλος, δεν μπορεί να έχει κανείς αντίρρηση ούτε για το ότι είχε προβλεφθεί να ληφθεί υπόψη η ετήσια δυναμικότητα παραγωγής. Στην πραγματικότητα, ο περιορισμός που εντεύθεν προκύπτει δεν συνέβη, όπως φρονούν οι προσφεύγουσες, ενόψει πλεονεκτήματος που είχε η ισογλυκόζη κατά 15% της τιμής παρεμβάσεως για τη ζάχαρη, για το οποίο έγινε λόγος στις προηγούμενες υποθέσεις. Αντιθέτως, αυτό το τμήμα της ρυθμίσεως έχει προπαντός ως σκοπό να αντισταθμίσει ορισμένες ποσοστώσεις της προηγουμένης παραγωγής, δηλαδή να εμποδίσει να ευνοηθούν οι επιχειρήσεις που άρχισαν την παραγωγή τους νωρίτερα και την ανέπτυξαν ευρύτερα. Εξάλλου, έχω ήδη καταδείξει ότι μια ορθολογική παραγωγή δεν αποκλειόταν καθόλου από τις εν λόγω διατάξεις.
Αλλά, όταν η προσφεύγουσα επιχείρηση Roquette ισχυρίζεται επίσης στην αλληλουχία αυτή ότι η ρύθμιση καταλήγει στο να θέτει σε μειονεκτική μοίρα τις επιχειρήσεις που αποδείχτηκαν συνετές στην ανάπτυξη της παραγωγικής τους δυναμικότητας και ότι εμποδίζει — διότι δεν λαμβάνει υπόψη της τις υφιστάμενες δυνατότητες — να ληφθούν υπόψη σχέδια επεκτάσεως της παραγωγικής δυναμικότητας σαν αυτά που υφίσταντο καθόσον την αφορούν βάσει αποφάσεως του διοικητικού συμβουλίου του Δεκεμβρίου 1978, μπορεί ορθώς να της δοθεί η απάντηση ότι οι σκέψεις αυτές δυσχερώς είχαν θέσει σε μια ρύθμιση που έπρεπε να θεσπιστεί ταχέως και ίσχυε ένα έτος, ανεξαρτήτως του ότι έτσι — διότι έπρεπε να ληφθούν υπόψη λόγοι βάσει εσωτερικών μέτρων των επιχειρήσεων — η ρύθμιση θα άνοιγε τον δρόμο σε στοιχεία κερδοσκοπίας, ακόμη και αυθαιρεσίας.
ε)
Συνολικά, μπορεί λοιπόν να λεχθεί — οι παρατηρήσεις για τον υπολογισμό της εφαρμοστέας ποσοστώσεως για την επιχείρηση Maizena δεν θίγονται — ότι η επίδικη ρύθμιση δεν μπορεί επίσης να καταρριφθεί με επίκληση της αρχής της αναλογικότητας.
5. Επί της παραβάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
Απομένει ακόμη να ερευνηθεί ο λόγος ακυρώσεως ότι το προσβαλλόμενο μέτρο προσβάλλει επίσης την απαγόρευση των διακρίσεων μεταξύ των παραγωγών, που θεσπίζει το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ και για την οποία είναι βέβαιο ότι αντιστοιχεί σε γενική αρχή του δικαίου που επιβάλλεται επίσης στο κοινοτικό δίκαιο. Πρόκειται δηλαδή για το αν οι βιομήχανοι ισογλυκόζης υπέστησαν δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους βιομηχάνους ζάχαρης και αν μπορεί να γίνει λόγος για διάκριση μεταξύ των προσφευγουσών και των λοιπών βιομηχάνων ισογλυκόζης.
α)
Όσον αφορά καταρχάς τη φερομένη διάκριση σε σχέση με τους βιομηχάνους ζάχαρης, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι το προσβαλλόμενο σύστημα καταλήγει σε έλλειψη ισορροπίας στον ανταγωνισμό και εμποδίζει το αντίστοιχο μερίδιο της αγοράς να αποφασίζει σε σχέση με τις ανταγωνιστικές προσπάθειες. Για τη ζάχαρη το σύστημα των ποσοστώσεων καθορίστηκε βάσει προϋποθέσεων που δεν υφίστανται στην περίπτωση της ισογλυκόζης, διότι ο τομέας αυτός υφίστατο πράγματι από πάντοτε επεμβάσεις των εθνικών διοικήσεων πρέπει όμως να διαπιστωθεί ότι η ρύθμιση της ζάχαρης θεσπίστηκε μετά από παραγωγική δραστηριότητα πολλών δεκαετιών που επέτρεψαν να επιτευχθεί πλήρης παραγωγικότητα, ενώ για την ισογλυκόζη θεσπίστηκε αντίστοιχη ρύθμιση από το αρχικό στάδιο της παραγωγής, πράγμα που είχε ως συνέπεια να αποστερήσει το προϊόν αυτό από τη δυνατότητα αναπτύξεως. Εξάλλου, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι για τη ζάχαρη εφαρμόστηκε περίοδος αναφοράς πέντε ετών, ότι ευθύς εξαρχής οι ποσοστώσεις ήταν άνω του κανονικού όγκου παραγωγής και ότι αυξήθηκαν περαιτέρω με τον κανονισμό 333/74· για την ισογλυκόζη, αντιθέτως, η παραγωγή περιορίζεται ανάλογα με την ετήσια δυναμικότητα. Επιπλέον, η ρύθμιση της ζάχαρης εμφανίζει ορισμένη ελαστικότητα την οποία δεν περιέχει η ρύθμιση της ισογλυκόζης: οι ποσοστώσεις μπορούν να παραχωρηθούν, μπορούν να μειωθούν και να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς από τα κράτη μέλη. Προπαντός, αντιθέτως προς τη ζάχαρη ή για την ισογλυκόζη δεν υφίστανται αντισταθμιστικά πλεονεκτήματα όπως η εγγύηση πωλήσεως και οι δυνατότητες εξαγωγής. Δεδομένου ότι όλα τα στοιχεία αυτά τα οποία συμβάλλουν στη άνιση μεταχείριση δεν μπορούν να βρουν αντικειμενική δικαιολογία, θα πρέπει να γίνει πράγματι λόγος για διάκριση.
αα)
Ο προαναφερθείς συλλογισμός προεχό-ντως συγκαλύπτει προφανώς την αξίωση να αφεθεί προσωρινά ελεύθερο το πεδίο στην παραγωγή ισογλυκόζης για να μπορέσει να κατακτήσει, με τον ανταγωνισμό, δίκαιο μερίδιο στην αγορά. Η άποψη αυτή απορρίφθηκε ήδη με προηγούμενες σκέψεις. Σχετικά, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι βιομήχανοι ισογλυκόζης ασκούν τη δραστηριότητα τους σε πεδίο στο οποίο η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δημιούργησε, μέσω αυστηρών υποχρεώσεων που επιβλήθηκαν στη βιομηχανία της ζάχαρης, πλεονεκτικούς όρους πωλήσεως που ωφελούν σε κάθε περίπτωση την ισογλυκόζη: η τιμή της ισογλυκόζης, όπως γνωρίζετε, προσανατολίζεται προς την τιμή της ζάχαρης. Λαμβανομένων υπόψη των περιορισμών στην παραγωγή που ισχύουν για τη ζάχαρη και τα πλεονάσματα που υφίστανται για το προϊόν αυτό, οι βιομήχανοι της ισογλυκόζης δεν μπορούν να αναμένουν ότι το προϊόν τους αντικαταστάσεως, που συμβάλλει στην αύξηση των πλεονασμάτων, θα έχει ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά. Εξάλλου, είναι προφανώς πεπλανημένο να υποτεθεί ότι η αμφισβητούμενη ρύθμιση έχει ως σκοπό το πάγωμα των προϋποθέσεων ανταγωνισμού. Όπως είδαμε, επιτρέπει απολύτως ορισμένη δυνατότητα αναπτύξεως της ισογλυκόζης. Ούτε πρέπει να λησμονείται ότι πρόκειται για σύστημα μεταβατικό ενός έτους που δεν προδικάζει την οριστική ρύθμιση.
Δυσχερώς λοιπόν μπορεί να επικριθεί επιτυχώς η ρύθμιση των ποσοστώσεων που προβλέπεται από τον κανονισμό 1293/79, με την επίκληση των όρων του ανταγωνισμού σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Σχετικά μπορεί εδώ να αφεθεί ανοικτό το ζήτημα αν μπορούσε επίσης να διατηρηθεί η ρύθμιση χωρίς τροποποιήσεις επί περισσότερα έτη ή αν πρέπει να βελτιωθεί καταλλήλως — ενδεχομένως μάλιστα και επί ζημία του τομέα της ζάχαρης — μετά τη λήξη της ισχύος της οργανώσεως της αγοράς της ζάχαρης που ισχύει ήδη, η οποία, για διαφόρους λόγους που έχω ήδη αναφέρει, δεν μπορούσε να τροποποιηθεί απότομα και ριζικά.
ββ)
Οι προσφεύγουσες ομιλούν για δυσμενή διάκριση αφενός μεν διότι για την ισογλυκόζη θεσπίστηκε σύστημα ποσοστώσεων που αντιστοιχεί κατ' ουσίαν με το σύστημα ποσοστώσεων της αγοράς της ζάχαρης. Διαφορετικές καταστάσεις κακώς υπόκεινται στην ίδια μεταχείριση.
Επί του λόγου αυτού ακυρώσεως περιορίζομαι εδώ να πω ότι είναι εσφαλμένη η σκέψη ότι η ρύθμιση των ποσοστώσεων της ζάχαρης δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά με το παρελθόν. Αντιθέτως, σήμερα έχει ως λειτουργία τη συγκράτηση της υπερπαραγωγής στην οποία — όπως μας απέδειξαν άλλες διαδικασίες — θα κατέληγε αναμφισβήτητα η εκλογή του επιπέδου των κοινοτικών τιμών από τη σύσταση της κοινής οργανώσεως των αγορών. Αλλά, εφόσον η ισογλυκόζη παράγει αποτελέσματα κατά την ίδια έννοια, δεν μπορεί καταρχήν να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι έδωσε λαβή σε κανονιστική ρύθμιση η οποία προσανατολίζεται στην οργάνωση της αγοράς της ζάχαρης, χωρίς τα πλεονεκτήματα της οποίας δεν θα ήταν ενδεχομένως δυνατή η αποδοτική παραγωγή ισογλυκόζης.
Κατά τα λοιπά, θα αποδείξω στη συνέχεια — εδώ περιορίζομαι να αναφέρω τη λέξη κλειδί «κοινοτική προτίμηση» που χρησιμοποιείται στην υπόθεση 116/77 (G. R. Amylum N.V. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, που εκδόθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1979) — ότι το γεγονός της θεσπίσεως της ρυθμίσεως της ισογλυκόζης με πρότυπο τη ρύθμιση που ισχύει για τη ζάχαρη δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσμενής διάκριση παρά τις αναντίρρητες διαφορές στις θέσεις εκκινήσεως. Σχετικά, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα ότι η κοινοτική προτίμηση εις βάρος του αραβοσίτου παράγει το αποτέλεσμα της ήδη από της επιβολής της εισφοράς και επομένως δεν μπορεί να ισχύσει εκ νέου. Η εισφορά συνιστά πράγματι μέτρο προστασίας της αγοράς του αραβοσίτου και των σιτηρών και δεν έχει καμιά σχέση με το γεγονός ότι μπορεί να δοθεί ορισμένη προτεραιότητα σε ένα γεωργικό προϊόν μεταξύ των λοιπών στο πλαίσιο της μεταχειρίσεως την οποία υφίσταται στην κοινή οργάνωση των αγορών: τα κοινοτικά όργανα ομιλούν δικαίως εδώ, υπό το φως της αποφάσεως που εκδόθηκε στην υπόθεση 166/78 (Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας κατά Συμβουλίου, που εκδόθηκε στις 12 Ιουλίου 1979, Sig. 1979, σ. 2575), για επιλογή στο πλαίσιο ευρείας διακριτικής εξουσίας.
γγ)
Κατά το μέτρο που οι προσφεύγουσες επικαλούνται δυσμενή διάκριση ενόψει ορισμένου αριθμού διαφορών που αναφέρθηκαν ήδη στις ρυθμίσεις που ισχύουν για την ισογλυκόζη, αφενός, και για τη ζάχαρη, αφετέρου, δηλαδή ενόψει του γεγονότος άνισης μεταχείρισης ομοίων καταστάσεων, πρέπει ευθύς εξαρχής να γίνουν οι ακόλουθες παρατηρήσεις:
—
Δεν είναι προφανώς δυνατό, κατά την επιλογή και τον καθορισμό της εφαρμοστέας περιόδου αναφοράς, να ενεργήσει κανείς για την ισογλυκόζη κατά τον ίδιο τρόπο όπως για τη ζάχαρη όπου επρόκειτο για τη μέση παραγωγή περισσοτέρων ετών. Τούτο, για τον απλούστατο λόγο ότι η παραγωγή ισογλυκόζης στην Κοινότητα άρχισε μόλις από το 1974-1975 και αναπτύχθηκε αργά, έτσι ώστε ο μέσος όρος που θα αναφερόταν σε περισσότερα έτη θα αποτελούσε ασφαλώς δυσμενές κριτήριο για τις προσφεύγουσες και τους λοιπούς παραγωγούς. Ακόμη και αν γίνει επίσης δεκτό ότι ορισμένα αρνητικά αποτελέσματα μπόρεσαν ακόμη να παραχθούν κατά την περίοδο αναφοράς που πράγματι επελέγη για την ισογλυκόζη, εξακολουθεί να είναι βέβαιο ότι η επιλεγείσα περίοδος πρέπει να θεωρηθεί η πιο ευνοϊκή από όλες εκείνες που μπορούσαν να ληφθούν υπόψη.
—
Ως προς τον υπολογισμό των ποσοστώσεων, πρέπει αναμφισβήτητα να γίνει δεκτό ότι, κατά τη σύσταση της κοινής οργανώσεως αγοράς, ήταν ευνοϊκότερος για τη ζάχαρη· πράγματι, η παραγωγή αναφοράς, ανερχόταν σε 5,95 εκατομμύρια τόνους και οι βασικές ποσοστώσεις για την περίοδο εμπορίας 1968-1969 έφθαναν τους 6,48 εκατομμύρια τόνους στους οποίους προστίθε-νταν επίσης οι ποσοστώσεις Β μέχρι 35% των βασικών ποσοστώσεων. Εξάλλου, πρέπει να παραδεχθεί κανείς όχι μόνον ότι οι ποσοστώσεις για την περίοδο εμπορίας 1974-1975 αυξήθηκαν από τον κανονισμό 330/74, αλλά ότι επίσης η ρύθμιση περιλαμβάνει, αντίθετα από ό,τι η ρύθμιση της ισογλυκόζης, ορισμένη ελαστικότητα διότι προβλέπει ότι οι ποσοστώσεις μπορούν να παραχωρηθούν και ότι μπορούν να μειωθούν για να χορηγηθούν σε άλλες επιχειρήσεις.
'Ετσι, αφενός, δεν πρέπει να παραμεληθούν οι διαφορές που υφίστανται στις θέσεις εκκινήσεως. Τόσο η περίοδος εμπορίας 1968 -1969, όσο και εκείνη του 1974-1975 σημαδεύτηκαν από έλλειψη ζάχαρης — στη δεύτερη προαναφερθείσα περίοδο προφανώς διότι τα κράτη της ΑΚΕ δεν μπόρεσαν να παραδώσουν την προβλεφθείσα ποσότητα —, πράγμα που παρακίνησε στην υποστήριξη της κοινοτικής παραγωγής. Το 1979 αντιθέτως, κατά τη θέσπιση του συστήματος της ισογλυκόζης, η κατάσταση ήταν πλεονασματική που δεν ανεχόταν ασφαλώς τον ίδιο φιλελευθερισμό, αλλά απαιτούσε μάλλον περιοριστικά μέτρα. Αφετέρου — αυτό δε αφορά τον περιορισμό της παραγωγής ισογλυκόζης ανάλογα με τη δυναμικότητα της παραγωγής —, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το μέτρο αυτό είχε ως βασική λειτουργία να διορθώσει την επίπτωση της συνεισφοράς στην παραγωγή επί της παραγωγικής δραστηριότητας και να επιβάλει ορισμένη ισορροπία στην παραγωγή ισογλυκόζης. Τέτοιες σκέψεις δεν είχαν, φαίνεται, δικαιολογία στον τομέα της ζάχαρης.
Όσον αφορά, κατά τα λοιπά, για την ελαστικότητα την οποία στερείται η ρύθμιση της ισογλυκόζης, ορθώς υπογραμμίστηκε ότι ο κανονισμός 3331/74, που είναι στην περίπτωση αυτή αποφασιστικός, αποτελεί μέτρο που είναι ειδικά προσαρμοσμένο στις ανάγκες του τομέα ζαχαρότευτλων ο τομέας αυτός περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό παραγωγών ζαχαρότευτλων και εργοστασίων ζάχαρης και πρέπει να ληφθούν οι προφυλάξεις που απαιτούνται για να γίνουν οι αναγκαίες περιφερειακές προσαρμογές σύμφωνα με τους στόχους του άρθρου 39. Σχετικά, η κατάσταση των συμφερόντων στον τομέα της ισογλυκόζης, που περιλαμβάνει μόνον έξι βιομηχάνους στην Κοινότητα, είναι διαφορετική. Εξάλλου, στην περίπτωση της ρυθμίσεως της ισογλυ-κόζης πρόκειται για μέτρο προσωρινό που ισχύει για μια μόνο εμπορική περίοδο. Ενόψει αυτού του χρονικού περιορισμού δεν χρειαζόταν να αντιμετωπισθεί ευθύς εξαρχής ορισμένη ελαστικότητα. Αν ήθελε αποδειχθεί αργότερα αναγκαίος αυτός ο περιορισμός, θα λαμβάνετο ασφαλώς υπόψη, αφού τα κοινοτικά όργανα διαβεβαίωσαν πραγματικά κατά τη διαδικασία ότι τα προβλήματα που προκύπτουν από καταστάσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη θα εξετιμούντο δεόντως στο πλαίσιο ρυθμίσεως που θα ίσχυε για μακρό χρόνο.
—
Τέλος — όσον αφορά την έλλειψη εγγυήσεως τιμής και εγγυήσεως πωλήσεως καθώς και το πρόβλημα της επιστροφής λόγω εξαγωγής —, οι ακόλουθοι τρεις συλλογισμοί είναι σημαντικοί για το ζήτημα της ίσης μεταχειρίσεως:
Επιστροφές στην εξαγωγή προβλέπονται επίσης για την ισογλυκόζη, κατά το μέτρο που πρόκειται επίσης για προϊόντα μεταποιήσεως, και δεν μου φαίνεται καθόλου πειστικό να προβάλλεται η έλλειψη οποιασδήποτε δυνατότητας εξαγωγής — καθόσον αφορά τουλάχιστον την εν προκειμένω ερευνομένη ρύθμιση. Η Επιτροπή βεβαίωσε εξάλλου ότι ήταν διατεθειμένη να επεκτείνει ενδεχομένως το σύστημα των επιστροφών. Κατά τα λοιπά, πληροφορηθήκαμε, επί του θέματος της κρισίμου παρατηρήσεως που έγινε σχετικά από την προσφεύγουσα Maizena, κατά την οποία ισχύει μια κατώτατη περιεκτικότητα από 41% φρουκτόζης για την επιστροφή λόγω παραγωγής, ενώ περιεκτικότητα από 10% σε ισογλυκόζη λαμβάνεται επίσης υπόψη στο πλαίσιο του συστήματος ποσοστώσεων, ότι το πρώτο ποσοστό αντιστοιχούσε στην πυκνότητα που απαντάται συνήθως στο εμπόριο, ενώ το δεύτερο ποσοστό καθορίστηκε για να εμποδιστούν τυχόν προσπάθειες καταστρατηγήσεως της ρυθμίσεως· δεν μπορεί επομένως να λεχθεί ότι πρόκειται για απαίτηση που καθιστά δυσκολότερες τις εξαγωγές.
Η ισογλυκόζη ωφελείται περαιτέρω επίσης από ένα είδος εγγυήσεως τιμών — τουλάχιστον εμμέσως. Πράγματι, όπως μάθαμε από άλλες δίκες, η τιμή της προσανατολίζεται προς την τιμή παρεμβάσεως της ζάχαρης και έτσι απολαμβάνει επίσης το σύστημα των πλεονεκτικών τιμών που εφαρμόζονται στον προϊόν αυτό.
Αφετέρου, ναι μεν λείπει μια εγγύηση πωλήσεως για την ισογλυκόζη, αλλά πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η ισογλυκόζη δεν έχει πλεονάσματα και προφανώς ούτε δυσχέρειες διαθέσεως στην αγορά. Πρέπει επίσης να μη λησμονείται ότι η ρευστή ζάχαρη, με την οποία μπορεί κυρίως να συγκριθεί η ισογλυκόζη, απολαμβάνει επίσης έμμεσες μόνον εγγυήσεις, διότι οι τιμές παρεμβάσεως εφαρμόζονται στην κρυσταλλική ζάχαρη. Τα κοινοτικά όργανα υπενθύμισαν, εξάλλου, ορθώς ότι η παρέμβαση περιορίζεται στα προϊόντα που μπορούν να αποθεματοποιηθούν, δηλαδή στην περίπτωση της ισογλυκόζης στην πρώτη ύλη, στην περίπτωση των ζαχαρότευτλων στο τελικό προϊόν που είναι η ζάχαρη. Αλλωστε, υπογράμμισαν ότι οι εγγυήσεις τιμής και πωλήσεως αφορούν στην πραγματικότητα τους παραγωγούς ζαχαρότευτλων. Η οργάνωση της αγοράς προϋποθέτει πράγματι — η παρέμβαση εφαρμόζεται μόνον στη ζάχαρη που παράγεται από ζαχαρότευτλα ή από ζαχαροκάλαμα που συλλέγονται μέσα στην Κοινότητα — ότι η εγγύηση τιμής μετακυλίεται στους παραγωγούς ζαχαρότευτλων, ενώ δεν μπορεί να υποτεθεί ότι τα πλεονεκτήματα που έχουν οι βιομήχανοι ισογλυκόζης ωφελούν τους παραγωγούς αραβοσίτου της Κοινότητας.
δδ)
Πρέπει τέλος να γίνει ακόμη δεκτό — πράγμα που είναι σε τελική ανάλυση κρίσιμο στην προκειμένη αλληλουχία — ότι, κατά το μέτρο που μπορεί να γίνει λόγος για διαφορές που δεν εξηγούνται πλήρως από τις αντικειμενικές διαφορές στην κατάσταση εκκινήσεως, η διαπιστωθείσα διαφοροποίηση δικαιολογείται πλήρως.
Σχετικά, αναφέρομαι λιγότερο στον ισχυρισμό ότι οι βιομήχανοι ισογλυκόζης απολαμβάνουν σε σχέση με τους βιομηχάνους ζάχαρης πλεονεκτήματα στο κόστος παραγωγής. Πράγματι, οι υπολογισμοί που έγιναν επί του σημείου αυτού από την Επιτροπή αμφισβητήθηκαν στις λεπτομέρειες από τις προσφεύγουσες χωρίς να επιτρέψει η διαδικασία να διευκρινισθεί οριστικά το ζήτημα αυτό.
Αναφέρομαι μάλλον στην κοινοτική προτίμηση που ήδη μνημόνευσα και η οποία, κατά τη νομολογία, ελήφθη ορθώς υπόψη υπέρ των παραγωγών ζαχαρότευτλων. Άλλωστε, η ισογλυκόζη που παρασκευάζεται ήδη και θα παρασκευάζεται αναμφιβόλως στο εγγύτερο μέλλον κυρίως από εισαγόμενο αραβόσιτο — διότι δεν φαίνεται ορατή καμιά θεμελιώδης τροποποίηση — απολαμβάνει πλεονεκτήματα που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τη συνολική εκτίμηση της καταστάσεως.
Έτσι, δεν πληρώνεται αναγκαστικά ενιαία τιμή για τον αραβόσιτο, κατά το μέτρο που εισάγεται. Το γεγονός ότι η ισογλυκόζη παράγεται χωρίς διακοπή καθόλο το έτος, ο δε εφοδιασμός σε πρώτη ύλη μπορεί να σχεδιάζεται πλήρως ανάλογα με τις ανάγκες των βιομηχάνων και τους υπολογισμούς τους για το κόστος, έχει επίσης σημασία. Εξάλλου, οι βιομήχανοι ισογλυκόζης μπορούν να διαλέξουν καλύτερα τον τόπο εγκαταστάσεως τους. Προπαντός, έχουν ακόμη ένα πλεονέκτημα από τις ποσοστώσεις Β που τους χορηγούνται, αφενός, διότι οι ποσοστώσεις αυτές δίδουν λαβή σε χαμηλότερη συνεισφορά από αυτήν που ισχύει στον τομέα της ζάχαρης, αφετέτου δε, διότι δεν παίζουν στην πραγματικότητα κανένα ρόλο στο πλαίσιο του συστήματος της ισογλυκόζης.
Αντιστρόφως, στην περίπτωση των βιομηχάνων ζάχαρης, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι συμβάσεις παραδόσεως που συνήφθησαν με τους παραγωγούς ζαχαρότευτλων που απολαμβάνουν κατώτατες τιμές συνήφθησαν πριν από τη σπορά και ότι οι κατά κλάδους συμφωνίες πρέπει να περιλαμβάνουν τη ρήτρα κατά την οποία πρέπει να αγοράζεται ολόκληρη η παραγωγή ζαχαρότευτλων, πράγμα που καταλήγει στον ουσιώδη περιορισμό της ελευθερίας των εμπορικών συναλλαγών. Πρέπει επίσης να διαπιστωθεί ότι υφίσταται ορισμένη δέσμευση στην επιλογή του τόπου εγκαταστάσεως και ότι η περίοδος μεταποιήσεως συγκεντρώνεται σε ένα τμήμα του έτους· σχετικά, δύσκολα μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η κατάσταση αυτή αντισταθμίζεται πλήρως από το γεγονός ότι η ισογλυκό-ζη δεν μπορεί κατά τον ίδιο τρόπο να αποθεματοποιηθεί. Τέλος, οι βιομήχανοι ζάχαρης υπόκεινται σε υποχρέωση ελάχιστης αποθεματοποιήσεως — πράγμα που είναι άγνωστο για τους βιομηχάνους ισογλυκόζης — η οποία αποτελεί επίσης σημαντική επιβάρυνση.
εε)
Από το σύνολο των προηγουμένων συλλογισμών συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για άνιση μεταχείριση η οποία είναι παράνομη και δυσμενής για τους βιομηχάνους ισογλυκόζης σε σχέση με τους βιομηχάνους ζάχαρης.
β)
Ως προς την άνιση μεταχείριση μεταξύ των προσφευγουσών και των λοιπών βιομηχάνων ισογλυκόζης, πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί ότι ο λόγος αυτός ακυρώσεως στηρίζεται ουσιωδώς στον ισχυρισμό ότι καθορίστηκαν ποσοστώσεις που δεν ανταποκρίνονται στον δυνατό ανταγωνισμό και δεν μπορούν να αλλάξουν από τον ανταγωνισμό. Εφαρμόστηκε σχετικά περίοδος αναφοράς η οποία, μετά από περίοδο παραγωγής τριών μόνον ετών, πρέπει να λογισθεί αυθαίρετη, ιδίως διότι θέτει σε μειονεκτική μοίρα τις επιχειρήσεις που εργάζονται με σύνεση. Εξάλλου, δεν δικαιολογείται να λαμβάνονται υπόψη δυναμικότητες παραγωγής που αποτελούν το αποτέλεσμα τυχαίων εσωτερικών αποφάσεων. Στην περίπτωση της προσφεύγουσας εταιρίας Roquette, το αποτέλεσμα ήταν ότι δεν μπόρεσε να ωφεληθεί από την κατάργηση της απαγορεύσεως χρησιμοποιήσεως με την οποία επλήγη η ισογλυκόζη στη Γαλλία, κατάργηση που αποφασίστηκε με ισχύ από τον Αύγουστο του 1979, ακριβώς εν όψει των ενζύμων που χρησιμοποιεί η εταιρία Roquette.
'Εχω όμως την εντύπωση ότι σε τελική ανάλυση τα επιχειρήματα αυτά δεν αντέχουν σε έρευνα.
Καταρχάς, πρέπει να υπογραμμισθεί επίσης στην αλληλουχία αυτή το γεγονός ότι το εφαρμοζόμενο στην ισογλυκόζη σύστημα ποσοστώσεων έπρεπε να διαμορφωθεί αρκετά ταχέως και ότι ο χρόνος ισχύος του περιοριζόταν σε μία εμπορική περίοδο. Είναι σαφές ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές — διαφορετικά ίσως από τη διαμόρφωση του τελικού συστήματος —, δεν είναι δυνατό να εμβαθύνει κανείς με κάθε λεπτομέρεια σε τόσο προβληματικά στοιχεία, όπως είναι ο δυνατός ανταγωνισμός ή τα σχέδια επενδύσεως τα οποία μπορούν, κατά τα λοιπά, να θεωρηθούν ότι περιλαμβάνουν καταρχήν τον κίνδυνο του αυθαιρέτου, κατά το μέτρο που εδώ πρόκειται για εικασίες.
Τα κοινοτικά όργανα προβάλλουν επίσης ορθώς, κατά τη γνώμη μου, την άποψη ότι η περίοδος αναφοράς δεν επελέγη αυθαιρέτως, αλλά με περίσκεψη ώστε να περιοριστούν κατά το δυνατόν τα περιοριστικά αποτελέσματα επί της παραγωγής. Εδώ όπως και όσον αφορά τη δυναμικότητα παραγωγής που έπρεπε να υπολογισθεί, χρησιμοποιήθηκαν απολύτως αντικειμενικά στοιχεία που προέκυψαν από νομική κατάσταση ίδια για όλους τους ενδιαφερομένους· πράγματι, η έκκληση για συγκράτηση της παραγωγής ισογλυκόζης, στην οποία προέβη η Κοινότητα και που αναφέρθηκε κατά τη διαδικασία, απευθύνθηκε με την ίδια επιμονή προς όλες τις επιχειρήσεις. Κατά το μέτρο που υφίστανται πράγματι διαφορές, μπορεί το πολύ να γίνει λόγος για τυχαίες περιπτώσεις κατά το μέτρο που οι διαφορετικές εμπορικές αποφάσεις που λαμβάνουν οι επιχειρήσεις μπορούν να χαρακτηρισθούν ως τυχαίες. Κατά τη γνώμη μου, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν έχει, σε κάθε περίπτωση, ως λειτουργία τη διατήρηση ισορροπίας στο θέμα αυτό και στην αποφυγή τυχόν μειονεκτικής θέσεως των επιχειρήσεων που ενεργούν με σωφροσύνη. Τέλος, όταν η προσφεύγουσα Roquette επικαλέστηκε ακόμη την απαγόρευση χρήσεως ισογλυκόζης που εφαρμόστηκε προηγουμένως στη Γαλλία και την κατάργηση της με ισχύ από τον Αύγουστο του 1979, υπογραμμίστηκε ορθώς σχετικά ότι τίποτε δεν δικαιολογούσε να ληφθεί αυτό ιδιαιτέρως υπόψη υπέρ της προσφεύγουσας Roquette, διότι δεν υπήρχε λόγος να θεωρηθεί η γαλλική αγορά τομέας που επιφυλάσσεται υπέρ αυτής. Εδώ πρόκειται, στην πραγματικότητα, για στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τον ίδιο τρόπο για όλες τις επιχειρήσεις και είναι, κατά τα λοιπά, αξιοσημείωτο σχετικά ότι η προσφεύγουσα Roquette εξήγαγε τον κύριο όγκο της παραγωγής της, ακόμη και μετά τον Αύγουστο του 1979: φαίνεται πως άλλες αγορές ήταν πιο συμφέρουσες γι' αυτήν.
γ)
Κατά συνέπεια, αποδείχθηκε συνολικά ότι το προσβαλλόμενο σύστημα ποσοστώσεων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με την επίκληση της απογορεύσεως των διακρίσεων.
III — Εν συμπεράσματι διαπιστώνω ότι οι προσφυγές που άσκησαν οι Roquette και η Maizena είναι παραδεκτές και βάσιμες για παράβαση του άρθρου 43, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ από τον κανονισμό 1293/79. Κατά συνέπεια, προτείνω να κηρυχθούν άκυρες οι προσβαλλόμενες διατάξεις του κανονισμού 1293/79, αλλά να θεωρηθούν ισχύουσες, κατ' εφαρμογή του άρθρου 174, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, για τον χρόνο ισχύος του κανονισμού 1293/79
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική. 1 - Υποθέσεις 138/79 και 139/79.
Full & Egal Universal Law Academy